μηχανισμοί άμυνας

Οι μηχανισμοί άμυνας -όπως η άρνηση- τις περισσότερες φορές χρησιμοποιούνται με σκοπό να διατηρήσουμε τις μισοτελειωμένες υποθέσεις από το παρελθόν παρούσες, στερώντας έτσι από τον εαυτό μας την ικανοποίση των αναγκών μας και εμποδίζοντας την επαφή με τους άλλους.

Οι μηχανισμοί αυτοί παίζουν όμως και τον ρόλο της προσαρμογής και της επιβίωσης σε δύσκολα περιβάλλοντα. Χρησιμοποιούμε την άρνηση ως μηχανισμό για να προστατέψουμε την πραγματικότητά μας, την αφήγησή μας, για να συντηρούμε νοσηρές σχέσεις, να διατηρήσουμε την εικόνα που έχουμε για εμάς και κυρίως, για να αποφύγουμε την αλλαγή.

 

denial

Ο τρόπος να λέω όχι

Ένα από τα θέματα που δυσκολεύουν αρκετό κόσμο είναι να λένε “όχι”.  Όταν λέμε “όχι” μέσα μας συμβαίνει μια εσωτερική σύγκρουση η οποία έχει να κάνει απ’τη μια με τη δική μας αίσθηση εξουσίας και απ’την άλλη με την επιθυμία να εξυπηρετήσουμε τον άλλον, να φανούμε αρεστοί και κυρίως να αποφύγουμε τον κίνδυνο αντιπαράθεσης που μπορεί να απειλήσει τη σχέση μας.

Έτσι, συνήθως συμβαίνουν τρία πράγματα: Λέμε ναι όταν στην πραγματικότητα θέλουμε να πούμε όχι. Αυτό μας φέρνει μια προσωρινή, ψευδή αίσθηση ηρεμίας όπου αργότερα αντικαθίσταται από δυσαρέσκεια και θυμό. Λέμε “όχι” επιθετικά κυρίως στους πιο κοντινούς μας και σ’εκείνους που θεωρούμε δεδομένους γιατί εκεί ξέρουμε πως η σχέση δεν απειλείται με διάλυση. Δεν απαντάμε καν στον άλλον. Η αποφυγή -που είναι και η πιο συχνή συμπεριφορά- δείχνει πως δεν τιμώ τη σχέση, τον εαυτό μου -είναι σαν να μην μας επιτρέπουμε να μη θέλουμε να κάνουμε κάτι- και φυσικά δείχνει ασέβεια προς τον άλλον άνθρωπο τον οποίο αγνοούμε με τον χειρότερο τρόπο.

Δεν χρειάζεται να κάνουμε τίποτα απ’ τα παραπάνω. Βοηθάει πολύ να είμαστε σαφείς, συνοπτικοί και κυρίως σταθεροί. Δεν έχουμε κάποια υποχρέωση να εξηγούμε μπορούμε όμως εάν θέλουμε να πούμε για αυτά που είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε ή για το πότε θα μας είναι πιο εύκολο να πούμε ναι. Είναι ένας τρόπος να δείξουμε πως ακούσαμε και κυρίως οι άλλοι ξέρουν τι μπορούν να περιμένουν από εμάς. Υπάρχουν φορές που δεν είμαστε σίγουροι εάν θέλουμε να κάνουμε κάτι. Προσωπικά, σ’αυτές τις περιπτώσεις συνήθως λέω “χρειάζομαι λίγο χρόνο να το σκεφτώ, θα σε ενημερώσω την Τετάρτη το πρωί”.

Η προθεσμία μας κρατά υπεύθυνους και διασφαλίζει πως θα σεβαστούμε και τη σχέση και τον εαυτό μας.

Σε μια μελέτη που είχε γίνει στο περιοδικό Journal of Consumer Research διαπιστώθηκε πως η φράση “εγώ δεν” σε αντίθεση με το “δεν μπορώ” επέτρεψε στους συμμετέχοντες να απαλλαγούν από δεσμεύσεις που δεν ήθελαν γιατί το “δεν μπορώ” αφήνει περιθώρια διαπραγμάτευσης ενώ το “εγώ δεν” υπονοεί ότι έχουμε σταθερά όρια και κανόνες για τον εαυτό μας. Το όριο είναι σταθερότητα και με τη σταθερότητα αισθανόμαστε ασφάλεια.

Το να λέμε στους άλλους ναι μπορεί να έχει θετικό αντίκτυπο στη δουλειά μας, τη φήμη μας, την επαγγελματική μας ανάπτυξη, αλλά λέγοντας όχι, ειδικά όταν μας δυσκολεύει, είναι ένα απ’τα πιο σίγουρα βήματα που μπορούμε να κάνουμε για την προσωπική μας ανάπτυξη.  Μαθαίνω πως μια σχέση υπάρχει όχι επειδή θα λέω σε όλα ναι από φόβο μήπως απογοητεύσω ή πληγώσω τον άλλο. Μαθαίνω πως είμαι υπεύθυνος να με προστατεύω και αυτό θα συμβεί με τον τρόπο που οριοθετούμαι. Μαθαίνω να με παρατηρώ: “τι με εμποδίζει να λέω όχι; ο φόβος; προσπαθώ να γίνομαι αρεστός; είναι μοτίβο και εάν ναι, σε τι με εξυπηρετεί στο σήμερα”;

Την επόμενη φορά που θα νιώσετε μπερδεμένοι ανάμεσα στο να θέλετε να κάνετε κάποιον άλλο ευτυχισμένο και να θέλετε να γίνετε ευτυχισμένοι, σκεφτείτε απλά πως η λέξη όχι σε ό,τι σας ζητούν είναι απλώς ένας άλλος τρόπος να πείτε ναι σε αυτό που πραγματικά θέλετε να δεσμευθείτε.

Το να μπορείτε να λέτε όχι μπορεί να σας επιτρέψει να είστε πιο ειλικρινής και αυθεντικοί με τους άλλους. Οι άνθρωποι θα έρχονται σε εσάς για αυτά στα οποία είστε πιο ανοιχτοί να πείτε ναι, κυρίως όμως, με τη στάση σας, θα έχουν μάθει να σέβονται το ναι σας αντί να το θεωρούν δεδομένο.

Η μητέρα του Bowlby

Ο Konrad Lorenz, ζωολόγος, ηθολόγος, ορνιθολόγος μελέτησε τη συμπεριφορά των ζώων και έγινε διάσημος με τη θεωρία της εγχάραξης (imprinting). Τη διαδικασία που μόλις λίγες ώρες μετά τη γέννηση ένας νεοσσός νιώθει ενστικτωδώς την έλξη προς τη μητέρα του ή το άτομο που θα δει πρώτα μπροστά του.

Ο Lorenz διερεύνησε τους μηχανισμούς αποτύπωσης, όπου ορισμένα είδη ζώων  προσκολλούνται στο πρώτο μεγάλο κινούμενο αντικείμενο που συναντούν. Αυτή η διαδικασία υποδηλώνει ότι η προσκόλληση είναι έμφυτη και προγραμματισμένη γενετικά.

Πήρε έναν μεγάλο αριθμό από αυγά χήνας και τα κράτησε μέχρι να εκκολαφθούν. Τα μισά από τα αυγά τα άφησε στη μητέρα χήνα, ενώ ο Lorenz κράτησε τα υπόλοιπα σε εκκολαπτήριο, για να βεβαιωθεί ότι εκείνος, θα ήταν η πρώτη κινούμενη μορφή που θα έβλεπαν οι νεοσσοί. Τα χηνάκια που ήταν μαζί με τη μαμά χήνα την ακολούθησαν, ενώ τα υπόλοιπα ακολούθησαν τον Lorenz.

Για να διασφαλιστεί ότι η αποτύπωση είχε συμβεί, ο Lorenz έβαλε όλα τα χηνάκια μαζί κάτω από ένα αναποδογυρισμένο κουτί ώστε να αναμιχθούν. Όταν αφαιρέθηκε το κουτί, οι δύο ομάδες χωρίστηκαν για να πάνε στις αντίστοιχες «μητέρες» τους – τα μισά στη μαμά χήνα και τα υπόλοιπα στον Lorenz. Η αποτύπωση έγινε χωρίς καν να γίνει σίτιση αν και φαίνεται να υπάρχει μια κρίσιμη περίοδος κατά την οποία μπορεί να συμβεί (12-17 ώρες μετά την εκκόλαψη). Το πιο ενδιαφέρον είναι πως μετά από 32 ώρες η αποτύπωση είναι απίθανο να συμβεί. Ο Lorenz ισχυρίστηκε ότι μόλις γίνει το αποτύπωμα, δεν μπορεί να αντιστραφεί, ούτε μπορεί το χηνάκι να αποτυπωθεί και σε κάποιον άλλο.

Η θεωρία της εγχάραξης όπως ήταν φυσικό επηρέασε πολύ και άλλες επιστήμες όπως της ψυχολογίας και αυτό γιατί η αποτύπωση έχει συνέπειες, τόσο για τη βραχυπρόθεσμη επιβίωση, όσο και μακροπρόθεσμα σχηματίζοντας εσωτερικά πρότυπα για μεταγενέστερες σχέσεις. Η φύση και η μορφή της πρώτης σχέσης γίνεται μοντέλο για τις μετέπειτα σχέσεις, προκαλώντας προσδοκίες για το αν το άτομο είναι άξιο αγάπης και κατά πόσο μπορεί να βασιστεί στους άλλους.

Σύμφωνα με τη γνωστή σε όλους “Θεωρία του Δεσμού” (Attachment Theory, 1975) που το μεγαλύτερο μέρος της υπογράφει ο John Bowlby, οι σχέσεις που κάνουμε στην ενήλικη ζωή μας – και κυρίως οι ερωτικές- ακολουθούν τα ίδια βήματα και τους ίδιους μηχανισμούς με τη σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ γονιού και παιδιού. Ψάχνουμε εκείνους που αναβιώνουν τα συναισθήματα αγάπης που γνωρίζαμε όταν ήμασταν μικροί. Όμως, η αγάπη που πηραμε τότε δεν φτιάχτηκε μόνο από γενναιοδωρία, ευαισθησία και άνευ όρων αποδοχή αλλά δεδομένου ότι οι γονείς μας-οι φροντιστές μας είναι άνθρωποι και κάνουν λάθη, η αγάπη αυτή μπορεί να συνοδεύτηκε και με οδυνηρές πτυχές. Έτσι, θα ψάχνουμε συντρόφους που κάτι στη συμπεριφορά τους θα μας είναι οικείο και θα το έχουμε ξαναζήσει. Και αυτό γιατί οι άνθρωποι πάμε στο γνώριμο γιατί εκεί ξέρουμε τον τρόπο να υπάρχουμε, τον τρόπο που θα συμπεριφερθούμε.

Όλα αυτά μπορείτε να τα δείτε στο πεντάλεπτο βίντεο του “The School of Life”.

Για την ιστορία, θέλω να πω και κάτι για τον Bowlby. Στη Θεωρία του δεσμού μίλησε για τη σημαντικότητα σχηματισμού συναισθηματικού δεσμού ανάμεσα στο βρέφος και στο πρόσωπο αναφοράς-φροντίδας. Η λέξη μητέρα δεν αναφέρεται. Η μητέρα του Bowlby πίστευε ότι η προσοχή και η φροντίδα προς τα παιδιά είναι επικίνδυνη για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα τους.

 

Τα όρια

IMG_20200714_125843
Το όριο είναι μια αόρατη γραμμή που σχεδιάζουμε γύρω μας για να ορίσουμε ποιες συμπεριφορές είναι αποδεκτές και ποιες όχι. Τι επιτρέπουμε και τι δεν ανεχόμαστε.

Τα όρια είναι εξωτερικά και εσωτερικά. Το να μάθω να βάζω εξωτερικά όρια με βοηθάει να φροντίζω για τη σωματική μου ακεραιότητα, να κρατάω μια σωματική απόσταση από τους άλλους και φυσικά να σέβομαι και το όριο των άλλων ανθρώπων.

Τα εσωτερικά όρια έχουν να κάνουν με τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά. Οι άνθρωποι που έχουν σταθερά εσωτερικά και εξωτερικά όρια μπορούν να σχετίζονται χωρίς να προβάλλουν στους άλλους δικές του ερμηνείες, ενώ ταυτόχρονα δεν παίρνουν προσωπικά τα συναισθήματα των άλλων. Το να διατηρώ ανέπαφα τα εσωτερικά μου όρια είναι πολύ βοηθητικό και απαραίτητο ειδικά σε περιπτώσεις που νιώθω πως παίρνω επίθεση.

Μια οδυνηρή συνέπεια της έλλειψης εσωτερικών ορίων είναι ότι όταν ακούμε σκέψεις και απόψεις κάποιου άλλου, νομίζουμε πως ή θα πρέπει να συμφωνήσουμε μαζί του -αγνοώντας τη δική μας θέση- ή θα πρέπει να υποστηρίξουμε με σθένος τη δική μας άποψη. Έχοντας μάθει να βάζουμε εσωτερικά όρια, δεν έχουμε την ανάγκη να προσπαθούμε να πείσουμε τους άλλους για την εγκυρότητα της πραγματικότητάς μας.

Όταν αρχίζουμε να βάζουμε εσωτερικά όρια ίσως να αισθανόμαστε περίεργα και σχεδόν ποτέ δεν τα καταφέρνουμε με την πρώτη προσπάθεια. Εάν δυσκολεύεστε, ίσως βοηθήσει να φανταστείτε τα εσωτερικά σας όρια σαν ένα αλεξίσφαιρο γιλέκο από μια πλάκα σκληρού μετάλλου κάτω από το δέρμα στο στήθος σας. Άλλοι κάνουν εικόνα το εσωτερικό όριο ως μικρή πόρτα η οποία ανοίγει μόνο από μέσα και το κλειδί το έχει μόνο ο ιδιοκτήτης. Κάθε φορά που ακούτε κάτι αξιολογείστε το πρώτα και μετά αντιδράστε. Πείτε στον εαυτό σας πως αυτό που ακούω απ’τον απέναντι αφορά τις δικές του σκέψεις, συναισθήματα και όχι αυτά που είπα ή έκανα εγώ.

Τα όρια τα συναντάμε σε διάφορες μορφές-κατηγορίες:

  • Φυσικά όρια τα οποία έχουν να κάνουν στο σεβασμό που θέλετε να δείχνουν οι άλλοι για τον προσωπικό σας χώρο, την ιδιωτικότητά σας και το σώμα σας. Η απόσταση που χρειάζεται να υπάρχει με κάποιον άλλον, πόσο άνετα αισθάνεστε με την τρυφερότητα, την οικειότητα. Πότε και σε ποιον θέλετε  να κάνετε χειραψία όταν γνωρίζετε κάποιον. Πώς νιώθετε όταν σας κλειδώνουν την πόρτα;
  • Γνωστικά όρια που αφορούν τις σκέψεις, τις αξίες, τις απόψεις. Μπορείτε να ακούσετε τη γνώμη κάποιου άλλου χωρίς να γίνετε αυστηροί; Γίνεστε εύκολα ιδιαίτερα συναισθηματικοί ή αμυντικοί;
  • Συναισθηματικά όρια. Όταν έχουμε σταθερά συναισθηματικά όρια μπορούμε να διαχωρίζουμε τα δικά μας συναισθήματα και της ευθύνης μας γι’αυτά, από κάποιου άλλου. Είναι τα εσωτερικά όρια που μας αποτρέπουν από το να δίνουμε συμβουλές, να κατηγορούμε τους άλλους ή τον εαυτό μας. Μας προστατεύουν από το να αισθανόμαστε ένοχοι για τα αρνητικά συναισθήματα ή τα προβλήματα κάποιου άλλου και από το να παίρνουμε προσωπικά τα σχόλια των άλλων.
  • Ηθικά όρια. Γνωρίζετε τις συμπεριφορές που εναρμονίζονται με τις αρχές που για εσάς είναι αδιαπραγμάτευτες; π.χ. δεν ανέχεστε τα ψέματα και την κοροϊδία από τους άλλους.
  • Σεξουαλικά όρια που προστατεύουν το επίπεδο άνεσή σας με τη σεξουαλική επαφή και δραστηριότητα. που,πότε και με ποιον κάνετε σεξ.
  • Πνευματικά όρια που καθορίζουν τις θρησκευτικές σας πεποιθήσεις (ή την έλλειψη αυτών), είτε πρόκειται για τον Θεό, κάποια άλλη θεότητα ή ένα υπερφυσικό ον.
  • Οικονομικά όρια  που περιγράφουν το τρόπο σας να κερδίζετε, να διαχειρίζεστε ή να αποταμιεύετε τα χρήματά σας.

Αγαπητή Ψ- “ζηλεύω”

wp-1591022085740.jpg

“Έχω αρχίσει και ζηλεύω τη σύντροφό μου. πριν λίγες μέρες είχε αφήσει ανοιχτό το λάπτοπ της και είδα κατά λάθος κάτι μηνύματα με τον πρώην της (δεν έψαξα, εκείνη την ώρα είχε πεταχτεί κάπου έξω).  Δεν της είπα τίποτα αλλά μετά από αυτό έχω μπει στο τρυπάκι και παρατηρώ συνέχεια τη διαδικτυακή της συμπεριφορά και κάποια πράγματα με ενοχλούν. Έκανα μια συζήτηση η οποία κατέληξε σε τσακωμό. μου είπε πως θέλω να την ελέγχω, πως είμαι νευρωσικός και πως αυτά τα κάνουν όσοι έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση. Εγώ αυτό που θέλω είναι αυτό που προσφέρω. Σταθερότητα, εμπιστοσύνη, ειλικρίνεια. Για να πω την αλήθεια για μένα η ζήλια είναι ένδειξη ενδιαφέροντος. Θέλω να  να σταματήσει αυτό που κάνει αλλά όχι επειδή το λέω εγώ”

Δεν έχω να πω κάτι καινούργιο για τη ζήλια και είμαι σίγουρη πως τα περισσότερα τα ξέρεις. Όπως για παράδειγμα πως είναι σημαντικό να την απενοχοποιήσουμε και να τη δούμε απλά ως ένα συναίσθημα. Γενικά, βοηθάει να αποδεχόμαστε όλα μας τα συναισθήματα –ακόμα κ εκείνα που μας ενοχλούν – να τους δίνουμε χώρο και όχι να προσπαθούμε να τα «ξεφορτωθούμε». Δεν υπάρχει τίποτα απολύτως στραβό με τα συναισθήματά μας, όταν αυτά εκφράζονται με έναν υγιή και λειτουργικό τρόπο.

Ξέρεις, η αβεβαιότητα είναι ένας περιορισμός κάθε σχέσης και καλό θα ήταν να το αποδεχθούμε όλοι μας, όχι μόνο εσύ. Το να προσπαθούμε να ελέγξουμε τον άλλον έχει κούραση και είναι μάταιο. Γι’αυτό είναι πολύ χρήσιμο να εξετάζουμε τα πιστεύω και τις προσδοκίες για τις σχέσεις μας γενικότερα. Κάποιες φορές, η ζήλια μπορεί να πυροδοτείται ακριβώς απ’αυτά τα πιστεύω. Πεποιθήσεις τύπου «ο/η σύντροφός μου δεν πρέπει να έλκεται από άλλους» ή «τι δουλειά έχει να μιλάει με τον/την πρώην του» δεν είναι και τόσο υποστηρικτικές. Φυσικά και έχεις κάθε δικαίωμα να το πιστεύεις όμως αναρωτιέμαι εάν στο τώρα, υπάρχει και κάποιος άλλος τρόπος να νοηματοδοτείς αυτά που σου συμβαίνουν. Να δεις τις επιλογές σου.

Θα ήθελα να σου πω και άλλα δυο πράγματα που είμαι σίγουρη πως θα τα έχεις σκεφτεί και εσύ. Πολλές φορές η ζήλια μπορεί να είναι προβολή. Για παράδειγμα, εάν εγώ είμαι άπιστη, αποδίδω αυτή τη συμπεριφορά στον άλλο γιατί δεν μπορώ να αποδεχτώ πως είμαι άπιστη  και τελικά να πιστεύω ότι είναι ο άλλος άπιστος. Δεν εννοώ πως προβάλεις κάτι στη σύντροφό σου. Όμως είναι κάτι που συμβαίνει γενικά γι’αυτό και το αναφέρω.

Το άλλο που θέλω να σου πω είναι το πόσο σημαντικό είναι να ζητάμε από εκεί που μπορούν να μας δώσουν. Εάν έχω ανάγκη από σταθερότητα, γιατί να τη ζητάω από κάποιον που πιστεύω πως είναι ασταθής;

 

Το δίλημμα του σκαντζόχοιρου

hedgehogs
Λένε, ότι η οικειότητα γεννά περιφρόνηση και ενώ φράσεις αυτού του ύφους πολλές φορές γίνονται στερεότυπες, η συγκεκριμένη, υποστηρίζεται από την καθημερινή εμπειρία εάν σκεφτούμε τις δυσκολίες που περνάνε οι φιλικές, οι επαγγελματικές, οι οικογενειακές και οι ερωτικές σχέσεις. Στην αρχή μιας σχέσης, συνήθως, κυριαρχούν συναισθήματα αγάπης, στοργής, έλξης, ο ενθουσιαμός και η ανάλαφρη διάθεση.  Όπως είναι φυσικό, αυτή η στάση έχει σαν αποτέλεσμα την επιλεκτική προσοχή των χαρακτηριστικών και συμπεριφορών του άλλου.  Επιλέγουμε να βλέπουμε τη φωτεινή πλευρά όμως, η καθημερινή επαφή κάποιες φορές καταστρέφει το μαγευτικό αυτό τοπίο.  Αρχίζουμε και γνωριζόμαστε καλύτερα και κάποια χαρακτηριστικά που προηγουμένως μας γοήτευαν, τώρα μας απογοητεύουν. Γρήγορα, έρχεται και η απομυθοποίηση.

Στο άρθρο τους “Less is more: The Lure of Ambiguity, or why Familiarity Breeds Contempt” οι Norton, Frost and Ariely (2007) ισχυρίστηκαν ότι όντως η οικειότητα γεννά περιφρόνηση, αμφισβητώντας την αντίληψη ότι όσο περισσότερο γνωρίζουμε έναν άνθρωπο, τόσο περισσότερο τον συμπαθούμε. Σε μια σειρά πειραμάτων που έλαβαν χώρα τόσο σε online dating ιστοσελίδα όσο και στο ΜΙΤ, η έρευνά τους έδειξε ότι όσο περισσότερες πληροφορίες αποκτούμε σχετικά με τους άλλους, τόσο μικρότερη είναι και η προτίμηση.

Έτσι, η ασάφεια -η οποία στην έρευνα ορίστηκε ως έλλειψη πληροφοριών- έχει περισσότερες πιθανότητες να μας κάνει να συμπαθήσουμε κάποιον, γιατί έχουμε την τάση να μας αρέσουν άνθρωποι που υποθέτουμε ότι έχουν χαρακτηριστικά παρόμοια με τα δικά μας. Δηλαδή προβάλουμε στους άλλους χαρακτηριστικά που δεν έχουν.  Αυτό που οδηγεί τη σύνδεση μεταξύ γνώσης και αντιπάθειας, είναι η έλλειψη ομοιότητας.

Οι περισσότεροι συμμετέχοντες οι οποίοι γνώριζαν χαρακτηριστικά ενός άλλου, βρήκαν διαφορές με τον εαυτό τους και έτσι, από τη στιγμή που αντιλήφθησαν την αναμοιότητα, επηρεάστηκαν αρνητικά και επηρεάστηκε η άποψή τους ακόμα και για χαρακτηριστικά τα οποία πριν θα έβρισκαν ουδέτερα.

Οι περισσότεροι θέλουμε και έχουμε ανάγκη από αγάπη και κοντινότητα.  Ο φόβος, όμως, είναι εξίσου ισχυρή δύναμη και ανταγωνίζεται αυτή μας την ανάγκη. Παρόλο που οι ανάγκες μένουν ακάλυπτες όταν δεν ερχόμαστε κοντά, μπορεί να νιώθουμε μεγαλύτερη ασφάλεια όταν δεν το κάνουμε. Με τον τρόπο αυτό, δεν διακινδυνεύουμε την αβεβαιότητα που προκύπτει από τη στενή συναισθηματική σχέση με έναν άλλον άνθρωπο. Δεν διακινδυνεύουμε να πρέπει να δείξουμε ότι είμαστε αυτό που είμαστε, κάτι που περικλείει τη συναισθηματική ειλικρίνεια, αλλά και την πιθανή απόρριψη των συναισθημάτων μας. Δεν διακινδυνεύουμε την εγκατάλειψή μας από τους άλλους. Δεν βιώνουμε την αμηχανία που συνεπάγεται η αρχή μιας σχέσης που για πολλούς είναι πραγματικά αφόρητη.

Όταν δεν πλησιάζουμε στενά κάποιους ανθρώπους, ξέρουμε τι να περιμένουμε: τίποτα.
Η στενή επαφή-η οικειότητα έχουν συχνά ως συνέπεια την αίσθηση της απώλειας του ελέγχου. Η οικειότητα θέτει σε δοκιμασία τους βαθύτερους φόβους μας για το ποιοι είμαστε και για το εάν είναι αποδεκτό να είμαστε ο εαυτός μας, για το ποιοί είναι οι άλλοι και εάν είναι αποδεκτό να είναι εκείνοι αυτό που είναι. Απαιτείται ειλικρίνεια, αυθορμητισμός, εμπιστοσύνη, αποδοχή του εαυτού μας και αποδοχή των άλλων.

Η προσέγγιση μπορεί να μας προκαλεί φόβο αλλά δεν είναι και απαραίτητο να είναι έτσι.  Μπορούμε να είμαστε ο πραγματικός μας εαυτός όταν είμαστε με άλλους ανθρώπους και αξίζει να το διακινδυνεύουμε. Μπορούμε να εμπιστευτούμε τον εαυτό μας και έχουμε τη δυνατότητα να αντεπεξέλθουμε στην αμηχανία που υπάρχει στο ξεκίνημα μιας σχέσης, έστω και αν στην αρχή το κάνουμε όπως οι σκαντζόχοιροι. Προσεκτικά.

ΥΓ: Το δίλημμα του ακανθόχοιρου πρωτοεμφανίζεται στο έργο του Schopenhauer
‘Parerga und Paralipomena’ και το 1921 στο ‘Group Psychology and the Analysis of the Ego’ του Freud.  Μια ομάδα σκαντζόχοιρων στην προσπάθειά τους να έρθουν κοντά για να ζεσταθούν μια χειμωνιάτικη μέρα, έπρεπε να καταβάλουν προσπάθεια για να βρουν την ισορροπία έτσι ώστε και να πάρουν τη ζεστασιά αλλά και να μην τραυματιστούν μεταξύ τους με τα αιχμηρά τους αγκάθια.  Πρόκειται για μια αναλογία των προκλήσεων που προκαλεί η ανθρώπινη οικειότητα και το τι μπορεί να συμβεί κατά τη διαδικασία της δημιουργίας μιας σχέσης.Όσο πιο κοντά έρχονται δυο άνθρωποι μεταξύ τους, τόσο πιο πιθανό είναι να πληγωθούν. Όμως, αν παραμείνουν χώρια, θα συνεχίσουν να έχουν τον πόνο της μοναξιάς
.

 

Μονόπλευρες σχέσεις

wp-1590057863831.png
Οι μονόπλευρες σχέσεις μπορούν να υπάρξουν σε οποιοδήποτε πλαίσιο, όχι μόνο στις ερωτικές. Μια τέτοια σχέση καλλιεργεί μια άνιση δυναμική που μπορεί να είναι αρκετά επώδυνη και τοξική.  Είναι καλό να θυμόμαστε πως οι υγιείς σχέσεις είναι αμφίδρομες. Ενδεικτικά, κάποιες συμπεριφορές μονόπλευρης σχέσης είναι όταν:

  • παίρνετε πρώτοι την πρωτοβουλία για επικοινωνία
  • παίρνετε πρώτοι την πρωτοβουλία για να έρθετε με τον άλλον πιο κοντά
  • απολογείστε συνεχώς
  • αλλάζετε μόνο το δικό σας πρόγραμμα έτσι ώστε να συμβαδίζει με το πρόγραμμα του άλλου
  • οι προσπάθειές σας δεν έχουν ανταπόκριση
  • συχνά προσπαθείτε να δικαιολογήσετε την πληγωτική συμπεριφορά του άλλου (έχει πολλή δουλειά, πολλά στο μυαλό του, περνάει δύσκολα κλπ)
  • ζείτε συνέχεια με το φόβο και την αγωνία πως θα φύγει
  • οι στόχοι της/του έχουν γίνει δικοί σας
  • το επίκεντρο της σχέσης είναι οι ανάγκες του άλλου, για τις δικές σας δεν υπάρχει χώρος
  • συχνά άλλες προτεραιότητες είναι πιο πάνω από εσάς (δουλειά, χόμπυ, φίλοι)
  • συμπεριλαμβάνετε και τον άλλον όταν κάνετε σχέδια για το μέλλον, ενώ ο άλλος δεν κάνει το ίδιο και για εσάς

Όταν κάποιος σου λέει ποιος είναι, πίστεψε τον την πρώτη φορά

wp-1589882799283.png

Είναι πολύ εύκολο να αγνοήσουμε πληροφορίες που δυσκολευόμαστε να αποδεχθούμε. Μας είναι πιο εύκολο να πιστέψουμε πως αυτά που μας λέει κάποιος για τον εαυτό του είτε είναι υπερβολικά ή ότι θα αλλάξουν (ακόμα χειρότερα, θα καταφέρουμε να τον/την αλλάξουμε εμείς) ή απλά τα λέει έτσι για να τα πει.  Επίσης, πιστεύουμε πως εμείς ξέρουμε τον άλλον καλύτερα.  Οι προβολές αυτες δεν είναι μόνο επιβλαβείς για εμάς αλλά και για τον άλλον γιατί ουσιαστικά δεν του αφήνουμε χώρο να μας δείξει τον αυθεντικό του εαυτό στο τώρα. Δεν αγνοούμε μόνο τα ‘καμπανάκια’ αλλά ακόμα και τα θετικά που ακούμε γιατί δεν ταιριάζει με τον ρόλο που έχουμε δώσει στον άλλον για να παίξει στην ταινία που σκηνοθετούμε.

Πιστέψτε τους ανθρώπους όταν σας λένε

  • πως έχουν ακόμα αισθήματα για τον/την πρώην σύντροφό τους
  • πως δεν θέλουν να γίνουν γονείς
  • πως θυμώνουν εύκολα
  • πως θέλετε διαφορετικά πράγματα
  • πως δεν θέλουν να δεσμευτούν
  • πως δεν συνεργάζονται εύκολα με άλλους
  • πως είναι επικριτικοί
  • πως δυσκολεύονται να εμπιστευτούν άλλους ανθρώπους
  • πως δεν έχουν πρόθεση να αλλάξουν
  • πως δεν έρχονται/δυσκολεύονται να έρθουν σε επαφή με τα αισθήματά τους

Ζήτα και θα σου δοθεί

ζητα
Σε μια εποχή όπου το “κάντο μόνος σου” προωθείται όλο και περισσότερο -εάν πάτε σ’ένα βιβλιοπωλείο στο τμήμα με τα βιβλία αυτοβοήθειας θα βρείτε τα πάντα- ίσως φαίνεται περίεργο να προτείνονται αποτελεσματικοί τρόποι να ζητάμε και να παίρνουμε βοήθεια.

Γιατί είναι τόσο δύσκολο να ζητήσουμε βοήθεια; Γιατί φοβόμαστε. Φοβόμαστε μήπως υπερβούμε τα όρια μιας φιλίας, μήπως φανούμε ανόητοι, ανίκανοι, μήπως αποκαλύψουμε τις αδυναμίες μας και κινδυνέψει η εικόνα μας.  Υπάρχει ο φόβος για το τι θα ζητήσει ο άλλος για αντάλλαγμα και αν θα μετατοπιστεί η ισορροπία εξουσίας της σχέσης.  Κυρίως όμως δεν ζητάμε γιατί φοβόμαστε πως θα ακούσουμε όχι. Λέμε όχι στον εαυτό μας πριν το κάνει κάποιος άλλος. Στερούμε όχι μόνο από εμάς αλλά και την ευκαιρία σ’εκείνους που θα ήθελαν να βοηθήσουν.

Έτσι, έχοντας όλες αυτές τις πεποιθήσεις για το τι θα σημαίνει εάν ζητήσω βοήθεια, οι περισσότεροι όχι μόνο δεν ξέρουν τον τρόπο να ζητήσουν αλλά όταν αποφασίσουν να το κάνουν, χρησιμοποιούν ενοχές, εξαναγκασμό ακόμα και εκβιασμό. Ζητούν τον οίκτο όταν απλά θέλουν βοήθεια.

Είναι σημαντικό να ξέρετε από ποιον ζητάτε και να είστε σαφείς και συγκεκριμένοι. Ζητήστε από κάποιον που μπορεί να βοηθήσει και μπορεί να σας δώσει αυτό που έχετε ανάγκη. Αυτό ισχύει σε όλους τους τομείς. Δεν γίνεται να περιμένω βοήθεια από κάποιον που ο ίδιος δεν είναι σε θέση να βοηθήσει τον εαυτό του και μάλιστα να θυμώνω ή να απογοητεύομαι εάν δεν το κάνει. Εάν δυσκολεύεστε να ζητάτε ξεκινήστε να το κάνετε με ανθρώπους που δεν υπάρχει περίπτωση να πουν όχι. Ζητήστε κάτι πολύ απλό και πειραματιστείτε με τον τρόπο που ζητάτε. Ήταν πολύ δύσκολο; τι ήταν αυτό που σας δυσκόλεψε περισσότερο; πώς νιώσατε όταν σας είπαν “ναι”; Κάντε μια λίστα με όλα τα  πράγματα -απ’το πιο σημαντικό μέχρι το πιο ασήμαντο- που για να τα κάνετε χρειάζεστε βοήθεια. Δίπλα στο καθένα γράψτε με ποιο τρόπο σταματάτε τον εαυτό σας απ’το να μη ζητήσει βοήθεια, τι χάνετε εάν δεν ζητήσετε και τι θα κερδίσετε εάν το κάνετε.

Να είστε συγκεκριμένοι. Είναι φοβερά βοηθητικό και πολλές φορές ανακουφιστικό για τον άλλον. Όσο πιο συγκεκριμένοι, τόσο καλύτερα.  Μη θεωρείτε δεδομένο πως θα ακούσετε όχι αλλά να θυμάστε πως κάποιοι θα πουν ναι και κάποιοι όχι.  Πάρτε το ρίσκο και ζητήστε αυτό που έχετε ανάγκη και θέλετε. Εάν πουν όχι, δεν θα είστε σε χειρότερη θέση από πριν και εάν πουν ναι, θα είστε σε καλύτερη. Καλό θα ήταν να αποδέχεστε το “όχι” ως απάντηση σ’αυτό που ζητάτε και όχι ως απόρριψη γι’αυτό που είστε. Εξάλλου, πιστεύω πως η απόρριψη είναι ένας μύθος απ’την άποψη πως είναι μια έννοια που ο καθένας τη νοηματοδοτεί ανάλογα με την ιστορία του και επιλέγει εάν θα έχει θετικό ή αρνητικό πρόσημο. Γενικά, προσέξτε λίγο τα προσωπικά σας αφηγήματα -ειδικά εάν έχετε επιλέξει να τα κάνετε σημαία και να πορεύεστε σε όλη σας τη ζωή μ’αυτά- φροντίστε τουλάχιστον να είναι υποστηρικτικά.

Το να ζητάτε, δεν σας υποτιμά με κανέναν τρόπο. Σας επιτρέπει να προχωρήσετε, να κάνετε πράγματα με μεγαλύτερη ευκολία και να προετοιμαστείτε καλύτερα για τις επόμενες προκλήσεις.

 

Πέντε πιθανοί λόγοι που μας δυσκολεύουν να ζητήσουμε συγγνώμη

 

wp-1588250287027.png

  1. Νομίζουμε πως επειδή κάναμε κάτι κακό είμαστε κακοί άνθρωποι. Το ονομάζουμε και γνωστική ασυμφωνία.*  Kάποιοι δυσκολεύονται να διαχωρίσουν τις πράξεις από τον χαρακτήρα.  Αν έκαναν κάτι που έβλαψε κάποιον, θα σημαίνει πως είναι κακοί άνθρωποι. Αν παραμέλησαν να κάνουν κάτι τότε θα σημαίνει πως είναι εγωιστές και αδιάφοροι. Αν έκαναν απλά λάθος, τότε μάλλον θα είναι ανίδεοι ή χαζοί. Για να μπορέσουν να επιλύσουν ή να ανταπεξέλθουν σε αυτή την γνωστική ασυμφωνία, αρνούνται το λάθος τους και εμμένουν στην άποψή τους γιατί νιώθουν να απειλείται η ταυτότητά τους και η αυτοεκτίμησή τους.
  2. Η συγγνώμη ανοίγει την πόρτα στη ντροπή και την ενοχή. Η ενοχή μας κάνει να αισθανόμαστε άσχημα για τις πράξεις μας, με τη ντροπή αισθανόμαστε άσχημα για τον εαυτό μας. Η ντροπή για τους περισσότερους είναι πιο δύσκολα διαχειρίσιμη από την ενοχή.
  3. Η αποδοχή του λάθους θα ανοίξει την πόρτα και σε επόμενες συγκρούσεις και δριμύ κατηγορώ.  Ενώ οι περισσότεροι θεωρούμε τη συγγνώμη όχι μόνο ως ευκαιρία επίλυσης συγκρούσεων αλλά και ως ευκαιρία να έρθουμε με τον αλλον πιο κοντά, εκείνοι που δεν ζητούν συγγνώμη φοβούνται πως η συγγνώμη θα δημιουργήσει “δεδικασμένο” σε περαιτέρω κατηγορίες και συγκρούσεις. Μόλις παραδεχτούν το λάθος, πιστεύουν πως ο απέναντι θα βρει την ευκαιρία να φέρει στη συζήτηση όλες τις φορές που αρνήθηκαν να ζητήσουν συγγνώμη.
  4. Φοβούνται ότι αν απολογηθούν θα σημαίνει πως αναλαμβάνουν όλη την ευθύνη και θα απαλλάξουν τον άλλον από την ευθύνη που του αναλογεί.
  5. Πιθανόν να είναι πιο εύκολο να μένουν στο θυμό και να κρατάνε απόσταση από το να νιώθουν ευάλωτοι όταν έρχονται πιο κοντά με τον άλλον. Νιώθουν πως έτσι διατηρούν τον έλεγχο στα συναισθήματά τους και άρα είναι πιο δυνατοί. (βλ. το παρακάτω λινκ)

Μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα εδώ: https://onlinelibrary.wiley.com/doi/abs/10.1002/ejsp.1901

*Η θεωρία της γνωστικής ασυμφωνίας διατυπώθηκε από τον Leon Festinger τη δεκαετία του 50 όταν μελετούσε μια μικρή θρησκευτική ομάδα η οποία πίστευε ότι ένας ιπτάμενος δίσκος θα έσωζε τα μέλη της από μια αποκάλυψη που θα γινόταν τα επόμενα χρόνια. Δημοσίευσε τα ευρήματά του γράφοντας πως η ομάδα -αφού δεν συνέβη κάτι τέτοιο- υποστήριξε πιο έντονα την πίστη της και ισχυρίστηκε πως ο Θεός είχε απλώς αποφασίσει να σώσει τα μέλη, αντιμετωπίζοντας τη δική τους γνωστική ασυμφωνία με την προσκόλληση σε μια δικαιολογία.