
Ένας μεγάλος αριθμός προβλημάτων στις σχέσεις συνοψίζεται σε δύο φράσεις: Κάποιος στέκεται πολύ μακριά. Κάποιος στέκεται πολύ κοντά. Το να καταφέρουμε να έχουμε τη σωστή απόσταση από έναν άνθρωπο είναι εφικτό όταν μάθουμε τον τρόπο να αναγνωρίζουμε ότι χρειαζόμαστε την αγάπη του, όταν εμπιστευτούμε πως και εκείνος θα μας χρειαστεί και βεβαίως να πιστεύουμε πως θα μπορέσουμε να ζήσουμε και χωρίς αυτόν.
Όπως συμβαίνει με τόσες πολλές πτυχές της αγάπης των ενηλίκων, οι προσδοκίες και οι ανησυχίες μας πηγάζουν από τις εμπειρίες μας στην πρώιμη παιδική ηλικία. Σε έναν ιδανικό κόσμο, ο ιδανικός γονιός είναι σε θέση και ξέρει να προσφέρει στο παιδί του μια πραγματική και παντοτινή αίσθηση ότι μπορεί να αγαπηθεί με ασφάλεια χωρίς να καταπιέζεται και να φροντίζεται σταθερά χωρίς να πνίγεται.
Επειδή όμως και οι γονείς είναι άνθρωποι με δυνατότητες και περιορισμούς, οι εκκλήσεις και οι ανάγκες μας για αγάπη μπορεί να αντιμετωπίστηκαν είτε με απουσία, είτε με σκληρότητα, είτε με παραμέληση, καλλιεργώντας τον φόβο της εγκατάλειψης. Ή με χειραγώγηση και υπερβολή, καλλιεργώντας τον φόβο της ασφυξίας.
Ως ενήλικες μπορεί να πασχίζουμε για “χώρο”, διώχνοντας μακριά εκείνους που πιθανότατα μπορούν να έχουν ένα ευγενικό και θεμιτό ενδιαφέρον για τη φροντίδα και ευημερία μας. Υπόνοια κοντινότητας και τρυφερότητας μπορεί να ερμηνευθούν ως προάγγελος δυσοίωνης χειραγώγησης. Μπορεί να ψυχρανθούμε και να εξαφανιστούμε από όσους δεσμεύονται απέναντί μας, ενώ μας είναι πιο εύκολο να σχετιζόμαστε με ανθρώπους που ελάχιστα γνωρίζουμε, ή που μπορούμε να κοιτάξουμε αποκλειστικά σε μια οθόνη.
Η στενή επαφή, η οικειότητα έχουν συχνά ως συνέπεια την αίσθηση της απώλειας του ελέγχου. Η οικειότητα θέτει σε δοκιμασία τους βαθύτερους φόβους μας για το ποιοι είμαστε και για το εάν είναι αποδεκτό να είμαστε ο εαυτός μας.
Από την άλλη, μπορεί να φοβόμαστε τόσο πολύ την απόσταση, ώστε να μας είναι αβάσταχτο να αφήσουμε από τα μάτια μας τον σύντροφό μας. Κάθε φορά που μπορεί να κανονίζει να κάνει κάτι χωρίς εμάς, να το βιώνουμε ως εγκατάλειψη. Μπορεί να απαιτούμε να συμφωνούν μαζί μας στα πάντα, η διαφοροποίηση να σημαίνει καταστροφή και ιδανικά, κάθε φορά που βγαίνουν έξω χωρίς εμάς, να φοράνε έναν βαρύ μανδύα για να κρύβονται.
Λίγοι είναι εκείνοι που δεν είναι στον έναν από τους δύο πόλους “εγκλωβισμού-εγκατάλειψης’ και μια ασφαλής διαδρομή μεταξύ των δύο δεν είναι πάντα δεδομένη ακόμα και σε μια υγιή σχέση. Δεν είναι πάντα εύκολο να περιγράψουμε στον άλλο αυτό που μας συμβαίνει, όμως αυτή ακριβώς η περιγραφή του φόβου και μια αναφορά σε ένα πιθανά δύσκολο παρελθόν, είναι αυτό ακριβώς που θα βοηθήσει και τους δυο να ανταπεξέλθουμε στη δυσκολία.