Η ενσυναίσθηση δεν σταματά στον άνθρωπο

Διάβασα την είδηση για τρεις χελώνες που βρέθηκαν βαμμένες με πορτοκαλί λαδομπογιά. Δεν γνωρίζουμε ποιος το έκανε ούτε τι σκεφτόταν εκείνη τη στιγμή. Και, ίσως, αυτό δεν είναι το πιο σημαντικό ερώτημα, αλλά πώς φτάνει ένας άνθρωπος στο σημείο να μη σταματήσει ούτε για μια στιγμή και να αναρωτηθεί: «Τι μπορεί να βιώνει αυτό το πλάσμα;»

Στην ψυχολογία μιλάμε συχνά για την ενσυναίσθηση ως την ικανότητα να αναγνωρίζουμε και να κατανοούμε τα συναισθήματα ενός άλλου ανθρώπου. Στην πραγματικότητα, όμως, η ενσυναίσθηση δεν περιορίζεται στις ανθρώπινες σχέσεις. Είναι η ικανότητά μας να αντιλαμβανόμαστε ότι και ένα άλλο ζωντανό ον μπορεί να αισθάνεται φόβο, πόνο, στρες ή αναστάτωση.

Δεν χρειάζεται να γνωρίζουμε ακριβώς πώς βιώνει τον κόσμο μια χελώνα για να αναγνωρίσουμε ότι αξίζει τον σεβασμό μας.

Κάποιες φορές η σκληρότητα δεν ξεκινά από την πρόθεση να προκαλέσουμε κακό. Ξεκινά από κάτι πιο ύπουλο: από τη στιγμή που ο άλλος παύει να υπάρχει ως ένα ον με εμπειρίες και συναισθήματα. Όταν γίνεται αντικείμενο, παιχνίδι, αφορμή για αστείο ή για λίγα λεπτά διασκέδασης.

Η ψυχολογία έχει μελετήσει αυτό το φαινόμενο. Όσο λιγότερο αντιλαμβανόμαστε τον άλλον ως ένα ον που νιώθει, τόσο πιο εύκολο γίνεται να αγνοήσουμε τον πόνο του. Αυτό μπορεί να αφορά έναν άνθρωπο, αλλά μπορεί να αφορά και ένα ζώο.

Η ενσυναίσθηση, όμως, δεν είναι μόνο ένα συναίσθημα. Είναι μια καθημερινή επιλογή. Είναι εκείνη η μικρή παύση πριν από κάθε πράξη. Η στιγμή που αναρωτιόμαστε: «Αν αυτό το πλάσμα μπορούσε να μου μιλήσει, τι θα μου έλεγε;»

Ίσως αυτή η ερώτηση να είναι πιο σημαντική από όσο νομίζουμε.

Γιατί η ποιότητα μιας κοινωνίας δεν φαίνεται μόνο στον τρόπο που φέρεται στους ανθρώπους της. Φαίνεται και στον τρόπο που αντιμετωπίζει τα πιο αδύναμα και ανυπεράσπιστα πλάσματα.

Πώς γίνεται να μη σε νοιάζει;

Είναι μια ερώτηση που οι περισσότεροι έχουμε ακούσει ή έχουμε κάνει κάποια στιγμή. Και πίσω της κρύβεται η πεποίθηση: ότι ο καλός άνθρωπος είναι εκείνος που νοιάζεται για τα πάντα. Για κάθε κοινωνικό ζήτημα, για κάθε δυσάρεστη είδηση, για κάθε άποψη που κυκλοφορεί, για κάθε άνθρωπο που ζητά την προσοχή του. Σαν να μετριέται η ευαισθησία μας με το πόσα πράγματα μας αγγίζουν.

Ζούμε σε μια εποχή που η προσοχή μας διεκδικείται διαρκώς. Οι ειδήσεις φτάνουν στο κινητό μας μέσα σε δευτερόλεπτα. Με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σχολιάζουμε, παίρνουμε θέση, θυμώνουμε, συγκινούμαστε, ανησυχούμε. Καθημερινά ερχόμαστε αντιμέτωποι με ιστορίες ανθρώπων που υποφέρουν, με γεγονότα που μας προκαλούν φόβο ή αγανάκτηση.

Σιγά σιγά δημιουργείται η αίσθηση ότι αν δεν ενημερωθούμε για κάτι, αν δεν έχουμε γνώμη ή αν δεν συγκινηθούμε αρκετά, σημαίνει πως αδιαφορούμε.

Αλλά η αλήθεια είναι διαφορετική. Η προσοχή μας έχει περιορισμένο ψυχικό χώρο. Δεν μπορούμε να τη μοιράζουμε απεριόριστα χωρίς κόστος. Κάθε φορά που κάτι τραβά την προσοχή μας, καταναλώνει χρόνο, σκέψη και συναισθηματική ενέργεια. Όπως ακριβώς το σώμα κουράζεται όταν ξοδεύει περισσότερη ενέργεια από όση μπορεί να αναπληρώσει, έτσι και ο ψυχισμός εξαντλείται όταν καλείται να επεξεργαστεί ασταμάτητα ερεθίσματα.

Ίσως αυτός να είναι ένας από τους λόγους που τόσοι άνθρωποι σήμερα αισθάνονται διαρκώς κουρασμένοι, ακόμη κι όταν δεν έχουν κάνει κάτι ιδιαίτερα απαιτητικό. Δεν είναι μόνο οι υποχρεώσεις που τους εξαντλούν. Είναι και η συνεχής κατανάλωση πληροφοριών, συναισθημάτων και ανησυχιών.

Κάπου εδώ εμφανίζεται μια έννοια: η επιλεκτική αδιαφορία. Η λέξη «αδιαφορία» δεν έχει καλή φήμη. Τη συνδέουμε με την ψυχρότητα, την έλλειψη ενσυναίσθησης ή την απάθεια. Όμως η επιλεκτική αδιαφορία δεν έχει καμία σχέση.

Υπάρχει μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στην απάθεια και στην επιλεκτική αδιαφορία.

Η απάθεια λέει: «Δεν με νοιάζει τίποτα.» Η επιλεκτική αδιαφορία λέει: «Με νοιάζουν βαθιά κάποια πράγματα. Ακριβώς γι’ αυτό επιλέγω συνειδητά να μη δώσω την ενέργειά μου σε όλα τα υπόλοιπα.» Δεν είναι έλλειψη ενδιαφέροντος, είναι επιλογή. Είναι η αναγνώριση ότι η προσοχή μας δεν είναι ανεξάντλητη και ότι χρειάζεται να τη διαχειριζόμαστε με τον ίδιο τρόπο που διαχειριζόμαστε τον χρόνο ή τη σωματική μας ενέργεια.

Στην ψυχολογία μιλάμε συχνά για τη σημασία των ορίων στις σχέσεις μας. Ίσως, όμως, χρειάζεται να αρχίσουμε να βάζουμε όρια και στην προσοχή μας. Να αναρωτιόμαστε όχι μόνο «τι μου ζητά την προσοχή;», αλλά και «τι αξίζει πραγματικά την προσοχή μου;».

Αυτό δεν σημαίνει ότι αγνοούμε τον κόσμο ή ότι αποφεύγουμε όσα μας δυσκολεύουν. Σημαίνει ότι αναγνωρίζουμε πως δεν μπορούμε να επηρεάσουμε τα πάντα και πως δεν χρειάζεται να κουβαλάμε το βάρος όλων.

Μερικές φορές η πιο υγιής επιλογή είναι να πούμε: «Δεν χρειάζεται να διαβάσω άλλη μία είδηση που θα με αναστατώσει χωρίς να μπορώ να αλλάξω κάτι.» «Δεν χρειάζεται να συμμετέχω σε κάθε διαδικτυακή αντιπαράθεση.» «Δεν χρειάζεται να έχω γνώμη για όλα.» «Δεν χρειάζεται να δώσω χώρο σε κάθε πρόσωπο ή κατάσταση που διεκδικεί την προσοχή μου.» Αυτές οι φράσεις δεν εκφράζουν αδιαφορία απέναντι στους άλλους, αλλά σεβασμό απέναντι στον εαυτό μας.

Γιατί όταν η προσοχή μας διασκορπίζεται παντού, στο τέλος δεν απομένει αρκετή για εκείνα που έχουν πραγματικά σημασία. Για τις σχέσεις μας. Για τους ανθρώπους που αγαπάμε. Για τις αξίες μας. Για τη δημιουργικότητά μας. Για την ξεκούρασή μας. Η επιλεκτική αδιαφορία δεν μας κάνει λιγότερο ευαίσθητους. Αντίθετα, μας βοηθά να διατηρήσουμε την ευαισθησία μας εκεί όπου μπορεί να έχει ουσιαστικό αντίκτυπο.

Ψυχική υγεία ισως να σημαίνει ότι μαθαίνουμε να επιλέγουμε ποιες μάχες αξίζει να δώσουμε και ποιες μπορούμε να αφήσουμε να περάσουν χωρίς ενοχές.

Γιατί τελικά η επιλεκτική αδιαφορία δεν είναι το αντίθετο της φροντίδας. Είναι ένας τρόπος να προστατεύσουμε τη δυνατότητά μας να συνεχίσουμε να φροντίζουμε – τους ανθρώπους που αγαπάμε, τις αξίες που μας καθοδηγούν και, ίσως το πιο δύσκολο από όλα, τον ίδιο μας τον εαυτό.

Όταν μια σχέση τελειώνει, πού πηγαίνει η αγάπη;

Όταν τελειώνει μια σχέση, συχνά πιστεύουμε ότι πρέπει να σταματήσει και η αγάπη. Όμως τα συναισθήματα δεν λειτουργούν σαν διακόπτης. Δεν εξαφανίζονται τη στιγμή που χωρίζουμε, ούτε επειδή αποφασίσαμε ότι «πρέπει να προχωρήσουμε».

Και τότε γεννιέται το ερώτημα: Πού πηγαίνει όλη αυτή η αγάπη;
Η αλήθεια είναι ότι δεν χρειάζεται να πάει πουθενά.

Η αγάπη δεν είναι κάτι που πετάμε στα σκουπίδια, ούτε κάτι που πρέπει να ανακυκλώσουμε για να αγαπήσουμε κάποιον άλλον. Είναι μια εμπειρία που μας διαμόρφωσε με εύκολο ή δύσκολο τρόπο. Έναν τρόπο με τον οποίο κάποιοι μάθαμε να συνδεόμαστε, να φροντίζουμε, να ελπίζουμε.

Αυτό που χρειάζεται να αφήσουμε πίσω μας δεν είναι η αγάπη, αλλά η προσκόλληση.
Η ανάγκη να συνεχίσει να υπάρχει μια σχέση που έχει ήδη τελειώσει. Με τον χρόνο, η αγάπη αλλάζει μορφή. Παύει να ζητά παρουσία, απαντήσεις ή επιστροφή. Γίνεται ανάμνηση, γνώση και ίσως και ευγνωμοσύνη. Γίνεται ένα κομμάτι της ιστορίας μας.

Ίσως τελικά ωριμότητα είναι όχι στο να πάψουμε να αγαπάμε κάποιον, αλλά, στο να αποδεχτούμε ότι μπορούμε να συνεχίσουμε να αγαπάμε, χωρίς να χρειάζεται να κρατάμε τον άνθρωπο αυτόν στη ζωή μας.

Η χρησιμότητα να κλείνουμε ανοιχτούς λογαριασμούς

Υπάρχουν άνθρωποι που, ενώ έχουν φύγει από τη ζωή μας, συνεχίζουν να υπάρχουν μέσα μας. Δεν είναι απαραίτητα εκείνοι που αγαπήσαμε περισσότερο. Συχνά είναι εκείνοι με τους οποίους έμεινε κάτι ανολοκλήρωτο. Μια κουβέντα που δεν ειπώθηκε ποτέ. Μια συγγνώμη που δεν δόθηκε. Μια εξήγηση που δεν ήρθε. Μια σχέση που τελείωσε χωρίς πραγματικό τέλος.

Αυτές τις εμπειρίες περιγράφονται συχνά ως «ανοιχτοί λογαριασμοί». Είναι καταστάσεις που δεν έχουν ολοκληρωθεί και γι’ αυτό συνεχίζουν να διεκδικούν χώρο στη σκέψη και στα συναισθήματά μας.

Πολλές φορές πιστεύουμε ότι κυνηγάμε έναν συγκεκριμένο άνθρωπο. Στην πραγματικότητα, μπορεί να κυνηγάμε αυτό που δεν καταφέραμε να ολοκληρώσουμε μαζί του. Όχι τον ίδιο, αλλά την ανάγκη μας να καταλάβουμε, να ακουστούμε, να δικαιωθούμε.

Όσο ένας ανοιχτός λογαριασμός παραμένει μέσα μας, υπάρχει ο κίνδυνος να επαναλαμβάνουμε το ίδιο μοτίβο με διαφορετικούς ανθρώπους. Σαν να προσπαθούμε να ξαναγράψουμε μια ιστορία, ελπίζοντας αυτή τη φορά με διαφορετική κατάληξη.

Το κλείσιμο ενός ανοιχτού λογαριασμού δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα συναντήσουμε ξανά τον άλλον άνθρωπο. Συχνά δεν είναι καν εφικτό. Η ολοκλήρωση είναι μια εσωτερική διεργασία. Μπορεί να έρθει μέσα από την κατανόηση, την αποδοχή ή ακόμη και μέσα από την παραδοχή ότι δεν θα πάρουμε ποτέ όλες τις απαντήσεις που θα θέλαμε. Και σ’αυτή τη συνειδητοποίηση που συνήθως παίρνει χρόνο, βοηθάει πολύ η ψυχοθεραπεία.

Ωριμότητα δεν σημαίνει να έχουμε όλες τις απαντήσεις και εξηγήσεις.  Βρίσκεται στο να μπορούμε να συνεχίσουμε τη ζωή μας ακόμη και όταν κάποιες ιστορίες έμειναν ανολοκλήρωτες.

Γιατί τελικά, δεν μας κρατούν πίσω πάντα οι άνθρωποι αλλά οι ανοιχτοί λογαριασμοί που δεν καταφέραμε ποτέ να κλείσουμε. 

Όταν μια μητέρα δίνει στην κόρη της το δικό της όνομα




Το 2022 δημοσιεύθηκε στο The Atlantic το άρθρο The Women Naming Their Babies After Themselves. Τι σημαίνει άραγε όταν μια μητέρα επιλέγει να δώσει στην κόρη της το δικό της μικρό όνομα; Γιατί να θέλει μια γυναίκα το παιδί της να έχει το ίδιο όνομα με εκείνη; Είναι μια πράξη σύνδεσης; Μια ανάγκη συνέχειας; Ή μήπως μας δείχνει κάτι βαθύτερο για τη σχέση μητέρας παιδιού; Δεν υπάρχει μία μόνο απάντηση. Για κάποιες μητέρες, μπορεί να είναι ένας τρόπος να τιμήσουν ένα όνομα που αγαπούν, να μεταφέρουν ένα κομμάτι της προσωπικής τους ιστορίας ή να εκφράσουν έναν ιδιαίτερο δεσμό με το παιδί τους. Το κοινό όνομα μπορεί να συμβολίζει την εγγύτητα, την αγάπη και την αίσθηση ότι δύο άνθρωποι μοιράζονται κάτι μοναδικό.

Από ψυχολογική σκοπιά, όμως, η επιλογή αυτή μας οδηγεί σε ένα βαθύτερο ερώτημα: βλέπει η μητέρα το παιδί ως ένα ξεχωριστό πρόσωπο ή, έστω ασυνείδητα, ως μια προέκταση του εαυτού της;

Στα πρώτα στάδια της ζωής, η έντονη σύνδεση ανάμεσα στη μητέρα και το παιδί είναι φυσιολογική και απαραίτητη. Το βρέφος εξαρτάται πλήρως από τον φροντιστή του και η μητέρα συχνά βιώνει μια βαθιά ψυχική εγγύτητα μαζί του. Σταδιακά, όμως, το παιδί χρειάζεται να ανακαλύψει ότι είναι ένας ξεχωριστός άνθρωπος: με δικές του επιθυμίες, ανάγκες, όνειρα και επιλογές.

Ο Donald Winnicott τόνισε τη σημασία της «αρκετά καλής μητέρας» (good enough mother), μιας μητέρας που αρχικά προσφέρει ασφάλεια και προσαρμόζεται στις ανάγκες του βρέφους, αλλά σταδιακά επιτρέπει στο παιδί να αναπτύξει την αυτονομία του. Η υγιής σχέση μητέρας και παιδιού δεν βασίζεται στη μόνιμη συγχώνευση, αλλά στην ικανότητα του παιδιού να αισθανθεί ασφαλές ώστε να γίνει ο δικός του άνθρωπος.

Αντίστοιχα, η Margaret Mahler περιέγραψε τη διαδικασία του αποχωρισμού και της εξατομίκευσης (separation-individuation), μέσα από την οποία το παιδί σταδιακά διαμορφώνει την αίσθηση ότι είναι ένα ξεχωριστό πρόσωπο, διαφορετικό από τη μητέρα του.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ένα κοινό όνομα αποκτά έναν ενδιαφέροντα συμβολισμό. Δεν σημαίνει ότι μια μητέρα που δίνει το όνομά της στην κόρη της δυσκολεύεται απαραίτητα να τη δει ως ξεχωριστή προσωπικότητα. Ένα όνομα από μόνο του δεν μπορεί να μας πει τίποτα για την ποιότητα μιας σχέσης.

Αυτό που έχει σημασία είναι αν το παιδί μεγαλώνει με την ελευθερία να δημιουργήσει τη δική του ταυτότητα. Μερικές φορές οι γονείς, χωρίς να το συνειδητοποιούν, μπορεί να επενδύουν στα παιδιά τους δικά τους όνειρα, ανεκπλήρωτες επιθυμίες ή την ανάγκη να συνεχιστούν μέσα από αυτά. Το ίδιο όμως μπορεί να συμβεί ανεξάρτητα από το όνομα που επιλέγουν.

Η πραγματική πρόκληση της γονεϊκότητας δεν είναι να αφήσουμε κάτι από εμάς στα παιδιά μας. Αυτό είναι αναπόφευκτο. Η μεγαλύτερη πρόκληση είναι να μπορέσουμε να αποδεχτούμε ότι το παιδί μας θα πάρει αυτά τα στοιχεία και θα δημιουργήσει κάτι διαφορετικό.

Γιατί η αγάπη δεν σημαίνει να φτιάξουμε μια συνέχεια του εαυτού μας. Σημαίνει να δώσουμε σε έναν άλλον άνθρωπο τον χώρο να γίνει αυτό που είναι.

Η ομορφιά και η αξία της καθημερινότητας

Πολλοί πιστεύουμε ότι η ευτυχία θα έρθει όταν συμβεί κάτι σημαντικό. Μια επαγγελματική επιτυχία, ένας μεγάλος έρωτας, ένα ταξίδι, μια αλλαγή στη ζωή μας. Έτσι, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, περνάμε μεγάλο μέρος της ζωής μας περιμένοντας.

Στην πραγματικότητα όμως, η ζωή δεν είναι λίγες μεγάλες στιγμές αλλά πολλές μικρές.
Από έναν πρωινό καφέ που θα πιούμε χωρίς βιασύνη, από μια συζήτηση που μας ευχαριστεί, από το να βλέπουμε τη γάτα μας να παίζει ή να κοιμάται ήσυχη ή την αίσθηση ότι, έστω για λίγο, όλα είναι ήσυχα.

Πολλοί άνθρωποι έχουμε την τάση να εστιάζουμε σε όσα μας λείπουν και είναι και φυσιολογικό σε έναν βαθμό. Όμως αυτό συχνά μας εμποδίζει να δούμε πως η ζωή συνεχίζεται και στις πιο απλές στιγμές. 

Δεν χρειάζεται να συμβεί κάτι σπουδαίο για να νιώσουμε πληρότητα. Χρειάζεται να μάθουμε να είμαστε παρόντες σε αυτό που ήδη συμβαίνει. Η καθημερινότητα δεν είναι το διάστημα ανάμεσα στις σημαντικές στιγμές. Είναι η ίδια η ζωή.

Ίσως τελικά η ευτυχία να μην είναι ένας προορισμός που θα φτάσουμε κάποτε. Ίσως να είναι μια ικανότητα: να αναγνωρίζουμε την αξία όσων θεωρούμε δεδομένα πριν αυτά γίνουν αναμνήσεις και πάψουν να είναι.

Μπορείς να πεθάνεις από ραγισμένη καρδιά;

Στην ερώτηση απαντάει η ψυχολόγος Ειρήνη Γεωργίου στο άρθρο της
Λ.Γιάνναρου στην Καθημερινή. Συχνά αυτός ή αυτή που μένει πίσω χάνει τα πατήματά του στο παρόν αλλά και στο μέλλον μιας και η φύση της απώλειας και του πένθους δεν έχει να κάνει με αυτή μόνο αλλά και με όσα αυτή η σχέση υποσχόταν για πώς θα είναι η ζωή.

Χάνεται η προβολή της ζωής στο μέλλον και θα χρειαστεί ριζική αναθεώρηση και κυρίως μια νέα ταυτότητα για τον επιζώντα. Εάν το ζευγάρι ήταν “συγχωνευτικό”, εξαρτητικό τότε και ασυνείδητα είχαν υποσχεθεί στο “για πάντα μαζί”. Και τι συμβαίνει όταν ο ένας πεθάνει; τι θα σημαίνει για εκείνον που μένει πίσω; Η παραβίαση αυτής της αφοσίωσης βιώνεται ως κάτι ψυχικά αφόρητο και ενοχικό μας λέει η κα. Γεωργίου, γιατί συχνά αυτοί οι σύντροφοι προέρχονται από οικογενειακά περιβάλλοντα όπου το να διαφοροποιείσαι ήταν τιμωρητικό, όπου έμαθαν να οριζουν την ταυτότητά τους μόνο μέσα από τη σχέση. Άρα το πρόβλημα του άλλου ήταν δικό μου και ο θάνατος του άλλου επίσης. 

Το πένθος, λένε οι ειδικοί, αναμένεται κάποια στιγμή να μετασχηματισθεί. «Δεν φεύγει, αλλά αφού περάσει από διάφορα στάδια, γίνεται κάτι με το οποίο μπορούμε να συνεχίσουμε να ζούμε μια ικανοποιητική ζωή με νόημα», λέει η κ. Γεωργίου. 

Η ανάγκη να συνεχίσεις κανονικά ενώ μέσα σου κάτι έχει αλλάξει

Υπάρχουν στιγμές στη ζωή που κάτι αλλάζει μέσα μας αθόρυβα αλλά οριστικά. Ένα τηλεφώνημα, μια διάγνωση, μια φράση από έναν γιατρό, μια στιγμή που χωρίζει τον χρόνο σε «πριν» και «μετά».

Κι όμως, σχεδόν αμέσως μετά, ο κόσμος συνεχίζει κανονικά. Οι άνθρωποι γύρω σου μιλούν, γελούν, πηγαίνουν στη δουλειά, κάνουν σχέδια. Το τηλέφωνό σου συνεχίζει να χτυπά, οι υποχρεώσεις παραμένουν εκεί, η καθημερινότητα απαιτεί να λειτουργήσεις όπως πριν.

Μόνο που εσύ δεν είσαι ακριβώς όπως πριν.

Υπάρχει κάτι παράξενο στον τρόπο που το σώμα και το μυαλό αντιδρούν στα δύσκολα νέα. Ένα μέρος σου προσπαθεί να καταλάβει, να επεξεργαστεί, να αντέξει αυτό που άκουσε. Και ένα άλλο μέρος προσπαθεί απλώς να συνεχίσει τη μέρα σαν να μην συνέβη τίποτα. Ίσως γιατί ο άνθρωπος δεν μπορεί να αντέξει όλο τον φόβο με τη μια.

Κάποιες φορές πιάνεις τον εαυτό σου να κάνει πολύ συνηθισμένα πράγματα. Να φτιάχνει καφέ, να απαντά σε μηνύματα, να μιλά για ασήμαντα θέματα και ταυτόχρονα  νιώθεις ότι κάτι βαθιά μέσα σου έχει μετακινηθεί. Σαν να βλέπεις την ίδια ζωή από διαφορετικό σημείο.

Και τότε αρχίζουν οι σκέψεις που δύσκολα λέγονται δυνατά. Η ευαλωτότητα. Η αβεβαιότητα. Ο φόβος για το σώμα σου, για το μέλλον, για όλα όσα θεωρούσες δεδομένα.

Αλλά ίσως το πιο μοναχικό κομμάτι δεν είναι μόνο ο φόβος. Είναι η ανάγκη να συνεχίσεις να φαίνεσαι «λειτουργικός» ενώ μέσα σου προσπαθείς ακόμα να σταθείς όρθιος απέναντι σε κάτι που σε ταρακούνησε. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ξέρουν τι να πουν μπροστά στον ανθρώπινο φόβο. Έτσι συχνά επιστρέφουν γρήγορα στην κανονικότητα. Και ίσως αυτό να σε κάνει καμιά φορά να νιώθεις ακόμη πιο μόνος μέσα σε αυτό που ζεις.

Όμως η αλήθεια είναι ότι δεν χρειάζεται να επεξεργαστείς τα πάντα αμέσως. Δεν χρειάζεται να είσαι συνεχώς δυνατός, αισιόδοξος ή ψύχραιμος. Υπάρχουν εμπειρίες που χρειάζονται χρόνο μέχρι να βρουν χώρο μέσα μας.

Ίσως τελικά η δύναμη να μην είναι να συνεχίζεις σαν να μη συνέβη τίποτα. Ίσως να είναι να συνεχίζεις ενώ ξέρεις ότι κάτι μέσα σου έχει αλλάξει και να προσπαθείς, σιγά σιγά, να γνωρίσεις ξανά τον εαυτό σου μέσα σε αυτή τη νέα πραγματικότητα.

Όρια στην εργασία: γιατί δυσκολευόμαστε να πούμε «όχι»

Στη σύγχρονη εργασιακή πραγματικότητα, πολλοί άνθρωποι δυσκολεύονται να βάλουν όρια. Το να πουν «όχι», να μην απαντήσουν σε μηνύματα εκτός ωραρίου ή να αρνηθούν μια επιπλέον υποχρέωση συχνά συνοδεύεται από ενοχή, φόβο ή άγχος. Αντί να θεωρείται ένδειξη αυτοσεβασμού, το όριο πολλές φορές εκλαμβάνεται ως αδυναμία ή έλλειψη επαγγελματισμού.

Σε κάποιες χώρες, αυτή η δυσκολία συνδέεται και με την ιδιαίτερη εργασιακή κουλτούρα των τελευταίων ετών. Η οικονομική ανασφάλεια, οι χαμηλοί μισθοί, ο φόβος της ανεργίας και η πίεση για συνεχή απόδοση έχουν κάνει πολλούς εργαζόμενους να αισθάνονται πως πρέπει να είναι διαρκώς διαθέσιμοι και ευγνώμονες απλώς και μόνο επειδή έχουν δουλειά. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η υπερπροσπάθεια συχνά κανονικοποιείται και η κόπωση υποτιμάται.

Ωστόσο, τα όρια δεν είναι έτσι απλά ‘βάζω όρια” γιατί πρέπει. Είναι αναγκαία για την ψυχική ισορροπία και τη μακροπρόθεσμη αντοχή. Όταν ένας άνθρωπος ξεπερνά συνεχώς τις αντοχές του, αυξάνονται το στρες, η εξάντληση και η συναισθηματική φθορά. Αντίθετα, όταν μαθαίνει να αναγνωρίζει τι μπορεί και τι δεν μπορεί να αντέξει, προστατεύει όχι μόνο την ψυχική του υγεία αλλά και την ποιότητα της εργασίας του.

Το «όχι» δεν είναι αδιαφορία για τη δουλειά. Είναι μια υγιής στάση απέναντι στον εαυτό μας. Και σε μια εποχή όπου η επαγγελματική πίεση συχνά θεωρείται φυσιολογική, το να βάζουμε όρια ίσως είναι μία από τις πιο σημαντικές πράξεις αυτοφροντίδας.

Απορρίπτοντας την αγάπη

Οι περισσότεροι πιστεύουμε πως αυτό που σίγουρα θέλουμε όλοι μας είναι να μας αγαπούν. Είναι όμως όντως έτσι; Άνθρωποι που είχαν δύσκολη ή κακή παιδική ηλικία, το να απορρίπτουν την αγάπη μεγαλώνοντας είναι κάτι αρκετά συνηθισμένο. Βέβαια, τις περισσότερες φορές στο ξεκίνημα μιας γνωριμίας δεν θα αρνηθούν πως θα ήθελαν μια ευτυχισμένη σχέση ασχέτως εάν μετά θα κάνουν ό,τι μπορούν για να τη σαμποτάρουν.

Αυτό θα γίνει συνήθως είτε επιλέγοντας ανθρώπους που δεν ενδιαφέρονται να δώσουν συντροφικότητα, νοιάξιμο, αγάπη, ή άλλους που έχουν βίαιη, κακοποιητική, ψυχρή, κυνική συμπεριφορά ή τέλος πάντων μη διαθέσιμους. Θα επιστρέφουν ξανά ή θα δυσκολεύονται να απομακρυνθούν γιατί δεν θα έχουν έρθει σε επαφή ή δεν θα έχουν συνδέσει τη δύσκολη παιδική τους ηλικία με την επιλογή συντρόφου. 

Ένας άλλος τρόπος θα είναι να στραφούν σε ανθρώπους που είναι ευγενικοί, καλοί και ενδιαφέρονται γι’αυτούς. Θα αντέξουν την αρχή της σχέσης, μπορεί ακόμη και να έχει διάρκεια αλλά σταδιακά δεν θα είναι σε θέση να κάνουν αυτά που τη βοηθάνε  να διατηρηθεί. Όχι επειδή είναι κακοί αλλά γιατί αυτό που ξέρουν είναι να αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες και την ψυχρότητα. Είναι πολύ δύσκολο να νιώσουν ασφαλείς, ‘σαν στο σπίτι τους’. Μόλις μια σχέση φτάσει σ’ένα επίπεδο άνεσης και οικειότητας, θα ξεκινήσουν να τη σαμποτάρουν με διάφορους τρόπους όπως πχ με τσακωμούς ή μια άλλη παράλληλη σχέση.

Πολλοί θα αναρωτηθούν τι και πόσος χρόνος χρειάζεται κανείς για να δει αυτό το μοτίβο. Εξαρτάται από τον άνθρωπο και φυσικά δεν έχει να κάνει με την εξυπνάδα. Συνήθως κάποιος το συνειδητοποιεί μετά από κάποιο διάστημα μέσα στην ψυχοθεραπεία του ή όταν σκεφτεί ότι έχει τόσες κακές εμπειρίες από σχέσεις που κάτι τρέχει. Και το να κατανοήσει το παιδικό τραύμα και τον ρόλο του στις ενήλικες σχέσεις, θα είναι μια ευκαιρία για να σπάσει αυτός ο κύκλος.