
Είναι μια ερώτηση που οι περισσότεροι έχουμε ακούσει ή έχουμε κάνει κάποια στιγμή. Και πίσω της κρύβεται η πεποίθηση: ότι ο καλός άνθρωπος είναι εκείνος που νοιάζεται για τα πάντα. Για κάθε κοινωνικό ζήτημα, για κάθε δυσάρεστη είδηση, για κάθε άποψη που κυκλοφορεί, για κάθε άνθρωπο που ζητά την προσοχή του. Σαν να μετριέται η ευαισθησία μας με το πόσα πράγματα μας αγγίζουν.
Ζούμε σε μια εποχή που η προσοχή μας διεκδικείται διαρκώς. Οι ειδήσεις φτάνουν στο κινητό μας μέσα σε δευτερόλεπτα. Με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σχολιάζουμε, παίρνουμε θέση, θυμώνουμε, συγκινούμαστε, ανησυχούμε. Καθημερινά ερχόμαστε αντιμέτωποι με ιστορίες ανθρώπων που υποφέρουν, με γεγονότα που μας προκαλούν φόβο ή αγανάκτηση.
Σιγά σιγά δημιουργείται η αίσθηση ότι αν δεν ενημερωθούμε για κάτι, αν δεν έχουμε γνώμη ή αν δεν συγκινηθούμε αρκετά, σημαίνει πως αδιαφορούμε.
Αλλά η αλήθεια είναι διαφορετική. Η προσοχή μας έχει περιορισμένο ψυχικό χώρο. Δεν μπορούμε να τη μοιράζουμε απεριόριστα χωρίς κόστος. Κάθε φορά που κάτι τραβά την προσοχή μας, καταναλώνει χρόνο, σκέψη και συναισθηματική ενέργεια. Όπως ακριβώς το σώμα κουράζεται όταν ξοδεύει περισσότερη ενέργεια από όση μπορεί να αναπληρώσει, έτσι και ο ψυχισμός εξαντλείται όταν καλείται να επεξεργαστεί ασταμάτητα ερεθίσματα.
Ίσως αυτός να είναι ένας από τους λόγους που τόσοι άνθρωποι σήμερα αισθάνονται διαρκώς κουρασμένοι, ακόμη κι όταν δεν έχουν κάνει κάτι ιδιαίτερα απαιτητικό. Δεν είναι μόνο οι υποχρεώσεις που τους εξαντλούν. Είναι και η συνεχής κατανάλωση πληροφοριών, συναισθημάτων και ανησυχιών.
Κάπου εδώ εμφανίζεται μια έννοια: η επιλεκτική αδιαφορία. Η λέξη «αδιαφορία» δεν έχει καλή φήμη. Τη συνδέουμε με την ψυχρότητα, την έλλειψη ενσυναίσθησης ή την απάθεια. Όμως η επιλεκτική αδιαφορία δεν έχει καμία σχέση.
Υπάρχει μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στην απάθεια και στην επιλεκτική αδιαφορία.
Η απάθεια λέει: «Δεν με νοιάζει τίποτα.» Η επιλεκτική αδιαφορία λέει: «Με νοιάζουν βαθιά κάποια πράγματα. Ακριβώς γι’ αυτό επιλέγω συνειδητά να μη δώσω την ενέργειά μου σε όλα τα υπόλοιπα.» Δεν είναι έλλειψη ενδιαφέροντος, είναι επιλογή. Είναι η αναγνώριση ότι η προσοχή μας δεν είναι ανεξάντλητη και ότι χρειάζεται να τη διαχειριζόμαστε με τον ίδιο τρόπο που διαχειριζόμαστε τον χρόνο ή τη σωματική μας ενέργεια.
Στην ψυχολογία μιλάμε συχνά για τη σημασία των ορίων στις σχέσεις μας. Ίσως, όμως, χρειάζεται να αρχίσουμε να βάζουμε όρια και στην προσοχή μας. Να αναρωτιόμαστε όχι μόνο «τι μου ζητά την προσοχή;», αλλά και «τι αξίζει πραγματικά την προσοχή μου;».
Αυτό δεν σημαίνει ότι αγνοούμε τον κόσμο ή ότι αποφεύγουμε όσα μας δυσκολεύουν. Σημαίνει ότι αναγνωρίζουμε πως δεν μπορούμε να επηρεάσουμε τα πάντα και πως δεν χρειάζεται να κουβαλάμε το βάρος όλων.
Μερικές φορές η πιο υγιής επιλογή είναι να πούμε: «Δεν χρειάζεται να διαβάσω άλλη μία είδηση που θα με αναστατώσει χωρίς να μπορώ να αλλάξω κάτι.» «Δεν χρειάζεται να συμμετέχω σε κάθε διαδικτυακή αντιπαράθεση.» «Δεν χρειάζεται να έχω γνώμη για όλα.» «Δεν χρειάζεται να δώσω χώρο σε κάθε πρόσωπο ή κατάσταση που διεκδικεί την προσοχή μου.» Αυτές οι φράσεις δεν εκφράζουν αδιαφορία απέναντι στους άλλους, αλλά σεβασμό απέναντι στον εαυτό μας.
Γιατί όταν η προσοχή μας διασκορπίζεται παντού, στο τέλος δεν απομένει αρκετή για εκείνα που έχουν πραγματικά σημασία. Για τις σχέσεις μας. Για τους ανθρώπους που αγαπάμε. Για τις αξίες μας. Για τη δημιουργικότητά μας. Για την ξεκούρασή μας. Η επιλεκτική αδιαφορία δεν μας κάνει λιγότερο ευαίσθητους. Αντίθετα, μας βοηθά να διατηρήσουμε την ευαισθησία μας εκεί όπου μπορεί να έχει ουσιαστικό αντίκτυπο.
Ψυχική υγεία ισως να σημαίνει ότι μαθαίνουμε να επιλέγουμε ποιες μάχες αξίζει να δώσουμε και ποιες μπορούμε να αφήσουμε να περάσουν χωρίς ενοχές.
Γιατί τελικά η επιλεκτική αδιαφορία δεν είναι το αντίθετο της φροντίδας. Είναι ένας τρόπος να προστατεύσουμε τη δυνατότητά μας να συνεχίσουμε να φροντίζουμε – τους ανθρώπους που αγαπάμε, τις αξίες που μας καθοδηγούν και, ίσως το πιο δύσκολο από όλα, τον ίδιο μας τον εαυτό.








