Όταν μια μητέρα δίνει στην κόρη της το δικό της όνομα




Το 2022 δημοσιεύθηκε στο The Atlantic το άρθρο The Women Naming Their Babies After Themselves. Τι σημαίνει άραγε όταν μια μητέρα επιλέγει να δώσει στην κόρη της το δικό της μικρό όνομα; Γιατί να θέλει μια γυναίκα το παιδί της να έχει το ίδιο όνομα με εκείνη; Είναι μια πράξη σύνδεσης; Μια ανάγκη συνέχειας; Ή μήπως μας δείχνει κάτι βαθύτερο για τη σχέση μητέρας παιδιού; Δεν υπάρχει μία μόνο απάντηση. Για κάποιες μητέρες, μπορεί να είναι ένας τρόπος να τιμήσουν ένα όνομα που αγαπούν, να μεταφέρουν ένα κομμάτι της προσωπικής τους ιστορίας ή να εκφράσουν έναν ιδιαίτερο δεσμό με το παιδί τους. Το κοινό όνομα μπορεί να συμβολίζει την εγγύτητα, την αγάπη και την αίσθηση ότι δύο άνθρωποι μοιράζονται κάτι μοναδικό.

Από ψυχολογική σκοπιά, όμως, η επιλογή αυτή μας οδηγεί σε ένα βαθύτερο ερώτημα: βλέπει η μητέρα το παιδί ως ένα ξεχωριστό πρόσωπο ή, έστω ασυνείδητα, ως μια προέκταση του εαυτού της;

Στα πρώτα στάδια της ζωής, η έντονη σύνδεση ανάμεσα στη μητέρα και το παιδί είναι φυσιολογική και απαραίτητη. Το βρέφος εξαρτάται πλήρως από τον φροντιστή του και η μητέρα συχνά βιώνει μια βαθιά ψυχική εγγύτητα μαζί του. Σταδιακά, όμως, το παιδί χρειάζεται να ανακαλύψει ότι είναι ένας ξεχωριστός άνθρωπος: με δικές του επιθυμίες, ανάγκες, όνειρα και επιλογές.

Ο Donald Winnicott τόνισε τη σημασία της «αρκετά καλής μητέρας» (good enough mother), μιας μητέρας που αρχικά προσφέρει ασφάλεια και προσαρμόζεται στις ανάγκες του βρέφους, αλλά σταδιακά επιτρέπει στο παιδί να αναπτύξει την αυτονομία του. Η υγιής σχέση μητέρας και παιδιού δεν βασίζεται στη μόνιμη συγχώνευση, αλλά στην ικανότητα του παιδιού να αισθανθεί ασφαλές ώστε να γίνει ο δικός του άνθρωπος.

Αντίστοιχα, η Margaret Mahler περιέγραψε τη διαδικασία του αποχωρισμού και της εξατομίκευσης (separation-individuation), μέσα από την οποία το παιδί σταδιακά διαμορφώνει την αίσθηση ότι είναι ένα ξεχωριστό πρόσωπο, διαφορετικό από τη μητέρα του.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ένα κοινό όνομα αποκτά έναν ενδιαφέροντα συμβολισμό. Δεν σημαίνει ότι μια μητέρα που δίνει το όνομά της στην κόρη της δυσκολεύεται απαραίτητα να τη δει ως ξεχωριστή προσωπικότητα. Ένα όνομα από μόνο του δεν μπορεί να μας πει τίποτα για την ποιότητα μιας σχέσης.

Αυτό που έχει σημασία είναι αν το παιδί μεγαλώνει με την ελευθερία να δημιουργήσει τη δική του ταυτότητα. Μερικές φορές οι γονείς, χωρίς να το συνειδητοποιούν, μπορεί να επενδύουν στα παιδιά τους δικά τους όνειρα, ανεκπλήρωτες επιθυμίες ή την ανάγκη να συνεχιστούν μέσα από αυτά. Το ίδιο όμως μπορεί να συμβεί ανεξάρτητα από το όνομα που επιλέγουν.

Η πραγματική πρόκληση της γονεϊκότητας δεν είναι να αφήσουμε κάτι από εμάς στα παιδιά μας. Αυτό είναι αναπόφευκτο. Η μεγαλύτερη πρόκληση είναι να μπορέσουμε να αποδεχτούμε ότι το παιδί μας θα πάρει αυτά τα στοιχεία και θα δημιουργήσει κάτι διαφορετικό.

Γιατί η αγάπη δεν σημαίνει να φτιάξουμε μια συνέχεια του εαυτού μας. Σημαίνει να δώσουμε σε έναν άλλον άνθρωπο τον χώρο να γίνει αυτό που είναι.

Η ομορφιά και η αξία της καθημερινότητας

Πολλοί πιστεύουμε ότι η ευτυχία θα έρθει όταν συμβεί κάτι σημαντικό. Μια επαγγελματική επιτυχία, ένας μεγάλος έρωτας, ένα ταξίδι, μια αλλαγή στη ζωή μας. Έτσι, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, περνάμε μεγάλο μέρος της ζωής μας περιμένοντας.

Στην πραγματικότητα όμως, η ζωή δεν είναι λίγες μεγάλες στιγμές αλλά πολλές μικρές.
Από έναν πρωινό καφέ που θα πιούμε χωρίς βιασύνη, από μια συζήτηση που μας ευχαριστεί, από το να βλέπουμε τη γάτα μας να παίζει ή να κοιμάται ήσυχη ή την αίσθηση ότι, έστω για λίγο, όλα είναι ήσυχα.

Πολλοί άνθρωποι έχουμε την τάση να εστιάζουμε σε όσα μας λείπουν και είναι και φυσιολογικό σε έναν βαθμό. Όμως αυτό συχνά μας εμποδίζει να δούμε πως η ζωή συνεχίζεται και στις πιο απλές στιγμές. 

Δεν χρειάζεται να συμβεί κάτι σπουδαίο για να νιώσουμε πληρότητα. Χρειάζεται να μάθουμε να είμαστε παρόντες σε αυτό που ήδη συμβαίνει. Η καθημερινότητα δεν είναι το διάστημα ανάμεσα στις σημαντικές στιγμές. Είναι η ίδια η ζωή.

Ίσως τελικά η ευτυχία να μην είναι ένας προορισμός που θα φτάσουμε κάποτε. Ίσως να είναι μια ικανότητα: να αναγνωρίζουμε την αξία όσων θεωρούμε δεδομένα πριν αυτά γίνουν αναμνήσεις και πάψουν να είναι.

Μπορείς να πεθάνεις από ραγισμένη καρδιά;

Στην ερώτηση απαντάει η ψυχολόγος Ειρήνη Γεωργίου στο άρθρο της
Λ.Γιάνναρου στην Καθημερινή. Συχνά αυτός ή αυτή που μένει πίσω χάνει τα πατήματά του στο παρόν αλλά και στο μέλλον μιας και η φύση της απώλειας και του πένθους δεν έχει να κάνει με αυτή μόνο αλλά και με όσα αυτή η σχέση υποσχόταν για πώς θα είναι η ζωή.

Χάνεται η προβολή της ζωής στο μέλλον και θα χρειαστεί ριζική αναθεώρηση και κυρίως μια νέα ταυτότητα για τον επιζώντα. Εάν το ζευγάρι ήταν “συγχωνευτικό”, εξαρτητικό τότε και ασυνείδητα είχαν υποσχεθεί στο “για πάντα μαζί”. Και τι συμβαίνει όταν ο ένας πεθάνει; τι θα σημαίνει για εκείνον που μένει πίσω; Η παραβίαση αυτής της αφοσίωσης βιώνεται ως κάτι ψυχικά αφόρητο και ενοχικό μας λέει η κα. Γεωργίου, γιατί συχνά αυτοί οι σύντροφοι προέρχονται από οικογενειακά περιβάλλοντα όπου το να διαφοροποιείσαι ήταν τιμωρητικό, όπου έμαθαν να οριζουν την ταυτότητά τους μόνο μέσα από τη σχέση. Άρα το πρόβλημα του άλλου ήταν δικό μου και ο θάνατος του άλλου επίσης. 

Το πένθος, λένε οι ειδικοί, αναμένεται κάποια στιγμή να μετασχηματισθεί. «Δεν φεύγει, αλλά αφού περάσει από διάφορα στάδια, γίνεται κάτι με το οποίο μπορούμε να συνεχίσουμε να ζούμε μια ικανοποιητική ζωή με νόημα», λέει η κ. Γεωργίου. 

Η ανάγκη να συνεχίσεις κανονικά ενώ μέσα σου κάτι έχει αλλάξει

Υπάρχουν στιγμές στη ζωή που κάτι αλλάζει μέσα μας αθόρυβα αλλά οριστικά. Ένα τηλεφώνημα, μια διάγνωση, μια φράση από έναν γιατρό, μια στιγμή που χωρίζει τον χρόνο σε «πριν» και «μετά».

Κι όμως, σχεδόν αμέσως μετά, ο κόσμος συνεχίζει κανονικά. Οι άνθρωποι γύρω σου μιλούν, γελούν, πηγαίνουν στη δουλειά, κάνουν σχέδια. Το τηλέφωνό σου συνεχίζει να χτυπά, οι υποχρεώσεις παραμένουν εκεί, η καθημερινότητα απαιτεί να λειτουργήσεις όπως πριν.

Μόνο που εσύ δεν είσαι ακριβώς όπως πριν.

Υπάρχει κάτι παράξενο στον τρόπο που το σώμα και το μυαλό αντιδρούν στα δύσκολα νέα. Ένα μέρος σου προσπαθεί να καταλάβει, να επεξεργαστεί, να αντέξει αυτό που άκουσε. Και ένα άλλο μέρος προσπαθεί απλώς να συνεχίσει τη μέρα σαν να μην συνέβη τίποτα. Ίσως γιατί ο άνθρωπος δεν μπορεί να αντέξει όλο τον φόβο με τη μια.

Κάποιες φορές πιάνεις τον εαυτό σου να κάνει πολύ συνηθισμένα πράγματα. Να φτιάχνει καφέ, να απαντά σε μηνύματα, να μιλά για ασήμαντα θέματα και ταυτόχρονα  νιώθεις ότι κάτι βαθιά μέσα σου έχει μετακινηθεί. Σαν να βλέπεις την ίδια ζωή από διαφορετικό σημείο.

Και τότε αρχίζουν οι σκέψεις που δύσκολα λέγονται δυνατά. Η ευαλωτότητα. Η αβεβαιότητα. Ο φόβος για το σώμα σου, για το μέλλον, για όλα όσα θεωρούσες δεδομένα.

Αλλά ίσως το πιο μοναχικό κομμάτι δεν είναι μόνο ο φόβος. Είναι η ανάγκη να συνεχίσεις να φαίνεσαι «λειτουργικός» ενώ μέσα σου προσπαθείς ακόμα να σταθείς όρθιος απέναντι σε κάτι που σε ταρακούνησε. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ξέρουν τι να πουν μπροστά στον ανθρώπινο φόβο. Έτσι συχνά επιστρέφουν γρήγορα στην κανονικότητα. Και ίσως αυτό να σε κάνει καμιά φορά να νιώθεις ακόμη πιο μόνος μέσα σε αυτό που ζεις.

Όμως η αλήθεια είναι ότι δεν χρειάζεται να επεξεργαστείς τα πάντα αμέσως. Δεν χρειάζεται να είσαι συνεχώς δυνατός, αισιόδοξος ή ψύχραιμος. Υπάρχουν εμπειρίες που χρειάζονται χρόνο μέχρι να βρουν χώρο μέσα μας.

Ίσως τελικά η δύναμη να μην είναι να συνεχίζεις σαν να μη συνέβη τίποτα. Ίσως να είναι να συνεχίζεις ενώ ξέρεις ότι κάτι μέσα σου έχει αλλάξει και να προσπαθείς, σιγά σιγά, να γνωρίσεις ξανά τον εαυτό σου μέσα σε αυτή τη νέα πραγματικότητα.

Όρια στην εργασία: γιατί δυσκολευόμαστε να πούμε «όχι»

Στη σύγχρονη εργασιακή πραγματικότητα, πολλοί άνθρωποι δυσκολεύονται να βάλουν όρια. Το να πουν «όχι», να μην απαντήσουν σε μηνύματα εκτός ωραρίου ή να αρνηθούν μια επιπλέον υποχρέωση συχνά συνοδεύεται από ενοχή, φόβο ή άγχος. Αντί να θεωρείται ένδειξη αυτοσεβασμού, το όριο πολλές φορές εκλαμβάνεται ως αδυναμία ή έλλειψη επαγγελματισμού.

Σε κάποιες χώρες, αυτή η δυσκολία συνδέεται και με την ιδιαίτερη εργασιακή κουλτούρα των τελευταίων ετών. Η οικονομική ανασφάλεια, οι χαμηλοί μισθοί, ο φόβος της ανεργίας και η πίεση για συνεχή απόδοση έχουν κάνει πολλούς εργαζόμενους να αισθάνονται πως πρέπει να είναι διαρκώς διαθέσιμοι και ευγνώμονες απλώς και μόνο επειδή έχουν δουλειά. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η υπερπροσπάθεια συχνά κανονικοποιείται και η κόπωση υποτιμάται.

Ωστόσο, τα όρια δεν είναι έτσι απλά ‘βάζω όρια” γιατί πρέπει. Είναι αναγκαία για την ψυχική ισορροπία και τη μακροπρόθεσμη αντοχή. Όταν ένας άνθρωπος ξεπερνά συνεχώς τις αντοχές του, αυξάνονται το στρες, η εξάντληση και η συναισθηματική φθορά. Αντίθετα, όταν μαθαίνει να αναγνωρίζει τι μπορεί και τι δεν μπορεί να αντέξει, προστατεύει όχι μόνο την ψυχική του υγεία αλλά και την ποιότητα της εργασίας του.

Το «όχι» δεν είναι αδιαφορία για τη δουλειά. Είναι μια υγιής στάση απέναντι στον εαυτό μας. Και σε μια εποχή όπου η επαγγελματική πίεση συχνά θεωρείται φυσιολογική, το να βάζουμε όρια ίσως είναι μία από τις πιο σημαντικές πράξεις αυτοφροντίδας.

Απορρίπτοντας την αγάπη

Οι περισσότεροι πιστεύουμε πως αυτό που σίγουρα θέλουμε όλοι μας είναι να μας αγαπούν. Είναι όμως όντως έτσι; Άνθρωποι που είχαν δύσκολη ή κακή παιδική ηλικία, το να απορρίπτουν την αγάπη μεγαλώνοντας είναι κάτι αρκετά συνηθισμένο. Βέβαια, τις περισσότερες φορές στο ξεκίνημα μιας γνωριμίας δεν θα αρνηθούν πως θα ήθελαν μια ευτυχισμένη σχέση ασχέτως εάν μετά θα κάνουν ό,τι μπορούν για να τη σαμποτάρουν.

Αυτό θα γίνει συνήθως είτε επιλέγοντας ανθρώπους που δεν ενδιαφέρονται να δώσουν συντροφικότητα, νοιάξιμο, αγάπη, ή άλλους που έχουν βίαιη, κακοποιητική, ψυχρή, κυνική συμπεριφορά ή τέλος πάντων μη διαθέσιμους. Θα επιστρέφουν ξανά ή θα δυσκολεύονται να απομακρυνθούν γιατί δεν θα έχουν έρθει σε επαφή ή δεν θα έχουν συνδέσει τη δύσκολη παιδική τους ηλικία με την επιλογή συντρόφου. 

Ένας άλλος τρόπος θα είναι να στραφούν σε ανθρώπους που είναι ευγενικοί, καλοί και ενδιαφέρονται γι’αυτούς. Θα αντέξουν την αρχή της σχέσης, μπορεί ακόμη και να έχει διάρκεια αλλά σταδιακά δεν θα είναι σε θέση να κάνουν αυτά που τη βοηθάνε  να διατηρηθεί. Όχι επειδή είναι κακοί αλλά γιατί αυτό που ξέρουν είναι να αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες και την ψυχρότητα. Είναι πολύ δύσκολο να νιώσουν ασφαλείς, ‘σαν στο σπίτι τους’. Μόλις μια σχέση φτάσει σ’ένα επίπεδο άνεσης και οικειότητας, θα ξεκινήσουν να τη σαμποτάρουν με διάφορους τρόπους όπως πχ με τσακωμούς ή μια άλλη παράλληλη σχέση.

Πολλοί θα αναρωτηθούν τι και πόσος χρόνος χρειάζεται κανείς για να δει αυτό το μοτίβο. Εξαρτάται από τον άνθρωπο και φυσικά δεν έχει να κάνει με την εξυπνάδα. Συνήθως κάποιος το συνειδητοποιεί μετά από κάποιο διάστημα μέσα στην ψυχοθεραπεία του ή όταν σκεφτεί ότι έχει τόσες κακές εμπειρίες από σχέσεις που κάτι τρέχει. Και το να κατανοήσει το παιδικό τραύμα και τον ρόλο του στις ενήλικες σχέσεις, θα είναι μια ευκαιρία για να σπάσει αυτός ο κύκλος. 

Η ευαλωτότητα στις ανθρώπινες σχέσεις

Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι για να τους εκτιμήσουν ή να τους συμπαθήσουν οι άλλοι πρέπει να δείχνουν δυνατοί, επιτυχημένοι και σίγουροι για τον εαυτό τους. Προσπαθούν να προβάλλουν την καλύτερη εκδοχή τους, αποφεύγοντας να μιλήσουν για φόβους, αμφιβολίες ή αδυναμίες. Ωστόσο, στην πραγματικότητα οι βαθύτερες ανθρώπινες συνδέσεις σπάνια δημιουργούνται μέσα από την εικόνα της τελειότητας.

Αυτό που συχνά φέρνει τους ανθρώπους πιο κοντά είναι η αυθεντικότητα. Όταν κάποιος μοιράζεται με ειλικρίνεια τις αμφιβολίες του, τις ανασφάλειες ή τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει, δημιουργείται ένας χώρος πραγματικής ανθρώπινης σύνδεσης. Εκεί, οι άλλοι αναγνωρίζουν κάτι γνώριμο: τη δική τους ανθρώπινη εμπειρία.

Η αποκάλυψη της ευαλωτότητας δεν είναι αδυναμία, όπως συχνά φοβόμαστε. Αντίθετα, απαιτεί θάρρος. Χρειάζεται εμπιστοσύνη για να αφήσει κανείς για λίγο την «πανοπλία» της αυτοπεποίθησης και να δείξει ποιος είναι πραγματικά. Και ίσως τελικά οι άνθρωποι να μην συνδεόμαστε τόσο μέσα από την επιτυχία ή τη δύναμη, όσο μέσα από τις μικρές στιγμές αλήθειας που αποκαλύπτουν την κοινή μας ανθρώπινη εαυλωτότητα.

Όταν περιμένουμε μια εξήγηση που δεν θα έρθει

Πολλοί άνθρωποι, όταν τελειώνει μια σχέση αισθάνονται έντονη ανάγκη για αυτό που συχνά αποκαλούμε «κλείσιμο». Αναζητούν μια εξήγηση, μια συζήτηση, μια συγγνώμη ή μια ειλικρινή απάντηση που θα τους βοηθήσει να κατανοήσουν τι συνέβη και να προχωρήσουν.

Η ανάγκη αυτή είναι απολύτως ανθρώπινη. Ο ανθρώπινος νους δυσκολεύεται να διαχειριστεί την αβεβαιότητα και τα αναπάντητα ερωτήματα. Θέλουμε να βάλουμε μια λογική σειρά στα γεγονότα, να καταλάβουμε το «γιατί» πίσω από τη συμπεριφορά του άλλου.

Ωστόσο, υπάρχει μια πραγματικότητα που συχνά παραβλέπουμε: πολλές φορές το κλείσιμο που αναζητούμε το βλέπουμε στη συμπεριφορά του άλλου. Η έλλειψη σεβασμού, η απουσία ειλικρίνειας, η αδιαφορία, η αποφυγή ευθύνης ή η απουσία μιας ειλικρινούς συγγνώμης δεν είναι απλώς κενά που περιμένουν να συμπληρωθούν. Συχνά είναι από μόνα τους μια απάντηση.

Όταν κάποιος επιλέγει να μην εξηγήσει, να μην αναλάβει ευθύνη ή να μην δείξει ενδιαφέρον για το πώς επηρέασε τον άλλον, αυτή η στάση δείχνει κάτι σημαντικό για τη σχέση και για τα όρια που υπήρχαν μέσα σε αυτή.

Παρόλα αυτά, πολλοί άνθρωποι παραμένουν εγκλωβισμένοι στην αναμονή μιας εξήγησης. Ελπίζουν ότι μια συζήτηση, μια συγγνώμη ή μια παραδοχή θα τους δώσει την αίσθηση ολοκλήρωσης που χρειάζονται για να προχωρήσουν.

Η αλήθεια όμως είναι ότι το κλείσιμο δεν έρχεται πάντα από τον άλλον. Πολύ συχνά είναι κάτι που χρειάζεται να κάνει ο ίδιο ο άνθρωπος μέσα του και να αποδεχθεί ότι η συμπεριφορά που βίωσε ήταν ήδη αρκετά αποκαλυπτική.

Η συνειδητοποίηση ότι δεν χρειάζεται πάντα μια τελευταία συζήτηση για να καταλάβουμε τι συνέβη μπορεί να είναι απελευθερωτική. Μερικές φορές, το πραγματικό κλείσιμο βρίσκεται ακριβώς εκεί όπου σταματά η εξήγηση και αρχίζει η αποδοχή.

Το να προχωρήσουμε δεν σημαίνει ότι πήραμε όλες τις απαντήσεις. Σημαίνει ότι αποδεχτήκαμε πως μερικές φορές η συμπεριφορά ενός ανθρώπου είναι ήδη η πιο ξεκάθαρη απάντηση που θα μπορούσαμε να έχουμε.

Γιατί είναι τόσο δύσκολο να κάνουμε φίλους όσο μεγαλώνουμε;

Όσο ήμασταν παιδιά ή λίγο πριν την ενηλικίωση, η φιλία ήταν κάτι που δεν μας δυσκόλευε τόσο. Οι άνθρωποι γύρω μας ήταν «δεδομένοι» μοιραζόμασταν το ίδιο θρανίο, τις ίδιες παρέες και η οικειότητα χτιζόταν σχεδόν αυτόματα, χωρίς μεγάλη προσπάθεια.

Μεγαλώνοντας, όμως, αυτή η ευκολία χάνεται. Σε αυτό το άρθρο του Guardian, διαβάζουμε ότι ο τρόπος που έχει διαμορφωθεί η ζωή μας -με το ατελείωτο streaming, τα delivery apps- μας απομονώνει εύκολα. Ξαφνικά, το να βάλουμε έναν νέο άνθρωπο στη ζωή μας αρχίζει να μοιάζει με ένα επιπλέον project για το οποίο συχνά νιώθουμε ότι δεν έχουμε τα αποθέματα ενέργειας. Γινόμαστε πιο επιφυλακτικοί, παγιδευμένοι στην ιδέα ότι οι θέσεις στις ζωές των άλλων είναι ήδη πιασμένες.

Διαβάζουμε πως η λύση βρίσκεται στην αναζήτηση ενός «τρίτου χώρου»: ενός μέρους πέρα από το σπίτι και τη δουλειά -όπως μια ομάδα χόμπι ή εθελοντισμού- όπου η συχνή επαφή βοηθάει να εξελιχθεί η οικειότητα. Μια άλλη ιδέα είναι να θυμηθούμε και να έρθουμε πάλι σε επικοινωνία με παλιούς γνωστούς, φίλους. Αντί να περιμένουμε την τύχη, καλούμαστε να γίνουμε εμείς οι «διοργανωτές», προτείνοντας έναν απλό καφέ, ακόμα και αν αυτό στην αρχή μοιάζει άβολο.

Το να κάνουμε φίλους ως ενήλικες απαιτεί πλέον κάτι που στα νιάτα μας ήταν περιττό: την πρόθεση. Βοηθάει να το επιδιώκουμε συνειδητά, να αντέχουμε την αμηχανία των πρώτων συναντήσεων, το όχι που μπορεί να ακούσουμε και να δίνουμε πραγματικό χώρο στο καινούργιο. Ίσως η λύση είναι να μην ψάχνουμε τον τέλειο κολλητό που θα ταυτιστεί μαζί μας σε όλα, αλλά το να έχουμε κάποιον να μοιραστούμε την κούραση, τη χαρά ή ακόμα και τη σιωπή μας.

το είκοσι πέντε

για τη χρονιά που δεν θα ξεχάσεις όσο ζεις αλλά δεν θυμάσαι κ αρκετά από αυτή

που έγινες πάλι η μικρή αδερφή της αδερφής σου και εκείνη ήταν συνέχεια εδώ όπως πάντα

που σκέφτηκες και αρκετές φορές είπες δυνατά με έπαρση, κλάμα και γέλιο τη φράση “γιατί σε μένα που είμαι τόσο καλός άνθρωπος;” και η αλήθεια είναι πως το πιστεύεις

που σου έλειψαν οι βόλτες στο Φάληρο

που αποδέχτηκες πως δεν θες και δεν γίνεται να συγχωρέσεις κάποιους ανθρώπους

που πήρες αναγκαστικό διάλειμμα από τη δουλειά σου

που η παιδική σου φίλη όταν ήσουν αυστηρή με σένα έπαιρνε με δυναμισμό το μέρος σου και σου έβρισκε πάντα μια δικαιολογία για τα λάθη και τις παραλείψεις σου

που πρώτη φορά δεν ήσουν για τόσους μήνες μαζί με τις γάτες σου και σου έλειπαν όσο τίποτα άλλο,  όμως, συγκατοίκησες μ’εναν μεγάλο σκύλο -όχι τόσο εκδηλωτικό- άρα μισό γάτο.

που κατά το γνωστό σου μοτίβο έκλαιγες σιωπηλά νιώθοντας ανήμπορη για όλα μέχρι που τελικά είπες “δεν θα στο κάνω εύκολο “.

Καλή Χρονιά