
Όσοι έχουμε κάνει ψυχοθεραπεία, είναι πολύ πιθανό να έχουμε ακούσει τη φράση: “μείνε με αυτό”, και ίσως να σκεφτήκαμε: “μα γιατί; αφού με ενοχλεί, μου είναι δυσάρεστο, με πονάει και θέλω να φύγει”.
Και εδώ που τα λέμε είναι μια απολύτως φυσιολογική αντίδραση. Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε μάθει να αποφεύγουμε τα δύσκολα συναισθήματα. Να τα εξηγούμε λογικά, να τα διώχνουμε, να αποσπάμε την προσοχή μας ή να κάνουμε οτιδήποτε άλλο για να μην τα νιώσουμε. Όμως, όταν ένας ψυχοθεραπευτής λέει «μείνε με αυτό το συναίσθημα», δεν μας ζητάει να υποφέρουμε περισσότερο. Μας προτείνει να κάνουμε κάτι διαφορετικό από αυτό που κάνουμε συνήθως.
Το να μείνουμε με ένα συναίσθημα σημαίνει να του επιτρέψουμε να υπάρχει για λίγο, χωρίς να προσπαθήσουμε αμέσως να το αλλάξουμε ή να το εξαφανίσουμε. Σημαίνει να στρέψουμε την προσοχή μας προς τα μέσα και να αναρωτηθούμε: «Τι ακριβώς νιώθω αυτή τη στιγμή; Πού το αισθάνομαι στο σώμα μου; Πόσο έντονο είναι; Τι μπορεί να προσπαθεί να μου πει;» Δεν χρειάζεται να βρούμε αμέσως απαντήσεις, ούτε να το αναλύσουμε. Αρκεί να του δώσουμε λίγο χώρο που μάλλον αυτό είναι και το πιο δύσκολο γιατί οι άνθρωποι αποφεύγουμε τον πόνο. Όταν εμφανίζεται ένα δυσάρεστο συναίσθημα, αμέσως θέλουμε να το διωξουμε, με διάφορους τρόπους. Άλλοι δίνουν όλη τους την ενέργεια στη δουλειά τους, άλλοι χάνονται με τις ώρες σε μια οθόνη άλλοι καταφεύγουν στο φαγητό, στο αλκοόλ, στον ύπνο και αρκετοί με ατελείωτη σκέψη, πιστεύοντας ότι αν καταλάβουν το “γιατί” θα σταματήσουν να νιώθουν έτσι.
Όλοι αυτοί οι τρόποι μπορεί να προσφέρουν μια προσωρινή ανακούφιση. Αλλά, το συναίσθημα δεν εξαφανίζεται. Απλώς περιμένει την επόμενη ευκαιρία να εμφανιστεί. Και εδώ βρίσκεται ένα από τα παράδοξα: όσο περισσότερο παλεύουμε να μη νιώσουμε κάτι, τόσο περισσότερο εκείνο επιμένει να ζητά την προσοχή μας.
Τα συναισθήματα, ακόμη και τα πιο δυσάρεστα, δεν είναι εχθροί μας. Ο φόβος μπορεί να μας λέει ότι αντιλαμβανόμαστε μια απειλή ή μια αβεβαιότητα. Η λύπη μάς θυμίζει ότι χάσαμε κάτι σημαντικό για εμάς. Ο θυμός συχνά δείχνει ότι κάποιο όριό μας παραβιάστηκε ή ότι κάποια ανάγκη μας δεν ακούστηκε. Η ενοχή μπορεί να μας φέρνει σε επαφή με τις αξίες μας και να μας κινητοποιεί να επανορθώσουμε όταν θεωρούμε ότι έχουμε πληγώσει ή αδικήσει κάποιον.
Όταν προσπαθούμε να διώξουμε γρήγορα αυτά τα συναισθήματα, συχνά χάνουμε το μήνυμα που μεταφέρουν. Όταν όμως τους επιτρέπουμε να υπάρχουν για λίγο, μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα τον εαυτό μας, τις ανάγκες μας και τις επιλογές που έχουμε μπροστά μας. Δεν σημαίνει ότι το συναίσθημα θα είναι ευχάριστο. Σημαίνει όμως ότι σταματάει να είναι κάτι από το οποίο πρέπει να τρέχουμε να ξεφύγουμε.
Το να μένω με το συναίσθημά μου δεν σημαίνει ότι βυθίζομαι μέσα σε αυτό. Δεν σημαίνει ότι αφήνω τη θλίψη ή τον φόβο να με καταπιούν ή ότι ταυτίζομαι μαζί τους. Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο να παρατηρώ ένα συναίσθημα και στο να πιστεύω ότι αυτό το συναίσθημα είναι όλη μου η πραγματικότητα. Το πρώτο δημιουργεί χώρο και κατανόηση. Το δεύτερο οδηγεί συχνά στον εγκλωβισμό.
Αυτός είναι και ο λόγος που στη θεραπεία ο στόχος δεν είναι να μάθουμε να υποφέρουμε περισσότερο. Ο στόχος είναι να αναπτύξουμε την ικανότητα να αντέχουμε τα δύσκολα συναισθήματα χωρίς να χρειάζεται να τα αποφεύγουμε ή να τα φοβόμαστε. Όσο περισσότερο καλλιεργούμε αυτή την ικανότητα, τόσο περισσότερο διαπιστώνουμε ότι τα συναισθήματα έχουν μια φυσική πορεία. Έρχονται, κορυφώνονται και, αργά ή γρήγορα, υποχωρούν. Δεν μένουν για πάντα, ακόμη κ όταν εκείνη τη στιγμή μοιάζει αδύνατο να το πιστέψουμε.
Την επόμενη φορά που ίσως ακούσουμε τον ψυχοθεραπευτή μας να λέει “μείνε λίγο με αυτό” να καταλάβουμε πως δεν μας ζητάει να αντέξουμε περισσότερο πόνο, αλλά να μας προσκαλεί να σταματήσουμε έστω και για λίγο να δούμε αυτό που συμβαίνει μέσα μας με περισσότερη περιέργεια και λιγότερο φόβο. Γιατί τις περισσότερες φορές αυτό που προσπαθούμε με κάθε τρόπο να αποφύγουμε είναι ακριβώς αυτό που έχει περισσότερο ανάγκη να ακουστεί.








