Το δίλημμα του σκαντζόχοιρου

hedgehogs
Λένε, ότι η οικειότητα γεννά περιφρόνηση και ενώ φράσεις αυτού του ύφους πολλές φορές γίνονται στερεότυπες, η συγκεκριμένη, υποστηρίζεται από την καθημερινή εμπειρία εάν σκεφτούμε τις δυσκολίες που περνάνε οι φιλικές, οι επαγγελματικές, οι οικογενειακές και οι ερωτικές σχέσεις. Στην αρχή μιας σχέσης, συνήθως, κυριαρχούν συναισθήματα αγάπης, στοργής, έλξης, ο ενθουσιαμός και η ανάλαφρη διάθεση.  Όπως είναι φυσικό, αυτή η στάση έχει σαν αποτέλεσμα την επιλεκτική προσοχή των χαρακτηριστικών και συμπεριφορών του άλλου.  Επιλέγουμε να βλέπουμε τη φωτεινή πλευρά όμως, η καθημερινή επαφή κάποιες φορές καταστρέφει το μαγευτικό αυτό τοπίο.  Αρχίζουμε και γνωριζόμαστε καλύτερα και κάποια χαρακτηριστικά που προηγουμένως μας γοήτευαν, τώρα μας απογοητεύουν. Γρήγορα, έρχεται και η απομυθοποίηση.

Στο άρθρο τους “Less is more: The Lure of Ambiguity, or why Familiarity Breeds Contempt” οι Norton, Frost and Ariely (2007) ισχυρίστηκαν ότι όντως η οικειότητα γεννά περιφρόνηση, αμφισβητώντας την αντίληψη ότι όσο περισσότερο γνωρίζουμε έναν άνθρωπο, τόσο περισσότερο τον συμπαθούμε. Σε μια σειρά πειραμάτων που έλαβαν χώρα τόσο σε online dating ιστοσελίδα όσο και στο ΜΙΤ, η έρευνά τους έδειξε ότι όσο περισσότερες πληροφορίες αποκτούμε σχετικά με τους άλλους, τόσο μικρότερη είναι και η προτίμηση.

Έτσι, η ασάφεια -η οποία στην έρευνα ορίστηκε ως έλλειψη πληροφοριών- έχει περισσότερες πιθανότητες να μας κάνει να συμπαθήσουμε κάποιον, γιατί έχουμε την τάση να μας αρέσουν άνθρωποι που υποθέτουμε ότι έχουν χαρακτηριστικά παρόμοια με τα δικά μας. Δηλαδή προβάλουμε στους άλλους χαρακτηριστικά που δεν έχουν.  Αυτό που οδηγεί τη σύνδεση μεταξύ γνώσης και αντιπάθειας, είναι η έλλειψη ομοιότητας.

Οι περισσότεροι συμμετέχοντες οι οποίοι γνώριζαν χαρακτηριστικά ενός άλλου, βρήκαν διαφορές με τον εαυτό τους και έτσι, από τη στιγμή που αντιλήφθησαν την αναμοιότητα, επηρεάστηκαν αρνητικά και επηρεάστηκε η άποψή τους ακόμα και για χαρακτηριστικά τα οποία πριν θα έβρισκαν ουδέτερα.

Οι περισσότεροι θέλουμε και έχουμε ανάγκη από αγάπη και κοντινότητα.  Ο φόβος, όμως, είναι εξίσου ισχυρή δύναμη και ανταγωνίζεται αυτή μας την ανάγκη. Παρόλο που οι ανάγκες μένουν ακάλυπτες όταν δεν ερχόμαστε κοντά, μπορεί να νιώθουμε μεγαλύτερη ασφάλεια όταν δεν το κάνουμε. Με τον τρόπο αυτό, δεν διακινδυνεύουμε την αβεβαιότητα που προκύπτει από τη στενή συναισθηματική σχέση με έναν άλλον άνθρωπο. Δεν διακινδυνεύουμε να πρέπει να δείξουμε ότι είμαστε αυτό που είμαστε, κάτι που περικλείει τη συναισθηματική ειλικρίνεια, αλλά και την πιθανή απόρριψη των συναισθημάτων μας. Δεν διακινδυνεύουμε την εγκατάλειψή μας από τους άλλους. Δεν βιώνουμε την αμηχανία που συνεπάγεται η αρχή μιας σχέσης που για πολλούς είναι πραγματικά αφόρητη.

Όταν δεν πλησιάζουμε στενά κάποιους ανθρώπους, ξέρουμε τι να περιμένουμε: τίποτα.
Η στενή επαφή-η οικειότητα έχουν συχνά ως συνέπεια την αίσθηση της απώλειας του ελέγχου. Η οικειότητα θέτει σε δοκιμασία τους βαθύτερους φόβους μας για το ποιοι είμαστε και για το εάν είναι αποδεκτό να είμαστε ο εαυτός μας, για το ποιοί είναι οι άλλοι και εάν είναι αποδεκτό να είναι εκείνοι αυτό που είναι. Απαιτείται ειλικρίνεια, αυθορμητισμός, εμπιστοσύνη, αποδοχή του εαυτού μας και αποδοχή των άλλων.

Η προσέγγιση μπορεί να μας προκαλεί φόβο αλλά δεν είναι και απαραίτητο να είναι έτσι.  Μπορούμε να είμαστε ο πραγματικός μας εαυτός όταν είμαστε με άλλους ανθρώπους και αξίζει να το διακινδυνεύουμε. Μπορούμε να εμπιστευτούμε τον εαυτό μας και έχουμε τη δυνατότητα να αντεπεξέλθουμε στην αμηχανία που υπάρχει στο ξεκίνημα μιας σχέσης, έστω και αν στην αρχή το κάνουμε όπως οι σκαντζόχοιροι. Προσεκτικά.

ΥΓ: Το δίλημμα του ακανθόχοιρου πρωτοεμφανίζεται στο έργο του Schopenhauer
‘Parerga und Paralipomena’ και το 1921 στο ‘Group Psychology and the Analysis of the Ego’ του Freud.  Μια ομάδα σκαντζόχοιρων στην προσπάθειά τους να έρθουν κοντά για να ζεσταθούν μια χειμωνιάτικη μέρα, έπρεπε να καταβάλουν προσπάθεια για να βρουν την ισορροπία έτσι ώστε και να πάρουν τη ζεστασιά αλλά και να μην τραυματιστούν μεταξύ τους με τα αιχμηρά τους αγκάθια.  Πρόκειται για μια αναλογία των προκλήσεων που προκαλεί η ανθρώπινη οικειότητα και το τι μπορεί να συμβεί κατά τη διαδικασία της δημιουργίας μιας σχέσης.Όσο πιο κοντά έρχονται δυο άνθρωποι μεταξύ τους, τόσο πιο πιθανό είναι να πληγωθούν. Όμως, αν παραμείνουν χώρια, θα συνεχίσουν να έχουν τον πόνο της μοναξιάς
.

 

Μονόπλευρες σχέσεις

wp-1590057863831.png
Οι μονόπλευρες σχέσεις μπορούν να υπάρξουν σε οποιοδήποτε πλαίσιο, όχι μόνο στις ερωτικές. Μια τέτοια σχέση καλλιεργεί μια άνιση δυναμική που μπορεί να είναι αρκετά επώδυνη και τοξική.  Είναι καλό να θυμόμαστε πως οι υγιείς σχέσεις είναι αμφίδρομες. Ενδεικτικά, κάποιες συμπεριφορές μονόπλευρης σχέσης είναι όταν:

  • παίρνετε πρώτοι την πρωτοβουλία για επικοινωνία
  • παίρνετε πρώτοι την πρωτοβουλία για να έρθετε με τον άλλον πιο κοντά
  • απολογείστε συνεχώς
  • αλλάζετε μόνο το δικό σας πρόγραμμα έτσι ώστε να συμβαδίζει με το πρόγραμμα του άλλου
  • οι προσπάθειές σας δεν έχουν ανταπόκριση
  • συχνά προσπαθείτε να δικαιολογήσετε την πληγωτική συμπεριφορά του άλλου (έχει πολλή δουλειά, πολλά στο μυαλό του, περνάει δύσκολα κλπ)
  • ζείτε συνέχεια με το φόβο και την αγωνία πως θα φύγει
  • οι στόχοι της/του έχουν γίνει δικοί σας
  • το επίκεντρο της σχέσης είναι οι ανάγκες του άλλου, για τις δικές σας δεν υπάρχει χώρος
  • συχνά άλλες προτεραιότητες είναι πιο πάνω από εσάς (δουλειά, χόμπυ, φίλοι)
  • συμπεριλαμβάνετε και τον άλλον όταν κάνετε σχέδια για το μέλλον, ενώ ο άλλος δεν κάνει το ίδιο και για εσάς

Ενδείξεις ότι η ψυχοθεραπεία έχει αποτέλεσμα

wp-1589362080149.png

  • πλησιάζεις στον πυρήνα των θεμάτων σου και μπορείς και τα ονομάζεις χωρίς να φοβάσαι
  • αρχίζεις και έχεις επίγνωση τι “πυροδοτεί” το θέμα σου και έτσι μπορείς να προφυλάσσεις καλύτερα τον εαυτό σου
  • αντιμετωπίζεις αυτά που συμβαίνουν αντί να τα αποφεύγεις και νιώθεις χαρούμενος που τα καταφέρνεις
  • αποκτάς περισσότερα “εργαλεία” και δεξιότητες για να αντεπεξέρχεσαι στην καθημερινότητά σου και νιώθεις πιο δυνατός
  • κρίνεις λιγότερο τον εαυτό σου αλλά και τους άλλους και γενικά ασχολείσαι περισσότερο με τη δική σου ζωή
  • παίρνεις αποφάσεις για τον εαυτό σου χωρίς να ρωτάς τη γνώμη των άλλων και νιώθεις ελεύθερος
  • έχεις μάθεις καινούργιους, αποτελεσματικότερους τρόπους επικοινωνίας και χαίρεσαι όταν τους χρησιμοποιείς
  • νιώθεις πιο σίγουρος για τον εαυτό σου και αισθάνεσαι πως ότι και αν συμβεί θα βρεις τρόπο να το αντιμετωπίσεις
  • μπορείς να διαχωρίζεις, να ονομάζεις και να εκφράζεις τα συναισθήματά σου
  • έχεις μάθει να διαχειρίζεσαι τη δυσφορία σου με νέους τρόπους, πιο υποστηρικτικούς για σένα
  • τα συμπτώματα έχουν υποχωρήσει αρκετά και έχεις μάθει να φροντίζεις τον εαυτό σου

Το να ζούμε καλά είναι κάτι που μαθαίνεται

wp-1589140959499.png

Το να μη γνωρίζουμε κάποια πράγματα -που ίσως έπρεπε να μας τα είχαν μάθει οι γονείς μας- δεν είναι λόγος να συνεχίζουμε να έχουμε άγνοια καθώς δεν μας βοηθάει και δεν μας εξελίσσει να το χρησιμοποιούμε ως επιχείρημα, ειδικά από μια ηλικία και μετά.  Στο σήμερα, ως ενήλικες, έχουμε την επιλογή να μάθουμε όσα θέλουμε διαβάζοντας, ακούγοντας  διαφορετικές απόψεις, να “κρατάμε” αυτά που μας ταιριάζουν και να “πετάμε” αυτά που δεν θέλουμε. Αν αναπτύξουμε την περιέργειά μας, το ανήσυχο πνεύμα μας και επιδιώξουμε τη συναναστροφή με ανθρώπους που συμπεριφέρονται με υγιείς τρόπους και κοινή λογική, σίγουρα θα μάθουμε πολλά. Μπορούμε να πάρουμε στήριξη από διάφορες πηγές. Από κάποιον μέντορα, ένα πρόσωπο που θεωρούμε πρότυπο, από κάποιον μεγαλύτερο που εκτιμάμε και εμπιστευόμαστε, από έναν ψυχοθεραπευτή. Μπορούμε να μάθουμε πράγματα όπως πώς να είμαστε σε υγιείς και ισότιμες σχέσεις, να αποδεχόμαστε όλα μας τα συναισθήματα, να μάθουμε να φροντίζουμε τον εαυτό μας, να διεκδικούμε αυτό που θέλουμε, να αντιμετωπίζουμε τα προβλήματα με υγιή και υποστηρικτικό προς εμάς τρόπο.  Το να ζούμε καλά είναι κάτι που μαθαίνεται.

Ζήτα και θα σου δοθεί

ζητα
Σε μια εποχή όπου το “κάντο μόνος σου” προωθείται όλο και περισσότερο -εάν πάτε σ’ένα βιβλιοπωλείο στο τμήμα με τα βιβλία αυτοβοήθειας θα βρείτε τα πάντα- ίσως φαίνεται περίεργο να προτείνονται αποτελεσματικοί τρόποι να ζητάμε και να παίρνουμε βοήθεια.

Γιατί είναι τόσο δύσκολο να ζητήσουμε βοήθεια; Γιατί φοβόμαστε. Φοβόμαστε μήπως υπερβούμε τα όρια μιας φιλίας, μήπως φανούμε ανόητοι, ανίκανοι, μήπως αποκαλύψουμε τις αδυναμίες μας και κινδυνέψει η εικόνα μας.  Υπάρχει ο φόβος για το τι θα ζητήσει ο άλλος για αντάλλαγμα και αν θα μετατοπιστεί η ισορροπία εξουσίας της σχέσης.  Κυρίως όμως δεν ζητάμε γιατί φοβόμαστε πως θα ακούσουμε όχι. Λέμε όχι στον εαυτό μας πριν το κάνει κάποιος άλλος. Στερούμε όχι μόνο από εμάς αλλά και την ευκαιρία σ’εκείνους που θα ήθελαν να βοηθήσουν.

Έτσι, έχοντας όλες αυτές τις πεποιθήσεις για το τι θα σημαίνει εάν ζητήσω βοήθεια, οι περισσότεροι όχι μόνο δεν ξέρουν τον τρόπο να ζητήσουν αλλά όταν αποφασίσουν να το κάνουν, χρησιμοποιούν ενοχές, εξαναγκασμό ακόμα και εκβιασμό. Ζητούν τον οίκτο όταν απλά θέλουν βοήθεια.

Είναι σημαντικό να ξέρετε από ποιον ζητάτε και να είστε σαφείς και συγκεκριμένοι. Ζητήστε από κάποιον που μπορεί να βοηθήσει και μπορεί να σας δώσει αυτό που έχετε ανάγκη. Αυτό ισχύει σε όλους τους τομείς. Δεν γίνεται να περιμένω βοήθεια από κάποιον που ο ίδιος δεν είναι σε θέση να βοηθήσει τον εαυτό του και μάλιστα να θυμώνω ή να απογοητεύομαι εάν δεν το κάνει. Εάν δυσκολεύεστε να ζητάτε ξεκινήστε να το κάνετε με ανθρώπους που δεν υπάρχει περίπτωση να πουν όχι. Ζητήστε κάτι πολύ απλό και πειραματιστείτε με τον τρόπο που ζητάτε. Ήταν πολύ δύσκολο; τι ήταν αυτό που σας δυσκόλεψε περισσότερο; πώς νιώσατε όταν σας είπαν “ναι”; Κάντε μια λίστα με όλα τα  πράγματα -απ’το πιο σημαντικό μέχρι το πιο ασήμαντο- που για να τα κάνετε χρειάζεστε βοήθεια. Δίπλα στο καθένα γράψτε με ποιο τρόπο σταματάτε τον εαυτό σας απ’το να μη ζητήσει βοήθεια, τι χάνετε εάν δεν ζητήσετε και τι θα κερδίσετε εάν το κάνετε.

Να είστε συγκεκριμένοι. Είναι φοβερά βοηθητικό και πολλές φορές ανακουφιστικό για τον άλλον. Όσο πιο συγκεκριμένοι, τόσο καλύτερα.  Μη θεωρείτε δεδομένο πως θα ακούσετε όχι αλλά να θυμάστε πως κάποιοι θα πουν ναι και κάποιοι όχι.  Πάρτε το ρίσκο και ζητήστε αυτό που έχετε ανάγκη και θέλετε. Εάν πουν όχι, δεν θα είστε σε χειρότερη θέση από πριν και εάν πουν ναι, θα είστε σε καλύτερη. Καλό θα ήταν να αποδέχεστε το “όχι” ως απάντηση σ’αυτό που ζητάτε και όχι ως απόρριψη γι’αυτό που είστε. Εξάλλου, πιστεύω πως η απόρριψη είναι ένας μύθος απ’την άποψη πως είναι μια έννοια που ο καθένας τη νοηματοδοτεί ανάλογα με την ιστορία του και επιλέγει εάν θα έχει θετικό ή αρνητικό πρόσημο. Γενικά, προσέξτε λίγο τα προσωπικά σας αφηγήματα -ειδικά εάν έχετε επιλέξει να τα κάνετε σημαία και να πορεύεστε σε όλη σας τη ζωή μ’αυτά- φροντίστε τουλάχιστον να είναι υποστηρικτικά.

Το να ζητάτε, δεν σας υποτιμά με κανέναν τρόπο. Σας επιτρέπει να προχωρήσετε, να κάνετε πράγματα με μεγαλύτερη ευκολία και να προετοιμαστείτε καλύτερα για τις επόμενες προκλήσεις.

 

Πέντε πιθανοί λόγοι που μας δυσκολεύουν να ζητήσουμε συγγνώμη

 

wp-1588250287027.png

  1. Νομίζουμε πως επειδή κάναμε κάτι κακό είμαστε κακοί άνθρωποι. Το ονομάζουμε και γνωστική ασυμφωνία.*  Kάποιοι δυσκολεύονται να διαχωρίσουν τις πράξεις από τον χαρακτήρα.  Αν έκαναν κάτι που έβλαψε κάποιον, θα σημαίνει πως είναι κακοί άνθρωποι. Αν παραμέλησαν να κάνουν κάτι τότε θα σημαίνει πως είναι εγωιστές και αδιάφοροι. Αν έκαναν απλά λάθος, τότε μάλλον θα είναι ανίδεοι ή χαζοί. Για να μπορέσουν να επιλύσουν ή να ανταπεξέλθουν σε αυτή την γνωστική ασυμφωνία, αρνούνται το λάθος τους και εμμένουν στην άποψή τους γιατί νιώθουν να απειλείται η ταυτότητά τους και η αυτοεκτίμησή τους.
  2. Η συγγνώμη ανοίγει την πόρτα στη ντροπή και την ενοχή. Η ενοχή μας κάνει να αισθανόμαστε άσχημα για τις πράξεις μας, με τη ντροπή αισθανόμαστε άσχημα για τον εαυτό μας. Η ντροπή για τους περισσότερους είναι πιο δύσκολα διαχειρίσιμη από την ενοχή.
  3. Η αποδοχή του λάθους θα ανοίξει την πόρτα και σε επόμενες συγκρούσεις και δριμύ κατηγορώ.  Ενώ οι περισσότεροι θεωρούμε τη συγγνώμη όχι μόνο ως ευκαιρία επίλυσης συγκρούσεων αλλά και ως ευκαιρία να έρθουμε με τον αλλον πιο κοντά, εκείνοι που δεν ζητούν συγγνώμη φοβούνται πως η συγγνώμη θα δημιουργήσει “δεδικασμένο” σε περαιτέρω κατηγορίες και συγκρούσεις. Μόλις παραδεχτούν το λάθος, πιστεύουν πως ο απέναντι θα βρει την ευκαιρία να φέρει στη συζήτηση όλες τις φορές που αρνήθηκαν να ζητήσουν συγγνώμη.
  4. Φοβούνται ότι αν απολογηθούν θα σημαίνει πως αναλαμβάνουν όλη την ευθύνη και θα απαλλάξουν τον άλλον από την ευθύνη που του αναλογεί.
  5. Πιθανόν να είναι πιο εύκολο να μένουν στο θυμό και να κρατάνε απόσταση από το να νιώθουν ευάλωτοι όταν έρχονται πιο κοντά με τον άλλον. Νιώθουν πως έτσι διατηρούν τον έλεγχο στα συναισθήματά τους και άρα είναι πιο δυνατοί. (βλ. το παρακάτω λινκ)

Μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα εδώ: https://onlinelibrary.wiley.com/doi/abs/10.1002/ejsp.1901

*Η θεωρία της γνωστικής ασυμφωνίας διατυπώθηκε από τον Leon Festinger τη δεκαετία του 50 όταν μελετούσε μια μικρή θρησκευτική ομάδα η οποία πίστευε ότι ένας ιπτάμενος δίσκος θα έσωζε τα μέλη της από μια αποκάλυψη που θα γινόταν τα επόμενα χρόνια. Δημοσίευσε τα ευρήματά του γράφοντας πως η ομάδα -αφού δεν συνέβη κάτι τέτοιο- υποστήριξε πιο έντονα την πίστη της και ισχυρίστηκε πως ο Θεός είχε απλώς αποφασίσει να σώσει τα μέλη, αντιμετωπίζοντας τη δική τους γνωστική ασυμφωνία με την προσκόλληση σε μια δικαιολογία.

Στη χώρα του Πάνα

 

UMH_C_PanicAnxiety@2x
Ο Πάνας ήταν Θεός που συνήθιζε να επισκέπτεται ανθρώπους  στο μεσημεριανό κυρίως ύπνο και να τους προκαλεί πανικό. Μάλιστα οι Αθηναίοι, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης  προς  το πρόσωπό του -μιας και  τον θεώρησαν σημαντικό συντελεστή στη νίκη τους κατά των Περσών, αφού με τις άγριες κραυγές του έσπειρε τον πανικό – ίδρυσαν ένα ιερό σε μια σπηλιά βορειοδυτικά της Ακρόπολης . Γι’ αυτό και η λέξη πανικός λένε πως ετυμολογείται από τον Πάνα.

Σήμερα, δεν πιστεύουμε στον Πάνα. Ωστόσο, μεγάλος αριθμός του πληθυσμού ταλαιπωρείται από φοβίες και κρίσεις πανικού που όσοι τις βιώνουν νιώθουν παράλυση, ακινητοποίηση και μια κατάσταση μη αναστρέψιμη. “Θα μείνω για πάντα έτσι” είναι μια πολύ συχνή φράση και η αλήθεια είναι πως όταν συμβαίνουν τέτοια επεισόδια υπάρχει όχι μόνο υπερβολική κινητικότητα στη σκέψη -εκτός απ’το σώμα- αλλά σκέψη και αισθήσεις είναι διαστρεβλωμένες.

Τα σωματικά συμπτώματα που αισθάνεται όταν κάποιος παθαίνει τέτοιες κρίσεις είναι τόσο πραγματικά και μοιάζουν τόσο με αυτά των σοβαρών ασθενειών που σκέφτεται πως έχει κάτι παρόμοιο και πως θα πεθάνει. Πολύ γρήγορα τα συμπτώματα κορυφώνονται και στη συνέχεια σιγά σιγά σβήνουν, όμως, έχουν αφήσει τον άνθρωπο στραγγισμένο από ενέργεια, ανήσυχο, τρομαγμένο και εύχεται όταν του ξανασυμβεί να μην είναι κάπου έξω με κόσμο.

Οι περισσότεροι το θεωρούν ως ένδειξη αδυναμίας και το πρώτο λάθος που κάνουν είναι να γκουγκλάρουν τα συμπτώματα. Οι καλές περιπτώσεις πηγαίνουν σε γιατρό και αφού κάνουν μια σειρά εξετάσεων και δουν πως δεν είναι κάτι παθολογικό αλλά η ταλαιπωρία συνεχίζεται επισκέπτονται τον ψυχοθεραπευτή.

Είναι φανερά κουρασμένοι, απογοητευμένοι και φοβισμένοι και θέλουν γρήγορα αποτελέσματα. Στις κρίσεις πανικού το πρώτο που εξηγούμε είναι πως τα σήματα που μας δίνει το σώμα μας δεν είναι απειλή αλλά προστασία. Μαθαίνουμε στον άνθρωπο που ταλαιπωρείται τη σημασία της αναπνοής και πόσο σημαντικό και υποστηρικτικό είναι να στεκόμαστε λίγο και να παίρνουμε μερικές ήρεμες αναπνοές που θα μας χαλαρώσουν και θα μας βοηθήσουν να είμαστε στο “εδώ’ και “τώρα”.

Αντικαθιστούμε το «τι έπαθα τώρα, γιατί το έπαθα τώρα αυτό;» με το «είμαι αγχωμένος, ζαλίζομαι, έχω ταχυκαρδία, τι χρειάζομαι; Χρειάζομαι να πάρω μερικές αναπνοές, να καθίσω λίγο ή να ξεκουραστώ» Μ’αυτό τον τρόπο μαθαίνει σιγά σιγά  να μην κολλάει στο ερέθισμα και να αναγνωρίζει τις ανάγκες του. Η ελαφριά άσκηση βοηθάει αρκετά και με τις καινούργιες συνδέσεις που έχουν γίνει ο άνθρωπος ξέρει πλέον πως αυτό που του συμβαίνει δεν είναι ένδειξη αδυναμίας ούτε πρέπει να ντρέπεται για αυτό. Όταν τους ξανασυμβεί το αντιμετωπίζουν διαφορετικά. Καταλαβαίνουν την άποψη πως ως ένα βαθμό, το άγχος μας κινητοποιεί, μας προετοιμάζει για κάποιες δύσκολες καταστάσεις και κάποιες φορές όταν το άγχος είναι ανύπαρκτο ή πολύ χαμηλό, μπορεί να επηρεαστεί και η απόδοσή μας.

Όταν μάθει κάποιος να αυτουποστηρίζεται, ίσως μετά είναι έτοιμος να ακούσει και να δουλέψει και άλλα θέματα καθώς κάποιες φορές τα συμπτώματα κρατάνε ζωντανό ένα θέμα για να λυθεί ένας παλιός ανοιχτός λογαριασμός.

 

 

Ο Σίσυφος μένει σπίτι

sisyphus

Τι θα συνέβαινε εάν τελικά ο Σίσυφος κατάφερνε να ισορροπήσει τον βράχο και να τον φτάσει στην κορυφή; Θα σήμαινε το τέλος της προσπάθειας; το τέλος της εξέλιξης; Εάν εγκατέλειπε τον αγώνα τι θα σήμαινε; Εάν θέλαμε να κατανοήσουμε τη ζωή μας με σισύφειους όρους θα μπορούσαμε να μην απογοητευόμαστε από τις αλλεπάλληλες ματαιώσεις των προσπαθειών μας -αφού θα αναγνωρίζαμε τους περιορισμούς- και θα ήμασταν χαρούμενοι για τις εφήμερες επιτυχίες μας, έχοντας έτσι τη δυνατότητα να επαναπροσδιορίσουμε τις φιλοδοξίες μας χωρίς να χαλαρώνουμε τις προσπάθειές μας. Δηλαδή, να μένουμε στο “εδώ” και “τώρα”.

Βλέποντας τη γελοιογραφία θυμήθηκα αυτό που λέμε πολύ συχνά οι ψ. Όταν ανεβαίνεις το βουνό πρέπει να σταθείς για λίγο, να ξεκουραστείς, να πάρεις δυνάμεις, αλλά κυρίως, για να δεις τη θέα και να σου πεις “κοίτα πόσο καλά τα έχεις καταφέρει”.  Μετά θα μπορείς να συνεχίσεις για να φτάσεις στην κορυφή.

Τα συναισθήματα δεν είναι γεγονότα

IMG_20200318_124510

Ευγενική υπενθύμιση:
Τα συναισθήματα δεν είναι γεγονότα. Επειδή μπορεί να νιώθουμε κάτι δεν σημαίνει πως αυτό είναι και η πραγματικότητα. π.χ. Είμαι ανίκανος-ανίκανη να αντιμετωπίσω όλο αυτό που συμβαίνει. Είναι πολύ μεγάλο για μένα.

Τα συναισθήματά μας αντικατοπτρίζουν τον εσωτερικό μας κόσμο και φυσικά, το ζητούμενο είναι να τα αναγνωρίζουμε, να τα κατανοούμε, να τα αποδεχόμαστε και να είμαστε σε επαφή με αυτά. Ωστόσο, πρέπει να  θυμόμαστε δυο πράγματα:

α) ότι τα συναισθήματα δεν είναι πάντα ισοδύναμα με τα πραγματικά γεγονότα αλλά τις περισσότερες φορές πυροδοτούνται από παλαιότερες εμπειρίες, γεγονότα, τραύματα, παρεξηγήσεις, ανασφάλειες.

β) Οι σκέψεις μας καθορίζουν τα συναισθήματά μας και εν τέλει τη δράση μας, τη συμπεριφορά μας. Ένα γεγονός δεν αλλάζει, αλλά ο τρόπος που το ερμηνεύω, το νόημα που του δίνω, οι σκέψεις που κάνω θα καθορίσουν το συναίσθημά μου και τη δράση μου-τη συμπεριφορά μου. Σε τρία πράγματα έχουμε έλεγχο και αυτό ισχύει για όλους τους ανθρώπους: στις σκέψεις μας, στις εικόνες που φτιάχνουμε στο μυαλό μας και στη συμπεριφορά μας.

 

Τα “ναι” και τα “όχι” του άγχους

IMG_20200317_123933.png

Ίσως να έχετε και οι ίδιοι διαπιστώσει πως η στήριξη σε κάποιον αρκετά αγχώδη άνθρωπο χρειάζεται ιδιαίτερο χειρισμό. Μπορεί να έχετε τις καλύτερες προθέσεις και να πιστεύετε πως αυτό που λέτε βοηθάει, ενώ στην πραγματικότητα προκαλεί μεγαλύτερη δυσαρέσκεια.

Στην αριστερή στήλη της φωτογραφίας είναι οι τέσσερις φράσεις που καλό είναι να αποφεύγουμε να λέμε αν θέλουμε να είμαστε υποστηρικτικοί και καθησυχαστικοί και στη δεξιά ένας εναλλακτικός τρόπος.

Έτσι λοιπόν, αποφεύγουμε τα εξής:

  • Ηρέμησε-μην αγχώνεσαι
  • Δεν χρειάζεται να ανησυχείς
  • Εγώ να δεις πόσα προβλήματα έχω ή η αλλαγή θέματος
  • Μην ενθαρρύνετε μια συμπεριφορά που μπορεί να ανακουφίζει προσωρινά το άγχος

Αντί να πείτε “μην αγχώνεσαι” προσπαθήστε να κάνετε ανοιχτές ερωτήσεις γιατί έτσι θα βοηθήσει τον άλλον να σταθεί και να σκεφτεί τις απαντήσεις του, να “περπατήσει” μέσα από τα γεγονότα και να έρθει σε επαφή με τις πηγές στήριξης που έχει. Μια ανοιχτή ερώτηση μπορεί να είναι “Τι είναι αυτό που σε άγχει περισσότερο από την όλη κατάσταση;” Θα δείτε πως με ανοιχτές ερωτήσεις το άγχος θα πέφτει γιατί όχι μόνο θα ενεργοποιείται η επίλυση προβλημάτων αλλά και ο άλλος θα καταλαβαίνει το ενδιαφέρον σας.

“Δεν χρειάζεται να ανησυχείς” “όλα θα πάνε καλά” “κάποια στιγμή θα τα θυμόμαστε όλα αυτά και θα γελάμε” Καμία από αυτές τις φράσεις δεν είναι βοηθητικές. Οι άνθρωποι που αγχώνονται βιώνουν το πρόβλημά τους ως κάτι πολύ σοβαρό και μεγάλο και μάλιστα αισθάνονται άσχημα γι’αυτό. Επίσης, πώς ξέρετε ότι όλα θα πάνε καλά;

Σκεφτείτε λίγο να ήσασταν εσείς αγχωμένοι και ενώ είχατε μεγάλη ανάγκη να μιλήσετε, σας απαντούσε κάποιος: “εγώ να δεις πόσα προβλήματα έχω” ή ακόμα χειρότερα άλλαζε θέμα. Φαντάζομαι θα θυμώνατε, θα απογοητευόσασταν και θα κλεινόσασταν στον εαυτό σας ακόμα περισσότερο. Όταν κάποιος κοντινός σας περνάει δύσκολα αφιερώστε λίγο χρόνο να τον ακούσετε χωρίς να τον διακόψετε και χωρίς να τον κρίνετε. Επιβεβαιώστε τον. Πείτε του πως έχει δίκιο να ανησυχεί και πως είναι φυσιολογικό. Πως η κατάσταση δεν θα μείνει ίδια για πάντα και θυμήστε του τις πηγές στήριξης  που έχει.

Πολλές φορές βρίσκουμε τρόπους για να ανακουφίζουμε το άγχος μας με συμπεριφορές που στην πραγματικότητα και προσωρινές είναι και μακροπρόθεσμα δεν είναι τόσο βοηθητικές, όπως π.χ. η υπερβολική χρήση αλκοόλ ή άλλες ουσίες ή οι άσκοπες βόλτες.

Είναι εφικτό και να είμαστε συναισθηματικά υποστηρικτικοί και να ενθαρρύνουμε υγιείς συμπεριφορές. Το “μυστικό” είναι να ανταποκρινόμαστε με ευγένεια, ενσυναίσθηση, ανοιχτές ερωτήσεις και κρατώντας τον άλλον υπεύθυνο με τρόπο μαλακό και σταθερό.