Στη σύγχρονη εργασιακή πραγματικότητα, πολλοί άνθρωποι δυσκολεύονται να βάλουν όρια. Το να πουν «όχι», να μην απαντήσουν σε μηνύματα εκτός ωραρίου ή να αρνηθούν μια επιπλέον υποχρέωση συχνά συνοδεύεται από ενοχή, φόβο ή άγχος. Αντί να θεωρείται ένδειξη αυτοσεβασμού, το όριο πολλές φορές εκλαμβάνεται ως αδυναμία ή έλλειψη επαγγελματισμού.
Σε κάποιες χώρες, αυτή η δυσκολία συνδέεται και με την ιδιαίτερη εργασιακή κουλτούρα των τελευταίων ετών. Η οικονομική ανασφάλεια, οι χαμηλοί μισθοί, ο φόβος της ανεργίας και η πίεση για συνεχή απόδοση έχουν κάνει πολλούς εργαζόμενους να αισθάνονται πως πρέπει να είναι διαρκώς διαθέσιμοι και ευγνώμονες απλώς και μόνο επειδή έχουν δουλειά. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η υπερπροσπάθεια συχνά κανονικοποιείται και η κόπωση υποτιμάται.
Ωστόσο, τα όρια δεν είναι έτσι απλά ‘βάζω όρια” γιατί πρέπει. Είναι αναγκαία για την ψυχική ισορροπία και τη μακροπρόθεσμη αντοχή. Όταν ένας άνθρωπος ξεπερνά συνεχώς τις αντοχές του, αυξάνονται το στρες, η εξάντληση και η συναισθηματική φθορά. Αντίθετα, όταν μαθαίνει να αναγνωρίζει τι μπορεί και τι δεν μπορεί να αντέξει, προστατεύει όχι μόνο την ψυχική του υγεία αλλά και την ποιότητα της εργασίας του.
Το «όχι» δεν είναι αδιαφορία για τη δουλειά. Είναι μια υγιής στάση απέναντι στον εαυτό μας. Και σε μια εποχή όπου η επαγγελματική πίεση συχνά θεωρείται φυσιολογική, το να βάζουμε όρια ίσως είναι μία από τις πιο σημαντικές πράξεις αυτοφροντίδας.






