Αγαπητή Ψ – Δεν είμαι αυτά που μου προσάπτουν

“Πριν λίγο καιρό στην εταιρεία που εργάζομαι έγιναν οι ετήσιες αξιολογήσεις και έχω προβληματιστεί και εκνευριστεί. Ο προϊστάμενός μου, μου ανέφερε πως κάποιες φορές συμπεριφέρομαι απότομα, αλαζονικά και έχω την τάση να υποτιμάω τους συναδέλφους μου. Όταν τον ρώτησα να μου πει περισσότερες λεπτομέρειες και συγκεκριμένα γεγονότα για να καταλάβω καλύτερα, επικαλέστηκε την ανωνυμία και δεν ήθελε να μου πει περισσότερα. Είναι μια καλή δουλειά και με ενδιαφέρει η εξέλιξή μου εκεί και επίσης δεν πιστεύω πως είμαι όλα αυτά που μου προσάπτουν. Έχω φέρει δυο μεγάλα προγράμματα στην εταιρεία (χρήματα δηλαδή) και η δουλειά μου πολλές φορές έχει εκτιμηθεί. Παρόλα αυτά, είμαι ανοιχτός να ακούσω και να κάνω κάποιες διορθωτικές αλλαγές χωρίς όμως να αλλάξω και τον χαρακτήρα μου και να γίνω κάποιος άλλος μόνο και μόνο επειδή κάποιοι ενοχλούνται”

Σε όλες τις σχέσεις το feedback -ή ανατροφοδότηση- είναι απαραίτητο. Φυσικά όλοι μας προτιμάμε να ακούμε τα θετικά σχόλια, αλλά τόσο τα θετικά όσο και τα αρνητικά όταν γίνονται με καλή πρόθεση και ωραίο τρόπο είναι ευπρόσδεκτα γιατί μας βοηθάνε να δούμε τις δυνατότητες και τους περιορισμούς μας. Πιστεύω πως το να μας επισημαίνει ένας συνεργάτης μας και τους περιορισμούς μας, συνήθως είναι ένδειξη ενδιαφέροντος, πως μας εκτιμά, μας εμπιστεύεται και πιστεύει ότι έχουμε τη δυνατότητα να ‘μετακινηθούμε’ για να κάνουμε την καθημερινότητα και τη δική μας και των άλλων καλύτερη. Είναι χειρότερο να μας βλέπουν να κάνουμε κάτι που δυσκολεύει εμάς και την ομάδα και να μη μας λέει κανείς τίποτα.    

Βέβαια, το νόημα που θα δώσω στο feedback που μου δίνεται στο “τώρα”, έχει να κάνει με τον τρόπο που μου δόθηκε στο “τότε” και ίσως στο τώρα να μπαίνω σε άμυνα, να κάνω πολλές σκέψεις του τύπου “εγώ ποτέ δεν το έκανα αυτό, δεν φέρομαι αλαζονικά και υποτιμητικά”.

Θα πάρω ως δεδομένο τις καλές προθέσεις εκείνου που σας αξιολόγησε για να ξεκινήσουμε από κάπου και θα πω πως δεν το άκουσα ως κριτική αλλά ως πρόσκληση. Ο προϊστάμενός σας δεν σας είπε “δεν σε εκτιμώ ή δεν είσαι καλός” αλλά “εκτιμώ πολλά σε σένα και κάποιες φορές βλέπω μια συμπεριφορά η οποία δεν βοηθάει την ομάδα και σου δίνω μια ευκαιρία να το δεις και να κάνεις κάτι μ’αυτό”. Μπορεί να μην το είπε με αυτά τα λόγια, αλλά το νόημα ήταν αυτό. 

Εγώ θα ξεκινούσα προσπαθώντας να καταλάβω τι είναι αυτό που κάνω και οι άλλοι το βρίσκουν αλαζονικό και υποτιμητικό. Η αλαζονεία δεν είναι εγγενές χαρακτηριστικό, αλλά είναι ένας τρόπος για να προστατευτούμε από συναισθήματα που μας δυσκολεύουν.
Για παράδειγμα, εάν μέσα μου αισθάνομαι λίγη, ανίκανη ή χαζή, αυτό θα το προβάλω στους άλλους. Εσείς γίνεστε ανυπόμονος ή εκνευρίζεστε όταν οι άλλοι δεν καταλαβαίνουν με την πρώτη αυτό που λέτε; δυσκολεύεστε να επαινέσετε τους άλλους γιατί πιστεύετε πως αυτό που έκαναν δεν ήταν και τόσο σημαντικό; κοροϊδεύετε τις ιδέες ή τη γνώμη των άλλων για κάποιο θέμα; Σκεφτείτε εάν τα κάνετε όλα αυτά και μη λεκτικά. με γκριμάτσες, αναστεναγμούς, “φιλικά αστεία”, με το να κοιτάτε το κινητό σας όταν οι άλλοι παίρνουν το λόγο. 

Εάν δεν αναγνωρίζετε τέτοιες συμπεριφορές στον εαυτό σας, μπορείτε να ρωτήσετε έναν φίλο σας που σας ξέρει αρκετά και εμπιστεύεστε. Προσωπικά όσες φορές το έχω κάνει μ’έχει βοηθήσει πολύ. Συνήθως κάνω την ερώτηση “τι σε δυσκολεύει σε μένα;”. 

Όταν είστε στην ομάδα σας, πριν κάνετε κάποιο σχόλιο σταθείτε λίγο και αναρωτηθείτε: “τι θα νιώσει ο άλλος εάν σχολιάσω κάτι μ’αυτό τον τρόπο; υπάρχει άλλος τρόπος να το πω χωρίς να γίνω κάποιος άλλος και χωρίς να προσβάλω ή να υποτιμήσω τον απέναντι;” Ίσως ο προϊστάμενός σας, αυτό σας ζητάει να κάνετε. 

Θα ήθελα να σας πω και κάτι τελευταίο. Το feedback που πήρατε είναι μια μεγάλη ευκαιρία να μάθετε κάτι σημαντικό για τον εαυτό σας. Όλοι έχουμε τυφλά, ‘σκοτεινά’ σημεία τα οποία τα φέρνουμε μαζί μας σε όλες τις σχέσεις.  Εάν εγώ στην ψυχοθεραπεία μου δυσκολεύομαι ή φοβάμαι να έρθω σε επαφή και να εμπιστευτώ τον ψυχοθεραπευτή μου, 9 φορές στις 10, θα κάνω το ίδιο και στις υπόλοιπες σχέσεις μου. Οι περισσότεροι άνθρωποι νομίζουν πως καταφέρνουν και κρατάνε επαγγελματικό προφίλ και δείχνουν μόνο τον ελκυστικό τους εαυτό στους εργασιακούς χώρους, όμως, οι συνήθειες και οι τάσεις μας πάντα, μα πάντα γίνονται εμφανείς. Ο συνάδελφος που διακόπτει τους άλλους στις συναντήσεις ή αφήνει ένα χάος την κουζίνα του γραφείου χωρίς να υπολογίζει τους άλλους, το πιθανότερο είναι να κάνει το ίδιο και στο σπίτι του.

Εάν κάνετε κάτι ακούσια που αφήνει τους άλλους να παίρνουν υποτίμηση, αυτή είναι μια πολύ καλή στιγμή για να καταλάβετε τι είναι και αν θέλετε να το αλλάξετε. Όχι γιατί σας το είπε ο προϊστάμενός σας ή εγώ. Αλλά γιατί όχι μόνο θα γίνετε  καλύτερος εργαζόμενος, αλλά και καλύτερος συνάδελφος, φίλος, σύντροφος, πατέρας, γιος.  

Μην ακούς τι λέει η Τασία

Η Αλεξάνδρα είναι στο τοπ 5 των πιο προσφιλών διαδικτυακών μου φίλων. Δυο πράγματα έχω ξεχωρίσει και εκτιμώ: τη φιλανθρωπική της δράση παράλληλα με την επαγγελματική της δραστηριότητα και τον τρόπο που τοποθετείται στα πράγματα. Με αυθεντικότητα, αξιοπρέπεια, χιούμορ. Θα το καταλάβετε και από βίντεο που μας μιλάει για τα όνειρα και τους στόχους. Περισσότερα μπορείτε να διαβάζετε στο blog της

Αγαπητή Ψ – Όπως οι σκαντζόχοιροι

Αλλάζει να καταφέρω να φύγω από τους φόβους που με κρατάνε πίσω και να γίνω πραγματικά συναισθηματικά διαθέσιμος και ανοιχτός; Είναι κάτι που αλλάζει; να σταματήσει κάποιος να νιώθει έτσι;” Το παραπάνω είναι απόσπασμα από ένα μειλ που έλαβα. Απαντάω τα παρακάτω:

Ένας συντριπτικά μεγάλος αριθμός προβλημάτων στις σχέσεις ή στη δυσκολία του να μπω σε σχέση συνοψίζεται σε δυο φράσεις: Κάποιος στέκεται πολύ μακριά. Κάποιος στέκεται πολύ κοντά. Το να καταφέρουμε να έχουμε τη σωστή απόσταση από έναν άνθρωπο είναι εφικτό όταν μάθουμε τον τρόπο να αναγνωρίσουμε ότι χρειαζόμαστε την αγάπη του, όταν εμπιστευτούμε πως και εκείνος θα μας χρειαστεί και βεβαίως να πιστεύουμε πως θα μπορέσουμε να ζήσουμε και χωρίς αυτόν.

Αυτές οι δυο τάσεις -τώρα θα σταθώ σε αυτή για την οποία με ρωτάτε- τις περισσότερες φορές προέρχονται από την παιδική μας ηλικία. Γεγονότα που έχουμε βιώσει -και δεν εννοώ μόνο τραυματικά αλλά και οι πεποιθήσεις που έχουμε για το πώς πρέπει να είναι ένας σύντροφος- έχουν δημιουργήσει μοτίβα, συνήθειες αρνητικών σκέψεων, συναισθημάτων και συμπεριφορών, οι οποίες με τη σειρά τους γίνονται αυτοεκπληρούμενες προφητείες. 

Γινόμαστε εκείνοι που νιώθουμε ασφαλείς όταν είμαστε μακριά, γιατί η αρχική μας απόπειρα προσέγγισης ίσως και να μην είχε την κατάληξη που θα θέλαμε. Για ένα παιδί αυτό μπορεί να μεταφραστεί ως απόρριψη, ντροπή, μπέρδεμα, αβεβαιότητα. Τις περισσότερες φορές, ασυνείδητα αποφασίζει πως τέτοια μορφή έκθεσης δεν θα ξανασυμβεί ποτέ. Έτσι λοιπόν στο τώρα, στην παραμικρή υπόνοια απογοήτευσης ή απόρριψης -ή για να είμαι πιο ακριβής αυτό που ερμηνεύει ως απόρριψη- για να αποφύγει τον πόνο θα σηκώσει τοίχους για να αποφευχθεί η οικειότητα που στο τότε δεν του παρείχε ασφάλεια ή δεν του ήταν αρκετή. Ο μεγαλύτερος φόβος που βιώνει είναι αυτός της οικειότητας, με δευτερεύοντα φόβο αυτόν της εγκατάλειψης.

Οι περισσότεροι θέλουμε και έχουμε ανάγκη από αγάπη και εγγύτητα.  Ο φόβος, όμως, είναι εξίσου ισχυρή δύναμη και ανταγωνίζεται αυτή μας την ανάγκη. Παρόλο που οι ανάγκες μένουν ακάλυπτες όταν δεν ερχόμαστε κοντά, μπορεί να νιώθουμε μεγαλύτερη ασφάλεια όταν δεν το κάνουμε. Με τον τρόπο αυτό, δεν διακινδυνεύουμε την αβεβαιότητα που προκύπτει από τη στενή συναισθηματική σχέση με έναν άλλον άνθρωπο. Δεν διακινδυνεύουμε να πρέπει να δείξουμε αυτό που είμαστε, κάτι που περικλείει τη συναισθηματική ειλικρίνεια, αλλά και την πιθανή απόρριψη των συναισθημάτων μας. Δεν διακινδυνεύουμε την εγκατάλειψή μας από τους άλλους. Δεν βιώνουμε την αμηχανία που συνεπάγεται η αρχή μιας σχέσης που για πολλούς είναι πραγματικά αφόρητη.

Η στενή επαφή, η οικειότητα έχουν συχνά ως συνέπεια την αίσθηση της απώλειας του ελέγχου. Η οικειότητα θέτει σε δοκιμασία τους βαθύτερους φόβους μας για το ποιοι είμαστε και για το εάν είναι αποδεκτό να είμαστε ο εαυτός μας. Απαιτείται ειλικρίνεια, αυθορμητισμός, εμπιστοσύνη, αποδοχή του εαυτού μας και αποδοχή των άλλων.

Με ρωτάτε εάν αυτό είναι κάτι που αλλάζει. Φυσικά και αλλάζει, όχι όμως με γρήγορες λύσεις και συμβουλές. Η αντίσταση στην επιθυμία να βρισκόμαστε μακριά ή κοντά, χρειάζεται λίγη δουλειά, όμως μπορούμε και αξίζει να μάθουμε να είμαστε ο πραγματικός μας εαυτός όταν είμαστε με άλλους ανθρώπους. Μπορούμε να μάθουμε να εμπιστευόμαστε τον εαυτό μας. Μπορούμε να μάθουμε να μην κρυβόμαστε στην παραμικρή υπόνοια απόρριψης. Μπορούμε να έρθουμε σε επαφή με τις δυνατότητές μας και να ανταπεξέλθουμε στη δυσκολία και στο φόβο που υπάρχει στο ξεκίνημα μιας σχέσης, έστω και αν στην αρχή το κάνουμε όπως οι σκαντζόχοιροι. Προσεκτικά. 

Αγαπητή Ψ – “Κατεβάζει ρολά”

Με τον φίλο μου έχουμε μια καλή σχέση από την άποψη πως θέλουμε ο ένας τον άλλον, περνάμε αρκετό χρόνο μαζί, ταιριάζουμε σε πολλά. Το πρόβλημα είναι πως όταν ξεκινάω κάποια συζήτηση που αφορά το μέλλον μας, κατεβάζει ρολά. Όχι απλά κατεβάζει ρολά, αλλά φεύγει από τον χώρο, δείχνει πως πιέζεται και αγχώνεται. Με ενοχλεί πολύ αυτό γιατί εκτός του ότι είναι απαράδεκτο δεν ξέρω πώς να το χειριστώ. Θέλω να ξέρω κάποια πράγματα αλλά με την αντίδραση που βλέπω τι συζήτηση να κάνω; δεν θέλω να είμαι αυτή η γυναίκα που πιέζει για κάτι. Την τελευταία φορά κατάφερα και έβαλα κάποιο όριο και έδωσα τελεσίγραφο πως εάν συμπεριφέρεται έτσι θα πρέπει και εγώ να δω τι θα κάνω”. 

Η επικοινωνία και η διαπραγμάτευση είναι ζωτικής σημασίας για οποιαδήποτε υγιή σχέση. Πιο σημαντικό ακόμα και από τα σοβαρά θέματα για τα οποία θέλετε να συζητήσετε είναι το ζήτημα του γιατί και οι δύο δυσκολεύεστε να κάνετε αυτές τις συζητήσεις.

Αυτό που κάνει ο σύντροφός σας -συνειδητά ή ασυνείδητα δεν έχει σημασία και δεν μπορώ να το γνωρίζω- είναι ένας τρόπος ελέγχου της συνομιλίας. Οι άνθρωποι χρησιμοποιούμε διάφορους τρόπους για να τερματίζουμε ή να αποφύγουμε μια συζήτηση: παραμένουμε σιωπηλοί, αλλάζουμε θέμα, αγνοούμε τον σύντροφό μας με το να ασχολούμαστε με το κινητό μας, ή απλά αποχωρούμε από το δωμάτιο.

Αν και η δυσκολία φαίνεται να βρίσκεται σε εκείνον που κατεβάζει ρολά, στον σύντροφό σας στην προκειμένη περίπτωση, θα ήθελα λίγο να σταθώ στον δικό σας ρόλο, με τι τρόπο εσείς διατηρείτε αυτό το μοτίβο. Γιατί η αλήθεια είναι πως μια συζήτηση τελειώνει μόνο αν την αφήσουμε να τελειώσει.  Το θέμα δεν είναι απλά ο τρόπος με τον οποίο ο σύντροφός σας ανταποκρίνεται στη συζήτηση που θέλετε να κάνετε. Το θέμα είναι και το πώς εσείς ανταποκρίνεστε στην άρνησή του να την κάνει.

Εάν σταθείτε λίγο σε εσάς, θα δείτε πως κάνετε κάτι παρόμοιο με εκείνον.  Κατεβάζει ρολά, πιέζεται, αγχώνεται και φεύγει από το δωμάτιο, και για να αποφύγετε αυτή την εξέλιξη, αφήνετε τη συζήτηση στη μέση. Και οι δύο φοβάστε κάτι – εκείνος τη συγκεκριμένη συζήτηση, εσείς, γιατί δεν θέλετε να είστε “αυτή η γυναίκα που πιέζει για κάτι”.  Έτσι, το μοτίβο επαναλαμβάνεται.

Τι θα μπορούσατε να κάνετε σ’αυτή την περίπτωση; Να δοκιμάσετε να δράσετε κάπως διαφορετικά. Ένας τρόπος θα ήταν να οριοθετηθείτε, όπως πολύ σωστά αναφέρατε. Θα ήθελα να ανοίξω μια παρένθεση και να πω πως υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο όριο και στο τελεσίγραφο. Το όριο έχει να κάνει με εμάς, το όριο το βάζουμε στον εαυτό μας, όχι στον άλλον. Το τελεσίγραφο είναι ένας τρόπος να ελέγξουμε κάποιον με το να επιμένουμε να αλλάξει. Τα τελεσίγραφα και τις δηλώσεις  δεν τα προτιμάμε γιατί σπάνια έχουν κάποιο θετικό αποτέλεσμα. Το όριο όμως είναι ευγενικό, σταθερό (με την προϋπόθεση πως έχει ειπωθεί με τρόπο που δείχνει ενδιαφέρον, συμπεριλαμβάνει και τους δυο και δεν έχει θυμό και χειρισμό) και είναι σαφές το τι δεχόμαστε και τι όχι, και το τι θέλουμε και τι δεν θέλουμε. 

Θα μπορούσατε π.χ. να πείτε “Νοιάζομαι-ενδιαφέρομαι για σένα και στεναχωριέμαι όταν σε βλέπω να αγχώνεσαι και να απομακρύνεσαι όταν θέλω να μιλήσουμε για τη σχέση μας. Θέλω να έχουμε μια στενή, οικεία και μακροχρόνια σχέση που εάν δεν μπορούμε να μιλάμε για βασικά ζητήματα ζωής ή ακόμα πιο δύσκολα πράγματα που θα προκύπτουν, δεν θα μου-μας επιτρέπει να είμαστε κοντά ή να αισθανόμαστε ασφαλείς μεταξύ μας, αν πολλά πράγματα αιωρούνται.  Δεν προκαλώ εγώ το άγχος σου και ούτε μπορώ να το φτιάξω, αυτό είναι κάτι που μπορείς μόνο εσύ να κάνεις. Χρειάζομαι να βρούμε τρόπο να φτιάξουμε την επικοινωνία μας -ακόμα και αν χρειαστεί να ζητήσουμε βοήθεια- προκειμένου να αισθανθούμε σίγουροι ότι μπορούμε να είμαστε καλά μαζί, κάτι που θέλω πολύ”.   

Αυτός είναι ένας τρόπος, είμαι σίγουρη πως εάν σταθείτε λίγο σε εσάς θα μπορέσετε να βρείτε ακόμα καλύτερο. 

Τελειώνοντας ήθελα να σας πω, πως η φροντίδα του εαυτού μας προϋποθέτει μια θεμελιώδη αρχή: να ικανοποιούμε τις ανάγκες και τα θέλω μας. Σε καμία περίπτωση δεν χρειάζεται να αισθάνεστε άσχημα για τα θέλω σας ή ότι είναι κακό και λάθος και να σας χαρακτηρίζετε ως “η γυναίκα που πιέζει για κάτι”. Η κάλυψη των αναγκών μας είναι δικαίωμα και υποχρέωση προς τον εαυτό μας. Έχουμε κάθε δικαίωμα να θέλουμε μια ζωή όπως την έχουμε φανταστεί και φυσικά να θέλουμε για τον εαυτό μας το καλύτερο. 

Αγαπητή Ψ

“Ενώ δεν με θίγουν οι συνέπειες της πανδημίας αισθάνομαι ασφυξία αλλά και ενοχές που έχω αυτά τα αισθήματα όταν άλλοι άνθρωποι χάνουν τη δουλειά τους για να μην πω γι’αυτούς που αρρωσταίνουν. Κι επειδή δεν θίγομαι αισθάνομαι ότι δεν έχω το δικαίωμα να παραπονιέμαι”. 

Η πανδημία έχει πυροδοτήσει μια ποικιλία συναισθημάτων σε όλους μας. Φόβο, άγχος, θλίψη, απογοήτευση, θυμό, ακόμα και ενοχή. Μιας και αναφερθήκατε στην ενοχή, θα σταθώ εδώ και θα ξεκινήσω λέγοντας κάποια πράγματα τα οποία είμαι σίγουρη πως γνωρίζετε ή θα έχετε ήδη σκεφτεί. Υπάρχουν διάφοροι τύποι ενοχών που μπορεί να συμπίπτουν μεταξύ τους, αλλά θα μπορούσαμε να τους ταξινομήσουμε σε τρεις κατηγορίες. Στην έμφυτη, δηλαδή στην αντίδραση και στο αίσθημα λύπης για κάτι που κάναμε ή αποτύχαμε να κάνουμε και που περνάει γρήγορα μιας και προκύπτει από κάτι πολύ μικρό. Σε εκείνη που έρχεται με τη μορφή “δεν είμαι καλός άνθρωπος” “συνέχεια απογοητεύω τους άλλους” και στην υπαρξιακή ενοχή που μπορεί να σχετίζεται με κάποιο τραύμα και να προκύπτει από κάτι που θεωρώ αδικία. Μια μορφή υπαρξιακής ενοχής είναι και αυτό που περιγράφετε: 

“Είναι δίκαιο να μην πονάω και να μην υποφέρω και εγώ όπως οι υπόλοιποι;” Κάποιος θα μπορούσε να απαντήσει πως το να αισθάνεσαι ενοχή σε μια τόσο δύσκολη συνθήκη είναι μια χαρά μιας και κανείς δεν θα ήθελε να είναι στη θέση όσων έχουν νοσήσει ή έχουν χάσει τη δουλειά τους. Όμως, πολλοί άνθρωποι αισθάνονται ενοχή που υπερβαίνει το προσωπικό επίπεδο. Με την πανδημία έχει φανεί μια ταξική διαίρεση μεταξύ εκείνων των οποίων οι θέσεις εργασίας τους επιτρέπουν να παραμείνουν σπίτι και εκείνων των οποίων η ζωή και τα προς το ζην οδεύουν προς την καταστροφή. Ο πόνος λοιπόν της ενοχής -τώρα πια θα ξαναδιαβάζουμε συχνά τον όρο “survivor’s guilt”- είναι υπαρκτός και είναι πολύ σημαντικό που έχετε έρθει σε επαφή με αυτόν. Είναι σημαντικό όχι μόνο γιατί το να τον αγνοούμε μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες στην ψυχική μας υγεία, αλλά και γιατί εάν τον αποδεχτούμε μπορεί να έχει κοινωνικά οφέλη. Αναρωτιέμαι τι θα συμβεί εάν αυτή η ενοχή που μου περιγράφετε διοχετευθεί σε κάποια εθελοντική δράση που εσείς θα επιλέξετε. 

Η δική σας κατάσταση δεν συνδέεται με τα βάσανα των άλλων ανθρώπων. Δεν υπάρχει λόγος να αισθάνεστε ένοχη, υπάρχει λόγος να αισθανθείτε συμπάθεια, συμπόνια και επιθυμία να βοηθήσετε με όποιον τρόπο μπορείτε όσους πλήττονται σοβαρά και υποφέρουν εξαιτίας της πανδημίας. 

Μυστικά από τον ψυχοθεραπευτή

“Έχω ένα μυστικό που δεν έχω πει ποτέ. ούτε στον ψ μου αλλά μάλλον εξαιτίας της θεραπείας (κάνω σχεδόν ένα χρόνο) το σκέφτομαι συνέχεια και βγαίνουν συνέχεια στην επιφάνεια πράγματα και ζορίζομαι πολύ και είμαι σίγουρη πως έχει να κάνει με αυτό το παλιό. Δεν ξέρω τον τρόπο να του το πω και δεν ξέρω εάν θα το αντέξει κιόλας. Θα μπορεί να το χειριστεί; κάθε φορά που πάω να το πω μου έρχεται να ανοίξω την πόρτα και να φύγω.  αισθάνομαι πως χάνει το χρόνο του μαζί μου άσε που είναι και λίγο περίεργο να μη λες πράγματα στον ψ σου! και γενικά είναι λίγο βουνό γιατί δεν αφορά μόνο εμένα αυτό το μυστικό αλλά και άλλους ανθρώπους της οικογένειάς μου. έχεις να μου προτείνεις κάτι;”

Αυτό που βιώνεις είναι κάτι αρκετά συνηθισμένο μιας και αρκετοί άνθρωποι κάποιες στιγμές “κρύβουν” πράγματα από τον ψυχοθεραπευτή τους ή μπορεί να τα μοιραστούν μετά από αρκετό καιρό ενώ βρίσκονται σε συστηματική θεραπεία. Υπάρχουν διάφοροι λόγοι που ένας θεραπευόμενος δεν μιλάει για πράγματα -για τα οποία είναι εκείνα που χρειάζεται περισσότερο να μιλήσει-. Κάποιες φορές ανησυχεί πως ο θεραπευτής θα σχηματίσει αρνητική γνώμη για εκείνον, κάποιες άλλες το θέμα από μόνο του προκαλεί αμηχανία, άλλες φορές είναι σε άρνηση και άλλες γιατί φοβάται πως η ιστορία του δεν θα γίνει πιστευτή όπως δεν είχε γίνει και στο παρελθόν. Υπάρχουν και φορές που ένας θεραπευόμενος κρύβει κάτι όχι για να αποφύγει τον ψυχοθεραπευτή του, αλλά τον εαυτό του, να αποφύγει δηλαδή να έρθει σε επαφή με τον πόνο, τη ντροπή, το φόβο ή την αλήθεια που ξέρει πως έχει έρθει η στιγμή να τη μοιραστεί με έναν άλλον άνθρωπο.

Από την εμπειρία μου -όχι μόνο ως ψυχοθεραπεύτρια αλλά και ως θεραπευόμενη- ο πιο συνηθισμένος λόγος που δεν μοιραζόμαστε σημαντικές πληροφορίες της ζωής μας είναι όχι μόνο γιατί θα χρειαστεί να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση αυτή καθαυτή, αλλά και όλες τις σκέψεις και τα συναισθήματα που θα τη συνοδέψουν. Σκέψεις του τύπου “τώρα όμως θα πρέπει να κάνω κάτι γι’αυτό και αν κάνω κάτι γι’αυτό το πιθανότερο είναι πως όλες οι κοντινές μου σχέσεις μπορεί και να τερματιστούν. Δεν έχω τη δύναμη να το κάνω.”  Έτσι, εκτός από τον πόνο, τη ντροπή, τον θυμό, τη ματαίωση, υπάρχει και ο φόβος. Ο φόβος για τις αλλαγές που φαντάζεσαι πως θα πρέπει να κάνεις. Ο φόβος πως όλα θα αλλάξουν, πως καλύτερα να έχω στη ζωή μου κάποιες σχέσεις και ας μην είναι όπως τις θέλω, παρά να μείνω μόνη. Το γνώριμο είναι πολύ πιο εύκολο γιατί ξέρω τον τρόπο να υπάρχω σ’αυτό, ξέρω τι να περιμένω από τους άλλους. 

Όμως, το κόστος μιας αποκάλυψης έρχεται μαζί με ανταμοιβή. Την ελευθερία. Το μοίρασμα της αλήθειας μας απελευθερώνει από τις εσωτερικές μας φυλακές και μας δίνει τη δυνατότητα και την επιλογή να προχωρήσουμε με τον καλύτερο για εμάς τρόπο. Όσο περιμένουμε, τόσο πιο εδραιωμένο γίνεται το πρόβλημα. Αντί λοιπόν να σε απασχολεί για το εάν σπαταλάς το χρόνο του ψυχοθεραπευτή σου, ίσως θα ήταν καλύτερα να εστιάσεις στο πόσο από τον δικό σου χρόνο θα σπαταλήσεις εάν περιμένεις και άλλο. 

Μου γράφεις πως δεν ξέρεις τον τρόπο και θέλω να σου πω κάτι που θα σου φανεί χρήσιμο και σε άλλες καταστάσεις: Όταν ξεκινάω να μιλάω για τη δυσκολία μου, η δυσκολία μου μικραίνει, γίνεται πιο ελαφριά. Μπορείς λοιπόν να ξεκινήσεις λέγοντας στον ψυχοθεραπευτή σου πως έχεις ένα μυστικό και πως φοβάσαι να το πεις. Φοβάσαι για τα συναισθήματα που θα σε κατακλύσουν, πως μετά θα πρέπει να κάνεις κάτι, πως εκείνος μπορεί να μην αντέξει αυτά που θα ακούσει, πως όλα θα αλλάξουν, ακόμα και η σχέση σας. Πες του πως κάθε φορά που σκέφτεσαι να το αναφέρεις -δεν χρειάζεται να πεις τι είναι- θες να φύγεις. Μπορείς να του πεις αυτά που έγραψες και σε μένα. 

Το να μιλήσεις για το τι σου συμβαίνει εκείνη τη στιγμή είναι εξίσου σημαντικό με το να μιλάς για το θέμα που τόσα χρόνια σε ταλαιπωρεί. (για να κάνω και μια υπόθεση η οποία μπορεί να μην σου λέει και κάτι, ίσως αυτή η δυσκολία που έχεις στο τώρα να συνδέεται με κάποιον τρόπο με το θέμα). Το δωμάτιο της ψυχοθεραπείας είναι όπως ήδη ξέρεις ένας ασφαλής χώρος και για πειραματισμούς. Μαθαίνουμε καινούργιους τρόπους με έναν άνθρωπο που ξέρουμε πως δεν θα φύγει, δεν θα πάρει κάτι προσωπικά και κυρίως έχει εκπαιδευτεί γι’αυτό. Η θεραπευτική φάση που βρίσκεσαι είναι μια εξαιρετική ευκαιρία όχι μόνο για να αρχίσεις να τακτοποιείς το θέμα που τόσο σε ταλαιπωρεί, αλλά και για τη σχέση σου με τον ψυχοθεραπευτή σου. Όλα θα πάνε καλά. 

Θα συναντήσεις έναν ψηλό μελαχρινό άνδρα

cof

“Καλησπέρα. Έχω ένα θέμα που δεν ξέρω εάν είναι και ακριβώς ‘θέμα’. Πιστεύω όχι ακόμα, παρόλα αυτά, με την καραντίνα επειδή έμεινα αρκετά μόνη, σκέφτηκα πολλά, κατάλαβα πως υπάρχει η τάση για να γίνει και είναι κάτι που δεν θα ήθελα.  Πριν μερικούς μήνες χώρισα (δεν ήταν δική μου απόφαση) και το πήρα πολύ βαριά. Ο τρόπος που έγινε ήταν πολύ άσχημος με αποτέλεσμα να έχω πολλά ερωτηματικά. Μια φίλη μου επειδή με είδε χάλια μου πρότεινε να πάμε μαζί σε μια γυναίκα που βλέπει το μέλλον. Το βρήκα καλή ιδέα από την άποψη πως θα έπαιρνα και κάποιες απαντήσεις και επειδή ένιωθα φοβερή απελπισία πίστευα πως δεν θα μπορέσω να ξαναφτιάξω τη ζωή μου. Η κυρία αυτή βρήκε πολλά πράγματα για το παρελθόν μου και την οικογένειά μου και ξαναπήγα πάνω από τέσσερις φορές σε σύντομο χρονικό διάστημα. Όταν φεύγω από εκεί νιώθω πάντα πολύ καλύτερα, πιο ήρεμη αλλά μετά από λίγες μέρες ξαναπέφτω. Εξακολουθώ και πηγαίνω γιατί σκέφτομαι πως αφού έχει δει τόσα πολλά πράγματα για μένα δεν μπορεί να είναι απάτη. Για την ιστορία να σου πω πως δεν είμαι αφελής, ούτε χαζή. Σε λίγο καιρό τελειώνω το διδακτορικό μου, έχω πολύ καλή δουλειά και γενικά το επίπεδο της οικογένειάς μου είναι αρκετά υψηλό”.

Θα απαντήσω με κάποιες γενικές σκέψεις -μιας και δεν μου γράφεις τι χρειάζεσαι από μένα-  ελπίζοντας να σου φανούν κάπως χρήσιμες.

Οι άνθρωποι -με ή χωρίς διδακτορικό- προσπαθούμε με κάθε τρόπο να αποφύγουμε τον πόνο και μάταια πασχίζουμε να ζήσουμε μια ζωή απαλλαγμένη από απώλειες. Πιστεύουμε πως ένας τρόπος για να το καταφέρουμε αυτό είναι με το να προσπαθούμε να ελέγχουμε το μέλλον με αποτέλεσμα να βρισκόμαστε στο έλεος αυτών που συμβαίνουν ή να απελπιζόμαστε. Ο τρόπος για να αντιμετωπίσουμε τις δυσκολίες είναι με το να επικεντρωνόμαστε στο εδώ και τώρα μιας και αυτό που είναι πραγματικό από την άποψη του χρόνου, είναι πάντα το παρόν. Δεν μπορούμε να ξαναζήσουμε  το παρελθόν μας, ούτε μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για το μέλλον. Το μέλλον είναι ζωντανό στο παρόν. Το μέλλον δεν είναι κάποιο μέρος προς το οποίο πορευόμαστε είναι κάτι που εμείς δημιουργούμε.

Ένας χωρισμός σημαίνει ότι πρέπει να παραιτηθούμε όχι μόνο από το παρόν με αυτόν τον άνθρωπο αλλά και από το μέλλον που είχαμε ονειρευτεί. Τις περισσότερες φορές προσπαθούμε σε σημείο εξάντλησης να διορθώσουμε ή να αποκαταστήσουμε τη σχέση μας μαζί του. Μας φαντάζει δύσκολο, χρονοβόρο και ψυχοφθόρο να ακούσουμε πως θα ξαναβρούμε τον εαυτό μας όταν μας συγχωρήσουμε που αφεθήκαμε και εμπιστευτήκαμε έναν άλλον άνθρωπο, πως πρέπει να πενθήσουμε κάποιον που είχαμε αγαπήσει και εκείνος δεν φέρθηκε όπως θα θέλαμε. Μας είναι πολύ επίπονο να πρέπει να κηδέψουμε το μέλλον μας με τον συγκεκριμένο άνθρωπο.

H αποφασιστική αντιμετώπιση της πραγματικότητας, όσο και αν μας πονάει, αποβαίνει σχεδόν πάντοτε πιο ωφέλιμη από οποιαδήποτε εναλλακτική επιλογή.

Είμαι σίγουρη πως έχεις και την αποφασιστικότητα και το σθένος για να τα καταφέρεις.

 

Ο μεγάλος θυμός

ο μεγάλος θυμός

“Καλησπέρα. Συχνά “μπλέκομαι”σε φανταστικούς καβγάδες που αφορμη μπορούν να έχουν ένα απλό περιστατικό στον δρόμο,η στην δουλειά η οπουδήποτε αλλού. Όταν βρεθώ μόνος, φτάνω σε σημείο να θέλω να κάνω κακό σε αυτόν που μου δημιούργησε την ένταση. Να φαντάζομαι δηλαδή ότι ξεκινάμε μια συμπλοκή-συχνα με πολύ βίαιο τρόπο-και όλα αυτά, επειδή μπορεί όλα να ξεκίνησαν από μια απλή λεκτική διαμάχη κατά την οδήγηση για παράδειγμα. Η οπουδήποτε αλλού. Το φαινόμενο αυτό είναι εντονότερο όταν νιώσω ότι με προσέβαλαν και δεν αντέδρασα όπως έπρεπε. Ουσιαστικά ξεσπάω όταν είμαι μόνος. Μιλάω μόνος,βρίζω και χειρονομω. Μου έχουν περάσει πολλά από το μυαλό. Κάποιες φορές σκέφτηκα ότι είμαι πέραν του δέοντος ευθικτος με ο,τι αυτό συνεπάγεται. Κάτι άλλο που υποθέτω,είναι ότι είναι ένας τρόπος να εκτονωνω το έντονο στρες που νιώθω τα τελευταία χρόνια. Οπου και να οφείλεται,το μόνο σίγουρο είναι ότι εχει αρχίσει να γίνεται βασανιστικό και καθημερινο. Και για αυτό σας γράφω. Σας ευχαριστώ”

Οι πλέον συνηθισμένοι τρόποι έκφρασης του θυμού είναι δυο. Ο ένας είναι να κάνουμε σαν να μην έχει συμβεί τίποτα. Να μη δείχνουμε καθόλου θυμωμένοι και ο άλλος είναι η καθαρή ή η καλυμμένη επιθετικότητα. Κάποιοι φωνάζουν, χειροδικούν, εκτοξεύουν πράγματα, βρίζουν, απειλούν. Άλλοι χρησιμοποιούν ειρωνεία, χιούμορ ή παθητικοεπιθετικά σχόλια, άλλοι τερματίζουν απότομα σχέσεις γιατί φοβούνται τη σύγκρουση και άλλοι γίνονται απόμακροι, σιωπηλοί, ψυχροί ή θλιμένοι ώστε να μπορέσουν να διατηρήσουν τη συγκρότηση του εαυτού τους. Σε όλες αυτές τις συμπεριφορές υπάρχει κάτι κοινό. Ο φόβος ή οι ενοχές για το θυμό και το μπέρδεμα γύρω απ’αυτόν.

Ο θυμός είναι το πιο παρεξηγημένο, ενοχοποιημένο και το συναίσθημα που ανεχόμαστε λιγότερο απ’όλα. Έχει την εικόνα κάτι του μεγάλου και ανεξέλεγκτου, που εάν το αφήσουμε ελεύθερο θα καταστρέψει τα πάντα. Κάτι που το κάνει ακόμα πιο μπερδεμένο είναι τα αντιφατικά μηνύματα που παίρνουμε από παιδιά.  Μαθαίνουμε ότι δεν είναι αποδεκτό να θυμώνουμε, αλλά από την άλλη μεριά βιώνουμε την οργή ή τον θυμό από τους ενήλικους, είτε άμεσα είτε με την έμμεση μορφή της παγερής αποδοκιμασίας.

Ας φανταστούμε λοιπόν τι συμβαίνει εάν ένα παιδί στην προσπάθειά του να εκφράσει ένα συναίσθημα θυμού προς το γονιό έχει να αντιμετωπίσει αποδοκιμασία ή απόρριψη ή κάτι που θα βιώσει ως απώλεια αγάπης. Αρχίζει και καταγράφεται ως εμπειρία ότι η έκφραση του θυμού προκαλεί κινδύνους -ή να το πω πιο απλά, η “χασούρα” είναι μεγαλύτερη απ’το “κέρδος”-. Όμως ο θυμός είναι σχεδόν αναπόφευκτος και έτσι έρχεται η στιγμή που πρέπει να πάρει μερικές αποφάσεις για το τι να κάνει όταν τον νιώθει. Συνήθως αποφασίζει να σπρώξει το συναίσθημα προς το κάτω, να το κρατήσει μέσα του. Δεν είναι τυχαίο που τις περισσότερες φορές κάτω απ’τη θλίψη βρίσκεται θυμός που δεν έχει εκφραστεί και έχει αναστραφεί. Έτσι ξεκινάει η παρέμβαση στην υγιή ανάπτυξη. Ο οργανισμός όμως επιδιώκει συνεχώς να φτάσει σε ομοιόσταση με το να εκφράζονται τα συναισθήματα για να μπορέσει να επιτευχθεί μια αίσθηση ικανοποίησης, ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει την επόμενη ανάγκη του, συνεχίζοντας έτσι τον αέναο κύκλο της ανάπτυξής του. Η έκφραση του συναισθήματος θα γίνει με ή χωρίς τη συνεργασία της επίγνωσής μας.

Ο θυμός θα εκτονωθεί. Το παιδί -και αργότερα ως ενήλικας- μπορεί να αναστρέψει το θυμό του. Θα κάνει στον εαυτό του αυτό που θα ήθελε να κάνει στους άλλους.  Μπορεί να αυτοτραυματίζεται, να ξεριζώνει τούφες απ’τα μαλλιά του, να συσφίξει τους μυς προκαλώντας πονοκεφάλους κλπ. Κάποιος άλλος μπορεί να ανακλά το θυμό του χωρίς να εκφράζει το γνήσιο συναίσθημα σε καμία περίπτωση. Μετά από ένα διάστημα ξεχνά ακόμη και ποιο ήταν. Όμως, η ενέργεια παραμένει και πρέπει να εκφραστεί. Γίνεται σωματικά επιθετικό και νιώθει καλά αλλά όχι για πολύ. Δοκιμάζει ξανά προσπαθώντας να αναδημιουργήσει την καλή αίσθηση. Υπάρχουν και παιδιά που θα εκφραστούν σωματικά είτε με επεισόδια νυχτερινής ενούρησης είτε με τη συγκράτηση των κενώσεων. Αρκετά συνηθισμένο είναι και το να προβάλλουμε το θυμό μας σε άλλους και να φανταζόμαστε πως οι άλλοι είναι θυμωμένοι μαζί μας.  Ο θυμός είναι το πιο δύσκολο συναίσθημα που χρειάζεται να εκφράσει ένα παιδί. Μπορεί να βρει τον τρόπο για να εκφράσει άλλα συναισθήματα όπως φόβο ή χαρά αφού αυτά τα ανέχονται εύκολα οι γονείς και η κουλτούρα μας.  Έτσι, μεγαλώνει αντιμετωπίζοντας το θυμό ως κάτι κακό.

Τα καλά νέα είναι ότι οι άνθρωποι έχουμε τη δυνατότητα να ξεμάθουμε και να ξαναμάθουμε σχεδόν τα πάντα. Για τον τρόπο που εκφράζω το θυμό μου χωρίς να κακοποιώ ούτε εμένα ούτε τους άλλους, είμαι σίγουρη πως όλοι μπορούμε μιας και ως ενήλικοι έχουμε επιλογές.

Έχω την επιλογή να πω στον άλλον «όταν συμπεριφέρθηκες ή μου μίλησες μ’αυτόν τον τρόπο κλπ, εγώ θύμωσα και χρειάζομαι απόσταση ή να ακούσω συγγνώμη ή θέλω να το συζητήσουμε» Μοιράζεσαι το συναίσθημά σου και αυτό είναι σημαντικό γιατί έτσι όχι μόνο τοποθετείσαι σε μια σχέση, αλλά συμπεριλαμβάνεις και τον άλλον. Το να έχω θυμώσει μαζί σου και να μη στο λέω, δεν έχει καθόλου το «μαζί», είμαστε και οι δυο μόνοι μας. Όταν ρωτάω τους ανθρώπους «τι πιστεύεις πως θα συμβεί εάν πεις στον άλλον πως θύμωσες;» Η απάντηση είναι πάντα η ίδια. «Φοβάμαι πως η σχέση θα διαλυθεί». Αυτός ο φόβος είναι η καταγεγραμμένη εμπειρία που περιέγραψα παραπάνω. Εάν συνεχιστεί ο παλιός τρόπος, είναι βέβαιο πως η σχέση θα καταστραφεί. Ξέρω πως ακούγεται δύσκολο γι’αυτό πάντα προτείνω στην αρχή να το κάνουν με ανθρώπους και σε σχέσεις που αισθάνονται ασφαλείς. Με κάποιο καλό φίλο, ίσως αδέρφια, τον θεραπευτή τους. Βοηθάει επίσης να είναι απόλυτα ξεκάθαρο πως ο θυμός είναι απλά ένα συναίσθημα όπως τα υπόλοιπα, δεν έχει να κάνει με επιθετικότητα δηλαδή για συμπεριφορά.

Μου αναφέρεις επίσης πως ίσως να είναι και ένας τρόπος για να εκτονώνεις το έντονο στρες που βιώνεις. Πάλι θα πω πως θα σε βοηθήσει να βρεις καινούργιους τρόπους για να εκτονώσεις το στρες. Δεν ξέρω εάν όλα τα παραπάνω σε βοήθησαν, όμως αυτό που έχω να σου πω με βεβαιότητα είναι πως τα πάντα μαθαίνονται.

Αγαπητή Ψ- “ζηλεύω”

wp-1591022085740.jpg

“Έχω αρχίσει και ζηλεύω τη σύντροφό μου. πριν λίγες μέρες είχε αφήσει ανοιχτό το λάπτοπ της και είδα κατά λάθος κάτι μηνύματα με τον πρώην της (δεν έψαξα, εκείνη την ώρα είχε πεταχτεί κάπου έξω).  Δεν της είπα τίποτα αλλά μετά από αυτό έχω μπει στο τρυπάκι και παρατηρώ συνέχεια τη διαδικτυακή της συμπεριφορά και κάποια πράγματα με ενοχλούν. Έκανα μια συζήτηση η οποία κατέληξε σε τσακωμό. μου είπε πως θέλω να την ελέγχω, πως είμαι νευρωσικός και πως αυτά τα κάνουν όσοι έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση. Εγώ αυτό που θέλω είναι αυτό που προσφέρω. Σταθερότητα, εμπιστοσύνη, ειλικρίνεια. Για να πω την αλήθεια για μένα η ζήλια είναι ένδειξη ενδιαφέροντος. Θέλω να  να σταματήσει αυτό που κάνει αλλά όχι επειδή το λέω εγώ”

Δεν έχω να πω κάτι καινούργιο για τη ζήλια και είμαι σίγουρη πως τα περισσότερα τα ξέρεις. Όπως για παράδειγμα πως είναι σημαντικό να την απενοχοποιήσουμε και να τη δούμε απλά ως ένα συναίσθημα. Γενικά, βοηθάει να αποδεχόμαστε όλα μας τα συναισθήματα –ακόμα κ εκείνα που μας ενοχλούν – να τους δίνουμε χώρο και όχι να προσπαθούμε να τα «ξεφορτωθούμε». Δεν υπάρχει τίποτα απολύτως στραβό με τα συναισθήματά μας, όταν αυτά εκφράζονται με έναν υγιή και λειτουργικό τρόπο.

Ξέρεις, η αβεβαιότητα είναι ένας περιορισμός κάθε σχέσης και καλό θα ήταν να το αποδεχθούμε όλοι μας, όχι μόνο εσύ. Το να προσπαθούμε να ελέγξουμε τον άλλον έχει κούραση και είναι μάταιο. Γι’αυτό είναι πολύ χρήσιμο να εξετάζουμε τα πιστεύω και τις προσδοκίες για τις σχέσεις μας γενικότερα. Κάποιες φορές, η ζήλια μπορεί να πυροδοτείται ακριβώς απ’αυτά τα πιστεύω. Πεποιθήσεις τύπου «ο/η σύντροφός μου δεν πρέπει να έλκεται από άλλους» ή «τι δουλειά έχει να μιλάει με τον/την πρώην του» δεν είναι και τόσο υποστηρικτικές. Φυσικά και έχεις κάθε δικαίωμα να το πιστεύεις όμως αναρωτιέμαι εάν στο τώρα, υπάρχει και κάποιος άλλος τρόπος να νοηματοδοτείς αυτά που σου συμβαίνουν. Να δεις τις επιλογές σου.

Θα ήθελα να σου πω και άλλα δυο πράγματα που είμαι σίγουρη πως θα τα έχεις σκεφτεί και εσύ. Πολλές φορές η ζήλια μπορεί να είναι προβολή. Για παράδειγμα, εάν εγώ είμαι άπιστη, αποδίδω αυτή τη συμπεριφορά στον άλλο γιατί δεν μπορώ να αποδεχτώ πως είμαι άπιστη  και τελικά να πιστεύω ότι είναι ο άλλος άπιστος. Δεν εννοώ πως προβάλεις κάτι στη σύντροφό σου. Όμως είναι κάτι που συμβαίνει γενικά γι’αυτό και το αναφέρω.

Το άλλο που θέλω να σου πω είναι το πόσο σημαντικό είναι να ζητάμε από εκεί που μπορούν να μας δώσουν. Εάν έχω ανάγκη από σταθερότητα, γιατί να τη ζητάω από κάποιον που πιστεύω πως είναι ασταθής;

 

“Η χειρότερη μητέρα του κόσμου”

wp-1589308464774.jpg

 

“Έχω μια κόρη 37 χρονών που μεγάλωσα σχεδόν μόνη μου μιας και με τον πατέρα της δεν είχαμε και την καλύτερη σχέση. Πιστεύω πως έχω υπάρξει καλή μητέρα και έκανα το καλύτερο που μπορούσα. Δηλαδή πολλά πράγματα που ήθελα να κάνω δεν τα έκανα γιατί έβαζα σε προτεραιότητα εκείνη και την ευημερία της. Είχαμε πάντα μια δύσκολη σχέση από την άποψη πως δεν ήταν ευχαριστημένη και γενικά ήταν πολύ αυστηρή μαζί μου. (σχολίαζε αρνητικά το οτιδήποτε έκανα, τσακωνόταν μαζί μου συνέχεια, τέτοια). Πριν λίγο καιρό κυριολεκτικά με κατηγόρησε για την προσωπική της ζωή. Τις επιλογές της σε συντρόφους ακόμα και για την ατολμία που δείχνει στη δουλειά της. Μου μίλαγε σα να ήμουν η χειρότερη μητέρα του κόσμου. Τσακωθήκαμε πάρα πολύ και πλέον δεν μιλάμε. έχω βαρεθεί να με κατηγορεί συνέχεια και δεν σκοπεύω να σηκώσω εγώ το τηλέφωνο να την ρωτήσω εάν είναι καλά. Βρίσκω πολύ άδικο αυτό που γίνεται και από την άλλη δεν θέλω και να μη μιλάω με το παιδί μου. Είναι σαν να μην μου αναγνωρίζει τίποτα. Να πω πως έχει ξεκινήσει ψυχοθεραπεία τους τελευταίους μήνες και πιστεύω πως και αυτό έπαιξε αρνητικό ρόλο. Μπορείς να μου πεις τι θα μπορούσα να κάνω;”

Μου περιγράφεις μια κατάσταση που μοιάζει οδυνηρή για σένα. Μια κατάσταση που απαιτεί υπομονή, αποδοχή, ωριμότητα, συμπόνια -για την κόρη σου σίγουρα- αλλά και για τον εαυτό σου. Η ανατροφή ενός παιδιού δεν συνοδεύεται με οδηγίες χρήσης και υπάρχουν πολλοί λόγοι που τα πράγματα στις ζωές των ανθρώπων δεν έρχονται όπως θα ήθελαν. Μπορεί κάποιος να είναι στοργικός και υποστηρικτικός γονιός και το παιδί να έχει πρόβλημα με ναρκωτικά. Μπορεί οι γονείς να είχαν υγιή σχέση μεταξύ τους και το παιδί αργότερα να επιλέξει έναν ακατάλληλο σύντροφο. Επίσης, μπορεί κάποιος γονιός να κάνει πολλά λάθη -όπως οι περισσότεροι- και το παιδί να έχει εξαιρετική εξέλιξη.

Αυτό φυσικά δεν σημαίνει πως δεν υπάρχει συσχέτιση μεταξύ του πώς μεγαλώνει ένα παιδί και του πώς αισθάνεται ως ενήλικας. Αυτά τα δυο σχετίζονται και μάλιστα πολύ. Όπως επίσης υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που παίζουν ρόλο -ιδιοσυγκρασία του παιδιού, ακόμα και το πόσο ταιριάζει ένας γονιός με το παιδί του- γι’αυτό και πολλές φορές βλέπουμε αδέρφια που μεγαλώνουν στο ίδιο σπίτι με τον ίδιο τρόπο να είναι πολύ διαφορετικά μεταξύ τους.

Φαντάζομαι πως αγαπάς την κόρη σου και πως είχες και έχεις τις καλύτερες προθέσεις. Φαντάζομαι επίσης ότι σε δυσκολεύει να καταλάβεις τη δική της πλευρά και να ακούσεις τα παράπονά της γιατί, εσύ εξάλλου, προσπάθησες όσο το δυνατό περισσότερο. Φαντάζομαι ότι θα σκέφτεσαι, “ναι δεν ήμουν τέλεια, αλλά ποιος είναι;”. Το να κατηγορεί ένας άνθρωπος  τη μητέρα του ότι φταίει για όσα συμβαίνουν στην ενήλικη ζωή του, μπορεί να κάνει έναν γονιό να νιώσει απογοήτευση, θυμό, στεναχώρια και να μπει σε άμυνα. Κάτω από την απογοήτευση και τον θυμό μπορεί να υπάρχει ντροπή, ενοχή: “είναι πλέον αρκετά μεγάλη για να αναλάβει την ευθύνη της ζωής της, δεν είναι πλέον δική μου η ευθύνη αλλά, μήπως όντως έτσι έγιναν τα πράγματα; μήπως έχει δίκιο τελικά;

Ένας τρόπος για να διαχειριστείς αυτά τα συναισθήματα είναι να τα απορρίψεις εντελώς, να μην αναγνωρίσεις καθόλου τα παράπονά της, κάτι που πιθανότατα θα την εξαγριώσει και σίγουρα δεν θα καλυτερεύσει τη μεταξύ σας σχέση. Ένας άλλος τρόπος θα ήταν να δοκίμαζες να αφήσεις λίγο στην άκρη τις ενοχές και την αυτοκατηγορία και να είσαι λίγο πιο συμπονετική με τον εαυτό σου, όχι για να σε δικαιολογήσεις, αλλά για να σε δεις πιο προσεκτικά, με έναν τρόπο ευγενικό, έτσι ώστε να μπορείς να σκεφτείς με ανοιχτό μυαλό γιατί η κόρη σου είναι τόσο θυμωμένη μαζί σου, παρόλο που έκανες το καλύτερο που μπορούσες. Όταν αποδεχθείς και συμπονέσεις εσύ η ίδια τον εαυτό σου -γνωρίζοντας ότι παρά τις παραλείψεις, έκανες το καλύτερο που μπορούσες- τόσο περισσότερο θα συμπονέσεις και θα καταλάβεις και την κόρη σου -γνωρίζοντας ότι παρόλα αυτά, για εκείνη δεν ήταν αρκετά-. Συχνά, υπάρχει ένα κενό ανάμεσα στις προθέσεις του γονιού και στο βίωμα του παιδιού και αυτό που μπορεί να φαίνεται ασήμαντο σε σένα να ήταν αρκετά οδυνηρό για εκείνη.

Με τον τρόπο αυτό ίσως να υπάρξει ανακωχή αφού και οι δυο είστε σε σύγκρουση για να κερδίσετε τη μάχη ποια είναι υπεύθυνη για την τρέχουσα κατάσταση της κόρης σου. Εκείνη, μπήκε στη μάχη με το σύνθημα “δεν θα είμαι ευτυχισμένη, μαμά, μέχρι να αναγνωρίσεις το ρόλο που έπαιξες” εννοώντας “θα αλλάξω τον τρόπο μου εάν αλλάξεις και εσύ τον δικό σου”. Εσύ, μπήκες στη μάχη λέγοντας “Δεν θα αναγνωρίσω τον ρόλο μου στο τραύμα σου μέχρι να μεγαλώσεις και να πάρεις εσύ την ευθύνη της ζωής σου”, εννοώντας “δεν θα αλλάξω τον τρόπο μου εάν δεν αλλάξεις τον δικό σου”. Έτσι λοιπόν, εκείνη δεν θα αλλάξει μέχρι να της δώσεις αυτό που θέλει -να την ακούσεις και να την δικαιώσεις- και εσύ δεν θα αλλάξεις μέχρι να σου δώσει αυτό που θές -να ξεχάσει όσα έγιναν-.

Θα έλεγα να κάνεις το πρώτο βήμα. Ή μάλλον για να είμαι ακριβής, το δεύτερο γιατί το πρώτο το έχει κάνει εκείνη με το να μπει σε ψυχοθεραπεία. Αυτό δεν θα σημαίνει πως είσαι “λάθος” και εκείνη “σωστή”. Σημαίνει πως αυτή η μάχη δεν εξυπηρετεί καμία από τις δυο και πως είναι καιρός να τελειώσει. Σ’αυτό το βήμα δεν χρειάζεται να δικαιολογήσεις τις επιλογές σου ή να υπερασπίσεις τον εαυτό σου. Μπορείς να αρκεστείς για παράδειγμα σε κάτι όπως “λυπάμαι που οι επιλογές μου είχαν τόσο σοβαρό και μεγάλο αντίκτυπο σε σένα. Το τελευταίο πράγμα που ήθελα να κάνω ήταν να σε πληγώσω και να νιώθεις έτσι όπως νιώθεις τώρα.” Προσπάθησε εάν μπορείς να ακούσεις τι έχει να πει χωρίς να διακόψεις και χωρίς να εξηγήσεις ακόμα και αν διαφωνείς ή αν θυμάσαι διαφορετικά τα πράγματα. Μπορεί να είναι οδυνηρό για μια μητέρα να ακούει πόσο έχει απογοητεύσει το παιδί της, αλλά είναι ακόμα πιο οδυνηρό για το παιδί όταν αρνούνται την εμπειρία του. Η κόρη σου κάποια στιγμή θα  βρει διαφορετικό στόχο για τα τρέχοντα προβλήματά της.

Θέλω να σου πω κάτι τελευταίο από τα “παρασκήνια”. Όχι τόσο ως ψυχοθεραπεύτρια αλλά ως θεραπευόμενη που στο παρελθόν κάθησα πολλά χρόνια στον καναπέ.  Στη θεραπεία μας προσπαθούμε πολύ να κλείσουμε τους ανοιχτούς μας λογαριασμούς και με τους γονείς μας και είναι μια δύσκολη και κάτι φορές επίπονη διαδικασία. Στην αρχή πειραματιζόμαστε σε ασφαλές μέρος, στο γραφείο του ψυχοθεραπευτή μας μέχρι να αποφασίσουμε να μιλήσουμε για όλα όσα μας είχαν στο παρελθόν πληγώσει. Όμως, επειδή είναι ένας καινούργιος τρόπος επικοινωνίας, πολλές φορές αυτή η προσέγγιση γίνεται με τρόπο επιθετικό, ακατέργαστο και άγαρμπο. Κάνε λίγη υπομονή.