
Σε πρόσφατο άρθρο τους με τίτλο “Why are so many teenage girls seeking a mental health diagnosis?”, οι The Times θέτουν ένα ενδιαφέρον ερώτημα: γιατί όλο και περισσότερα κορίτσια που βρίσκονται στην εφηβεία αναζητούν μια διάγνωση για να εξηγήσουν όσα αισθάνονται και βιώνουν;
Μέσα από τα social media, τα διαδικτυακά τεστ και τις προσωπικές ιστορίες άλλων, πολλά κορίτσια έρχονται σε επαφή με περιγραφές ψυχικών δυσκολιών στις οποίες όχι μόνο αναγνωρίζουν τον εαυτό τους, αλλά κάποιες φορές, έχουν φτάσει στο σημείο να έχουν διαμορφώσει μια πιθανή διάγνωση πριν καν ακόμα συζητήσουν τις ανησυχίες τους με έναν ειδικό. Τι μπορεί να κρύβεται πίσω από αυτή την ανάγκη; Ίσως, για κάποια κορίτσια, μια διάγνωση να μην είναι μόνο μια εξήγηση, αλλά και ένας τρόπος να αισθανθούν ότι κάποιος επιτέλους καταλαβαίνει τι τους συμβαίνει.
Η εφηβεία είναι μια περίοδος όπου το ερώτημα “ποια είμαι;” γίνεται πολύ έντονο. Οι αλλαγές στο σώμα, οι φιλίες, η ανάγκη για αποδοχή, οι συγκρίσεις με τους άλλους και οι προσδοκίες του περιβάλλοντος μπορούν να δημιουργήσουν μεγάλη εσωτερική πίεση. Το κορίτσια συχνά αισθάνονται ότι πρέπει να είναι επιτυχημένα, κοινωνικά, ευχάριστα, συναισθηματικά ισορροπημένα και όλα αυτά μαζί. Όταν δυσκολεύονται να ανταποκριθούν σε αυτές τις προσδοκίες, μπορεί να αναρωτιούνται τι δεν πάει καλά με εκείνες. Γιατί νιώθουν τόσο έντονα; Γιατί κουράζονται από τις κοινωνικές επαφές; Γιατί δυσκολεύονται να συγκεντρωθούν ή να διαχειριστούν το άγχος τους;
Μια διάγνωση μπορεί να προσφέρει ανακούφιση. Αντί να θεωρούν τον εαυτό τους υπερβολικό ή ανεπαρκή, αποκτούν μια διαφορετική ερμηνεία για τις δυσκολίες τους. Μπορεί ακόμα να συναντήσουν άλλους ανθρώπους με παρόμοιες εμπειρίες και να αισθανθούν λιγότερο μόνες. Τα social media ενισχύουν αυτή τη δυνατότητα σύνδεσης, παράλληλα όμως συχνά δίνουν απλουστευμένες περιγραφές σύνθετων ψυχικών καταστάσεων. Ένα βίντεο λίγων δευτερολέπτων μπορεί να παρουσιάζει τη δυσκολία συγκέντρωσης, την εαυσθησία στην κριτική ή την ανάγκη για απομόνωση ως χαρακτηριστικό μια συγκεκριμένης διαταραχής. Όταν κάποιος αναγνωρίζει τον εαυτό του σε αυτές τις περιγραφές, εύκολα μπορεί να καταλήξει σε ένα συμπέρασμα χωρίς να έχει εξετάσει άλλες πιθανές εξηγήσεις.
Όμως, μερικές φορές, το να αποδώσουμε τη δυσφορία μας σε μια συγκεκριμένη διαταραχή μας φαίνεται πιο εύκολο από το να διερευνήσουμε τι την προκαλεί. Είναι διαφορετικό να πούμε “έχω άγχος” και διαφορετικό να αναρρωτηθούμε τι μας φοβίζει, ποιες σχέσεις μας πιέζουν ή ποιες ανάγκες μας παραμένουν ανεκπλήρωτες. Η πρώτη απάντηση μπορεί να μας δίνει μια αίσθηση βεβαιότητας, η δεύτερη απαιτεί χρόνο, αμφιβολία και ουσιαστική επαφή με τον εαυτό μας. Αυτό δεν σημαίνει πως οι δυσκολίες τους είναι λιγότερο πραγματικές ή ότι οι διαγνώσεις τους είναι λανθασμένες γιατί όντως, κάποια κορίτσια έχουν νευροαναπτυξιακές ή ψυχικές δυσκολίες που δεν αναγνωρίστηκαν εγκαίρως. Η ενημέρωση μπορεί να τα βοηθήσει να ζητήσουν αξιολόγηση και υποστήριξη. Όμως, η αυτοδιάγνωση δεν μπορεί να αντικαταστήσει την αξιολόγηση από έναν επαγγελματία. Ίσως το σημαντικότερο δεν είναι αν τα κορίτσια αναζητούν υπερβολικά διαγνώσεις, αλλά να αναρρωτηθούμε εάν τους προφέρουμε αρκετό χώρο για να μιλήσουν για όσα βιώνουν, χωρίς να τα χαρακτηρίζουμε υπερβολικά ευαίσθητα, δραματικά ή απλώς “στην εφηβεία”.
Γιατί πίσω από την ερώτηση “τι έχω;” μπορεί να βρίσκεται μια άλλη, πιο προσωπική: “Μπορεί κάποιος να καταλάβει αυτό που περνάω, χωρίς να χρειάζεται πρώτα να του δώσω ένα όνομα;”







