
Στις πιο δύσκολες στιγμές μέσα σε μια σχέση, έχουμε την τάση να πιστεύουμε ότι τα προβλήματά μας δεν λύνονται, ότι απλώς δεν ταιριάζουμε, ότι δεν είμαστε οι κατάλληλοι άνθρωποι ο ένας για τον άλλον. Πολλά από τα προβλήματα επικοινωνίας που βιώνουμε ως επώδυνα μοιάζουν να δείχνουν ασυμβατότητα, παρά κάτι που θα μπορούσε να λυθεί με υπομονή.
Αυτό που συνήθως δεν φανταζόμαστε είναι ότι μπορεί να έχουμε διαφορετικό λεξικό. Ότι δηλαδή το βασικό μας ζήτημα είναι πως εμείς και ο σύντροφός μας τις ίδιες έννοιες τις ορίζουμε με διαφορετικό τρόπο. Συγκρουόμαστε γιατί δεν κατανοούμε τι σημαίνουν τα ίδια πράγματα για τον καθένα μας, χωρίς να συνειδητοποιούμε ότι χρησιμοποιούμε τις ίδιες λέξεις με διαφορετικό νόημα.
Καθώς προσπαθούμε να ζήσουμε με έναν άλλον άνθρωπο, θεωρούμε δεδομένο ότι δεν υπάρχει χάσμα στον τρόπο που ορίζουμε έννοιες όπως: η καθυστέρηση στην απάντηση ενός μηνύματος ή το να αφήνουμε το μπάνιο ακατάστατο ή ο χρόνος που περνάμε με φίλους. Δεν είναι το πρώτο που μας περνά από το μυαλό, έχοντας χρησιμοποιήσει αυτές τις έννοιες με έναν συγκεκριμένο τρόπο ότι μπορεί να έχουμε συναντήσει κάποιον που τις αντιλαμβάνεται εντελώς διαφορετικά. Μας φαίνεται αυτονόητο ότι ένα «ακατάστατο μπάνιο» σημαίνει ότι ο άλλος δεν μας σέβεται, ότι είναι αδιάφορος.
Η κλασική ετυμολογία έχει τη σημασία της, όμως αυτό που χρειαζόμαστε εξίσου -αν όχι περισσότερο- είναι μια μορφή «συναισθηματικής ετυμολογίας»: μια προσπάθεια να εντοπίσουμε τις λέξεις και τις έννοιες πίσω από τις εμπειρίες των ανθρώπων που αγαπάμε.
Τα ζευγάρια χρειάζεται να κατανοήσουν ότι συχνά συγκρούονται απλώς επειδή χρησιμοποιούν τις ίδιες λέξεις με διαφορετικό τρόπο. Πολλά προβλήματα επικοινωνίας στις σχέσεις επιμένουν όχι λόγω κακών προθέσεων, αλλά λόγω νοημάτων που δεν έχουν ποτέ διερευνηθεί. Ίσως αξίζει να σταματάμε για λίγο μέσα σε έναν καβγά και να αναρωτιόμαστε αν ο άλλος δεν είναι τελικά ούτε παράλογος ούτε κακόβουλος αλλά απλώς χρησιμοποιεί μια διαφορετική ερμηνεία.