Αυτή τη χρονιά, θα το καταφέρω!

Διαβάζουμε πως μόνον ένα 8% όσων κάνει σχέδια για τη νέα χρονιά καταφέρνει να τα πραγματοποιήσει.  Το υπόλοιπο 92% ή τα παρατάει ή δεν κάνει καθόλου. Σημαίνει, άραγε, αυτό πως δεν πρέπει να θέτουμε στόχους;  Όχι ακριβώς. Είναι ερευνητικά εξακριβωμένο πως όσοι κάνουν σχέδια έχουν δέκα φορές περισσότερες πιθανότητες να καταφέρουν τους στόχους τους από εκείνους που δεν κάνουν καθόλου.

Το πρόβλημα είναι πως οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ξέρουν τον τρόπο για να επιτύχουν τους στόχους που θέτουν. Προσπαθούν να κάνουν πάρα πολλά, σε σύντομο χρονικό διάστημα με αποτέλεσμα να καταβάλλονται, ή να αντιμετωπίζουν απροσδόκητα εμπόδια και να αποθαρρύνονται.  Δεν καταφέρνουν να σχεδιάσουν ένα ρεαλιστικό πλάνο και κάνουν άσκοπες κινήσεις προς διάφορες κατευθύνσεις, χωρίς κάποιο συγκεκριμένο αποτέλεσμα.

Είναι σημαντικό να καταλάβουμε και να αποδεχθούμε πως από τη στιγμή που βάζουμε κάποιο στόχο, θα συμβούν τρία πράγματα:  Θα έχουμε επιφυλάξεις, θα αισθανθούμε φόβο και θα παρουσιαστούν εμπόδια. Εάν ο στόχος σου είναι να τρέξεις Μαραθώνιο, το πιθανότερο είναι πως το πρώτο που θα σκεφτείς είναι το ακόλουθο:
“πρέπει να κάνω καθημερινή προπόνηση και δεν έχω χρόνο, τώρα και σ’αυτή την ηλικία θα μπορέσω;” Αυτές οι σκέψεις είναι οι επιφυλάξεις και οι λόγοι που δεν θα καταφέρεις το στόχο σου.

Ο φόβος είναι συναίσθημα. Μπορεί να αισθανθείς φόβο για απόρριψη, φόβο για αποτυχία, φόβο πως θα πληγωθείς. Εάν όμως γνωρίζεις πως ο φόβος είναι μέρος της διαδικασίας θα προχωράς μαζί με τον φόβο. Το πιθανότερο είναι να αντιμετωπίσεις εμπόδια. Εξωτερικούς παράγοντες που δεν έχουν να κάνουν ούτε με τις σκέψεις σου, ούτε με τα συναισθήματά σου.

Εμπόδιο μπορεί να είναι να μην μπορείς να βρεις συνεργάτη για ένα project, να δυσκολεύεσαι να βρεις χρηματοδότηση ή κάποιος νόμος να είναι αποτρεπτικός για τα σχέδιά σου. Τα εμπόδια είναι απλά καθημερινές καταστάσεις τις οποίες πρέπει να αντιμετωπίσεις για να προχωρήσεις.

Αρκετές φορές, όταν οι επιφυλάξεις, οι φόβοι και τα εμπόδια εμφανιστούν, πολλοί τα βλέπουν ως ένδειξη πως πρέπει να τα παρατήσουν. “Τώρα που το ξανασκέφτομαι, τώρα που νιώθω φόβο, τώρα που εμφανίστηκε αυτή η δυσκολία, θα σταματήσω”

Οι επιφυλάξεις, ο φόβος και τα εμπόδια είναι ένα μέρος της διαδικασίας πραγματοποίησης των στόχων μας που πάντα θα υπάρχουν.  Μπορείς να μάθεις να τα αντιμετωπίζεις. Εάν εμφανίζονται είναι μια ένδειξη πως ο στόχος σου είναι τέτοιος που θα σου επιτρέψει να αναπτυχθείς. Μάθε να αποδέχεσαι τις επιφυλάξεις, τους φόβους και τα εμπόδια γιατί τις περισσότερες φορές αυτά ακριβώς είναι που μας κρατάνε πίσω.

Τη στιγμή που τα αναγνωρίσεις, τα επεξεργαστείς και τα αντιμετωπίσεις, την επόμενη φορά θα είσαι καλύτερα προετοιμασμένος για το μελλοντικό εγχείρημά σου. Για να επιτύχεις ένα στόχο θα χρειαστεί να αναπτύξεις ή να μάθεις καινούργιες δεξιότητες, συμπεριφορές και ικανότητες. Θα πρέπει υποχρεωτικά να κάνεις εσωτερικές “διατάσεις” για να μπορέσεις να αποκτήσεις “ευλυγισία” και “ελαστικότητα”. Αυτό στη γυμναστική επιτυγχάνεται όταν διατείνουμε σωστά τους μύες μας. Μπορεί να είναι η πιο βαρετή διαδικασία, αλλά, όλοι γνωρίζουμε πως δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να τις αμελούμε.

Σε επόμενα ποστ θα πραγματευθούμε τη διαδικασία υλοποίησης των στόχων μας.

Χριστουγεννιάτικα blues

«Πριν πέσει για ύπνο ο Εμπενίζε Σκρουτζ τρώει μόνος του και διαβάζει το τραπεζικό βιβλιάριό του, το καθολικό με τις καταχωρήσεις των καταθέσεων, των αναλήψεων και των εισπραχθέντων τόκων. Καθώς διαβάζει το κατάστιχό του, λέει από μέσα του παρηγορώντας τον εαυτό του: “Βλέπεις; Καμιά ζημιά, μόνο κέρδη”.

Οι γιορτές είναι η εποχή που οι περισσότεροι κάνουμε τον απολογισμό της χρονιάς που φεύγει. Σαν άλλοι Σκρουτζ μετράμε τις χασούρες μας, τα κέρδη μας, κάνουμε σχέδια για τη χρονιά που έρχεται. Αρκετά συχνά αισθανόμαστε θλίψη, άγχος, μοναξιά.

Δεν είναι τόσο οι υπερβολικές προσδοκίες, οι διαφημίσεις με τα ατέλειωτα μηνύματα αγάπης και χαράς, το γεγονός ότι τα Χριστούγεννα είναι άμεσα συνδεδεμένα με ειδυλλιακές στιγμές και απόλυτη ξεγνοιασιά που μπορεί να προκαλέσουν εποχιακή κατάθλιψη και συναισθηματικές διαταραχές.

Κυρίως, είναι ο απολογισμός που θα μας φέρει αντιμέτωπους με τις απώλειες που είχαμε, τις υποσχέσεις που δώσαμε στον εαυτό μας και δεν καταφέραμε να τηρήσουμε, τα όνειρα που δεν πραγματοποιήθηκαν, η συνειδητοποίηση πως το παρελθόν δεν αλλάζει και πως το μέλλον είναι αβέβαιο. Δεν θέλουμε να βγούμε από μια έξοδο χωρίς να ξέρουμε πού ακριβώς θα μας οδηγήσει, ακόμα και αν βρισκόμαστε σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης – ίσως πολύ περισσότερο τότε.

Η ενστικτώδης αντίδραση είναι να προσπαθούμε να καταπνίξουμε τα επώδυνα συναισθήματα. Όμως, όταν καταφέρνουμε να μη νιώθουμε τίποτα χάνουμε το μοναδικό μέσο που διαθέτουμε για να αντιλαμβανόμαστε τι μας πληγώνει και γιατί. Μη φοβάστε τον πόνο. Ο Σκρουτζ άλλαξε επειδή τα πνεύματα τον ανάγκασαν να βιώσει τη διάψευση της διαστρεβλωμένης ιδέας του ότι μπορεί κανείς να ζήσει μια ζωή χωρίς απώλειες. Τον στοιχειώνουν με τις απώλειες του παρελθόντος, με τις απώλειες του περίγυρού του στο παρόν και με την αναπόφευκτη απώλεια της ζωής του στο μέλλον. Όταν ξυπνάει το πρωί των Χριστουγέννων καταλαβαίνει πως έχει τη δυνατότητα να αλλάξει το παρόν του, πως η αλλαγή μπορεί να συμβεί μόνο στο εδώ και τώρα.

Αυτό που είμαστε σήμερα έχει να κάνει με αυτό που ήμασταν χθες, αλλά είναι στο χέρι μας να φτιάξουμε ένα καλύτερο αύριο. Το μέλλον δεν είναι κάποιο μέρος προς το οποίο πορευόμαστε, αλλά μια ιδέα που βρίσκεται τώρα στο μυαλό μας. Το μέλλον είναι ζωντανό στο παρόν. Καλή Χρονιά»

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην Athens Voice στις 21-12-2016

 

 

Όποιος αγαπάει παιδεύει;

Στην αρχή της μετεκπαίδευσής μου ένα απ’τα πιο δύσκολα θέματα που είχα να διαχειριστώ ήταν η άρνηση και η ενόχληση που ένιωθα στο άκουσμα της λέξης “κακοποίηση”.  Μέχρι τότε είχα συνδέσει τη λέξη μόνο με τη σεξουαλική και τη σωματική κακοποίηση και οτιδήποτε άλλο μου φαίνονταν υπερβολή, ψιλά γράμματα, υπερευαισθησία, κυρίως όμως, σκεφτόμουν το πόσο περιορισμένες θα ήταν από εδώ και πέρα οι σχέσεις μου αφού οι περισσότεροι άνθρωποι -εκτός εάν εκπαιδεύονταν για ψ ή έκαναν ψυχοθεραπεία ή είχαν μητέρα την Anna Freud- αποκλείεται να τα γνώριζαν αυτά.

Αργότερα, παρατήρησα πως σχεδόν όλοι οι θεραπευόμενοί μου είχαν την ίδια αντίδραση που είχα εγώ τότε ως εκπαιδευόμενη. Οι πιο συχνές φράσεις που ακούγονται απ’τους ανθρώπους είναι “μου αρέσει να υπάρχει ένταση σε μια σχέση. είναι σαφής ένδειξη πως ο άλλος σ’αγαπάει, είναι ερωτευμένος μαζί σου, υπάρχει πάθος και βασικά ο άλλος δεν είναι μίζερος και βαρετός.  Με ζηλεύει και κάνει σκηνές άρα ενδιαφέρεται και για να είμαι ειλικρινής με κολακεύει. Κάποιες φορές γίνεται απόμακρος και δεν μου μιλάει αλλά αυτό για μένα δείχνει πως έχει μια ποιότητα, ένα βάθος, δεν φοβάται την ενδοσκόπηση

Μέρος αυτού του προβλήματος όπως διαβάζουμε σ’αυτό το άρθρο, έχει να κάνει και με την  κουλτούρα μας. Λατρεύουμε τη συγκλονιστική και παράλογη ρομαντική αγάπη που εκδηλώνεται σπάζοντας την Κινέζικη πορσελάνη και χλευάζουμε την πρακτικότητα και την ηρεμία σε μια σχέση. Aναφέρονται έξι απ’τις πιο κοινές συμπεριφορές σε μια σχέση που οι περισσότεροι άνθρωποι τις βρίσκουν υγιείς και κανονικές, ενώ στην πραγματικότητα είναι τοξικές και κακοποιητικές. Για μένα οι πιο συχνές και οι πιο δύσκολα αναγνωρίσιμες είναι τα passive agressive σχόλια (παθητικο-επιθετική συμπεριφορά) και το να κατηγορείς τον άλλον για τα συναισθήματά σου.

Το να κατηγορούμε τους άλλους για τα συναισθήματά μας και να μην παίρνουμε καμία απολύτως ευθύνη γι’αυτά είναι μια πολύ συχνή συμπεριφορά. “εσύ φταις που εκνευρίστηκα έτσι και άρχισα να φωνάζω”.  Όταν κάποιος είναι passive agressive, τις περισσότερες φορές δεν εκφράζει τον θυμό του,  αλλά εμφανίζει αλλαγές στη συμπεριφορά όπως με το να κλείνεται στον εαυτό του, να εμφανίζει αντίσταση στην επικοινωνία κυρίως όμως, προκαλεί μπέρδεμα σ’αυτόν που τη δέχεται. Είναι μια μη λεκτική επιθετικότητα που εκδηλώνεται με αρνητική αλλά “ευγενική” και αποστασιοποιημένη συμπεριφορά.

Δεν θα σταματήσω να το λέω. Τα πάντα μαθαίνονται. Τίποτα απ’αυτά δεν είναι μαθηματικά ή πυρηνική φυσική. Μαζί μ’αυτό το άρθρο διαβάστε και αυτό, ταιριάζει με το θέμα.

.

.

 

 

 

 

kill -9

kill9

Πολλές φορές όταν δουλεύουμε στον υπολογιστή, στο background τρέχουν προγράμματα καταναλώνοντας πόρους, δηλαδή υπολογιστική ισχύ, μνήμη και ενέργεια. Το συνειδητοποιούμε όταν ο υπολογιστής μας κολλάει από την έλλειψη πόρων και τότε έχει φτάσει η στιγμή που με μια εντολή πρέπει να τα εντοπίσουμε, να τα κλείσουμε και να κάνουμε reboot.

Κάπως έτσι μπορεί να συμβεί και με γεγονότα του παρελθόντος που μας ταλαιπωρούν.
Η ενέργεια και η προσοχή μας είναι στραμμένη εκεί, με αποτέλεσμα η καθημερινότητά μας να κολλάει, να σέρνεται. Τις περισσότερες φορές καλούμαστε να κοιτάξουμε πίσω για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε μπροστά, όμως, υπάρχει ένα σημείο όπου η συνεχής εκτίμηση και υπερανάλυση ενός γεγονότος μας εμποδίζει να αξιοποιήσουμε το δυναμικό μας στο σήμερα, στο τώρα και να προχωρήσουμε.

Όπως και με τα περισσότερα πράγματα στη ζωή, η προθυμία μας, το μέγεθος και το είδος της προσπάθειας που είμαστε διατεθειμένοι να καταβάλλουμε για να μετακινήσουμε τον συναισθηματικό βράχο που βρέθηκε στο δρόμο μας, θα παίξει καθοριστικό ρόλο. Ίσως μεγαλύτερο και από τη φύση των ίδιων των γεγονότων.

Γιατί όμως είναι τόσο δύσκολο να ξεκολλήσουμε από μια κατάσταση που μας ταλαιπωρεί; Μήπως υπάρχουν γεγονότα που δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε; Ναι και Όχι. Όλα ξεκινούν απ’ τις μη ρεαλιστικές προσδοκίες που έχουμε και τη διαστρεβλωμένη αντίληψη για το τι σημαίνει “ξεπερνάω ένα τραυματικό γεγονός”. Οι περισσότεροι πιστεύουμε πως η φράση “ξεπερνάω μια απώλεια” σημαίνει πως “δεν θα ξανασκεφτώ ποτέ αυτό που συνέβη”, “δεν θα ξαναστεναχωρηθώ”, “δεν θα ξανακλάψω γι’ αυτό”. Η αλήθεια είναι πως ίσως να μην το ξεπεράσουμε -έτσι όπως το έχουμε στο μυαλό μας- αλλά μπορούμε να επανατοποθετηθούμε σε σχέση με το συμβάν έτσι ώστε όταν η σκέψη εισβάλλει, τα συναισθήματα να μην μας πλημμυρίζουν. Το θέμα δεν είναι να μην πονέσουμε ποτέ ξανά. Κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατόν. Το θέμα είναι για πόσην ώρα και με πόση ένταση θα μένουμε στον πόνο.

Το ν΄αφήνουμε πράγματα πίσω μας απαιτεί ενέργεια αλλά είναι κυρίως μια διανοητική διαδικασία γιατί τα πράγματα που κάνουμε και σκεφτόμαστε είναι αυτά που μας παγιδεύουν σε μια οδυνηρή κατάσταση. Πολλοί ισχυρίζονται πως ο άνθρωπος σε 28 ημέρες μπορεί να ξεμάθει και να ξαναμάθει μια συμπεριφορά. Τον ακριβή χρόνο δεν μπορεί να τον προσδιορίσει κανείς με ακρίβεια αλλά η αποδέσμευση απ’το χθες είναι μια τέχνη που μαθαίνεται και χρειάζεται επίμονη εξάσκηση. Είναι ένας συνδυασμός του να μάθεις να νοηματοδοτείς διαφορετικά τις εμπειρίες σου, να παραιτείσαι από παλιές προσδοκίες, να βρεις το κουράγιο να απορρίπτεις αντιλήψεις οι οποίες δεν σ’ εξυπηρετούν και να έχεις το σθένος να επανακαθορίσεις σκέψεις και συναισθήματα.

Είναι δύσκολο να αφήσεις κάτι πίσω εάν δεν υπάρχει μια θετική προοπτική για το αύριο. Όλοι χρειαζόμαστε ένα όραμα για το μέλλον, ένα στόχο που πιστεύουμε και αγαπάμε και θα στρέψουμε την προσοχή μας σ’ αυτόν. Δεν μπορώ να προσδιορίσω εγώ τι θα είναι αυτό για τον καθένα, όμως, το μόνο σίγουρο είναι πως χρειάζεται σκόπιμη εστίαση και συντονισμένη προσπάθεια. Ο τρόπος που θα μεταμορφώσουμε την αφήγησή μας, την προσωπική μας ιστορία μπορεί να γίνει ψυχολογικό εργαλείο που θα ανακουφίσει τον πόνο μας. “Ξαναγράφω μέρος της ιστορίας μου” δεν σημαίνει αλλάζω τα γεγονότα, αλλά, “δίνω διαφορετικό νόημα στην ιστορία και στο ρόλο που έπαιξα εγώ σ’αυτά που διαδραματίστηκαν”. Βλέπω την ιστορία με άλλη ματιά και αυτή η ματιά θα με βοηθήσει να προχωρήσω.

Όμως, το πιο ισχυρό αντίδοτο στο παρελθόν είναι η ικανότητα να είμαστε παρόντες στο εδώ και τώρα. Αυτή μας η ικανότητα περιορίζεται σημαντικά απ’όλους τους συναισθηματικούς μαγνήτες όχι μόνο του παρελθόντος, αλλά και του μέλλοντος: το φόβο, την αγάπη, τη ντροπή, τη λύπη, τη φαντασία. Το να μένουμε στο τώρα είναι κάτι που μαθαίνεται. Όσο δυσάρεστο και αν είναι, μη φοβάστε να βιώνετε τα συναισθήματά σας. Εξάλλου, το μόνο που έχουμε είναι το τώρα και όταν είμαστε παρόντες σ’αυτό, έχουμε πολύ λιγότερες πιθανότητες να μπούμε σε φαύλο κύκλο σκέψεων του στυλ “τι θα γινόταν εάν”.

Αυτός ο καινούργιος τρόπος που θα χρειαστεί να μάθουμε, συχνά προσκρούει σε μια αδιάλλακτη αντίσταση, αυτή της ανθρώπινης απροθυμίας για αλλαγή. Ένα απ’ τα μεγαλύτερα θαύματα της κλινικής παρατήρησης, είναι πόσο μεγάλη δυσφορία μπορούμε να ανεχθούμε οι άνθρωποι πριν αναγνωρίσουμε την ανάγκη για αλλαγή. Όμως, σχεδόν όλα τα πράγματα μαθαίνονται. Είναι όπως το ποδήλατο. Στην αρχή πέφτεις, σηκώνεσαι, δοκιμάζεις πάλι, χτυπάς, αποκτάς μελανιές, σημάδια, ξαναπέφτεις, κλαις. Αλλά, μια μέρα, μαθαίνεις να ισορροπείς πάνω σ’αυτό. Δεν υπάρχει περίπτωση να μην τα καταφέρεις.

Σημείωση: kill -9 είναι η εντολή που χρησιμοποιούμε στο Unix για να σκοτώσουμε (terminate) μια προβληματική διεργασία (process)

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στη LIFO στις 24-6-2016

Ο Φόβος του φόβου

miedo
Έχουν ειπωθεί και γραφεί πολλά για το φόβο. Χιλιάδες τσιτάτα από πολιτικούς μέχρι δημόσια πρόσωπα και φιλοσόφους αναπαράγονται καθημερινά με στόχο να τον ξορκίσουν και όμως παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια και μάλιστα από αυτά που κάποιος στήνει μπροστά του. Εκεί που είσαι έτοιμος να κάνεις μια συναρπαστικά θετική αλλαγή στη ζωή σου, ξαφνικά νιώθεις την παγωμένη, αφόρητα πιεστική και εκβιαστική πυγμή του γνωστού, της συνήθειας. Μια σου πλευρά είναι ενθουσιασμένη με την προοπτική της αλλαγής μια νέα δουλειά, ένα σπίτι, μια νέα σχέση και μια άλλη είναι καθηλωμένη στη μέχρι τώρα πραγματικότητά σου, άνετη μέσα στην αδράνεια. Και αυτή σου η πλευρά, σε κρατάει απ’ το να προχωρήσεις μπροστά.

Ο φόβος είναι ένα φυσιολογικό συναίσθημα όπως όλα τα υπόλοιπα που είναι απαραίτητο να υπάρχει ώστε να μας προφυλάσσει από πιθανούς κινδύνους. Είναι σημαντικό να κάνουμε τον διαχωρισμό από το άγχος. Ο φόβος σχετίζεται με υπαρκτούς κινδύνους και από αυτούς μας προστατεύει, ενώ το άγχος έχει συχνά να κάνει με φανταστικούς κινδύνους ή καταστάσεις, το οποίο πυροδοτείται ή από ένα τραυματικό γεγονός που μας έχει συμβεί ή επειδή κάποιος μας έχει φοβίσει λέγοντάς μας συνέχεια πως πρέπει να μείνουμε μακριά από μια κατάσταση.

Τον φόβο τον χρειαζόμαστε. Μέχρις εκεί που μας επιτρέπει να είμαστε λειτουργικοί και να προστατεύουμε τον εαυτό μας, χωρίς να μας περιορίζει και να μας απαγορεύει από το να ζούμε ευτυχισμένοι και ολοκληρωμένοι. “Ζω χωρίς φόβο” δεν σημαίνει ότι πρέπει να έχουμε άγνοια κινδύνου ή να υπερεκτιμούμε τις ικανότητές μας. Απλά σημαίνει πως χρειάζεται να τον νιώθουμε, να στεκόμαστε σ’αυτόν όπως με όλα τα συναισθήματα άλλωστενα τον αξιολογούμε, να τον λαμβάνουμε υπόψη μας και παρ’όλα αυτά να προχωράμε σε οποιαδήποτε αλλαγή θέλουμε. Εξάλλου η γενναιότητα, δεν προϋποθέτει την απουσία του φόβου, αλλά αντίθετα τη διαχείρισή του. Ο στόχος δεν είναι να μη φοβηθούμε ποτέ, αλλά να μη μας κρατήσει πίσω σε μια ζωή που πια δεν μας ικανοποιεί.

Ο φόβος θα εμφανίζεται μπροστά μας κάθε φορά που θα προσπαθούμε να “μεγαλώσουμε”, να αναπτυχθούμε, να πάμε εκεί όπου ονειρευόμαστε. Πολλοί από εμάς πιστεύουμε πως ο φόβος είναι ένα σημάδι κινδύνου, μια προειδοποίηση πως κάτι κακό πρόκειται να συμβεί και θα πρέπει να το αποφύγουμε με κάθε τρόπο. Αυτός ο τρόπος μας εξυπηρέτησε όταν ήμασταν παιδιά και δεν είχαμε άλλη επιλογή. Υπάρχει διαφορά μεταξύ του φόβου για το άγνωστο, το καινούργιο και αυτόν του ενστίκτου. Είμαι σίγουρη πως εάν σταθείς σ’ αυτό που σου συμβαίνει, χωρίς να επηρεάζεσαι από τρίτους, θα καταλάβεις τι εννοώ και θα ξέρεις ποιο απ’ τα δυο σε αφορά.

Όσοι έκαναν κάτι μοναδικό και σημαντικό θα σου πουν το ίδιο: “Φυσικά και φοβήθηκα. Φυσικά και σκέφτηκα να το βάλω στα πόδια. Κάτι φορές ακόμα το σκέφτομαι. Όμως, ούτε στιγμή δεν μετάνιωσα αυτή την αλλαγή”. Προσπάθησε να ανακαλέσεις θετικές εμπειρίες, αναμνήσεις. Φέρε στο μυαλό σου εκείνες τις φορές που αισθανόσουν φόβο και όμως έκανες τη μετάβαση που τόσο ήθελες. Πώς εξελίχθησαν τα πράγματα; Οι πιθανότητες είναι όλα να πήγαν καλά. Η τάση μας είναι να θέλουμε να πάμε στο γνώριμο, έστω και αν αυτό είναι άσχημο ή ταλαιπωρητικό γιατί αυτό μας φαίνεται πιο εύκολο. Ξέρουμε πως να είμαστε μέσα σ’ αυτό, ξέρουμε να συμπεριφερθούμε, τι να περιμένουμε, τί δεν θα πάρουμε. Η ασφάλεια της συνήθειας πολλές φορές δεν μας αφήνει να δούμε πως ένας κύκλος έχει κλείσει.

Το μοναδικό πράγμα για το οποίο μπορεί να μετανοιώσει όποιος εγκαταλείψει μια άσχημη κατάσταση, είναι που δεν το είχε κάνει νωρίτερα. Η αλλαγή και η ανάπτυξη είναι φυσικά και αναπόφευκτα αποτελέσματα όταν αντιμετωπίζουμε τον εαυτό μας και τη φύση της ύπαρξής μας μέσα από την επίγνωση, τη ζωντανή επαφή και όχι μέσα από την προσπάθεια, τον έλεγχο ή την αποφυγή. Υπάρχει ένα μαγικό υπαρξιακό παράδοξο, όπου η αλλαγή συμβαίνει, όταν κάποιος γίνεται αυτό πού είναι και όχι όταν προσπαθεί να γίνει αυτό που δεν είναι. Η ζωή συμβαίνει, προχωράει με ή χωρίς τους φόβους μας. Όταν υπενθυμίζουμε στον εαυτό μας πως η άσκηση ελέγχου είναι παραίσθηση, τότε θα αρχίσουμε να ηρεμούμε. Το χειρότερο σενάριο που έχεις σκεφτεί δεν θα συμβεί και θα εκπλαγείς ευχάριστα γιατί πολλές φορές συνδέουμε την αλλαγή με κάτι δυσάρεστο και καταστροφικό.

Δημοσιεύθηκε στη Lifo, 25/4/2016 http://www.lifo.gr/articles/health-fitness_articles/98468

 

Το κατάρτι του Οδυσσέα

Έγραφα με το ζόρι ένα ποστ που όλο τελείωνα και ποτέ δεν άρχιζα και είχε να κάνει με μια τοποθέτηση πάνω σ’ένα άρθρο που είχα διαβάσει πριν καιρό. Μόλις είχα γράψει την πρόταση «έχει φτάσει πλέον η στιγμή να προβληματιστούν σοβαρά οι ψυχοθεραπευτές πάνω στον καινούργιο τους ρόλο ως υπαρξιακών καθοδηγητών» όταν χτύπησε το τηλέφωνό μου και άκουσα έναν αγαπημένο φίλο να μου λέει: «Νάσια, με άφησε. Είμαι στη δουλειά και μάλλον κάτι έπαθα γιατί δεν μπορώ να κουνήσω τα πόδια μου»

Φαντάζομαι αρκετοί από εμάς έχουμε βρεθεί σε παρόμοια θέση. Να μας συμβεί κάτι «έτσι ξαφνικά» και να παγώσουμε, να παραλύσουμε, να νιώθουμε πως χάνουμε τη γη και τον ουρανό, να σκεφτούμε να καλέσουμε το 166 να έρθει να μας μαζέψει.

Όταν κάποιος είναι σε θεραπεία τα πράγματα ίσως να είναι λίγο καλύτερα απ’ την άποψη ότι ο ψυχοθεραπευτής θα μπει σε mode «παρέμβαση στην κρίση», δηλαδή όλα τα θέματα που δουλεύαμε μέχρι τότε τα βάζουμε προσωρινά στην άκρη και αντιμετωπίζουμε αυτό που συμβαίνει στο εδώ και τώρα. Δεν είναι η ώρα να δουλέψουμε υπαρξιακά θέματα ούτε να δούμε τις επιλογές συντρόφων που κάνουμε, ούτε τη σχέση μας με τους γονείς. Αυτά αργότερα. Το σημαντικό είναι να καταφέρουμε να είμαστε κάπως λειτουργικοί. Έτσι λοιπόν, το ποστ αυτό είναι μια προσπάθεια να απαλύνει έστω και στο ελάχιστο τον πόνο -όχι τόσο των πρώτων ημερών αλλά των επόμενων- που νιώθει κάποιος όταν χωρίζει και δεν είναι σε θεραπευτική διαδικασία.

Όταν ακούω τέτοια περιστατικά, μου έρχονται στο μυαλό τα λόγια τριών ανθρώπων.
Ο πρώτος είναι ο πατέρας μου που στην κατηγορία «σχέσεις» μου έχει δώσει μόνο δυο συμβουλές. Η μια είναι «παιδί μου, έαν δεν είσαι ευτυχισμένη και δεν περνάς καλά, να σηκώνεσαι να φεύγεις αλλά για να μπορείς να φεύγεις δεν θα πρέπει να εξαρτάσαι οικονομικά από κανέναν»

Ο δεύτερος άνθρωπος είναι η επόπτριά μου που μου έμαθε –μέσω των θεμάτων των θεραπευόμενών μου αλλά και των δικών μου- να ακούω και να σέβομαι το «όχι», «δεν θέλω άλλο», «δεν σ’αγαπάω πια», τα όρια των άλλων ανθρώπων και πως μέσα απ’ τη στάση αποδοχής μιας δύσκολης κατάστασης αποκτώ επίγνωση αλλά κυρίως μαθαίνω να στέκομαι σε μένα και να κερδίζω τον αυτοσεβασμό.

Τον τρίτο άνθρωπο δεν τον ξέρω αλλά πρόσφατα είχα διαβάσει ένα άρθρο της – είναι μια διάσημη life coach, η οποία ζει στο Τέξας και χρεώνει 1000 δολάρια τη συνεδρία – στο οποίο ανάμεσα σε άλλα έγραφε: «Μην κυνηγάτε ποτέ κάποιον που δεν σας θέλει. Πείτε αμέσως τη φράση: έχω αρκετό αυτοσεβασμό στο να θέλω κάποιον που δεν με θέλει. Εάν έχετε εμμονή με κάποιον που δεν σας θέλει σας συνιστώ να τρέξετε – όχι να περπατήσετε – στον πιο κοντινό σας ψυχίατρο γιατί έχετε σοβαρό πρόβλημα το οποίο πρέπει να λύσετε άμεσα».

Σ’ αυτές τις τοποθετήσεις εγώ βλέπω κάτι κοινό. Την αποδοχή, τον αυτοσεβασμό, την προσωπική ευθύνη και το δικαίωμα στην ευτυχία.

Η φυσική τάση των ανθρώπων είναι να αποφεύγουμε τον πόνο γι’ αυτό συνήθως η πρώτη αντίδραση σε κάτι δύσκολο που μας έχει συμβεί είναι η άρνηση. Η άρνηση, είναι μια γνωστική κατάσταση όπου αναπτύσσεται μια είδους αντίσταση απέναντι στο τραυματικό γεγονός, απορρίπτοντάς το ως μη αληθές. Τη θέση της άρνησης θα την πάρουν άλλα συναισθήματα και θα περάσουμε διάφορα στάδια – τα οποία απλά είναι η προσπάθεια να διεργαστούμε την απώλειά μας- μέχρι να φτάσουμε στο ζητούμενο. Την αποδοχή. Αυτό δεν σημαίνει πως θα ξεχάσουμε από που μας έχει συμβεί ούτε ξαφνικά θα γίνουμε ευτυχισμένοι. Ίσως να έχουμε καταφέρει να αποδεσμεύσουμε κάθε ωραία ανάμνηση από την επιθυμία και την προσδοκία να την ξαναζήσουμε με τον συγκεκριμένο άνθρωπο. Ίσως καταφέρουμε να βρούμε μια ισορροπία ανάμεσα στις ευχάριστες αναμνήσεις και στα χαρακτηριστικά του ανθρώπου που έφυγε έτσι ώστε να τον δούμε ολόκληρο, με τις δυνατότητες και τους περιορισμούς του.

Αρκετά συχνά βλέπω –μου έχει συμβεί και μένα φυσικά- μια τάση για έλεγχο του άλλου μέσω της φράσης «θα τον/την κάνω να». Μην μπείτε σ’αυτό. Το μόνο που θα καταφέρετε είναι να καθυστερήσετε τη διαδικασία της επούλωσης. Οι άνθρωποι κάνουν αυτό που θέλουν να κάνουν οι ίδιοι. Αισθάνονται με τον τρόπο που οι ίδιοι θέλουν να αισθανθούν, σκέπτονται αυτό που θέλουν να σκεφτούν, κάνουν τα πράγματα που θεωρούν ότι είναι υποχρεωμένοι να κάνουν, και θα αλλάξουν μόνο όταν εκείνοι είναι έτοιμοι να αλλάξουν. Δεν μπορούμε να ελέγξουμε άλλους ανθρώπους. Κάθε προσπάθεια άσκησης ελέγχου είναι μια αυταπάτη και ψευδαίσθηση. Κανένα είδος ελέγχου που εμείς θα ασκήσουμε δεν μπορεί να επιφέρει μόνιμες ή επιθυμητές αλλαγές σε έναν άλλον άνθρωπο. Ορισμένες φορές μπορεί να κάνουμε πράγματα που θα αυξήσουν την πιθανότητα στο να θελήσει να αλλάξει ο άλλος. Αυτό, όμως, ούτε μπορούμε να το εγγυηθούμε, ούτε να το ελέγξουμε.

Το μόνο άτομο που μπορούμε να μεταβάλουμε και στο οποίο έχουμε δικαιοδοσία ελέγχου είναι ο εαυτός μας. Όπως ο Οδυσσέας δέθηκε στο κατάρτι του πλοίου του και κατάφερε να αποφύγει τη γοητεία των Σειρήνων και σώθηκε, έτσι και σε μια δύσκολη στιγμή, όπως ένας χωρισμός, αυτό που έχουμε είναι το δικό μας κατάρτι. Το εσωτερικό μας κατάρτι, ο εαυτός μας, ο τρόπος που θα μείνουμε στη θέση μας και όχι στον άλλον άνθρωπο γιατί εκεί υπάρχει μόνο το χάσιμο. Το κατάρτι θα μας βοηθήσει να μην ξεχάσουμε τον προορισμό μας, να μην πνιγούμε.

Έχω ξαναγράψει παλιότερα για την παρουσία των φίλων σε πολύ δύσκολες στιγμές μου, πόσο πολύτιμη ήταν η βοήθειά τους και πόσο ευγνώμων θα είμαι για πάντα. Το λεγόμενο υποστηρικτικό πλαίσιο. Η δική μου βοήθεια ήταν να κάνω καθαρό σ’εκείνους τι με βοηθάει. Εκείνοι, ήταν «απλά» εκεί και άκουγαν ακούραστα τα ίδια και τα ίδια. Για κάποιο διάστημα θα πρέπει να ένιωθαν πρωταγωνιστές στο sequel «η μέρα της μαρμότας». Ακόμα και εάν είστε άνθρωποι εσωστρεφείς και έχετε μάθει να έχετε συμπεριφορά γάτας όταν πληγώνεστε ή όταν αρρωσταίνετε, φροντίστε τον πρώτο καιρό να έχετε δίπλα σας έστω και έναν άνθρωπο.

Μην κατηγορείτε τον εαυτό σας που πίστεψε, που αφέθηκε και κυρίως μην παίρνετε τη συμπεριφορά των άλλων ως αντανάκλαση της δική σας αυτοαξίας. Μην έχετε την απαίτηση να φύγετε γρήγορα και εύκολα απ’τον πόνο. Η απώλεια είναι προσωπική υπόθεση και ο καθένας τη βιώνει με διαφορετικό τρόπο, σε διαφορετικά χρονικά πλαίσια και με διαφορετική ένταση. Να είστε μαλακοί, τρυφεροί και φροντιστικοί μ’εσάς. Αργότερα θα μπορέσετε να αποκτήσετε την επίγνωση τί κάνατε και πώς το κάνατε μέσα σ’αυτή τη σχέση. Όχι για να αποδώσετε ευθύνες. Δεν έχει σημασία ποιος φταίει. Αλλά γιατί έτσι θα μπορέσετε να ενσωματώσετε αυτή την εμπειρία, να την μετατρέψετε σε κάτι που αξίζει.

Να θυμάστε, το μόνο μέρος απ’όπου μπορούμε να κάνουμε ένα βήμα, είναι από εκεί που βρισκόμαστε.
Δημοσιεύθηκε στον Εξώστη 20/10/2015

Eat Me – Μέρος III

Η βιολογική πείνα διαφοροποιείται σε πολλά σημεία από τη συναισθηματική. Η πρώτη συνήθως έρχεται σταδιακά, μέσω μηνυμάτων που στέλνει ο οργανισμός πως χρειάζεται τροφή και η ανάγκη ικανοποίησης παρουσιάζει μεγαλύτερη δυνατότητα αναμονής. Αντίθετα, η συναισθηματική πείνα εμφανίζεται ξαφνικά ως ακατάσχετη επιθυμία λήψης τροφής, με άμεση και επιτακτική ανάγκη ικανοποίησης. Κυριαρχεί ο παρορμητισμός και η κατάποση του φαγητού γίνεται μηχανικά, χωρίς συνειδητοποίηση του ‘τι’ και του ‘πόσο’ τρώμε με αποτέλεσμα το αίσθημα του κορεσμού να μη γίνεται αντιληπτό.

Η σκέψη περιστρέφεται γύρω από το φαγητό ενώ σχεδόν πάντα οι τροφές που προτιμούνται είναι γλυκά (προσωπικά δεν είχα ποτέ υπερφαγικό επεισόδιο με μπρόκολο) και με πολλά λιπαρά. Ξεκινάει σαν αίσθηση από το λαιμό και το στόμα σε αντίθεση με τη βιολογική η οποία ξεκινάει από το στομάχι το οποίο αισθανόμαστε άδειο. Όταν τρώμε ψυχαναγκαστικά, οδηγούμαστε σε αισθήματα ενοχής, ντροπής και τύψεων πράγμα που δεν συμβαίνει όταν ικανοποιούμε τη βιολογική μας πείνα.

Λένε πως η καλύτερη δίαιτα είναι να μην κάνεις δίαιτα. Όταν διαβάζω αυτή τη φράση πάντα θυμάμαι μια φίλη η οποία μου είχε πει πως έχασε πολλά κιλά -τα οποία ποτέ δεν ξαναπήρε- όταν μια μέρα κοιτάχτηκε στον καθρέφτη του ασανσέρ και είπε “κούκλα είσαι σήμερα κοριτσάκι μου” Νάσια, μου είπε, εκείνη τη στιγμή ήταν η μοναδική φορά που πραγματικά αποδέχτηκα αυτό που έβλεπα. Χωρίς να με κρίνω, ούτε να πω πως έγινες έτσι; Από εκείνη τη μέρα άρχισα σιγά σιγά να καταλαβαίνω τι εννοούμε όταν λέμε φροντίδα εαυτού και άρχισα να το κάνω. Η αλήθεια είναι πως η αλλαγή δεν έρχεται μέσα από την προσπάθεια, τον έλεγχο ή την αποφυγή. Υπάρχει ένα υπαρξιακό παράδοξο όπου η αλλαγή συμβαίνει, όταν κάποιος γίνεται αυτό που είναι και όχι όταν προσπαθεί να γίνει αυτό που δεν είναι.

Προσωπικά, θεωρώ τις απαγορεύσεις τροφίμων και τον διαχωρισμό τους σε καλές και κακές μη ρεαλιστικό σενάριο. Στο παρελθόν έχω προσπαθήσει να μπω σε πρόγραμμα αποχής από τροφές με τις οποίες έκανα υπερφαγία και το αποτέλεσμα ήταν να περιμένω πότε θα έρθει η ώρα να τελειώσει το πρόγραμμα για να φάω γλυκά και τυριά που τόσο μου αρέσουν. Ξέρω ανθρώπους που έχουν σωθεί με το πρόγραμμα των Ανώνυμων Υπερφάγων και πραγματικά στέκομαι σ’ αυτό με μεγάλο σεβασμό.
Η προσωπική μου εμπειρία είναι πως και εκεί υπάρχει ένα είδος ψυχαναγκασμού, ελέγχου και διαρκής ενασχόλησης με τη διατροφή (τουλάχιστο στην αρχή). Όπως με δυσκολεύει και ο γνωσιακός τρόπος -ο οποίος πραγματικά έχει αποτελέσματα- το να καταγράφω καθημερινά τι τρώω (αυτό είναι ένα κομμάτι της γνωσιακής θεραπείας). Επαναλαμβάνω, πως αυτή είναι η δική μου εμπειρία. Βοηθήθηκα με δυο τρόπους.

Μου επέτρεψα να τρώω τα πάντα σε μικρές ποσότητες. Από τη στιγμή που έγινε αυτό και ήξερα πως όταν ήθελα να φάω μαρόν γλασέ θα φάω, τότε ‘ησύχασα’. Ίσως και επειδή για μένα είναι σημαντικό να ξέρω πως έχω τη δυνατότητα να κάνω κάτι και ας μην το κάνω ποτέ. Όταν λοιπόν άρχισα να μου επιτρέπω, άρχισα να στέκομαι και
σ’ άλλα πράγματα. Στη προετοιμασία και τον πειραματισμό του φαγητού, στο να τρώω με ηρεμία και όχι με βιασύνη. Άρχισε να γίνεται μορφή και η απόλαυση. Κάποιος ίσως ρωτήσει πως τα κατάφερα με τις μικρές ποσότητες.

Εδώ, βοηθήθηκα με τον δεύτερο τρόπο. Τον πιο δύσκολο και επίπονο. Άρχισα να παρατηρώ πότε τρώω ψυχαναγκαστικά. Χωρίς να κρίνω. Σε μένα συνέβαινε όταν θύμωνα. Άλλες φορές θύμωνα με κάτι που μπορεί να συνέβαινε εκείνη τη στιγμή και άλλες να γινόταν κάτι το οποίο ήταν υπενθυμητής ενός παλιού θυμού ο οποίος δεν είχε εκφραστεί ποτέ και ήταν απλά ένας ανοιχτός λογαριασμός. Και στις δυο περιπτώσεις το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. Η δράση μου ήταν να πάω να φάω. Καλά, και γιατί δεν έδειχνες το θυμό σου; τί πιστεύεις πως θα συνέβαινε; είχα μπερδέψει το θυμό με την επιθετικότητα και νόμιζα πως εάν εξέφραζα το θυμό μου η σχέση θα καταστραφεί. Ήταν πολύ απειλητικό αυτό το σενάριο οπότε βρήκα έναν άλλο τρόπο διαχείρισης. Να τρώω το θυμό μου. Το πρώτο βήμα λοιπόν ήταν η επίγνωση του τι κάνω και πως το κάνω. Όταν γίνει η επίγνωση έχει ξεκινήσει και η αλλαγή.

Αρχίζεις και έχεις επίγνωση των αισθήσεων και εκπληρώνεις τις ανάγκες σου καλύτερα, μαθαίνεις να κάνεις νέες συνδέσεις (ο θυμός είναι φυσιολογικό συναίσθημα, η επιθετικότητα είναι συμπεριφορά) και πως έχεις επιλογές δράσης.
Στη διαδρομή δεν περνάμε και πολύ ευχάριστα γιατί βιώνουμε διάφορες απώλειες αλλά σίγουρα το αποτέλεσμα -και δεν εννοώ μόνο τα κιλά- είναι μια διαφορετική ζωή.

Σημείωση: επειδή στο κείμενο αναφέρθηκα στην απόλαυση και τον πειραματισμό  του φαγητού, το μπλογκ της φίλης μου Λ. http://soumada.wordpress.com/  είναι ένα πολύ διαφορετικό και ιδιαίτερο μπλογκ για το φαγητό.

Eat Me – Μέρος II

«Ήταν μια απ’αυτές τις Κυριακές όπου όλη η οικογένεια συγκεντρώνεται για να φάει. Δεν έχει σημασία εάν δεν έχεις όρεξη ή έχεις κανονίσει κάτι άλλο –πράγμα απίθανο- αφού εμείς, τις Κυριακές, τρώμε όλοι μαζί.  Επειδή έτσι πρέπει. Το μενού είχε σούπα. Όμως, ήταν τόσο καυτερή που οι υπόλοιποι έφαγαν μόνο δυο κουταλιές. Εγώ συνέχιζα να την καταπίνω παρόλο που το στόμα μου καιγόταν. Σα να μην μπορούσα να σταματήσω, το καταλαβαίνεις; ήμουνα τόσο συγκεντρωμένη στη σούπα που δεν άκουγα τους υπόλοιπους που μιλάγανε. Τώρα που το λέω, καταλαβαίνω πως ήταν ο τρόπος μου για να μπορώ να αποσυνδέομαι και να μην ακούω. Όταν έφτασα σπίτι μου και είδα στον καθρέφτη τα χείλια μου κόκκινα και πρησμένα, έβαλα τα κλάματα».

Η ψυχαναγκαστική υπερφαγία –ή αλλιώς emotional eating- είναι μια μαθημένη συμπεριφορά. Πολλές φορές, αρκετοί από εμάς, όταν είμαστε στεναχωρημένοι, πιεσμένοι, θυμωμένοι, βαριόμαστε  ή  νιώθουμε ένα απροσδιόριστο κενό ψάχνουμε να βρούμε γρήγορα κάτι να μασουλίσουμε ή να καταπιούμε. Στην αρχή παρορμητικά και αργότερα όλο και πιο ανεξέλεγκτα όλο και πιο πολύ. Με τον καιρό αυτός ο τρόπος γίνεται μια τόσο συνηθισμένη και καθημερινή συμπεριφορά που είναι δύσκολο να κάνουμε την επίγνωση του πως χρησιμοποιούμε το φαγητό για να φάμε συναισθήματα και προβλήματα.

Το «θετικό» στη χρήση του φαγητού για την αντιμετώπιση του στρες ή άλλων μορφών δυσφορίας είναι ότι έχει αποτέλεσμα.  Με ελάχιστη προσπάθεια, η ένταση μειώνεται και μάλιστα αρκετά γρήγορα.  Όμως, αυτό ακριβώς είναι το αρνητικό, τουλάχιστον μακροπρόθεσμα. Αυτό το πρότυπο διαχείρισης των αναγκών ενισχύει την κυριαρχία της μορφής του φαγητού.  Μειώνει την ένταση, ηρεμεί και ναρκώνει τις ανάγκες. Έτσι, μαθαίνει κάποιος ν’αντιμετωπίζει και να διαχειρίζεται ανάγκες και συναισθήματα μέσω του φαγητού.

Πολλοί από εμάς, πιστεύουμε έντονα στον αυτοέλεγχο, τον οποίο συνδέουμε με ισχυρά θετικές αξίες.  Έχουμε την πεποίθηση ότι «θα έπρεπε να μπορώ να ελέγξω τον εαυτό μου» ή πιστεύουμε πως το να έχεις τον έλεγχο είναι καλό, φυσιολογικό και αποδεκτό, ενώ το να είσαι εκτός ελέγχου είναι κακό και αφύσικο. Αυτές οι πεποιθήσεις δεν μας αφήνουν να αναγνωρίσουμε και να αποδεχτούμε ότι πολλά πράγματα ή συνήθειες δεν μπορούμε να τις ελέγξουμε. Έτσι, πολλές φορές, αντί να αναγνωρίσουμε πως έχουμε χάσει τον έλεγχο και ότι είμαστε ανίσχυροι σε ό,τι αφορά το φαγητό, το αλκοόλ ή οποιαδήποτε άλλη ουσία, οδηγούμαστε σε μια παρατεταμένη σειρά συναντήσεων με την ουσία, είτε αυτή λέγεται φαγητό, είτε αλκοόλ, είτε ναρκωτικά, σε μια προσπάθεια να αποδείξουμε πως έχουμε τον έλεγχο.

Με το πέρασμα του χρόνου, αυτή η διαδικασία κλιμακώνεται γι αυτό και πολλές φορές παρατηρούμε πως μπορεί να έχουμε χάσει τον έλεγχο και ταυτόχρονα να μας έχει γίνει έμμονη ιδέα να αποδείξουμε ότι τον διατηρούμε.

Αυτός ο τρόπος μπορεί να οδηγήσει στη λεγόμενη πόλωση, όπου η μια πλευρά είναι υπερβολικά ελεγχόμενη, ψυχαναγκαστική και περιορισμένη, ενώ η άλλη, έχει περιορισμένο έλεγχο ή είναι τελείως ανεξέλεγκτη.  Ίσως πάλι να νιώθουμε πως το φαγητό μας είναι το μόνο πράγμα το οποίο μπορούμε και ελέγχουμε στη ζωή μας.

Πολλοί άνθρωποι δείχνουν το νοιάξιμο και τη φροντίδα τους μέσω του φαγητού ίσως γιατί δυσκολεύονται, ίσως γιατί δεν ξέρουν να πουν στον άλλον «νοιάζομαι» ή απλά να ρωτήσουν «τί χρείαζεσαι τώρα». H μητέρα θα πάρει τηλέφωνο το παιδί της που έχει καιρό να το δει και της έχει λείψει και το πρώτο που θα ρωτήσει είναι «τρως τίποτα;» σαν το φαγητό να είναι ο τρόπος για να κάνουν επαφή.

Μια απ’αυτές τις μέρες περιμένω τη φίλη μου τη Λ. να έρθει σπίτι μου και αυτό που κυριαρχεί στη σκέψη μου είναι τι φαγητό να ετοιμάσω. Να την περιποιηθώ αλλά βασικά να δείξω πόσο πολύ χαίρομαι. Ε, κακό είναι αυτό; Θα ρωτήσεις. Κακό τίποτα δεν είναι. Είναι όμως περιοριστικό γιατί έτσι χάνω τον αυθορμητισμό, το «εδώ και τώρα», σαν να μην είναι αρκετό να πω «χαίρομαι που ήρθες» και σαν να χρειάζεται να πρέπει να κάνω κάτι ή να πρέπει να είμαι κάπως.  Δεν υπάρχει καμία πρόθεση κριτικής ή αυτομαστιγώματος απλά προσπαθώ να δείξω πόσο μπερδευτική και δύσκολη μπορεί να είναι η διαδικασία της επίγνωσης του τί, πώς και πότε τρώω.

Στο επόμενο ποστ θα δούμε πως αναγνωρίζω εάν τρώω ψυχαναγκαστικά και εάν έχω άλλες επιλογές.

Eat Me – Μέρος Ι

Πριν χρόνια, όταν ο ψυχολόγος Arthur Tomie βρίσκονταν στο εργαστήριό του παρατήρησε κάτι παράξενο. Όπως ακριβώς στο πείραμα του Pavlov, ο Tomie συσχέτισε ένα πρώτο,τεχνητό ερέθισμα -σ αυτή την περίπτωση ήταν ένας μεταλλικός μοχλός ο οποίος έπεφτε στα κλουβιά των ποντικών- δίνοντας το σήμα πως θα επακολουθούσε τροφή. Όπως ήταν αναμενόμενο, τα ποντίκια έμαθαν γρήγορα να συνδέουν  το σήμα με την ανταμοιβή και όταν ο μοχλός εμφανιζόταν, πολλά έτρεχαν στη γωνία του κλουβιού περιμένοντας το φαγητό.  Ωστόσο, μερικά ποντίκια τα προσέλκυε ο μεταλλικός μοχλός.  Αντί να τρέχουν στο φαγητό, έγλυφαν και ροκάνιζαν το μοχλό σαν να ήταν κροκέτες αρουραίου. (Clinical Psychology Reviews, 1995)
Αυτή η δράση δεν ήταν εντελώς άγνωστη στους ερευνητές αφού παρόμοια συμπεριφορά είχε σημειωθεί και σε περιστέρια.

Αυτό που κέντρισε το ενδιαφέρον του Tomie ήταν πως τα ζώα δεν ήταν σε θέση να συγκρατηθούν και να σταματήσουν στο δέλεαρ του μοχλού. Οι θεραπευτές που ασχολούνται με εξαρτήσεις συχνά συναντούν ανθρώπους που απεγνωσμένα θέλουν να σταματήσουν το αλκοόλ ή τα ναρκωτικά αλλά κάποιες φορές υποτροπιάζουν. Για κάποιον, ο υπενθυμητής (trigger) μπορεί να είναι ένα ποτήρι, μια φωτεινή επιγραφή ενός μπαρ ή και κάποιο συναίσθημα. Ομοίως, τρόφιμα που σχετίζονται με σήματα (διαφημίσεις, φωτογραφίες φαγητών) έχουν τη δυνατότητα να μας δελεάσουν ακόμα και αν δεν πεινάμε.

Αρκετές συμπεριφορές, είτε μιλάμε για ανθρώπους είτε για ζώα, εξαρτώνται από ενδείξεις ή σήματα ή συνθήματα στο περιβάλλον οι οποίες προβλέπουν κάποιο όφελος ( π.χ. εάν φάω όλο το φαγητό μου, η μαμά μου θα μoυ αγοράσει το παιχνίδι που θέλω). Όμως, δεν είναι σαφές, γιατί μερικοί άνθρωποι είναι περισσότερο εστιασμένοι στα σήματα/ενδείξεις του περιβάλλοντος από άλλους, ούτε πως αυτή η διαφορά μπορεί να συνεισφέρει κάτι ως προς την κατανόηση των εξαρτήσεων.

Ο Terry Robinson, Καθηγητής Ψυχολογίας έχει χρησιμοποιήσει ένα παρόμοιο μοντέλο με το παραπάνω για να διερευνήσει γιατί μερικά ζώα είναι τόσο επιρρεπή στα σήματα του περιβάλλοντός τους. Ο Robinson έχει εντοπίσει δυο διαφορετικές συμπεριφορές ανάμεσα στα τρωκτικά.  Για κάποια ποντικάκια (goal-trackers) η τελική ανταμοιβή, το φαγητό είναι το πιο σημαντικό. Μόλις εντοπίσουν το μοχλό, τρέχουν στο μπολάκι τους. Για άλλα, (sign-trackers) το σύνθημα, ο μοχλός έχει τη μεγαλύτερη επιρροή. Τα sign trackers φαίνεται να είναι ιδιαίτερα επιρρεπή σε εθισμό ή άλλες δυσπροσαρμοστικές συμπεριφορές ισχυρίζεται.  Τα τρωκτικά που κρατούν τα μάτια τους πάνω στο μοχλό είναι πολύ πιο πιθανό να αναζητήσουν ναρκωτικά ή αλκοόλ.

Ο καταναγκασμός για τα συνθήματα φαίνεται να εκτείνεται σε διάφορους τύπους συμπεριφορών αφού οι sign-trackers δύσκολα αντιστέκονται σε συνθήματα, είτε σχετίζονται με φαγητό είτε με ναρκωτικά όπως η κοκαϊνη.  Ο Robinson, με το να ξεχωρίζει τους sign-trackers μπορεί να πάρει ποντικάκια που δεν έχουν εκτεθεί ποτέ σε ναρκωτικά και να προβλέψει ποια από αυτά θα εμφανίσουν εξαρτητική συμπεριφορά όταν έρθουν σ επαφή με κάποιο ναρκωτικό  (Biological Psychiatry, 2010)

Ο Robinson έχει συγκεντρώσει στοιχεία για 2.000 ποντίκια. Περίπου το ένα τρίτο από αυτά εμφανίζουν συμπεριφορά παρακολούθησης του συνθήματος ενώ ένα τρίτο ασχολούνται με την παρακολούθηση του στόχου. (τα υπόλοιπα δεν στέκονται σε κανένα από τα δυο και δεν είναι εύκολο να κατηγοροποιηθούν). Ο Καθηγητής ανησυχεί. «Εμείς δεν μιλάμε για κάποια άκρα», λέει. “Στην πραγματικότητα μιλάμε για ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού».

Γιατί όμως αυτά τα συνθήματα είναι τόσο ισχυρά γι αυτή την ομάδα των ποντικιών; Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα, άρχισε να ψάχνει πιο βαθιά στο σύστημα ανταμοιβής του εγκεφάλου. Σε μια μελέτη (Nature 2011) ο ίδιος και οι συνεργάτες του έκαναν κάποιες υποθέσεις ανάμεσα στις οποίες υπάρχουν ενδείξεις πως η πρώιμη εμπειρία του περιβάλλοντος μπορεί να προδιαθέτει εάν ένα ποντικάκι έχει την τάση να γίνει sign ή goal tracking.  Τα μικρά που εκτρέφονται σε αγχωτικό περιβάλλον χωρίς τις μητέρες τους είναι πιθανότερο να γίνουν sign-trackers  ως ενήλικες (Behavioural Brain Research, 2011)

Kαταλήγουμε δηλαδή πάλι στα γνωστά.  Προσωπικά -πέρα από το κομμάτι της  περιέργειας ή της γνώσης- δεν ξέρω πόσο βοηθητικό είναι το να υποθέτει κάποιος γιατί κάνει κάτι. Ο λόγος που το έχω συμπεριλάβει είναι γιατί αρκετά πολύπλοκα ψυχολογικά χαρακτηριστικά ή συμπεριφορές επηρεάζονται από την αλληλεπίδραση μεταξύ περιβαλλοντικών και γενετικών παραγόντων.  Τα επόμενα ποστ θα επικεντρωθούν στο πώς τρώμε, πότε τρώμε, πως χρησιμοποιώ το φαγητό για να ‘φάω’ τα συναισθήματά μου. μπορώ και ελέγχω μέσα από το φαγητό; Είναι διαφορετική η εξάρτηση από το φαγητό, το αλκοόλ ή τα ναρκωτικά; Πόση ντροπή, ενοχή έχει όλο αυτό και τι μπορώ να κάνω για να βγω από το φαύλο κύκλο; Το θέμα της διατροφής  δεν είναι απλό και κρύβει μεγάλο πόνο για αρκετό κόσμο.

Facebook: H ζήλια και πώς να την αποφύγετε(;)

«Εχω γνωρίσει ζευγάρια που έχουν καταστρέψει/σπάσει τρία λάπτοπ και δηλητηριάσει τη σχέση τους ψάχνοντας ο ένας τα μηνύματα, τους φίλους, τα likes κι όλα τα συμπαρομαρτούντα του Facebook που “κρύβονται” μέσα στους τοίχους του ενός και του άλλου! (Eντάξει το εργαλείο είναι παγίδα, ΑΝ δεν το χειρισθείς σωστά)».

Το διάβασα εχθές στον τοίχο ενός φίλου και το πρώτο που σκέφτηκα ήταν ένα περιστατικό ξεσπάσματος ζήλιας το οποίο εξελίχθηκε πριν ένα μήνα σ’ένα καφέ, όπου μια νέα γυναίκα είχε βγει εκτός εαυτού και ζητούσε από τον φίλο της εξηγήσεις για το ποια ήταν η κοπέλα που είχε ποστάρει στη σελίδα του ένα τραγούδι συνοδευόμενο από μια καρδούλα.

Στο παρελθόν, η διάθεση για φλερτ ή η άποψη που είχαμε για κάποιον παρέμενε εξ ολοκλήρου στο πλαίσιο ελέγχου του καθενός μας και οι καινούργιες φιλίες δεν γίνονταν γνωστές – εάν δεν το επιθυμούσαμε – από τα υπόλοιπα μέλη του κοινωνικού μας περίγυρου. Όμως, η ανάπτυξη των κοινωνικών δικτύων, έχει επιφέρει ριζικές αλλαγές στο τρόπο που σχετιζόμαστε και επικοινωνούμε. Άραγε το Facebook δυναμώνει τη σπίθα της ζήλιας, ή μήπως ενισχύει τη ζήλια που μπορεί ήδη να υπάρχει σε μια σχέση;

Στο άρθρο τους «More Information than You Ever Wanted: Does Facebook Bring Out the Green – Eyed Monster of Jealousy?» οι Muise, A., Christofides, E. & Desmarais, S. (2009) ισχυρίστηκαν ότι όσο περισσότερο χρόνο περνάμε στο Facebook, τόσες περισσότερες πιθανότητες έχουμε να ζηλέψουμε τους συντρόφους μας. Όμως, συμβαίνει και το αντίθετο, δηλαδή, η ζήλια μπορεί να μας κάνει να ψάχνουμε περισσότερες πληροφορίες οι οποίες θα τροφοδοτήσουν περαιτέρω αυτή την συμπεριφορά μας, καταλήγοντας σ’ένα φαύλο κύκλο. Μιας και το Facebook βοηθά στη διατήρηση σχέσεων που σε άλλες συνθήκες θα ήταν εφήμερες και συνδέει ανθρώπους που μπορεί να μην επικοινωνούσαν ποτέ, εύκολα κάποιος συμπεραίνει ότι μπορεί να ενισχύσει τη ζήλια και την καχυποψία.

Το συμπέρασμα αυτό μπορεί να επιβεβαιωθεί εάν δούμε λίγο τα στοιχεία που προέκυψαν από την έρευνα. 92,1% των συμμετεχόντων στη μελέτη, δήλωσε πως ο σύντροφός τους είχε φίλους που ο ίδιος δεν ήξερε. Το 74,6% ήταν πιθανό να κάνουν φίλο ένα πρώην σύντροφο και 78,9% δήλωσε πως ο σύντροφός τους είχε κάνει φίλο έναν πρώην σύντροφο. Οι γυναίκες βρέθηκαν να ξοδεύουν σημαντικά περισσότερο χρόνο στα κοινωνικά δίκτυα απ’ότι οι άντρες.

Μια άλλη έρευνα στην οποία συμμετείχαν 342 Αυστραλοί φοιτητές και δημοσιεύθηκε με τίτλο “Time to face it! Facebook intrusion and the implications for romantic jealousy and relationship satisfaction (2011)”βασίστηκε στο πως η «εισβολή» του Facebook επηρεάζει το βαθμό ικανοποίησης μιας σχέσης.

Η ψευδής αίσθηση οικειότητας που μπορεί να δημιουργηθεί και ως εκ τούτου να οδηγεί κάποιους να είναι πιο επιρρεπείς στην εξαπάτηση, καθώς και το γεγονός ότι δίνεται η δυνατότητα δημιουργίας μιας «πραγματικής ταυτότητας» και μιας «ταυτότητας Facebook», έδειξε ότι υπάρχει μεγάλος βαθμός δυσαρέσκειας και αύξηση περιστατικών ζήλιας, καχυποψίας και διαδικτυακής παρακολούθησης του συντρόφου. Πολλοί ένιωθαν ότι δεν γνωρίζουν πραγματικά τον/την σύντροφό τους και το ότι πρώην και νυν φίλοι πιθανόν να σχολίαζαν το οτιδήποτε, τους υπενθύμιζε καθημερινά ότι ο σύντροφός τους είχε παρελθόν στις σχέσεις.

Πιστεύω ότι είναι σημαντικό ν’απενοχοποιήσουμε τη ζήλια και να τη δούμε απλά ως ένα συναίσθημα. Βάζοντας σε κάποιον τη ταμπέλα του νευρωσικού ή να λέμε «έχεις χαμηλή αυτοεκτίμηση» δεν είμαι σίγουρη ότι είναι πολύ βοηθητικό. Εξάλλου, μ’αυτή τη λογική μπορεί κάποιος να πει ότι «έχω υψηλή αυτοεκτίμηση αφού δεν επιτρέπω στον εαυτό μου ν’αντιμετωπίζεται μ’αυτό τον τρόπο».

Γενικά, βοηθάει ν’αποδεχόμαστε όλα μας τα συναισθήματα –ακόμα κ εκείνα που μας ενοχλούν – να τους δίνουμε χώρο και όχι να προσπαθούμε να τα «ξεφορτωθούμε». Δεν υπάρχει τίποτα απολύτως στραβό με τα συναισθήματά μας, όταν αυτά εκφράζονται με έναν υγιή και λειτουργικό τρόπο. Η αλλαγή δεν έρχεται μέσα από τον έλεγχο ή την αποφυγή. Έχοντας επίγνωση τι μας συμβαίνει και να μας επιτρέπουμε να είμαστε και ζηλιάρηδες, το συναίσθημα από μόνο του μπορεί να αποδυναμωθεί και να μην το βιώνουμε τόσο απειλητικά.

Είναι απαραίτητο να ξεχωρίζουμε το συναίσθημα από τη συμπεριφορά. Όπως ακριβώς υπάρχει μεγάλη διαφορά στο «νιώθω θυμό» και «συμπεριφέρομαι επιθετικά», έτσι, είναι διαφορετικό το να αισθάνομαι ζήλια και να ενεργώ – συμπεριφέρομαι βάση αυτού του συναισθήματος. Οι πιθανότητες να διαλυθεί μια σχέση από συμπεριφορές όπως το να ζητάω διαρκή επιβεβαίωση από τον άλλον, να κατηγορώ ή να υποψιάζομαι συνεχώς, αυξάνονται. Μπορούμε να επικοινωνούμε τη ζήλια μας και με πιο απλούς τρόπους.

Η αβεβαιότητα είναι ένας περιορισμός κάθε σχέσης και καλό θα ήταν να το αποδεχθούμε. Το να προσπαθώ να ελέγξω τον άλλον έχει κούραση και είναι μάταιο. Σ’αυτό το σημείο είναι πολύ χρήσιμο να εξετάσουμε τα πιστεύω και τις προσδοκίες για τις σχέσεις μας γενικότερα. Κάποιες φορές, η ζήλια μπορεί να πυροδοτείται ακριβώς απ’αυτά τα πιστεύω. Πεποιθήσεις τύπου «ο/η σύντροφός μου δεν πρέπει να έλκεται από άλλους» ή «τι δουλειά έχει να μιλάει με τον/την πρώην του» δεν είναι και τόσο υποστηρικτικές.

Ας μην ξεχνάμε πως πολλές φορές η ζήλια μπορεί να είναι προβολή. Για παράδειγμα, εάν εγώ είμαι άπιστη, αποδίδω αυτή τη συμπεριφορά στον άλλο γιατί δεν μπορώ να ταυτιστώ μ’αυτό –δεν το αποδέχομαι – με αποτέλεσμα να το αποκλείσω από το εμένα και τελικά να πιστεύω ότι προέρχεται από τον άλλον.

Τέλος, να μάθουμε να ζητάμε από εκεί που μπορούν να μας δώσουν. Εάν έχω ανάγκη από σταθερότητα, γιατί να τη ζητάω από κάποιον ασταθή;

Δημοσιεύθηκε στο ΒΗΜΑ στις 2-11-2012

http://www.tovima.gr//media/article/?aid=482058