Ghostbusters

20210706_174137.jpg

Το ghosting είναι μια συμπεριφορά τόσο διαδεδομένη που σχεδόν έχει ενσωματωθεί στην κουλτούρα μας και ήδη από κάποιους θεωρείται ως κάτι φυσιολογικό, αναμενόμενο ακόμα και αστείο. Το ghosting είναι η ξαφνική διακοπή οποιασδήποτε επικοινωνίας από τη μια πλευρά χωρίς κανένα προφανή για την άλλη πλευρά λόγο ή εξήγηση. Ο άνθρωπος που εξαφανίζεται, που γίνεται φάντασμα -ghost- και που είχατε καθημερινή επαφή ξαφνικά αδιαφορεί για εσάς και αγνοεί τις προσπάθειες επικοινωνίας αφήνοντάς σας σε κατάσταση σοκ.

Μετά το σοκ συνήθως ακολουθούν ασταμάτητες σκέψεις και συνεχής ανάλυση: “γιατί να συμπεριφερθεί έτσι; τι έκανα; λες να του/της συνέβη κάτι;” Το λάθος σ’αυτές τις περιπτώσεις είναι η προσπάθεια να αναλύουμε παράλογες συμπεριφορές με αποτέλεσμα να καθηλωνόμαστε, το γνωστό analysis-paralysis.

Εάν όμως έπρεπε οπωσδήποτε να εξηγήσουμε μια τέτοια συμπεριφορά, προσωπικά θα έδινα τρεις ερμηνείες. α) γιατί έτσι βόλευε, ήταν ο πιο εύκολος τρόπος β) κακή ποιότητα ανθρώπου γ) συναισθηματική ανωριμότητα. Πάντως σίγουρα πίσω απ’αυτή τη συμπεριφορά δεν κρύβεται κάποιο βάθος που εμείς οι υπόλοιποι αδυνατούμε να καταλάβουμε. Ούτε βάθος, ούτε πλάτος.

Οι ερμηνείες και οι αναλύσεις δεν είναι ο κατάλληλος τρόπος για να ξεπεράσετε αυτό που σας συνέβη. Η ανάγκη να τακτοποιήσετε τον ανοιχτό λογαριασμό μέσα σας και να προχωρήσετε είναι πολύ μεγάλη και απολύτως κατανοητή όμως, πρέπει να ξέρετε πως σ’αυτή την περίπτωση θα χρειαστεί να το κλείσετε μόνοι σας. Εξάλλου όπως θα γνωρίζετε, οι άνθρωποι που θα μας φερθούν όπως θα θέλαμε και θα σεβαστούν τις ανάγκες και τις επιθυμίες μας δεν είναι πολλοί.

Μάθετε να αγνοείτε αυτά που δεν μπορείτε να ελέγξετε δηλαδή συμπεριφορές άλλων.
Το μόνο που θα καταφέρετε είναι να χάσετε χρόνο και να αργήσετε να ξεχάσετε το δυσάρεστο συμβάν. Οι άνθρωποι κάνουν αυτό που θέλουν να κάνουν οι ίδιοι. Αισθάνονται με τον τρόπο που οι ίδιοι θέλουν να αισθανθούν, σκέπτονται αυτό που θέλουν να σκεφτούν, συμπεριφέρονται με τον τρόπο που έχουν μάθει και θα αλλάξουν μόνο όταν εκείνοι είναι έτοιμοι ή θέλουν να αλλάξουν. Κανένα είδος ελέγχου που εμείς θα ασκήσουμε δεν μπορεί να επιφέρει μόνιμες ή επιθυμητές αλλαγές σε έναν άλλον άνθρωπο.

Το μόνο άτομο που μπορούμε να μεταβάλουμε και στο οποίο έχουμε δικαιοδοσία ελέγχου είναι ο εαυτός μας. Εκεί θα επικεντρωθείτε. Μπορείτε να μετατρέψετε αυτή την άσχημη εμπειρία σε κάτι που αξίζει, δηλαδή στο να αναρωτηθείτε εάν υπάρχει κάτι καινούργιο να μάθετε για τον εαυτό σας. Μήπως επενδύσατε πολλά σ’έναν άνθρωπο χωρίς να τον γνωρίζετε; μήπως εμπιστευθήκατε πολύ γρήγορα; μήπως μείνατε περισσότερο στα λόγια παρά στις πράξεις του άλλου; Μήπως αυτή η συμπεριφορά σας θυμίζει κάτι απ’την ιστορία σας και σας έχει καθηλώσει έτσι; μήπως δεν έχει καν να κάνει με τον συγκεκριμένο άνθρωπο απλά η ανάγκη σας για επαφή, η ανάγκη να εμπιστευτείτε ήταν ακάλυπτες για μεγάλο χρονικό διάστημα;

Συγχωρήστε τον εαυτό σας που εμπιστεύτηκε και αφέθηκε και κυρίως μην παίρνετε τη συμπεριφορά των άλλων ως αντανάκλαση της δικής σας αυτοαξίας. Μη σας μαλώνετε επειδή δεν καταλάβατε αμέσως με τι άνθρωπο είχατε να κάνετε.

Μη ζητάτε απαντήσεις από εκείνους που δεν έχουν να δώσουν κάτι ή δεν θέλουν.
Κυρίως όμως, μη γίνεστε κυνηγοί φαντασμάτων.

Το δίλημμα του σκαντζόχοιρου

hedgehogs
Λένε, ότι η οικειότητα γεννά περιφρόνηση και ενώ φράσεις αυτού του ύφους πολλές φορές γίνονται στερεότυπες, η συγκεκριμένη, υποστηρίζεται από την καθημερινή εμπειρία εάν σκεφτούμε τις δυσκολίες που περνάνε οι φιλικές, οι επαγγελματικές, οι οικογενειακές και οι ερωτικές σχέσεις. Στην αρχή μιας σχέσης, συνήθως, κυριαρχούν συναισθήματα αγάπης, στοργής, έλξης, ο ενθουσιαμός και η ανάλαφρη διάθεση.  Όπως είναι φυσικό, αυτή η στάση έχει σαν αποτέλεσμα την επιλεκτική προσοχή των χαρακτηριστικών και συμπεριφορών του άλλου.  Επιλέγουμε να βλέπουμε τη φωτεινή πλευρά όμως, η καθημερινή επαφή κάποιες φορές καταστρέφει το μαγευτικό αυτό τοπίο.  Αρχίζουμε και γνωριζόμαστε καλύτερα και κάποια χαρακτηριστικά που προηγουμένως μας γοήτευαν, τώρα μας απογοητεύουν. Γρήγορα, έρχεται και η απομυθοποίηση.

Στο άρθρο τους “Less is more: The Lure of Ambiguity, or why Familiarity Breeds Contempt” οι Norton, Frost and Ariely (2007) ισχυρίστηκαν ότι όντως η οικειότητα γεννά περιφρόνηση, αμφισβητώντας την αντίληψη ότι όσο περισσότερο γνωρίζουμε έναν άνθρωπο, τόσο περισσότερο τον συμπαθούμε. Σε μια σειρά πειραμάτων που έλαβαν χώρα τόσο σε online dating ιστοσελίδα όσο και στο ΜΙΤ, η έρευνά τους έδειξε ότι όσο περισσότερες πληροφορίες αποκτούμε σχετικά με τους άλλους, τόσο μικρότερη είναι και η προτίμηση.

Έτσι, η ασάφεια -η οποία στην έρευνα ορίστηκε ως έλλειψη πληροφοριών- έχει περισσότερες πιθανότητες να μας κάνει να συμπαθήσουμε κάποιον, γιατί έχουμε την τάση να μας αρέσουν άνθρωποι που υποθέτουμε ότι έχουν χαρακτηριστικά παρόμοια με τα δικά μας. Δηλαδή προβάλουμε στους άλλους χαρακτηριστικά που δεν έχουν.  Αυτό που οδηγεί τη σύνδεση μεταξύ γνώσης και αντιπάθειας, είναι η έλλειψη ομοιότητας.

Οι περισσότεροι συμμετέχοντες οι οποίοι γνώριζαν χαρακτηριστικά ενός άλλου, βρήκαν διαφορές με τον εαυτό τους και έτσι, από τη στιγμή που αντιλήφθησαν την αναμοιότητα, επηρεάστηκαν αρνητικά και επηρεάστηκε η άποψή τους ακόμα και για χαρακτηριστικά τα οποία πριν θα έβρισκαν ουδέτερα.

Οι περισσότεροι θέλουμε και έχουμε ανάγκη από αγάπη και κοντινότητα.  Ο φόβος, όμως, είναι εξίσου ισχυρή δύναμη και ανταγωνίζεται αυτή μας την ανάγκη. Παρόλο που οι ανάγκες μένουν ακάλυπτες όταν δεν ερχόμαστε κοντά, μπορεί να νιώθουμε μεγαλύτερη ασφάλεια όταν δεν το κάνουμε. Με τον τρόπο αυτό, δεν διακινδυνεύουμε την αβεβαιότητα που προκύπτει από τη στενή συναισθηματική σχέση με έναν άλλον άνθρωπο. Δεν διακινδυνεύουμε να πρέπει να δείξουμε ότι είμαστε αυτό που είμαστε, κάτι που περικλείει τη συναισθηματική ειλικρίνεια, αλλά και την πιθανή απόρριψη των συναισθημάτων μας. Δεν διακινδυνεύουμε την εγκατάλειψή μας από τους άλλους. Δεν βιώνουμε την αμηχανία που συνεπάγεται η αρχή μιας σχέσης που για πολλούς είναι πραγματικά αφόρητη.

Όταν δεν πλησιάζουμε στενά κάποιους ανθρώπους, ξέρουμε τι να περιμένουμε: τίποτα.
Η στενή επαφή-η οικειότητα έχουν συχνά ως συνέπεια την αίσθηση της απώλειας του ελέγχου. Η οικειότητα θέτει σε δοκιμασία τους βαθύτερους φόβους μας για το ποιοι είμαστε και για το εάν είναι αποδεκτό να είμαστε ο εαυτός μας, για το ποιοί είναι οι άλλοι και εάν είναι αποδεκτό να είναι εκείνοι αυτό που είναι. Απαιτείται ειλικρίνεια, αυθορμητισμός, εμπιστοσύνη, αποδοχή του εαυτού μας και αποδοχή των άλλων.

Η προσέγγιση μπορεί να μας προκαλεί φόβο αλλά δεν είναι και απαραίτητο να είναι έτσι.  Μπορούμε να είμαστε ο πραγματικός μας εαυτός όταν είμαστε με άλλους ανθρώπους και αξίζει να το διακινδυνεύουμε. Μπορούμε να εμπιστευτούμε τον εαυτό μας και έχουμε τη δυνατότητα να αντεπεξέλθουμε στην αμηχανία που υπάρχει στο ξεκίνημα μιας σχέσης, έστω και αν στην αρχή το κάνουμε όπως οι σκαντζόχοιροι. Προσεκτικά.

ΥΓ: Το δίλημμα του ακανθόχοιρου πρωτοεμφανίζεται στο έργο του Schopenhauer
‘Parerga und Paralipomena’ και το 1921 στο ‘Group Psychology and the Analysis of the Ego’ του Freud.  Μια ομάδα σκαντζόχοιρων στην προσπάθειά τους να έρθουν κοντά για να ζεσταθούν μια χειμωνιάτικη μέρα, έπρεπε να καταβάλουν προσπάθεια για να βρουν την ισορροπία έτσι ώστε και να πάρουν τη ζεστασιά αλλά και να μην τραυματιστούν μεταξύ τους με τα αιχμηρά τους αγκάθια.  Πρόκειται για μια αναλογία των προκλήσεων που προκαλεί η ανθρώπινη οικειότητα και το τι μπορεί να συμβεί κατά τη διαδικασία της δημιουργίας μιας σχέσης.Όσο πιο κοντά έρχονται δυο άνθρωποι μεταξύ τους, τόσο πιο πιθανό είναι να πληγωθούν. Όμως, αν παραμείνουν χώρια, θα συνεχίσουν να έχουν τον πόνο της μοναξιάς
.

 

Ζήτα και θα σου δοθεί

ζητα
Σε μια εποχή όπου το “κάντο μόνος σου” προωθείται όλο και περισσότερο -εάν πάτε σ’ένα βιβλιοπωλείο στο τμήμα με τα βιβλία αυτοβοήθειας θα βρείτε τα πάντα- ίσως φαίνεται περίεργο να προτείνονται αποτελεσματικοί τρόποι να ζητάμε και να παίρνουμε βοήθεια.

Γιατί είναι τόσο δύσκολο να ζητήσουμε βοήθεια; Γιατί φοβόμαστε. Φοβόμαστε μήπως υπερβούμε τα όρια μιας φιλίας, μήπως φανούμε ανόητοι, ανίκανοι, μήπως αποκαλύψουμε τις αδυναμίες μας και κινδυνέψει η εικόνα μας.  Υπάρχει ο φόβος για το τι θα ζητήσει ο άλλος για αντάλλαγμα και αν θα μετατοπιστεί η ισορροπία εξουσίας της σχέσης.  Κυρίως όμως δεν ζητάμε γιατί φοβόμαστε πως θα ακούσουμε όχι. Λέμε όχι στον εαυτό μας πριν το κάνει κάποιος άλλος. Στερούμε όχι μόνο από εμάς αλλά και την ευκαιρία σ’εκείνους που θα ήθελαν να βοηθήσουν.

Έτσι, έχοντας όλες αυτές τις πεποιθήσεις για το τι θα σημαίνει εάν ζητήσω βοήθεια, οι περισσότεροι όχι μόνο δεν ξέρουν τον τρόπο να ζητήσουν αλλά όταν αποφασίσουν να το κάνουν, χρησιμοποιούν ενοχές, εξαναγκασμό ακόμα και εκβιασμό. Ζητούν τον οίκτο όταν απλά θέλουν βοήθεια.

Είναι σημαντικό να ξέρετε από ποιον ζητάτε και να είστε σαφείς και συγκεκριμένοι. Ζητήστε από κάποιον που μπορεί να βοηθήσει και μπορεί να σας δώσει αυτό που έχετε ανάγκη. Αυτό ισχύει σε όλους τους τομείς. Δεν γίνεται να περιμένω βοήθεια από κάποιον που ο ίδιος δεν είναι σε θέση να βοηθήσει τον εαυτό του και μάλιστα να θυμώνω ή να απογοητεύομαι εάν δεν το κάνει. Εάν δυσκολεύεστε να ζητάτε ξεκινήστε να το κάνετε με ανθρώπους που δεν υπάρχει περίπτωση να πουν όχι. Ζητήστε κάτι πολύ απλό και πειραματιστείτε με τον τρόπο που ζητάτε. Ήταν πολύ δύσκολο; τι ήταν αυτό που σας δυσκόλεψε περισσότερο; πώς νιώσατε όταν σας είπαν “ναι”; Κάντε μια λίστα με όλα τα  πράγματα -απ’το πιο σημαντικό μέχρι το πιο ασήμαντο- που για να τα κάνετε χρειάζεστε βοήθεια. Δίπλα στο καθένα γράψτε με ποιο τρόπο σταματάτε τον εαυτό σας απ’το να μη ζητήσει βοήθεια, τι χάνετε εάν δεν ζητήσετε και τι θα κερδίσετε εάν το κάνετε.

Να είστε συγκεκριμένοι. Είναι φοβερά βοηθητικό και πολλές φορές ανακουφιστικό για τον άλλον. Όσο πιο συγκεκριμένοι, τόσο καλύτερα.  Μη θεωρείτε δεδομένο πως θα ακούσετε όχι αλλά να θυμάστε πως κάποιοι θα πουν ναι και κάποιοι όχι.  Πάρτε το ρίσκο και ζητήστε αυτό που έχετε ανάγκη και θέλετε. Εάν πουν όχι, δεν θα είστε σε χειρότερη θέση από πριν και εάν πουν ναι, θα είστε σε καλύτερη. Καλό θα ήταν να αποδέχεστε το “όχι” ως απάντηση σ’αυτό που ζητάτε και όχι ως απόρριψη γι’αυτό που είστε. Εξάλλου, πιστεύω πως η απόρριψη είναι ένας μύθος απ’την άποψη πως είναι μια έννοια που ο καθένας τη νοηματοδοτεί ανάλογα με την ιστορία του και επιλέγει εάν θα έχει θετικό ή αρνητικό πρόσημο. Γενικά, προσέξτε λίγο τα προσωπικά σας αφηγήματα -ειδικά εάν έχετε επιλέξει να τα κάνετε σημαία και να πορεύεστε σε όλη σας τη ζωή μ’αυτά- φροντίστε τουλάχιστον να είναι υποστηρικτικά.

Το να ζητάτε, δεν σας υποτιμά με κανέναν τρόπο. Σας επιτρέπει να προχωρήσετε, να κάνετε πράγματα με μεγαλύτερη ευκολία και να προετοιμαστείτε καλύτερα για τις επόμενες προκλήσεις.

 

Τα αρνητικά συναισθήματα στην εργασία και πώς να τ’αντιμετωπίσετε

prada
Δίκαιο; Άδικο; Πραγματικά αδιάφορο. Το γεγονός είναι αυτό: οι άνθρωποι στη συντριπτική τους πλειοψηφία θεωρούν ότι η δουλειά τους και ο χώρος της εργασίας τους είναι η βασική πηγή του στρες, του θυμού και των απογοητεύσεων που βιώνουν στη ζωή τους.

Οι αιτίες είναι πολλές αλλά πριν μπούμε στα βαθύτερα των σκέψεων και των συναισθημάτων που αυτές τις προκαλούν ίσως είναι πιο χρήσιμο να προτείνουμε κάποιους τρόπους για τη διαχείριση των αρνητικών συναισθημάτων που βιώνουμε στο χώρο της εργασίας μας.

Τα “αρνητικά” ή μάλλον δύσκολα συναισθήματα υπάρχουν. Το να τα αγνοούμε ή να προσπαθούμε να τα διώξουμε περισσότερο κακό κάνουμε, παρά καλό. Το να μην εξουσιαζόμαστε από τα αρνητικά συναισθήματα, το να μένουμε αγκιστρωμένοι στις αναμνήσεις μόνο των ευτυχισμένων στιγμών μας, το να μην θέλουμε με τίποτα να αντιμετωπίσουμε, πόσω μάλλον να “αγκαλιάσουμε” δύσκολες συναισθηματικές καταστάσεις, όπως ο θυμός, η απογοήτευση, η αγανάκτηση, στην εποχή μας υπάρχει σαν οικουμενική απαίτηση.

Για τους περισσότερους τα αρνητικά συναισθήματα, όπως και οι αρνητικές σκέψεις είναι πηγή οπισθοδρόμησης, κίνητρο που ωθεί σε αυτοκαταστροφικές τάσεις και μόνο. Όμως, πλέον η επιστήμη έχει κάτι να πει για τα αρνητικά συναισθήματα και είναι απολύτως θετικό ή μάλλον περιγράφει τα όσα ευεργετικά μπορεί να προσφέρουν η οργή, η απογοήτευση, η κάθε στιγμή που νιώσαμε ότι “πιάσαμε πάτο” και η επιφάνεια αργεί πολύ για εμάς. Εκείνοι που αποδέχονται όλα τα συναισθήματά τους, χωρίς να τους ασκούν κριτική και να τα καταπνίγουν, έχουν λιγότερες πιθανότητες να βιώσουν τον αρνητικό αντίκτυπό τους και περισσότερες να τα μετουσιώσουν σε κάτι θετικό. Βεβαίως όταν αντιμετωπίζετε μια μεγάλη δυσκολία και μπορείτε να κάνετε κάτι όπως για παράδειγμα ν’αλλάξετε αντικείμενο ή θέση εργασίας, καλό θα ήταν να το προσπαθείτε.

Αποστασιοποιηθείτε: Παρατηρήστε αυτό που συμβαίνει σαν να είστε μια μύγα στον τοίχο. Πολλές φορές, η αποστασιοποίηση είναι ένα χρήσιμο τέχνασμα γιατί μπορεί να μειώσει την ένταση των έντονων συναισθημάτων που αισθάνεστε. Φανταστείτε ότι είστε μια μύγα στον τοίχο, παρατηρώντας την κατάστασή σας. Πώς βλέπετε τώρα την κατάσταση; Πώς την βλέπουν οι δυο άνθρωποι -εσείς και το άλλο άτομο;” Όταν αποκτούμε μια ευρύτερη προοπτική συχνά η κατάσταση δεν είναι τόσο κακή όσο νομίζαμε.  Εξυπακούεται πως δεν είναι ούτε απαραίτητο ούτε χρήσιμο να αποστασιοποιείστε διανοητικά ή συναισθηματικά σε μόνιμη βάση.

Επαναπροσδιορίστε: Όλοι έχουμε ακούσει ότι πρέπει να βλέπουμε τα θετικά σε μια αρνητική κατάσταση και η αλήθεια είναι πως αυτό είναι ιδιαίτερα χρήσιμη στρατηγική όταν μας συμβαίνει ένα ανεπιθύμητο γεγονός. Για ένα αρνητικό προσπαθήστε να σκεφτείτε ένα θετικό. Για παράδειγμα, εάν πήρατε ένα όχι και πολύ υποστηρικτικό feedback θα μπορούσατε να το επαναπροσδιορίσετε ως χρήσιμη πληροφορία για να κάνετε κάτι καλύτερα. Όσο πιο συχνά προκαλείτε τον εαυτό σας να βρίσκει ένα θετικό σε μια δύσκολη κατάσταση, τόσο πιο εύκολα θα γίνεται μετά.

Την εξάσκηση αυτών των τακτικών ή νέων συμπεριφορών δείτε την ως απόκτηση νέων εργαλείων που θα βελτιώσουν όχι μόνο την καθημερινότητά σας αλλά και τις εργασιακές σας σχέσεις.

Κάποιον μου θυμίζεις

IMG_20200209_193028
Ένα απ’τα πιο συχνά ερωτήματα -που το ακούμε και σε διάφορες παραλλαγές- είναι το “πώς γίνεται αυτοί/ες που επιλέγω να μου συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο;”
Θεωρητικά είμαστε ελεύθεροι να επιλέξουμε το είδος ανθρώπου που θα αγαπήσουμε αλλά στην πραγματικότητα η επιλογή μας είναι μάλλον πολύ λιγότερο ελεύθερη από ό,τι φανταζόμαστε. Οι περιορισμοί γύρω απ’τους οποίους μπορούμε να αγαπάμε και να νιώθουμε καλά προέρχονται από ένα μέρος που όλοι οι ψυχοθεραπευτές αρέσκονται να πηγαίνουν. Στην παιδική ηλικία. Η ψυχολογική ιστορία του καθενός μας προδιαθέτει να επιλέγουμε ορισμένους τύπους ανθρώπων.

Ψάχνουμε εκείνους που από πολλές απόψεις αναβιώνουν τα συναισθήματα αγάπης που γνωρίζαμε όταν ήμασταν μικροί. Το θέμα είναι ότι η αγάπη που πήραμε κατά την παιδική μας ηλικία δεν φτιάχτηκε μόνο από γενναιοδωρία, ευαισθησία και καλοσύνη. Δεδομένου το ότι οι γονείς είναι άνθρωποι και κάνουν λάθη -παρ’όλη την αδιαμφισβήτητα καλή πρόθεσή τους- κάποιες φορές η αγάπη συνοδεύεται και με οδυνηρές πτυχές: την αίσθηση πως δεν είμαι αρκετά καλός, μια αγάπη για έναν γονέα νάρκισσο ή καταθλιπτικό ή εύθραυστο ή η αίσθηση πως ποτέ κανείς δεν μπορεί να είναι πλήρως ευάλωτος γύρω από έναν φροντιστή.

Έτσι, στην ενήλικη ζωή μας θα βρούμε συντρόφους που κάτι στην συμπεριφορά τους θα μας είναι οικείο και θα το έχουμε ξαναζήσει.  Δεν δίνουμε σημασία και ευκαιρία σε ανθρώπους οι οποίοι δεν είναι διατεθειμένοι να ικανοποιήσουν τη λαχτάρα μας για πολυπλοκότητες που έχουμε συνδέσει με την αγάπη. Μπορεί να περιγράψουμε κάποιον ως “βαρετό” όταν στην πραγματικότητα εννοούμε: είναι απίθανο να με κάνει να υποφέρω με τον τρόπο που πρέπει να υποφέρω για να αισθανθώ ότι η αγάπη είναι πραγματική.

Πολλοί λένε πως η λύση είναι απλά να προσπερνάμε αυτούς που έχουν ιδιόμορφη συμπεριφορά και μας ελκύουν και να βρούμε κάποιον με πιο υγιή συμπεριφορά. Θεωρητικά είναι μια καλή λύση και συχνά πρακτικά αδύνατη. Αντί να επιδιώκουμε να αλλάξουμε προτιμήσεις θα ήταν καλύτερο να προσαρμόσουμε τον τρόπο με τον οποίο αντιδρούμε σε συμπεριφορές οικείες που στο τώρα, αν και ενήλικοι μας καθηλώνουν.

Κάτι που επαναλαμβάνω πολύ συχνά γιατί γνωρίζω τη χρησιμότητα της ψυχοεκπαίδευσης είναι πως πολλές φορές τα συναισθήματά μας δεν γεννιούνται από την τρέχουσα κατάσταση και δεν αφορούν στην πραγματικότητα το εν λόγω πρόσωπο, αλλά μια συμπεριφορά τους αναπαράγει-πυροδοτεί κάτι που μας συνέβη πριν πολύ καιρό.  Στο τότε, το είχαμε βιώσει πραγματικά τραυματικά γιατί ένα παιδί δεν μπορεί να εξηγήσει γνωστικά αυτά που του συμβαίνουν και δεν έχει και επιλογές. Στο σήμερα, εάν κάποια συμπεριφορά επαναληφθεί, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να γυρίσω πάλι πίσω στο παλιό, παρόλο που γνωστικά θα λέω “μα δεν είναι δυνατόν”.  Σ’αυτό ακριβώς το σημείο θα γίνει η παρέμβασή μου και πλέον θα αντιδράσω ως ενήλικας  και όχι ως το παιδί που ήμουν τότε. Για παράδειγμα εάν ως παιδί δεν έπαιρνα την προσοχή που ήθελα και δεν ήξερα τον τρόπο να τη ζητήσω, τότε θα έβρισκα έμμεσους τρόπους για να πάρω αυτό που είχα ανάγκη.

Στο σήμερα, εάν ο/η σύντροφός μου είναι απορροφημένος με τη δουλειά του και εγώ αντιδράσω όπως παλιά, τότε είτε θα το μεταφράσω “δεν νοιάζεται αρκετά, δεν είμαι αρκετά σημαντικός/ή” ή θα αντιδράσω χειριστικά για να πάρω αυτό που χρειάζομαι. Ένας ενήλικας, που γνωρίζει και έχει δουλέψει τα θέματά του, έστω και αν πυροδοτηθεί ένα παλιό συναίσθημα θα έχει τη δυνατότητα να σκεφτεί κάτι όπως: “έχει δουλειά, έχω και εγώ δουλειά και είναι εντάξει”.  Γιατί θα γνωρίζει πως στο σήμερα έχει πάντα επιλογές.

Δεν προτρέπω, ούτε υπονοώ να μένουμε σε καταστάσεις δύσκολες και ταλαιπωρητικές για να δούμε και να επιλύσουμε τα παλιά μας τραύματα.  Όμως, ως ενήλικες μπορούμε να αποκτήσουμε τις ικανότητες που θα μας επιτρέψουν να πειραματιστούμε με τις προκλήσεις του “εδώ και τώρα” που ως παιδιά στο “εκεί και τότε” δεν μπορούσαμε.

Ο Υποκόμης και ο Καθηγητής

IMG_20200204_121928
Why do you suppose we only feel compelled to chase the ones who run away?
αναρρωτήθηκε μελαγχολικά μέχρι και ο Κόμης Βαλμόν στις επικίνδυνες σχέσεις.

Αιώνες μετά, το βασανιστικό  ερώτημα παραμένει για πολλούς αναπάντητο. Το ακούμε πολύ συχνά και σε διάφορες παραλλαγές: “Γιατί αυτή η συγκεκριμένη σχέση μ’έχει καθηλώσει και δεν μπορώ να προχωρήσω” ή  “γιατί αυτοί/ες που επιλέγω να έχουν τα ίδια μοτίβα συμπεριφοράς;”

Για τη Μαρκησία ντε Μαρτέιγ, η απάντηση ήταν μονολεκτική. Ανωριμότητα.
Για τον Καθηγητή και ψυχαναλυτικό ψυχοθεραπευτή Jeremy Holmes, τα πράγματα είναι λίγο πιο πολύπλοκα. Ο Jeremy Holmes εξετάζει τη θεωρία του Bowlby -τις διεργασίες της προσκόλλησης και της απώλειας- και ερευνά τους τρόπους με τους οποίους η “Θεωρία του Δεσμού” μπορεί να βοηθήσει στην κατανόηση της κοινωνίας και των προβλημάτων που την βασανίζουν.

H φύση και η μορφή της πρώτης σχέσης γίνεται μοντέλο για τις μετέπειτα σχέσεις, προκαλώντας προσδοκίες για το αν το άτομο είναι άξιο αγάπης και κατά πόσο μπορεί να βασιστεί στους άλλους. Σύμφωνα με τον Holmes, κατά τη διαδικασία της κοινωνικής μας εξέλιξης, κατασκευάζουμε εσωτερικά λειτουργικά μοντέλα (internal working models) ή νοητικές αναπαραστάσεις του εαυτού και των προτύπων αλληλεπίδρασης με τους άλλους. Τα μοντέλα αυτά οργανώνουν την εξέλιξη της προσωπικότητας, κατευθύνουν την κοινωνική μας συμπεριφορά και αποτελούν τη βάση για τη διαμόρφωση προσδοκιών, αντιλήψεων και συμπεριφορών, καθώς και το πως βιώνουμε τα συναισθήματα σε υπάρχουσες αλλά και σε νέες σχέσεις.

“Δηλαδή, τώρα που ξέρω, θα σταματήσω να κάνω σχέσεις που με ταλαιπωρούν;”.

Όταν κάποιος φτάσει στην κατανόηση των βιωμάτων του και αξιολογήσει το παρελθόν του, είναι σημαντικό να μη σταθεί μόνο στη λύπη. Εάν στο σήμερα νιώθω υπερβολικό πόνο ή καθήλωση για κάποια συμπεριφορά που έρχεται από τον απέναντι μου, θα με βοηθήσει να μείνω λίγο σε μένα και να σκεφτώ, τι μου θυμίζει αυτή η συμπεριφορά που με καθηλώνει και από που την ξέρω. υπήρχε κάποιος στο στενό μου περιβάλλον που συμπεριφερόταν παρόμοια;

Πολλές φορές τα συναισθήματά μας δεν γεννιούνται από την τρέχουσα κατάσταση και δεν αφορούν στην πραγματικότητα το εν λόγω πρόσωπο, αλλά αναπαράγουν-πυροδοτούν κάτι που μας συνέβη πριν πολύ καιρό.  Στο τότε, το είχαμε βιώσει πραγματικά τραυματικά ίσως γιατί ένα παιδί δεν μπορεί να εξηγήσει γνωστικά αυτά που του συμβαίνουν. Στο σήμερα, εάν κάποια παρόμοια συμπεριφορά επαναληφθεί, υπάρχει πιθανότητα να με γυρίσει πάλι πίσω στο παλιό, παρόλο που γνωστικά θα λέω “μα πως είναι δυνατόν”.

Το παρελθόν δεν αλλάζει. Αλλάζει όμως ο τρόπος με τον οποίο το αντιμετωπίζω και σίγουρα, η μεγαλύτερη παγίδα, θα είναι να προσπαθήσω ν’ αλλάξω τον άλλον. Δεν έχουμε καμιά δουλειά να κάνουμε τέτοια πράγματα. Το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να επικεντρωθούμε σε εμάς και στις αλλαγές που θα κάνουν τη ζωή μας καλύτερη.

Πώς να αποφύγω τους ακατάλληλους, για μένα, συντρόφους;

Έλαβα το παρακάτω μέιλ:

Αφού λοιπόν οι περισσότεροι επιλέγουμε ανθρώπους ακατάλληλους και μάλιστα ξανά και ξανά μπορώ να σπάσω αυτό το μοτίβο; Είναι λύση το να επιλέγω αυτούς που δεν ερωτεύομαι ή κάποιον που δεν βρίσκω τόσο ελκυστικό; Μπορεί να λειτουργεί έτσι;”

Απαντώ:

Για να σπάσουμε ένα μοτίβο είναι χρήσιμο να έχουμε επίγνωση την ανάγκη που αυτό μας καλύπτει ή νομίζουμε πως καλύπτει. Ένας τρόπος για να αποκτήσουμε επίγνωση είναι και η ψυχοεκπαίδευση γι’αυτό και θα σταθώ λίγο στο γιατί πολλές φορές καθηλωνόμαστε σε συμπεριφορές -και όχι σε ανθρώπους όπως πιστεύουμε- που μας ταλαιπωρούν.

Θεωρητικά είμαστε ελεύθεροι να επιλέξουμε το είδος ανθρώπου που θα αγαπήσουμε αλλά στην πραγματικότητα η επιλογή μας είναι πολύ λιγότερο ελεύθερη από ό,τι φανταζόμαστε καθώς η ψυχολογική ιστορία του καθενός μας προδιαθέτει να επιλέγουμε ορισμένους τύπους ανθρώπων που σίγουρα μεταξύ αυτών θα εντοπίσετε κοινά χαρακτηριστικά ή συμπεριφορές.

Μ’αυτό εννοώ πως σε μεγάλο βαθμό ψάχνουμε εκείνους που αναβιώνουν τα συναισθήματα αγάπης που γνωρίζαμε όταν ήμασταν μικροί. Όμως, η αγάπη που πήραμε τότε δεν φτιάχτηκε μόνο από γενναιοδωρία, ευαισθησία και άνευ όρων αποδοχή αλλά δεδομένου το ότι οι γονείς είναι άνθρωποι και κάνουν λάθη, η αγάπη αυτή μπορεί να συνοδεύτηκε και με οδυνηρές πτυχές.

Έτσι, στην ενήλικη ζωή μας θα ψάχνουμε συντρόφους που κάτι στην συμπεριφορά τους θα μας είναι οικείο και θα το έχουμε ξαναζήσει. Και αυτό γιατί οι άνθρωποι πάμε στο γνώριμο γιατί εκεί ξέρουμε τον τρόπο να υπάρχουμε, τον τρόπο που θα συμπεριφερθούμε. Δύσκολα και μετά από σκέψη θα δώσουμε ευκαιρία σε ανθρώπους οι οποίοι δεν είναι διατεθειμένοι να ικανοποιήσουν την επιθυμία μας για πολυπλοκότητες που έχουμε λανθασμένα συνδέσει με την αγάπη. Πολύ συχνά περιγράφουμε κάποιον ως “βαρετό” όταν στην πραγματικότητα εννοούμε: “Είναι απίθανο να με κάνει να υποφέρω με τον τρόπο που πρέπει να υποφέρω για να αισθανθώ ότι η αγάπη είναι πραγματική”.

Εάν κατάλαβα σωστά, με ρωτάς εάν η λύση είναι απλά να προσπερνάμε αυτούς που έχουν ιδιόμορφη συμπεριφορά και μας ελκύουν και να βρούμε κάποιον που δεν μας ελκύει τόσο αλλά θα είναι πιο κατάλληλος. Θεωρητικά είναι μια λύση αν και έτσι όπως το θέτεις είναι σα να πρέπει να πιεις το πηχτό ροζ σιρόπι για τη γρίπη. Αναρωτιέμαι εάν θα ήταν καλύτερο για σένα να δεις ποιες συμπεριφορές πυροδοτούν τα δικά σου θέματα και να τα φροντίσεις αντί να σκέφτεσαι να γνωρίσεις κάποιον που δεν θα σε ελκύει και τόσο πολύ. Ο λόγος που στο προτείνω είναι γιατί τις περισσότερες φορές τα συναισθήματά μας δεν γεννιούνται από την τρέχουσα κατάσταση και δεν αφορούν στην πραγματικότητα το πρόσωπο που σχετιζόμαστε, αλλά μια συμπεριφορά του αναπαράγει-πυροδοτεί κάτι που μας συνέβη πριν πολύ καιρό.

Στο τότε, το είχαμε βιώσει τραυματικά γιατί ένα παιδί δεν μπορεί να εξηγήσει γνωστικά αυτά που του συμβαίνουν και δεν έχει και επιλογές. Στο σήμερα, εάν κάποια συμπεριφορά επαναληφθεί, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να γυρίσω πάλι πίσω στο παλιό, παρόλο που γνωστικά θα λέω “μα δεν είναι δυνατόν”.  Σ’αυτό ακριβώς το σημείο θα γίνει η παρέμβασή μου και πλέον θα αντιδράσω ως ενήλικας  και όχι ως το παιδί που ήμουν τότε. Δεν θα σου πω ψέματα. Ο τρόπος αυτός δεν είναι ούτε γρήγορος, ούτε εύκολος και σίγουρα όχι ευχάριστος. Έχει όμως αποτέλεσμα, μαθαίνεται και μπορώ να σου εγγυηθώ πως πρόκειται για μια επένδυση με πολύ μεγάλη απόδοση.

 

Πώς να δέχεστε μια αρνητική αξιολόγηση

the office

Πολλοί άνθρωποι γίνονται αμυντικοί ή θίγονται όταν αξιολογείται η δουλειά τους. Στις περισσότερες περιπτώσεις ο χώρος εργασίας δεν διαθέτει κουλτούρα ανατροφοδότησης (feedback) και οι εργαζόμενοι δεν εκπαιδεύονται να κάνουν ή να δεχτούν αξιολόγηση με εποικοδομητικό τρόπο. Εδώ, θα ασχοληθούμε με το πώς θα αποδεχτούμε μια αρνητική αξιολόγηση με τη βοήθεια των παρακάτω τρόπων.

  1. Δείτε το ως ευκαιρία. Κάποιες φορές και ιδιαίτερα όταν έχουμε κοπιάσει για το έργο μας είναι πιο δύσκολο να το δούμε αντικειμενικά. Αυτό σημαίνει πως μια άλλη οπτική ίσως μας βοηθήσει να διορθώσουμε ατέλειες που σίγουρα θα υπάρχουν, να πάρουμε νέες ιδέες και να ανακαλύψουμε ευκαιρίες. Μια αξιολόγηση μπορεί να βλάψει το εγώ μας, αλλά συχνά μας βοηθάει να γίνουμε καλύτεροι.
  2. Ακούστε. Ακούστε με προσοχή αυτό που σας λένε και αν χρειαστεί κάνετε ερωτήσεις ή επαναλάβετε αυτά που ακούσατε για να βεβαιωθείτε πως καταλάβατε πλήρως αυτά που έχουν ειπωθεί και δεν κάνετε δικές σας ερμηνείες.
  3. Πάρτε ως δεδομένο τις καλές προθέσεις εκείνου που σας αξιολογεί. Εκτός εάν υπάρχει απόδειξη για το αντίθετο, πιστέψτε πως η πρόθεση είναι να γίνετε καλύτεροι.
  4. Μην είστε αμυντικοί και μην δικαιολογήστε. Μπορείτε να πείτε τι μάθατε και πως θα δοκιμάσετε να το κάνετε διαφορετικά από εδώ και πέρα.
  5. Μην παίρνετε τα πράγματα προσωπικά. Να θυμάστε πως αξιολογείται η δουλειά σας και όχι εσείς ως άνθρωποι. Ποτέ μην παίρνετε τα αρνητικά σχόλια σχετικά με το έργο σας ως κριτική προς το πρόσωπό σας.
  6. Κάποιες φορές θέλουν απλώς να σας βοηθήσουν. Θυμηθείτε ότι όλα τα εποικοδομητικά σχόλια -συμπεριλαμβανομένων και των αρνητικών- είναι ένδειξη ενδιαφέροντος και πως οι άνθρωποι θέλουν να σας βοηθήσουν. Θα ήταν πολύ χειρότερο να βλέπουν πως κάνετε κακή δουλειά και να μη σας λένε τίποτα.
  7. Μην είστε πολύ αυστηροί με τον εαυτό σας. Όλοι όσοι δουλεύουμε κάνουμε λάθη και κάθε μέρα μαθαίνουμε. Δεν είναι κακό να κάνουμε λάθη, αλλά να επαναλαμβάνουμε τα ίδια λάθη επειδή αρνούμαστε να ακούσουμε δεν μας προσφέρει απολύτως τίποτα.
  8. Ευχαριστήστε εκείνον που έδωσε χρόνο και ασχολήθηκε με τη δουλειά σας.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στις 4/7/2018 στο επιχειρώ

Αφήστε πίσω τις πικρίες

the devil wears prada

Τις τελευταίες δύο δεκαετίες έχουν δημοσιευθεί αρκετές έρευνες σχετικά με τη θετική επίδραση της συγχώρεσης, δηλαδή με την συνειδητή απόφαση που παίρνουμε να αφήσουμε οριστικά πίσω μας αισθήματα πικρίας ακόμα και επιθυμία αντεκδίκησης προς αυτούς που κάποια στιγμή μας αδίκησαν. Τώρα, μια νέα μελέτη -που βασίζεται σε ένα μικρό δείγμα στο χώρο εργασίας- υποστηρίζει τη σημασία που έχει η ικανότητα να υπερβαίνουμε πικρίες και αρνητικά συναισθήματα για τη βελτίωση της ευημερίας και της παραγωγικότητας σε επαγγελματικά περιβάλλοντα.

Οι συγκρούσεις μεταξύ των συναδέλφων είναι αναπόφευκτες και συνδέονται με το στρες, προβλήματα υγείας (ψυχικά και σωματικά) και χαμηλή παραγωγικότητα. Οι ερευνητές ανέλαβαν να διερευνήσουν το ρόλο της συγχώρεσης στη βελτίωση αυτών των αρνητικών επιπτώσεων.

Οι συμμετέχοντες – περισσότεροι από 200 εργαζόμενοι – απάντησαν σε ερωτηματολόγια σχετικά με την παραγωγικότητα και την ευημερία τους σε σχέση με την ικανότητά τους να υπερβαίνουν αισθήματα πικρίας και απογοήτευσης που έχουν προκληθεί από άλλους συναδέλφους τους.

Στο πρώτο στάδιο της έρευνας ζητήθηκε από τους εργαζόμενους να επικεντρωθούν σε ένα συγκεκριμένο περιστατικό που τους συνέβη και να περιγράψουν πώς πίστευαν ότι τους επηρέασε. Το δεύτερο ερωτηματολόγιο διερεύνησε τη γενική τάση των συμμετεχόντων να είναι ειλικρινείς και τις εργασιακές τους συνήθειες τον προηγούμενο μήνα.

Και στις δύο περιπτώσεις, η ικανότητα των εργαζόμενων να υπερβαίνουν τα αρνητικά συναισθήματα για τους συναδέλφους τους συνδέθηκε με την αύξηση της παραγωγικότητας, λιγότερες μέρες απουσίας από την εργασία και με λιγότερα προβλήματα ψυχικής και σωματικής υγείας, όπως θλίψη και πονοκεφάλους.

Αυτή η νέα έρευνα είναι σημαντική τόσο για τους εργαζόμενους όσο και για τους εργοδότες, καθώς η συσσώρευση αισθημάτων πικρίας για συναδέλφους επηρεάζει αρνητικά τα άτομα και τους οργανισμούς στο σύνολό τους. Το κόλλημα σε αρνητικά συναισθήματα μετά από μια σύγκρουση μπορεί να οδηγήσει σε απεμπλοκή από την εργασία, έλλειψη συνεργασίας και επιθετική συμπεριφορά. Η μνησικακία συνδέεται επίσης με αυξημένο άγχος και συναισθήματα ή συμπεριφορές όπως ο θυμός, η εχθρότητα και η εκδίκηση.

Δεδομένου ότι πολλοί άνθρωποι που βρίσκονται σε σύγκρουση πρέπει να συνεχίσουν να συνεργάζονται, η απόφασή τους να υπερβούν τα συναισθήματα που προκαλεί η σύγκρουση μπορεί να αποτελέσει ένα αποτελεσματικό εργαλείο αντιμετώπισης και ένας τρόπος για την αποκατάσταση των σχέσεων και της εμπιστοσύνης. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι εγκρίνουμε ή αγνοούμε την κακή συμπεριφορά. Κάθε χώρος εργασίας οφείλει να διαθέτει διαδικασίες παρέμβασης και αντιμετώπισης κακοποιητικών συμπεριφορών.

Πώς υπερβαίνουμε τα αρνητικά συναισθήματα που προκαλούν οι συγκρούσεις στην εργασία.

  • Η συμπεριφορά των Διευθυντών-Προϊσταμένων έχει τη μεγαλύτερη επίδραση στην οργανωτική κουλτούρα. Αυτή είναι που θέτει όρους και δημιουργεί κλίμα.
  • Ζητήστε συγγνώμη και επιχειρήστε να αποκαταστήσετε δύσκολες σχέσεις. Όταν δεν αναλαμβάνουμε την ευθύνη για τα λάθη μας, η δυσπιστία μεγαλώνει και ο φόβος για κάτι που συμβαίνει μπορεί να είναι χειρότερος ακόμα και από το αρχικό συμβάν.
  • Αποκαταστήστε την εμπιστοσύνη δουλεύοντας σε ένα κοινό έργο, δημιουργώντας νέες εμπειρίες και αναμνήσεις συνεργασίας.

Υπάρχει ένα παλιό ρητό που λέει: “Η δυσαρέσκεια είναι σαν να παίρνεις δηλητήριο και να περιμένεις το άλλο άτομο να πεθάνει.”

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στις 20/6/2018 στο επιχειρώ

Η αναβλητικότητα και πώς να την αντιμετωπίσουμε

wp-1591736341291.png
Αναβάλλουμε για να αποφύγουμε δυσάρεστα συναισθήματα γιατί πίσω από κάθε αναβολή κρύβονται φόβοι, ελπίδες, αναμνήσεις, αμφισβήτηση και πιέσεις. Στο τέλος της ημέρας, όσο επώδυνο κι αν είναι να ασκούμε στον εαυτό μας κριτική επειδή είμαστε αναβλητικοί, πολλές φορές η αυτοκριτική αυτή είναι πιο εύκολα ανεκτή από τα συναισθήματα φόβου που κυριαρχούν όταν προσπαθούμε να κάνουμε ένα άνοιγμα προς τα έξω, αφού ο φόβος της αποτυχίας ή το να μη φανούμε ανεπαρκείς καταλήγει να είναι μεγαλύτερος.

Αρκετοί απ’αυτούς που αναβάλουν συχνά λένε ότι ο ανταγωνισμός είναι τόσο μεγάλος και η προσδοκία των άλλων τόσο αγχωτική, που το στρες και η αίσθηση έλλειψης ελέγχου τους καθηλώνει. “Όταν σε μια κοινωνία ο ορισμός του επιτυχημένου εξαρτάται από τα χρήματα, το κύρος, ή την ομορφιά, δηλαδή ορίζεται με βάση την τελειότητα, πώς εγώ να τολμήσω να προσπαθήσω;”, συνηθίζουν να λένε στους άλλους αλλά και στον εαυτό τους.

Είναι όμως έτσι; Αν ο φόβος για δράση είναι η βασική αιτία της αναβλητικότητας γιατί τότε όλοι οι άνθρωποι δεν είναι αναβλητικοί; Πού διαφέρουν όσοι δεν αναβάλλουν; Για να καταλάβουμε πως επιλέξαμε να θέσουμε την αναβλητικότητα ως κύριο εμπόδιο στο ν’ανταπεξερχόμαστε, ίσως να χρειαστεί να πάμε λίγο πίσω στην ιστορία μας.

Ας προσπαθήσουμε να θυμηθούμε την πρώτη φορά που χρονοτριβήσαμε. Ποιες ήταν οι συνθήκες; Μήπως, για παράδειγμα, είχαμε μια σχολική εργασία ή κάτι που μας είχαν πει οι γονείς μας να κάνουμε; Σε ποια ηλικία συνέβη αυτό; Ποιο ήταν το τελικό αποτέλεσμα και τι αισθήματα προκάλεσε;

Για πολλούς, τα πρώτα συμπτώματα αναβλητικότητας εμφανίστηκαν στο σχολείο, την πρώτη επίσημη εισαγωγή ενός παιδιού στη μεγαλύτερη ανταγωνιστική κοινωνία όπου τα παιδιά ταξινομούνται ανάλογα με το βαθμό. Οι έξυπνοι, οι τεμπέληδες -που όμως έχουν δυνατότητες-, οι προβληματικοί, τα καλά παιδιά -αλλά με περιορισμένες δυνατότητες-. Μπορεί να έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε, αλλά πολλοί ενήλικες δεν έχουν βγάλει αυτή, την πρώτη ταμπέλα από πάνω τους.

Υπάρχουν και εκείνοι που συνεχίζουν να έχουν μια ανασφάλεια λόγω μαθησιακών περιορισμών όπως δυσκολία στην ανάγνωση, δυσκολία στα μαθηματικά ή διάσπαση προσοχής. Ακόμα κι αν οι δεξιότητές τους έχουν βελτιωθεί έκτοτε, δεν αισθάνονται απόλυτα ασφαλείς και ενδόμυχα φοβούνται ότι κάποιος θα το ανακαλύψει. Και πίσω στα σχολικά χρόνια η αναβλητικότητα ήταν μια πραγματικά έξυπνη στρατηγική για ένα παιδί που ήθελε να καλύψει τις αδυναμίες του. Τότε, στο σχολείο αν ανέβαλες θα ήσουν ο τεμπέλης με τις δυνατότητες και όχι απλά το καλό παιδί που όμως μέχρι εκεί φτάνει.

Είναι χρήσιμο να προσπαθήσουμε να ανακαλέσουμε και τα μη λεκτικά μηνύματα. Πολλές φορές η πίεση ή η αμφισβήτηση μεταφέρονται με τη γλώσσα του σώματος, τον τόνο της φωνής, ένα ανεβασμένο φρύδι ή ένα μορφασμό. Υπήρχαν παρόμοια ή άλλα μηνύματα και πώς αυτά έχουν επηρεάσει τη ζωή μας;

Σήμερα, πώς μιλάμε εμείς στον εαυτό μας και πόσο ο τρόπος που μας μιλάμε επηρεάζει την αναβλητικότητά μας;  Όταν η εσωτερική μας φωνή λέει “Εάν δεν το κάνεις τέλεια, καλύτερα μην το κάνεις καθόλου” εμείς τι απαντάμε;

Κάποια όπλα-βήματα στη μάχη κατά της αναβλητικότητας

Όλα βέβαια πρέπει να ξεκινήσουν με την παραδοχή ότι η διαδικασία θα είναι δύσκολη όπως οποιαδήποτε αλλαγή. Μιλάμε για εσωτερικές διαδικασίες όχι για μαγικά ξόρκια ούτε για το μαγικό “Αμπρακαντάμπρα” που λύνει τα δεσμά, μόλις το ψελλίσουμε. Δεν σπεύδουμε να απογοητευθούμε εάν το αποτέλεσμα δεν είναι αυτό που έχουμε αρχικά φανταστεί.

Σε πρώτη φάση καθοριστική σημασία έχει το να έχουμε ξεκαθαρίσει τι είναι σημαντικό για εμάς και όχι για τους άλλους. Πόσο έχουμε εξασκηθεί στο να λέμε όχι σε όσα δεν θέλουμε να κάνουμε. Φυσικά όλοι δεσμευόμαστε από υποχρεώσεις που συχνά δεν ταυτίζονται με τα θέλω μας και δεν μας είναι και απολύτως αρεστές όμως η διαφορά είναι πολύ μεγάλη όταν το “πρέπει” το κάνουμε με επίγνωση.

Ζητάμε βοήθεια από τους άλλους. Πολλοί ντρέπονται είτε γιατί το θεωρούν αδυναμία ή γιατί πιστεύουν ότι δεν αξίζουν βοήθεια ή γιατί φοβούνται ότι θ’ακούσουν όχι. Όταν χρειαζόμαστε βοήθεια επιλέγουμε ανθρώπους ευγενικούς, σταθερούς, που θα μας ενθαρρύνουν, θα είναι υποστηρικτικοί αλλά και ρεαλιστές.

Μικρά βήματα. Ο μόνος τρόπος για να επιτύχουμε ένα στόχο, άσχετα με το πόσο μεγάλος ή μικρός είναι, είναι ένα βήμα τη φορά. Ξεκινάμε, κάνοντας τα πιο εύκολα πράγµατα. Κάνοντας τα µικρά πράγµατα, θα αισθανθούμε καλά και θα μας δώσει ώθηση και για τα µεγαλύτερα.

Νόμος: Δεν περιμένουμε τις τέλειες συνθήκες για να δραστηριοποιηθούμε.

Δεν είναι ανάγκη να είναι όλα τέλεια. Εάν είστε τελειομανής, μπορεί να πέσετε στη παγίδα να τα κάνετε όλα τέλεια, ακόμα και αν δεν είναι απαραίτητο.

Βάζουμε συγκεκριμένους στόχους. Όσοι αναβάλουμε, έχουμε την τάση να κάνουμε αόριστα σχέδια τύπου, θα οργανωθώ. Τι σημαίνει θα οργανωθώ; Τι είναι για σένα οργάνωση;

Keep walking. Κάντε αυτό που φοβάστε να κάνετε και συνεχίστε να το κάνετε. Είναι ο γρηγορότερος τρόπος να υπερνικήσετε το φόβο. Μεγάλο κλισέ αλλά είναι αλήθεια.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στις 5/6/2018 στο επιχειρώ