“Μήπως έχω κάτι;” Γιατί τόσα κορίτσια στην εφηβεία αναζητούν μια διάγνωση;


Σε πρόσφατο άρθρο τους με τίτλο “Why are so many teenage girls seeking a mental health diagnosis?”, οι The Times θέτουν ένα ενδιαφέρον ερώτημα: γιατί όλο και περισσότερα κορίτσια που βρίσκονται στην εφηβεία αναζητούν μια διάγνωση για να εξηγήσουν όσα αισθάνονται και βιώνουν;

Μέσα από τα social media, τα διαδικτυακά τεστ και τις προσωπικές ιστορίες άλλων, πολλά κορίτσια έρχονται σε επαφή με περιγραφές ψυχικών δυσκολιών στις οποίες όχι μόνο αναγνωρίζουν τον εαυτό τους, αλλά κάποιες φορές, έχουν φτάσει στο σημείο να έχουν διαμορφώσει μια πιθανή διάγνωση πριν καν ακόμα συζητήσουν τις ανησυχίες τους με έναν ειδικό. Τι μπορεί να κρύβεται πίσω από αυτή την ανάγκη; Ίσως, για κάποια κορίτσια, μια διάγνωση να μην είναι μόνο μια εξήγηση, αλλά και ένας τρόπος να αισθανθούν ότι κάποιος επιτέλους καταλαβαίνει τι τους συμβαίνει.

Η εφηβεία είναι μια περίοδος όπου το ερώτημα “ποια είμαι;” γίνεται πολύ έντονο. Οι αλλαγές στο σώμα, οι φιλίες, η ανάγκη για αποδοχή, οι συγκρίσεις με τους άλλους και οι προσδοκίες του περιβάλλοντος μπορούν να δημιουργήσουν μεγάλη εσωτερική πίεση. Το κορίτσια συχνά αισθάνονται ότι πρέπει να είναι επιτυχημένα, κοινωνικά, ευχάριστα, συναισθηματικά ισορροπημένα και όλα αυτά μαζί. Όταν δυσκολεύονται να ανταποκριθούν σε αυτές τις προσδοκίες, μπορεί να αναρωτιούνται τι δεν πάει καλά με εκείνες. Γιατί νιώθουν τόσο έντονα; Γιατί κουράζονται από τις κοινωνικές επαφές; Γιατί δυσκολεύονται να συγκεντρωθούν ή να διαχειριστούν το άγχος τους;

Μια διάγνωση μπορεί να προσφέρει ανακούφιση. Αντί να θεωρούν τον εαυτό τους υπερβολικό ή ανεπαρκή, αποκτούν μια διαφορετική ερμηνεία για τις δυσκολίες τους. Μπορεί ακόμα να συναντήσουν άλλους ανθρώπους με παρόμοιες εμπειρίες και να αισθανθούν λιγότερο μόνες. Τα social media ενισχύουν αυτή τη δυνατότητα σύνδεσης, παράλληλα όμως συχνά δίνουν απλουστευμένες περιγραφές σύνθετων ψυχικών καταστάσεων. Ένα βίντεο λίγων δευτερολέπτων μπορεί να παρουσιάζει τη δυσκολία συγκέντρωσης, την εαυσθησία στην κριτική ή την ανάγκη για απομόνωση ως χαρακτηριστικό μια συγκεκριμένης διαταραχής. Όταν κάποιος αναγνωρίζει τον εαυτό του σε αυτές τις περιγραφές, εύκολα μπορεί να καταλήξει σε ένα συμπέρασμα χωρίς να έχει εξετάσει άλλες πιθανές εξηγήσεις.

Όμως, μερικές φορές, το να αποδώσουμε τη δυσφορία μας σε μια συγκεκριμένη διαταραχή μας φαίνεται πιο εύκολο από το να διερευνήσουμε τι την προκαλεί. Είναι διαφορετικό να πούμε “έχω άγχος” και διαφορετικό να αναρρωτηθούμε τι μας φοβίζει, ποιες σχέσεις μας πιέζουν ή ποιες ανάγκες μας παραμένουν ανεκπλήρωτες. Η πρώτη απάντηση μπορεί να μας δίνει μια αίσθηση βεβαιότητας, η δεύτερη απαιτεί χρόνο, αμφιβολία και ουσιαστική επαφή με τον εαυτό μας. Αυτό δεν σημαίνει πως οι δυσκολίες τους είναι λιγότερο πραγματικές ή ότι οι διαγνώσεις τους είναι λανθασμένες γιατί όντως, κάποια κορίτσια έχουν νευροαναπτυξιακές ή ψυχικές δυσκολίες που δεν αναγνωρίστηκαν εγκαίρως. Η ενημέρωση μπορεί να τα βοηθήσει να ζητήσουν αξιολόγηση και υποστήριξη. Όμως, η αυτοδιάγνωση δεν μπορεί να αντικαταστήσει την αξιολόγηση από έναν επαγγελματία. Ίσως το σημαντικότερο δεν είναι αν τα κορίτσια αναζητούν υπερβολικά διαγνώσεις, αλλά να αναρρωτηθούμε εάν τους προφέρουμε αρκετό χώρο για να μιλήσουν για όσα βιώνουν, χωρίς να τα χαρακτηρίζουμε υπερβολικά ευαίσθητα, δραματικά ή απλώς “στην εφηβεία”.
Γιατί πίσω από την ερώτηση “τι έχω;” μπορεί να βρίσκεται μια άλλη, πιο προσωπική: “Μπορεί κάποιος να καταλάβει αυτό που περνάω, χωρίς να χρειάζεται πρώτα να του δώσω ένα όνομα;”




Πώς να είμαστε καλά όταν ο κόσμος δεν είναι καλά;

Υπάρχουν πρωινά που, πριν ακόμη σηκωθούμε από το κρεβάτι, έχουμε ήδη έρθει αντιμέτωποι με τα προβλήματα του κόσμου. Με το κινητό μέσα σε λίγα λεπτά έχουμε διαβάσει για έναν πόλεμο, μια καταστροφή, ένα έγκλημα, μια πολιτική κρίση. Και μετά πρέπει να σηκωθούμε, να πάμε στη δουλειά μας, να συνεχίσουμε κανονικά τη ζωή μας. Μπορούμε να είμαστε καλά όταν γύρω μας συμβαίνουν τόσα άσχημα πράγματα;  

Το να ενημερωνόμαστε είναι σημαντικό αλλά όταν η ενημέρωση γίνεται συνεχής έκθεση σε αρνητικές ειδήσεις; Θα απαντήσει κάποιος “τότε σταμάτα να ακούς και να διαβάζεις ειδήσεις που ξέρεις πως στο τέλος θα σε κάνουν να αισθανθείς χειρότερα”. 

Γιατί όμως δυσκολευόμαστε να σταματήσουμε; Δεν είμαστε όλοι δημοσιογράφοι για να ενημερωνόμαστε και να ξέρουμε κάθε στιγμή τι γίνεται για να καταγράφουμε μια είδηση. Ίσως να είναι η ανάγκη να αισθανόμαστε ότι έχουμε τον έλεγχο. Όταν ακούμε μια είδηση που φαίνεται πρωτοφανής, απίστευτη, θέλουμε να ξέρουμε τι συμβαίνει, τι θα γίνει μετά, αν υπάρχει κάποια εξέλιξη.

Όμως, περισσότερη πληροφορία δεν σημαίνει και περισσότερος έλεγχος αλλά ίσως περισσότερη εγρήγορση η οποία κουράζει. Δεν χρειάζεται να ξέρουμε τα πάντα για να νοιαζόμαστε. Άλλο ενημερώνομαι και άλλο εκτίθεμαι όλη την ώρα. Μπορούμε να επιλέγουμε πότε και πόσο θα ενημερωνόμαστε. 

Κάποιος μπορεί να σκεφτεί “μπορώ, επιτρέπεται να είμαι χαρούμενος όταν οι άνθρωποι γύρω μου υποφέρουν;” Η δική μας χαρά δεν ακυρώνει τον πόνο του διπλανού μας. Μπορούμε να γνωρίζουμε ότι ο κόσμος μπορεί να υποφέρει και ταυτόχρονα να χαιρόμαστε όταν περνάμε χρόνο και απολαμβάνουμε πράγματα μ’έναν αγαπημένο μας. Μπορούμε να νοιαζόμαστε και ταυτόχρονα να ζούμε.  

Μπορούμε να συγκινούμαστε από μια είδηση και λίγο αργότερα να γελάμε. Αυτές οι δύο καταστάσεις δεν αλληλοαναιρούνται. Ψυχική ανθεκτικότητα δεν σημαίνει ότι δεν μας επηρεάζει τίποτα. Σημαίνει ότι μπορούμε να νιώθουμε χωρίς να μας κατακλύζουν τα συναισθήματά μας.

Να ενημερωνόμαστε χωρίς να παρακολουθούμε τα πάντα, να ενδιαφερόμαστε χωρίς να αισθανόμαστε υπεύθυνοι να λύσουμε όλα τα προβλήματα του κόσμου, να αναγνωρίζουμε την πραγματικότητα χωρίς να χάνουμε την επαφή με τη δική μας πραγματικότητα. Να επιλέγουμε αξιόπιστες πηγές, κάποιες ώρες της ημέρας να τις κρατάμε χωρίς ειδήσεις και κοινωνικά δίκτυα όχι ως άρνηση της πραγματικότητας, αλλά για να ξεκουράζουμε το μυαλό μας. Το σημαντικότερο είναι να μπορούμε να παρατηρούμε τον εαυτό μας, να είμαστε σε επαφή μ’εμάς. 

Ίσως τελικά το ερώτημα δεν είναι «πώς να είμαστε καλά όταν ο κόσμος δεν είναι καλά;» αλλά “πώς μπορώ να νοιάζομαι για τον κόσμο χωρίς να χάνω τον εαυτό μου μέσα σε αυτόν;” 

Ο κόσμος μπορεί να μην είναι πάντα καλά.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι απαγορεύεται σε εμάς να είμαστε.

Πότε η φροντίδα των άλλων γίνεται παραμέληση του εαυτού μας;

Έχουμε μάθει να θεωρούμε τη φροντίδα των άλλων κάτι καλό και σωστό. Να είμαστε εκεί, να ακούμε, να βοηθάμε, να καταλαβαίνουμε, να στηρίζουμε. Και πράγματι, η φροντίδα είναι σημαντική για τις σχέσεις μας. Τι γίνεται όμως όταν προσπαθούμε να είμαστε εκεί για όλους, αρχίζουμε να απουσιάζουμε από τη δική μας ζωή;

Υπάρχουν άνθρωποι που δυσκολεύονται να πουν ‘όχι’, ακόμη κ όταν είναι κουρασμένοι. Που βάζουν τις ανάγκες των άλλων πρώτες γιατί φοβούνται μήπως τους απογοητεύσουν, που αισθάνονται ενοχές όταν επιλέγουν τον εαυτό τους ή όταν χρειάζονται λίγο χρόνο και χώρο μόνο για εκείνους. Τότε, μπορεί η φροντίδα να αρχίσει να γίνεται παραμέληση του εαυτού μας. Το να φροντίζουμε τους άλλους δεν σημαίνει ότι πρέπει να ξεχνάμε εμάς. Δεν χρειάζεται να είμαστε πάντα διαθέσιμοι, δυνατοί και πρόθυμοι να λύσουμε τα προβλήματα των άλλων γιατί έχουμε κ εμείς ανάγκες, όρια, επιθυμίες και στιγμές που χρειαζόμαστε φροντίδα.

Το ‘όχι’ δεν σημαίνει ότι αγαπάμε λιγότερο, το να πάρουμε απόσταση δεν σημαίνει ότι αδιαφορούμε, το να ξεκουραστούμε δεν σημαίνει ότι είμαστε εγωιστές.

Η φροντίδα του εαυτού μας δεν είναι πολυτέλεια, ούτε εγωισμός αλλά ένας τρόπος να θυμόμαστε ότι κ εμείς αξίζουμε την ίδια κατανόηση και τρυφερότητα που προσφέρουμε στους άλλους. Ίσως λοιπόν, πριν ρωτήσουμε “τι χρειάζεται ο άλλος από μένα” να κάνουμε μια διαφορετική ερώτηση: “χρειάζομαι εγώ αυτή τη στιγμή;”

Γιατί δεν μπορούμε να είμαστε παρόντες για τους άλλους όταν έχουμε μάθει να απουσιάζουμε από τον εαυτό μας.

Σοφία, Πίστη, Ελπίδα, Αγάπη

Σήμερα γιορτάζουν η Σοφία, η Πίστη, η Ελπίδα και η Αγάπη. Τέσσερις λέξεις που για τον καθένα μας έχουν διαφορετικό νόημα, αλλά ίσως έχουν κάτι κοινό: μας θυμίζουν όσα χρειαζόμαστε περισσότερο όταν η ζωή γίνεται δύσκολη.

Σοφία είναι να μαθαίνουμε να ακούμε τον εαυτό μας και να αναγνωρίζουμε τι πραγματικά χρειαζόμαστε. Πίστη να συνεχίζουμε, ακόμη κι όταν δεν έχουμε όλες τις απαντήσεις. Να πιστεύουμε στον εαυτό μας, στους ανθρώπους που αγαπάμε ή σε κάτι μεγαλύτερο από εμάς.

Ελπίδα είναι εκείνο το μικρό φως που μας βοηθά να κοιτάμε λίγο πιο πέρα από τη δυσκολία της στιγμής. Δεν σημαίνει ότι αγνοούμε την πραγματικότητα,  σημαίνει ότι αφήνουμε χώρο στην πιθανότητα πως τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν.

Και Αγάπη είναι η σύνδεση. Με τους άλλους, αλλά και με τον ίδιο μας τον εαυτό. Είναι η αποδοχή, η φροντίδα, η παρουσία και η κατανόηση.

Ίσως τελικά αυτές οι τέσσερις λέξεις να είναι κάτι περισσότερο από μια γιορτινή ευχή. Να είναι τέσσερις υπενθυμίσεις για τις μέρες που δυσκολευόμαστε.

Να έχουμε τη σοφία να ακούμε τον εαυτό μας, την πίστη να συνεχίζουμε, την ελπίδα να περιμένουμε το καλύτερο και την αγάπη να μας θυμίζει πως δεν χρειάζεται να τα περνάμε όλα μόνοι.

Εντός της δυναμώνει το σθένος της αρνήσεως. Η άρνηση να παραδοθεί, να λυγίσει, να τα παρατήσει.

Υπάρχουν στιγμές στη ζωή που νιώθουμε πως δεν έχουμε άλλες δυνάμεις. Έχουμε κουραστεί, έχουμε απογοητευτεί, έχουμε προσπαθήσει ξανά και ξανά. Κι όμως, κάπου βαθιά μέσα μας υπάρχει κάτι που επιμένει. Μια μικρή, επίμονη φωνή που λέει: «Όχι ακόμη.»

Ίσως αυτή να είναι μία από τις πιο σιωπηλές μορφές δύναμης. Όχι η δύναμη εκείνου που δεν φοβάται ή δεν λυγίζει ποτέ, αλλά η δύναμη εκείνου που, ακόμη και μέσα στη δυσκολία, αρνείται να εγκαταλείψει τον εαυτό του. Ψυχική ανθεκτικότητα δεν σημαίνει ότι δεν θα πονέσουμε. Δεν σημαίνει ότι δεν θα κλάψουμε, ότι δεν θα αμφιβάλλουμε ή ότι δεν θα χρειαστούμε βοήθεια. Σημαίνει ότι μπορούμε να περάσουμε μέσα από όλα αυτά χωρίς να πιστέψουμε πως η δυσκολία είναι όλη η ιστορία μας.

Υπάρχει μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στο «δεν μπορώ άλλο» και στο «δεν μπορώ άλλο έτσι». Το πρώτο μοιάζει με παραίτηση. Το δεύτερο μπορεί να είναι η αρχή μιας αλλαγής. Ίσως δεν χρειάζεται να προσπαθήσουμε περισσότερο. Ίσως χρειάζεται να προσπαθήσουμε διαφορετικά. Να ζητήσουμε βοήθεια. Να ξεκουραστούμε. Να βάλουμε ένα όριο. Να αλλάξουμε κατεύθυνση, χωρίς να εγκαταλείψουμε αυτό που έχει πραγματικά σημασία για εμάς.

Και κάπου εκεί βρίσκεται η ουσία της ανθεκτικότητας. Στην αποδοχή ότι πονάμε, χωρίς να δεχόμαστε ότι ο πόνος θα αποφασίσει για το μέλλον μας. Στην αναγνώριση ότι φοβόμαστε, χωρίς να αφήνουμε τον φόβο να πάρει όλες τις αποφάσεις. Στο να μπορούμε να λυγίσουμε, χωρίς να θεωρούμε ότι σπάσαμε.

Δεν χρειάζεται να είμαστε δυνατοί κάθε μέρα. Υπάρχουν μέρες που απλώς θα επιβιώσουμε. Μέρες που το μόνο που θα μπορέσουμε να κάνουμε είναι να σηκωθούμε από το κρεβάτι, να μιλήσουμε σε έναν άνθρωπο που εμπιστευόμαστε ή να πούμε στον εαυτό μας «αύριο θα προσπαθήσω ξανά». Και αυτό είναι αρκετό. Γιατί η ελπίδα δεν είναι η βεβαιότητα ότι όλα θα πάνε καλά. Είναι η δυνατότητα να πιστεύουμε ότι ίσως υπάρχει και κάτι άλλο πέρα από αυτό που ζούμε σήμερα. Μερικές φορές δεν χρειάζεται να βλέπουμε ολόκληρο τον δρόμο. Αρκεί να βλέπουμε το επόμενο βήμα.

Και ίσως, τελικά, η δύναμή μας να μην βρίσκεται στις μεγάλες, ηρωικές αποφάσεις. Ίσως να βρίσκεται σε εκείνες τις μικρές στιγμές που, ενώ όλα μέσα μας λένε «παράτα τα», εμείς απαντάμε: «Όχι ακόμη.»

Σημείωση: Μέρος της φράσης του τίτλου «Εντός της δυναμώνει το σθένος της αρνήσεως» είναι από την ταινία «Μικρά Αγγλία». 

Σεπτέμβριος: Η δεύτερη Πρωτοχρονιά μας

Υπάρχει κάτι παράξενο με τον Σεπτέμβριο. Δεν αλλάζει μόνο η εποχή. Αλλάζει κάπως και ο τρόπος με τον οποίο βλέπουμε τη ζωή μας.

Μετά το καλοκαίρι, επιστρέφουμε στη δουλειά, στο σχολείο, στις υποχρεώσεις, στα προγράμματα, στην καθημερινότητά μας. Μαζί με αυτή την επιστροφή εμφανίζεται συχνά και μια άλλη σκέψη: «Από τον Σεπτέμβριο θα…» Οργανωθώ καλύτερα, θα αρχίσω γυμναστική, θα φροντίσω περισσότερο τον εαυτό μου, θα βάλω όρια, θα διαβάζω περισσότερο, θα αφήσω πίσω μου ό,τι με κουράζει.

Σαν να έχουμε, εκτός από την 1η Ιανουαρίου, μια δεύτερη ευκαιρία για μια νέα αρχή.

Ο Σεπτέμβριος είναι ένα φυσικό «ορόσημο». Μας βοηθά να χωρίσουμε νοητά τη ζωή μας σε περιόδους: πριν και μετά τις διακοπές, πριν και μετά την επιστροφή, πριν και μετά το καλοκαίρι. Κάθε τέτοιο ορόσημο μπορεί να μας κάνει να πάρουμε λίγη απόσταση από την καθημερινότητά μας και να αναρωτηθούμε: Πώς είμαι; Τι θέλω; Τι χρειάζομαι; Τι θα ήθελα να αλλάξει; Σαν να μας δίνει την αφορμή να κοιτάξουμε ξανά τη ζωή που ήδη έχουμε.
Να αναρωτηθούμε όχι μόνο τι θέλουμε να πετύχουμε, αλλά και πώς θέλουμε να νιώθουμε μέσα στην καθημερινότητά μας.

Γιατί μια νέα αρχή δεν χρειάζεται να σημαίνει μια νέα, «βελτιωμένη» εκδοχή του εαυτού μας. Μπορεί να σημαίνει κάτι πολύ πιο απλό: να επιστρέψουμε λίγο περισσότερο σε εμάς.

Η ενσυναίσθηση δεν σταματά στον άνθρωπο

Διάβασα την είδηση για τρεις χελώνες που βρέθηκαν βαμμένες με πορτοκαλί λαδομπογιά. Δεν γνωρίζουμε ποιος το έκανε ούτε τι σκεφτόταν εκείνη τη στιγμή. Και, ίσως, αυτό δεν είναι το πιο σημαντικό ερώτημα, αλλά πώς φτάνει ένας άνθρωπος στο σημείο να μη σταματήσει ούτε για μια στιγμή και να αναρωτηθεί: «Τι μπορεί να βιώνει αυτό το πλάσμα;»

Στην ψυχολογία μιλάμε συχνά για την ενσυναίσθηση ως την ικανότητα να αναγνωρίζουμε και να κατανοούμε τα συναισθήματα ενός άλλου ανθρώπου. Στην πραγματικότητα, όμως, η ενσυναίσθηση δεν περιορίζεται στις ανθρώπινες σχέσεις. Είναι η ικανότητά μας να αντιλαμβανόμαστε ότι και ένα άλλο ζωντανό ον μπορεί να αισθάνεται φόβο, πόνο, στρες ή αναστάτωση.

Δεν χρειάζεται να γνωρίζουμε ακριβώς πώς βιώνει τον κόσμο μια χελώνα για να αναγνωρίσουμε ότι αξίζει τον σεβασμό μας.

Κάποιες φορές η σκληρότητα δεν ξεκινά από την πρόθεση να προκαλέσουμε κακό. Ξεκινά από κάτι πιο ύπουλο: από τη στιγμή που ο άλλος παύει να υπάρχει ως ένα ον με εμπειρίες και συναισθήματα. Όταν γίνεται αντικείμενο, παιχνίδι, αφορμή για αστείο ή για λίγα λεπτά διασκέδασης.

Η ψυχολογία έχει μελετήσει αυτό το φαινόμενο. Όσο λιγότερο αντιλαμβανόμαστε τον άλλον ως ένα ον που νιώθει, τόσο πιο εύκολο γίνεται να αγνοήσουμε τον πόνο του. Αυτό μπορεί να αφορά έναν άνθρωπο, αλλά μπορεί να αφορά και ένα ζώο.

Η ενσυναίσθηση, όμως, δεν είναι μόνο ένα συναίσθημα. Είναι μια καθημερινή επιλογή. Είναι εκείνη η μικρή παύση πριν από κάθε πράξη. Η στιγμή που αναρωτιόμαστε: «Αν αυτό το πλάσμα μπορούσε να μου μιλήσει, τι θα μου έλεγε;»

Ίσως αυτή η ερώτηση να είναι πιο σημαντική από όσο νομίζουμε.

Γιατί η ποιότητα μιας κοινωνίας δεν φαίνεται μόνο στον τρόπο που φέρεται στους ανθρώπους της. Φαίνεται και στον τρόπο που αντιμετωπίζει τα πιο αδύναμα και ανυπεράσπιστα πλάσματα.

Πώς γίνεται να μη σε νοιάζει;

Είναι μια ερώτηση που οι περισσότεροι έχουμε ακούσει ή έχουμε κάνει κάποια στιγμή. Και πίσω της κρύβεται η πεποίθηση: ότι ο καλός άνθρωπος είναι εκείνος που νοιάζεται για τα πάντα. Για κάθε κοινωνικό ζήτημα, για κάθε δυσάρεστη είδηση, για κάθε άποψη που κυκλοφορεί, για κάθε άνθρωπο που ζητά την προσοχή του. Σαν να μετριέται η ευαισθησία μας με το πόσα πράγματα μας αγγίζουν.

Ζούμε σε μια εποχή που η προσοχή μας διεκδικείται διαρκώς. Οι ειδήσεις φτάνουν στο κινητό μας μέσα σε δευτερόλεπτα. Με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σχολιάζουμε, παίρνουμε θέση, θυμώνουμε, συγκινούμαστε, ανησυχούμε. Καθημερινά ερχόμαστε αντιμέτωποι με ιστορίες ανθρώπων που υποφέρουν, με γεγονότα που μας προκαλούν φόβο ή αγανάκτηση.

Σιγά σιγά δημιουργείται η αίσθηση ότι αν δεν ενημερωθούμε για κάτι, αν δεν έχουμε γνώμη ή αν δεν συγκινηθούμε αρκετά, σημαίνει πως αδιαφορούμε.

Αλλά η αλήθεια είναι διαφορετική. Η προσοχή μας έχει περιορισμένο ψυχικό χώρο. Δεν μπορούμε να τη μοιράζουμε απεριόριστα χωρίς κόστος. Κάθε φορά που κάτι τραβά την προσοχή μας, καταναλώνει χρόνο, σκέψη και συναισθηματική ενέργεια. Όπως ακριβώς το σώμα κουράζεται όταν ξοδεύει περισσότερη ενέργεια από όση μπορεί να αναπληρώσει, έτσι και ο ψυχισμός εξαντλείται όταν καλείται να επεξεργαστεί ασταμάτητα ερεθίσματα.

Ίσως αυτός να είναι ένας από τους λόγους που τόσοι άνθρωποι σήμερα αισθάνονται διαρκώς κουρασμένοι, ακόμη κι όταν δεν έχουν κάνει κάτι ιδιαίτερα απαιτητικό. Δεν είναι μόνο οι υποχρεώσεις που τους εξαντλούν. Είναι και η συνεχής κατανάλωση πληροφοριών, συναισθημάτων και ανησυχιών.

Κάπου εδώ εμφανίζεται μια έννοια: η επιλεκτική αδιαφορία. Η λέξη «αδιαφορία» δεν έχει καλή φήμη. Τη συνδέουμε με την ψυχρότητα, την έλλειψη ενσυναίσθησης ή την απάθεια. Όμως η επιλεκτική αδιαφορία δεν έχει καμία σχέση.

Υπάρχει μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στην απάθεια και στην επιλεκτική αδιαφορία.

Η απάθεια λέει: «Δεν με νοιάζει τίποτα.» Η επιλεκτική αδιαφορία λέει: «Με νοιάζουν βαθιά κάποια πράγματα. Ακριβώς γι’ αυτό επιλέγω συνειδητά να μη δώσω την ενέργειά μου σε όλα τα υπόλοιπα.» Δεν είναι έλλειψη ενδιαφέροντος, είναι επιλογή. Είναι η αναγνώριση ότι η προσοχή μας δεν είναι ανεξάντλητη και ότι χρειάζεται να τη διαχειριζόμαστε με τον ίδιο τρόπο που διαχειριζόμαστε τον χρόνο ή τη σωματική μας ενέργεια.

Στην ψυχολογία μιλάμε συχνά για τη σημασία των ορίων στις σχέσεις μας. Ίσως, όμως, χρειάζεται να αρχίσουμε να βάζουμε όρια και στην προσοχή μας. Να αναρωτιόμαστε όχι μόνο «τι μου ζητά την προσοχή;», αλλά και «τι αξίζει πραγματικά την προσοχή μου;».

Αυτό δεν σημαίνει ότι αγνοούμε τον κόσμο ή ότι αποφεύγουμε όσα μας δυσκολεύουν. Σημαίνει ότι αναγνωρίζουμε πως δεν μπορούμε να επηρεάσουμε τα πάντα και πως δεν χρειάζεται να κουβαλάμε το βάρος όλων.

Μερικές φορές η πιο υγιής επιλογή είναι να πούμε: «Δεν χρειάζεται να διαβάσω άλλη μία είδηση που θα με αναστατώσει χωρίς να μπορώ να αλλάξω κάτι.» «Δεν χρειάζεται να συμμετέχω σε κάθε διαδικτυακή αντιπαράθεση.» «Δεν χρειάζεται να έχω γνώμη για όλα.» «Δεν χρειάζεται να δώσω χώρο σε κάθε πρόσωπο ή κατάσταση που διεκδικεί την προσοχή μου.» Αυτές οι φράσεις δεν εκφράζουν αδιαφορία απέναντι στους άλλους, αλλά σεβασμό απέναντι στον εαυτό μας.

Γιατί όταν η προσοχή μας διασκορπίζεται παντού, στο τέλος δεν απομένει αρκετή για εκείνα που έχουν πραγματικά σημασία. Για τις σχέσεις μας. Για τους ανθρώπους που αγαπάμε. Για τις αξίες μας. Για τη δημιουργικότητά μας. Για την ξεκούρασή μας. Η επιλεκτική αδιαφορία δεν μας κάνει λιγότερο ευαίσθητους. Αντίθετα, μας βοηθά να διατηρήσουμε την ευαισθησία μας εκεί όπου μπορεί να έχει ουσιαστικό αντίκτυπο.

Ψυχική υγεία ισως να σημαίνει ότι μαθαίνουμε να επιλέγουμε ποιες μάχες αξίζει να δώσουμε και ποιες μπορούμε να αφήσουμε να περάσουν χωρίς ενοχές.

Γιατί τελικά η επιλεκτική αδιαφορία δεν είναι το αντίθετο της φροντίδας. Είναι ένας τρόπος να προστατεύσουμε τη δυνατότητά μας να συνεχίσουμε να φροντίζουμε – τους ανθρώπους που αγαπάμε, τις αξίες που μας καθοδηγούν και, ίσως το πιο δύσκολο από όλα, τον ίδιο μας τον εαυτό.

Όταν μια σχέση τελειώνει, πού πηγαίνει η αγάπη;

Όταν τελειώνει μια σχέση, συχνά πιστεύουμε ότι πρέπει να σταματήσει και η αγάπη. Όμως τα συναισθήματα δεν λειτουργούν σαν διακόπτης. Δεν εξαφανίζονται τη στιγμή που χωρίζουμε, ούτε επειδή αποφασίσαμε ότι «πρέπει να προχωρήσουμε».

Και τότε γεννιέται το ερώτημα: Πού πηγαίνει όλη αυτή η αγάπη;
Η αλήθεια είναι ότι δεν χρειάζεται να πάει πουθενά.

Η αγάπη δεν είναι κάτι που πετάμε στα σκουπίδια, ούτε κάτι που πρέπει να ανακυκλώσουμε για να αγαπήσουμε κάποιον άλλον. Είναι μια εμπειρία που μας διαμόρφωσε με εύκολο ή δύσκολο τρόπο. Έναν τρόπο με τον οποίο κάποιοι μάθαμε να συνδεόμαστε, να φροντίζουμε, να ελπίζουμε.

Αυτό που χρειάζεται να αφήσουμε πίσω μας δεν είναι η αγάπη, αλλά η προσκόλληση.
Η ανάγκη να συνεχίσει να υπάρχει μια σχέση που έχει ήδη τελειώσει. Με τον χρόνο, η αγάπη αλλάζει μορφή. Παύει να ζητά παρουσία, απαντήσεις ή επιστροφή. Γίνεται ανάμνηση, γνώση και ίσως και ευγνωμοσύνη. Γίνεται ένα κομμάτι της ιστορίας μας.

Ίσως τελικά ωριμότητα είναι όχι στο να πάψουμε να αγαπάμε κάποιον, αλλά, στο να αποδεχτούμε ότι μπορούμε να συνεχίσουμε να αγαπάμε, χωρίς να χρειάζεται να κρατάμε τον άνθρωπο αυτόν στη ζωή μας.

Η χρησιμότητα να κλείνουμε ανοιχτούς λογαριασμούς

Υπάρχουν άνθρωποι που, ενώ έχουν φύγει από τη ζωή μας, συνεχίζουν να υπάρχουν μέσα μας. Δεν είναι απαραίτητα εκείνοι που αγαπήσαμε περισσότερο. Συχνά είναι εκείνοι με τους οποίους έμεινε κάτι ανολοκλήρωτο. Μια κουβέντα που δεν ειπώθηκε ποτέ. Μια συγγνώμη που δεν δόθηκε. Μια εξήγηση που δεν ήρθε. Μια σχέση που τελείωσε χωρίς πραγματικό τέλος.

Αυτές τις εμπειρίες περιγράφονται συχνά ως «ανοιχτοί λογαριασμοί». Είναι καταστάσεις που δεν έχουν ολοκληρωθεί και γι’ αυτό συνεχίζουν να διεκδικούν χώρο στη σκέψη και στα συναισθήματά μας.

Πολλές φορές πιστεύουμε ότι κυνηγάμε έναν συγκεκριμένο άνθρωπο. Στην πραγματικότητα, μπορεί να κυνηγάμε αυτό που δεν καταφέραμε να ολοκληρώσουμε μαζί του. Όχι τον ίδιο, αλλά την ανάγκη μας να καταλάβουμε, να ακουστούμε, να δικαιωθούμε.

Όσο ένας ανοιχτός λογαριασμός παραμένει μέσα μας, υπάρχει ο κίνδυνος να επαναλαμβάνουμε το ίδιο μοτίβο με διαφορετικούς ανθρώπους. Σαν να προσπαθούμε να ξαναγράψουμε μια ιστορία, ελπίζοντας αυτή τη φορά με διαφορετική κατάληξη.

Το κλείσιμο ενός ανοιχτού λογαριασμού δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα συναντήσουμε ξανά τον άλλον άνθρωπο. Συχνά δεν είναι καν εφικτό. Η ολοκλήρωση είναι μια εσωτερική διεργασία. Μπορεί να έρθει μέσα από την κατανόηση, την αποδοχή ή ακόμη και μέσα από την παραδοχή ότι δεν θα πάρουμε ποτέ όλες τις απαντήσεις που θα θέλαμε. Και σ’αυτή τη συνειδητοποίηση που συνήθως παίρνει χρόνο, βοηθάει πολύ η ψυχοθεραπεία.

Ωριμότητα δεν σημαίνει να έχουμε όλες τις απαντήσεις και εξηγήσεις.  Βρίσκεται στο να μπορούμε να συνεχίσουμε τη ζωή μας ακόμη και όταν κάποιες ιστορίες έμειναν ανολοκλήρωτες.

Γιατί τελικά, δεν μας κρατούν πίσω πάντα οι άνθρωποι αλλά οι ανοιχτοί λογαριασμοί που δεν καταφέραμε ποτέ να κλείσουμε.