Το «θα σε περιμένω» ακούγεται συχνά σαν η απόλυτη απόδειξη αγάπης. Αλλά τι σημαίνει πραγματικά να περιμένεις κάποιον; Να του δίνεις χρόνο; Να ελπίζεις; Να πιστεύεις ότι κάποια στιγμή θα είναι έτοιμος να σου δώσει αυτό που σήμερα δεν μπορεί;
Μερικές φορές η αναμονή είναι μια πράξη αγάπης. Άλλες φορές, όμως, γίνεται ένας τρόπος να αναβάλλουμε τη δική μας ζωή. Υπάρχει μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στο «σε περιμένω» και στο «βάζω τη ζωή μου σε παύση μέχρι να αποφασίσεις εσύ».
Η αγάπη χρειάζεται υπομονή, αλλά χρειάζεται και αμοιβαιότητα. Γιατί κανείς δεν μπορεί να ζει για πάντα μέσα σε μια υπόσχεση, σε μια πιθανότητα ή σε ένα «ίσως κάποια στιγμή».
Ίσως λοιπόν το ερώτημα να μην είναι αν πρέπει να περιμένουμε κάποιον. Ίσως το ερώτημα είναιμέχρι ποιο σημείο μπορώ να περιμένω χωρίς να εγκαταλείπω τον εαυτό μου;
Η συγχώρεση είναι μία παρεξηγημένη έννοια. Πολλοί πιστεύουν ότι όταν συγχωρούμε κάποιον, δικαιολογούμε τη συμπεριφορά του ή ξεχνάμε αυτό που μας έκανε. Στην πραγματικότητα, η συγχώρεση δεν αφορά τόσο τον άλλον όσο τη δική μας ψυχική ηρεμία.
Όταν κάποιος μας πληγώνει, είναι φυσιολογικό να νιώσουμε θυμό, απογοήτευση ή ακόμα και προδοσία. Το πρόβλημα όμως ξεκινά όταν αυτά τα συναισθήματα παραμένουν μέσα μας για μεγάλο χρονικό διάστημα. Τότε ο άνθρωπος που μας πλήγωσε μπορεί να συνεχίζει να επηρεάζει τη ζωή μας, ακόμα κι αν δεν βρίσκεται πλέον σε αυτήν.
Κάθε φορά που κρατάμε μέσα μας την πικρία για όσα μας πλήγωσαν, ένα μέρος του εαυτού μας παραμένει εγκλωβισμένο στο παρελθόν. Η συγχώρεση δεν αναιρεί την αδικία ούτε διαγράφει τις αναμνήσεις. Μας δίνει όμως τη δυνατότητα να αποδεσμευτούμε από το συναισθηματικό φορτίο τους και να συνεχίσουμε τη ζωή μας με μεγαλύτερη ελευθερία και ηρεμία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να ξεχάσουμε, να δικαιολογήσουμε ή να συνεχίσουμε μια σχέση που μας έχει βλάψει. Η συγχώρεση δεν είναι συμφιλίωση. Είναι η συνειδητή απόφαση να μην αφήσουμε το τραύμα να καθορίζει τη ζωή μας.
Ίσως λοιπόν, όταν συγχωρούμε κάποιον, να μην το κάνουμε πρωτίστως για εκείνον. Το κάνουμε για να απελευθερωθούμε από το βάρος που κουβαλάμε. Όχι επειδή ο άλλος το αξίζει πάντα, αλλά επειδή εμείς αξίζουμε να ζούμε χωρίς να είμαστε δέσμιοι του παρελθόντος.
Η συγχώρεση δεν αλλάζει αυτό που συνέβη. Μπορεί όμως να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο αυτό συνεχίζει να υπάρχει μέσα μας.
Υπάρχουν άνθρωποι που δυσκολεύονται περισσότερο να πουν ‘ναι’ στον εαυτό τους παρά στον άλλον. Αρκετοί μεγαλώνουμε μαθαίνοντας ότι η αγάπη συνδέεται με την προσφορά, τη διαθεσιμότητα, την αντοχή. Να είσαι καλός, να μην απογοητεύεις, να μην δημιουργείς προβλήματα. Κάπως έτσι, πολλοί φτάνουν να αισθάνονται ενοχή κάθε φορά που βάζουν τις δικές τους ανάγκες μπροστά.
Η ενοχή αυτή δεν κάνει την εμφάνισή της δυνατά. Μπορεί να κρύβεται πίσω από μικρές καθημερινές στιγμές, όπως για παράδειγμα όταν δεν απαντάμε αμέσως σε ένα μήνυμα, όταν χρειαζόμαστε χρόνο μόνοι μας, όταν απομακρυνόμαστε από μια σχέση που μας εξαντλεί, όταν λέμε «δεν μπορώ άλλο». Τότε, αντί να νιώσουμε ανακούφιση, εμφανίζεται μια εσωτερική φωνή που μας λέει: «μήπως είσαι εγωιστής;»
Όμως το να επιλέγουμε τον εαυτό μας δεν σημαίνει ότι σταματάμε να αγαπάμε τους άλλους. Σημαίνει ότι σταματάμε να εγκαταλείπουμε εμάς για να μας αποδεχτούν. Πολλοί άνθρωποι έχουν μάθει να αντλούν την αξία τους μέσα από το πόσο χρήσιμοι είναι για τους άλλους. Να νιώθουν απαραίτητοι, να φροντίζουν τους πάντες. Και όταν αρχίζουν να βάζουν όρια, συχνά νιώθουν άβολα, όχι επειδή κάνουν κάτι λάθος, αλλά επειδή κάνουν κάτι που δεν τους είναι γνώριμο. .Η αλήθεια είναι πως τα όρια αποκαλύπτουν πολλά. Κάποιες σχέσεις αντέχουν όταν αρχίζεις να προστατεύεις τον εαυτό σου και άλλες όχι.
Υπάρχει, όμως, μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στον εγωισμό και τη φροντίδα του εαυτού μας. Ο εγωισμός λέει «μόνο εγώ υπάρχω». Η αυτοφροντίδα λέει «υπάρχω κ εγώ». Κάποια στιγμή, η ψυχική εξάντληση γίνεται πιο βαριά από την ενοχή. Και τότε αρχίζει σιγά σιγά η αλλαγή. Μαθαίνουμε ότι δεν χρειάζεται να εξηγούμε συνεχώς γιατί κουραστήκαμε. Ότι η αγάπη προς τον εαυτό μας δεν είναι πολυτέλεια είναι ευθύνη.
Ωριμότητα δεν είναι να αντέχουμε τα πάντα σιωπηλά αλλά να μπορούμε να πούμε χωρίς να απολογούμαστε και εγώ αξίζω και χρειάζομαι χώρο, χρόνο και φροντίδα.
Πόσες φορές έχουμε ισχυριστεί ότι θέλουμε την αγάπη στη ζωή μας αλλά ασυνείδητα επιλέγουμε ανθρώπους που δεν μπορούν πραγματικά να μας τη δώσουν; Η αντίφαση αυτή δεν είναι εντελώς τυχαία. Συχνά δεν επιλέγουμε με βάση αυτό που χρειαζόμαστε στο παρόν, αλλά με βάση αυτό που μας είναι οικείο, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει απόσταση, ασάφεια ή συναισθηματική απουσία.
Ίσως ελπίζουμε ότι αυτή τη φορά τα πράγματα θα είναι διαφορετικά. Ότι θα πάρουμε την αγάπη που κάποτε έλειψε. Όμως έτσι, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, αναπαράγουμε το ίδιο μοτίβο. Η συνειδητοποίηση, η επίγνωση είναι το πρώτο βήμα. Όχι για να κατηγορήσουμε τον εαυτό μας, αλλά για να αρχίσουμε να αναρωτιόμαστε: είναι αυτή η επιλογή αγάπη ή απλώς κάτι γνώριμο;
Γιατί η αγάπη δεν είναι μόνο αυτό που λέμε ότι θέλουμε. Είναι και αυτό που επιτρέπουμε στον εαυτό μας να έχει.
Στις πιο δύσκολες στιγμές μέσα σε μια σχέση, έχουμε την τάση να πιστεύουμε ότι τα προβλήματά μας δεν λύνονται, ότι απλώς δεν ταιριάζουμε, ότι δεν είμαστε οι κατάλληλοι άνθρωποι ο ένας για τον άλλον. Πολλά από τα προβλήματα επικοινωνίας που βιώνουμε ως επώδυνα μοιάζουν να δείχνουν ασυμβατότητα, παρά κάτι που θα μπορούσε να λυθεί με υπομονή.
Αυτό που συνήθως δεν φανταζόμαστε είναι ότι μπορεί να έχουμε διαφορετικό λεξικό. Ότι δηλαδή το βασικό μας ζήτημα είναι πως εμείς και ο σύντροφός μας τις ίδιες έννοιες τις ορίζουμε με διαφορετικό τρόπο. Συγκρουόμαστε γιατί δεν κατανοούμε τι σημαίνουν τα ίδια πράγματα για τον καθένα μας, χωρίς να συνειδητοποιούμε ότι χρησιμοποιούμε τις ίδιες λέξεις με διαφορετικό νόημα.
Καθώς προσπαθούμε να ζήσουμε με έναν άλλον άνθρωπο, θεωρούμε δεδομένο ότι δεν υπάρχει χάσμα στον τρόπο που ορίζουμε έννοιες όπως: η καθυστέρηση στην απάντηση ενός μηνύματος ή το να αφήνουμε το μπάνιο ακατάστατο ή ο χρόνος που περνάμε με φίλους. Δεν είναι το πρώτο που μας περνά από το μυαλό, έχοντας χρησιμοποιήσει αυτές τις έννοιες με έναν συγκεκριμένο τρόπο ότι μπορεί να έχουμε συναντήσει κάποιον που τις αντιλαμβάνεται εντελώς διαφορετικά. Μας φαίνεται αυτονόητο ότι ένα «ακατάστατο μπάνιο» σημαίνει ότι ο άλλος δεν μας σέβεται, ότι είναι αδιάφορος.
Η κλασική ετυμολογία έχει τη σημασία της, όμως αυτό που χρειαζόμαστε εξίσου -αν όχι περισσότερο- είναι μια μορφή «συναισθηματικής ετυμολογίας»: μια προσπάθεια να εντοπίσουμε τις λέξεις και τις έννοιες πίσω από τις εμπειρίες των ανθρώπων που αγαπάμε.
Τα ζευγάρια χρειάζεται να κατανοήσουν ότι συχνά συγκρούονται απλώς επειδή χρησιμοποιούν τις ίδιες λέξεις με διαφορετικό τρόπο. Πολλά προβλήματα επικοινωνίας στις σχέσεις επιμένουν όχι λόγω κακών προθέσεων, αλλά λόγω νοημάτων που δεν έχουν ποτέ διερευνηθεί. Ίσως αξίζει να σταματάμε για λίγο μέσα σε έναν καβγά και να αναρωτιόμαστε αν ο άλλος δεν είναι τελικά ούτε παράλογος ούτε κακόβουλος αλλά απλώς χρησιμοποιεί μια διαφορετική ερμηνεία.
Συχνά υπάρχει η αντίληψη ότι στη θεραπεία η κατεύθυνση είναι μία: ο ψυχοθεραπευτής δίνει και ο θεραπευόμενος λαμβάνει. Όμως, στην πραγματικότητα, η θεραπευτική σχέση είναι πολύ πιο ζωντανή και σύνθετη.
Υπάρχουν στιγμές που ο θεραπευόμενος, μέσα από τη δική του ειλικρίνεια, την ιστορία του ή τον τρόπο που σχετίζεται, μπορεί να «αγγίξει» κάτι και στον ίδιο τον ψυχοθεραπευτή. Μπορεί να τον συγκινήσει, να τον προβληματίσει ή ακόμη και να τον φέρει πιο κοντά σε δικά του θέματα. Αυτό δεν είναι εξαίρεση είναι μέρος της ανθρώπινης διάστασης της θεραπείας.
Ωστόσο, εδώ βρίσκεται και μια πολύ σημαντική διάκριση. Το γεγονός ότι ο ψυχοθεραπευτής επηρεάζεται δεν σημαίνει ότι αλλάζουν οι ρόλοι. Στη ψυχοθεραπεία δεν γίνεται χώρος για να λάβει ο ψυχοθεραπευτής φροντίδα ή βοήθεια από τον θεραπευόμενο. Η ευθύνη της κατανόησης και της επεξεργασίας αυτών των προσωπικών «αγγιγμάτων» ανήκει αποκλειστικά στον ψυχοθεραπευτή και μεταφέρεται εκτός της θεραπευτικής σχέσης. Στην εποπτεία ή στη δική του προσωπική θεραπεία.
Ίσως, λοιπόν, είναι πιο ακριβές να πούμε ότι η ψυχοθεραπευτική σχέση δεν είναι μονόδρομη, αλλά αμφίδρομη ως προς την ανθρώπινη επίδραση, όχι όμως ως προς τον ρόλο και την ευθύνη. Και αυτή ακριβώς η ισορροπία είναι που την καθιστά ασφαλή και θεραπευτική.
Όταν επιλέγουμε σύντροφο συχνά πιστεύουμε ότι αναζητούμε κάποιον που θα μας κάνει να νιώθουμε όμορφα, ασφαλείς και αγαπητοί. Ωστόσο, πολλές φορές αυτό που πραγματικά μας ελκύει δεν είναι τόσο αυτό που είναι υγιές ή ευχάριστο για εμάς, αλλά αυτό που μας είναι οικείο.
Το οικείο δεν σημαίνει απαραίτητα και καλό. Σημαίνει απλώς κάτι που αναγνωρίζουμε, κάτι που μας είναι γνώριμο -συχνά από την οικογένεια, τις πρώτες μας σχέσεις ή τις εμπειρίες της παιδικής ηλικίας-. Έτσι, μπορεί να βρεθούμε να ερχόμαστε κοντά με ανθρώπους που αναπαράγουν γνωστές συμπεριφορές, ακόμη και αν αυτές μας δημιουργούν δυσκολία.
Οι άνθρωποι έχουμε την τάση να προτιμάμε αυτό που μας είναι γνώριμο από αυτό που είναι πραγματικά καλό για εμάς. Το γνώριμο προσφέρει μια αίσθηση προβλεψιμότητας, ακόμη κι όταν συνοδεύεται από ένταση ή απογοήτευση.
Γι’ αυτό και μερικές φορές μια σχέση που είναι ήρεμη, σταθερή και φροντιστική μπορεί αρχικά να μας φαίνεται περίεργη ή λιγότερο συναρπαστική. Όχι επειδή δεν είναι σωστή για εμάς, αλλά επειδή δεν ταιριάζει με αυτά που έχουμε μάθει να αναγνωρίζουμε ως αγάπη.
‘Ομως, το να έχουμε επίγνωση αυτής της τάσης, θα μας βοηθήσει να αναρωτηθούμε εάν αυτό που νιώθουμε είναι πραγματική σύνδεση ή απλώς η άνεση του γνώριμου. Και μερικές φορές, η πιο ώριμη μορφή αγάπης είναι εκείνη που στην αρχή δεν μοιάζει τόσο οικεία όσο περιμέναμε.
Υπάρχουν άνθρωποι που όλοι τους θεωρούν δυνατούς και μοιάζουν να αντέχουν τα πάντα. Είναι εκείνοι στους οποίους απευθύνονται οι άλλοι όταν έχουν πρόβλημα, εκείνοι που κρατούν την ψυχραιμία τους όταν όλα γύρω μοιάζουν δύσκολα. Όμως πίσω από αυτή την εικόνα αντοχής, πολλές φορές κρύβεται μια λιγότερο ορατή πραγματικότητα: η σιωπηλή μοναξιά του ανθρώπου που έχει μάθει να στηρίζει τους πάντες, αλλά σπάνια αφήνει κάποιον να στηρίξει τον ίδιο.
Όταν ένας άνθρωπος συνηθίζει να είναι ο υποστηρικτικός κρίκος για τους άλλους, μπορεί να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι δεν χρειάζεται στήριξη ο ίδιος. Οι άλλοι τον βλέπουν ως το άτομο που «αντέχει» και συχνά δεν σκέφτονται ότι μπορεί και εκείνος να έχει ανάγκη να μοιραστεί τις δυσκολίες του.
Αυτό οδηγεί συχνά σε μια παράδοξη κατάσταση. Ο άνθρωπος που βρίσκεται πάντα δίπλα στους άλλους, μπορεί να μην έχει κάποιον να στραφεί όταν ο ίδιος κουράζεται. Δεν είναι απαραίτητα ότι οι γύρω του δεν ενδιαφέρονται απλώς έχουν συνηθίσει να τον βλέπουν ως τον σταθερό πυλώνα.
Η ψυχολογική κόπωση που προκύπτει από αυτή τη θέση δεν εμφανίζεται ξαφνικά. Συσσωρεύεται μέσα από στιγμές όπου ο άνθρωπος συγκρατεί τα συναισθήματά του, αποφεύγει να δείξει αδυναμία ή προτιμά να διαχειρίζεται μόνος του τις δυσκολίες του. Με τον χρόνο, αυτή η στάση μπορεί να οδηγήσει σε εσωτερική απομόνωση.
Η πραγματική ψυχική δύναμη όμως δεν βρίσκεται στην αδιάκοπη αντοχή. Βρίσκεται στην ισορροπία ανάμεσα στο να στηρίζουμε τους άλλους και στο να τους επιτρέπουμε να σταθούν δίπλα μας. Κανένας άνθρωπος δεν χρειάζεται να είναι συνεχώς ο «δυνατός» για όλους. Δύναμη δεν σημαίνει να αντέχουμε τα πάντα μόνοι μας ή να νομίζουμε πως δεν έχουμε δικαίωμα να κουραζόμαστε, αλλά να ξέρουμε πότε χρειάζεται να ζητήσουμε στήριξη και να επιτρέψουμε στους άλλους να σταθούν δίπλα μας.
Συμβαίνει συχνά μέσα σε μια σχέση -παρόλο που υπάρχει αμοιβαία αφοσίωση- ο ένας ή και οι δύο σύντροφοι να αισθάνονται παραμελημένοι ή συναισθηματικά ακάλυπτοι. Αυτή η αίσθηση ότι «δεν εισπράττω την αγάπη που δίνω» δεν σημαίνει απαραίτητα έλλειψη συναισθήματος, απλά είναι διαφορετικός ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε και εκφράζουμε τη φροντίδα και τη στοργή. Κάπου λοιπόν μπορεί να χαθούμε στη μετάφραση.
Για κάποιον, η αγάπη μπορεί να είναι ταυτισμένη με την πρακτική φροντίδα: ένα φαγητό, η τακτοποίηση μιας εκκρεμότητας ή η βοήθεια στις δουλειές του σπιτιού. Για κάποιον άλλον όμως, τίποτα από αυτά δεν έχει σημασία αν δεν συνοδεύεται από τη σωματική εγγύτητα ή μια επιβεβαίωση με λόγια. Όταν οι προσδοκίες μας δεν συναντιούνται, δημιουργείται η ψευδαίσθηση της αδιαφορίας. Στην πραγματικότητα, ο σύντροφός μας μπορεί να μας προσφέρει ό,τι καλύτερο έχει, αλλά εμείς να μην το εισπράττουμε επειδή περιμένουμε η αγάπη να εκφραστεί με τον τρόπο που εμείς έχουμε συνηθίσει.
Για να μη νιώθουμε απογοήτευση ίσως βοηθήσει να αποδεχθούμε ότι ο σύντροφός μας δεν είναι «καθρέφτης» μας. Η αγάπη στην ενήλικη ζωή μοιάζει με την εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας που θέλει μελέτη και εξάσκηση. Η ευτυχία δεν έρχεται μόνο όταν δυο άνθρωποι ταυτίζονται απόλυτα, αλλά όταν μαθαίνουν να μεταφράζουν με καλή πρόθεση ο ένας τον εσωτερικό κόσμο του άλλου.