Κάποιον μου θυμίζεις

IMG_20200209_193028
Ένα απ’τα πιο συχνά ερωτήματα -που το ακούμε και σε διάφορες παραλλαγές- είναι το “πώς γίνεται αυτοί/ες που επιλέγω να μου συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο;”
Θεωρητικά είμαστε ελεύθεροι να επιλέξουμε το είδος ανθρώπου που θα αγαπήσουμε αλλά στην πραγματικότητα η επιλογή μας είναι μάλλον πολύ λιγότερο ελεύθερη από ό,τι φανταζόμαστε. Οι περιορισμοί γύρω απ’τους οποίους μπορούμε να αγαπάμε και να νιώθουμε καλά προέρχονται από ένα μέρος που όλοι οι ψυχοθεραπευτές αρέσκονται να πηγαίνουν. Στην παιδική ηλικία. Η ψυχολογική ιστορία του καθενός μας προδιαθέτει να επιλέγουμε ορισμένους τύπους ανθρώπων.

Ψάχνουμε εκείνους που από πολλές απόψεις αναβιώνουν τα συναισθήματα αγάπης που γνωρίζαμε όταν ήμασταν μικροί. Το θέμα είναι ότι η αγάπη που πήραμε κατά την παιδική μας ηλικία δεν φτιάχτηκε μόνο από γενναιοδωρία, ευαισθησία και καλοσύνη. Δεδομένου το ότι οι γονείς είναι άνθρωποι και κάνουν λάθη -παρ’όλη την αδιαμφισβήτητα καλή πρόθεσή τους- κάποιες φορές η αγάπη συνοδεύεται και με οδυνηρές πτυχές: την αίσθηση πως δεν είμαι αρκετά καλός, μια αγάπη για έναν γονέα νάρκισσο ή καταθλιπτικό ή εύθραυστο ή η αίσθηση πως ποτέ κανείς δεν μπορεί να είναι πλήρως ευάλωτος γύρω από έναν φροντιστή.

Έτσι, στην ενήλικη ζωή μας θα βρούμε συντρόφους που κάτι στην συμπεριφορά τους θα μας είναι οικείο και θα το έχουμε ξαναζήσει.  Δεν δίνουμε σημασία και ευκαιρία σε ανθρώπους οι οποίοι δεν είναι διατεθειμένοι να ικανοποιήσουν τη λαχτάρα μας για πολυπλοκότητες που έχουμε συνδέσει με την αγάπη. Μπορεί να περιγράψουμε κάποιον ως “βαρετό” όταν στην πραγματικότητα εννοούμε: είναι απίθανο να με κάνει να υποφέρω με τον τρόπο που πρέπει να υποφέρω για να αισθανθώ ότι η αγάπη είναι πραγματική.

Πολλοί λένε πως η λύση είναι απλά να προσπερνάμε αυτούς που έχουν ιδιόμορφη συμπεριφορά και μας ελκύουν και να βρούμε κάποιον με πιο υγιή συμπεριφορά. Θεωρητικά είναι μια καλή λύση και συχνά πρακτικά αδύνατη. Αντί να επιδιώκουμε να αλλάξουμε προτιμήσεις θα ήταν καλύτερο να προσαρμόσουμε τον τρόπο με τον οποίο αντιδρούμε σε συμπεριφορές οικείες που στο τώρα, αν και ενήλικοι μας καθηλώνουν.

Κάτι που επαναλαμβάνω πολύ συχνά γιατί γνωρίζω τη χρησιμότητα της ψυχοεκπαίδευσης είναι πως πολλές φορές τα συναισθήματά μας δεν γεννιούνται από την τρέχουσα κατάσταση και δεν αφορούν στην πραγματικότητα το εν λόγω πρόσωπο, αλλά μια συμπεριφορά τους αναπαράγει-πυροδοτεί κάτι που μας συνέβη πριν πολύ καιρό.  Στο τότε, το είχαμε βιώσει πραγματικά τραυματικά γιατί ένα παιδί δεν μπορεί να εξηγήσει γνωστικά αυτά που του συμβαίνουν και δεν έχει και επιλογές. Στο σήμερα, εάν κάποια συμπεριφορά επαναληφθεί, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να γυρίσω πάλι πίσω στο παλιό, παρόλο που γνωστικά θα λέω “μα δεν είναι δυνατόν”.  Σ’αυτό ακριβώς το σημείο θα γίνει η παρέμβασή μου και πλέον θα αντιδράσω ως ενήλικας  και όχι ως το παιδί που ήμουν τότε. Για παράδειγμα εάν ως παιδί δεν έπαιρνα την προσοχή που ήθελα και δεν ήξερα τον τρόπο να τη ζητήσω, τότε θα έβρισκα έμμεσους τρόπους για να πάρω αυτό που είχα ανάγκη.

Στο σήμερα, εάν ο/η σύντροφός μου είναι απορροφημένος με τη δουλειά του και εγώ αντιδράσω όπως παλιά, τότε είτε θα το μεταφράσω “δεν νοιάζεται αρκετά, δεν είμαι αρκετά σημαντικός/ή” ή θα αντιδράσω χειριστικά για να πάρω αυτό που χρειάζομαι. Ένας ενήλικας, που γνωρίζει και έχει δουλέψει τα θέματά του, έστω και αν πυροδοτηθεί ένα παλιό συναίσθημα θα έχει τη δυνατότητα να σκεφτεί κάτι όπως: “έχει δουλειά, έχω και εγώ δουλειά και είναι εντάξει”.  Γιατί θα γνωρίζει πως στο σήμερα έχει πάντα επιλογές.

Δεν προτρέπω, ούτε υπονοώ να μένουμε σε καταστάσεις δύσκολες και ταλαιπωρητικές για να δούμε και να επιλύσουμε τα παλιά μας τραύματα.  Όμως, ως ενήλικες μπορούμε να αποκτήσουμε τις ικανότητες που θα μας επιτρέψουν να πειραματιστούμε με τις προκλήσεις του “εδώ και τώρα” που ως παιδιά στο “εκεί και τότε” δεν μπορούσαμε.

Ο Υποκόμης και ο Καθηγητής

IMG_20200204_121928
Why do you suppose we only feel compelled to chase the ones who run away?
αναρρωτήθηκε μελαγχολικά μέχρι και ο Κόμης Βαλμόν στις επικίνδυνες σχέσεις.

Αιώνες μετά, το βασανιστικό  ερώτημα παραμένει για πολλούς αναπάντητο. Το ακούμε πολύ συχνά και σε διάφορες παραλλαγές: “Γιατί αυτή η συγκεκριμένη σχέση μ’έχει καθηλώσει και δεν μπορώ να προχωρήσω” ή  “γιατί αυτοί/ες που επιλέγω να έχουν τα ίδια μοτίβα συμπεριφοράς;”

Για τη Μαρκησία ντε Μαρτέιγ, η απάντηση ήταν μονολεκτική. Ανωριμότητα.
Για τον Καθηγητή και ψυχαναλυτικό ψυχοθεραπευτή Jeremy Holmes, τα πράγματα είναι λίγο πιο πολύπλοκα. Ο Jeremy Holmes εξετάζει τη θεωρία του Bowlby -τις διεργασίες της προσκόλλησης και της απώλειας- και ερευνά τους τρόπους με τους οποίους η “Θεωρία του Δεσμού” μπορεί να βοηθήσει στην κατανόηση της κοινωνίας και των προβλημάτων που την βασανίζουν.

H φύση και η μορφή της πρώτης σχέσης γίνεται μοντέλο για τις μετέπειτα σχέσεις, προκαλώντας προσδοκίες για το αν το άτομο είναι άξιο αγάπης και κατά πόσο μπορεί να βασιστεί στους άλλους. Σύμφωνα με τον Holmes, κατά τη διαδικασία της κοινωνικής μας εξέλιξης, κατασκευάζουμε εσωτερικά λειτουργικά μοντέλα (internal working models) ή νοητικές αναπαραστάσεις του εαυτού και των προτύπων αλληλεπίδρασης με τους άλλους. Τα μοντέλα αυτά οργανώνουν την εξέλιξη της προσωπικότητας, κατευθύνουν την κοινωνική μας συμπεριφορά και αποτελούν τη βάση για τη διαμόρφωση προσδοκιών, αντιλήψεων και συμπεριφορών, καθώς και το πως βιώνουμε τα συναισθήματα σε υπάρχουσες αλλά και σε νέες σχέσεις.

“Δηλαδή, τώρα που ξέρω, θα σταματήσω να κάνω σχέσεις που με ταλαιπωρούν;”.

Όταν κάποιος φτάσει στην κατανόηση των βιωμάτων του και αξιολογήσει το παρελθόν του, είναι σημαντικό να μη σταθεί μόνο στη λύπη. Εάν στο σήμερα νιώθω υπερβολικό πόνο ή καθήλωση για κάποια συμπεριφορά που έρχεται από τον απέναντι μου, θα με βοηθήσει να μείνω λίγο σε μένα και να σκεφτώ, τι μου θυμίζει αυτή η συμπεριφορά που με καθηλώνει και από που την ξέρω. υπήρχε κάποιος στο στενό μου περιβάλλον που συμπεριφερόταν παρόμοια;

Πολλές φορές τα συναισθήματά μας δεν γεννιούνται από την τρέχουσα κατάσταση και δεν αφορούν στην πραγματικότητα το εν λόγω πρόσωπο, αλλά αναπαράγουν-πυροδοτούν κάτι που μας συνέβη πριν πολύ καιρό.  Στο τότε, το είχαμε βιώσει πραγματικά τραυματικά ίσως γιατί ένα παιδί δεν μπορεί να εξηγήσει γνωστικά αυτά που του συμβαίνουν. Στο σήμερα, εάν κάποια παρόμοια συμπεριφορά επαναληφθεί, υπάρχει πιθανότητα να με γυρίσει πάλι πίσω στο παλιό, παρόλο που γνωστικά θα λέω “μα πως είναι δυνατόν”.

Το παρελθόν δεν αλλάζει. Αλλάζει όμως ο τρόπος με τον οποίο το αντιμετωπίζω και σίγουρα, η μεγαλύτερη παγίδα, θα είναι να προσπαθήσω ν’ αλλάξω τον άλλον. Δεν έχουμε καμιά δουλειά να κάνουμε τέτοια πράγματα. Το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να επικεντρωθούμε σε εμάς και στις αλλαγές που θα κάνουν τη ζωή μας καλύτερη.

Ο τρόπος που μιλάω στον εαυτό μου

cof

Κάθε τι που βιώνουμε είναι το αποτέλεσμα του τρόπου που είχαμε αντιδράσει σε ένα ή περισσότερα γεγονότα στη ζωή μας. Για να φτάσουμε όμως στη δράση, έχουν προηγηθεί διάφορα άλλα στάδια με πρώτο αυτό της αρχικής μας σκέψης. Ο τρόπος που σκεφτόμαστε, ο τρόπος που ερμηνεύουμε ένα γεγονός, ακόμα και οι εικόνες που φτιάχνουμε για εμάς και τους άλλους στο μυαλό μας καθορίζει τη συμπεριφορά μας, τη δράση μας.

Συμβαίνει κάποιο γεγονός σημαντικό ή ασήμαντο. Στο ερέθισμα που έρχεται απ’το περιβάλλον δεν έχουμε κάποιο έλεγχο ούτε μπορούμε να το αλλάξουμε. Το να προσπαθούμε να ελέγχουμε ή να αλλάξουμε το ερέθισμα -το οποίο μπορεί να είναι οτιδήποτε- είναι κουραστικό και μάταιο.

Αυτό που μπορούμε να αλλάξουμε, να έχουμε έλεγχο είναι μόνο στον εαυτό μας και συγκεκριμένα στην αρχική μας σκέψη. Γιατί είναι τόσο σημαντική η αρχική μας σκέψη; γιατί αυτή θα καθορίσει το συναίσθημα που θα προκύψει, το σωματικό σύμπτωμα και τη δράση μας, τη συμπεριφορά μας. Εάν η αρχική μας σκέψη δεν είναι υποστηρικτική προς εμάς, ή διαστρεβλωμένη τότε το συναίσθημα που θα έχουμε να διαχειριστούμε θα είναι δύσκολο, το πιθανότερο είναι να μην αισθανόμαστε καλά στο σώμα και η δράση-συμπεριφορά δεν θα είναι σε καμία περίπτωση βοηθητική.

Ετσι λοιπόν όταν καταλαβαίνετε πως η αρχική σας σκέψη δεν είναι βοηθητική -θα το αναγνωρίζετε απ’όλα τα υπόλοιπα και κυρίως απ’την αίσθηση στο σώμα και τη δράση- είναι να στέκεστε λίγο σε εσάς και να λέτε “υπάρχει κάποιος άλλος τρόπος να σκεφτώ και να ερμηνεύσω το αρχικό ερέθισμα;” Εάν αυτό σας δυσκολεύει τότε σκεφτείτε ή ρωτήστε κάποιον που σκέφτεται και αντιδρά διαφορετικά από εσάς.  Να θυμάστε πως μόνο τρία πράγματα μπορούμε να ελέγξουμε: τις σκέψεις μας, τις εικόνες που φτιάχνουμε στο μυαλό μας και τη συμπεριφορά μας.

Από πολλούς η παραφροσύνη ορίζεται ως η συνεχής επανάληψη μιας συμπεριφοράς με την προσδοκία ενός διαφορετικού αποτελέσματος. Δοκιμάστε να αλλάξετε τις σκέψεις σας, τις συνήθειές σας, τον τρόπο που νοηματοδοτείτε αυτά που σας συμβαίνουν, αυτά που διαβάζετε, τους ανθρώπους που συναναστρέφεστε και κυρίως τον τρόπο που μιλάτε για τον εαυτό σας και τους άλλους.

Έχω παρατηρήσει πως ένα μεγάλο ποσοστό ανθρώπων στεναχωριέται και μένει στο γεγονός πως κάποια πράγματα τα έμαθε σε μεγάλη ηλικία και ότι θα πρέπει να καταβάλει προσπάθεια για να καταφέρει να σκέφτεται υποστηρικτικά προς τον εαυτό του.  Το καταλαβαίνω πάρα πολύ, όμως να χαίρεστε που έχετε τη δυνατότητα να μαθαίνετε καινούργιους τρόπους -και ας μην τους χρησιμοποιήσετε ποτέ- γιατί αυτό σας δίνει επιλογές.

Πώς να βοηθήσω έναν φίλο που πενθεί

grief-support-490x326
Όταν κάποιος δικός μας άνθρωπος πενθεί συχνά στεκόμαστε αμήχανοι και δεν ξέρουμε πώς να συμπεριφερθούμε. Κάποιες φορές θα πούμε όλα τα κλισέ που νομίζουμε πως βοηθάνε και άλλες θα εξαφανιστούμε. Η αλήθεια είναι πως καμία απ’τις δυο συμπεριφορές δεν βοηθάνε έναν άνθρωπο που υποφέρει.  Η προσέγγιση είναι καλό να είναι συχνή και ταπεινή.

Η ικανότητά σας να είστε καλοί ακροατές χωρίς να δίνετε συμβουλές είναι το πιο σημαντικό. Δεν χρειάζεται να έχετε πάντα κάτι να πείτε. Με το να είστε εκεί και να ακούτε χωρίς να κρίνετε ή να ερμηνεύετε είναι πολύ πιο θεραπευτικό και ανακουφιστικό για τον άλλον.

O φίλος σας για μεγάλο χρονικό διάστημα μπορεί να θέλει να μιλάει συνέχεια για τον θάνατο του αγαπημένου του προσώπου. Αυτή η επανάληψη είναι μέρος της θεραπευτικής διαδικασίας. Μη λέτε “ξέρω πως αισθάνεσαι”. Δεν ξέρετε. Ο καθένας μας βιώνει την απώλεια και τη θλίψη διαφορετικά. Εάν θέλετε να μιλήσετε με ενσυναίσθηση μπορείτε να πείτε “εάν θες να μιλήσεις για το πώς αισθάνεσαι, εγώ είμαι εδώ”.

Εάν δεν γνωρίζετε με βεβαιότητα τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του αποθανόντα και εκείνου που πενθεί για τη μεταθανάτια ζωή, μην πείτε ποτέ “είναι κάπου εκεί ψηλά και σε βλέπει”. Είναι μια δήλωση που μπορεί να θυμώσει πολύ τον άλλον. “Τώρα που έφυγε θα ηρεμήσεις και εσύ και θα μπορείς να συνεχίσεις τη ζωή σου” είναι η πιο συχνή φράση που ακούγεται ιδιαίτερα μετά από μια παρατεταμένη και οδυνηρή ασθένεια που ναι μεν ο θάνατος μπορεί να φαίνεται ως ανακούφιση, όχι όμως για εκείνον που μένει πίσω.

Δεν ξέρω τι θα έκανα εάν ήμουν στη θέση σου. σίγουρα δεν θα ήμουν τόσο ψύχραιμος”. Αυτή η δήλωση αφορά αποκλειστικά εσάς και δεν προσφέρει τίποτα σ’έναν άνθρωπο που υποφέρει. “αν και ξαφνικό, τουλάχιστον δεν υπέφερε ή ευτυχώς είχες χρόνο να τον αποχαιρετήσεις”. Ένας θάνατος είναι εξαιρετικά δύσκολα διαχειρίσιμος σε οποιαδήποτε συνθήκη.  Πείτε στον άνθρωπο πως έχει δίκιο που υποφέρει και είστε δίπλα του. Ειδικά τον πρώτο καιρό προτείνετε συγκεκριμένα πράγματα που μπορείτε να προσφέρετε και αυτό γιατί πολλοί άνθρωποι πιστεύουν πως είναι βάρος και δύσκολα θα σας ζητήσουν εκείνοι βοήθεια. To να αποδεσμεύσετε τον φίλο σας απο τη λήψη μιας ακόμα απόφασης είναι από μόνο του βοηθητικό.  Αντί να ρωτήσετε “εάν χρειαστείς κάτι, πάρε με τηλέφωνο” πείτε “σήμερα το απόγευμα θα πάω σούπερ μάρκετ, τι θες να σου φέρω;” Ετοιμάστε ένα φαγητό για εκείνον, εάν έχει παιδιά κάντε λίγο baby sitting, επιμείνετε να πάτε μαζί μια βόλτα. Γενικά δώστε πρακτική βοήθεια, ειδικά εάν η ψυχολογική στήριξη σας δυσκολεύει.

Οι άνθρωποι δεν βιώνουμε τα στάδια του πένθους με τον ίδιο τρόπο και η στήριξη μετά το αρχικό σοκ της απώλειας είναι πιο πολύτιμη από ποτέ. Μείνετε σε επαφή έστω και με ένα μέιλ ή ένα μήνυμα και μην κάνετε υποθέσεις για την ψυχολογική κατάσταση του φίλου σας από την εξωτερική του εμφάνιση.

Κάποιες μέρες του έτους θα είναι ιδιαίτερα δύσκολες για το αγαπημένο σας πρόσωπο.
Οι γιορτές, τα γενέθλια, οι επέτειοι, οι διακοπές, θα αναζωπυρώνουν τη θλίψη. Δεν χρειάζεται να έχετε πάντα κάτι να πείτε. Οι άνθρωποι πολλές φορές το μόνο που θέλουμε όταν κλαίμε είναι να μην κλαίμε μόνοι μας. Απλά να είναι κάποιος δίπλα μας χωρίς να μιλάει. Απλά, ν’αντέχει τον πόνο μας.

Πώς να μιλήσω στο παιδί μου για το θάνατο

hippo_on_the_window_209014

Έχασα τη μητέρα μου ξαφνικά πριν λίγες μέρες. Πέρα απ’τη δική μου θλίψη έχω να αντιμετωπίσω και την κόρη μου η οποία την αγαπούσε πολύ και πέρναγαν πολλές ώρες μαζί. Με ρωτάει συνέχεια πότε θα τη δει και απ’τη μια δεν θέλω να της λέω ψέματα αλλά φοβάμαι πως δεν θα αντέξει να ακούσει πως δεν θα ξαναδεί τη γιαγιά. Την αγαπούσε πολύ.”

Κάθε παιδί αρκετά μεγάλο για να αγαπάει είναι και αρκετά μεγάλο για να πενθεί. Το πένθος των παιδιών εκφράζεται διαφορετικά απ’το δικό μας μιας και τείνουν να θρηνούν εμφανίζοντας θλίψη περιστασιακά με εναλλαγές χαράς και θυμού.
Η θλίψη τους μπορεί να εκδηλωθεί και με σωματικά συμπτώματα όπως με πονοκεφάλους ή στομαχόπονο ή με διαταραχές στον ύπνο. Μπορεί να παλινδρομούν σε συμπεριφορές προηγούμενης ηλικίας όπως ενούρηση, πιπίλισμα δαχτύλου ή προσκόλληση στους γονείς. Συχνά χρησιμοποιούν το παιχνίδι για να εκφράσουν αυτό που σκέφτονται και αισθάνονται γι’αυτό και η συμπεριφορά τους είναι καλύτερη ένδειξη της θλίψης τους από ό, τι τα λόγια τους. Φυσικά η ηλικία και η φάση ανάπτυξης τους καθορίζουν πόσο πραγματικά καταλαβαίνουν για το θάνατο.

Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε πως είναι επιρρεπή στη μαγική σκέψη, πιστεύοντας ότι οι σκέψεις μπορούν να προκαλέσουν πράξεις και ότι οι φαντασιώσεις τους μπορούν να γίνουν πραγματικές. Γι’αυτό και διαβεβαιώνουμε πώς τίποτα απ’όσα έκαναν, σκέφτηκαν ή είπαν δεν προκάλεσαν το θάνατο και πως δεν θα μπορούσαν να έχουν κάνει κάτι για να το αποτρέψουν.

Μέχρι την εφηβεία, τα παιδιά είναι αρκετά κυριολεκτικά γι’αυτό δεν χρησιμοποιούμε ευφημισμούς. Το να πούμε πως ο νεκρός “κοιμήθηκε” ή “μας άφησε” ή “πήγε σ’ένα καλύτερο μέρος” ή “ήταν το θέλημα του Θεού” είναι πολύ μπερδευτικό και προκαλεί σύγχυση. Μπορεί να πιστεύουν πως αυτός που έφυγε μπορεί να ξαναγυρίσει ή συνεχίζει να ζει εκεί που βρίσκεται. Είναι εντάξει να χρησιμοποιήσεις της λέξη “θάνατος” και να εξηγήσεις με ειλικρίνεια τι συνέβη. Μη φοβάσαι τις λέξεις “πέθανε”, “σταμάτησε η καρδιά της” και μην προσπαθείς να ωραιοποιήσεις την κατάσταση. Μπορείς να πεις πως όταν πεθαίνει κάποιος σταματάει να χτυπά η καρδιά του. Δεν νιώθει και δεν πονά. Πως όλοι πεθαίνουν, τα ζώα, τα λουλούδια. Μην αποκρύψεις το γεγονός γιατί η απόκρυψη της αλήθειας αντί να προστατεύει δημιουργεί περισσότερα προβλήματα στο μέλλον. Εξάλλου να είσαι σίγουρη πως έχει καταλάβει πως κάτι συμβαίνει.

Άφησέ τη να σε δει να κλαις και να πενθείς γιατί έτσι μαθαίνει πως η στεναχώρια είναι φυσιολογική και ξεπερνιέται. Πως το κλάμα δεν είναι ντροπή. Βλέπει πως είναι παρήγορο για όλους όταν το πένθος και η στεναχώρια μοιράζεται και πως δεν χρειάζεται να το περνάμε μόνοι μας. Μη φοβάσαι πως θα “διαλυθεί”. Τα παιδιά μπορούν να αντιμετωπίσουν αυτό που γνωρίζουν. Δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν σε αυτά που δεν γνωρίζουν ή έχουμε αποφασίσει εμείς πως δεν πρέπει να γνωρίζουν γιατί νομίζουμε πως τα προστατεύουμε.

Μου γράφεις και για τη δική σου θλίψη και θέλω να σου πω πως είναι εξίσου σημαντική και πως θα πρέπει να βρεις τον χρόνο να την τιμήσεις και μόνη σου. Να ζητήσεις βοήθεια από την οικογένειά σου και απ’τους φίλους σου, να είσαι φροντιστική και ευγενική με τον εαυτό σου και να ξέρεις πως κάνεις το καλύτερο που μπορείς.

Ο φίλος μου χρειάζεται έναν ειδικό. Πώς θα πειστεί να τον δει;

“Ένας παιδικός μου φίλος περνάει πολύ δύσκολα τον τελευταίο καιρό και τον βλέπω να κλείνεται όλο και περισσότερο. Στο παρελθόν εγώ είχα απευθυνθεί σε κάποιον ειδικό και με είχε βοηθήσει πολύ και θέλω να τον κάνω να πάει και εκείνος. Προσπάθησα να του το πω αλλά δεν είχα αποτέλεσμα. Μπορείς να μου πεις τι να του πω για να πάει;”

Πρέπει να νοιάζεσαι και να ανησυχείς πολύ για τον φίλο σου. Ο τρόπος για να τον κάνεις να απευθυνθεί σε κάποιον ειδικό λοιπόν είναι απλός. Να μιλήσεις για σένα και το πως αισθάνεσαι με το να τον βλέπεις να δυσκολεύεται χρησιμοποιώντας πάντα το πρώτο πρόσωπο. Να του πεις πως ενδιαφέρεσαι και ανησυχείς και πως θες να είναι υγιής και ευτυχισμένος. Ρώτησέ τον τι μπορείς να κάνεις για να βοηθήσεις. Μοιράσου τη δική σου εμπειρία και πόσο βοηθήθηκες, όταν απευθύνθηκες σε κάποιον ψυχοθεραπευτή. Να εστιάσεις στη διαδικασία και όχι στο αποτέλεσμα και να μη ξεχνάς πως δεν γίνεται να τον υποχρεώσεις  να κάνει κάτι εάν ο ίδιος δεν το έχει αποφασίσει.  Να θυμάσαι ότι το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να προκαλέσεις την αλλαγή που ελπίζεις και εύχεσαι για εκείνον και ακόμα κι αν δεν είναι έτοιμος να αναζητήσει επαγγελματική βοήθεια τώρα, μπορεί να θυμηθεί αυτά που του είπες όταν και αν θα είναι έτοιμος να κάνει αυτό το βήμα.

 

Πώς ν’αντιμετωπίσετε το χωρισμό με τον συνάδελφο

IMG_20200223_191355.png

«Τα έφτιαξα με ένα συνάδελφο και όλα πήγαν άσχημα. Το πρωϊνό ξύπνημα για τη δουλειά ήταν η πιο όμορφη στιγμή της ημέρας και τώρα έχει γίνει απλά καταναγκαστικό έργο. Δυσκολεύομαι πολύ, σκέφτομαι να παραιτηθώ»

Ένας χωρισμός είναι πάντα δύσκολος πόσο μάλλον όταν μετά θα πρέπει να βλέπεις καθημερινά τον άλλον. Ακόμα και αν η σχέση τερματίστηκε πολιτισμένα, η συνεργασία για ένα χρονικό διάστημα θα είναι μάλλον αμήχανη. Προτού όμως αποφασίσεις να παραιτηθείς ίσως τα παρακάτω κάνουν την καθημερινότητά σου λιγότερο επώδυνη.

Εάν η σχέση σας δεν είχε γνωστοποιηθεί εώς τώρα ένας λόγος παραπάνω για να μη γίνει αυτό. Όσο δύσκολο κι αν σου φαίνεται θα πρέπει να αντιμετωπίσεις τον πρώην σύντροφό σου ακριβώς όπως και τους άλλους συναδέλφους. Η ευγενική αποστασιοποίηση θα σε βοηθήσει πολύ και θα πρότεινα μην μπείτε στον πειρασμό να ξαναπροσπαθήσετε μόνο και μόνο για να αποφύγετε την αμηχανία και να κάνετε την κατάσταση λιγότερο δύσκολη.

Μείνε μακριά από κουτσομπολιά, αναλύσεις και υπονοούμενα. Μπορεί να έχεις ανάγκη να μιλήσεις στον πρώτο που θα είναι διαθέσιμος να σ’ακούσει αλλά όσο καλή σχέση και αν έχεις με τους συναδέλφους σου, δεν είναι φίλοι σου. Μπορεί να σε ανακουφίζει να το συζητάς αλλά είμαι σίγουρη πως ξέρεις ότι οτιδήποτε μοιραστείς γι’αυτό το θέμα θα μαθευτεί.

Όσο συναισθηματικά φορτισμένη και αν είσαι τα κλάματα και τα ξεσπάσματα δεν είναι για τον εργασιακό μας χώρο. Γενικά την προσωπική μας ζωή καλό είναι να τη μοιραζόμαστε με φίλους εκτός γραφείου. Η δουλειά μας δεν είναι ο καναπές του ψυχοθεραπευτή.

Εστίασε στη δουλειά σου. Όταν το κάνεις αυτο, θα δεις ότι έχεις λιγότερο χρόνο να ασχολείσαι και να ανησυχείς για τον πρώην σου. Εξάλλου ο χώρος εργασίας είναι τόσο ανταγωνιστικός και τόσο γρήγορα μεταβαλλόμενος που μπορείς εύκολα να βγεις εκτός παιχνιδιού και είμαι σίγουρη πως δεν θες να αφήσεις μια σχέση που δεν πήγε καλά να επηρεάσει και την εργασιακή σου απόδοση και εξέλιξη.

Οι περισσότεροι περνάνε αρκετές ώρες στο γραφείο και είναι κατανοητό να δημιουργούνται και ερωτικές σχέσεις μεταξύ συναδέλφων. Μη βιαστείς να παραιτηθείς κυρίως εάν είσαι ευχαριστημένη απ τη δουλειά σου. Ακούγεται κλισέ αλλά ακόμα και μια αποτυχημένη σχέση μπορεί να σου μάθει πολλά όχι μόνο για τον εαυτό σου αλλά και να αξιολογείς καλύτερα μελλοντικές αποφάσεις ειδικά εάν αυτές έχουν να κάνουν με τις σχέσεις στον εργασιακό σου χώρο.

Πώς να αποφύγω τους ακατάλληλους, για μένα, συντρόφους;

Έλαβα το παρακάτω μέιλ:

Αφού λοιπόν οι περισσότεροι επιλέγουμε ανθρώπους ακατάλληλους και μάλιστα ξανά και ξανά μπορώ να σπάσω αυτό το μοτίβο; Είναι λύση το να επιλέγω αυτούς που δεν ερωτεύομαι ή κάποιον που δεν βρίσκω τόσο ελκυστικό; Μπορεί να λειτουργεί έτσι;”

Απαντώ:

Για να σπάσουμε ένα μοτίβο είναι χρήσιμο να έχουμε επίγνωση την ανάγκη που αυτό μας καλύπτει ή νομίζουμε πως καλύπτει. Ένας τρόπος για να αποκτήσουμε επίγνωση είναι και η ψυχοεκπαίδευση γι’αυτό και θα σταθώ λίγο στο γιατί πολλές φορές καθηλωνόμαστε σε συμπεριφορές -και όχι σε ανθρώπους όπως πιστεύουμε- που μας ταλαιπωρούν.

Θεωρητικά είμαστε ελεύθεροι να επιλέξουμε το είδος ανθρώπου που θα αγαπήσουμε αλλά στην πραγματικότητα η επιλογή μας είναι πολύ λιγότερο ελεύθερη από ό,τι φανταζόμαστε καθώς η ψυχολογική ιστορία του καθενός μας προδιαθέτει να επιλέγουμε ορισμένους τύπους ανθρώπων που σίγουρα μεταξύ αυτών θα εντοπίσετε κοινά χαρακτηριστικά ή συμπεριφορές.

Μ’αυτό εννοώ πως σε μεγάλο βαθμό ψάχνουμε εκείνους που αναβιώνουν τα συναισθήματα αγάπης που γνωρίζαμε όταν ήμασταν μικροί. Όμως, η αγάπη που πήραμε τότε δεν φτιάχτηκε μόνο από γενναιοδωρία, ευαισθησία και άνευ όρων αποδοχή αλλά δεδομένου το ότι οι γονείς είναι άνθρωποι και κάνουν λάθη, η αγάπη αυτή μπορεί να συνοδεύτηκε και με οδυνηρές πτυχές.

Έτσι, στην ενήλικη ζωή μας θα ψάχνουμε συντρόφους που κάτι στην συμπεριφορά τους θα μας είναι οικείο και θα το έχουμε ξαναζήσει. Και αυτό γιατί οι άνθρωποι πάμε στο γνώριμο γιατί εκεί ξέρουμε τον τρόπο να υπάρχουμε, τον τρόπο που θα συμπεριφερθούμε. Δύσκολα και μετά από σκέψη θα δώσουμε ευκαιρία σε ανθρώπους οι οποίοι δεν είναι διατεθειμένοι να ικανοποιήσουν την επιθυμία μας για πολυπλοκότητες που έχουμε λανθασμένα συνδέσει με την αγάπη. Πολύ συχνά περιγράφουμε κάποιον ως “βαρετό” όταν στην πραγματικότητα εννοούμε: “Είναι απίθανο να με κάνει να υποφέρω με τον τρόπο που πρέπει να υποφέρω για να αισθανθώ ότι η αγάπη είναι πραγματική”.

Εάν κατάλαβα σωστά, με ρωτάς εάν η λύση είναι απλά να προσπερνάμε αυτούς που έχουν ιδιόμορφη συμπεριφορά και μας ελκύουν και να βρούμε κάποιον που δεν μας ελκύει τόσο αλλά θα είναι πιο κατάλληλος. Θεωρητικά είναι μια λύση αν και έτσι όπως το θέτεις είναι σα να πρέπει να πιεις το πηχτό ροζ σιρόπι για τη γρίπη. Αναρωτιέμαι εάν θα ήταν καλύτερο για σένα να δεις ποιες συμπεριφορές πυροδοτούν τα δικά σου θέματα και να τα φροντίσεις αντί να σκέφτεσαι να γνωρίσεις κάποιον που δεν θα σε ελκύει και τόσο πολύ. Ο λόγος που στο προτείνω είναι γιατί τις περισσότερες φορές τα συναισθήματά μας δεν γεννιούνται από την τρέχουσα κατάσταση και δεν αφορούν στην πραγματικότητα το πρόσωπο που σχετιζόμαστε, αλλά μια συμπεριφορά του αναπαράγει-πυροδοτεί κάτι που μας συνέβη πριν πολύ καιρό.

Στο τότε, το είχαμε βιώσει τραυματικά γιατί ένα παιδί δεν μπορεί να εξηγήσει γνωστικά αυτά που του συμβαίνουν και δεν έχει και επιλογές. Στο σήμερα, εάν κάποια συμπεριφορά επαναληφθεί, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να γυρίσω πάλι πίσω στο παλιό, παρόλο που γνωστικά θα λέω “μα δεν είναι δυνατόν”.  Σ’αυτό ακριβώς το σημείο θα γίνει η παρέμβασή μου και πλέον θα αντιδράσω ως ενήλικας  και όχι ως το παιδί που ήμουν τότε. Δεν θα σου πω ψέματα. Ο τρόπος αυτός δεν είναι ούτε γρήγορος, ούτε εύκολος και σίγουρα όχι ευχάριστος. Έχει όμως αποτέλεσμα, μαθαίνεται και μπορώ να σου εγγυηθώ πως πρόκειται για μια επένδυση με πολύ μεγάλη απόδοση.

 

Πόσα μαθαίνουμε για τον άλλον ρωτώντας;

“Μήπως μπορείς να μας δώσεις μερικές ερωτήσεις που πρέπει να κάνουμε στο πρόσωπο που μας ενδιαφέρει; τι είδους ερωτήσεις μπορούν να μας βοηθήσουν να τον γνωρίσουμε καλύτερα και να δούμε πτυχές του χαρακτήρα του;

Διαβάζοντας το παραπάνω μέιλ της αναγνώστριας θυμήθηκα αυτό το άρθρο το οποίο επικαλείται μια έρευνα ενός ψυχολόγου, στην οποία διερευνήθηκε και κατά πόσο η οικειότητα μεταξύ δυο αγνώστων μπορεί να επισπευθεί με το να απαντήσει ο ένας στον άλλο μια σειρά προσωπικών ερωτήσεων. τριάντα έξι στο σύνολο.

Μπορούμε, όντως να μάθουμε το χαρακτήρα κάποιου κάνοντάς του κάποιες συγκεκριμένες ερωτήσεις; Κάποια πράγματα σίγουρα θα μάθουμε. Όση εμπειρία έχω απ’τους ανθρώπους και τις σχέσεις πάντα επιβεβαιώνεται το απόφθεγμα “αυτό που είσαι μου φωνάζει τόσο δυνατά, που δεν μπορώ ν’ακούσω λέξη απ’όσα λες”.

Η συμπεριφορά μας και όχι αυτά που λέμε ή αυτά που σκεφτόμαστε είναι αυτό που μετράει. Όλοι έχουμε γνωρίσει ανθρώπους οι οποίοι έχουν μοιραστεί τα πιστεύω τους, τις προθέσεις τους, τα θέλω τους και τελικά η συμπεριφορά τους δεν συνάδει με τα λόγια τους. Δεν σημαίνει πως είναι απαραίτητα κακοί ή δεν τα εννοούν όταν τα λένε. Πάντα θυμάμαι την επόπτριά μου -μάλιστα το αφηγούμαι και ως ανέκδοτο- όταν μου έλεγε πως όταν κάποιος μου δηλώσει το πόσο έντιμος και αξιόπιστος είναι, να φύγω τρέχοντας.

Αυτό που είμαστε αργά ή γρήγορα θα φανεί. Ειδικά εάν σχετίζεσαι σχεδόν καθημερινά μ’έναν άνθρωπο τα βασικά και τα σημαντικά για σένα θα τα καταλάβεις πολύ γρήγορα.  Θα σου έλεγα να εμπιστευτείς τον εαυτό σου, να ακούς την αίσθησή σου και μην προσπαθείς να ελέγξεις πράγματα που δεν μπορείς. Το να είσαι συνέχεια στον άλλον και να προσπαθείς να τον ερμηνεύεις, χάνεις τον εαυτό σου. και αυτό δεν το θες.

Το συντροφικό παρελθόν μας ανήκει

“Γνώρισα κάποιον που μου αρέσει πολύ. Αμέσως μιλήσαμε για προηγούμενες σχέσεις και του είπα με όλη μου την ειλικρίνεια τι ακριβώς είχε συμβεί με την τελευταία μου σχέση και πόσο άργησα να την ξεπεράσω. πολύ γρήγορα άλλαξε η συμπεριφορά του. φέρεται όπως μου φερόταν και ο πρώην μου. λες και το κάνει επίτηδες. δεν καταλαβαίνω τι λάθος έκανα. ήμουν απόλυτα ειλικρινής”.

Ποτέ δεν λέμε σε κάποιον που μόλις γνωρίσαμε πόσο άσχημα μας αντιμετώπισαν σε μια προηγούμενη σχέση. Τις περισσότερες φορές εξέλιξή της θα εξαρτηθεί και από τη δική μας αφήγηση για το πόσο άσχημα μπορεί να μας φέρθηκε ένας προηγούμενος σύντροφος. Πολύ λίγοι άνθρωποι θα σας αντιμετωπίσουν καλύτερα από την τελευταία σχέση που περιγράφετε.

Για να σας δώσω ένα παράδειγμα -που μπορεί να σας φανεί ακραίο αλλά είναι αληθινό- ένας φίλος μου ήταν ερωτευμένος με μια κοπέλα. Όταν τους είδα μαζί μου έκανε εντύπωση που της φερόταν άσχημα και τον ρώτησα γιατί συμπεριφέρεται σαν άξεστος βλάκας, ενώ δεν είναι. Συνοφρυωμένος μου απάντησε “Νάσια, μ’ενοχλεί που αγαπούσε τον πρώην της τόσο, ώστε να ανεχτεί τόσα πολλά. Ο μόνος τρόπος για να καταλάβω εάν με αγαπάει περισσότερο από εκείνον, είναι να δω αν θα ανεχθεί τα ίδια ή και περισσότερα από εμένα”.

Όταν λέτε πόσο άσχημα σας αντιμετώπισε κάποιος, όχι μόνο του λέτε πόσο λίγο σας σεβάστηκε, αλλά, κυρίως πόσο εσείς οι ίδιοι δεν σεβαστήκατε τον εαυτό σας με το να μένετε σε μια τέτοια σχέση. Πολύ απλά, δεν μιλαμε άσχημα για το παρελθόν μας. Ειλικρίνεια δεν σημαίνει εξιστορώ όλη μου τη ζωή σε κάποιον που μόλις γνώρισα. Δεν είναι ο φίλος ή η φίλη μας για να μοιραζόμαστε τέτοιες πληροφορίες. Όταν και εάν σας ρωτήσει “και γιατί χωρίσατε;” μπορείτε να απαντήσετε κάτι ευγενικό όπως “Τον/την συμπαθούσα σαν άνθρωπο, είχε πολλά καλά στοιχεία, μου φέρθηκε πολύ καλά, απλά θέλαμε διαφορετικά πράγματα”. Μην πετάτε έτσι το παρελθόν σας. Λέει πολλά για εσάς και δεν σας χρησιμεύει πουθενά.