Όταν η τρυφερότητα έρχεται στο τέλος

Πολλές φορές, στο τέλος μιας σχέσης οι πιο τρυφερές κουβέντες προέρχονται από εκείνον που έχει ήδη πάψει να είναι ερωτευμένος. Ίσως γιατί η τρυφερότητα δεν είναι πάντα ένδειξη βαθύτερης αγάπης. Κάποιες φορές είναι ένδειξη ότι η εσωτερική δυσκολία έχει τελειώσει.

Εκείνος που εξακολουθεί να αγαπά βρίσκεται συχνά αντιμέτωπος με τον φόβο της απώλειας, την ελπίδα, τον θυμό ή το παράπονο. Τα συναισθήματα είναι ακόμη ζωντανά και οι λέξεις βγαίνουν μέσα από τον πόνο. Δεν είναι πάντα οι πιο γλυκές είναι όμως οι πιο δύσκολες.

Αντίθετα, όταν κάποιος έχει ήδη αποδεχτεί το τέλος, μπορεί να κοιτάξει τον άλλον με περισσότερη ηρεμία και καλοσύνη. Η τρυφερότητα γίνεται ευκολότερη, γιατί δεν συνοδεύεται πλέον από την αγωνία να κρατηθεί η σχέση. Ίσως, λοιπόν, η τρυφερότητα να μην αποκαλύπτει πάντα πόσο αγαπάμε έναν άνθρωπο. Ίσως να αποκαλύπτει σε ποιο σημείο του αποχαιρετισμού βρισκόμαστε.

Γιατί στις σχέσεις, οι λέξεις δεν έχουν αξία μόνο από αυτό που λένε, αλλά και από τη στιγμή στην οποία λέγονται.

Μείνε με αυτό

Όσοι έχουμε κάνει ψυχοθεραπεία, είναι πολύ πιθανό να έχουμε ακούσει τη φράση: “μείνε με αυτό”, και ίσως να σκεφτήκαμε: “μα γιατί; αφού με ενοχλεί, μου είναι δυσάρεστο, με πονάει και θέλω να φύγει”. 

Και εδώ που τα λέμε είναι μια απολύτως φυσιολογική αντίδραση. Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε μάθει να αποφεύγουμε τα δύσκολα συναισθήματα. Να τα εξηγούμε λογικά, να τα διώχνουμε, να αποσπάμε την προσοχή μας ή να κάνουμε οτιδήποτε άλλο για να μην τα νιώσουμε. Όμως, όταν ένας ψυχοθεραπευτής λέει «μείνε με αυτό το συναίσθημα», δεν μας ζητάει να υποφέρουμε περισσότερο. Μας προτείνει να κάνουμε κάτι διαφορετικό από αυτό που κάνουμε συνήθως.

Το να μείνουμε με ένα συναίσθημα σημαίνει να του επιτρέψουμε να υπάρχει για λίγο, χωρίς να προσπαθήσουμε αμέσως να το αλλάξουμε ή να το εξαφανίσουμε. Σημαίνει να στρέψουμε την προσοχή μας προς τα μέσα και να αναρωτηθούμε: «Τι ακριβώς νιώθω αυτή τη στιγμή; Πού το αισθάνομαι στο σώμα μου; Πόσο έντονο είναι; Τι μπορεί να προσπαθεί να μου πει;» Δεν χρειάζεται να βρούμε αμέσως απαντήσεις, ούτε να το αναλύσουμε. Αρκεί να του δώσουμε λίγο χώρο που μάλλον αυτό είναι και το πιο δύσκολο γιατί οι άνθρωποι αποφεύγουμε τον πόνο. Όταν εμφανίζεται ένα δυσάρεστο συναίσθημα, αμέσως θέλουμε να το διωξουμε, με διάφορους τρόπους. Άλλοι δίνουν όλη τους την ενέργεια στη δουλειά τους, άλλοι χάνονται με τις ώρες σε μια οθόνη άλλοι καταφεύγουν στο φαγητό, στο αλκοόλ, στον ύπνο και αρκετοί με ατελείωτη σκέψη, πιστεύοντας ότι αν καταλάβουν το “γιατί” θα σταματήσουν να νιώθουν έτσι. 

Όλοι αυτοί οι τρόποι μπορεί να προσφέρουν μια προσωρινή ανακούφιση. Αλλά, το συναίσθημα δεν εξαφανίζεται. Απλώς περιμένει την επόμενη ευκαιρία να εμφανιστεί. Και εδώ βρίσκεται ένα από τα παράδοξα: όσο περισσότερο παλεύουμε να μη νιώσουμε κάτι, τόσο περισσότερο εκείνο επιμένει να ζητά την προσοχή μας.

Τα συναισθήματα, ακόμη και τα πιο δυσάρεστα, δεν είναι εχθροί μας. Ο φόβος μπορεί να μας λέει ότι αντιλαμβανόμαστε μια απειλή ή μια αβεβαιότητα. Η λύπη μάς θυμίζει ότι χάσαμε κάτι σημαντικό για εμάς. Ο θυμός συχνά δείχνει ότι κάποιο όριό μας παραβιάστηκε ή ότι κάποια ανάγκη μας δεν ακούστηκε. Η ενοχή μπορεί να μας φέρνει σε επαφή με τις αξίες μας και να μας κινητοποιεί να επανορθώσουμε όταν θεωρούμε ότι έχουμε πληγώσει ή αδικήσει κάποιον.

Όταν προσπαθούμε να διώξουμε γρήγορα αυτά τα συναισθήματα, συχνά χάνουμε το μήνυμα που μεταφέρουν. Όταν όμως τους επιτρέπουμε να υπάρχουν για λίγο, μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα τον εαυτό μας, τις ανάγκες μας και τις επιλογές που έχουμε μπροστά μας. Δεν σημαίνει ότι το συναίσθημα θα είναι ευχάριστο. Σημαίνει όμως ότι σταματάει να είναι κάτι από το οποίο πρέπει να τρέχουμε να ξεφύγουμε.

Το να μένω με το συναίσθημά μου δεν σημαίνει ότι βυθίζομαι μέσα σε αυτό. Δεν σημαίνει ότι αφήνω τη θλίψη ή τον φόβο να με καταπιούν ή ότι ταυτίζομαι μαζί τους. Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο να παρατηρώ ένα συναίσθημα και στο να πιστεύω ότι αυτό το συναίσθημα είναι όλη μου η πραγματικότητα. Το πρώτο δημιουργεί χώρο και κατανόηση. Το δεύτερο οδηγεί συχνά στον εγκλωβισμό.

Αυτός είναι και ο λόγος που στη θεραπεία ο στόχος δεν είναι να μάθουμε να υποφέρουμε περισσότερο. Ο στόχος είναι να αναπτύξουμε την ικανότητα να αντέχουμε τα δύσκολα συναισθήματα χωρίς να χρειάζεται να τα αποφεύγουμε ή να τα φοβόμαστε. Όσο περισσότερο καλλιεργούμε αυτή την ικανότητα, τόσο περισσότερο διαπιστώνουμε ότι τα συναισθήματα έχουν μια φυσική πορεία. Έρχονται, κορυφώνονται και, αργά ή γρήγορα, υποχωρούν. Δεν μένουν για πάντα, ακόμη κ όταν εκείνη τη στιγμή μοιάζει αδύνατο να το πιστέψουμε.

Την επόμενη φορά που ίσως ακούσουμε τον ψυχοθεραπευτή μας να λέει “μείνε λίγο με αυτό” να καταλάβουμε πως δεν μας ζητάει να αντέξουμε περισσότερο πόνο, αλλά να μας προσκαλεί να σταματήσουμε έστω και για λίγο να δούμε αυτό που συμβαίνει μέσα μας με περισσότερη περιέργεια και λιγότερο φόβο. Γιατί τις περισσότερες φορές αυτό που προσπαθούμε με κάθε τρόπο να αποφύγουμε είναι ακριβώς αυτό που έχει περισσότερο ανάγκη να ακουστεί.

Μερικές σκέψεις για το πένθος

Μερικοί άνθρωποι κλαίνε κάθε μέρα. Άλλοι δεν μπορούν να κλάψουν καθόλου. Κάποιοι μιλούν συνεχώς για αυτόν που έχασαν, ενώ άλλοι αποφεύγουν ακόμη και να αναφέρουν το όνομά του. Καμία από αυτές τις αντιδράσεις δεν είναι περισσότερο ή λιγότερο φυσιολογική από τις άλλες. Δεν υπάρχει σωστός τρόπος να πενθήσεις. Το πένθος δεν είναι μια ασθένεια που πρέπει να θεραπευτεί. Είναι μια φυσική αντίδραση  στην απώλεια ενός σημαντικού δεσμού.

Συχνά πιστεύουμε ότι στόχος είναι να «ξεπεράσουμε» την απώλεια. Στην πραγματικότητα, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ξεπερνούν ποτέ εκείνους που αγάπησαν. Μαθαίνουν, όμως, να ζουν χωρίς τη φυσική τους παρουσία. Η σχέση δεν εξαφανίζεται, αλλάζει μορφή.

Θα βοηθήσει να δώσουμε χρόνο στον εαυτό μας. Όχι επειδή ο χρόνος θεραπεύει τα πάντα, αλλά επειδή χρειαζόμαστε χρόνο για να προσαρμοστούμε σε μια πραγματικότητα που ποτέ δεν επιλέξαμε. Δεν χρειάζεται να πιέζουμε τον εαυτό μας να είναι δυνατός. Η ευαλωτότητα δεν είναι αδυναμία.

Δεν χρειάζεται να συγκρίνουμε το πένθος μας με των άλλων. Δεν υπάρχουν χρονοδιαγράμματα για την απώλεια. Η διάρκεια του πένθους δεν μετρά την ψυχική ανθεκτικότητα, αλλά το μέγεθος του δεσμού που χάθηκε.

Και κυρίως, δεν χρειάζεται να προσπαθούμε μην ξεχάσουμε. Οι άνθρωποι που αγαπήσαμε δεν παραμένουν ζωντανοί επειδή τους κρατάμε με πόνο, αλλά επειδή συνεχίζουν να υπάρχουν στις αναμνήσεις, στις συνήθειές μας, και στον τρόπο που άλλαξαν τη ζωή μας.

Ίσως τελικά ο σκοπός του πένθους να μην είναι να αφήσουμε πίσω μας εκείνον που χάσαμε. Ίσως να είναι να βρούμε έναν νέο τρόπο -εάν φυσικά το επιθυμούμε- να τον κρατάμε μέσα στη ζωή μας.

Θα σε περιμένω

Το «θα σε περιμένω» ακούγεται συχνά σαν η απόλυτη απόδειξη αγάπης. Αλλά τι σημαίνει πραγματικά να περιμένεις κάποιον; Να του δίνεις χρόνο; Να ελπίζεις; Να πιστεύεις ότι κάποια στιγμή θα είναι έτοιμος να σου δώσει αυτό που σήμερα δεν μπορεί;

Μερικές φορές η αναμονή είναι μια πράξη αγάπης. Άλλες φορές, όμως, γίνεται ένας τρόπος να αναβάλλουμε τη δική μας ζωή. Υπάρχει μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στο «σε περιμένω» και στο «βάζω τη ζωή μου σε παύση μέχρι να αποφασίσεις εσύ».

Η αγάπη χρειάζεται υπομονή, αλλά χρειάζεται και αμοιβαιότητα. Γιατί κανείς δεν μπορεί να ζει για πάντα μέσα σε μια υπόσχεση, σε μια πιθανότητα ή σε ένα «ίσως κάποια στιγμή».

Ίσως λοιπόν το ερώτημα να μην είναι αν πρέπει να περιμένουμε κάποιον. Ίσως το ερώτημα είναι μέχρι ποιο σημείο μπορώ να περιμένω χωρίς να εγκαταλείπω τον εαυτό μου;

Όταν συγχωρούμε κάποιον, το κάνουμε για εκείνον ή για εμάς;

Η συγχώρεση είναι μία παρεξηγημένη έννοια. Πολλοί πιστεύουν ότι όταν συγχωρούμε κάποιον, δικαιολογούμε τη συμπεριφορά του ή ξεχνάμε αυτό που μας έκανε. Στην πραγματικότητα, η συγχώρεση δεν αφορά τόσο τον άλλον όσο τη δική μας ψυχική ηρεμία.

Όταν κάποιος μας πληγώνει, είναι φυσιολογικό να νιώσουμε θυμό, απογοήτευση ή ακόμα και προδοσία. Το πρόβλημα όμως ξεκινά όταν αυτά τα συναισθήματα παραμένουν μέσα μας για μεγάλο χρονικό διάστημα. Τότε ο άνθρωπος που μας πλήγωσε μπορεί να συνεχίζει να επηρεάζει τη ζωή μας, ακόμα κι αν δεν βρίσκεται πλέον σε αυτήν.

Κάθε φορά που κρατάμε μέσα μας την πικρία για όσα μας πλήγωσαν, ένα μέρος του εαυτού μας παραμένει εγκλωβισμένο στο παρελθόν. Η συγχώρεση δεν αναιρεί την αδικία ούτε διαγράφει τις αναμνήσεις. Μας δίνει όμως τη δυνατότητα να αποδεσμευτούμε από το συναισθηματικό φορτίο τους και να συνεχίσουμε τη ζωή μας με μεγαλύτερη ελευθερία και ηρεμία.

Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να ξεχάσουμε, να δικαιολογήσουμε ή να συνεχίσουμε μια σχέση που μας έχει βλάψει. Η συγχώρεση δεν είναι συμφιλίωση. Είναι η συνειδητή απόφαση να μην αφήσουμε το τραύμα να καθορίζει τη ζωή μας.

Ίσως λοιπόν, όταν συγχωρούμε κάποιον, να μην το κάνουμε πρωτίστως για εκείνον. Το κάνουμε για να απελευθερωθούμε από το βάρος που κουβαλάμε. Όχι επειδή ο άλλος το αξίζει πάντα, αλλά επειδή εμείς αξίζουμε να ζούμε χωρίς να είμαστε δέσμιοι του παρελθόντος.

Η συγχώρεση δεν αλλάζει αυτό που συνέβη. Μπορεί όμως να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο αυτό συνεχίζει να υπάρχει μέσα μας.

Η ενοχή του να επιλέγουμε τον εαυτό μας

Υπάρχουν άνθρωποι που δυσκολεύονται περισσότερο να πουν ‘ναι’ στον εαυτό τους παρά  στον άλλον. Αρκετοί μεγαλώνουμε μαθαίνοντας ότι η αγάπη συνδέεται με την προσφορά, τη διαθεσιμότητα, την αντοχή. Να είσαι καλός, να μην απογοητεύεις, να μην δημιουργείς προβλήματα. Κάπως έτσι, πολλοί φτάνουν να αισθάνονται ενοχή κάθε φορά που βάζουν τις δικές τους ανάγκες μπροστά.

Η ενοχή αυτή δεν κάνει την εμφάνισή της δυνατά. Μπορεί να κρύβεται πίσω από μικρές καθημερινές στιγμές, όπως για παράδειγμα όταν δεν απαντάμε αμέσως σε ένα μήνυμα, όταν χρειαζόμαστε χρόνο μόνοι μας, όταν απομακρυνόμαστε από μια σχέση που μας εξαντλεί, όταν λέμε «δεν μπορώ άλλο». Τότε, αντί να νιώσουμε ανακούφιση, εμφανίζεται μια εσωτερική φωνή που μας λέει: «μήπως είσαι εγωιστής;»

Όμως το να επιλέγουμε τον εαυτό μας δεν σημαίνει ότι σταματάμε να αγαπάμε τους άλλους. Σημαίνει ότι σταματάμε να εγκαταλείπουμε εμάς για να μας αποδεχτούν. Πολλοί άνθρωποι έχουν μάθει να αντλούν την αξία τους μέσα από το πόσο χρήσιμοι είναι για τους άλλους. Να νιώθουν απαραίτητοι, να φροντίζουν τους πάντες. Και όταν αρχίζουν να βάζουν όρια, συχνά νιώθουν άβολα, όχι επειδή κάνουν κάτι λάθος, αλλά επειδή κάνουν κάτι που δεν τους είναι γνώριμο. .Η αλήθεια είναι πως τα όρια αποκαλύπτουν πολλά. Κάποιες σχέσεις αντέχουν όταν αρχίζεις να προστατεύεις τον εαυτό σου και άλλες όχι. 

Υπάρχει, όμως, μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στον εγωισμό και τη φροντίδα του εαυτού μας. Ο εγωισμός λέει «μόνο εγώ υπάρχω». Η αυτοφροντίδα λέει «υπάρχω κ εγώ». Κάποια στιγμή, η ψυχική εξάντληση γίνεται πιο βαριά από την ενοχή. Και τότε αρχίζει σιγά σιγά η αλλαγή. Μαθαίνουμε ότι δεν χρειάζεται να εξηγούμε συνεχώς γιατί κουραστήκαμε.
Ότι η αγάπη προς τον εαυτό μας δεν είναι πολυτέλεια είναι ευθύνη.

Ωριμότητα δεν είναι να αντέχουμε τα πάντα σιωπηλά αλλά να μπορούμε να πούμε χωρίς να απολογούμαστε και εγώ αξίζω και χρειάζομαι χώρο, χρόνο και φροντίδα. 

Όταν περιμένουμε κάτι από κάποιον που δεν μπορεί να μας δώσει

Πόσες φορές έχουμε ισχυριστεί ότι θέλουμε την αγάπη στη ζωή μας αλλά ασυνείδητα επιλέγουμε ανθρώπους που δεν μπορούν πραγματικά να μας τη δώσουν;
Η αντίφαση αυτή δεν είναι εντελώς τυχαία. Συχνά δεν επιλέγουμε με βάση αυτό που χρειαζόμαστε στο παρόν, αλλά με βάση αυτό που μας είναι οικείο, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει απόσταση, ασάφεια ή συναισθηματική απουσία.

Ίσως ελπίζουμε ότι αυτή τη φορά τα πράγματα θα είναι διαφορετικά. Ότι θα πάρουμε την αγάπη που κάποτε έλειψε. Όμως έτσι, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, αναπαράγουμε το ίδιο μοτίβο. Η συνειδητοποίηση, η επίγνωση είναι το πρώτο βήμα. Όχι για να κατηγορήσουμε τον εαυτό μας, αλλά για να αρχίσουμε να αναρωτιόμαστε: είναι αυτή η επιλογή αγάπη ή απλώς κάτι γνώριμο;

Γιατί η αγάπη δεν είναι μόνο αυτό που λέμε ότι θέλουμε. Είναι και αυτό που επιτρέπουμε στον εαυτό μας να έχει.

Όταν οι ίδιες λέξεις σημαίνουν διαφορετικά πράγματα 

Στις πιο δύσκολες στιγμές μέσα σε μια σχέση, έχουμε την τάση να πιστεύουμε ότι τα προβλήματά μας δεν λύνονται, ότι απλώς δεν ταιριάζουμε, ότι δεν είμαστε οι κατάλληλοι άνθρωποι ο ένας για τον άλλον. Πολλά από τα προβλήματα επικοινωνίας που βιώνουμε ως επώδυνα μοιάζουν να δείχνουν ασυμβατότητα, παρά κάτι που θα μπορούσε να λυθεί με υπομονή.

Αυτό που συνήθως δεν φανταζόμαστε είναι ότι μπορεί να έχουμε διαφορετικό λεξικό. Ότι δηλαδή το βασικό μας ζήτημα είναι πως εμείς και ο σύντροφός μας τις ίδιες έννοιες τις ορίζουμε με διαφορετικό τρόπο. Συγκρουόμαστε γιατί δεν κατανοούμε τι σημαίνουν τα ίδια πράγματα για τον καθένα μας, χωρίς να συνειδητοποιούμε ότι χρησιμοποιούμε τις ίδιες λέξεις με διαφορετικό νόημα.

Καθώς προσπαθούμε να ζήσουμε με έναν άλλον άνθρωπο, θεωρούμε δεδομένο ότι δεν υπάρχει χάσμα στον τρόπο που ορίζουμε έννοιες όπως: η καθυστέρηση στην απάντηση ενός μηνύματος ή το να αφήνουμε το μπάνιο ακατάστατο ή ο χρόνος που περνάμε με φίλους. Δεν είναι το πρώτο που μας περνά από το μυαλό, έχοντας χρησιμοποιήσει αυτές τις έννοιες με έναν συγκεκριμένο τρόπο ότι μπορεί να έχουμε συναντήσει κάποιον που τις αντιλαμβάνεται εντελώς διαφορετικά. Μας φαίνεται αυτονόητο ότι ένα «ακατάστατο μπάνιο» σημαίνει ότι ο άλλος δεν μας σέβεται, ότι είναι αδιάφορος.

Η κλασική ετυμολογία έχει τη σημασία της, όμως αυτό που χρειαζόμαστε εξίσου -αν όχι περισσότερο- είναι μια μορφή «συναισθηματικής ετυμολογίας»: μια προσπάθεια να εντοπίσουμε τις λέξεις και τις έννοιες πίσω από τις εμπειρίες των ανθρώπων που αγαπάμε.

Τα ζευγάρια χρειάζεται να κατανοήσουν ότι συχνά συγκρούονται απλώς επειδή χρησιμοποιούν τις ίδιες λέξεις με διαφορετικό τρόπο. Πολλά προβλήματα επικοινωνίας στις σχέσεις επιμένουν όχι λόγω κακών προθέσεων, αλλά λόγω νοημάτων που δεν έχουν ποτέ διερευνηθεί. Ίσως αξίζει να σταματάμε για λίγο μέσα σε έναν καβγά και να αναρωτιόμαστε αν ο άλλος δεν είναι τελικά ούτε παράλογος ούτε κακόβουλος αλλά απλώς χρησιμοποιεί μια διαφορετική ερμηνεία.



Όταν η ψυχοθεραπευτική σχέση γίνεται αμφίδρομη. Τι σημαίνει πραγματικά;

Συχνά υπάρχει η αντίληψη ότι στη θεραπεία η κατεύθυνση είναι μία: ο ψυχοθεραπευτής δίνει και ο θεραπευόμενος λαμβάνει. Όμως, στην πραγματικότητα, η θεραπευτική σχέση είναι πολύ πιο ζωντανή και σύνθετη.

Υπάρχουν στιγμές που ο θεραπευόμενος, μέσα από τη δική του ειλικρίνεια, την ιστορία του ή τον τρόπο που σχετίζεται, μπορεί να «αγγίξει» κάτι και στον ίδιο τον ψυχοθεραπευτή. Μπορεί να τον συγκινήσει, να τον προβληματίσει ή ακόμη και να τον φέρει πιο κοντά σε δικά του θέματα. Αυτό δεν είναι εξαίρεση είναι μέρος της ανθρώπινης διάστασης της θεραπείας.

Ωστόσο, εδώ βρίσκεται και μια πολύ σημαντική διάκριση. Το γεγονός ότι ο ψυχοθεραπευτής επηρεάζεται δεν σημαίνει ότι αλλάζουν οι ρόλοι. Στη ψυχοθεραπεία δεν γίνεται χώρος για να λάβει ο ψυχοθεραπευτής φροντίδα ή βοήθεια από τον θεραπευόμενο. Η ευθύνη της κατανόησης και της επεξεργασίας αυτών των προσωπικών «αγγιγμάτων» ανήκει αποκλειστικά στον ψυχοθεραπευτή και μεταφέρεται εκτός της θεραπευτικής σχέσης. Στην εποπτεία ή στη δική του προσωπική θεραπεία.

Ίσως, λοιπόν, είναι πιο ακριβές να πούμε ότι η ψυχοθεραπευτική σχέση δεν είναι μονόδρομη, αλλά αμφίδρομη ως προς την ανθρώπινη επίδραση, όχι όμως ως προς τον ρόλο και την ευθύνη. Και αυτή ακριβώς η ισορροπία είναι που την καθιστά ασφαλή και θεραπευτική.