Σιωπηλή τιμωρία

Κάποιες φορές χρειαζόμαστε να απομακρυνθούμε για λίγο από μια σχέση. Να πάρουμε χρόνο, να ηρεμήσουμε, να σκεφτούμε πριν μιλήσουμε. Αυτή η σιωπή δεν σημαίνει απόρριψη. Μπορεί να είναι ένας τρόπος να προστατεύσουμε τον εαυτό μας και τη σχέση από λόγια που θα ειπωθούν πάνω στον θυμό. 

Υπάρχει όμως και μια άλλη σιωπή. Δεν ζητάει χρόνο αλλά προκαλεί αγωνία. Που αφήνει τον άλλον να αναρωτιέται τι έκανε, τι είπε, τι πήγε στραβά. Η επικοινωνία διακόπτεται σκόπιμα και η απουσία απάντησης γίνεται μήνυμα από μόνη της.

Είναι το λεγόμενο silent treatment, η «σιωπηλή τιμωρία». Μπορεί να εμφανιστεί σε μια ερωτική σχέση, σε μια φιλία, στην οικογένεια ή ακόμη και στον χώρο εργασίας. Ο ένας επιλέγει να μη μιλήσει, να μην απαντήσει ή να αγνοήσει τον άλλον, όχι επειδή χρειάζεται απλώς λίγο χρόνο, αλλά επειδή θέλει με κάποιον τρόπο να τον τιμωρήσει, να τον κάνει να νιώσει ενοχές ή να τον αναγκάσει να υποχωρήσει ή ακόμα και ν’ασχοληθεί μαζί του. 

 Το πιο δύσκολο της σιωπηλής τιμωρίας να είναι ότι δεν ξέρεις πότε θα τελειώσει αφού δεν υπάρχει συζήτηση ή εξήγηση ή ένα ξεκάθαρο «χρειάζομαι λίγο χρόνο και θα μιλήσουμε».

Η σιωπή αυτή μπορεί να δημιουργήσει άγχος, ανασφάλεια και έντονη ανάγκη για επανασύνδεση. Ο άνθρωπος που την υφίσταται μπορεί να αρχίσει να αναλύει ξανά και ξανά τη συμπεριφορά του: «Τι έκανα;», «Μήπως το παράκανα;», «Να στείλω μήνυμα;», «Να ζητήσω συγγνώμη;». Και εκεί βρίσκεται μια σημαντική διαφορά. Το να ζητήσεις χρόνο δεν είναι το ίδιο με το να τιμωρείς κάποιον με σιωπή.

Μπορείς να πεις «είμαι πολύ θυμωμένος αυτή τη στιγμή και χρειάζομαι λίγο χρόνο πριν συνεχίσουμε αυτή τη συζήτηση», ή «δεν μπορώ να το συζητήσω τώρα, αλλά θέλω  αργότερα». Υπάρχει ακόμη επικοινωνία, ακόμη κ αν για λίγο δεν υπάρχει διάλογος.

Η σιωπηλή τιμωρία, αντίθετα, αφήνει τον άλλον στο σκοτάδι και ίσως γι’ αυτό πονάει τόσο. Γιατί δεν τιμωρεί μόνο με την απουσία λόγων αλλά και με την αβεβαιότητα.

Βέβαια, δεν σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος που αποσύρεται ή σταματά να μιλάει προσπαθεί συνειδητά να χειραγωγήσει τον άλλον. Κάποιοι άνθρωποι αποσύρονται επειδή δεν ξέρουν πώς να διαχειριστούν τη σύγκρουση, επειδή κατακλύζονται από το συναίσθημα ή επειδή έχουν μάθει από τις προηγούμενες σχέσεις τους να αντιμετωπίζουν έτσι τις δύσκολες στιγμές.

Η πρόθεση έχει σημασία, αλλά έχει σημασία και το αποτέλεσμα. Μια σχέση χρειάζεται χώρο για τον θυμό, την απογοήτευση και τη διαφωνία. Χρειάζεται όμως και έναν τρόπο επιστροφής στην επικοινωνία. Δεν χρειάζεται να μιλάμε αμέσως, χρειάζεται όμως να μπορούμε να ξαναμιλήσουμε.

Και ίσως αυτό να είναι το πιο σημαντικό: η υγιής απόσταση αφήνει μια πόρτα ανοιχτή, η σιωπηλή τιμωρία την κλείνει και περιμένει από τον άλλον να τη χτυπήσει.

Αν κάποια στιγμή βρεθούμε στην πλευρά εκείνου που περιμένει μια απάντηση, να θυμόμαστε πως δεν είναι δική μας δουλειά να μαντεύουμε τι σκέφτεται ο άλλος ή να αποδεικνύουμε την αξία μας για να έχουμε πάλι την επικοινωνία.

Οι διαφωνίες είναι μέρος των σχέσεων και η σιωπή επίσης. Αλλά η επικοινωνία είναι αυτή που μας επιτρέπει να επιστρέφουμε ο ένας στον άλλον.

Γιατί όλοι δείχνουν να τα καταφέρνουν, εκτός από εμάς;

Ανοίγεις τα social media. Κάποιος ταξιδεύει, κάποιος παντρεύεται, κάποιος αγόρασε σπίτι, κάποιος ξεκίνησε μια καινούργια δουλειά, κάποιος άλλος φαίνεται να έχει βρει την ισορροπία που εσύ ψάχνεις εδώ και καιρό, και ξαφνικά, η δική σου ζωή μοιάζει να είναι λίγο πιο πίσω.

Μπορεί να μην το παραδεχόμαστε εύκολα, όμως, η σύγκριση έχει γίνει μέρος της καθημερινότητάς μας. Βλέπουμε τις ζωές των άλλων μέσα από μια οθόνη και πολλές φορές χωρίς να το καταλάβουμε τις χρησιμοποιούμε ως μέτρο για να αξιολογήσουμε τη δική μας ζωή. Το σπίτι που δεν έχουμε ακόμη, η δουλειά που δεν έχουμε, το ταξίδι που δεν μπορούμε να κάνουμε, η σχέση που δεν έχουμε, η οικονομική άνεση που φαίνεται να έχουν όλοι οι άλλοι.

Βέβαια, υπάρχει κάτι που ξεχνάμε: Συγκρίνουμε τη δική μας καθημερινότητα με την εικόνα που επιλέγει να δείξει κάποιος άλλος. Στα social media σπάνια βλέπουμε της αμφιβολίες, τους φόβους, τις απογοητεύσεις, τις αποτυχημένες προσπάθειες ή τις δύσκολες νύχτες. Βλέπουμε κυρίως το αποτέλεσμα και έτσι δημιουργείται εύκολα η ψευδαίσθηση ότι οι άλλοι προχωρούν, ενώ εμείς μένουμε πίσω.

Ιδιαίτερα σε μια περίοδο που η οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα δημιουργεί πραγματικές δυσκολίες, η σύγκριση μπορεί να γίνει ακόμα μεγαλύτερη. Όταν η απόκτηση ενός σπιτιού, η οικονομική ανεξαρτησία ή ακόμη κ μια απλή αίσθηση ασφάλειας μοιάζουν όλο και πιο δύσκολες, είναι εύκολο να αναρωτηθούμε “γιατί όλοι οι άλλοι μπορούν και γω όχι;”

Η ζωή δεν είναι αγώνας δρόμου, δεν υπάρχει μια ηλικία στην οποία πρέπει να έχεις βρει τη δουλειά των ονείρων σου, μια ηλικία που πρέπει να έχεις παντρευτεί, ένα συγκεκριμένο εισόδημα που πρέπει να έχεις ή ένα συγκεκριμένο επίπεδο ζωής στο οποίο πρέπει να έχεις φτάσει. Κάθε άνθρωπος έχει τη δική του διαδρομή, διαφορετικές δυσκολίες, συνθήκες και αφετηρίες. Ίσως λοιπόν το ερώτημα δεν είναι “γιατί όλοι τα καταφέρνουν μένα” αλλά “με ποιου τη ζωή συγκρίνω και γιατί”.

Γιατί πολλές φορές δεν χρειαζόμαστε μια καλύτερη ζωή, χρειαζόμαστε μια πιο δίκαιη ματιά στη ζωή που ήδη έχουμε. Να αναγνωρίσουμε όσα έχουμε καταφέρει -ακόμα κ αν δεν φαίνονται εντυπωσιακά σε μια φωτογραφία- να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να βρίσκεται σε μια διαφορετική φάση, να μην ξεχνάμε πως η αξία μας δεν μετριέται στα ταξίδια, στα χρήματα ή στα κοινωνικά ‘επιτεύγματα’.

Και ίσως, την επόμενη φορά που θα κοιτάξουμε τη ζωή κάποιου και θα νιώσουμε ότι εμείς μένουμε πίσω, να αφήσουμε για λίγο την οθόνη και να κοιτάξουμε τη δική μας ζωή, όχι για να δούμε πόσο απέχουμε από τους άλλους, αλλά για να δούμε πόσο εμείς έχουμε προχωρήσει.

Πότε η φροντίδα των άλλων γίνεται παραμέληση του εαυτού μας;

Έχουμε μάθει να θεωρούμε τη φροντίδα των άλλων κάτι καλό και σωστό. Να είμαστε εκεί, να ακούμε, να βοηθάμε, να καταλαβαίνουμε, να στηρίζουμε. Και πράγματι, η φροντίδα είναι σημαντική για τις σχέσεις μας. Τι γίνεται όμως όταν προσπαθούμε να είμαστε εκεί για όλους, αρχίζουμε να απουσιάζουμε από τη δική μας ζωή;

Υπάρχουν άνθρωποι που δυσκολεύονται να πουν ‘όχι’, ακόμη κ όταν είναι κουρασμένοι. Που βάζουν τις ανάγκες των άλλων πρώτες γιατί φοβούνται μήπως τους απογοητεύσουν, που αισθάνονται ενοχές όταν επιλέγουν τον εαυτό τους ή όταν χρειάζονται λίγο χρόνο και χώρο μόνο για εκείνους. Τότε, μπορεί η φροντίδα να αρχίσει να γίνεται παραμέληση του εαυτού μας. Το να φροντίζουμε τους άλλους δεν σημαίνει ότι πρέπει να ξεχνάμε εμάς. Δεν χρειάζεται να είμαστε πάντα διαθέσιμοι, δυνατοί και πρόθυμοι να λύσουμε τα προβλήματα των άλλων γιατί έχουμε κ εμείς ανάγκες, όρια, επιθυμίες και στιγμές που χρειαζόμαστε φροντίδα.

Το ‘όχι’ δεν σημαίνει ότι αγαπάμε λιγότερο, το να πάρουμε απόσταση δεν σημαίνει ότι αδιαφορούμε, το να ξεκουραστούμε δεν σημαίνει ότι είμαστε εγωιστές.

Η φροντίδα του εαυτού μας δεν είναι πολυτέλεια, ούτε εγωισμός αλλά ένας τρόπος να θυμόμαστε ότι κ εμείς αξίζουμε την ίδια κατανόηση και τρυφερότητα που προσφέρουμε στους άλλους. Ίσως λοιπόν, πριν ρωτήσουμε “τι χρειάζεται ο άλλος από μένα” να κάνουμε μια διαφορετική ερώτηση: “χρειάζομαι εγώ αυτή τη στιγμή;”

Γιατί δεν μπορούμε να είμαστε παρόντες για τους άλλους όταν έχουμε μάθει να απουσιάζουμε από τον εαυτό μας.

Σοφία, Πίστη, Ελπίδα, Αγάπη

Σήμερα γιορτάζουν η Σοφία, η Πίστη, η Ελπίδα και η Αγάπη. Τέσσερις λέξεις που για τον καθένα μας έχουν διαφορετικό νόημα, αλλά ίσως έχουν κάτι κοινό: μας θυμίζουν όσα χρειαζόμαστε περισσότερο όταν η ζωή γίνεται δύσκολη.

Σοφία είναι να μαθαίνουμε να ακούμε τον εαυτό μας και να αναγνωρίζουμε τι πραγματικά χρειαζόμαστε. Πίστη να συνεχίζουμε, ακόμη κι όταν δεν έχουμε όλες τις απαντήσεις. Να πιστεύουμε στον εαυτό μας, στους ανθρώπους που αγαπάμε ή σε κάτι μεγαλύτερο από εμάς.

Ελπίδα είναι εκείνο το μικρό φως που μας βοηθά να κοιτάμε λίγο πιο πέρα από τη δυσκολία της στιγμής. Δεν σημαίνει ότι αγνοούμε την πραγματικότητα,  σημαίνει ότι αφήνουμε χώρο στην πιθανότητα πως τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν.

Και Αγάπη είναι η σύνδεση. Με τους άλλους, αλλά και με τον ίδιο μας τον εαυτό. Είναι η αποδοχή, η φροντίδα, η παρουσία και η κατανόηση.

Ίσως τελικά αυτές οι τέσσερις λέξεις να είναι κάτι περισσότερο από μια γιορτινή ευχή. Να είναι τέσσερις υπενθυμίσεις για τις μέρες που δυσκολευόμαστε.

Να έχουμε τη σοφία να ακούμε τον εαυτό μας, την πίστη να συνεχίζουμε, την ελπίδα να περιμένουμε το καλύτερο και την αγάπη να μας θυμίζει πως δεν χρειάζεται να τα περνάμε όλα μόνοι.

Γιατί ασχολούμαστε τόσο πολύ με όσους δεν συμπαθούμε;

Έχετε παρατηρήσει ποτέ ότι μπορεί να μη συμπαθείτε κάποιον, κι όμως να τον σκέφτεστε περισσότερο απ’ όσο θα θέλατε; Να σας ενοχλεί τι είπε, πώς φέρθηκε, τι έκανε ή ακόμα και το πώς τον βλέπουν οι άλλοι; 

Οι άνθρωποι που μας ενοχλούν συχνά καταλαμβάνουν περισσότερο χώρο στο μυαλό μας απ’ όσο θα θέλαμε και όχι απαραίτητα επειδή έχουν πραγματικά τόση σημασία για εμάς. Μπορεί να συμβαίνει επειδή ενεργοποιούν μια δική μας ανασφάλεια, έναν φόβο, μια ανάγκη για αποδοχή ή ακόμα και μια πλευρά του εαυτού μας που δυσκολευόμαστε να αποδεχτούμε.

Μερικές φορές, αυτό που μας ενοχλεί στους άλλους μπορεί να λειτουργήσει σαν καθρέφτης. Μπορεί να μας δείξει τι θεωρούμε σημαντικό, τι δεν ανεχόμαστε ή τι φοβόμαστε μήπως γίνουμε κι εμείς. Άλλες φορές, μπορεί απλώς να μας θυμίζει μια δύσκολη εμπειρία ή έναν άνθρωπο από το παρελθόν.

Αντί να αναρωτιόμαστε μόνο «Γιατί με εκνευρίζει τόσο αυτός ο άνθρωπος;», μπορούμε να αναρρωτηθούμε: «Τι είναι αυτό που μ ενοχλεί στη συγκεκριμένη συμπεριφορά;»

Δεν χρειάζεται να συμπαθούμε όλους τους ανθρώπους. Ούτε να δικαιολογούμε συμπεριφορές που μας στεναχωρούν. Χρειάζεται όμως να μπορούμε να κατανοούμε τις αντιδράσεις μας και να βάζουμε τα όριά μας εκεί που χρειάζεται.

Γιατί, αρκετές φορές, οι άνθρωποι που μας ενοχλούν περισσότερο δεν μας μαθαίνουν τόσο πολλά για εκείνους όσο μας αποκαλύπτουν πράγματα για εμάς.

Και ίσως αυτό να είναι το πιο σημαντικό: να μάθουμε να κοιτάμε όχι μόνο τους άλλους, αλλά και τον εαυτό μας μέσα από τις σχέσεις μας.

Τι σημαίνει πραγματικά η φράση “να έχεις αυτοπεποίθηση;”

Έχουμε μάθει να πιστεύουμε ότι αυτοπεποίθηση σημαίνει να είμαστε σίγουροι για τον εαυτό μας. Να μπαίνουμε σ’έναν χώρο χωρίς να φοβόμαστε. Να ξέρουμε τι θέλουμε, να μιλάμε χωρίς δεύτερες σκέψεις και να μην μας επηρεάζει η γνώμη των άλλων.

Όμως η αυτοπεποίθηση δεν είναι η απουσία αμφιβολίας. Είναι η ικανότητα να συνεχίζουμε να προχωράμε ακόμα και αν αμφιβάλλουμε.

Ένας άνθρωπος με αυτοπεποίθηση δεν είναι απαραίτητα εκείνος που πιστεύει πως είναι ο καλύτερος.  Είναι εκείνος που γνωρίζει ότι δεν χρειάζεται να είναι ο καλύτερος για να αξίζει.  Έχει να κάνει περισσότερο με τη σχέση που έχουμε με τον εαυτό μας.  Με το αν μπορούμε να αποδεχθούμε τα δυνατά μας σημεία, αλλά και τις αδυναμίες μας. Με το να μας επιτρέπουμε να κάνουμε ένα λάθος χωρίς να καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι “δεν αξίζουμε”.

Γιατί όλοι κάποια στιγμή θα αποτύχουμε, θα πούμε κάτι λάθος, θα πάρουμε μια λαθος απόφαση, θα απορριφθούμε, θα συγκριθούμε με κάποιον άλλον και θα νιώσουμε πως δεν είμαστε αρκετοί. Η αυτοπεποίθηση δεν μας προστατεύει από όλα αυτά. Μας βοηθά όμως να μην διαλύεται η εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας κάθε φορά που κάτι δεν πηγαίνει όπως θα θέλαμε.

Ίσως είναι να μπορούμε να πούμε: “δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω, αλλά είμαι διατεθειμένος να προσπαθήσω.”  Είναι να μπορούμε να πούμε όχι χωρίς να χρειάζεται να απολογούμαστε συνεχώς. Να βάζουμε όρια χωρίς να αισθανόμαστε ότι γινόμαστε κακοί. Να αποδεχθούμε πως δεν θα αρέσουμε σε όλους και ότι αυτό δεν μειώνει την αξία μας.  Να μην περιμένουμε συνεχώς την επιβεβαίωση των άλλων για να αισθανθούμε καλά με εμάς.

Φυσικά η γνώμη των άλλων μπορεί να μας επηρεάζει γιατί οι άνθρωποι έχουμε ανάγκη την αποδοχή και τη σύνδεση. Η γνώμη των άλλων δεν είναι ο μοναδικός καθρέφτης μέσα από τον οποίο βλέπουμε τον εαυτό μας. 

Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η αυτοπεποίθηση δεν είναι πάντα θορυβώδης. Μπορεί να είναι ένας άνθρωπος που μιλάει λίγο αλλά γνωρίζει την αξία του. Να είναι κάποιος που μπορεί να πει “δεν ξέρω”. Μπορεί να είναι η δύναμη να ζητήσουμε βοήθεια όταν τη χρειαζόμαστε, το θάρρος να φύγουμε από μια κατάσταση που δεν μας κάνει καλό, ακόμα και να φοβόμαστε τι θα ακολουθήσει.

Δεν χρειάζεται να νιώθουμε δυνατοί κάθε μέρα. Είναι να ξέρουμε πως ακόμα και αν κάτι δεν πάει όπως θέλουμε, θα είμαστε εκεί για εμάς.

Και αυτή ίσως είναι η πιο ουσιαστική μορφή αυτοπεποίθησης. 

Εντός της δυναμώνει το σθένος της αρνήσεως. Η άρνηση να παραδοθεί, να λυγίσει, να τα παρατήσει.

Υπάρχουν στιγμές στη ζωή που νιώθουμε πως δεν έχουμε άλλες δυνάμεις. Έχουμε κουραστεί, έχουμε απογοητευτεί, έχουμε προσπαθήσει ξανά και ξανά. Κι όμως, κάπου βαθιά μέσα μας υπάρχει κάτι που επιμένει. Μια μικρή, επίμονη φωνή που λέει: «Όχι ακόμη.»

Ίσως αυτή να είναι μία από τις πιο σιωπηλές μορφές δύναμης. Όχι η δύναμη εκείνου που δεν φοβάται ή δεν λυγίζει ποτέ, αλλά η δύναμη εκείνου που, ακόμη και μέσα στη δυσκολία, αρνείται να εγκαταλείψει τον εαυτό του. Ψυχική ανθεκτικότητα δεν σημαίνει ότι δεν θα πονέσουμε. Δεν σημαίνει ότι δεν θα κλάψουμε, ότι δεν θα αμφιβάλλουμε ή ότι δεν θα χρειαστούμε βοήθεια. Σημαίνει ότι μπορούμε να περάσουμε μέσα από όλα αυτά χωρίς να πιστέψουμε πως η δυσκολία είναι όλη η ιστορία μας.

Υπάρχει μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στο «δεν μπορώ άλλο» και στο «δεν μπορώ άλλο έτσι». Το πρώτο μοιάζει με παραίτηση. Το δεύτερο μπορεί να είναι η αρχή μιας αλλαγής. Ίσως δεν χρειάζεται να προσπαθήσουμε περισσότερο. Ίσως χρειάζεται να προσπαθήσουμε διαφορετικά. Να ζητήσουμε βοήθεια. Να ξεκουραστούμε. Να βάλουμε ένα όριο. Να αλλάξουμε κατεύθυνση, χωρίς να εγκαταλείψουμε αυτό που έχει πραγματικά σημασία για εμάς.

Και κάπου εκεί βρίσκεται η ουσία της ανθεκτικότητας. Στην αποδοχή ότι πονάμε, χωρίς να δεχόμαστε ότι ο πόνος θα αποφασίσει για το μέλλον μας. Στην αναγνώριση ότι φοβόμαστε, χωρίς να αφήνουμε τον φόβο να πάρει όλες τις αποφάσεις. Στο να μπορούμε να λυγίσουμε, χωρίς να θεωρούμε ότι σπάσαμε.

Δεν χρειάζεται να είμαστε δυνατοί κάθε μέρα. Υπάρχουν μέρες που απλώς θα επιβιώσουμε. Μέρες που το μόνο που θα μπορέσουμε να κάνουμε είναι να σηκωθούμε από το κρεβάτι, να μιλήσουμε σε έναν άνθρωπο που εμπιστευόμαστε ή να πούμε στον εαυτό μας «αύριο θα προσπαθήσω ξανά». Και αυτό είναι αρκετό. Γιατί η ελπίδα δεν είναι η βεβαιότητα ότι όλα θα πάνε καλά. Είναι η δυνατότητα να πιστεύουμε ότι ίσως υπάρχει και κάτι άλλο πέρα από αυτό που ζούμε σήμερα. Μερικές φορές δεν χρειάζεται να βλέπουμε ολόκληρο τον δρόμο. Αρκεί να βλέπουμε το επόμενο βήμα.

Και ίσως, τελικά, η δύναμή μας να μην βρίσκεται στις μεγάλες, ηρωικές αποφάσεις. Ίσως να βρίσκεται σε εκείνες τις μικρές στιγμές που, ενώ όλα μέσα μας λένε «παράτα τα», εμείς απαντάμε: «Όχι ακόμη.»

Σημείωση: Μέρος της φράσης του τίτλου «Εντός της δυναμώνει το σθένος της αρνήσεως» είναι από την ταινία «Μικρά Αγγλία». 

Σεπτέμβριος: Η δεύτερη Πρωτοχρονιά μας

Υπάρχει κάτι παράξενο με τον Σεπτέμβριο. Δεν αλλάζει μόνο η εποχή. Αλλάζει κάπως και ο τρόπος με τον οποίο βλέπουμε τη ζωή μας.

Μετά το καλοκαίρι, επιστρέφουμε στη δουλειά, στο σχολείο, στις υποχρεώσεις, στα προγράμματα, στην καθημερινότητά μας. Μαζί με αυτή την επιστροφή εμφανίζεται συχνά και μια άλλη σκέψη: «Από τον Σεπτέμβριο θα…» Οργανωθώ καλύτερα, θα αρχίσω γυμναστική, θα φροντίσω περισσότερο τον εαυτό μου, θα βάλω όρια, θα διαβάζω περισσότερο, θα αφήσω πίσω μου ό,τι με κουράζει.

Σαν να έχουμε, εκτός από την 1η Ιανουαρίου, μια δεύτερη ευκαιρία για μια νέα αρχή.

Ο Σεπτέμβριος είναι ένα φυσικό «ορόσημο». Μας βοηθά να χωρίσουμε νοητά τη ζωή μας σε περιόδους: πριν και μετά τις διακοπές, πριν και μετά την επιστροφή, πριν και μετά το καλοκαίρι. Κάθε τέτοιο ορόσημο μπορεί να μας κάνει να πάρουμε λίγη απόσταση από την καθημερινότητά μας και να αναρωτηθούμε: Πώς είμαι; Τι θέλω; Τι χρειάζομαι; Τι θα ήθελα να αλλάξει; Σαν να μας δίνει την αφορμή να κοιτάξουμε ξανά τη ζωή που ήδη έχουμε.
Να αναρωτηθούμε όχι μόνο τι θέλουμε να πετύχουμε, αλλά και πώς θέλουμε να νιώθουμε μέσα στην καθημερινότητά μας.

Γιατί μια νέα αρχή δεν χρειάζεται να σημαίνει μια νέα, «βελτιωμένη» εκδοχή του εαυτού μας. Μπορεί να σημαίνει κάτι πολύ πιο απλό: να επιστρέψουμε λίγο περισσότερο σε εμάς.

Η τέχνη του να θέλεις λιγότερα

Ζούμε σε μια εποχή που μας μαθαίνει διαρκώς να θέλουμε περισσότερα. Περισσότερη επιτυχία, περισσότερα χρήματα, περισσότερες εμπειρίες, περισσότερη αναγνώριση. Συχνά πιστεύουμε ότι το επόμενο πράγμα που θα αποκτήσουμε θα μας κάνει επιτέλους να νιώσουμε ικανοποιημένοι.

Μόλις όμως φτάσουμε εκεί που τόσο επιθυμούσαμε, η χαρά συνήθως δεν διαρκεί όσο περιμέναμε. Γρήγορα συνηθίζουμε αυτό που αποκτήσαμε και αρχίζουμε να κοιτάζουμε προς τον επόμενο στόχο. Η ψυχολογία περιγράφει αυτό το φαινόμενο ως «ηδονική προσαρμογή»: ο άνθρωπος συνηθίζει σχετικά γρήγορα τις θετικές αλλαγές και επιστρέφει σε ένα γνώριμο επίπεδο ευχαρίστησης.

Έτσι μπορεί να περάσουμε μεγάλο μέρος της ζωής μας κυνηγώντας κάτι που, όταν τελικά το αποκτήσουμε, παύει να μας αρκεί. Ίσως λοιπόν το ερώτημα δεν είναι πάντα «Τι άλλο χρειάζομαι για να είμαι ευτυχισμένος;», αλλά «Τι από όλα αυτά που επιθυμώ έχει πραγματικά αξία για μένα;»

Το να θέλουμε λιγότερα δεν σημαίνει να στερηθούμε τη χαρά, ούτε να εγκαταλείψουμε τις φιλοδοξίες μας. Σημαίνει να γίνουμε πιο επιλεκτικοί στις επιθυμίες μας. Να ξεχωρίσουμε αυτό που πραγματικά χρειαζόμαστε από αυτά που απλώς μάθαμε να θεωρούμε απαραίτητα.

Ίσως η ελευθερία να μην βρίσκεται στο να μπορούμε να αποκτήσουμε όσα περισσότερα γίνεται, αλλά στο να μην χρειαζόμαστε συνεχώς κάτι περισσότερο για να νιώθουμε αρκετοί.