Η δύναμη του οικείου

Όταν επιλέγουμε σύντροφο συχνά πιστεύουμε ότι αναζητούμε κάποιον που θα μας κάνει να νιώθουμε όμορφα, ασφαλείς και αγαπητοί. Ωστόσο, πολλές φορές αυτό που πραγματικά μας ελκύει δεν είναι τόσο αυτό που είναι υγιές ή ευχάριστο για εμάς, αλλά αυτό που μας είναι οικείο.

Το οικείο δεν σημαίνει απαραίτητα και καλό. Σημαίνει απλώς κάτι που αναγνωρίζουμε, κάτι που μας είναι γνώριμο -συχνά από την οικογένεια, τις πρώτες μας σχέσεις ή τις εμπειρίες της παιδικής ηλικίας-. Έτσι, μπορεί να βρεθούμε να ερχόμαστε κοντά με ανθρώπους που αναπαράγουν γνωστές συμπεριφορές, ακόμη και αν αυτές μας δημιουργούν δυσκολία.

Οι άνθρωποι έχουμε την τάση να προτιμάμε αυτό που μας είναι γνώριμο από αυτό που είναι πραγματικά καλό για εμάς. Το γνώριμο προσφέρει μια αίσθηση προβλεψιμότητας, ακόμη κι όταν συνοδεύεται από ένταση ή απογοήτευση.

Γι’ αυτό και μερικές φορές μια σχέση που είναι ήρεμη, σταθερή και φροντιστική μπορεί αρχικά να μας φαίνεται περίεργη ή λιγότερο συναρπαστική. Όχι επειδή δεν είναι σωστή για εμάς, αλλά επειδή δεν ταιριάζει με αυτά που έχουμε μάθει να αναγνωρίζουμε ως αγάπη.

‘Ομως, το να έχουμε επίγνωση αυτής της τάσης, θα μας βοηθήσει να αναρωτηθούμε εάν αυτό που νιώθουμε είναι πραγματική σύνδεση ή απλώς η άνεση του γνώριμου. Και μερικές φορές, η πιο ώριμη μορφή αγάπης είναι εκείνη που στην αρχή δεν μοιάζει τόσο οικεία όσο περιμέναμε.

Η ευαλωτότητα στις ανθρώπινες σχέσεις

Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι για να τους εκτιμήσουν ή να τους συμπαθήσουν οι άλλοι πρέπει να δείχνουν δυνατοί, επιτυχημένοι και σίγουροι για τον εαυτό τους. Προσπαθούν να προβάλλουν την καλύτερη εκδοχή τους, αποφεύγοντας να μιλήσουν για φόβους, αμφιβολίες ή αδυναμίες. Ωστόσο, στην πραγματικότητα οι βαθύτερες ανθρώπινες συνδέσεις σπάνια δημιουργούνται μέσα από την εικόνα της τελειότητας.

Αυτό που συχνά φέρνει τους ανθρώπους πιο κοντά είναι η αυθεντικότητα. Όταν κάποιος μοιράζεται με ειλικρίνεια τις αμφιβολίες του, τις ανασφάλειες ή τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει, δημιουργείται ένας χώρος πραγματικής ανθρώπινης σύνδεσης. Εκεί, οι άλλοι αναγνωρίζουν κάτι γνώριμο: τη δική τους ανθρώπινη εμπειρία.

Η αποκάλυψη της ευαλωτότητας δεν είναι αδυναμία, όπως συχνά φοβόμαστε. Αντίθετα, απαιτεί θάρρος. Χρειάζεται εμπιστοσύνη για να αφήσει κανείς για λίγο την «πανοπλία» της αυτοπεποίθησης και να δείξει ποιος είναι πραγματικά.

Στις φιλίες, αυτό το στοιχείο της ειλικρίνειας είναι συχνά εκείνο που δημιουργεί τον πιο ισχυρό δεσμό. Όταν δύο άνθρωποι μπορούν να μιλήσουν ανοιχτά για όσα τους φοβίζουν ή τους προβληματίζουν, τότε η σχέση παύει να βασίζεται σε εντυπώσεις και αρχίζει να χτίζεται πάνω στην κατανόηση και την εμπιστοσύνη.

Ίσως τελικά οι άνθρωποι να μην συνδέονται τόσο μέσα από την επιτυχία ή τη δύναμη, όσο μέσα από τις μικρές στιγμές αλήθειας που αποκαλύπτουν την κοινή μας ανθρώπινη ευαλωτότητα. Εκεί, συχνά, ανοίγει η πόρτα για τις πιο γνήσιες και ουσιαστικές φιλίες.

Όταν περιμένουμε μια εξήγηση που δεν θα έρθει

Πολλοί άνθρωποι, όταν τελειώνει μια σχέση αισθάνονται έντονη ανάγκη για αυτό που συχνά αποκαλούμε «κλείσιμο». Αναζητούν μια εξήγηση, μια συζήτηση, μια συγγνώμη ή μια ειλικρινή απάντηση που θα τους βοηθήσει να κατανοήσουν τι συνέβη και να προχωρήσουν.

Η ανάγκη αυτή είναι απολύτως ανθρώπινη. Ο ανθρώπινος νους δυσκολεύεται να διαχειριστεί την αβεβαιότητα και τα αναπάντητα ερωτήματα. Θέλουμε να βάλουμε μια λογική σειρά στα γεγονότα, να καταλάβουμε το «γιατί» πίσω από τη συμπεριφορά του άλλου.

Ωστόσο, υπάρχει μια πραγματικότητα που συχνά παραβλέπουμε: πολλές φορές το κλείσιμο που αναζητούμε το βλέπουμε στη συμπεριφορά του άλλου. Η έλλειψη σεβασμού, η απουσία ειλικρίνειας, η αδιαφορία, η αποφυγή ευθύνης ή η απουσία μιας ειλικρινούς συγγνώμης δεν είναι απλώς κενά που περιμένουν να συμπληρωθούν. Συχνά είναι από μόνα τους μια απάντηση.

Όταν κάποιος επιλέγει να μην εξηγήσει, να μην αναλάβει ευθύνη ή να μην δείξει ενδιαφέρον για το πώς επηρέασε τον άλλον, αυτή η στάση δείχνει κάτι σημαντικό για τη σχέση και για τα όρια που υπήρχαν μέσα σε αυτή.

Παρόλα αυτά, πολλοί άνθρωποι παραμένουν εγκλωβισμένοι στην αναμονή μιας εξήγησης. Ελπίζουν ότι μια συζήτηση, μια συγγνώμη ή μια παραδοχή θα τους δώσει την αίσθηση ολοκλήρωσης που χρειάζονται για να προχωρήσουν.

Η αλήθεια όμως είναι ότι το κλείσιμο δεν έρχεται πάντα από τον άλλον. Πολύ συχνά είναι κάτι που χρειάζεται να κάνει ο ίδιο ο άνθρωπος μέσα του και να αποδεχθεί ότι η συμπεριφορά που βίωσε ήταν ήδη αρκετά αποκαλυπτική.

Η συνειδητοποίηση ότι δεν χρειάζεται πάντα μια τελευταία συζήτηση για να καταλάβουμε τι συνέβη μπορεί να είναι απελευθερωτική. Μερικές φορές, το πραγματικό κλείσιμο βρίσκεται ακριβώς εκεί όπου σταματά η εξήγηση και αρχίζει η αποδοχή.

Το να προχωρήσουμε δεν σημαίνει ότι πήραμε όλες τις απαντήσεις. Σημαίνει ότι αποδεχτήκαμε πως μερικές φορές η συμπεριφορά ενός ανθρώπου είναι ήδη η πιο ξεκάθαρη απάντηση που θα μπορούσαμε να έχουμε.

Η μοναξιά των ανθρώπων που δείχνουν δυνατοί

Υπάρχουν άνθρωποι που όλοι τους θεωρούν δυνατούς και μοιάζουν να αντέχουν τα πάντα. Είναι εκείνοι στους οποίους απευθύνονται οι άλλοι όταν έχουν πρόβλημα, εκείνοι που κρατούν την ψυχραιμία τους όταν όλα γύρω μοιάζουν δύσκολα. Όμως πίσω από αυτή την εικόνα αντοχής, πολλές φορές κρύβεται μια λιγότερο ορατή πραγματικότητα: η σιωπηλή μοναξιά του ανθρώπου που έχει μάθει να στηρίζει τους πάντες, αλλά σπάνια αφήνει κάποιον να στηρίξει τον ίδιο.

Όταν ένας άνθρωπος συνηθίζει να είναι ο υποστηρικτικός κρίκος για τους άλλους, μπορεί να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι δεν χρειάζεται στήριξη ο ίδιος. Οι άλλοι τον βλέπουν ως το άτομο που «αντέχει» και συχνά δεν σκέφτονται ότι μπορεί και εκείνος να έχει ανάγκη να μοιραστεί τις δυσκολίες του.

Αυτό οδηγεί συχνά σε μια παράδοξη κατάσταση. Ο άνθρωπος που βρίσκεται πάντα δίπλα στους άλλους, μπορεί να μην έχει κάποιον να στραφεί όταν ο ίδιος κουράζεται. Δεν είναι απαραίτητα ότι οι γύρω του δεν ενδιαφέρονται απλώς έχουν συνηθίσει να τον βλέπουν ως τον σταθερό πυλώνα.

Η ψυχολογική κόπωση που προκύπτει από αυτή τη θέση δεν εμφανίζεται ξαφνικά. Συσσωρεύεται μέσα από στιγμές όπου ο άνθρωπος συγκρατεί τα συναισθήματά του, αποφεύγει να δείξει αδυναμία ή προτιμά να διαχειρίζεται μόνος του τις δυσκολίες του. Με τον χρόνο, αυτή η στάση μπορεί να οδηγήσει σε εσωτερική απομόνωση.

Η πραγματική ψυχική δύναμη όμως δεν βρίσκεται στην αδιάκοπη αντοχή. Βρίσκεται στην ισορροπία ανάμεσα στο να στηρίζουμε τους άλλους και στο να τους επιτρέπουμε να σταθούν δίπλα μας. Κανένας άνθρωπος δεν χρειάζεται να είναι συνεχώς ο «δυνατός» για όλους. Δύναμη δεν σημαίνει να αντέχουμε τα πάντα μόνοι μας ή να νομίζουμε πως δεν έχουμε δικαίωμα να κουραζόμαστε, αλλά να ξέρουμε πότε χρειάζεται να ζητήσουμε στήριξη και να επιτρέψουμε στους άλλους να σταθούν δίπλα μας. 

Όταν η ευθύνη γίνεται βάρος

cof

Πολλοί άνθρωποι που έχουν ευθύνες, ηγετικούς ρόλους ή απλώς είναι συνηθισμένοι να στηρίζουν τους άλλους, φτάνουν κάποια στιγμή να νιώσουν μια ιδιαίτερη μορφή ψυχικής κόπωσης. Δεν πρόκειται απαραίτητα για πρόβλημα υγείας ή για κάποια δραματική κρίση. Συχνά είναι κάτι πιο ύπουλο: η συσσώρευση ευθυνών, προσδοκιών και προβλημάτων που δεν είναι όλα δικά τους.

Πολύ συχνά μπορεί να ακούσουμε φράσεις όπως “είμαι καλά στην υγεία μου όμως νιώθω συσσωρευμένη κούραση” ή “δεν έχω πλέον τόση αντοχή να παίρνω πάνω μου και τα προβλήματα των άλλων” περιγράφουν μια εμπειρία που είναι πολύ πιο συχνή από όσο νομίζουμε. Πρόκειται για μια κατάσταση όπου ο άνθρωπος εξακολουθεί να λειτουργεί, να εργάζεται και να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις του, αλλά μέσα του νιώθει ότι οι ψυχικές του αντοχές έχουν αρχίσει να μειώνονται.

Σε τέτοιες περιπτώσεις συνήθως συμβαίνουν τρία πράγματα. Πρώτον, ο άνθρωπος έχει αναλάβει για μεγάλο χρονικό διάστημα ρόλο «διαχειριστή προβλημάτων» για τους άλλους. Δεύτερον, υπάρχει συνεχής έκθεση σε απαιτήσεις, αποφάσεις και πιέσεις. Και τρίτον, υπάρχει ελάχιστος χρόνος για πραγματική αποφόρτιση. Η ψυχική κόπωση δεν εμφανίζεται απότομα. Δημιουργείται σταδιακά μέσα από καθημερινές επιβαρύνσεις. 

Τι μπορεί να βοηθήσει έναν άνθρωπο που αισθάνεται έτσι;

Πρώτα απ’ όλα, η αναγνώριση του ορίου. Δεν είναι αδυναμία να παραδεχτεί κάποιος ότι δεν μπορεί να σηκώνει τα πάντα. Αντίθετα, είναι ένδειξη ψυχικής ωριμότητας. Η αποδοχή ότι δεν είναι δική μας ευθύνη να λύσουμε κάθε πρόβλημα γύρω μας είναι ένα σημαντικό βήμα.

Τα όρια. Οι άνθρωποι που συχνά βοηθούν ή καθοδηγούν άλλους χρειάζεται να μάθουν να ξεχωρίζουν ποια προβλήματα είναι πραγματικά δική τους ευθύνη και ποια όχι. Τις περισσότερες φορές το ξέρουν, αλλά δυσκολεύονται να πουν “όχι”.  Η υπερβολική ανάληψη ευθύνης οδηγεί σχεδόν πάντα σε εξάντληση. Υπάρχουν βέβαια και περιπτώσεις που δεν εμπιστεύονται πως και άλλοι μπορούν να αναλάβουν ευθύνες και να επιλύουν θέματα και τους είναι πιο εύκολο και σίγουρο να διατηρούν τον έλεγχο με την κούραση που αυτό συνεπάγεται.

Η ψυχική ενέργεια μπορεί να επιστρέψει όταν ο άνθρωπος επιτρέπει στον εαυτό του στιγμές χωρίς υποχρεώσεις, χωρίς την ανάγκη να λύνει ή να διαχειρίζεται κάτι. Μικρά διαλείμματα από την ευθύνη, χρόνος για προσωπικές δραστηριότητες ή απλώς για ηρεμία, μπορούν να λειτουργήσουν προστατευτικά.

Τέλος, βοηθά πολύ η αλλαγή οπτικής. Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί –και δεν χρειάζεται– να κουβαλά τα προβλήματα όλων.  Ψυχική ανθεκτικότητα δεν σημαίνει ότι αντέχουμε τα πάντα. Σημαίνει ότι γνωρίζουμε πότε να συνεχίσουμε, πότε να ξεκουραστούμε και πότε να αφήσουμε κάτι που δεν είναι πραγματικά δικό μας βάρος όσο και αν μας δυσκολεύει. 

Γιατί οι παλιές συνήθειες δεν αλλάζουν εύκολα

Λέμε συχνά ότι “οι παλιές συνήθειες δύσκολα πεθαίνουν” και είναι όντως έτσι. Όλοι έχουμε συμπεριφορές που θέλουμε να αλλάξουμε ή τον τρόπο που σκεφτόμαστε και ερμηνεύουμε,  αντιδράσεις, μοτίβα στις σχέσεις, μικρές καθημερινές συνήθειες. Όσο όμως και αν  προσπαθούμε, συχνά επιστρέφουμε στα ίδια.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχουμε δύναμη ή θέληση αλλά ότι οι παλιές συνήθειες είναι πιο βαθιά ριζομένες από όσο νομίζουμε.

Οι συνήθειες χτίζονται με τον χρόνο. Όσο περισσότερο επαναλαμβάνουμε κάτι, τόσο πιο φυσικό μας φαίνεται. Γίνεται γνώριμο, είναι ο τρόπος μας. Έτσι, ακόμη κι αν μια συνήθεια δεν μας βοηθάει, το οικείο είναι που μας κρατάει πίσω. Το γνώριμο μας κάνει να νιώθουμε άνετα, ακόμη κι όταν δεν μας κάνει καλό.

Κάτι άλλο που δυσκολεύει την αλλαγή είναι ότι πολλές συνήθειες δεν είναι απλώς πράξεις  είναι τρόποι που μάθαμε να προστατεύουμε τον εαυτό μας. Μπορεί να αντιδρούμε κρατώντας απόσταση, να αποφεύγουμε συγκρούσεις, να υπεραναλύουμε, να κλεινόμαστε στον εαυτό μας. Αυτά δεν είναι κακές συνήθειες αλλά παλιές άμυνες.  Οι άμυνες δεν αλλάζουν εύκολα, γιατί κάποτε μας χρειάστηκαν.

Ακόμη και οι συνήθειες που μας δυσκολεύουν προσφέρουν κάτι. Μια μικρή ανακούφιση, μια αίσθηση ελέγχου, μια προβλεψιμότητα. Γι’ αυτό και όταν πιεζόμαστε ή αγχωνόμαστε, επιστρέφουμε σε αυτές.

Παρόλα αυτά, η αλλαγή δεν είναι κάτι ανέφικτο. Δεν γίνεται απότομα, ούτε με αυστηρότητα. Γίνεται με μικρά, σταθερά βήματα. Με το να παρατηρούμε τον εαυτό μας χωρίς να τον κρίνουμε. Με το να δοκιμάζουμε κάτι διαφορετικό, ξανά και ξανά, μέχρι να αρχίσει να μας φαίνεται πιο φυσικό από το παλιό.

Οι παλιές συνήθειες μπορεί να μην “πεθαίνουν” εύκολα -όπως λέει και η παροιμία- αλλά αλλάζουν.  Όταν δώσουμε χρόνο και χώρο στον εαυτό μας και όταν καταλάβουμε ότι η αλλαγή δεν είναι αγώνας σπριντ.

Δικαίωμα στην παύση

Πόσες φορές μας έχει συμβεί ενώ καθόμαστε στον καναπέ μετά από μια εξαντλητική μέρα και αντί να χαλαρώνουμε, να σκεφτόμαστε όλα αυτά που θα έπρεπε να κάνουμε;
Να αισθανόμαστε ενοχικά γιατί η εσωτερική μας φωνή μας λέει ότι η αξία μας ως άνθρωποι μετριέται από τις πόσες δουλειές ολοκληρώσαμε;

 Έχουμε πείσει τους εαυτούς μας ότι κάθε δευτερόλεπτο πρέπει να αξιοποιείται. Αν δεν δουλεύουμε, πρέπει να γυμναζόμαστε, αν δεν γυμναζόμαστε πρέπει να μαθαίνουμε κάτι καινούργιο. Αν δεν κάνουμε τίποτα από αυτά, νιώθουμε ότι μένουμε πίσω. Όμως, η αλήθεια είναι ότι η ξεκούραση δεν είναι το βραβείο για τη δουλειά μας, είναι η προϋπόθεσή της.

Όταν μετατρέπουμε τον ελεύθερο χρόνο μας σε μια ακόμα λίστα με υποχρεώσεις χάνουμε την ικανότητα να είμαστε παρόντες. Αυτό το διαρκές άγχος δεν μας κάνει πιο αποτελεσματικούς, μας κάνει απλώς πιο εξαντλημένους. Μας κλέβει τη χαρά της στιγμής, γιατί το μυαλό μας βρίσκεται πάντα στο επόμενο βήμα.

Ίσως η λύση να βρίσκεται στην αποδοχή ότι η παύση είναι ένας τρόπος να γεμίσουμε τις μπαταρίες μας. Το να μην κάνουμε τίποτα για λίγη ώρα δεν είναι χάσιμο χρόνου, είναι φροντίδα.  Όπως ένας αθλητής χρειάζεται χρόνο αποθεραπείας για να αποδώσει ξανά, έτσι και το μυαλό μας χρειάζεται διαλείμματα για να παραμείνει δημιουργικό. Η ποιότητα της καθημερινότητάς μας δεν κρίνεται από το πόσα check βάλαμε σε μια λίστα, αλλά από το πόσο ήσυχοι μπορούμε να μείνουμε με τον εαυτό μας όταν οι ρυθμοί πέφτουν.

Γιατί είναι τόσο δύσκολο να κάνουμε φίλους όσο μεγαλώνουμε;

Όσο ήμασταν παιδιά ή λίγο πριν την ενηλικίωση, η φιλία ήταν κάτι που δεν μας δυσκόλευε τόσο. Οι άνθρωποι γύρω μας ήταν «δεδομένοι» μοιραζόμασταν το ίδιο θρανίο, τις ίδιες παρέες και η οικειότητα χτιζόταν σχεδόν αυτόματα, χωρίς μεγάλη προσπάθεια.

Μεγαλώνοντας, όμως, αυτή η ευκολία χάνεται. Σε αυτό το άρθρο του Guardian, διαβάζουμε ότι ο τρόπος που έχει διαμορφωθεί η ζωή μας -με το ατελείωτο streaming, τα delivery apps- μας απομονώνει εύκολα. Ξαφνικά, το να βάλουμε έναν νέο άνθρωπο στη ζωή μας αρχίζει να μοιάζει με ένα επιπλέον project για το οποίο συχνά νιώθουμε ότι δεν έχουμε τα αποθέματα ενέργειας. Γινόμαστε πιο επιφυλακτικοί, παγιδευμένοι στην ιδέα ότι οι θέσεις στις ζωές των άλλων είναι ήδη πιασμένες.

Διαβάζουμε πως η λύση βρίσκεται στην αναζήτηση ενός «τρίτου χώρου»: ενός μέρους πέρα από το σπίτι και τη δουλειά -όπως μια ομάδα χόμπι ή εθελοντισμού- όπου η συχνή επαφή βοηθάει να εξελιχθεί η οικειότητα. Μια άλλη ιδέα είναι να θυμηθούμε και να έρθουμε πάλι σε επικοινωνία με παλιούς γνωστούς, φίλους. Αντί να περιμένουμε την τύχη, καλούμαστε να γίνουμε εμείς οι «διοργανωτές», προτείνοντας έναν απλό καφέ, ακόμα και αν αυτό στην αρχή μοιάζει άβολο.

Το να κάνουμε φίλους ως ενήλικες απαιτεί πλέον κάτι που στα νιάτα μας ήταν περιττό: την πρόθεση. Βοηθάει να το επιδιώκουμε συνειδητά, να αντέχουμε την αμηχανία των πρώτων συναντήσεων, το όχι που μπορεί να ακούσουμε και να δίνουμε πραγματικό χώρο στο καινούργιο. Ίσως η λύση είναι να μην ψάχνουμε τον τέλειο κολλητό που θα ταυτιστεί μαζί μας σε όλα, αλλά το να έχουμε κάποιον να μοιραστούμε την κούραση, τη χαρά ή ακόμα και τη σιωπή μας.

Χαμένοι στη μετάφραση

Συμβαίνει συχνά μέσα σε μια σχέση -παρόλο που υπάρχει αμοιβαία αφοσίωση- ο ένας ή και οι δύο σύντροφοι να αισθάνονται παραμελημένοι ή συναισθηματικά ακάλυπτοι. Αυτή η αίσθηση ότι «δεν εισπράττω την αγάπη που δίνω» δεν σημαίνει απαραίτητα έλλειψη συναισθήματος, απλά είναι διαφορετικός ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε και εκφράζουμε τη φροντίδα και τη στοργή. Κάπου λοιπόν μπορεί να χαθούμε στη μετάφραση.

Για κάποιον, η αγάπη μπορεί να είναι ταυτισμένη με την πρακτική φροντίδα: ένα φαγητό, η τακτοποίηση μιας εκκρεμότητας ή η βοήθεια στις δουλειές του σπιτιού. Για κάποιον άλλον όμως, τίποτα από αυτά δεν έχει σημασία αν δεν συνοδεύεται από τη σωματική εγγύτητα ή μια επιβεβαίωση με λόγια.  Όταν οι προσδοκίες μας δεν συναντιούνται, δημιουργείται η ψευδαίσθηση της αδιαφορίας. Στην πραγματικότητα, ο σύντροφός μας μπορεί να μας προσφέρει ό,τι καλύτερο έχει, αλλά εμείς να μην το εισπράττουμε επειδή περιμένουμε η αγάπη να εκφραστεί με τον τρόπο που εμείς έχουμε συνηθίσει.

Για να μη νιώθουμε απογοήτευση ίσως βοηθήσει να αποδεχθούμε ότι ο σύντροφός μας δεν είναι «καθρέφτης» μας. Η αγάπη στην ενήλικη ζωή μοιάζει με την εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας που θέλει μελέτη και εξάσκηση. Η ευτυχία δεν έρχεται μόνο όταν δυο άνθρωποι ταυτίζονται απόλυτα, αλλά όταν μαθαίνουν να μεταφράζουν με καλή πρόθεση ο ένας τον εσωτερικό κόσμο του άλλου.

Γιατί δεν πρέπει να αμφισβητούμε τις αποφάσεις μας

Στο βίντεο του The School of Life ακούμε πως συχνά έχουμε την τάση να αμφισβητούμε την κρίση μας-το ένστικτό μας όταν περνάει ο καιρός. Αυτό που κάποτε φαινόταν ως ξακάθαρη απόφαση, μετά από κάποιο διάστημα μπορεί να την αμφισβητήσουμε προκαλώντας μας αμφιβολία. Αυτή ακριβώς η ικανότητα προσαρμογής που μας επιτρέπει να ξεπερνάμε μια απώλεια ή μια αποτυχία, είναι η ίδια που μας ωθεί να αναθεωρούμε σωστές αποφάσεις.

Όταν παίρνουμε μια δύσκολη απόφαση -για παράδειγμα από το να παραιτηθούμε από μια δουλειά ή να διακόψουμε μια σχέση- έχουμε μια καθαρή εικόνα των αρνητικών δεδομένων που μας οδήγησαν εκεί. Όσο όμως απομακρυνόμαστε χρονικά, ξεχνάμε τη δυσφορία που αισθανόμασταν και μας οδηγησαν σε αυτή την απόφαση. Τότε, είτε επειδή αισθανόμαστε μοναξιά, ή κούραση, το μυαλό μας αρχίζει να ωραιοποιεί το παρελθόν. Ξαφνικά, οι λόγοι που μας οδήγησαν στη φυγή δεν μοιάζουν τόσο σημαντικοί μπροστά στην τωρινή μας ανασφάλεια.

Το βίντεο υπογραμμίζει ότι η κρίση μας θολώνει όσο απομακρυνόμαστε από το «πεδίο της μάχης». Όταν αρχίζουμε να αναρωτιόμαστε αν ήμασταν υπερβολικά βιαστικοί ή άδικοι, η λογική πρέπει να μπει μπροστά και να εξετάσει αν αυτή η αλλαγή είναι σωστή ή απλώς «βολική» γιατί ανακουφίζει την τωρινή μας δυσφορία.

Το συμπέρασμα είναι πως πρέπει να δείχνουμε εμπιστοσύνη στη διορατικότητά μας όταν πήραμε την απόφαση. Αντί να αφηνόμαστε στις αμφιβολίες που φέρνει η απόσταση, καλό θα ήταν να εμπιστευτούμε αυτό που γνωρίζαμε τότε, και όχι αυτό που νιώθουμε τώρα.

Αυτοπεποίθηση δεν σημαίνει ότι δεν κάνουμε ποτέ λάθη, αλλά ότι αναγνωρίζουμε πως όταν βρισκόμασταν μέσα στα γεγονότα- στο “εκεί και τότε” ήμασταν πιο κοντά στην αλήθεια από τον εαυτό μας που τώρα παρατηρεί εκ του ασφαλούς.