Σιωπηλή τιμωρία

Κάποιες φορές χρειαζόμαστε να απομακρυνθούμε για λίγο από μια σχέση. Να πάρουμε χρόνο, να ηρεμήσουμε, να σκεφτούμε πριν μιλήσουμε. Αυτή η σιωπή δεν σημαίνει απόρριψη. Μπορεί να είναι ένας τρόπος να προστατεύσουμε τον εαυτό μας και τη σχέση από λόγια που θα ειπωθούν πάνω στον θυμό. 

Υπάρχει όμως και μια άλλη σιωπή. Δεν ζητάει χρόνο αλλά προκαλεί αγωνία. Που αφήνει τον άλλον να αναρωτιέται τι έκανε, τι είπε, τι πήγε στραβά. Η επικοινωνία διακόπτεται σκόπιμα και η απουσία απάντησης γίνεται μήνυμα από μόνη της.

Είναι το λεγόμενο silent treatment, η «σιωπηλή τιμωρία». Μπορεί να εμφανιστεί σε μια ερωτική σχέση, σε μια φιλία, στην οικογένεια ή ακόμη και στον χώρο εργασίας. Ο ένας επιλέγει να μη μιλήσει, να μην απαντήσει ή να αγνοήσει τον άλλον, όχι επειδή χρειάζεται απλώς λίγο χρόνο, αλλά επειδή θέλει με κάποιον τρόπο να τον τιμωρήσει, να τον κάνει να νιώσει ενοχές ή να τον αναγκάσει να υποχωρήσει ή ακόμα και ν’ασχοληθεί μαζί του. 

 Το πιο δύσκολο της σιωπηλής τιμωρίας να είναι ότι δεν ξέρεις πότε θα τελειώσει αφού δεν υπάρχει συζήτηση ή εξήγηση ή ένα ξεκάθαρο «χρειάζομαι λίγο χρόνο και θα μιλήσουμε».

Η σιωπή αυτή μπορεί να δημιουργήσει άγχος, ανασφάλεια και έντονη ανάγκη για επανασύνδεση. Ο άνθρωπος που την υφίσταται μπορεί να αρχίσει να αναλύει ξανά και ξανά τη συμπεριφορά του: «Τι έκανα;», «Μήπως το παράκανα;», «Να στείλω μήνυμα;», «Να ζητήσω συγγνώμη;». Και εκεί βρίσκεται μια σημαντική διαφορά. Το να ζητήσεις χρόνο δεν είναι το ίδιο με το να τιμωρείς κάποιον με σιωπή.

Μπορείς να πεις «είμαι πολύ θυμωμένος αυτή τη στιγμή και χρειάζομαι λίγο χρόνο πριν συνεχίσουμε αυτή τη συζήτηση», ή «δεν μπορώ να το συζητήσω τώρα, αλλά θέλω  αργότερα». Υπάρχει ακόμη επικοινωνία, ακόμη κ αν για λίγο δεν υπάρχει διάλογος.

Η σιωπηλή τιμωρία, αντίθετα, αφήνει τον άλλον στο σκοτάδι και ίσως γι’ αυτό πονάει τόσο. Γιατί δεν τιμωρεί μόνο με την απουσία λόγων αλλά και με την αβεβαιότητα.

Βέβαια, δεν σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος που αποσύρεται ή σταματά να μιλάει προσπαθεί συνειδητά να χειραγωγήσει τον άλλον. Κάποιοι άνθρωποι αποσύρονται επειδή δεν ξέρουν πώς να διαχειριστούν τη σύγκρουση, επειδή κατακλύζονται από το συναίσθημα ή επειδή έχουν μάθει από τις προηγούμενες σχέσεις τους να αντιμετωπίζουν έτσι τις δύσκολες στιγμές.

Η πρόθεση έχει σημασία, αλλά έχει σημασία και το αποτέλεσμα. Μια σχέση χρειάζεται χώρο για τον θυμό, την απογοήτευση και τη διαφωνία. Χρειάζεται όμως και έναν τρόπο επιστροφής στην επικοινωνία. Δεν χρειάζεται να μιλάμε αμέσως, χρειάζεται όμως να μπορούμε να ξαναμιλήσουμε.

Και ίσως αυτό να είναι το πιο σημαντικό: η υγιής απόσταση αφήνει μια πόρτα ανοιχτή, η σιωπηλή τιμωρία την κλείνει και περιμένει από τον άλλον να τη χτυπήσει.

Αν κάποια στιγμή βρεθούμε στην πλευρά εκείνου που περιμένει μια απάντηση, να θυμόμαστε πως δεν είναι δική μας δουλειά να μαντεύουμε τι σκέφτεται ο άλλος ή να αποδεικνύουμε την αξία μας για να έχουμε πάλι την επικοινωνία.

Οι διαφωνίες είναι μέρος των σχέσεων και η σιωπή επίσης. Αλλά η επικοινωνία είναι αυτή που μας επιτρέπει να επιστρέφουμε ο ένας στον άλλον.

Το βάρος του πρωτότοκου παιδιού

Το πρώτο παιδί μιας οικογένειας έχει μια ιδιαίτερη θέση. Δεν είναι μόνο το μεγαλύτερο από τα αδέρφια που θα ακολουθήσουν. Είναι και το παιδί μέσα από το οποίο οι γονείς γίνονται για πρώτη φορά γονείς. Μαζί του μαθαίνουν να φροντίζουν, να ανησυχούν, να θέτουν όρια, να κάνουν λάθη και να αναλαμβάνουν την ευθύνη ενός άλλου ανθρώπου. Κάπως έτσι, το πρωτότοκο παιδί μπορεί να αποκτήσει μια ξεχωριστή θέση μέσα στην οικογένεια.

Όταν έρθουν τα μικρότερα παιδιά, συχνά αλλάζει και ο ρόλος του. Μπορεί να γίνει εκείνο που «πρέπει να ξέρει», που χρειάζεται να δείχνει το καλό παράδειγμα, να κάνει περισσότερη υπομονή, να βοηθά ή να αναλαμβάνει ευθύνες. Μερικές φορές οι προσδοκίες αυτές εκφράζονται ανοιχτά: «Εσύ είσαι ο μεγάλος», «πρέπει να καταλαβαίνεις», «πρόσεχε την αδερφή σου». Άλλες φορές δεν λέγονται καν. Το παιδί απλώς αντιλαμβάνεται ότι από εκείνο περιμένουν περισσότερα.

Και εδώ μπορεί το παιδί να αρχίζει να συνδέει την αξία του με την υπευθυνότητά του. Μαθαίνει ότι είναι «καλό» όταν τα καταφέρνει, όταν δεν δημιουργεί προβλήματα, όταν βοηθά τους άλλους. Μπορεί να γίνει πολύ αυτάρκες, αλλά η αυτάρκεια αυτή δεν είναι πάντοτε ελεύθερη επιλογή. Μερικές φορές είναι ένας τρόπος να παραμένει μέσα στον ρόλο που έχει μάθει.

Το φύλο μπορεί να επηρεάσει αυτή τη διαδικασία, ιδιαίτερα μέσα σε οικογένειες όπου υπάρχουν πιο παραδοσιακές προσδοκίες. Ένα πρωτότοκο αγόρι μπορεί να φορτιστεί με την ιδέα ότι πρέπει να είναι δυνατό, υπεύθυνο, προστατευτικό ή να αποτελεί πρότυπο για τα μικρότερα αδέρφια. Μια πρωτότοκη κόρη μπορεί να οδηγηθεί περισσότερο προς έναν ρόλο φροντίδας, συναισθηματικής διαχείρισης και υποχώρησης: να βοηθά, να καταλαβαίνει, να προσέχει τους άλλους και να «κρατάει» την ισορροπία της οικογένειας.

Αυτό όμως δεν αποτελεί κανόνα. Δεν είναι το φύλο ούτε η σειρά γέννησης που καθορίζει από μόνη της την προσωπικότητα ενός ανθρώπου. Σημαντικότερο είναι το οικογενειακό πλαίσιο, οι γονεϊκές προσδοκίες, η ιδιοσυγκρασία του παιδιού και οι ρόλοι που σταδιακά διαμορφώνονται μέσα στην οικογένεια.

Όταν, όμως, το πρωτότοκο παιδί έχει μάθει -ακόμα και μη λεκτικά- για χρόνια ότι πρέπει να είναι εκείνο που «αντέχει», αυτό μπορεί να συνεχιστεί και στην ενήλικη ζωή. Μπορεί να δυσκολεύεται να ζητήσει βοήθεια, να αισθάνεται υπεύθυνο για τους άλλους, να αναλαμβάνει περισσότερα από όσα του αναλογούν ή να νιώθει ενοχές όταν επιλέγει τον εαυτό του. Μπορεί να έχει γίνει ο άνθρωπος που όλοι εμπιστεύονται, χωρίς κανείς να αναρωτιέται πόσο κουραστικό είναι να είσαι πάντα αυτός στον οποίο όλοι μπορούν να στηριχθούν.

Ίσως, η πραγματική δυσκολία του πρωτότοκου παιδιού να μην είναι ότι είναι «ο μεγάλος». Είναι ότι μπορεί να έχει μάθει νωρίς πως η ωριμότητα είναι προϋπόθεση για να έχει μια θέση μέσα στην οικογένεια. Και κάποια στιγμή, στην ενήλικη ζωή, χρειάζεται να ανακαλύψει ότι μπορεί να είναι και κάτι άλλο.

Γιατί το να είσαι το πρώτο παιδί μιας οικογένειας δεν σημαίνει ότι πρέπει να παραμείνεις για πάντα ο ενήλικας μέσα στο δωμάτιο.

Μερικές σκέψεις για το πένθος

Μερικοί άνθρωποι κλαίνε κάθε μέρα. Άλλοι δεν μπορούν να κλάψουν καθόλου. Κάποιοι μιλούν συνεχώς για αυτόν που έχασαν, ενώ άλλοι αποφεύγουν ακόμη και να αναφέρουν το όνομά του. Καμία από αυτές τις αντιδράσεις δεν είναι περισσότερο ή λιγότερο φυσιολογική από τις άλλες. Δεν υπάρχει σωστός τρόπος να πενθήσεις. Το πένθος δεν είναι μια ασθένεια που πρέπει να θεραπευτεί. Είναι μια φυσική αντίδραση  στην απώλεια ενός σημαντικού δεσμού.

Συχνά πιστεύουμε ότι στόχος είναι να «ξεπεράσουμε» την απώλεια. Στην πραγματικότητα, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ξεπερνούν ποτέ εκείνους που αγάπησαν. Μαθαίνουν, όμως, να ζουν χωρίς τη φυσική τους παρουσία. Η σχέση δεν εξαφανίζεται, αλλάζει μορφή.

Θα βοηθήσει να δώσουμε χρόνο στον εαυτό μας. Όχι επειδή ο χρόνος θεραπεύει τα πάντα, αλλά επειδή χρειαζόμαστε χρόνο για να προσαρμοστούμε σε μια πραγματικότητα που ποτέ δεν επιλέξαμε. Δεν χρειάζεται να πιέζουμε τον εαυτό μας να είναι δυνατός. Η ευαλωτότητα δεν είναι αδυναμία.

Δεν χρειάζεται να συγκρίνουμε το πένθος μας με των άλλων. Δεν υπάρχουν χρονοδιαγράμματα για την απώλεια. Η διάρκεια του πένθους δεν μετρά την ψυχική ανθεκτικότητα, αλλά το μέγεθος του δεσμού που χάθηκε.

Και κυρίως, δεν χρειάζεται να προσπαθούμε μην ξεχάσουμε. Οι άνθρωποι που αγαπήσαμε δεν παραμένουν ζωντανοί επειδή τους κρατάμε με πόνο, αλλά επειδή συνεχίζουν να υπάρχουν στις αναμνήσεις, στις συνήθειές μας, και στον τρόπο που άλλαξαν τη ζωή μας.

Ίσως τελικά ο σκοπός του πένθους να μην είναι να αφήσουμε πίσω μας εκείνον που χάσαμε. Ίσως να είναι να βρούμε έναν νέο τρόπο -εάν φυσικά το επιθυμούμε- να τον κρατάμε μέσα στη ζωή μας.

Η φροντίδα ως υποχρέωση ή ως επιλογή;

Διάβαζα ένα άρθρο με τίτλο “Η κακιά, απαίσια μητέρα μου έχει Alzheimer. Τι της “χρωστάω”; Η αναγνώστρια που έστειλε και το γράμμα στη στήλη “the Ethicist” στο The New York Times Magazine αναρωτιέται γιατί ο σύζυγος της μητέρας της, της είπε πως εάν εκείνος πεθάνει πρώτος αυτή θα είναι υπεύθυνη για τη φροντίδα της. Τα αδέρφια της είναι μάλλον απίθανο να βοηθήσουν και εκείνη εδώ και ένα χρόνο που έγινε η συζήτηση το σκέφτεται κάθε μέρα.

Αλήθεια “χρωστάμε” φροντίδα και νοιάξιμο σ’έναν γονιό που ήταν πολύ κακός μαζί μας; Είναι μια ερώτηση  που δεν έχει μια ‘σωστή’ απάντηση γιατί συγκρούονται θέματα όπως η ηθική και η προσωπική ιστορία. Άραγε η ερώτηση είναι όντως “Οφείλω, χρωστάω να φροντίσω τη μητέρα μου;” ή μήπως “Χρωστάω κάτι σ’έναν άνθρωπο που δεν με φρόντισε όταν τον είχα ανάγκη;” Η βιολογική συγγένεια δεν δημιουργεί αυτόματα μια ψυχολογική σχέση. Η σχέση γονέα-παιδιού αποκτά θεμέλεια στη φροντίδα, την ασφάλεια και τη συναισθηματική διαθεσιμότητα. Όταν αυτά απουσιάζουν, ίσως είναι αναμενόμενο ένα παιδί, ως ενήλικας πλέον, να δυσκολεύεται να νιώσει ότι έχει ηθική υποχρέωση να ανταποδώσει.

Από την άλλη, η εμφάνιση του Alzheimer αλλάζει τον άνθρωπο που βλέπουμε σήμερα, αλλά δεν αλλάζει την ιστορία που προηγήθηκε. Μερικές φορές οι τρίτοι λένε: «Τώρα είναι άρρωστη, πρέπει να τη συγχωρέσεις». Όμως η ασθένεια δεν διαγράφει τα τραύματα που δημιουργήθηκαν πριν από αυτήν.

Είναι εύκολο να χρησιμοποιούμε τη λέξη «πρέπει» όταν το κόστος το επωμίζεται κάποιος άλλος. Και όλοι μπορούμε να φανταστούμε τι σημαίνει όταν κάποιος αναλαμβάνει τη φροντίδα του άλλου αποκλειστικά από ενοχή. Η ενοχή συχνά μας οδηγεί σε μια φροντίδα με θυμό, εξάντληση και εσωτερική σύγκρουση.

Η ενοχή του να επιλέγουμε τον εαυτό μας

Υπάρχουν άνθρωποι που δυσκολεύονται περισσότερο να πουν ‘ναι’ στον εαυτό τους παρά  στον άλλον. Αρκετοί μεγαλώνουμε μαθαίνοντας ότι η αγάπη συνδέεται με την προσφορά, τη διαθεσιμότητα, την αντοχή. Να είσαι καλός, να μην απογοητεύεις, να μην δημιουργείς προβλήματα. Κάπως έτσι, πολλοί φτάνουν να αισθάνονται ενοχή κάθε φορά που βάζουν τις δικές τους ανάγκες μπροστά.

Η ενοχή αυτή δεν κάνει την εμφάνισή της δυνατά. Μπορεί να κρύβεται πίσω από μικρές καθημερινές στιγμές, όπως για παράδειγμα όταν δεν απαντάμε αμέσως σε ένα μήνυμα, όταν χρειαζόμαστε χρόνο μόνοι μας, όταν απομακρυνόμαστε από μια σχέση που μας εξαντλεί, όταν λέμε «δεν μπορώ άλλο». Τότε, αντί να νιώσουμε ανακούφιση, εμφανίζεται μια εσωτερική φωνή που μας λέει: «μήπως είσαι εγωιστής;»

Όμως το να επιλέγουμε τον εαυτό μας δεν σημαίνει ότι σταματάμε να αγαπάμε τους άλλους. Σημαίνει ότι σταματάμε να εγκαταλείπουμε εμάς για να μας αποδεχτούν. Πολλοί άνθρωποι έχουν μάθει να αντλούν την αξία τους μέσα από το πόσο χρήσιμοι είναι για τους άλλους. Να νιώθουν απαραίτητοι, να φροντίζουν τους πάντες. Και όταν αρχίζουν να βάζουν όρια, συχνά νιώθουν άβολα, όχι επειδή κάνουν κάτι λάθος, αλλά επειδή κάνουν κάτι που δεν τους είναι γνώριμο. .Η αλήθεια είναι πως τα όρια αποκαλύπτουν πολλά. Κάποιες σχέσεις αντέχουν όταν αρχίζεις να προστατεύεις τον εαυτό σου και άλλες όχι. 

Υπάρχει, όμως, μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στον εγωισμό και τη φροντίδα του εαυτού μας. Ο εγωισμός λέει «μόνο εγώ υπάρχω». Η αυτοφροντίδα λέει «υπάρχω κ εγώ». Κάποια στιγμή, η ψυχική εξάντληση γίνεται πιο βαριά από την ενοχή. Και τότε αρχίζει σιγά σιγά η αλλαγή. Μαθαίνουμε ότι δεν χρειάζεται να εξηγούμε συνεχώς γιατί κουραστήκαμε.
Ότι η αγάπη προς τον εαυτό μας δεν είναι πολυτέλεια είναι ευθύνη.

Ωριμότητα δεν είναι να αντέχουμε τα πάντα σιωπηλά αλλά να μπορούμε να πούμε χωρίς να απολογούμαστε και εγώ αξίζω και χρειάζομαι χώρο, χρόνο και φροντίδα. 

Ένα καλύτερο παρελθόν;

Ο Irvin Yalom με αυτή τη φράση επισημαίνει τη δυσκολία που έχουμε να αποδεχθούμε την ανάγκη μας να διορθώσουμε το παρελθόν.

Συχνά επιστρέφουμε ξανά και ξανά σε ό,τι έγινε τι είπαμε, τι δεν είπαμε, τι θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί διαφορετικά. Έχουμε την ψευδαίσθηση ότι ίσως, αν το σκεφτούμε αρκετά, θα αλλάξει. Όμως το παρελθόν δεν είναι πεδίο δράσης αλλά νοήματος.

Αυτό δεν είναι η παραίτηση, αλλά απελευθέρωση. Όταν σταματάμε να κυνηγάμε ένα «καλύτερο παρελθόν», ανοίγουμε χώρο για ένα πιο συνειδητό παρόν. Δεν σημαίνει ότι ξεχνάμε ή ότι δεν μας επηρεάζει σημαίνει ότι επιλέγουμε να μην ζούμε εγκλωβισμένοι σε κάτι που δεν αλλάζει. Ίσως αυτό είναι και ωριμότητα. Όχι να ξαναγράψουμε την ιστορία μας αλλά να μάθουμε να την κουβαλάμε χωρίς να μας βαραίνει.

Όταν ο ψυχοθεραπευτής γίνεται ασθενής

Στην ψυχοθεραπεία, ο ρόλος του θεραπευτή είναι να κρατά χώρο. Να αντέχει την αβεβαιότητα, τον φόβο, τον πόνο του άλλου και να παραμένει παρών, σταθερός. Τι συμβαίνει όμως όταν ο άνθρωπος που έχει εκπαιδευτεί να αντέχει τον ψυχικό πόνο των ανθρώπων βρεθεί ο ίδιος αντιμέτωπος με μια σοβαρή ασθένεια;

Η μετάβαση από τον ρόλο του επαγγελματία στον ρόλο του ασθενή δεν είναι μόνο πρακτική αλλά και υπαρξιακή. Οι ψυχοθεραπευτές γνωρίζουν θεωρητικά τα στάδια του φόβου, τις άμυνες, την άρνηση, τη διαπραγμάτευση με την πραγματικότητα. Η γνώση, όμως, δεν λειτουργεί ως ασπίδα. Η ψυχολογική κατάρτιση δεν ακυρώνει την ανθρώπινη ευαλωτότητα. Αντιθέτως, πολλές φορές την κάνει πιο ορατή.

Η εμπειρία της ασθένειας ανατρέπει την αίσθηση ελέγχου. Το σώμα, που θεωρούσαμε δεδομένο, γίνεται απρόβλεπτο. Ο χρόνος και οι προτεραιότητες αλλάζουν, η επαγγελματική ταυτότητα δοκιμάζεται. Για έναν ψυχοθεραπευτή, η πρόκληση δεν είναι μόνο ο φόβος της ασθένειας, είναι και η συνάντηση με τα δικά του όρια. Η αποδοχή ότι η γνώση δεν καταργεί την ανάγκη για στήριξη. Ότι ανθεκτικότητα δεν σημαίνει απουσία συναισθήματος. Ότι δύναμη δεν σημαίνει διαρκής ψυχραιμία.

Η ασθένεια σε προσγειώνει απότομα από την ψευδαίσθηση «είμαι άτρωτος, τρώω σωστά, γυμνάζομαι». Και ίσως εκεί να βρίσκεται μια βαθύτερη κατανόηση: ότι η θεραπευτική ιδιότητα δεν προκύπτει από την απόσταση από τον πόνο, αλλά από το να τον αναγνωρίζεις και, κάποιες φορές, να μονολογείς: «γιατί σε μένα;».

Η υγεία δεν είναι αυτονόητη και ο επαγγελματικός ρόλος δεν αναιρεί το δεδομένο ότι όλοι, ανεξαιρέτως, είμαστε ευάλωτοι. Ίσως, λοιπόν, η σημαντικότερη μετατόπιση δεν είναι από τον ρόλο του θεραπευτή στον ρόλο του ασθενή. Αλλά από την ψευδαίσθηση της παντοδυναμίας στην αποδοχή της κοινής ανθρώπινης συνθήκης. Και αυτή η αποδοχή δεν μειώνει τον επαγγελματισμό. Τον κάνει πιο ανθρώπινο.

Δημοσιεύθηκε στην Athens Voice στις 8/4/2026

Η δύναμη του οικείου

Όταν επιλέγουμε σύντροφο συχνά πιστεύουμε ότι αναζητούμε κάποιον που θα μας κάνει να νιώθουμε όμορφα, ασφαλείς και αγαπητοί. Ωστόσο, πολλές φορές αυτό που πραγματικά μας ελκύει δεν είναι τόσο αυτό που είναι υγιές ή ευχάριστο για εμάς, αλλά αυτό που μας είναι οικείο.

Το οικείο δεν σημαίνει απαραίτητα και καλό. Σημαίνει απλώς κάτι που αναγνωρίζουμε, κάτι που μας είναι γνώριμο -συχνά από την οικογένεια, τις πρώτες μας σχέσεις ή τις εμπειρίες της παιδικής ηλικίας-. Έτσι, μπορεί να βρεθούμε να ερχόμαστε κοντά με ανθρώπους που αναπαράγουν γνωστές συμπεριφορές, ακόμη και αν αυτές μας δημιουργούν δυσκολία.

Οι άνθρωποι έχουμε την τάση να προτιμάμε αυτό που μας είναι γνώριμο από αυτό που είναι πραγματικά καλό για εμάς. Το γνώριμο προσφέρει μια αίσθηση προβλεψιμότητας, ακόμη κι όταν συνοδεύεται από ένταση ή απογοήτευση.

Γι’ αυτό και μερικές φορές μια σχέση που είναι ήρεμη, σταθερή και φροντιστική μπορεί αρχικά να μας φαίνεται περίεργη ή λιγότερο συναρπαστική. Όχι επειδή δεν είναι σωστή για εμάς, αλλά επειδή δεν ταιριάζει με αυτά που έχουμε μάθει να αναγνωρίζουμε ως αγάπη.

‘Ομως, το να έχουμε επίγνωση αυτής της τάσης, θα μας βοηθήσει να αναρωτηθούμε εάν αυτό που νιώθουμε είναι πραγματική σύνδεση ή απλώς η άνεση του γνώριμου. Και μερικές φορές, η πιο ώριμη μορφή αγάπης είναι εκείνη που στην αρχή δεν μοιάζει τόσο οικεία όσο περιμέναμε.

Η ζωή είναι για όλους

Το podcast της ΜΚΟ “Η Ζωή είναι για όλους/Life is for all”, στηρίζει γονείς και δασκάλους με νευροδιαφορετικά παιδιά και φυσικά και τα ίδια τα παιδιά, ή παιδιά με απλές μαθησιακές δυσκολίες. Στο 1ο επεισόδιο της σειράς των podcasts της οργάνωσης η ψυχολόγος Ελένη Λιβανίου απαντά στη Φαίδρα Μπούκουρα -απλά και κατανοητά- σε απορίες για όλα τα θέματα που αντιμετωπίζουν οι γονείς και τα παιδιά.

Γιατί δυσκολευόμαστε να ακούμε τα καμπανάκια;

Η ικανότητα να αναγνωρίζουμε και να αντιδρούμε στα καμπανάκια κινδύνου -ή όπως πιο συχνά διαβάζουμε στα red flags- έχει τις ρίζες του και στις εμπειρίες της παιδικής μας ηλικίας. Για παράδειγμα, το να μεγαλώνει κάποιος σε μια δυσλειτουργική οικογένεια μπορεί να οδηγήσει σε μια στρεβλή αντίληψη των σχέσεων και είναι “εύκολο” να μάθει να δίνει προτεραιότητα στην ηρεμία έναντι της δικής του ευημερίας, με αποτέλεσμα να αγνοεί τις άσχημες συμπεριφορές των άλλων.

Εξάλλου τι άλλες επιλογές έχει ένα παιδί; Να καλέσει την αστυνομία; να μιλήσει στους φίλους του; να αντιμετωπίσει έναν ενήλικα; Η επιβίωσή του εξαρτάται ακριβώς από το να μην βλέπει ή να ερμηνεύει ως δικό του λάθος οποιαδήποτε προβληματική δυναμική που μπορεί να υπάρχει. Κυρίως όμως μπορεί να αγαπάει πολύ τους ανθρώπους που είναι ντυμένοι στα κόκκινα. Τους ενδιαφέρει τι κάνουν οι φροντιστές του και αν είναι καλά. Μπορεί αρκετές φορές να είναι δύσκολοι μαζί του, αλλά επιλέγει να επικεντρωθεί στις ωραίες στιγμές και ποτέ δεν θα κάνει μεγάλο θέμα για όλα τα υπόλοιπα. Οι άνθρωποι ακούμε όσα καμπανάκια μπορουμε να αντέξουμε. 

Με ένα τέτοιο παρελθόν δεν θα θυμώσουν εύκολα, δεν θα φύγουν γρήγορα εάν δουν μια προβληματική συμπεριφορά από τους συντρόφους τους. Αν κάποιος τους πει ότι τους αγαπάει, είναι σχεδόν το μόνο που αρκεί για να υποθέσουν ότι τα πράγματα πάνε καλά. Γιατί να αρχίσουν να εστιάζουν σε κάποια αρνητικά που υπάρχουν στη σχέση; μπορεί να τους ενοχλεί λίγο εάν ο/η σύντροφός τους μιλάει με όποιον άλλον άνθρωπο βρίσκουν ελκυστικό, ότι δεν είναι συνεπείς σε τίποτα, ότι όλη μέρα κάθονται χωρίς να κάνουν κάτι και δεν φαίνονται και πρόθυμοι να κάνουν κάτι γι’αυτό, αλλά ξέρουν ότι υπάρχουν εκεί και προτιμούν να σκεφτούν κάτι άλλο. 

Όλοι οι άνθρωποι για να μπορούμε να παρατηρούμε, να ακούμε και να κάνουμε κάτι για τα καμπανάκια που χτυπάνε, βοηθάει να έχουμε μεγαλώσει με την πεποίθηση ότι η ευτυχία, η ασφάλεια και η ευημερία μας ήταν εξαιρετικά σημαντικά για κάποιον άλλον. Χρειαζόμαστε τη γνώση -όχι μόνο ως θεωρία αλλά βασικά ως βίωμα- ότι δεν θα επιτρέπουμε στους ανθρώπους να μας κακομεταχειρίζονται, ότι δεν υπάρχει καμία δικαιολογία στο να μας εκμεταλλεύονται και ότι αν μας πούνε ψέματα, η ευθύνη είναι αποκλειστικά του ψεύτη. 

Το πρώτο βήμα προς την αλλαγή για έναν άνθρωπο που δυσκλεύεται, είναι να αναγνωρίσει αυτή τη δυσκολία χωρίς να επικρίνει τον εαυτό του. Πολλοί άνθρωποι εξαιρετικά έξυπνοι και ικανοί σε διάφορους τομείς, στις σχέσεις συχνά παρουσιάζουν μια μορφή επιλεκτικής αδιαφορίας. Συχνά οι άνθρωποι δεν έχουμε την τάση να εντοπίζουμε τα προβλήματα, επειδή δεν αγαπηθήκαμε ποτέ αρκετά ώστε να νιώθουμε πως αξίζουμε να ζούμε χωρίς αυτά.

Θα βοηθήσει να αρχίσουν να στέκονται και να κάνουν στον εαυτό τους κάποιες απλές ερωτήσεις: μας φέρονται καλά; συμφωνούμε με όσα μας συμβαίνουν; τολμάμε να εκφράσουμε τα παράπονά μας; νιώθουμε πραγματικά ευτυχισμένοι;

Για κάποιους, αυτές είναι συνηθισμένες και λογικές ερωτήσεις. Για κάποιους άλλους όμως, αποτελούν την αρχή μιας ουσιαστικής ικανότητας να φροντίζουν τον εαυτό τους με περισσότερη προσοχή και τρυφερότητα.