Το εικοσιένα

για τη χρονιά των αντιφάσεων, που συνέβησαν αλλόκοτα πράγματα

που η ατμόσφαιρα ήταν γεμάτη από τα σημάδια μιας μεγάλης αλλαγής που έρχεται

για τη χρονιά της πίστης και της δυσπιστίας

που απομάκρυνες από δίπλα σου ανθρώπους απλά χωρίς να τους πλησιάζεις

που αρκετές φορές ένιωσες μια άγρια χαρά

που άρχισες να βλέπεις τα πάντα λίγο πιο αποστασιοποιημένα

που για πρώτη φορά σκέφτηκες πως θα ήθελες να ήσουν δέκα χρόνια νεότερη 

που έκλεισες όλες σου τις εκκρεμότητες 

που πρώτη φορά είπες τόσες πολλές φορές στον εαυτό σου “μπράβο Νασιάκι μου”

που επιτέλους κατάφερες να θυμώσεις 

που νοιάστηκες κ ενδιαφέρεσαι πολύ για κάποιον που δεν ξέρεις

που η μόνη υπόσχεση που δίνεις για τη νέα χρονιά είναι η ίδια με την περσινή και την προπέρσινη: να ταξιδέψεις όσο περισσότερο μπορείς

Καλή Χρονιά 🙂 

Αυτή τη χρονιά, θα τα καταφέρω – πέντε ερωτήσεις για το 2022

Διαβάζουμε πως μόνον ένα 8% όσων κάνει σχέδια για τη νέα χρονιά καταφέρνει να τα πραγματοποιήσει. Το υπόλοιπο 92% ή τα παρατάει ή δεν κάνει καθόλου. Σημαίνει, άραγε, αυτό πως δεν πρέπει να θέτουμε στόχους; Είναι σημαντικό να καταλάβουμε και να αποδεχθούμε πως από τη στιγμή που βάζουμε κάποιο στόχο, θα συμβούν τρία πράγματα: Θα έχουμε επιφυλάξεις, θα αισθανθούμε φόβο και θα παρουσιαστούν εμπόδια. Ειδικά αυτό το καταλάβαμε όλοι τα δυο τελευταία χρόνια που αναγκαστήκαμε να αφήσουμε πράγματα πίσω, να μάθουμε καινούργιους τρόπους και κυρίως να μένουμε στο εδώ και τώρα. 

Έτσι λοιπόν, αυτή τη χρονιά μιας που όλοι είμαστε κουρασμένοι αντί για τις γνωστές και αποτελεσματικές συμβουλές επίτευξης στόχων, μπορούμε να κάνουμε κάτι διαφορετικό και πιο ευχάριστο. Αυτό που έχω αποφασίσει να κάνω είναι να απαντήσω στις παρακάτω ερωτήσεις: 

 1. Ποια τρία πράγματα θα παραδεχτώ πως κάνω καλά και θα στέκομαι περισσότερο
σε αυτά;

Αξίζει να το σκεφτείτε, είναι πολύ εύκολο να ξεχνάμε, να μη στεκόμαστε και να θεωρούμε δεδομένα αυτά στα οποία είμαστε καλοί.

2. Τι θέλω να αφήσω πίσω μου;

Το να συνεχίζουμε να επιμένουμε σε σκέψεις, προσδοκίες και συμπεριφορές που δεν μας προσφέρουν απολύτως τίποτα και να ελπίζουμε και σε διαφορετικό αποτέλεσμα είναι εξουθενωτικό. 

3. Τι θα ήθελα περισσότερο για φέτος;

Δώστε αξία στις επιθυμίες σας, στις ανάγκες σας και στις προτιμήσεις σας. Δεν έχει σημασία πόσο μικρές ή μεγάλες είναι αυτές.  Μην σκεφτείτε ποτέ πως η δική σας επιθυμία είναι ασήμαντη ή λιγότερο σημαντική από κάποιου άλλου. Όταν έρχεστε αντιμέτωποι με μια επιλογή ενεργείτε πάντα σαν να έχετε προτίμηση. “εάν με ενδιέφερε, τι θα επέλεγα; εάν ήταν σημαντική για μένα αυτή η απόφαση τι θα προτιμούσα να κάνω;” Σταματήστε να λέτε: “δεν με πειράζει, δεν με νοιάζει, το ίδιο μου είναι”. Εάν σας δυσκολεύει να ανακαλύψετε τις επιθυμίες, τους στόχους, τις ανάγκες σας κάντε στον εαυτό σας την ερώτηση: “εάν υποθέσουμε πως εμφανιζόταν ένα τζίνι και μου έλεγε πως μπορεί να πραγματοποιήσει τώρα τρεις ευχές μου, τι θα διάλεγα;” 

4. Τρεις άνθρωποι που μπορώ να βασίζομαι πάνω τους

Οι γνωστοί και ως άνθρωποι “μπαλκόνι”. Είναι εκείνοι που χαίρονται με τη χαρά μας, μας επευφημούν, μας ενθαρρύνουν και πιστεύουν σε εμάς. Μας υποστηρίζουν, ακούνε τη γκρίνια μας και παίρνουν το μέρος μας όταν κάνουμε βλακείες. 

5. Σε ποια τρία πράγματα θα πω “όχι”  για να πω “ναι” στα τρία πράγματα που θέλω
περισσότερο το 2022;

Μερικές φορές χρειάζεται να πούμε όχι σε κάποια πράγματα για να έχουμε χρόνο για τα πράγματα στα οποία πραγματικά θέλουμε να πούμε ναι. 

Καλές γιορτές 🙂 

Το γρασίδι είναι πάντα πιο πράσινο όπου το ποτίζεις.

Οι σχέσεις, είτε επαγγελματικές είτε προσωπικές, είναι σαν κήποι. Χρειάζονται προσοχή και φροντίδα. Τη στιγμή που σταματάμε να τα προσέχουμε ή τα θεωρούμε δεδομένα, αρχίζουν να μαραίνονται.

Τα ζιζάνια που βλέπουμε στην αυλή μας είναι καταπράσινα χωράφια για τους άλλους και το αντίστροφο. Δεν υπάρχει τίποτα κακό με την αναζήτηση νέων βοσκοτόπων και καλύτερων ευκαιριών. Το λάθος είναι να μην αναγνωρίζουμε ότι οι ευκαιρίες βρίσκονται συχνά ακριβώς κάτω από τα πόδια μας. Το γρασίδι είναι πάντα πιο πράσινο όπου το ποτίζεις.

Υπάρχουν γεγονότα που δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε;

Οι ανολοκλήρωτες εμπειρίες, οι ανοιχτοί λογαριασμοί και τα συναισθήματα επιμένουν στη μνήμη μας ζητώντας την ολοκλήρωσή τους. Εάν αυτό δεν γίνει, παραμένουμε ανικανοποίητοι και καθηλωμένοι. Τις περισσότερες φορές καλούμαστε να κοιτάξουμε πίσω για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε μπροστά, όμως, υπάρχει ένα σημείο όπου η συνεχής εκτίμηση και υπερανάλυση ενός γεγονότος μας εμποδίζει να αξιοποιήσουμε το δυναμικό μας στο σήμερα, στο τώρα και να προχωρήσουμε.Όπως και με τα περισσότερα πράγματα στη ζωή, η προθυμία μας, το μέγεθος και το είδος της προσπάθειας που είμαστε διατεθειμένοι να καταβάλλουμε για να μετακινήσουμε τον συναισθηματικό βράχο που βρέθηκε στο δρόμο μας, θα παίξει καθοριστικό ρόλο. Ίσως μεγαλύτερο και από τη φύση των ίδιων των γεγονότων.

Γιατί όμως είναι τόσο δύσκολο να ξεκολλήσουμε από μια κατάσταση που μας ταλαιπωρεί; Μήπως υπάρχουν γεγονότα που δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε; Ναι και Όχι. Όλα ξεκινούν απ’ τις μη ρεαλιστικές προσδοκίες που έχουμε και τη διαστρεβλωμένη αντίληψη για το τι σημαίνει “ξεπερνάω ένα τραυματικό γεγονός”. Οι περισσότεροι πιστεύουμε πως η φράση “ξεπερνάω μια απώλεια” σημαίνει πως “δεν θα ξανασκεφτώ ποτέ αυτό που συνέβη”, “δεν θα ξαναστεναχωρηθώ”, “δεν θα ξανακλάψω γι’ αυτό”. Η αλήθεια είναι πως ίσως να μην το ξεπεράσουμε -έτσι όπως το έχουμε στο μυαλό μας- αλλά μπορούμε να επανατοποθετηθούμε σε σχέση με το συμβάν έτσι ώστε όταν η σκέψη εισβάλλει, τα συναισθήματα να μην μας πλημμυρίζουν. Το θέμα δεν είναι να μην πονέσουμε ποτέ ξανά. Κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατόν.
Το θέμα είναι για πόσην ώρα και με πόση ένταση θα μένουμε στον πόνο.

Το ν΄αφήνουμε πράγματα πίσω μας απαιτεί ενέργεια αλλά είναι κυρίως μια διανοητική διαδικασία γιατί τα πράγματα που κάνουμε και σκεφτόμαστε είναι αυτά που μας παγιδεύουν σε μια οδυνηρή κατάσταση. Πολλοί ισχυρίζονται πως ο άνθρωπος σε 28 ημέρες μπορεί να ξεμάθει και να ξαναμάθει μια συμπεριφορά. Τον ακριβή χρόνο δεν μπορεί να τον προσδιορίσει κανείς με ακρίβεια αλλά η αποδέσμευση απ’το χθες είναι μια τέχνη που μαθαίνεται και χρειάζεται επίμονη εξάσκηση. Είναι ένας συνδυασμός του να μάθεις να νοηματοδοτείς διαφορετικά τις εμπειρίες σου, να παραιτείσαι από παλιές προσδοκίες, να βρεις το κουράγιο να απορρίπτεις αντιλήψεις οι οποίες δεν σ’ εξυπηρετούν και να έχεις το σθένος να επανακαθορίσεις σκέψεις και συναισθήματα.

Είναι δύσκολο να αφήσεις κάτι πίσω εάν δεν υπάρχει μια θετική προοπτική για το αύριο. Όλοι χρειαζόμαστε ένα όραμα για το μέλλον, ένα στόχο που πιστεύουμε και αγαπάμε και θα στρέψουμε την προσοχή μας σ’ αυτόν. Δεν μπορώ να προσδιορίσω εγώ τι θα είναι αυτό για τον καθένα, όμως, το μόνο σίγουρο είναι πως χρειάζεται σκόπιμη εστίαση και συντονισμένη προσπάθεια. Ο τρόπος που θα μεταμορφώσουμε την αφήγησή μας, την προσωπική μας ιστορία μπορεί να γίνει ψυχολογικό εργαλείο που θα ανακουφίσει τον πόνο μας. “Ξαναγράφω μέρος της ιστορίας μου” δεν σημαίνει αλλάζω τα γεγονότα, αλλά, “δίνω διαφορετικό νόημα στην ιστορία και στο ρόλο που έπαιξα εγώ σ’αυτά που διαδραματίστηκαν”. Βλέπω την ιστορία με άλλη ματιά και αυτή η ματιά θα με βοηθήσει να προχωρήσω.

Όμως, το πιο ισχυρό αντίδοτο στο παρελθόν είναι η ικανότητα να είμαστε παρόντες στο εδώ και τώρα. Αυτή μας η ικανότητα περιορίζεται σημαντικά απ’όλους τους συναισθηματικούς μαγνήτες όχι μόνο του παρελθόντος, αλλά και του μέλλοντος: το φόβο, την αγάπη, τη ντροπή, τη λύπη, τη φαντασία. Το να μένουμε στο τώρα είναι κάτι που μαθαίνεται. Όσο δυσάρεστο και αν είναι, ας μη φοβόμαστε να βιώνουμε τα συναισθήματά μας. Εξάλλου, το μόνο που έχουμε είναι το τώρα και όταν είμαστε παρόντες σ’αυτό, έχουμε πολύ λιγότερες πιθανότητες να μπούμε σε φαύλο κύκλο σκέψεων του στυλ “τι θα γινόταν εάν”.

Αυτός ο καινούργιος τρόπος που θα χρειαστεί να μάθουμε, συχνά προσκρούει σε μια αδιάλλακτη αντίσταση, αυτή της ανθρώπινης απροθυμίας για αλλαγή. Ένα απ’ τα μεγαλύτερα θαύματα της κλινικής παρατήρησης, είναι πόσο μεγάλη δυσφορία μπορούμε να ανεχθούμε οι άνθρωποι πριν αναγνωρίσουμε την ανάγκη για αλλαγή. Όμως, σχεδόν όλα τα πράγματα μαθαίνονται. Είναι όπως το ποδήλατο. Στην αρχή πέφτεις, σηκώνεσαι, δοκιμάζεις πάλι, χτυπάς, αποκτάς μελανιές, σημάδια, ξαναπέφτεις, κλαις. Αλλά, μια μέρα, μαθαίνεις να ισορροπείς πάνω σ’αυτό. Δεν υπάρχει περίπτωση να μην τα καταφέρεις.

Το σύνδρομο του απατεώνα

Το σύνδρομο του απατεώνα είναι η αμφιβολία που νιώθουν κάποιοι άνθρωποι για τις γνώσεις και τις ικανότητές τους. Πιστεύουν πως έχουν κάποια επαγγελματική θέση από τύχη ή αυτοί που τους προσέλαβαν δεν συνειδητοποίησαν πόσο ανεπαρκείς είναι γι’αυτό και αισθάνονται “απατεώνες”.

Αισθάνονται ένα διαρκές άγχος και φόβο πως θα αποκαλυφθεί η ανεπάρκειά τους σε κάποιο τομέα, ακόμα και αν αυτή η πιθανότητα δεν έχει κάποια βάση. Με αυτό τον τρόπο δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος όπου ο άνθρωπος δεν αισθάνεται άξιος επαγγελματικής αναγνώρισης και προσπαθώντας να μην εκτεθεί, θα αυξήσει τον έλεγχο και την τελειομανία θέτοντας εν τέλει μη ρεαλιστικούς στόχους.

Η Pauline Clance ήταν η πρώτη που εντόπισε τη συμπεριφορά σε μια ομάδα επιτυχημένων γυναικών που δεν αισθάνονταν πως άξιζαν τον ρόλο που είχαν. Στη συνέχεια παρατηρήθηκε πως ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού πλήττεται από το σύνδρομο του απατεώνα.

Αγαπητή Ψ – Μπορεί να αντέξει τα θέματά μου;

“Είμαι ένας άνθρωπος με δύσκολο παρελθόν. Κάνω ψυχοθεραπεία αλλά σκέφτομαι αν η ψυχολόγος μου μπορεί να αντέξει πολύ βάρος. Έχω κάνει μια μικρή έρευνα και ξέρω πως έχει αρκετή δουλειά και μέσω κοινού γνωστού έμαθα πως χωρίζει. Διάβασα και μια έρευνα που έλεγε πως οι γιατροί και οι ψ με την πανδημία περνάνε και αυτοί δύσκολα. Τη ρώτησα εάν είναι εντάξει, πώς χειρίζεται το θέμα με την πανδημία και που πρέπει να ακούει τον καθένα με το θέμα του και μου είπε πως ξέρει να φροντίζει τον εαυτό της και δεν χρειάζεται κάτι. Παρόλα αυτά έχω ένα κράτημα να μιλήσω για τα πιο σοβαρά μου προβλήματα”


Αρκετοί άνθρωποι κατά τη διάρκεια της ψυχοθεραπείας τους κάποια στιγμή θα αναρωτηθούν τι πιστεύει ο ψυχοθεραπευτής τους για εκείνους. Θα σκεφτούν εάν τους συμπαθεί, τι ακριβώς διάγνωση έχει κάνει, εάν τους σκέφτεται μετά τη συνεδρία, εάν βαριέται κατά τη διάρκεια της συνεδρίας τους, εάν πραγματικά ενδιαφέρεται για εκείνους, ή μήπως τον/την στεναχωρούν και τον επιβαρύνουν με τα προβλήματά τους. 

Είναι κάτι πολύ συνηθισμένο να κάνουμε υποθέσεις για το πώς νιώθει ο ψυχοθεραπευτής μας για εμάς, μιας και μέρος αυτών που συμβαίνουν στη θεραπεία είναι μέρος της διεργασίας που ονομάζεται μεταβίβαση. Στη μεταβίβαση κατευθύνουμε ασυνείδητα τις σκέψεις και τα συναισθήματα για ανθρώπους από το παρελθόν μας (τις περισσότερες φορές της παιδικής μας ηλικίας) σε ένα εντελώς διαφορετικό άτομο στο παρόν. Αυτό συμβαίνει σε όλες τις σχέσεις. επαγγελματικές, φιλικές, ερωτικές. Το θέμα με τη μεταβίβαση είναι ότι αντί να αντιδράμε στον άνθρωπο που έχουμε μπροστά μας στο “εδώ” και “τώρα”, αντιδράμε σ’ένα πρόσωπο από το παρελθόν και έτσι, αυτή η μεταβίβαση μας εμποδίζει να συνδεθούμε με τους άλλους με ουσιαστικό τρόπο.

Θα χρησιμοποιήσω ως παράδειγμα αυτό που μου περιγράφεις για να γίνω πιο κατανοητή. Εάν ανησυχώ και αναρωτιέμαι μήπως κάθε Τετάρτη επιβαρύνω τον ψυχοθεραπευτή μου με το βαρύ ιστορικό μου, ίσως να μεγάλωσα νιώθοντας σαν βάρος στην οικογένειά μου. Ένα παιδί με έναν άρρωστο γονιό -ή άλλο μέλος της οικογένειας- μπορεί να προσπαθεί να είναι εύκολο και να μην ενοχλεί κανέναν με τις λιγότερο σημαντικές ανάγκες του. Ένα παιδί με έναν γονιό που τα συναισθήματα θυμού ή λύπης δεν ήταν αποδεκτά, έμαθε να αισθάνεται ενοχές και κυρίως να μην επιβαρύνει κανέναν με τα συναισθήματά του. Ένα παιδί που αναγκάζεται να πάρει το ρόλο του ενήλικα αισθάνεται υπεύθυνο για τη φροντίδα των άλλων και βάζει πάντα τις δικές του ανάγκες τελευταίες.   

Φαντάζεσαι λοιπόν στην ενήλικη ζωή, εάν κάποιος μεγάλωσε κάπως έτσι, πόσο θα δυσκολεύεται να ζητήσει βοήθεια και όταν τελικά θα τη ζητάει, πόσο πολύ θα πιστεύει πως όχι μόνο είναι βάρος, αλλά ίσως και να φοβάται πως ο άλλος θα βαρύνει τόσο πολύ, που θα διακόψει τη σχέση. Δεν ξέρω εάν σου λένε κάτι όλα αυτά και θέλω να σου πω και κάτι άλλο που παρέλειψα να το πω στην αρχή. Βρίσκω πολύ ανθρώπινο και φροντιστικό που νοιάζεσαι για την ψυχοθεραπεύτριά σου μιας που όλοι αντιμετωπίζουμε πολλές από τις ίδιες προκλήσεις λόγω της πανδημίας. Όμως, είναι οι συνεδρίες σου και δεν χρειάζεται να σκέφτεσαι “αν φέρω τα προβλήματά μου στη θεραπεία, θα επιδεινώσω τα δικά της. Εάν ελαχιστοποιήσω τις ανάγκες μου, θα έχει περισσότερο χώρο για τις δικές της και των άλλων”

Έχετε μιλήσει γι’αυτό και σ’έχει διαβεβαιώσει πως δεν χρειάζεται να κάνεις κάτι για εκείνη. Έχετε μιλήσει και για το πώς η ανάγκη σου να προστατεύεις τους άλλους ίσως να είναι και ένας τρόπος να προστατεύσεις τον εαυτό σου. Εάν σταματήσεις τις συνεδρίες, δεν θα χρειαστεί να δεις τα συναισθήματα, τις συμπεριφορές και το δύσκολο παρελθόν σου σε μια περίοδο που -όπως πολλοί άνθρωποι- ίσως νιώθεις ευάλωτος. 

Συζήτησέ το πάλι και θα σε καθησυχάσει όταν ακούσεις πως είναι επαγγελματικό μας καθήκον να αξιολογούμε εάν είμαστε σε θέση να δουλεύουμε με τους θεραπευόμενούς μας ακόμα και εάν περνάμε μια δύσκολη περίοδο στη ζωή μας. Είναι μεγάλη ευκαιρία να σταθείς και να δεις πώς αυτό το μοτίβο να προστατεύεις τους άλλους επηρεάζει τη ζωή σου. Κυρίως όμως θα αρχίσεις να βλέπεις τον εαυτό σου όπως σε βλέπει και εκείνη: όχι ως βάρος, αλλά ως κάποιον που πήρε τον χώρο που του αξίζει και άφησε τον εαυτό να να φανεί. 

Χάρτης πορείας

H πρόοδος και η επιτυχία μας στη ζωή αυξάνουν ανάλογα με το βαθμό της ευελιξίας που επιδεικνύουμε όταν βρισκόμαστε σε κρίση παρά με το βαθμό στον οποίο έχουμε καταφέρει να παραμένουμε ανέγγιχτοι από τις προκλήσεις. Τις στιγμές αυτές η ευτυχία δεν είναι μέτρο της ύπαρξής μας. Η ανθεκτικότητα όμως είναι.

Η ψυχική ανθεκτικότητα είναι η ικανότητά μας να προσαρμοζόμαστε δημιουργικά και να ξεπερνάμε δύσκολες καταστάσεις. ‘Απαιτεί’ συνδυασμό γνωστικών και συμπεριφορικών επιλογών που μας επιτρέπουν να επιβιώσουμε και να βρίσκουμε λύσεις στα προβλήματα που προκύπτουν. Είναι όμως η ανθεκτικότητα κάτι που μαθαίνεται και τι εργαλεία χρειάζεται να έχουμε για να την ψυχική μας επιβίωση;

Η επιδίωξη ενός ουσιαστικού στόχου παρόλο που μπορεί να συνεπάγεται άγχος και πόνο βραχυπρόθεσμα, μακροπρόθεσμα φέρνει νόημα, αίσθηση πληρότητας και εσωτερικής δύναμης.  Αυτοί που έχουν ένα «γιατί» για να ζουν, μπορούν να αντέξουν σχεδόν οποιοδήποτε «πώς».

Η γνωστική ευελιξία είναι ένα χαρακτηριστικό των ανθεκτικών ανθρώπων. Ο τρόπος που σκεφτόμαστε, η αποδοχή της πραγματικότητας της κατάστασής μας, ακόμα και αν αυτή η κατάσταση είναι επώδυνη, είναι αυτό που θα μας βοηθήσει να προχωρήσουμε και να βρούμε λύση. Η αποφυγή και η άρνηση -αν και είναι οι πιο συνηθισμένες αντιπαραγωγικές στρατηγικές αντιμετώπισης- μας βοηθάνε προσωρινά αλλά τελικά εμποδίζουν την ανάπτυξή μας.  Ο τρόπος που νοηματοδοτούμε τα γεγονότα ακόμα και οι εικόνες που φτιάχνουμε στο μυαλό μας θα καθορίσουν το συναίσθημα και τη συμπεριφορά μας. Οι άνθρωποι είμαστε καλοί να δίνουμε μεγαλύτερη σημασία στα άσχημα που μας συμβαίνουν και όχι στα καλά. Οι ανθεκτικοί άνθρωποι επιλέγουν πιο προσεκτικά που στρέφουν την προσοχή τους.

Η συνειδητοποίηση, η παραδοχή πως ο πόνος και η απώλεια είναι μέρος της ζωής. Όλοι μας ερχόμαστε αντιμέτωποι με δοκιμασίες και βάσανα. Αυτή η συνειδητοποίηση μας βοηθάει να μην αισθανόμαστε μόνοι. 

Η φροντίδα του εαυτού μας, η ικανοποίηση των αναγκών μας, ο χώρος που θα δώσουμε στα συναισθήματά μας και η συμμετοχή σε δραστηριότητες που μας δίνουν ευχαρίστηση θα μας βοηθήσει να ξανασταθούμε πιο γρήγορα στα πόδια μας.

Αυτό όμως που θα μας βοηθήσει πολύ και είναι κάτι που οι ψυχοθεραπευτές λέμε συχνά είναι το υποστηρικτικό πλαίσιο. Ένα δίκτυο ανθρώπων που βρίσκεται ή έχει βρεθεί σε παρόμοια θέση και θα περάσουμε μαζί τη δυσκολία για να βρεθούμε στην απέναντι όχθη.

Η ανθεκτικότητα δεν είναι μόνο προσωπική υπόθεση όπως πιστεύουμε οι περισσότεροι, αλλά, θέμα μιας κοινωνίας, μιας χώρας και αυτό γιατί το να μην βλέπουμε τον εαυτό μας να εκπροσωπείται στην κοινωνία είναι καταστροφικό για την ανθεκτικότητά μας. Το να αισθανόμαστε πως δεν ανήκουμε, δεν ακουγόμαστε, δεν μας βλέπουν είναι οδυνηρό και μειωτικό. Γιατί είναι σημαντικό μια χώρα να είναι ανθεκτική και με γρήγορα αντανακλαστικά; Γιατί επιτρέπει στους πολίτες να έρχονται σε επαφή με τις πηγές στήριξής τους πιο γρήγορα και να στηρίξει καλύτερα τους πιο ευάλωτους ανθρώπους.

Οι άνθρωποι δεν αντιδρούμε το ίδιο στα τραυματικά και αγχωτικά συμβάντα. Το κλειδί είναι να εντοπίσουμε τρόπους που είναι πιθανόν να λειτουργούν σωστά για εμάς ως μέρος της δικής μας προσωπικής στρατηγικής. To ζητούμενο δεν είναι να μην ξαναπέσουμε.
Το ζητούμενο είναι να ξέρουμε τους τρόπους να ξανασηκωθούμε.

Αγαπητή Ψ – Εκείνη & εγώ

“Πριν λίγο καιρό πέθανε η μητέρα μιας παιδικής μου φίλης. Ήταν ένας εξαιρετικός άνθρωπος που μικρή έλεγα γιατί να μην είναι έτσι και η δική μου μητέρα. Δεν είναι μόνο πως στεναχωρήθηκα πολύ μου έχει βγει στην επιφάνεια όλο το θέμα που έχω με τη δική μου μητέρα. Έχω την αίσθηση πως δεν με συμπαθεί. Πάντα το ένιωθα αυτό. Έχω κάνει φοβερές υπερβάσεις για να υπάρχει μια επικοινωνία χωρίς να καταλήγει σε τσακωμό. Δεν της έχω ζητήσει τίποτα άλλο εκτός από μια σχέση μητέρας-κόρης. Το ξέρω πως είναι μεγάλο θέμα και ντρέπομαι που ακόμα ασχολούμαι με αυτό αλλά νομίζω πως θα με απασχολεί για πάντα. Τόσο δύσκολο είναι να φτιάξει κάπως κάποια στιγμή;” 

Ένα από τα θέματα που αργά ή γρήγορα έρχονται σε μια ψυχοθεραπευτική συνεδρία είναι και η σχέση μας με τη μητέρα μας. Συνήθως είναι και το θέμα που μας παίρνει λίγο περισσότερο χρόνο από τα υπόλοιπα και πάντα έχουμε τη μεγάλη προσδοκία να το λύσουμε και να το φτιάξουμε -για τον καθένα φαντάζομαι πως αυτό σημαίνει κάτι διαφορετικό-.

Προσωπικά η λέξη που χρησιμοποιώ για την “επίλυση-φτιάξιμο” δικών μου στενών σχέσεων είναι “τακτοποίηση”. Βρίσκω πως έχει μικρότερο ψυχολογικό βάρος, μικρότερες προσδοκίες και άρα μικρότερη απογοήτευση. Μου δίνει και την αίσθηση πως έχω και εγώ λόγο και έλεγχο για την εξέλιξη μιας ισότιμης και ενήλικης σχέσης.

Τι σημαίνει να έχουμε μια ενήλικη σχέση με τη μητέρα μας; Μια πλευρά αυτής της ενήλικης σχέσης είναι να πενθήσουμε όχι μόνο τη σχέση που δεν είχαμε μαζί της μεγαλώνοντας αλλά και να παραιτηθούμε από το είδος της σχέσης που ελπίζουμε στο τώρα. Λες πως “δεν ζητάς τίποτα άλλο εκτός από μια σχέση”, αλλά το αίτημά σου δεν ξέρω εάν είναι τόσο απλό μιας και φαντάζομαι πως έχεις ένα συγκεκριμένο είδος σχέσης στο μυαλό σου.

Μια σχέση όπου εκείνη θα καταλαβαίνει τον πόνο σου, θα σου επικυρώνει πάντα και με γενναιοδωρία τα συναισθήματά σου, θα αναλάβει όλη την ευθύνη για τις μεταξύ σας δυσκολίες, θα σου ζητήσει συγγνώμη για τα λάθη που έχει κάνει, θα σε συμπαθεί και θα σε αποδέχεται έτσι όπως ακριβώς είσαι. Δηλαδή θα είναι ένας άλλος άνθρωπος. Εάν θέλεις μια σχέση με τη μητέρα που έχεις, θα χρειαστεί να αφήσεις πίσω τη μητέρα που εύχεσαι να είχες.

Το να πενθήσεις για αυτή την απώλεια της σχέσης σας είναι δύσκολο. Έχει πόνο, θυμό, ματαίωση αλλά και μεγάλη εξέλιξη. Βασικά θα δεις πώς η ενήλικη εκδοχή σου παίζει ρόλο στη συνεχιζόμενη μεταξύ σας ένταση μιας και ίσως καταφέρεις και πλέον τη δεις όχι σαν μητέρα, αλλά σαν γυναίκα, με τις δυνατότητες και τους περιορισμούς της. Οι δικές της ελλείψεις δεν έχουν να κάνουν με σένα. Θα χρειαστεί να γίνεις εσύ μητέρα του εαυτού σου, η μητέρα που είχες φανταστεί, και αυτό θα γίνει όταν μάθεις να σε φροντίζεις, να σε ακούς, να σε συμπαθείς, να σε αποδέχεσαι και να μη σε ταλαιπωρείς.

Μαντεύω την ένσταση που θα έχεις αν διαβάζεις τα παραπάνω: “γιατί να πρέπει να κάνω εγώ όλη αυτή τη δουλειά; γιατί όχι εκείνη;” Τη δουλειά την κάνουμε για να είμαστε εμείς καλά. Εάν επωφεληθεί και κάποιος άλλος, δεν πειράζει. 

κουτί πρώτων βοηθειών

Η Brittany Long Olsen είναι σκιτσογράφος και κομικογράφος και τα τελευταία 10 χρόνια φτιάχνει αυτοβιογραφικά κόμικς. Το πρώτο της μυθιστόρημα “DENDON: One Year and One Half in Tokyo”, κέρδισε το βραβείο AML 2015 στην κατηγορία των κόμικς. Περισσότερα μπορείτε να βρείτε στο comicdiaries.com όπου δημοσιεύει ιστορίες από την καθημερινότητά της με τον σύζυγό της και τον σκύλο τους τον Jetpack.

Εδώ, μπορείτε να δείτε το κόμικ για την Washington Post όπου μας δείχνει τι περιέχει το κουτί πρώτων βοηθειών που έχει φτιάξει για τις μέρες που αισθάνεται πεσμένη ψυχολογικά. Πρόκειται για μικρά βήματα που έχετε διαβάσει και άλλες φορές από εδώ. Τα εργαλεία λοιπόν που χρησιμοποιεί είναι ο υποστηρικτικός τρόπος που μιλάει στον εαυτό της. Της υπενθυμίζει τις δυνατότητές της και πόσα έχει καταφέρει μέχρι τώρα. Θυμάται το υποστηρικτικό πλαίσιο που έχει και πόσο νοιάζονται για εκείνη. Το κουτί έχει ακόμα μια λίστα με δραστηριότητες που την καθησυχάζουν και την ηρεμούν και κάποια βιντεάκια που ξέρει πως θα την κάνουν να γελάσει.

Ένας απ’τους ασφαλέστερους και πιο γρήγορους τρόπους για να ξανακερδίσει κάποιος την ισορροπία του και την ευτυχία του είναι να κοιτάζει και να φροντίζει τον εαυτό του, τις ανάγκες του και τις δουλειές του. Tα μικρά βήματα -ο τρόπος που μιλάμε στον εαυτό μας, αυτά που διαβάζουμε, αυτά που ακούμε, οι άνθρωποι που συναναστρεφόμαστε- είναι που κάνουν τη διαφορά και αλλάζουν την καθημερινότητά μας προς το καλύτερο.