Η ενοχή του να επιλέγουμε τον εαυτό μας

Υπάρχουν άνθρωποι που δυσκολεύονται περισσότερο να πουν ‘ναι’ στον εαυτό τους παρά  στον άλλον. Αρκετοί μεγαλώνουμε μαθαίνοντας ότι η αγάπη συνδέεται με την προσφορά, τη διαθεσιμότητα, την αντοχή. Να είσαι καλός, να μην απογοητεύεις, να μην δημιουργείς προβλήματα. Κάπως έτσι, πολλοί φτάνουν να αισθάνονται ενοχή κάθε φορά που βάζουν τις δικές τους ανάγκες μπροστά.

Η ενοχή αυτή δεν κάνει την εμφάνισή της δυνατά. Μπορεί να κρύβεται πίσω από μικρές καθημερινές στιγμές, όπως για παράδειγμα όταν δεν απαντάμε αμέσως σε ένα μήνυμα, όταν χρειαζόμαστε χρόνο μόνοι μας, όταν απομακρυνόμαστε από μια σχέση που μας εξαντλεί, όταν λέμε «δεν μπορώ άλλο». Τότε, αντί να νιώσουμε ανακούφιση, εμφανίζεται μια εσωτερική φωνή που μας λέει: «μήπως είσαι εγωιστής;»

Όμως το να επιλέγουμε τον εαυτό μας δεν σημαίνει ότι σταματάμε να αγαπάμε τους άλλους. Σημαίνει ότι σταματάμε να εγκαταλείπουμε εμάς για να μας αποδεχτούν. Πολλοί άνθρωποι έχουν μάθει να αντλούν την αξία τους μέσα από το πόσο χρήσιμοι είναι για τους άλλους. Να νιώθουν απαραίτητοι, να φροντίζουν τους πάντες. Και όταν αρχίζουν να βάζουν όρια, συχνά νιώθουν άβολα, όχι επειδή κάνουν κάτι λάθος, αλλά επειδή κάνουν κάτι που δεν τους είναι γνώριμο. .Η αλήθεια είναι πως τα όρια αποκαλύπτουν πολλά. Κάποιες σχέσεις αντέχουν όταν αρχίζεις να προστατεύεις τον εαυτό σου και άλλες όχι. 

Υπάρχει, όμως, μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στον εγωισμό και τη φροντίδα του εαυτού μας. Ο εγωισμός λέει «μόνο εγώ υπάρχω». Η αυτοφροντίδα λέει «υπάρχω κ εγώ». Κάποια στιγμή, η ψυχική εξάντληση γίνεται πιο βαριά από την ενοχή. Και τότε αρχίζει σιγά σιγά η αλλαγή. Μαθαίνουμε ότι δεν χρειάζεται να εξηγούμε συνεχώς γιατί κουραστήκαμε.
Ότι η αγάπη προς τον εαυτό μας δεν είναι πολυτέλεια είναι ευθύνη.

Ωριμότητα δεν είναι να αντέχουμε τα πάντα σιωπηλά αλλά να μπορούμε να πούμε χωρίς να απολογούμαστε και εγώ αξίζω και χρειάζομαι χώρο, χρόνο και φροντίδα. 

Όταν περιμένουμε κάτι από κάποιον που δεν μπορεί να μας δώσει

Πόσες φορές έχουμε ισχυριστεί ότι θέλουμε την αγάπη στη ζωή μας αλλά ασυνείδητα επιλέγουμε ανθρώπους που δεν μπορούν πραγματικά να μας τη δώσουν;
Η αντίφαση αυτή δεν είναι εντελώς τυχαία. Συχνά δεν επιλέγουμε με βάση αυτό που χρειαζόμαστε στο παρόν, αλλά με βάση αυτό που μας είναι οικείο, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει απόσταση, ασάφεια ή συναισθηματική απουσία.

Ίσως ελπίζουμε ότι αυτή τη φορά τα πράγματα θα είναι διαφορετικά. Ότι θα πάρουμε την αγάπη που κάποτε έλειψε. Όμως έτσι, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, αναπαράγουμε το ίδιο μοτίβο. Η συνειδητοποίηση, η επίγνωση είναι το πρώτο βήμα. Όχι για να κατηγορήσουμε τον εαυτό μας, αλλά για να αρχίσουμε να αναρωτιόμαστε: είναι αυτή η επιλογή αγάπη ή απλώς κάτι γνώριμο;

Γιατί η αγάπη δεν είναι μόνο αυτό που λέμε ότι θέλουμε. Είναι και αυτό που επιτρέπουμε στον εαυτό μας να έχει.

Όταν οι ίδιες λέξεις σημαίνουν διαφορετικά πράγματα 

Στις πιο δύσκολες στιγμές μέσα σε μια σχέση, έχουμε την τάση να πιστεύουμε ότι τα προβλήματά μας δεν λύνονται, ότι απλώς δεν ταιριάζουμε, ότι δεν είμαστε οι κατάλληλοι άνθρωποι ο ένας για τον άλλον. Πολλά από τα προβλήματα επικοινωνίας που βιώνουμε ως επώδυνα μοιάζουν να δείχνουν ασυμβατότητα, παρά κάτι που θα μπορούσε να λυθεί με υπομονή.

Αυτό που συνήθως δεν φανταζόμαστε είναι ότι μπορεί να έχουμε διαφορετικό λεξικό. Ότι δηλαδή το βασικό μας ζήτημα είναι πως εμείς και ο σύντροφός μας τις ίδιες έννοιες τις ορίζουμε με διαφορετικό τρόπο. Συγκρουόμαστε γιατί δεν κατανοούμε τι σημαίνουν τα ίδια πράγματα για τον καθένα μας, χωρίς να συνειδητοποιούμε ότι χρησιμοποιούμε τις ίδιες λέξεις με διαφορετικό νόημα.

Καθώς προσπαθούμε να ζήσουμε με έναν άλλον άνθρωπο, θεωρούμε δεδομένο ότι δεν υπάρχει χάσμα στον τρόπο που ορίζουμε έννοιες όπως: η καθυστέρηση στην απάντηση ενός μηνύματος ή το να αφήνουμε το μπάνιο ακατάστατο ή ο χρόνος που περνάμε με φίλους. Δεν είναι το πρώτο που μας περνά από το μυαλό, έχοντας χρησιμοποιήσει αυτές τις έννοιες με έναν συγκεκριμένο τρόπο ότι μπορεί να έχουμε συναντήσει κάποιον που τις αντιλαμβάνεται εντελώς διαφορετικά. Μας φαίνεται αυτονόητο ότι ένα «ακατάστατο μπάνιο» σημαίνει ότι ο άλλος δεν μας σέβεται, ότι είναι αδιάφορος.

Η κλασική ετυμολογία έχει τη σημασία της, όμως αυτό που χρειαζόμαστε εξίσου -αν όχι περισσότερο- είναι μια μορφή «συναισθηματικής ετυμολογίας»: μια προσπάθεια να εντοπίσουμε τις λέξεις και τις έννοιες πίσω από τις εμπειρίες των ανθρώπων που αγαπάμε.

Τα ζευγάρια χρειάζεται να κατανοήσουν ότι συχνά συγκρούονται απλώς επειδή χρησιμοποιούν τις ίδιες λέξεις με διαφορετικό τρόπο. Πολλά προβλήματα επικοινωνίας στις σχέσεις επιμένουν όχι λόγω κακών προθέσεων, αλλά λόγω νοημάτων που δεν έχουν ποτέ διερευνηθεί. Ίσως αξίζει να σταματάμε για λίγο μέσα σε έναν καβγά και να αναρωτιόμαστε αν ο άλλος δεν είναι τελικά ούτε παράλογος ούτε κακόβουλος αλλά απλώς χρησιμοποιεί μια διαφορετική ερμηνεία.



Όταν η ψυχοθεραπευτική σχέση γίνεται αμφίδρομη. Τι σημαίνει πραγματικά;

Συχνά υπάρχει η αντίληψη ότι στη θεραπεία η κατεύθυνση είναι μία: ο ψυχοθεραπευτής δίνει και ο θεραπευόμενος λαμβάνει. Όμως, στην πραγματικότητα, η θεραπευτική σχέση είναι πολύ πιο ζωντανή και σύνθετη.

Υπάρχουν στιγμές που ο θεραπευόμενος, μέσα από τη δική του ειλικρίνεια, την ιστορία του ή τον τρόπο που σχετίζεται, μπορεί να «αγγίξει» κάτι και στον ίδιο τον ψυχοθεραπευτή. Μπορεί να τον συγκινήσει, να τον προβληματίσει ή ακόμη και να τον φέρει πιο κοντά σε δικά του θέματα. Αυτό δεν είναι εξαίρεση είναι μέρος της ανθρώπινης διάστασης της θεραπείας.

Ωστόσο, εδώ βρίσκεται και μια πολύ σημαντική διάκριση. Το γεγονός ότι ο ψυχοθεραπευτής επηρεάζεται δεν σημαίνει ότι αλλάζουν οι ρόλοι. Στη ψυχοθεραπεία δεν γίνεται χώρος για να λάβει ο ψυχοθεραπευτής φροντίδα ή βοήθεια από τον θεραπευόμενο. Η ευθύνη της κατανόησης και της επεξεργασίας αυτών των προσωπικών «αγγιγμάτων» ανήκει αποκλειστικά στον ψυχοθεραπευτή και μεταφέρεται εκτός της θεραπευτικής σχέσης. Στην εποπτεία ή στη δική του προσωπική θεραπεία.

Ίσως, λοιπόν, είναι πιο ακριβές να πούμε ότι η ψυχοθεραπευτική σχέση δεν είναι μονόδρομη, αλλά αμφίδρομη ως προς την ανθρώπινη επίδραση, όχι όμως ως προς τον ρόλο και την ευθύνη. Και αυτή ακριβώς η ισορροπία είναι που την καθιστά ασφαλή και θεραπευτική.

Η δύναμη του οικείου

Όταν επιλέγουμε σύντροφο συχνά πιστεύουμε ότι αναζητούμε κάποιον που θα μας κάνει να νιώθουμε όμορφα, ασφαλείς και αγαπητοί. Ωστόσο, πολλές φορές αυτό που πραγματικά μας ελκύει δεν είναι τόσο αυτό που είναι υγιές ή ευχάριστο για εμάς, αλλά αυτό που μας είναι οικείο.

Το οικείο δεν σημαίνει απαραίτητα και καλό. Σημαίνει απλώς κάτι που αναγνωρίζουμε, κάτι που μας είναι γνώριμο -συχνά από την οικογένεια, τις πρώτες μας σχέσεις ή τις εμπειρίες της παιδικής ηλικίας-. Έτσι, μπορεί να βρεθούμε να ερχόμαστε κοντά με ανθρώπους που αναπαράγουν γνωστές συμπεριφορές, ακόμη και αν αυτές μας δημιουργούν δυσκολία.

Οι άνθρωποι έχουμε την τάση να προτιμάμε αυτό που μας είναι γνώριμο από αυτό που είναι πραγματικά καλό για εμάς. Το γνώριμο προσφέρει μια αίσθηση προβλεψιμότητας, ακόμη κι όταν συνοδεύεται από ένταση ή απογοήτευση.

Γι’ αυτό και μερικές φορές μια σχέση που είναι ήρεμη, σταθερή και φροντιστική μπορεί αρχικά να μας φαίνεται περίεργη ή λιγότερο συναρπαστική. Όχι επειδή δεν είναι σωστή για εμάς, αλλά επειδή δεν ταιριάζει με αυτά που έχουμε μάθει να αναγνωρίζουμε ως αγάπη.

‘Ομως, το να έχουμε επίγνωση αυτής της τάσης, θα μας βοηθήσει να αναρωτηθούμε εάν αυτό που νιώθουμε είναι πραγματική σύνδεση ή απλώς η άνεση του γνώριμου. Και μερικές φορές, η πιο ώριμη μορφή αγάπης είναι εκείνη που στην αρχή δεν μοιάζει τόσο οικεία όσο περιμέναμε.

Η μοναξιά των ανθρώπων που δείχνουν δυνατοί

Υπάρχουν άνθρωποι που όλοι τους θεωρούν δυνατούς και μοιάζουν να αντέχουν τα πάντα. Είναι εκείνοι στους οποίους απευθύνονται οι άλλοι όταν έχουν πρόβλημα, εκείνοι που κρατούν την ψυχραιμία τους όταν όλα γύρω μοιάζουν δύσκολα. Όμως πίσω από αυτή την εικόνα αντοχής, πολλές φορές κρύβεται μια λιγότερο ορατή πραγματικότητα: η σιωπηλή μοναξιά του ανθρώπου που έχει μάθει να στηρίζει τους πάντες, αλλά σπάνια αφήνει κάποιον να στηρίξει τον ίδιο.

Όταν ένας άνθρωπος συνηθίζει να είναι ο υποστηρικτικός κρίκος για τους άλλους, μπορεί να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι δεν χρειάζεται στήριξη ο ίδιος. Οι άλλοι τον βλέπουν ως το άτομο που «αντέχει» και συχνά δεν σκέφτονται ότι μπορεί και εκείνος να έχει ανάγκη να μοιραστεί τις δυσκολίες του.

Αυτό οδηγεί συχνά σε μια παράδοξη κατάσταση. Ο άνθρωπος που βρίσκεται πάντα δίπλα στους άλλους, μπορεί να μην έχει κάποιον να στραφεί όταν ο ίδιος κουράζεται. Δεν είναι απαραίτητα ότι οι γύρω του δεν ενδιαφέρονται απλώς έχουν συνηθίσει να τον βλέπουν ως τον σταθερό πυλώνα.

Η ψυχολογική κόπωση που προκύπτει από αυτή τη θέση δεν εμφανίζεται ξαφνικά. Συσσωρεύεται μέσα από στιγμές όπου ο άνθρωπος συγκρατεί τα συναισθήματά του, αποφεύγει να δείξει αδυναμία ή προτιμά να διαχειρίζεται μόνος του τις δυσκολίες του. Με τον χρόνο, αυτή η στάση μπορεί να οδηγήσει σε εσωτερική απομόνωση.

Η πραγματική ψυχική δύναμη όμως δεν βρίσκεται στην αδιάκοπη αντοχή. Βρίσκεται στην ισορροπία ανάμεσα στο να στηρίζουμε τους άλλους και στο να τους επιτρέπουμε να σταθούν δίπλα μας. Κανένας άνθρωπος δεν χρειάζεται να είναι συνεχώς ο «δυνατός» για όλους. Δύναμη δεν σημαίνει να αντέχουμε τα πάντα μόνοι μας ή να νομίζουμε πως δεν έχουμε δικαίωμα να κουραζόμαστε, αλλά να ξέρουμε πότε χρειάζεται να ζητήσουμε στήριξη και να επιτρέψουμε στους άλλους να σταθούν δίπλα μας. 

Χαμένοι στη μετάφραση

Συμβαίνει συχνά μέσα σε μια σχέση -παρόλο που υπάρχει αμοιβαία αφοσίωση- ο ένας ή και οι δύο σύντροφοι να αισθάνονται παραμελημένοι ή συναισθηματικά ακάλυπτοι. Αυτή η αίσθηση ότι «δεν εισπράττω την αγάπη που δίνω» δεν σημαίνει απαραίτητα έλλειψη συναισθήματος, απλά είναι διαφορετικός ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε και εκφράζουμε τη φροντίδα και τη στοργή. Κάπου λοιπόν μπορεί να χαθούμε στη μετάφραση.

Για κάποιον, η αγάπη μπορεί να είναι ταυτισμένη με την πρακτική φροντίδα: ένα φαγητό, η τακτοποίηση μιας εκκρεμότητας ή η βοήθεια στις δουλειές του σπιτιού. Για κάποιον άλλον όμως, τίποτα από αυτά δεν έχει σημασία αν δεν συνοδεύεται από τη σωματική εγγύτητα ή μια επιβεβαίωση με λόγια.  Όταν οι προσδοκίες μας δεν συναντιούνται, δημιουργείται η ψευδαίσθηση της αδιαφορίας. Στην πραγματικότητα, ο σύντροφός μας μπορεί να μας προσφέρει ό,τι καλύτερο έχει, αλλά εμείς να μην το εισπράττουμε επειδή περιμένουμε η αγάπη να εκφραστεί με τον τρόπο που εμείς έχουμε συνηθίσει.

Για να μη νιώθουμε απογοήτευση ίσως βοηθήσει να αποδεχθούμε ότι ο σύντροφός μας δεν είναι «καθρέφτης» μας. Η αγάπη στην ενήλικη ζωή μοιάζει με την εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας που θέλει μελέτη και εξάσκηση. Η ευτυχία δεν έρχεται μόνο όταν δυο άνθρωποι ταυτίζονται απόλυτα, αλλά όταν μαθαίνουν να μεταφράζουν με καλή πρόθεση ο ένας τον εσωτερικό κόσμο του άλλου.

Γιατί δεν πρέπει να αμφισβητούμε τις αποφάσεις μας

Στο βίντεο του The School of Life ακούμε πως συχνά έχουμε την τάση να αμφισβητούμε την κρίση μας-το ένστικτό μας όταν περνάει ο καιρός. Αυτό που κάποτε φαινόταν ως ξακάθαρη απόφαση, μετά από κάποιο διάστημα μπορεί να την αμφισβητήσουμε προκαλώντας μας αμφιβολία. Αυτή ακριβώς η ικανότητα προσαρμογής που μας επιτρέπει να ξεπερνάμε μια απώλεια ή μια αποτυχία, είναι η ίδια που μας ωθεί να αναθεωρούμε σωστές αποφάσεις.

Όταν παίρνουμε μια δύσκολη απόφαση -για παράδειγμα από το να παραιτηθούμε από μια δουλειά ή να διακόψουμε μια σχέση- έχουμε μια καθαρή εικόνα των αρνητικών δεδομένων που μας οδήγησαν εκεί. Όσο όμως απομακρυνόμαστε χρονικά, ξεχνάμε τη δυσφορία που αισθανόμασταν και μας οδηγησαν σε αυτή την απόφαση. Τότε, είτε επειδή αισθανόμαστε μοναξιά, ή κούραση, το μυαλό μας αρχίζει να ωραιοποιεί το παρελθόν. Ξαφνικά, οι λόγοι που μας οδήγησαν στη φυγή δεν μοιάζουν τόσο σημαντικοί μπροστά στην τωρινή μας ανασφάλεια.

Το βίντεο υπογραμμίζει ότι η κρίση μας θολώνει όσο απομακρυνόμαστε από το «πεδίο της μάχης». Όταν αρχίζουμε να αναρωτιόμαστε αν ήμασταν υπερβολικά βιαστικοί ή άδικοι, η λογική πρέπει να μπει μπροστά και να εξετάσει αν αυτή η αλλαγή είναι σωστή ή απλώς «βολική» γιατί ανακουφίζει την τωρινή μας δυσφορία.

Το συμπέρασμα είναι πως πρέπει να δείχνουμε εμπιστοσύνη στη διορατικότητά μας όταν πήραμε την απόφαση. Αντί να αφηνόμαστε στις αμφιβολίες που φέρνει η απόσταση, καλό θα ήταν να εμπιστευτούμε αυτό που γνωρίζαμε τότε, και όχι αυτό που νιώθουμε τώρα.

Αυτοπεποίθηση δεν σημαίνει ότι δεν κάνουμε ποτέ λάθη, αλλά ότι αναγνωρίζουμε πως όταν βρισκόμασταν μέσα στα γεγονότα- στο “εκεί και τότε” ήμασταν πιο κοντά στην αλήθεια από τον εαυτό μας που τώρα παρατηρεί εκ του ασφαλούς.

Όταν η αυτάρκεια γίνεται εμπόδιο

Δεν υπάρχει κάποιο βραβείο για το να μην ζητάμε ποτέ βοήθεια, και όμως πολλοί από εμάς ζούμε σαν να υπάρχει. Από νωρίς μαθαίνουμε να εκτιμούμε την αυτάρκεια, την αντοχή και την ικανότητα να τα βγάζουμε πέρα μόνοι μας. Το να μη ζητάμε βοήθεια συχνά δεν είναι ένδειξη δύναμης, αλλά αποτέλεσμα φόβου: μήπως φανούμε αδύναμοι, μήπως επιβαρύνουμε τους άλλους ή μήπως φοβόμαστε πως θα ακούσουμε όχι.

Η πραγματικότητα είναι ότι κανείς δεν μπορεί να ανταπεξέλθει σε όλα μόνος του. Η ανάγκη για υποστήριξη δεν είναι προσωπική αποτυχία, αλλά βασικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης. Όταν αποφεύγουμε να ζητήσουμε βοήθεια, στερούμε από τον εαυτό μας όχι μόνο ανακούφιση, αλλά και τη δυνατότητα σύνδεσης. Αντίθετα, το να αναγνωρίζουμε τα όριά μας και να τα εκφράζουμε μπορεί να λειτουργήσει ως πράξη ωριμότητας και αυτοσεβασμού.

Ίσως τελικά το ζητούμενο δεν είναι να αποδείξουμε πόσο αντέχουμε, αλλά να επιτρέψουμε στους άλλους να σταθούν δίπλα μας. Όχι γιατί δεν μπορούμε μόνοι μας, αλλά γιατί δεν χρειάζεται να τα κάνουμε όλα μόνοι μας.

Γιατί δυσκολευόμαστε να ξεπεράσουμε κάποιους ανθρώπους;

Κάποιοι χωρισμοί μας αφήνουν μετέωρους. Μπορεί να έχουν περάσει μήνες ή και χρόνια, αλλά δυσκολευόμαστε να προχωρήσουμε. Δεν είναι επειδή είμαστε “αδύναμοι” ή “εμμονικοί” αλλά πολλές φορές έχουμε την αίσθηση πως ο εγκέφαλός μας φαίνεται να έχει δυο ξεχωριστά κέντρα συνείδησης τα οποία λειτουργούν με  διαφορετικό τρόπο, επικοινωνούν  μεταξύ τους με δυσκολία και χρειάζονται πολύ χρόνο για να αποδεχτούν την πραγματικότητα που βιώνει το ένα ή το άλλο.

Η “λογική σκέψη”, το “λογικό μυαλό” είναι γρήγορο, πρακτικό και σαφές. Βλέπει τα δεδομένα ως έχουν και σου λέει “προχώρα”. Η άλλη πλευρά η “συναισθηματική σκέψη”, το “συναισθηματικό μυαλό”, βλέπει τα πράγματα διαφορετικά και αρνείται να αποδεχτεί σχεδόν όλα όσα του λέει η άλλη.  Μπορεί και ακολουθεί, καταλαβαίνει όλες τις λέξεις, αλλά μετά, ξεγλιστράει αθόρυβα και πάει αλλού γιατί λειτουργεί με αναμνήσεις και προσδοκίες. Δεν ενδιαφέρεται για τα facts και δεν πείθεται ότι έχει μπλοκαριστεί από παντού, ότι έχει αναπάντητα μηνύματα και γι’αυτό άλλωστε κάνει διάφορα σχέδια όπως: “μήπως να στείλω ένα τελευταίο μήνυμα; να περάσω τυχαία από το μέρος που συχνάζει; να γράψω ένα γράμμα που θα εξηγώ τι πραγματικά ένιωθα;”  

Σε κάθε τέτοια ιδέα, η λογική σκέψη σπεύδει να απαντήσει. Ίσως κάποτε σε αγάπησε, αλλά τώρα προφανώς όχι. Πώς θα μπορούσες να νιώσεις ασφάλεια με κάποιον που σου φέρθηκε έτσι; Και το συναισθηματικό μυαλό ακούει ευγενικά, έπειτα γυρίζει αλλού και αρχίζει να σιγοτραγουδάει, να εξιδανικεύει. “ήταν πρότυπο καλοσύνης και τρυφερότητας. ποτέ δεν είχα γνωρίσει τέτοιον άνθρωπο”. 

Το λογικό μυαλό σοκάρεται. Βλέπει κίνδυνο, παλιές πληγές να ανοίγουν, αξιοπρέπεια να γκρεμίζεται και συνειδητοποιεί πως εάν συνεχιστεί έτσι, το σύστημα θα καταρρεύσει. Και τότε κάνει αυτό που ξέρει καλά. Χτυπάει δυνατά τον συναγερμό και κάνει παρέμβαση στην κρίση. Επιβάλλει ένα ταξίδι στο εξωτερικό για αλλαγή παραστάσεων ή μια επίσκεψη σε ψ. 

Η αλήθεια είναι ότι αυτές οι δύο πλευρές χρειάζονται διαφορετικούς χρόνους. Η μια πλευρά καταλαβαίνει σχεδόν αμέσως. Η άλλη χρειάζεται καιρό γιατί πολλές φορές προχωράει με ρυθμό χελώνας. Όμως, κάποια στιγμή, ο χρόνος, οι καινούργιες εμπειρίες, τα μικρά βήματα προς τα έξω, θα μαλακώσουν αρκετά την άρνηση. Ίσως να υπάρχουν εκρήξεις αγάπης αλλά θα είναι πιο αραιές και δεν θα κρατάνε τόσο. Θα επιτευχθεί ένα είδος συμφωνίας μεταξύ των δυο. “λοιπόν, οκ, μπορείς αν θες να συνεχίσεις να πιστεύεις σ’αυτόν/ην, αλλά στο μεταξύ μήπως μπορούμε να αποδεχθούμε και την πρόσκληση για φαγητό ή ποτό;” 

Και τότε, θα αρχίζει να θυμάται λιγότερο και να ταλαιπωρείται όλο και πιο σπάνια.
Και η λογική υπόσχεται ότι την επόμενη φορά θα είναι πιο προσεκτική.