Μείνε με αυτό

Όσοι έχουμε κάνει ψυχοθεραπεία, είναι πολύ πιθανό να έχουμε ακούσει τη φράση: “μείνε με αυτό”, και ίσως να σκεφτήκαμε: “μα γιατί; αφού με ενοχλεί, μου είναι δυσάρεστο, με πονάει και θέλω να φύγει”. 

Και εδώ που τα λέμε είναι μια απολύτως φυσιολογική αντίδραση. Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε μάθει να αποφεύγουμε τα δύσκολα συναισθήματα. Να τα εξηγούμε λογικά, να τα διώχνουμε, να αποσπάμε την προσοχή μας ή να κάνουμε οτιδήποτε άλλο για να μην τα νιώσουμε. Όμως, όταν ένας ψυχοθεραπευτής λέει «μείνε με αυτό το συναίσθημα», δεν μας ζητάει να υποφέρουμε περισσότερο. Μας προτείνει να κάνουμε κάτι διαφορετικό από αυτό που κάνουμε συνήθως.

Το να μείνουμε με ένα συναίσθημα σημαίνει να του επιτρέψουμε να υπάρχει για λίγο, χωρίς να προσπαθήσουμε αμέσως να το αλλάξουμε ή να το εξαφανίσουμε. Σημαίνει να στρέψουμε την προσοχή μας προς τα μέσα και να αναρωτηθούμε: «Τι ακριβώς νιώθω αυτή τη στιγμή; Πού το αισθάνομαι στο σώμα μου; Πόσο έντονο είναι; Τι μπορεί να προσπαθεί να μου πει;» Δεν χρειάζεται να βρούμε αμέσως απαντήσεις, ούτε να το αναλύσουμε. Αρκεί να του δώσουμε λίγο χώρο που μάλλον αυτό είναι και το πιο δύσκολο γιατί οι άνθρωποι αποφεύγουμε τον πόνο. Όταν εμφανίζεται ένα δυσάρεστο συναίσθημα, αμέσως θέλουμε να το διωξουμε, με διάφορους τρόπους. Άλλοι δίνουν όλη τους την ενέργεια στη δουλειά τους, άλλοι χάνονται με τις ώρες σε μια οθόνη άλλοι καταφεύγουν στο φαγητό, στο αλκοόλ, στον ύπνο και αρκετοί με ατελείωτη σκέψη, πιστεύοντας ότι αν καταλάβουν το “γιατί” θα σταματήσουν να νιώθουν έτσι. 

Όλοι αυτοί οι τρόποι μπορεί να προσφέρουν μια προσωρινή ανακούφιση. Αλλά, το συναίσθημα δεν εξαφανίζεται. Απλώς περιμένει την επόμενη ευκαιρία να εμφανιστεί. Και εδώ βρίσκεται ένα από τα παράδοξα: όσο περισσότερο παλεύουμε να μη νιώσουμε κάτι, τόσο περισσότερο εκείνο επιμένει να ζητά την προσοχή μας.

Τα συναισθήματα, ακόμη και τα πιο δυσάρεστα, δεν είναι εχθροί μας. Ο φόβος μπορεί να μας λέει ότι αντιλαμβανόμαστε μια απειλή ή μια αβεβαιότητα. Η λύπη μάς θυμίζει ότι χάσαμε κάτι σημαντικό για εμάς. Ο θυμός συχνά δείχνει ότι κάποιο όριό μας παραβιάστηκε ή ότι κάποια ανάγκη μας δεν ακούστηκε. Η ενοχή μπορεί να μας φέρνει σε επαφή με τις αξίες μας και να μας κινητοποιεί να επανορθώσουμε όταν θεωρούμε ότι έχουμε πληγώσει ή αδικήσει κάποιον.

Όταν προσπαθούμε να διώξουμε γρήγορα αυτά τα συναισθήματα, συχνά χάνουμε το μήνυμα που μεταφέρουν. Όταν όμως τους επιτρέπουμε να υπάρχουν για λίγο, μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα τον εαυτό μας, τις ανάγκες μας και τις επιλογές που έχουμε μπροστά μας. Δεν σημαίνει ότι το συναίσθημα θα είναι ευχάριστο. Σημαίνει όμως ότι σταματάει να είναι κάτι από το οποίο πρέπει να τρέχουμε να ξεφύγουμε.

Το να μένω με το συναίσθημά μου δεν σημαίνει ότι βυθίζομαι μέσα σε αυτό. Δεν σημαίνει ότι αφήνω τη θλίψη ή τον φόβο να με καταπιούν ή ότι ταυτίζομαι μαζί τους. Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο να παρατηρώ ένα συναίσθημα και στο να πιστεύω ότι αυτό το συναίσθημα είναι όλη μου η πραγματικότητα. Το πρώτο δημιουργεί χώρο και κατανόηση. Το δεύτερο οδηγεί συχνά στον εγκλωβισμό.

Αυτός είναι και ο λόγος που στη θεραπεία ο στόχος δεν είναι να μάθουμε να υποφέρουμε περισσότερο. Ο στόχος είναι να αναπτύξουμε την ικανότητα να αντέχουμε τα δύσκολα συναισθήματα χωρίς να χρειάζεται να τα αποφεύγουμε ή να τα φοβόμαστε. Όσο περισσότερο καλλιεργούμε αυτή την ικανότητα, τόσο περισσότερο διαπιστώνουμε ότι τα συναισθήματα έχουν μια φυσική πορεία. Έρχονται, κορυφώνονται και, αργά ή γρήγορα, υποχωρούν. Δεν μένουν για πάντα, ακόμη κ όταν εκείνη τη στιγμή μοιάζει αδύνατο να το πιστέψουμε.

Την επόμενη φορά που ίσως ακούσουμε τον ψυχοθεραπευτή μας να λέει “μείνε λίγο με αυτό” να καταλάβουμε πως δεν μας ζητάει να αντέξουμε περισσότερο πόνο, αλλά να μας προσκαλεί να σταματήσουμε έστω και για λίγο να δούμε αυτό που συμβαίνει μέσα μας με περισσότερη περιέργεια και λιγότερο φόβο. Γιατί τις περισσότερες φορές αυτό που προσπαθούμε με κάθε τρόπο να αποφύγουμε είναι ακριβώς αυτό που έχει περισσότερο ανάγκη να ακουστεί.

Όταν μια σχέση τελειώνει, πού πηγαίνει η αγάπη;

Όταν τελειώνει μια σχέση, συχνά πιστεύουμε ότι πρέπει να σταματήσει και η αγάπη. Όμως τα συναισθήματα δεν λειτουργούν σαν διακόπτης. Δεν εξαφανίζονται τη στιγμή που χωρίζουμε, ούτε επειδή αποφασίσαμε ότι «πρέπει να προχωρήσουμε».

Και τότε γεννιέται το ερώτημα: Πού πηγαίνει όλη αυτή η αγάπη;
Η αλήθεια είναι ότι δεν χρειάζεται να πάει πουθενά.

Η αγάπη δεν είναι κάτι που πετάμε στα σκουπίδια, ούτε κάτι που πρέπει να ανακυκλώσουμε για να αγαπήσουμε κάποιον άλλον. Είναι μια εμπειρία που μας διαμόρφωσε με εύκολο ή δύσκολο τρόπο. Έναν τρόπο με τον οποίο κάποιοι μάθαμε να συνδεόμαστε, να φροντίζουμε, να ελπίζουμε.

Αυτό που χρειάζεται να αφήσουμε πίσω μας δεν είναι η αγάπη, αλλά η προσκόλληση.
Η ανάγκη να συνεχίσει να υπάρχει μια σχέση που έχει ήδη τελειώσει. Με τον χρόνο, η αγάπη αλλάζει μορφή. Παύει να ζητά παρουσία, απαντήσεις ή επιστροφή. Γίνεται ανάμνηση, γνώση και ίσως και ευγνωμοσύνη. Γίνεται ένα κομμάτι της ιστορίας μας.

Ίσως τελικά ωριμότητα είναι όχι στο να πάψουμε να αγαπάμε κάποιον, αλλά, στο να αποδεχτούμε ότι μπορούμε να συνεχίσουμε να αγαπάμε, χωρίς να χρειάζεται να κρατάμε τον άνθρωπο αυτόν στη ζωή μας.

Η χρησιμότητα να κλείνουμε ανοιχτούς λογαριασμούς

Υπάρχουν άνθρωποι που, ενώ έχουν φύγει από τη ζωή μας, συνεχίζουν να υπάρχουν μέσα μας. Δεν είναι απαραίτητα εκείνοι που αγαπήσαμε περισσότερο. Συχνά είναι εκείνοι με τους οποίους έμεινε κάτι ανολοκλήρωτο. Μια κουβέντα που δεν ειπώθηκε ποτέ. Μια συγγνώμη που δεν δόθηκε. Μια εξήγηση που δεν ήρθε. Μια σχέση που τελείωσε χωρίς πραγματικό τέλος.

Αυτές τις εμπειρίες περιγράφονται συχνά ως «ανοιχτοί λογαριασμοί». Είναι καταστάσεις που δεν έχουν ολοκληρωθεί και γι’ αυτό συνεχίζουν να διεκδικούν χώρο στη σκέψη και στα συναισθήματά μας.

Πολλές φορές πιστεύουμε ότι κυνηγάμε έναν συγκεκριμένο άνθρωπο. Στην πραγματικότητα, μπορεί να κυνηγάμε αυτό που δεν καταφέραμε να ολοκληρώσουμε μαζί του. Όχι τον ίδιο, αλλά την ανάγκη μας να καταλάβουμε, να ακουστούμε, να δικαιωθούμε.

Όσο ένας ανοιχτός λογαριασμός παραμένει μέσα μας, υπάρχει ο κίνδυνος να επαναλαμβάνουμε το ίδιο μοτίβο με διαφορετικούς ανθρώπους. Σαν να προσπαθούμε να ξαναγράψουμε μια ιστορία, ελπίζοντας αυτή τη φορά με διαφορετική κατάληξη.

Το κλείσιμο ενός ανοιχτού λογαριασμού δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα συναντήσουμε ξανά τον άλλον άνθρωπο. Συχνά δεν είναι καν εφικτό. Η ολοκλήρωση είναι μια εσωτερική διεργασία. Μπορεί να έρθει μέσα από την κατανόηση, την αποδοχή ή ακόμη και μέσα από την παραδοχή ότι δεν θα πάρουμε ποτέ όλες τις απαντήσεις που θα θέλαμε. Και σ’αυτή τη συνειδητοποίηση που συνήθως παίρνει χρόνο, βοηθάει πολύ η ψυχοθεραπεία.

Ωριμότητα δεν σημαίνει να έχουμε όλες τις απαντήσεις και εξηγήσεις.  Βρίσκεται στο να μπορούμε να συνεχίσουμε τη ζωή μας ακόμη και όταν κάποιες ιστορίες έμειναν ανολοκλήρωτες.

Γιατί τελικά, δεν μας κρατούν πίσω πάντα οι άνθρωποι αλλά οι ανοιχτοί λογαριασμοί που δεν καταφέραμε ποτέ να κλείσουμε. 

Μερικές σκέψεις για το πένθος

Μερικοί άνθρωποι κλαίνε κάθε μέρα. Άλλοι δεν μπορούν να κλάψουν καθόλου. Κάποιοι μιλούν συνεχώς για αυτόν που έχασαν, ενώ άλλοι αποφεύγουν ακόμη και να αναφέρουν το όνομά του. Καμία από αυτές τις αντιδράσεις δεν είναι περισσότερο ή λιγότερο φυσιολογική από τις άλλες. Δεν υπάρχει σωστός τρόπος να πενθήσεις. Το πένθος δεν είναι μια ασθένεια που πρέπει να θεραπευτεί. Είναι μια φυσική αντίδραση  στην απώλεια ενός σημαντικού δεσμού.

Συχνά πιστεύουμε ότι στόχος είναι να «ξεπεράσουμε» την απώλεια. Στην πραγματικότητα, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ξεπερνούν ποτέ εκείνους που αγάπησαν. Μαθαίνουν, όμως, να ζουν χωρίς τη φυσική τους παρουσία. Η σχέση δεν εξαφανίζεται, αλλάζει μορφή.

Θα βοηθήσει να δώσουμε χρόνο στον εαυτό μας. Όχι επειδή ο χρόνος θεραπεύει τα πάντα, αλλά επειδή χρειαζόμαστε χρόνο για να προσαρμοστούμε σε μια πραγματικότητα που ποτέ δεν επιλέξαμε. Δεν χρειάζεται να πιέζουμε τον εαυτό μας να είναι δυνατός. Η ευαλωτότητα δεν είναι αδυναμία.

Δεν χρειάζεται να συγκρίνουμε το πένθος μας με των άλλων. Δεν υπάρχουν χρονοδιαγράμματα για την απώλεια. Η διάρκεια του πένθους δεν μετρά την ψυχική ανθεκτικότητα, αλλά το μέγεθος του δεσμού που χάθηκε.

Και κυρίως, δεν χρειάζεται να προσπαθούμε μην ξεχάσουμε. Οι άνθρωποι που αγαπήσαμε δεν παραμένουν ζωντανοί επειδή τους κρατάμε με πόνο, αλλά επειδή συνεχίζουν να υπάρχουν στις αναμνήσεις, στις συνήθειές μας, και στον τρόπο που άλλαξαν τη ζωή μας.

Ίσως τελικά ο σκοπός του πένθους να μην είναι να αφήσουμε πίσω μας εκείνον που χάσαμε. Ίσως να είναι να βρούμε έναν νέο τρόπο -εάν φυσικά το επιθυμούμε- να τον κρατάμε μέσα στη ζωή μας.

Όταν μια μητέρα δίνει στην κόρη της το δικό της όνομα




Το 2022 δημοσιεύθηκε στο The Atlantic το άρθρο The Women Naming Their Babies After Themselves. Τι σημαίνει άραγε όταν μια μητέρα επιλέγει να δώσει στην κόρη της το δικό της μικρό όνομα; Γιατί να θέλει μια γυναίκα το παιδί της να έχει το ίδιο όνομα με εκείνη; Είναι μια πράξη σύνδεσης; Μια ανάγκη συνέχειας; Ή μήπως μας δείχνει κάτι βαθύτερο για τη σχέση μητέρας παιδιού; Δεν υπάρχει μία μόνο απάντηση. Για κάποιες μητέρες, μπορεί να είναι ένας τρόπος να τιμήσουν ένα όνομα που αγαπούν, να μεταφέρουν ένα κομμάτι της προσωπικής τους ιστορίας ή να εκφράσουν έναν ιδιαίτερο δεσμό με το παιδί τους. Το κοινό όνομα μπορεί να συμβολίζει την εγγύτητα, την αγάπη και την αίσθηση ότι δύο άνθρωποι μοιράζονται κάτι μοναδικό.

Από ψυχολογική σκοπιά, όμως, η επιλογή αυτή μας οδηγεί σε ένα βαθύτερο ερώτημα: βλέπει η μητέρα το παιδί ως ένα ξεχωριστό πρόσωπο ή, έστω ασυνείδητα, ως μια προέκταση του εαυτού της;

Στα πρώτα στάδια της ζωής, η έντονη σύνδεση ανάμεσα στη μητέρα και το παιδί είναι φυσιολογική και απαραίτητη. Το βρέφος εξαρτάται πλήρως από τον φροντιστή του και η μητέρα συχνά βιώνει μια βαθιά ψυχική εγγύτητα μαζί του. Σταδιακά, όμως, το παιδί χρειάζεται να ανακαλύψει ότι είναι ένας ξεχωριστός άνθρωπος: με δικές του επιθυμίες, ανάγκες, όνειρα και επιλογές.

Ο Donald Winnicott τόνισε τη σημασία της «αρκετά καλής μητέρας» (good enough mother), μιας μητέρας που αρχικά προσφέρει ασφάλεια και προσαρμόζεται στις ανάγκες του βρέφους, αλλά σταδιακά επιτρέπει στο παιδί να αναπτύξει την αυτονομία του. Η υγιής σχέση μητέρας και παιδιού δεν βασίζεται στη μόνιμη συγχώνευση, αλλά στην ικανότητα του παιδιού να αισθανθεί ασφαλές ώστε να γίνει ο δικός του άνθρωπος.

Αντίστοιχα, η Margaret Mahler περιέγραψε τη διαδικασία του αποχωρισμού και της εξατομίκευσης (separation-individuation), μέσα από την οποία το παιδί σταδιακά διαμορφώνει την αίσθηση ότι είναι ένα ξεχωριστό πρόσωπο, διαφορετικό από τη μητέρα του.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ένα κοινό όνομα αποκτά έναν ενδιαφέροντα συμβολισμό. Δεν σημαίνει ότι μια μητέρα που δίνει το όνομά της στην κόρη της δυσκολεύεται απαραίτητα να τη δει ως ξεχωριστή προσωπικότητα. Ένα όνομα από μόνο του δεν μπορεί να μας πει τίποτα για την ποιότητα μιας σχέσης.

Αυτό που έχει σημασία είναι αν το παιδί μεγαλώνει με την ελευθερία να δημιουργήσει τη δική του ταυτότητα. Μερικές φορές οι γονείς, χωρίς να το συνειδητοποιούν, μπορεί να επενδύουν στα παιδιά τους δικά τους όνειρα, ανεκπλήρωτες επιθυμίες ή την ανάγκη να συνεχιστούν μέσα από αυτά. Το ίδιο όμως μπορεί να συμβεί ανεξάρτητα από το όνομα που επιλέγουν.

Η πραγματική πρόκληση της γονεϊκότητας δεν είναι να αφήσουμε κάτι από εμάς στα παιδιά μας. Αυτό είναι αναπόφευκτο. Η μεγαλύτερη πρόκληση είναι να μπορέσουμε να αποδεχτούμε ότι το παιδί μας θα πάρει αυτά τα στοιχεία και θα δημιουργήσει κάτι διαφορετικό.

Γιατί η αγάπη δεν σημαίνει να φτιάξουμε μια συνέχεια του εαυτού μας. Σημαίνει να δώσουμε σε έναν άλλον άνθρωπο τον χώρο να γίνει αυτό που είναι.

Η ομορφιά και η αξία της καθημερινότητας

Πολλοί πιστεύουμε ότι η ευτυχία θα έρθει όταν συμβεί κάτι σημαντικό. Μια επαγγελματική επιτυχία, ένας μεγάλος έρωτας, ένα ταξίδι, μια αλλαγή στη ζωή μας. Έτσι, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, περνάμε μεγάλο μέρος της ζωής μας περιμένοντας.

Στην πραγματικότητα όμως, η ζωή δεν είναι λίγες μεγάλες στιγμές αλλά πολλές μικρές.
Από έναν πρωινό καφέ που θα πιούμε χωρίς βιασύνη, από μια συζήτηση που μας ευχαριστεί, από το να βλέπουμε τη γάτα μας να παίζει ή να κοιμάται ήσυχη ή την αίσθηση ότι, έστω για λίγο, όλα είναι ήσυχα.

Πολλοί άνθρωποι έχουμε την τάση να εστιάζουμε σε όσα μας λείπουν και είναι και φυσιολογικό σε έναν βαθμό. Όμως αυτό συχνά μας εμποδίζει να δούμε πως η ζωή συνεχίζεται και στις πιο απλές στιγμές. 

Δεν χρειάζεται να συμβεί κάτι σπουδαίο για να νιώσουμε πληρότητα. Χρειάζεται να μάθουμε να είμαστε παρόντες σε αυτό που ήδη συμβαίνει. Η καθημερινότητα δεν είναι το διάστημα ανάμεσα στις σημαντικές στιγμές. Είναι η ίδια η ζωή.

Ίσως τελικά η ευτυχία να μην είναι ένας προορισμός που θα φτάσουμε κάποτε. Ίσως να είναι μια ικανότητα: να αναγνωρίζουμε την αξία όσων θεωρούμε δεδομένα πριν αυτά γίνουν αναμνήσεις και πάψουν να είναι.

Η φροντίδα ως υποχρέωση ή ως επιλογή;

Διάβαζα ένα άρθρο με τίτλο “Η κακιά, απαίσια μητέρα μου έχει Alzheimer. Τι της “χρωστάω”; Η αναγνώστρια που έστειλε και το γράμμα στη στήλη “the Ethicist” στο The New York Times Magazine αναρωτιέται γιατί ο σύζυγος της μητέρας της, της είπε πως εάν εκείνος πεθάνει πρώτος αυτή θα είναι υπεύθυνη για τη φροντίδα της. Τα αδέρφια της είναι μάλλον απίθανο να βοηθήσουν και εκείνη εδώ και ένα χρόνο που έγινε η συζήτηση το σκέφτεται κάθε μέρα.

Αλήθεια “χρωστάμε” φροντίδα και νοιάξιμο σ’έναν γονιό που ήταν πολύ κακός μαζί μας; Είναι μια ερώτηση  που δεν έχει μια ‘σωστή’ απάντηση γιατί συγκρούονται θέματα όπως η ηθική και η προσωπική ιστορία. Άραγε η ερώτηση είναι όντως “Οφείλω, χρωστάω να φροντίσω τη μητέρα μου;” ή μήπως “Χρωστάω κάτι σ’έναν άνθρωπο που δεν με φρόντισε όταν τον είχα ανάγκη;” Η βιολογική συγγένεια δεν δημιουργεί αυτόματα μια ψυχολογική σχέση. Η σχέση γονέα-παιδιού αποκτά θεμέλεια στη φροντίδα, την ασφάλεια και τη συναισθηματική διαθεσιμότητα. Όταν αυτά απουσιάζουν, ίσως είναι αναμενόμενο ένα παιδί, ως ενήλικας πλέον, να δυσκολεύεται να νιώσει ότι έχει ηθική υποχρέωση να ανταποδώσει.

Από την άλλη, η εμφάνιση του Alzheimer αλλάζει τον άνθρωπο που βλέπουμε σήμερα, αλλά δεν αλλάζει την ιστορία που προηγήθηκε. Μερικές φορές οι τρίτοι λένε: «Τώρα είναι άρρωστη, πρέπει να τη συγχωρέσεις». Όμως η ασθένεια δεν διαγράφει τα τραύματα που δημιουργήθηκαν πριν από αυτήν.

Είναι εύκολο να χρησιμοποιούμε τη λέξη «πρέπει» όταν το κόστος το επωμίζεται κάποιος άλλος. Και όλοι μπορούμε να φανταστούμε τι σημαίνει όταν κάποιος αναλαμβάνει τη φροντίδα του άλλου αποκλειστικά από ενοχή. Η ενοχή συχνά μας οδηγεί σε μια φροντίδα με θυμό, εξάντληση και εσωτερική σύγκρουση.

Ντροπή: η φωνή που μας λέει ότι δεν είμαστε αρκετοί.

Η ντροπή δεν είναι απλώς μια δυσάρεστη κατάσταση. Είναι μια βαθιά εμπειρία που αγγίζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας. Ενώ η ενοχή σχετίζεται με κάτι που κάναμε, η ντροπή αφορά αυτό που πιστεύουμε ότι είμαστε.

Η ενοχή λέει: «Έκανα ένα λάθος».  Η ντροπή: «Είμαι το λάθος».
Συχνά η ντροπή γεννιέται μέσα από το βλέμμα των άλλων. Από την παιδική ηλικία μαθαίνουμε να αξιολογούμε τον εαυτό μας με βάση την αποδοχή, την αναγνώριση και την αγάπη που λαμβάνουμε από το περιβάλλον μας. Όταν αυτές οι ανάγκες δεν ικανοποιούνται ή όταν συνοδεύονται από κριτική, απόρριψη, μπορεί να αρχίσει να διαμορφώνεται η πεποίθηση ότι κάτι δεν είναι αρκετά καλό σε εμάς.

Με τον καιρό, αυτή η πεποίθηση μετατρέπεται σε μια εσωτερική φωνή. Μια φωνή που συγκρίνει, επικρίνει και υπενθυμίζει διαρκώς τις αδυναμίες μας. Δεν μας λέει μόνο ότι αποτύχαμε σε κάτι, αλλά ότι η αποτυχία αυτή αποκαλύπτει την πραγματική μας αξία. Και όσο περισσότερο την ακούμε, τόσο περισσότερο πιστεύουμε ότι η αποδοχή των άλλων είναι απαραίτητη για να νιώσουμε καλά με τον εαυτό μας.

Η ανάγκη για επιβεβαίωση είναι ανθρώπινη. Όταν όμως η αυτοεκτίμησή μας εξαρτάται αποκλειστικά από το πώς μας βλέπουν οι άλλοι, γινόμαστε ιδιαίτερα ευάλωτοι στη ντροπή. Μια κριτική, μια απόρριψη ή μια αποτυχία μπορεί τότε να βιωθεί όχι ως ένα γεγονός, αλλά ως απόδειξη προσωπικής ανεπάρκειας.

Γι’ αυτό και η ντροπή συχνά μας οδηγεί να κρυβόμαστε. Αποφεύγουμε να εκφραστούμε, να διεκδικήσουμε, να εκτεθούμε ή να δοκιμάσουμε κάτι καινούργιο. Όχι επειδή φοβόμαστε μόνο την αποτυχία, αλλά επειδή φοβόμαστε τι μπορεί να σημαίνει αυτή για την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας.

Το παράδοξο είναι ότι η ντροπή τρέφεται από τη σιωπή. Όσο περισσότερο την κρύβουμε, τόσο μεγαλύτερη δύναμη αποκτά. Αντίθετα, όταν αναγνωρίζουμε την παρουσία της και αντιμετωπίζουμε τον εαυτό μας με περισσότερη κατανόηση και λιγότερη αυστηρότητα, η επιρροή της αρχίζει να μειώνεται.

Ψυχική ωριμότητα δεν είναι η προσπάθεια να γίνουμε τέλειοι. Eίναι και η ικανότητά μας να αποδεχόμαστε ότι η αξία μας δεν καθορίζεται από τα λάθη, τις αδυναμίες ή τις αποτυχίες μας και ότι δεν χρειάζεται να είμαστε σωστοί σε όλα για να αξίζουμε.

Μπορείς να πεθάνεις από ραγισμένη καρδιά;

Στην ερώτηση απαντάει η ψυχολόγος Ειρήνη Γεωργίου στο άρθρο της
Λ.Γιάνναρου στην Καθημερινή. Συχνά αυτός ή αυτή που μένει πίσω χάνει τα πατήματά του στο παρόν αλλά και στο μέλλον μιας και η φύση της απώλειας και του πένθους δεν έχει να κάνει με αυτή μόνο αλλά και με όσα αυτή η σχέση υποσχόταν για πώς θα είναι η ζωή.

Χάνεται η προβολή της ζωής στο μέλλον και θα χρειαστεί ριζική αναθεώρηση και κυρίως μια νέα ταυτότητα για τον επιζώντα. Εάν το ζευγάρι ήταν “συγχωνευτικό”, εξαρτητικό τότε και ασυνείδητα είχαν υποσχεθεί στο “για πάντα μαζί”. Και τι συμβαίνει όταν ο ένας πεθάνει; τι θα σημαίνει για εκείνον που μένει πίσω; Η παραβίαση αυτής της αφοσίωσης βιώνεται ως κάτι ψυχικά αφόρητο και ενοχικό μας λέει η κα. Γεωργίου, γιατί συχνά αυτοί οι σύντροφοι προέρχονται από οικογενειακά περιβάλλοντα όπου το να διαφοροποιείσαι ήταν τιμωρητικό, όπου έμαθαν να οριζουν την ταυτότητά τους μόνο μέσα από τη σχέση. Άρα το πρόβλημα του άλλου ήταν δικό μου και ο θάνατος του άλλου επίσης. 

Το πένθος, λένε οι ειδικοί, αναμένεται κάποια στιγμή να μετασχηματισθεί. «Δεν φεύγει, αλλά αφού περάσει από διάφορα στάδια, γίνεται κάτι με το οποίο μπορούμε να συνεχίσουμε να ζούμε μια ικανοποιητική ζωή με νόημα», λέει η κ. Γεωργίου. 

Θα σε περιμένω

Το «θα σε περιμένω» ακούγεται συχνά σαν η απόλυτη απόδειξη αγάπης. Αλλά τι σημαίνει πραγματικά να περιμένεις κάποιον; Να του δίνεις χρόνο; Να ελπίζεις; Να πιστεύεις ότι κάποια στιγμή θα είναι έτοιμος να σου δώσει αυτό που σήμερα δεν μπορεί;

Μερικές φορές η αναμονή είναι μια πράξη αγάπης. Άλλες φορές, όμως, γίνεται ένας τρόπος να αναβάλλουμε τη δική μας ζωή. Υπάρχει μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στο «σε περιμένω» και στο «βάζω τη ζωή μου σε παύση μέχρι να αποφασίσεις εσύ».

Η αγάπη χρειάζεται υπομονή, αλλά χρειάζεται και αμοιβαιότητα. Γιατί κανείς δεν μπορεί να ζει για πάντα μέσα σε μια υπόσχεση, σε μια πιθανότητα ή σε ένα «ίσως κάποια στιγμή».

Ίσως λοιπόν το ερώτημα να μην είναι αν πρέπει να περιμένουμε κάποιον. Ίσως το ερώτημα είναι μέχρι ποιο σημείο μπορώ να περιμένω χωρίς να εγκαταλείπω τον εαυτό μου;