Let’s Get Loud

Εάν ψάχνετε να δείτε κάτι για να περάσει ευχάριστα η ώρα ή απλά σας αρέσει η JLo μπορείτε να δείτε αυτό το σύντομο ντοκιμαντέρ που επικεντρώνεται στο 2019, όπου έκλεισε τα 50, και που εκείνη την αναφέρει ως τη χρονιά όπου όλα για όσα είχε δουλέψει μέχρι τότε, άρχισαν να συμβαίνουν. 

“Όλη μου τη ζωή πάλευα να ακουστώ, να με δουν και να με πάρουν στα σοβαρά” είναι το πρώτο που λέει για εκείνη. Αφού είδα το ντοκιμαντέρ διάβασα από περιέργεια κάποια άρθρα περισσότερο για να δω εάν αυτά που σκέφτηκα και ένιωσα συμπίπτουν με τις απόψεις άλλων.  Εάν και οι κριτικές σε καμία περίπτωση δεν ήταν ωμά φτηνές, έκανα στο μυαλό μου την εικόνα των δημοσιογράφων όταν έγραφαν τα σύντομα άρθρα που διάβασα: stiff upper lip ή ανεβασμένο φρύδι. “Γιατί κάποια σαν την Jennifer να τοποθετείται πολιτικά; γιατί επέλεξε να το κάνει τη στιγμή του super bowl; ένα δυναμικό σύμβολο του Χόλιγουντ με μια εμπνευσμένη ιστορία. Είναι αυτός ο λόγος για να παρακολουθήσετε το ντοκιμαντέρ; Εξαρτάται, από το αν είχε κερδίσει την αγάπη σας από την αρχή”. 

Προσωπικά, δυο πράγματα κρατάω από το ντοκιμαντέρ. Το ένα είναι αυτό που σκέφτηκα.

Ανεξάρτητα από το πόσο προσπαθούμε να χαρτογραφήσουμε την πορεία μας, πάντα θα εμφανίζονται μπροστά μας εμπόδια. Πολλές φορές τα εμπόδια θα είναι οι αποδοκιμασίες των άλλων, η κριτική τους, τα φτηνά κακεντρεχή τους σχόλια που θα αφορούν κυρίως την εμφάνισή μας, όποια δουλειά και αν κάνουμε. Οι άλλοι πάντα θα λένε και θα σκέφτονται διάφορα. Αυτά που επιλέγουν να σχολιάσουν και ο τρόπος που το κάνουν, περισσότερα λένε για εκείνους, παρά για εμάς.  Εμείς θα αποφασίσουμε αν θα μείνουμε καθηλωμένοι ή θα βρούμε έναν τρόπο να συνεχίσουμε να προχωράμε με σκληρή δουλειά αλλά και με το να μη νοιαζόμαστε για το τι σκέφτονται και με το να μάθουμε να αγνοούμε αυτά που δεν μπορούμε να ελέγξουμε, δηλαδή τις συμπεριφορές των άλλων. 

Το δεύτερο είναι αυτό που ένιωσα. Αυτό που είδα εγώ είναι έναν άνθρωπο να παλεύει ακόμα να βγάλει την ταμπέλα που της είχαν βάλει ως παιδί: όχι της τραγουδίστριας και όχι της έξυπνης.

Ο φόβος της εγκατάλειψης

Εάν το μότο μας είναι “φεύγω προτού με αφήσουν” το πιθανότερο είναι να μείνουμε για πάντα μόνοι.

Οι περισσότεροι θέλουμε και έχουμε ανάγκη από αγάπη και κοντινότητα.  Ο φόβος, όμως, είναι εξίσου ισχυρή δύναμη και ανταγωνίζεται αυτή μας την ανάγκη. Παρόλο που οι ανάγκες μένουν ακάλυπτες όταν δεν ερχόμαστε κοντά, μπορεί να νιώθουμε μεγαλύτερη ασφάλεια όταν δεν το κάνουμε. Με τον τρόπο αυτό, δεν διακινδυνεύουμε την αβεβαιότητα που προκύπτει από τη στενή συναισθηματική σχέση με έναν άλλον άνθρωπο. Δεν διακινδυνεύουμε να πρέπει να δείξουμε ότι είμαστε αυτό που είμαστε, κάτι που περικλείει τη συναισθηματική ειλικρίνεια, αλλά και την πιθανή απόρριψη των συναισθημάτων μας. Δεν διακινδυνεύουμε την εγκατάλειψή μας από τους άλλους. Δεν βιώνουμε την αμηχανία που συνεπάγεται η αρχή μιας σχέσης που για πολλούς είναι πραγματικά αφόρητη.

Όταν δεν πλησιάζουμε στενά κάποιους ανθρώπους, ξέρουμε τι να περιμένουμε: τίποτα.
Η στενή επαφή-η οικειότητα έχουν συχνά ως συνέπεια την αίσθηση της απώλειας του ελέγχου. Η οικειότητα θέτει σε δοκιμασία τους βαθύτερους φόβους μας για το ποιοι είμαστε και για το εάν είναι αποδεκτό να είμαστε ο εαυτός μας, για το ποιοί είναι οι άλλοι και εάν είναι αποδεκτό να είναι εκείνοι αυτό που είναι. Απαιτείται ειλικρίνεια, αυθορμητισμός, εμπιστοσύνη, αποδοχή του εαυτού μας και αποδοχή των άλλων.

Όρια – Μέρος Στ

Πράγματα που μπορεί να συμβούν όταν αποφεύγουμε να βάζουμε όρια: Υπερκόπωση

Υπερκόπωση παθαίνουμε όταν εξαντλουμαστε συναισθηματικά, διανοητικά και σωματικά. Αρκετές φορές μπορεί να καταλήξει σε χρόνια απογοήτευση με τον εαυτό μας και τους άλλους, σε συχνές εναλλαγές διάθεσης, στη λήψη λανθασμένων αποφάσεων, σε τάσεις φυγής. Η υπερκόπωση οφείλεται και στη δυσκολία οριοθέτησης, όπως π.χ.

– Δεν γνωρίζουμε πότε να λέμε όχι. (εάν εμπίπτετε σ’αυτή την κατηγορία, ο πιο εύκολος τρόπος για να καταλάβετε πως έχει έρθει η στιγμή να πείτε “όχι” είναι να αρχίσετε να σας παρατηρείτε. εάν θυμώνετε ή πιέζεστε κάθε φορά που σας ζητάνε κάτι, να σας ακούσετε)
– Δεν ξέρουμε τον τρόπο να πούμε όχι (μπορείτε να δείτε προηγούμενες αναρτήσεις που γράφουμε ενδεικτικούς τρόπους να λέμε όχι. Επίσης, να θυμάστε πως είναι κάτι που μαθαίνεται.)
– Όταν βάζουμε τις ανάγκες των άλλων πάνω από τις δικές μας. (Δεν υπάρχει περίπτωση να μην βρίσκουμε έστω και πέντε λεπτά μέσα στην ημέρα να κάνουμε κάτι πουι θα μας βοηθήσει να αποφορτιστούμε)
– Όταν θέλουμε πάντα να ευχαριστούμε τους άλλους (κάντε στον εαυτό σας την ερώτηση “γιατί μου είναι τόσο σημαντικό να ευχαριστώ συνέχεια τους άλλους;”)
– Όταν πιστεύουμε πως μπορούμε να κάνουμε τα πάντα (εδώ παίζουν τεράστιο ρόλο τα κοινωνικά δίκτυα. ποτέ μη μπαίνετε σε σύγκριση με άλλους ανθρώπους. δεν έχει κανένα νόημα. ακόμα και αν δεχτούμε πως υπάρχουν άνθρωποι ‘υπερήρωες’ εμείς βλέπουμε το αποτέλεσμα, όχι τη διαδικασία-τι συνεπάγεται όλη αυτή η εικόνα)
– Όταν έχουμε μη ρεαλιστικές προσδοκίες (δεν μπορούμε να κάνουμε τα πάντα μόνοι μας. ζητάτε βοήθεια, αναθέστε και σε άλλους πράγματα)
– Όταν δεν αναγνωρίζονται -πρώτα από εμάς- όλα αυτά που κάνουμε (ξεκινήστε από τα βασικά. πείτε και ένα μπράβο στον εαυτό σας)

Άλλες συμπεριφορές ή καταστάσεις που οδηγούν στην εξάντληση και έχουν να κάνουν με τη δυσκολία οριοθέτησης μπορεί να είναι όταν επιτρέπουμε στους άλλους να παραπονιούνται συνέχεια για τα ίδια πράγματα. Όταν κάνουμε πράγματα που δεν μας δίνουν χαρά. Όταν προσπαθούμε να ελέγξουμε καταστάσεις που δεν μπορούμε. Όταν δίνουμε χρόνο και συμβουλές σε ανθρώπους που μας θεωρούν δεδομένους.

Ενδείξεις που δείχνουν πως είμαστε αυστηροί με τον εαυτό μας

Γινόμαστε επικριτικοί με τον εαυτό μας και μάλιστα με τρόπο αυστηρό και άκαμπτο που δεν θα είχαμε ποτέ με κάποιον άλλο. Σαν να πρέπει να είμαστε σκληροί με εμάς και λιγότερο ανεκτικοί με τα ελαττώματα και τα συναισθήματά μας, πιστεύοντας πως αυτή η αυτοκριτική είναι δικαιολογημένη. Πιο χαρακτηριστικές ενδείξεις για το πότε γινόμαστε σκληροί με εμάς είναι

-όταν μας κατηγορούμε συνέχεια για λάθη που έχουν ή είχαν μηδαμινές συνέπειες
-όταν συνεχίζουμε να είμαστε επικριτικοί ακόμα και εάν έχουμε διορθώσει κάποιο λάθος που έχουμε κάνει
-όταν η φροντίδα και η κάλυψη των αναγκών μας έρχεται πάντα τελευταία στη λίστα με τις προτεραιότητές μας
-όταν κάποιος μας συμπεριφέρεται άσχημα πιστεύουμε πως εμείς έχουμε κάνει κάτι λάθος
-αισθανόμαστε ότι δεν έχουμε καταφέρει τίποτα, δυσκολευόμαστε να δούμε την αξία μας, παρόλο που ως επί το πλείστον έχουμε χτίσει μια πολύ συγκροτημένη ζωή
-βλέπουμε, κατανοούμε και δικαιολογούμε τα λάθη των άλλων αλλά όχι τα δικά μας

Ας θυμόμαστε πως τα συναισθήματα δεν είναι γεγονότα. Επειδή μπορεί να νιώθουμε κάτι δεν σημαίνει πως αυτό είναι και η πραγματικότητα. Τα συναισθήματά μας αντικατοπτρίζουν τον εσωτερικό μας κόσμο και φυσικά, το ζητούμενο είναι να τα αναγνωρίζουμε, να τα κατανοούμε, να τα αποδεχόμαστε και να είμαστε σε επαφή με αυτά. Ωστόσο, πρέπει να θυμόμαστε δυο πράγματα:

α) ότι τα συναισθήματα δεν είναι πάντα ισοδύναμα με τα πραγματικά γεγονότα αλλά τις περισσότερες φορές πυροδοτούνται από παλαιότερες εμπειρίες, γεγονότα, τραύματα, παρεξηγήσεις, ανασφάλειες.
β) Οι σκέψεις μας καθορίζουν τα συναισθήματά μας και εν τέλει τη δράση μας, τη συμπεριφορά μας. Ένα γεγονός δεν αλλάζει, αλλά ο τρόπος που το ερμηνεύω, το νόημα που του δίνω, οι σκέψεις που κάνω θα καθορίσουν το συναίσθημά μου και τη δράση μου-τη συμπεριφορά μου. Σε τρία πράγματα έχουμε έλεγχο και αυτό ισχύει για όλους τους ανθρώπους: στις σκέψεις μας, στις εικόνες που φτιάχνουμε στο μυαλό μας και στη συμπεριφορά μας.

Όρια – Μέρος Ε

Τις περισσότερες φορές που θα αρχίσουμε να οριοθετούμαστε οι άλλοι με κάποιον από τους παρακάτω πιο συνηθισμένους τρόπους θα απαντούν.

– Με το να αντιδρούν. Η αντίδραση μπορεί να σημαίνει κάτι του τύπου “Δεν νομίζω πως μπορώ να το κάνω αυτό” ή “Δεν το βρίσκω δίκαιο”. Ένας σχετικά εύκολος τρόπος να απαντάμε σε μια τέτοια αντίδραση θα μπορούσε να είναι “Το ακούω ότι σε δυσκολεύει/δεν σου αρέσει ο καινούργιος μου τρόπος, αλλά και για μένα είναι σημαντικό να αισθάνομαι ασφαλής στις σχέσεις μου. Τα όρια είναι ένας από τους τρόπους που θα με βοηθήσουν να το κάνω”.

– Με το να δοκιμάζουν κατά πόσο το εννοούμε αυτό που λέμε. Αυτή τη συμπεριφορά -το να δοκιμάζουν τα όριά μας- συνήθως την έχουν τα παιδιά αλλά και αρκετοί ενήλικοι. Το ακούνε αυτό που έχουμε πει, αλλά θέλουν να επιβεβαιώσουν κατά πόσο είμαστε σταθεροί σ’αυτό. Όταν έχουμε ήδη πει όχι σε κάτι που μας έχουν ζητήσει, προσπαθούν να το διαπραγματευτούν. π.χ. “Θα επανέλθω την επόμενη εβδομάδα μήπως τότε μπορέσεις να με βοηθήσεις.” Σε μια τέτοια περίπτωση το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να είμαστε σταθεροί.

– Με αδιαφορία. Με το να συνεχίζουν να έχουν την ίδια συμπεριφορά με πριν. Είναι σαν να μην έχουν ακούσει τίποτα από αυτά που έχουμε πει. Πάλι, αυτό που έχουμε να κάνουμε είναι να επαναλάβουμε το όριο και να είμαστε σταθεροί και συνεπείς σ’αυτά που έχουμε επικοινωνήσει.

– Με αμφισβήτηση. Σε αυτή την περίπτωση ο άλλος θα αρχίσει τις ερωτήσεις. “γιατί αποφάσισες να το κάνεις τώρα αυτό; παλιά δεν ήσουν έτσι”. Σε τέτοιες περιπτώσεις συνήθως μπαίνουμε στη διαδικασία να εξηγούμε και να προσπαθούμε να δώσουμε απαντήσεις σε ερωτήσεις που ούτε νόημα έχουν και κυρίως δεν είμαστε υποχρεωμένοι. Η απάντηση είναι “γιατί άλλαξα γνώμη”. Δεν έχουμε κανένα λόγο να μπαίνουμε σε διαπραγμάτευση για κάτι τέτοιο.

– Με εξαφάνιση. Αντί να εκφράσουν τη δυσαρέσκειά τους λεκτικά το δείχνουν με αυτή τη συμπεριφορά. Δεν απαντάνε στα μηνύματα ή στις κλήσεις μας, ακυρώνουν σχέδια, διατηρούν την επαφή με τους κοινούς φίλους χωρίς να μας συμπεριλαμβάνουν. Η απάντηση σε μια τέτοια συμπεριφορά είναι να στείλουμε ένα μήνυμα με το να περιγράφουμε ακριβώς αυτό που παρατηρούμε. Τις περισσότερες φορές θα απαντήσουν γιατί οι άνθρωποι δεν θέλουμε να δείχνουμε ενοχλημένοι όταν είμαστε. Στο μήνυμα που θα στείλουμε θα πούμε -μιλώντας πάντα στο πρώτο πρόσωπο- πώς αισθανόμαστε με αυτή τη συμπεριφορά. Εκεί πρέπει να επιμείνουμε. Στο πώς εμείς αισθανόμαστε με αυτή τη συμπεριφορά. Εάν δεν πάρουμε καμία απάντηση, τότε καλό θα είναι να θυμόμαστε πως η συμπεριφορά τους δεν έχει να κάνει με εμάς αλλά με εκείνους και το πώς ερμήνευσαν το γεγονός.

– Με αποδοχή. Εκεί φαίνεται και μια υγιής, λειτουργική, σημαντική και για τους δυο σχέση. Η πιο συνηθισμένη απάντηση σε αυτή την περίπτωση είναι “Σ ευχαριστώ που μου το λες. δεν ήξερα πως για σένα είναι έτσι.”

Όρια – Μέρος Δ

Η αλήθεια είναι πως το να οριοθετούμαστε δεν είναι τόσο εύκολο όσο ακούγεται καθώς ο φόβος για το πώς μπορεί να αντιδράσει ο άλλος μπορεί να μας κάνει να το ξανασκεφτούμε. Συνήθως κάνουμε φανταστικούς διαλόγους οι οποίοι πάντα καταλήγουν με τη διάλυση της σχέσης και αυτό μας είναι αρκετά αποτρεπτικό. Βέβαια, το τίμημα γι’ αυτή τη βραχυπρόθεσμη δυσφορία που θα αισθανθούμε για χάρη μιας μακροπρόθεσμα υγιούς σχέσης, είναι πολύ μικρό. Κάθε φορά που θα αποφασίσουμε να οριοθετηθούμε τα βήματα για να το πετύχουμε είναι δυο. Η επικοινωνία και η δράση.

Η επικοινωνία των αναγκών μας είναι το πρώτο βήμα. Οι άλλοι δεν μπορούν να υποθέσουν με ακρίβεια τα όριά μας με βάση τη γλώσσα του σώματός μας ή τις ανείπωτες προσδοκίες μας. Όταν λέμε καθαρά τι περιμένουμε, δεν υπάρχει χώρος παρερμηνείας. π.χ. “Όταν έχουμε μια διαφωνία, θα ήθελα ο τόνος της φωνής σου να είναι πιο χαμηλός γιατί απομακρύνομαι/φοβάμαι/δεν θέλω (ή οτιδήποτε αισθάνεται ο καθένας) και αν αυτό σε δυσκολεύει θα ήθελα να σταματάμε και να συνεχίζουμε τη συζήτηση αργότερα. Όταν αισθάνομαι άβολα με τον τόνο της φωνής θα στο λέω”.

“Είναι πολύ σημαντικό για μένα να υπάρχει συνέπεια όταν έχουμε κανονίσει να κάνουμε κάτι μαζί. Εάν κάτι συμβεί και πρέπει να ακυρώσεις, σε παρακαλώ στείλε μου ένα μήνυμα λίγες ώρες πριν”.

Το επόμενο που θα χρειαστεί να κάνουμε είναι η δράση. Οι άνθρωποι καταλαβαίνουμε τη συμπεριφορά, όχι τα λόγια. Αυτό που επικοινωνούμε καλό θα είναι να συνάδει με τη συμπεριφορά μας. Παρόλο που μπορεί να έχουμε πει κάτι με σαφήνεια, εάν η άλλη πλευρά δεν το έχει ακούσει, θα βοηθήσει και η δράση. Στο παραπάνω παράδειγμα με την ακύρωση του ραντεβού, αν ξανασυμβεί, θα πρέπει να ενημερώσετε πως δεν μπορείτε να ανταποκριθείτε επειδή δεν ενημερωθήκατε νωρίτερα. πχ. “Θα ήθελα πολύ να βρεθούμε, αλλά τελευταία στιγμή δεν μπορώ να προσαρμόσω το πρόγραμμά μου. Ας κανονίσουμε μια ώρα για την επόμενη εβδομάδα.”

Το να είμαστε πρώτα εμείς συνεπείς με τα όριά μας μέσω της δράσης-συμπεριφοράς, είναι ο μόνος τρόπος για να καταλάβει ο απέναντι ότι είμαστε σοβαροί, κάτι που θα βοηθήσει και εκείνους να σεβαστούν τα όριά μας.

Πολλοί πιστεύουμε πως από τη στιγμή που επικοινωνήσαμε το όριο, οι άλλοι θα το σεβαστούν. Οπότε δεν είμαστε σταθεροί και συνεπείς σ’αυτό που έχουμε πει.

Αυτή η ασυνέπεια στη συμπεριφορά μας είναι σαν να προσκαλούμε τους άλλους να συνεχίζουν να μην μας ακούνε και να μην μας βλέπουν. Το να σέβονται τα όριά μας είναι δική μας ευθύνη και όχι του άλλου.

Όρια – Μέρος Γ

Τις περισσότερες φορές προσπαθούμε να οριοθετηθούμε με τρεις τρόπους: με τον χαλαρό ή διαπερατό, με τον άκαμπτο ή τον “υγιή”.

Τα διαπερατά όρια είναι αδύναμα ή δεν εκφράζονται με καθαρό τρόπο και έχουν ως αποτέλεσμα να υπερβάλλουμε εαυτόν, να εξαντλούμαστε, να αισθανόμαστε αρκετά συχνά άγχος και θυμό με τον εαυτό μας και τους άλλους.

Μερικές ενδείξεις αυτού του τρόπου οριοθέτησης είναι όταν μοιραζόμαστε υπερβολικά χωρίς να κρατάμε κάτι για εμάς, έχουμε μια τάση να κάνουμε σχέσεις εξάρτησης, δυσκολευόμαστε στη διαφοροποίηση, εξαρτόμαστε αρκετά από την γνώμη των άλλων, δυσκολευόμαστε να λέμε όχι, φοβόμαστε την απόρριψη και ανεχόμαστε την κακομεταχείριση.

Στο άλλο άκρο, τα άκαμπτα όρια είναι ο τρόπος για να κρατάμε τους άλλους σε απόσταση γιατί έτσι αισθανόμαστε ασφάλεια. Συνήθως υπάρχει κάποιο γεγονός εκμετάλλευσης που μας έκανε να βάζουμε κανόνες από τους οποίους δεν εξαιρείται κανείς. Οι άνθρωποι που βάζουν άκαμπτο όριο σπάνια μοιράζονται συναισθήματα, υψώνουν τοίχους, αποφεύγουν την ευαλωτότητα, έχουν από τους άλλους μεγάλες προσδοκίες και κυρίως επιβάλλουν αυστηρούς κανόνες.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα άκαμπτου ορίου είναι να λέμε με σκληρό και απόλυτο τρόπο “όχι” έτσι ώστε να αποτρέπουμε να μας ζητηθεί κάτι στο μέλλον ή να έχουμε έναν κανόνα από τον οποίο δεν εξαιρείται κανείς.

Τα υγιή όρια είναι εφικτά όταν το παρελθόν μας δεν εμφανίζεται στις παρούσες αλληλεπιδράσεις μας. Αυτό απαιτεί επίγνωση και καθαρή-σαφή επικοινωνία. Είναι σαφής όταν είμαστε ξεκάθαροι για τις αξίες μας και για τις συμπεριφορές που δεν ανεχόμαστε, όταν εμπιστευόμαστε τη γνώμη μας, όταν δεν φοβόμαστε να δείξουμε την εαυλωτότητά μας σε εκείνους που έχουν κερδίσει την εμπιστοσύνη μας, όταν νιώθουμε άνετα να λέμε όχι αλλά και όταν είμαστε εντάξει και δεν παίρνουμε προσωπικά το όχι των άλλων.

Όρια – Μέρος Β

Υπάρχουν κάποιες ενδείξεις που θα μας βοηθήσουν να καταλάβουμε ότι χρειάζεται να μάθουμε ή να θυμηθούμε τον τρόπο που οριοθετούμαστε. Θα δώσω λίγο περισσότερο χώρο στις πιο σημαντικές για μένα ενδείξεις που με βοηθάνε να καταλάβω πως έχω παραβιάσει το όριό μου.

– Όταν αισθανόμαστε πελαγωμένοι και συναισθηματικά φορτισμένοι. Από τις πιο χαρακτηριστικές ενδείξεις όταν έχουμε να κάνουμε περισσότερα από τον χρόνο που απαιτείται για τα καθημερινά μας καθήκοντα. Πιέζουμε τον εαυτό μας και προσπαθούμε να βρούμε τρόπο να στριμώξουμε όλο και περισσότερα πράγματα σ’ένα ήδη γεμάτο πρόγραμμα. Το να είμαστε συνέχεια απασχολημένοι τα τελευταία χρόνια είναι κάτι σαν πανδημία. Προσπαθούμε να κάνουμε όλο και περισσότερα και μετά σκεφτόμαστε εάν όντως έχουμε τον χρόνο αλλά και αν θέλουμε.

– Όταν κάνουμε σχόλια για το πόσο είμαστε για όλους εκεί αλλά όταν εμείς χρειαζόμαστε κάτι δεν είναι κανένας δίπλα μας
– Όταν γινόμαστε πικρόχολοι με όσους ζητάνε τη βοήθειά μας
– Όταν αισθανόμαστε εξαντλημένοι
– Όταν δεν βρίσκουμε χρόνο για εμάς
– Όταν αποφεύγουμε να απαντάμε στο τηλέφωνο, όταν αποφεύγουμε τη συναναστροφή με ανθρώπους που πιστεύουμε πως θα μας ζητήσουν έστω και το παραμικρό. Το να εξαφανιζόμαστε, το να μην απαντάμε ή να καθυστερούμε είναι αποφυγή. Η αποφυγή είναι ένας παθητικο επιθετικός τρόπος έκφρασης πως έχουμε κουραστεί και δεν θέλουμε άλλο να είμαστε κάπου. Νομίζουμε και ελπίζουμε πως το θέμα θα τακτοποιηθεί από μόνο του αλλά ουσιαστικά η αποφυγή έχει από πίσω φόβο. Το να παρατείνουμε κάτι αποφευγοντας το, το ίδιο θέμα θα εμφανίζεται ξανά και ξανά ακολουθώντας μας από σχέση σε σχέση. H αποφυγή δεν αποτρέπει τη σύγκρουση. Απλά παρατείνει το αναπόφευκτο: την οριοθέτηση
– Όταν πολύ συχνά κάνουμε σκέψεις πως τα παρατάμε όλα και εξαφανιζόμαστε. Πάλι πρόκειται για ένδειξη ακραίας αποφυγής. Φαντασιονόμαστε πως περνάμε τις μέρες μας μακριά από όλους, αγνοώντας κλήσεις και μέιλ, πιστεύοντας πως όλα θα λυθούν.

Έχω ξεχάσει να αναφέρω κάτι πολύ σημαντικό για την οριοθέτηση. Το όριο δεν πάμε να το βάλουμε ποτέ στον άλλον. Το όριο το βάζουμε στον εαυτό μας. Με το να τοποθετούμαστε, με το να επικοινωνούμε το πώς νιώθουμε με κάποια συμπεριφορά, με το τι δεχόμαστε-επιτρέπουμε και τι όχι.

Όρια – Μέρος Α

Πολλά θέματα που αντιμετωπίζουμε οι άνθρωποι αφορούν θέματα ορίων. Συνήθως εκείνοι που μπαίνουν σε ψυχοθεραπεία δεν γνωρίζουν ότι δυσκολεύονται με τα όρια, δηλαδή το αρχικό αίτημά τους δεν είναι “δεν ξέρω να βάζω όρια”. Η δυσκολία στην οριοθέτηση ‘συγκαλύπτεται’ πίσω από θέματα φροντίδας εαυτού, διενέξεις με άλλους ανθρώπους, προβλήματα με τη διαχείριση του χρόνου. Τα όρια είναι ένας όρος αρκετά ευρύς, ενίοτε φοβιστικός και παρεξηγήσιμος.

Τα όρια είναι εξωτερικά και εσωτερικά. Το να ξέρουμε να βάζουμε εξωτερικά όρια μας βοηθάει να φροντίζουμε για τη σωματική μας ακεραιότητα, να κρατάμε μια σωματική απόσταση από τους άλλους και φυσικά να σεβόμαστε και το όριο των άλλων ανθρώπων.

Τα εσωτερικά όρια έχουν να κάνουν με τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά. Οι άνθρωποι που έχουν σταθερά εσωτερικά και εξωτερικά όρια μπορούν να σχετίζονται χωρίς να προβάλλουν στους άλλους δικές του ερμηνείες, ενώ ταυτόχρονα δεν παίρνουν προσωπικά τα συναισθήματα των άλλων. Το να διατηρούμε ανέπαφα τα εσωτερικά μας όρια είναι πολύ βοηθητικό και απαραίτητο ειδικά σε περιπτώσεις που νιώθουμε πως παίρνουμε επίθεση.

Τα όρια τα συναντάμε σε διάφορες μορφές-κατηγορίες:

– Φυσικά όρια τα οποία έχουν να κάνουν στο σεβασμό που θέλουμε να δείχνουν οι άλλοι για τον προσωπικό μας χώρο, την ιδιωτικότητά μας και το σώμα μας. Η απόσταση που χρειάζεται να υπάρχει με κάποιον άλλον, πόσο άνετα αισθανόμαστε με την τρυφερότητα, την οικειότητα. Πότε και σε ποιον θέλουμε να κάνουμε χειραψία όταν γνωρίζουμε κάποιον. Πώς νιώθουμε όταν μας κλειδώνουν την πόρτα;

– Γνωστικά όρια που αφορούν τις σκέψεις, τις αξίες, τις απόψεις. Μπορούμε να ακούμε τη γνώμη κάποιου άλλου χωρίς να γινόμαστε αυστηροί; Γινόμαστε εύκολα ιδιαίτερα συναισθηματικοί ή αμυντικοί;

– Συναισθηματικά όρια. Όταν έχουμε σταθερά συναισθηματικά όρια μπορούμε να διαχωρίζουμε τα δικά μας συναισθήματα και της ευθύνης μας γι’ αυτά, από κάποιου άλλου. Είναι τα εσωτερικά όρια που μας αποτρέπουν από το να δίνουμε συμβουλές, να κατηγορούμε τους άλλους ή τον εαυτό μας. Μας προστατεύουν από το να αισθανόμαστε ένοχοι για τα αρνητικά συναισθήματα ή τα προβλήματα κάποιου άλλου και από το να παίρνουμε προσωπικά τα σχόλια των άλλων.

– Ηθικά όρια. Να γνωρίζουμε τις συμπεριφορές που εναρμονίζονται με τις αρχές που για εμάς είναι αδιαπραγμάτευτες; π.χ. δεν ανεχόμαστε τα ψέματα και την κοροϊδία από τους άλλους.

– Σεξουαλικά όρια που προστατεύουν το επίπεδο άνεσή μας με τη σεξουαλική επαφή και δραστηριότητα.

– Πνευματικά όρια που καθορίζουν τις θρησκευτικές μας πεποιθήσεις (ή την έλλειψη αυτών), είτε πρόκειται για τον Θεό, κάποια άλλη θεότητα ή ένα υπερφυσικό ον.

– Οικονομικά όρια που περιγράφουν το τρόπο μας να κερδίζουμε, να διαχειριζόμαστε ή να αποταμιεύουμε τα χρήματά μας.

– Υλικά όρια που έχουν να κάνουν με τα υπάρχοντά μας, την απόφασή μας να τα μοιραζόμαστε όπως θέλουμε και το δικαίωμά μας να καθορίζουμε πώς οι άλλοι τα μεταχειρίζονται. Όταν μας επιστρέφεται κάτι σε χειρότερη κατάσταση, έχουν παραβιαστεί τα υλικά μας όρια.

– Χρονικά όρια τα οποία απ όλα τα παραπάνω, είναι εκείνα που είναι πιο δύσκολα να τηρηθούν. Έχουν να κάνουν με τον τρόπο που διαχειριζόμαστε τον χρόνο μας, πόσο επιτρέπουμε στους άλλους να τον χρησιμοποιούν, τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε εκείνους που μας ζητούν διάφορες χάρες και ο τρόπος που δομούμε τον χρόνο μας.

Πώς να διαχειριστώ το πένθος του παιδιού μου για το κατοικίδιο

Η απώλεια ενός κατοικίδιου ζώου είναι συχνά η πρώτη εμπειρία ενός παιδιού με το θάνατο. Για πολλά παιδιά, τα κατοικίδια ζώα είναι κάτι περισσότερο. Αρκετά τα περιγράφουν ως αδέρφια ή καλύτερους φίλους με τους οποίους έχουν δυνατές σχέσεις. 

Σε μια μελέτη παιδιών ηλικίας 6 έως 13 ετών που είχαν χάσει ένα κατοικίδιο ο Δρ. Russell διαπίστωσε ότι ακόμη και χρόνια μετά το θάνατο του κατοικίδιου ζώου, κάποια παιδιά περιέγραψαν την απώλεια ως “τη χειρότερη μέρα της ζωής τους”. Αντιμετωπίζουν με μοναδικούς τρόπους τον εξορθολογισμό του θανάτου και ο τρόπος με τον οποίο πεθαίνει ένα κατοικίδιο επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο θρηνούν. “Έχουν μια ξεχωριστή αίσθηση υπαρξιακής δικαιοσύνης σχετικά με το εάν ένα ζώο έζησε μέχρι τη κατάλληλη ηλικία”, λέει ο Δρ. Russell. 

Όπως και οι ενήλικες, τα παιδιά αποδέχτηκαν πιο εύκολα το θάνατο του κατοικίδιου, εάν αναμενόταν με κάποιο τρόπο.  Επηρεάστηκαν λιγότερο όταν γνώριζαν εκ των προτέρων ότι το ζωάκι θα είχε σύντομη διάρκεια ζωής. Φαινόταν να γνωρίζουν ότι ένα ψαράκι ή χαμστεράκι, για παράδειγμα, δεν θα ζούσε όσο ένας σκυλάκος ή μια γατούλα. Όταν ένα ζώο ήταν άρρωστο, συμφώνησαν ότι η ευθανασία ανακούφισε το κατοικίδιο από τα δεινά του. 

Ωστόσο, όταν πέθαναν με τραγικούς και απροσδόκητους τρόπους, η απώλεια ήταν πιο δύσκολη μιας και όταν συμβαίνει κάτι ξαφνικά, ένα παιδί αρχίζει και βλέπει το απρόβλεπτο της ζωής. Οι άνθρωποι και τα ζώα που αγαπούν μπορούν να πεθάνουν χωρίς προειδοποίηση. 

Φυσικά, η ηλικία και η φάση ανάπτυξής τους καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο κατανοούν το θάνατο και η θλίψη τους εκδηλώνεται πολύ διαφορετικά από αυτήν του ενήλικα. Δεν κλαίνε πάντα ούτε δείχνουν αμέσως συναίσθημα αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν επηρεάζονται βαθιά από την απώλεια. Τα παιδιά τείνουν να θρηνούν εμφανίζοντας θλίψη περιστασιακά με εναλλαγές χαράς και θυμού.

Η θλίψη τους μπορεί να εκδηλωθεί και με σωματικά συμπτώματα όπως με πονοκεφάλους ή στομαχόπονο ή με διαταραχές στον ύπνο.  Μπορεί να παλινδρομούν σε συμπεριφορές προηγούμενης ηλικίας όπως ενούρηση, πιπίλισμα δαχτύλου ή προσκόλληση στους γονείς. Πολύ συχνά χρησιμοποιούν το παιχνίδι για να εκφράσουν αυτό που σκέφτονται και αισθάνονται γι’αυτό και η συμπεριφορά τους είναι η καλύτερη ένδειξη της θλίψης τους παρά από ό,τι τα λόγια τους. 

Για παράδειγμα μπορεί να προσποιούνται πως η λούτρινη γάτα ή ο σκύλος αρρώστησε και πέθανε. Αυτή είναι μια ευκαιρία για τους γονείς να τα βοηθήσουν συμμετέχοντας ενεργά σε αυτό το είδος φανταστικού παιχνιδιού. Είναι ευκαιρία να απαντηθούν ερωτήσεις για την αγάπη, την απώλεια και τι συμβαίνει μετά το θάνατό μας. Επιτρέπει να δουν οτι δεν είναι ταμπού να μιλάμε για θάνατο ή οδυνηρά συναισθήματα. Βλέπουν πως είναι εντάξει να κλαίμε και να πενθούμε και μαθαίνουν σιγά σιγά πως η στεναχώρια είναι φυσιολογική και ξεπερνιέται. Πως το κλάμα δεν είναι ντροπή και πως είναι παρήγορο για όλους όταν η στεναχώρια μοιράζεται και δεν χρειάζεται να την περνάμε μόνοι μας.  

Εάν σας ρωτάνε λεπτομέρειες του θανάτου του κατοικίδιου, είναι μια ένδειξη πως θέλουν να μιλήσουν γι’αυτό και μάλλον χρειάζονται παρηγοριά. Πολύ σημαντική διαδικασία είναι και ο αποχαιρετισμός. Οι τελετές γύρω από το θάνατο είναι κάποιοι από τους τρόπους που έχουμε για να αναγνωρίσουμε τη ζωή κάποιου και το ζωάκι δεν χρειάζεται να αποτελεί εξαίρεση. Ένα μικρό τελετουργικό μπορεί να αφορά την τέφρα του ζώου, ή να φυτέψετε μαζί τους ένα δέντρο μνήμης ή να φτιάξετε μαζί ένα άλμπουμ με φωτογραφίες. 

Είναι μερικοί τρόποι να διαχειριστούν την απώλεια και να τιμήσουν το ρόλο που είχε το ζωάκι στην οικογένειά σας. 

Σημείωση: “Ο κήπος του Έβαν” του Brian Lies είναι ένα πολύ συγκινητικό 😦 και βαθιά αισιόδοξο παιδικό βιβλίο για το θέμα. Καλές κριτικές έχω διαβάσει για το “η θάλασσα είδε” του Tom Percival.
Για λίγο μεγαλύτερες ηλικίες (8-13) το “Kate, the Ghost Dog: Coping With the Death of a Pet,” και (από 7-12) “Memories of You,”Erainna Winnett.