Όρια – Μέρος Ε

Τις περισσότερες φορές που θα αρχίσουμε να οριοθετούμαστε οι άλλοι με κάποιον από τους παρακάτω πιο συνηθισμένους τρόπους θα απαντούν.

– Με το να αντιδρούν. Η αντίδραση μπορεί να σημαίνει κάτι του τύπου “Δεν νομίζω πως μπορώ να το κάνω αυτό” ή “Δεν το βρίσκω δίκαιο”. Ένας σχετικά εύκολος τρόπος να απαντάμε σε μια τέτοια αντίδραση θα μπορούσε να είναι “Το ακούω ότι σε δυσκολεύει/δεν σου αρέσει ο καινούργιος μου τρόπος, αλλά και για μένα είναι σημαντικό να αισθάνομαι ασφαλής στις σχέσεις μου. Τα όρια είναι ένας από τους τρόπους που θα με βοηθήσουν να το κάνω”.

– Με το να δοκιμάζουν κατά πόσο το εννοούμε αυτό που λέμε. Αυτή τη συμπεριφορά -το να δοκιμάζουν τα όριά μας- συνήθως την έχουν τα παιδιά αλλά και αρκετοί ενήλικοι. Το ακούνε αυτό που έχουμε πει, αλλά θέλουν να επιβεβαιώσουν κατά πόσο είμαστε σταθεροί σ’αυτό. Όταν έχουμε ήδη πει όχι σε κάτι που μας έχουν ζητήσει, προσπαθούν να το διαπραγματευτούν. π.χ. “Θα επανέλθω την επόμενη εβδομάδα μήπως τότε μπορέσεις να με βοηθήσεις.” Σε μια τέτοια περίπτωση το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να είμαστε σταθεροί.

– Με αδιαφορία. Με το να συνεχίζουν να έχουν την ίδια συμπεριφορά με πριν. Είναι σαν να μην έχουν ακούσει τίποτα από αυτά που έχουμε πει. Πάλι, αυτό που έχουμε να κάνουμε είναι να επαναλάβουμε το όριο και να είμαστε σταθεροί και συνεπείς σ’αυτά που έχουμε επικοινωνήσει.

– Με αμφισβήτηση. Σε αυτή την περίπτωση ο άλλος θα αρχίσει τις ερωτήσεις. “γιατί αποφάσισες να το κάνεις τώρα αυτό; παλιά δεν ήσουν έτσι”. Σε τέτοιες περιπτώσεις συνήθως μπαίνουμε στη διαδικασία να εξηγούμε και να προσπαθούμε να δώσουμε απαντήσεις σε ερωτήσεις που ούτε νόημα έχουν και κυρίως δεν είμαστε υποχρεωμένοι. Η απάντηση είναι “γιατί άλλαξα γνώμη”. Δεν έχουμε κανένα λόγο να μπαίνουμε σε διαπραγμάτευση για κάτι τέτοιο.

– Με εξαφάνιση. Αντί να εκφράσουν τη δυσαρέσκειά τους λεκτικά το δείχνουν με αυτή τη συμπεριφορά. Δεν απαντάνε στα μηνύματα ή στις κλήσεις μας, ακυρώνουν σχέδια, διατηρούν την επαφή με τους κοινούς φίλους χωρίς να μας συμπεριλαμβάνουν. Η απάντηση σε μια τέτοια συμπεριφορά είναι να στείλουμε ένα μήνυμα με το να περιγράφουμε ακριβώς αυτό που παρατηρούμε. Τις περισσότερες φορές θα απαντήσουν γιατί οι άνθρωποι δεν θέλουμε να δείχνουμε ενοχλημένοι όταν είμαστε. Στο μήνυμα που θα στείλουμε θα πούμε -μιλώντας πάντα στο πρώτο πρόσωπο- πώς αισθανόμαστε με αυτή τη συμπεριφορά. Εκεί πρέπει να επιμείνουμε. Στο πώς εμείς αισθανόμαστε με αυτή τη συμπεριφορά. Εάν δεν πάρουμε καμία απάντηση, τότε καλό θα είναι να θυμόμαστε πως η συμπεριφορά τους δεν έχει να κάνει με εμάς αλλά με εκείνους και το πώς ερμήνευσαν το γεγονός.

– Με αποδοχή. Εκεί φαίνεται και μια υγιής, λειτουργική, σημαντική και για τους δυο σχέση. Η πιο συνηθισμένη απάντηση σε αυτή την περίπτωση είναι “Σ ευχαριστώ που μου το λες. δεν ήξερα πως για σένα είναι έτσι.”

Οι άνθρωποι έχουμε πολλές πλευρές. Δεν είμαστε μόνο ένα πράγμα και πολλές φορές το ίδιο ισχύει και για τα συναισθήματά μας. Δεν είμαστε μόνο οι δυνατότητές μας αλλά και οι περιορισμοί μας. Δεν έχουμε μόνο φωτεινές πλευρές αλλά και σκοτεινές. Όταν δίνουμε χώρο σε όλα μας τα συναισθήματα χωρίς να τα κρίνουμε ως καλά ή κακά, μας επιτρέπουμε να είμαστε ολόκληροι και τότε θα μπορούμε να μεγαλώνουμε, να εξελισσόμαστε και αν θέλουμε να αλλάζουμε. Μπορούμε να αισθανόμαστε

και μοναξιά και αισιοδοξία
και να αγαπάμε κάποιον και να είμαστε θυμωμένοι μαζί του
και χαρά και λύπη
και φόβο και να πιστεύουμε στον εαυτό μας πως θα τα καταφέρουμε
και αγχωμένοι και ενθουσιασμένοι
και ανασφαλείς και με παιχνιδιάρικη διάθεση
και φοβισμένοι και περήφανοι
και πληγωμένοι και ήρεμοι
και κουρασμένοι και σε διέγερση

Όρια – Μέρος Δ

Η αλήθεια είναι πως το να οριοθετούμαστε δεν είναι τόσο εύκολο όσο ακούγεται καθώς ο φόβος για το πώς μπορεί να αντιδράσει ο άλλος μπορεί να μας κάνει να το ξανασκεφτούμε. Συνήθως κάνουμε φανταστικούς διαλόγους οι οποίοι πάντα καταλήγουν με τη διάλυση της σχέσης και αυτό μας είναι αρκετά αποτρεπτικό. Βέβαια, το τίμημα γι’ αυτή τη βραχυπρόθεσμη δυσφορία που θα αισθανθούμε για χάρη μιας μακροπρόθεσμα υγιούς σχέσης, είναι πολύ μικρό. Κάθε φορά που θα αποφασίσουμε να οριοθετηθούμε τα βήματα για να το πετύχουμε είναι δυο. Η επικοινωνία και η δράση.

Η επικοινωνία των αναγκών μας είναι το πρώτο βήμα. Οι άλλοι δεν μπορούν να υποθέσουν με ακρίβεια τα όριά μας με βάση τη γλώσσα του σώματός μας ή τις ανείπωτες προσδοκίες μας. Όταν λέμε καθαρά τι περιμένουμε, δεν υπάρχει χώρος παρερμηνείας. π.χ. “Όταν έχουμε μια διαφωνία, θα ήθελα ο τόνος της φωνής σου να είναι πιο χαμηλός γιατί απομακρύνομαι/φοβάμαι/δεν θέλω (ή οτιδήποτε αισθάνεται ο καθένας) και αν αυτό σε δυσκολεύει θα ήθελα να σταματάμε και να συνεχίζουμε τη συζήτηση αργότερα. Όταν αισθάνομαι άβολα με τον τόνο της φωνής θα στο λέω”.

“Είναι πολύ σημαντικό για μένα να υπάρχει συνέπεια όταν έχουμε κανονίσει να κάνουμε κάτι μαζί. Εάν κάτι συμβεί και πρέπει να ακυρώσεις, σε παρακαλώ στείλε μου ένα μήνυμα λίγες ώρες πριν”.

Το επόμενο που θα χρειαστεί να κάνουμε είναι η δράση. Οι άνθρωποι καταλαβαίνουμε τη συμπεριφορά, όχι τα λόγια. Αυτό που επικοινωνούμε καλό θα είναι να συνάδει με τη συμπεριφορά μας. Παρόλο που μπορεί να έχουμε πει κάτι με σαφήνεια, εάν η άλλη πλευρά δεν το έχει ακούσει, θα βοηθήσει και η δράση. Στο παραπάνω παράδειγμα με την ακύρωση του ραντεβού, αν ξανασυμβεί, θα πρέπει να ενημερώσετε πως δεν μπορείτε να ανταποκριθείτε επειδή δεν ενημερωθήκατε νωρίτερα. πχ. “Θα ήθελα πολύ να βρεθούμε, αλλά τελευταία στιγμή δεν μπορώ να προσαρμόσω το πρόγραμμά μου. Ας κανονίσουμε μια ώρα για την επόμενη εβδομάδα.”

Το να είμαστε πρώτα εμείς συνεπείς με τα όριά μας μέσω της δράσης-συμπεριφοράς, είναι ο μόνος τρόπος για να καταλάβει ο απέναντι ότι είμαστε σοβαροί, κάτι που θα βοηθήσει και εκείνους να σεβαστούν τα όριά μας.

Πολλοί πιστεύουμε πως από τη στιγμή που επικοινωνήσαμε το όριο, οι άλλοι θα το σεβαστούν. Οπότε δεν είμαστε σταθεροί και συνεπείς σ’αυτό που έχουμε πει.

Αυτή η ασυνέπεια στη συμπεριφορά μας είναι σαν να προσκαλούμε τους άλλους να συνεχίζουν να μην μας ακούνε και να μην μας βλέπουν. Το να σέβονται τα όριά μας είναι δική μας ευθύνη και όχι του άλλου.

Όρια – Μέρος Γ

Τις περισσότερες φορές προσπαθούμε να οριοθετηθούμε με τρεις τρόπους: με τον χαλαρό ή διαπερατό, με τον άκαμπτο ή τον “υγιή”.

Τα διαπερατά όρια είναι αδύναμα ή δεν εκφράζονται με καθαρό τρόπο και έχουν ως αποτέλεσμα να υπερβάλλουμε εαυτόν, να εξαντλούμαστε, να αισθανόμαστε αρκετά συχνά άγχος και θυμό με τον εαυτό μας και τους άλλους.

Μερικές ενδείξεις αυτού του τρόπου οριοθέτησης είναι όταν μοιραζόμαστε υπερβολικά χωρίς να κρατάμε κάτι για εμάς, έχουμε μια τάση να κάνουμε σχέσεις εξάρτησης, δυσκολευόμαστε στη διαφοροποίηση, εξαρτόμαστε αρκετά από την γνώμη των άλλων, δυσκολευόμαστε να λέμε όχι, φοβόμαστε την απόρριψη και ανεχόμαστε την κακομεταχείριση.

Στο άλλο άκρο, τα άκαμπτα όρια είναι ο τρόπος για να κρατάμε τους άλλους σε απόσταση γιατί έτσι αισθανόμαστε ασφάλεια. Συνήθως υπάρχει κάποιο γεγονός εκμετάλλευσης που μας έκανε να βάζουμε κανόνες από τους οποίους δεν εξαιρείται κανείς. Οι άνθρωποι που βάζουν άκαμπτο όριο σπάνια μοιράζονται συναισθήματα, υψώνουν τοίχους, αποφεύγουν την ευαλωτότητα, έχουν από τους άλλους μεγάλες προσδοκίες και κυρίως επιβάλλουν αυστηρούς κανόνες.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα άκαμπτου ορίου είναι να λέμε με σκληρό και απόλυτο τρόπο “όχι” έτσι ώστε να αποτρέπουμε να μας ζητηθεί κάτι στο μέλλον ή να έχουμε έναν κανόνα από τον οποίο δεν εξαιρείται κανείς.

Τα υγιή όρια είναι εφικτά όταν το παρελθόν μας δεν εμφανίζεται στις παρούσες αλληλεπιδράσεις μας. Αυτό απαιτεί επίγνωση και καθαρή-σαφή επικοινωνία. Είναι σαφής όταν είμαστε ξεκάθαροι για τις αξίες μας και για τις συμπεριφορές που δεν ανεχόμαστε, όταν εμπιστευόμαστε τη γνώμη μας, όταν δεν φοβόμαστε να δείξουμε την εαυλωτότητά μας σε εκείνους που έχουν κερδίσει την εμπιστοσύνη μας, όταν νιώθουμε άνετα να λέμε όχι αλλά και όταν είμαστε εντάξει και δεν παίρνουμε προσωπικά το όχι των άλλων.

Όρια – Μέρος Β

Υπάρχουν κάποιες ενδείξεις που θα μας βοηθήσουν να καταλάβουμε ότι χρειάζεται να μάθουμε ή να θυμηθούμε τον τρόπο που οριοθετούμαστε. Θα δώσω λίγο περισσότερο χώρο στις πιο σημαντικές για μένα ενδείξεις που με βοηθάνε να καταλάβω πως έχω παραβιάσει το όριό μου.

– Όταν αισθανόμαστε πελαγωμένοι και συναισθηματικά φορτισμένοι. Από τις πιο χαρακτηριστικές ενδείξεις όταν έχουμε να κάνουμε περισσότερα από τον χρόνο που απαιτείται για τα καθημερινά μας καθήκοντα. Πιέζουμε τον εαυτό μας και προσπαθούμε να βρούμε τρόπο να στριμώξουμε όλο και περισσότερα πράγματα σ’ένα ήδη γεμάτο πρόγραμμα. Το να είμαστε συνέχεια απασχολημένοι τα τελευταία χρόνια είναι κάτι σαν πανδημία. Προσπαθούμε να κάνουμε όλο και περισσότερα και μετά σκεφτόμαστε εάν όντως έχουμε τον χρόνο αλλά και αν θέλουμε.

– Όταν κάνουμε σχόλια για το πόσο είμαστε για όλους εκεί αλλά όταν εμείς χρειαζόμαστε κάτι δεν είναι κανένας δίπλα μας
– Όταν γινόμαστε πικρόχολοι με όσους ζητάνε τη βοήθειά μας
– Όταν αισθανόμαστε εξαντλημένοι
– Όταν δεν βρίσκουμε χρόνο για εμάς
– Όταν αποφεύγουμε να απαντάμε στο τηλέφωνο, όταν αποφεύγουμε τη συναναστροφή με ανθρώπους που πιστεύουμε πως θα μας ζητήσουν έστω και το παραμικρό. Το να εξαφανιζόμαστε, το να μην απαντάμε ή να καθυστερούμε είναι αποφυγή. Η αποφυγή είναι ένας παθητικο επιθετικός τρόπος έκφρασης πως έχουμε κουραστεί και δεν θέλουμε άλλο να είμαστε κάπου. Νομίζουμε και ελπίζουμε πως το θέμα θα τακτοποιηθεί από μόνο του αλλά ουσιαστικά η αποφυγή έχει από πίσω φόβο. Το να παρατείνουμε κάτι αποφευγοντας το, το ίδιο θέμα θα εμφανίζεται ξανά και ξανά ακολουθώντας μας από σχέση σε σχέση. H αποφυγή δεν αποτρέπει τη σύγκρουση. Απλά παρατείνει το αναπόφευκτο: την οριοθέτηση
– Όταν πολύ συχνά κάνουμε σκέψεις πως τα παρατάμε όλα και εξαφανιζόμαστε. Πάλι πρόκειται για ένδειξη ακραίας αποφυγής. Φαντασιονόμαστε πως περνάμε τις μέρες μας μακριά από όλους, αγνοώντας κλήσεις και μέιλ, πιστεύοντας πως όλα θα λυθούν.

Έχω ξεχάσει να αναφέρω κάτι πολύ σημαντικό για την οριοθέτηση. Το όριο δεν πάμε να το βάλουμε ποτέ στον άλλον. Το όριο το βάζουμε στον εαυτό μας. Με το να τοποθετούμαστε, με το να επικοινωνούμε το πώς νιώθουμε με κάποια συμπεριφορά, με το τι δεχόμαστε-επιτρέπουμε και τι όχι.

Όρια – Μέρος Α

Πολλά θέματα που αντιμετωπίζουμε οι άνθρωποι αφορούν θέματα ορίων. Συνήθως εκείνοι που μπαίνουν σε ψυχοθεραπεία δεν γνωρίζουν ότι δυσκολεύονται με τα όρια, δηλαδή το αρχικό αίτημά τους δεν είναι “δεν ξέρω να βάζω όρια”. Η δυσκολία στην οριοθέτηση ‘συγκαλύπτεται’ πίσω από θέματα φροντίδας εαυτού, διενέξεις με άλλους ανθρώπους, προβλήματα με τη διαχείριση του χρόνου. Τα όρια είναι ένας όρος αρκετά ευρύς, ενίοτε φοβιστικός και παρεξηγήσιμος.

Τα όρια είναι εξωτερικά και εσωτερικά. Το να ξέρουμε να βάζουμε εξωτερικά όρια μας βοηθάει να φροντίζουμε για τη σωματική μας ακεραιότητα, να κρατάμε μια σωματική απόσταση από τους άλλους και φυσικά να σεβόμαστε και το όριο των άλλων ανθρώπων.

Τα εσωτερικά όρια έχουν να κάνουν με τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά. Οι άνθρωποι που έχουν σταθερά εσωτερικά και εξωτερικά όρια μπορούν να σχετίζονται χωρίς να προβάλλουν στους άλλους δικές του ερμηνείες, ενώ ταυτόχρονα δεν παίρνουν προσωπικά τα συναισθήματα των άλλων. Το να διατηρούμε ανέπαφα τα εσωτερικά μας όρια είναι πολύ βοηθητικό και απαραίτητο ειδικά σε περιπτώσεις που νιώθουμε πως παίρνουμε επίθεση.

Τα όρια τα συναντάμε σε διάφορες μορφές-κατηγορίες:

– Φυσικά όρια τα οποία έχουν να κάνουν στο σεβασμό που θέλουμε να δείχνουν οι άλλοι για τον προσωπικό μας χώρο, την ιδιωτικότητά μας και το σώμα μας. Η απόσταση που χρειάζεται να υπάρχει με κάποιον άλλον, πόσο άνετα αισθανόμαστε με την τρυφερότητα, την οικειότητα. Πότε και σε ποιον θέλουμε να κάνουμε χειραψία όταν γνωρίζουμε κάποιον. Πώς νιώθουμε όταν μας κλειδώνουν την πόρτα;

– Γνωστικά όρια που αφορούν τις σκέψεις, τις αξίες, τις απόψεις. Μπορούμε να ακούμε τη γνώμη κάποιου άλλου χωρίς να γινόμαστε αυστηροί; Γινόμαστε εύκολα ιδιαίτερα συναισθηματικοί ή αμυντικοί;

– Συναισθηματικά όρια. Όταν έχουμε σταθερά συναισθηματικά όρια μπορούμε να διαχωρίζουμε τα δικά μας συναισθήματα και της ευθύνης μας γι’ αυτά, από κάποιου άλλου. Είναι τα εσωτερικά όρια που μας αποτρέπουν από το να δίνουμε συμβουλές, να κατηγορούμε τους άλλους ή τον εαυτό μας. Μας προστατεύουν από το να αισθανόμαστε ένοχοι για τα αρνητικά συναισθήματα ή τα προβλήματα κάποιου άλλου και από το να παίρνουμε προσωπικά τα σχόλια των άλλων.

– Ηθικά όρια. Να γνωρίζουμε τις συμπεριφορές που εναρμονίζονται με τις αρχές που για εμάς είναι αδιαπραγμάτευτες; π.χ. δεν ανεχόμαστε τα ψέματα και την κοροϊδία από τους άλλους.

– Σεξουαλικά όρια που προστατεύουν το επίπεδο άνεσή μας με τη σεξουαλική επαφή και δραστηριότητα.

– Πνευματικά όρια που καθορίζουν τις θρησκευτικές μας πεποιθήσεις (ή την έλλειψη αυτών), είτε πρόκειται για τον Θεό, κάποια άλλη θεότητα ή ένα υπερφυσικό ον.

– Οικονομικά όρια που περιγράφουν το τρόπο μας να κερδίζουμε, να διαχειριζόμαστε ή να αποταμιεύουμε τα χρήματά μας.

– Υλικά όρια που έχουν να κάνουν με τα υπάρχοντά μας, την απόφασή μας να τα μοιραζόμαστε όπως θέλουμε και το δικαίωμά μας να καθορίζουμε πώς οι άλλοι τα μεταχειρίζονται. Όταν μας επιστρέφεται κάτι σε χειρότερη κατάσταση, έχουν παραβιαστεί τα υλικά μας όρια.

– Χρονικά όρια τα οποία απ όλα τα παραπάνω, είναι εκείνα που είναι πιο δύσκολα να τηρηθούν. Έχουν να κάνουν με τον τρόπο που διαχειριζόμαστε τον χρόνο μας, πόσο επιτρέπουμε στους άλλους να τον χρησιμοποιούν, τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε εκείνους που μας ζητούν διάφορες χάρες και ο τρόπος που δομούμε τον χρόνο μας.

Γιατί χρειάζεται να επικοινωνώ τις ανάγκες μου;

Κανένας άνθρωπος δεν έχει την ικανότητα να διαβάζει τη σκέψη. Εάν θέλουμε να ξέρουν οι άλλοι τα συναισθήματα και τις ανάγκες μας καλό θα είναι να τα μοιραζόμαστε και όχι να περιμένουμε να καταλάβουν και να θυμώνουμε που δεν καταλαβαίνουν. Η άγνοιά τους δεν είναι ένδειξη αδιαφορίας αλλά ένδειξη της δυσκολίας ή του φόβου που έχουμε να επικοινωνούμε.

Ghostbusters

20210706_174137.jpg

Το ghosting είναι μια συμπεριφορά τόσο διαδεδομένη που σχεδόν έχει ενσωματωθεί στην κουλτούρα μας και ήδη από κάποιους θεωρείται ως κάτι φυσιολογικό, αναμενόμενο ακόμα και αστείο. Το ghosting είναι η ξαφνική διακοπή οποιασδήποτε επικοινωνίας από τη μια πλευρά χωρίς κανένα προφανή για την άλλη πλευρά λόγο ή εξήγηση. Ο άνθρωπος που εξαφανίζεται, που γίνεται φάντασμα -ghost- και που είχατε καθημερινή επαφή ξαφνικά αδιαφορεί για εσάς και αγνοεί τις προσπάθειες επικοινωνίας αφήνοντάς σας σε κατάσταση σοκ.

Μετά το σοκ συνήθως ακολουθούν ασταμάτητες σκέψεις και συνεχής ανάλυση: “γιατί να συμπεριφερθεί έτσι; τι έκανα; λες να του/της συνέβη κάτι;” Το λάθος σ’αυτές τις περιπτώσεις είναι η προσπάθεια να αναλύουμε παράλογες συμπεριφορές με αποτέλεσμα να καθηλωνόμαστε, το γνωστό analysis-paralysis.

Εάν όμως έπρεπε οπωσδήποτε να εξηγήσουμε μια τέτοια συμπεριφορά, προσωπικά θα έδινα τρεις ερμηνείες. α) γιατί έτσι βόλευε, ήταν ο πιο εύκολος τρόπος β) κακή ποιότητα ανθρώπου γ) συναισθηματική ανωριμότητα. Πάντως σίγουρα πίσω απ’αυτή τη συμπεριφορά δεν κρύβεται κάποιο βάθος που εμείς οι υπόλοιποι αδυνατούμε να καταλάβουμε. Ούτε βάθος, ούτε πλάτος.

Οι ερμηνείες και οι αναλύσεις δεν είναι ο κατάλληλος τρόπος για να ξεπεράσετε αυτό που σας συνέβη. Η ανάγκη να τακτοποιήσετε τον ανοιχτό λογαριασμό μέσα σας και να προχωρήσετε είναι πολύ μεγάλη και απολύτως κατανοητή όμως, πρέπει να ξέρετε πως σ’αυτή την περίπτωση θα χρειαστεί να το κλείσετε μόνοι σας. Εξάλλου όπως θα γνωρίζετε, οι άνθρωποι που θα μας φερθούν όπως θα θέλαμε και θα σεβαστούν τις ανάγκες και τις επιθυμίες μας δεν είναι πολλοί.

Μάθετε να αγνοείτε αυτά που δεν μπορείτε να ελέγξετε δηλαδή συμπεριφορές άλλων.
Το μόνο που θα καταφέρετε είναι να χάσετε χρόνο και να αργήσετε να ξεχάσετε το δυσάρεστο συμβάν. Οι άνθρωποι κάνουν αυτό που θέλουν να κάνουν οι ίδιοι. Αισθάνονται με τον τρόπο που οι ίδιοι θέλουν να αισθανθούν, σκέπτονται αυτό που θέλουν να σκεφτούν, συμπεριφέρονται με τον τρόπο που έχουν μάθει και θα αλλάξουν μόνο όταν εκείνοι είναι έτοιμοι ή θέλουν να αλλάξουν. Κανένα είδος ελέγχου που εμείς θα ασκήσουμε δεν μπορεί να επιφέρει μόνιμες ή επιθυμητές αλλαγές σε έναν άλλον άνθρωπο.

Το μόνο άτομο που μπορούμε να μεταβάλουμε και στο οποίο έχουμε δικαιοδοσία ελέγχου είναι ο εαυτός μας. Εκεί θα επικεντρωθείτε. Μπορείτε να μετατρέψετε αυτή την άσχημη εμπειρία σε κάτι που αξίζει, δηλαδή στο να αναρωτηθείτε εάν υπάρχει κάτι καινούργιο να μάθετε για τον εαυτό σας. Μήπως επενδύσατε πολλά σ’έναν άνθρωπο χωρίς να τον γνωρίζετε; μήπως εμπιστευθήκατε πολύ γρήγορα; μήπως μείνατε περισσότερο στα λόγια παρά στις πράξεις του άλλου; Μήπως αυτή η συμπεριφορά σας θυμίζει κάτι απ’την ιστορία σας και σας έχει καθηλώσει έτσι; μήπως δεν έχει καν να κάνει με τον συγκεκριμένο άνθρωπο απλά η ανάγκη σας για επαφή, η ανάγκη να εμπιστευτείτε ήταν ακάλυπτες για μεγάλο χρονικό διάστημα;

Συγχωρήστε τον εαυτό σας που εμπιστεύτηκε και αφέθηκε και κυρίως μην παίρνετε τη συμπεριφορά των άλλων ως αντανάκλαση της δικής σας αυτοαξίας. Μη σας μαλώνετε επειδή δεν καταλάβατε αμέσως με τι άνθρωπο είχατε να κάνετε.

Μη ζητάτε απαντήσεις από εκείνους που δεν έχουν να δώσουν κάτι ή δεν θέλουν.
Κυρίως όμως, μη γίνεστε κυνηγοί φαντασμάτων.

Προσοχή

Ας σταματήσουμε να μπερδεύουμε την ασυνέπεια, την απροβλεψιμότητα και την ασαφή συμπεριφορά με το πάθος μέσα σε μια σχέση. 

Η ζωή θέλει προσοχή. Τα διάφορα αποφθέγματα τύπου “επειδή ζούμε μια φορά δεν έχω καταλάβει εάν θα πρέπει να τα κάνουμε όλα σωστά ή όλα λίμπα” ή “Ακολούθησε την καρδιά σου και όπου σε βγάλει ή ό,τι είναι δύσκολο αξίζει “ κλπ, είναι για να τα βλέπουμε ως λεζάντες σε φωτογραφίες στα social media ή σε αισθηματικές κομεντί και να χαμογελάμε.  Σίγουρα όχι για να πορευόμαστε μ’αυτά γιατί είναι μαθηματικά βέβαιο πως η ζωή θα μας εκπλήξει μάλλον δυσάρεστα.

Δεν χρειάζεται να υποφέρουμε και να προκαλούμε ένταση για να αισθανόμαστε ότι είμαστε ζωντανοί. Ποτέ δεν είναι αργά να μάθουμε να αγαπάμε τον εαυτό μας.  

Ίσως κάποιοι ενώ διαβάζουν αυτά θα σκέφτονται “Α, δηλαδή μας λες να συμβιβαστούμε. Να ζήσουμε μια ζωή άνοστη, πληκτική με το φόβο μήπως πληγωθούμε;”. Όχι, δεν λέω αυτό. Προτείνω να σταματήσουμε να κάνουμε λανθασμένα πράγματα για σωστούς και δικαιολογημένους λόγους. 

Κλισέ που δεν βοηθάνε

Είναι δύσκολο να βλέπουμε κάποιον να ταλαιπωρείται και να αισθανόμαστε ανήμποροι. H ενστικτώδης μας αντίδραση είναι να πούμε κάτι που θα ανακουφίσει εκείνον που μας εκμυστηρεύεται το πρόβλημά του. Ενώ έχουμε τις καλύτερες προθέσεις και πιστεύουμε πως αυτό που λέμε βοηθάει, στην πραγματικότητα τα διάφορα κλισέ που χρησιμοποιούμε προκαλούν μεγαλύτερη δυσαρέσκεια. Δεν χρειάζεται να έχουμε πάντα κάτι να πούμε. Το να ακούμε ή απλά να ρωτήσουμε “Τι χρειάζεσαι;” είναι πολύ πιο θεραπευτικό και ανακουφιστικό για τον άλλον.