Όρια στην εργασία: γιατί δυσκολευόμαστε να πούμε «όχι»

Στη σύγχρονη εργασιακή πραγματικότητα, πολλοί άνθρωποι δυσκολεύονται να βάλουν όρια. Το να πουν «όχι», να μην απαντήσουν σε μηνύματα εκτός ωραρίου ή να αρνηθούν μια επιπλέον υποχρέωση συχνά συνοδεύεται από ενοχή, φόβο ή άγχος. Αντί να θεωρείται ένδειξη αυτοσεβασμού, το όριο πολλές φορές εκλαμβάνεται ως αδυναμία ή έλλειψη επαγγελματισμού.

Σε κάποιες χώρες, αυτή η δυσκολία συνδέεται και με την ιδιαίτερη εργασιακή κουλτούρα των τελευταίων ετών. Η οικονομική ανασφάλεια, οι χαμηλοί μισθοί, ο φόβος της ανεργίας και η πίεση για συνεχή απόδοση έχουν κάνει πολλούς εργαζόμενους να αισθάνονται πως πρέπει να είναι διαρκώς διαθέσιμοι και ευγνώμονες απλώς και μόνο επειδή έχουν δουλειά. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η υπερπροσπάθεια συχνά κανονικοποιείται και η κόπωση υποτιμάται.

Ωστόσο, τα όρια δεν είναι έτσι απλά ‘βάζω όρια” γιατί πρέπει. Είναι αναγκαία για την ψυχική ισορροπία και τη μακροπρόθεσμη αντοχή. Όταν ένας άνθρωπος ξεπερνά συνεχώς τις αντοχές του, αυξάνονται το στρες, η εξάντληση και η συναισθηματική φθορά. Αντίθετα, όταν μαθαίνει να αναγνωρίζει τι μπορεί και τι δεν μπορεί να αντέξει, προστατεύει όχι μόνο την ψυχική του υγεία αλλά και την ποιότητα της εργασίας του.

Το «όχι» δεν είναι αδιαφορία για τη δουλειά. Είναι μια υγιής στάση απέναντι στον εαυτό μας. Και σε μια εποχή όπου η επαγγελματική πίεση συχνά θεωρείται φυσιολογική, το να βάζουμε όρια ίσως είναι μία από τις πιο σημαντικές πράξεις αυτοφροντίδας.

Απορρίπτοντας την αγάπη

Οι περισσότεροι πιστεύουμε πως αυτό που σίγουρα θέλουμε όλοι μας είναι να μας αγαπούν. Είναι όμως όντως έτσι; Άνθρωποι που είχαν δύσκολη ή κακή παιδική ηλικία, το να απορρίπτουν την αγάπη μεγαλώνοντας είναι κάτι αρκετά συνηθισμένο. Βέβαια, τις περισσότερες φορές στο ξεκίνημα μιας γνωριμίας δεν θα αρνηθούν πως θα ήθελαν μια ευτυχισμένη σχέση ασχέτως εάν μετά θα κάνουν ό,τι μπορούν για να τη σαμποτάρουν.

Αυτό θα γίνει συνήθως είτε επιλέγοντας ανθρώπους που δεν ενδιαφέρονται να δώσουν συντροφικότητα, νοιάξιμο, αγάπη, ή άλλους που έχουν βίαιη, κακοποιητική, ψυχρή, κυνική συμπεριφορά ή τέλος πάντων μη διαθέσιμους. Θα επιστρέφουν ξανά ή θα δυσκολεύονται να απομακρυνθούν γιατί δεν θα έχουν έρθει σε επαφή ή δεν θα έχουν συνδέσει τη δύσκολη παιδική τους ηλικία με την επιλογή συντρόφου. 

Ένας άλλος τρόπος θα είναι να στραφούν σε ανθρώπους που είναι ευγενικοί, καλοί και ενδιαφέρονται γι’αυτούς. Θα αντέξουν την αρχή της σχέσης, μπορεί ακόμη και να έχει διάρκεια αλλά σταδιακά δεν θα είναι σε θέση να κάνουν αυτά που τη βοηθάνε  να διατηρηθεί. Όχι επειδή είναι κακοί αλλά γιατί αυτό που ξέρουν είναι να αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες και την ψυχρότητα. Είναι πολύ δύσκολο να νιώσουν ασφαλείς, ‘σαν στο σπίτι τους’. Μόλις μια σχέση φτάσει σ’ένα επίπεδο άνεσης και οικειότητας, θα ξεκινήσουν να τη σαμποτάρουν με διάφορους τρόπους όπως πχ με τσακωμούς ή μια άλλη παράλληλη σχέση.

Πολλοί θα αναρωτηθούν τι και πόσος χρόνος χρειάζεται κανείς για να δει αυτό το μοτίβο. Εξαρτάται από τον άνθρωπο και φυσικά δεν έχει να κάνει με την εξυπνάδα. Συνήθως κάποιος το συνειδητοποιεί μετά από κάποιο διάστημα μέσα στην ψυχοθεραπεία του ή όταν σκεφτεί ότι έχει τόσες κακές εμπειρίες από σχέσεις που κάτι τρέχει. Και το να κατανοήσει το παιδικό τραύμα και τον ρόλο του στις ενήλικες σχέσεις, θα είναι μια ευκαιρία για να σπάσει αυτός ο κύκλος. 

Η ευαλωτότητα στις ανθρώπινες σχέσεις

Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι για να τους εκτιμήσουν ή να τους συμπαθήσουν οι άλλοι πρέπει να δείχνουν δυνατοί, επιτυχημένοι και σίγουροι για τον εαυτό τους. Προσπαθούν να προβάλλουν την καλύτερη εκδοχή τους, αποφεύγοντας να μιλήσουν για φόβους, αμφιβολίες ή αδυναμίες. Ωστόσο, στην πραγματικότητα οι βαθύτερες ανθρώπινες συνδέσεις σπάνια δημιουργούνται μέσα από την εικόνα της τελειότητας.

Αυτό που συχνά φέρνει τους ανθρώπους πιο κοντά είναι η αυθεντικότητα. Όταν κάποιος μοιράζεται με ειλικρίνεια τις αμφιβολίες του, τις ανασφάλειες ή τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει, δημιουργείται ένας χώρος πραγματικής ανθρώπινης σύνδεσης. Εκεί, οι άλλοι αναγνωρίζουν κάτι γνώριμο: τη δική τους ανθρώπινη εμπειρία.

Η αποκάλυψη της ευαλωτότητας δεν είναι αδυναμία, όπως συχνά φοβόμαστε. Αντίθετα, απαιτεί θάρρος. Χρειάζεται εμπιστοσύνη για να αφήσει κανείς για λίγο την «πανοπλία» της αυτοπεποίθησης και να δείξει ποιος είναι πραγματικά. Και ίσως τελικά οι άνθρωποι να μην συνδεόμαστε τόσο μέσα από την επιτυχία ή τη δύναμη, όσο μέσα από τις μικρές στιγμές αλήθειας που αποκαλύπτουν την κοινή μας ανθρώπινη εαυλωτότητα.

Όταν περιμένουμε μια εξήγηση που δεν θα έρθει

Πολλοί άνθρωποι, όταν τελειώνει μια σχέση αισθάνονται έντονη ανάγκη για αυτό που συχνά αποκαλούμε «κλείσιμο». Αναζητούν μια εξήγηση, μια συζήτηση, μια συγγνώμη ή μια ειλικρινή απάντηση που θα τους βοηθήσει να κατανοήσουν τι συνέβη και να προχωρήσουν.

Η ανάγκη αυτή είναι απολύτως ανθρώπινη. Ο ανθρώπινος νους δυσκολεύεται να διαχειριστεί την αβεβαιότητα και τα αναπάντητα ερωτήματα. Θέλουμε να βάλουμε μια λογική σειρά στα γεγονότα, να καταλάβουμε το «γιατί» πίσω από τη συμπεριφορά του άλλου.

Ωστόσο, υπάρχει μια πραγματικότητα που συχνά παραβλέπουμε: πολλές φορές το κλείσιμο που αναζητούμε το βλέπουμε στη συμπεριφορά του άλλου. Η έλλειψη σεβασμού, η απουσία ειλικρίνειας, η αδιαφορία, η αποφυγή ευθύνης ή η απουσία μιας ειλικρινούς συγγνώμης δεν είναι απλώς κενά που περιμένουν να συμπληρωθούν. Συχνά είναι από μόνα τους μια απάντηση.

Όταν κάποιος επιλέγει να μην εξηγήσει, να μην αναλάβει ευθύνη ή να μην δείξει ενδιαφέρον για το πώς επηρέασε τον άλλον, αυτή η στάση δείχνει κάτι σημαντικό για τη σχέση και για τα όρια που υπήρχαν μέσα σε αυτή.

Παρόλα αυτά, πολλοί άνθρωποι παραμένουν εγκλωβισμένοι στην αναμονή μιας εξήγησης. Ελπίζουν ότι μια συζήτηση, μια συγγνώμη ή μια παραδοχή θα τους δώσει την αίσθηση ολοκλήρωσης που χρειάζονται για να προχωρήσουν.

Η αλήθεια όμως είναι ότι το κλείσιμο δεν έρχεται πάντα από τον άλλον. Πολύ συχνά είναι κάτι που χρειάζεται να κάνει ο ίδιο ο άνθρωπος μέσα του και να αποδεχθεί ότι η συμπεριφορά που βίωσε ήταν ήδη αρκετά αποκαλυπτική.

Η συνειδητοποίηση ότι δεν χρειάζεται πάντα μια τελευταία συζήτηση για να καταλάβουμε τι συνέβη μπορεί να είναι απελευθερωτική. Μερικές φορές, το πραγματικό κλείσιμο βρίσκεται ακριβώς εκεί όπου σταματά η εξήγηση και αρχίζει η αποδοχή.

Το να προχωρήσουμε δεν σημαίνει ότι πήραμε όλες τις απαντήσεις. Σημαίνει ότι αποδεχτήκαμε πως μερικές φορές η συμπεριφορά ενός ανθρώπου είναι ήδη η πιο ξεκάθαρη απάντηση που θα μπορούσαμε να έχουμε.

Γιατί είναι τόσο δύσκολο να κάνουμε φίλους όσο μεγαλώνουμε;

Όσο ήμασταν παιδιά ή λίγο πριν την ενηλικίωση, η φιλία ήταν κάτι που δεν μας δυσκόλευε τόσο. Οι άνθρωποι γύρω μας ήταν «δεδομένοι» μοιραζόμασταν το ίδιο θρανίο, τις ίδιες παρέες και η οικειότητα χτιζόταν σχεδόν αυτόματα, χωρίς μεγάλη προσπάθεια.

Μεγαλώνοντας, όμως, αυτή η ευκολία χάνεται. Σε αυτό το άρθρο του Guardian, διαβάζουμε ότι ο τρόπος που έχει διαμορφωθεί η ζωή μας -με το ατελείωτο streaming, τα delivery apps- μας απομονώνει εύκολα. Ξαφνικά, το να βάλουμε έναν νέο άνθρωπο στη ζωή μας αρχίζει να μοιάζει με ένα επιπλέον project για το οποίο συχνά νιώθουμε ότι δεν έχουμε τα αποθέματα ενέργειας. Γινόμαστε πιο επιφυλακτικοί, παγιδευμένοι στην ιδέα ότι οι θέσεις στις ζωές των άλλων είναι ήδη πιασμένες.

Διαβάζουμε πως η λύση βρίσκεται στην αναζήτηση ενός «τρίτου χώρου»: ενός μέρους πέρα από το σπίτι και τη δουλειά -όπως μια ομάδα χόμπι ή εθελοντισμού- όπου η συχνή επαφή βοηθάει να εξελιχθεί η οικειότητα. Μια άλλη ιδέα είναι να θυμηθούμε και να έρθουμε πάλι σε επικοινωνία με παλιούς γνωστούς, φίλους. Αντί να περιμένουμε την τύχη, καλούμαστε να γίνουμε εμείς οι «διοργανωτές», προτείνοντας έναν απλό καφέ, ακόμα και αν αυτό στην αρχή μοιάζει άβολο.

Το να κάνουμε φίλους ως ενήλικες απαιτεί πλέον κάτι που στα νιάτα μας ήταν περιττό: την πρόθεση. Βοηθάει να το επιδιώκουμε συνειδητά, να αντέχουμε την αμηχανία των πρώτων συναντήσεων, το όχι που μπορεί να ακούσουμε και να δίνουμε πραγματικό χώρο στο καινούργιο. Ίσως η λύση είναι να μην ψάχνουμε τον τέλειο κολλητό που θα ταυτιστεί μαζί μας σε όλα, αλλά το να έχουμε κάποιον να μοιραστούμε την κούραση, τη χαρά ή ακόμα και τη σιωπή μας.

το είκοσι πέντε

για τη χρονιά που δεν θα ξεχάσεις όσο ζεις αλλά δεν θυμάσαι κ αρκετά από αυτή

που έγινες πάλι η μικρή αδερφή της αδερφής σου και εκείνη ήταν συνέχεια εδώ όπως πάντα

που σκέφτηκες και αρκετές φορές είπες δυνατά με έπαρση, κλάμα και γέλιο τη φράση “γιατί σε μένα που είμαι τόσο καλός άνθρωπος;” και η αλήθεια είναι πως το πιστεύεις

που σου έλειψαν οι βόλτες στο Φάληρο

που αποδέχτηκες πως δεν θες και δεν γίνεται να συγχωρέσεις κάποιους ανθρώπους

που πήρες αναγκαστικό διάλειμμα από τη δουλειά σου

που η παιδική σου φίλη όταν ήσουν αυστηρή με σένα έπαιρνε με δυναμισμό το μέρος σου και σου έβρισκε πάντα μια δικαιολογία για τα λάθη και τις παραλείψεις σου

που πρώτη φορά δεν ήσουν για τόσους μήνες μαζί με τις γάτες σου και σου έλειπαν όσο τίποτα άλλο,  όμως, συγκατοίκησες μ’εναν μεγάλο σκύλο -όχι τόσο εκδηλωτικό- άρα μισό γάτο.

που κατά το γνωστό σου μοτίβο έκλαιγες σιωπηλά νιώθοντας ανήμπορη για όλα μέχρι που τελικά είπες “δεν θα στο κάνω εύκολο “.

Καλή Χρονιά

Πραγματικότητα vs Φαντασία

Στα παραμύθια, ή στα σενάρια που φτιάχνουμε στο μυαλό μας, οι χαρακτήρες έχουν απεριόριστες δυνατότητες, ευκαιρίες και κυρίως την ελευθερία να κάνουν ό,τι θέλουν, αψηφώντας τους περιορισμούς όχι μόνο της πραγματικότητας αλλά και κυρίως τους δικούς τους. Τα όνειρα γίνονται πραγματικότητα, οι ευχές πραγματοποιούνται με τρόπο σχεδόν μαγικό, το καλό πάντα ανταμείβεται και το κακό πάντα τιμωρείται.

Ωστόσο, στην πραγματικότητα, οι πράξεις μας περιορίζονται σε αυτά που είμαστε ικανοί να επιτύχουμε με σκληρή δουλειά, αποφασιστικότητα και ανθεκτικότητα μιας που οι δεξιότητες, οι γνώσεις μας και κυρίως οι εμπειρίες μας είναι αυτές που καθορίζουν τα όριά μας.

Τα σενάρια που φτιάχνουμε στο μυαλό μας έχουν ένα πλεονέκτημα. Έχουμε τον απόλυτο έλεγχο και δεν θα έχουμε να αντιμετωπίσουμε δυσάρεστες εκπλήξεις. Είμαστε οι σκηνοθέτες. Εμείς μοιράζουμε ρόλους, εμείς καθορίζουμε την πλοκή και φυσικά το τέλος. Ωστόσο, παρόλο τους περιορισμούς και τις δυσκολίες η πραγματικότητα έχει τη δική της γοητεία και μας δίνει πολύτιμα μαθήματα αλλά και περιπέτειες. Καλή Κυριακή.

Η ικανότητα να διαβάζουμε τις σκέψεις των άλλων

Κανένας άνθρωπος δεν έχει την ικανότητα να διαβάζει τη σκέψη. Εάν θέλουμε να ξέρουν οι άλλοι τα συναισθήματα και τις ανάγκες μας πρέπει να τα μοιραζόμαστε και όχι να περιμένουμε να καταλάβουν και να θυμώνουμε που δεν καταλαβαίνουν. Η άγνοιά τους δεν είναι ένδειξη αδιαφορίας αλλά ένδειξη της δυσκολίας ή του φόβου που έχουμε να επικοινωνούμε.

Το είκοσι

Για τη χρονιά που ιεραρχήσαμε τον πόνο, τη θλίψη και αξιολογήσαμε τις απώλειες σε σημαντικές και ασήμαντες

που είδαμε πως δεν θα είμαστε σταθεροί και αμετάβλητοι για πάντα

που θρηνήσαμε συλλογικά αλλά ο καθένας με τον τρόπο του

που αντιμετωπίσαμε ασήμαντους άλλους με πιο corporate τρόπο

που είπαμε, ακούσαμε και διαβάσαμε αμέτρητες φορές τη λέξη ανθεκτικότητα

που επιβεβαιώθηκε για άλλη μια χρονιά πως η ανθρώπινη φύση είναι εκπληκτικά οικουμενική και καθολικά απογοητευτική

που κάναμε hashtag το #whenthisisover

που κουράστηκες περισσότερο από κάθε άλλη χρονιά  

που ανησυχήσαμε πολύ για τους δικούς μας ανθρώπους

που παραδέχτηκες πως έχεις υπερεκτιμήσει τη μοναχικότητά σου

που μας έλειψαν οι βόλτες στο Φάληρο 

που ζήτησες απ’την αδερφή σου με χαλαρό και αδιάφορο ύφος το κινητό της μόνο και μόνο για να ψάξεις γρήγορα το κλειδωμένο του προφίλ γιατί απλά ήθελες να δεις τι του αρέσει

που η μόνη υπόσχεση που δίνεις για την καινούργια χρονιά -και ας ξέρεις πως ίσως θα είναι και για την επόμενη- είναι η ίδια με την περσινή: να ταξιδέψεις όσο περισσότερο μπορείς

Καλή Χρονιά 🙂 

Το δεκαοκτώ

Για τη χρονιά που αποστασιοποιηθήκαμε συνειδητά προς όφελος μας

που αντιμετωπίσαμε σημαντικούς και ασήμαντους άλλους με στωϊκότητα και ψύχραιμη παραίτηση που θα ζήλευε και ένας θιβετιανός μοναχός

που μάθαμε να αφήνουμε πίσω άσχημες σκέψεις, συναισθήματα και κάναμε mantra το “τράβα μπρος”

που επιτέλους βαρεθήκαμε να αναλύουμε

που επιβεβαιωθήκαμε για άλλη μια φορά πως τα χρόνια στο ντιβάνι ήταν και θα είναι η επένδυση με τη μεγαλύτερη απόδοση

που χάσαμε παιδικούς φίλους

που ανακαλύψαμε τη σωματική μας δύναμη και κυρίως εκείνους που μας βοήθησαν να τη βρούμε

που ασπαστήκαμε το cliche ποτέ δεν ξέρεις ποιον θα ερωτευτείς

που τη μόνη υπόσχεση που θα δώσουμε για τη νέα χρονιά είναι να μιλάμε περισσότερο για εμάς

Καλή χρονιά 🙂