Όταν συγχωρούμε κάποιον, το κάνουμε για εκείνον ή για εμάς;

Η συγχώρεση είναι μία παρεξηγημένη έννοια. Πολλοί πιστεύουν ότι όταν συγχωρούμε κάποιον, δικαιολογούμε τη συμπεριφορά του ή ξεχνάμε αυτό που μας έκανε. Στην πραγματικότητα, η συγχώρεση δεν αφορά τόσο τον άλλον όσο τη δική μας ψυχική ηρεμία.

Όταν κάποιος μας πληγώνει, είναι φυσιολογικό να νιώσουμε θυμό, απογοήτευση ή ακόμα και προδοσία. Το πρόβλημα όμως ξεκινά όταν αυτά τα συναισθήματα παραμένουν μέσα μας για μεγάλο χρονικό διάστημα. Τότε ο άνθρωπος που μας πλήγωσε μπορεί να συνεχίζει να επηρεάζει τη ζωή μας, ακόμα κι αν δεν βρίσκεται πλέον σε αυτήν.

Κάθε φορά που κρατάμε μέσα μας την πικρία για όσα μας πλήγωσαν, ένα μέρος του εαυτού μας παραμένει εγκλωβισμένο στο παρελθόν. Η συγχώρεση δεν αναιρεί την αδικία ούτε διαγράφει τις αναμνήσεις. Μας δίνει όμως τη δυνατότητα να αποδεσμευτούμε από το συναισθηματικό φορτίο τους και να συνεχίσουμε τη ζωή μας με μεγαλύτερη ελευθερία και ηρεμία.

Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να ξεχάσουμε, να δικαιολογήσουμε ή να συνεχίσουμε μια σχέση που μας έχει βλάψει. Η συγχώρεση δεν είναι συμφιλίωση. Είναι η συνειδητή απόφαση να μην αφήσουμε το τραύμα να καθορίζει τη ζωή μας.

Ίσως λοιπόν, όταν συγχωρούμε κάποιον, να μην το κάνουμε πρωτίστως για εκείνον. Το κάνουμε για να απελευθερωθούμε από το βάρος που κουβαλάμε. Όχι επειδή ο άλλος το αξίζει πάντα, αλλά επειδή εμείς αξίζουμε να ζούμε χωρίς να είμαστε δέσμιοι του παρελθόντος.

Η συγχώρεση δεν αλλάζει αυτό που συνέβη. Μπορεί όμως να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο αυτό συνεχίζει να υπάρχει μέσα μας.

Ένα καλύτερο παρελθόν;

Ο Irvin Yalom με αυτή τη φράση επισημαίνει τη δυσκολία που έχουμε να αποδεχθούμε την ανάγκη μας να διορθώσουμε το παρελθόν.

Συχνά επιστρέφουμε ξανά και ξανά σε ό,τι έγινε τι είπαμε, τι δεν είπαμε, τι θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί διαφορετικά. Έχουμε την ψευδαίσθηση ότι ίσως, αν το σκεφτούμε αρκετά, θα αλλάξει. Όμως το παρελθόν δεν είναι πεδίο δράσης αλλά νοήματος.

Αυτό δεν είναι η παραίτηση, αλλά απελευθέρωση. Όταν σταματάμε να κυνηγάμε ένα «καλύτερο παρελθόν», ανοίγουμε χώρο για ένα πιο συνειδητό παρόν. Δεν σημαίνει ότι ξεχνάμε ή ότι δεν μας επηρεάζει σημαίνει ότι επιλέγουμε να μην ζούμε εγκλωβισμένοι σε κάτι που δεν αλλάζει. Ίσως αυτό είναι και ωριμότητα. Όχι να ξαναγράψουμε την ιστορία μας αλλά να μάθουμε να την κουβαλάμε χωρίς να μας βαραίνει.

Όταν το μυαλό δεν σταματά να υπεραναλύει

Πόσες φορές έχουμε πιάσει τον εαυτό μας να σκέφτεται ξανά και ξανά το ίδιο πράγμα; Να αναλύουμε μια συζήτηση, μια απόφαση ή ένα ενδεχόμενο σενάριο μέχρι εξάντλησης; Η υπερανάλυση είναι μια από τις πιο συχνές συμπεριφορές και συχνά ύπουλη γιατί ή ανάγκη για έλεγχο και βεβαιότητα βρίσκεται συχνά πίσω από αυτή. Το μυαλό προσπαθεί να προβλέψει, να προστατεύσει, να αποφύγει λάθη. Όμως, αντί να μας βοηθά, καταλήγει να μας εγκλωβίζει σε έναν φαύλο κύκλο σκέψεων. Αντί να παίρνουμε αποφάσεις, «παγώνουμε». Αντί να ηρεμούμε, γεμίζουμε άγχος.

Ένα βασικό χαρακτηριστικό της υπερανάλυσης είναι ότι δεν οδηγεί απαραίτητα σε λύση. Είναι η ψευδαίσθηση της παραγωγικότητας: νιώθουμε ότι “κάνουμε κάτι”, ενώ στην πραγματικότητα ανακυκλώνουμε τις ίδιες σκέψεις χωρίς αποτέλεσμα.

Υπάρχει τρόπος να κάνουμε κάτι γι’αυτό; Όπως πάντα το πρώτο που χρειάζεται είναι επίγνωση. Να αναγνωρίσουμε τί κάνουμε και πότε το κάνουμε. Πότε σκεφτόμαστε υπερβολικά και πότε κάτι χρήσιμο; Η επιστροφή στο παρόν, στο εδώ και τώρα είναι σημαντική. Το να εστιάζουμε στην αναπνοή ή να παρατηρούμε το σώμα μας θα βοηθήσουν να σταματήσει ο κύκλος των σκέψεων. Δεν χρειάζεται να σταματήσουμε το μυαλό -πράγμα που δεν γίνεται- αρκεί να μην το ακολουθούμε παντού.

Τέλος, αξίζει να θυμόμαστε ότι η αβεβαιότητα είναι μέρος της ζωής. Καμία απόφαση δεν είναι απόλυτα ασφαλής, και καμία σκέψη δεν μπορεί να εγγυηθεί το αποτέλεσμα.

Η υπερανάλυση δεν είναι αδυναμία. Είναι μια προσπάθεια του νου να μας προστατεύσει  απλώς με έναν τρόπο που δεν λειτουργεί πάντα. Μαθαίνοντας να την αναγνωρίζουμε και να την διαχειριζόμαστε, μπορούμε να δημιουργήσουμε περισσότερο χώρο για ηρεμία, καθαρότητα και καλύτερες επιλογές.

Όταν η ευθύνη γίνεται βάρος

cof

Πολλοί άνθρωποι που έχουν ευθύνες, ηγετικούς ρόλους ή απλώς είναι συνηθισμένοι να στηρίζουν τους άλλους, φτάνουν κάποια στιγμή να νιώσουν μια ιδιαίτερη μορφή ψυχικής κόπωσης. Δεν πρόκειται απαραίτητα για πρόβλημα υγείας ή για κάποια δραματική κρίση. Συχνά είναι κάτι πιο ύπουλο: η συσσώρευση ευθυνών, προσδοκιών και προβλημάτων που δεν είναι όλα δικά τους.

Πολύ συχνά μπορεί να ακούσουμε φράσεις όπως “είμαι καλά στην υγεία μου όμως νιώθω συσσωρευμένη κούραση” ή “δεν έχω πλέον τόση αντοχή να παίρνω πάνω μου και τα προβλήματα των άλλων” περιγράφουν μια εμπειρία που είναι πολύ πιο συχνή από όσο νομίζουμε. Πρόκειται για μια κατάσταση όπου ο άνθρωπος εξακολουθεί να λειτουργεί, να εργάζεται και να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις του, αλλά μέσα του νιώθει ότι οι ψυχικές του αντοχές έχουν αρχίσει να μειώνονται.

Σε τέτοιες περιπτώσεις συνήθως συμβαίνουν τρία πράγματα. Πρώτον, ο άνθρωπος έχει αναλάβει για μεγάλο χρονικό διάστημα ρόλο «διαχειριστή προβλημάτων» για τους άλλους. Δεύτερον, υπάρχει συνεχής έκθεση σε απαιτήσεις, αποφάσεις και πιέσεις. Και τρίτον, υπάρχει ελάχιστος χρόνος για πραγματική αποφόρτιση. Η ψυχική κόπωση δεν εμφανίζεται απότομα. Δημιουργείται σταδιακά μέσα από καθημερινές επιβαρύνσεις. 

Τι μπορεί να βοηθήσει έναν άνθρωπο που αισθάνεται έτσι;

Πρώτα απ’ όλα, η αναγνώριση του ορίου. Δεν είναι αδυναμία να παραδεχτεί κάποιος ότι δεν μπορεί να σηκώνει τα πάντα. Αντίθετα, είναι ένδειξη ψυχικής ωριμότητας. Η αποδοχή ότι δεν είναι δική μας ευθύνη να λύσουμε κάθε πρόβλημα γύρω μας είναι ένα σημαντικό βήμα.

Τα όρια. Οι άνθρωποι που συχνά βοηθούν ή καθοδηγούν άλλους χρειάζεται να μάθουν να ξεχωρίζουν ποια προβλήματα είναι πραγματικά δική τους ευθύνη και ποια όχι. Τις περισσότερες φορές το ξέρουν, αλλά δυσκολεύονται να πουν “όχι”.  Η υπερβολική ανάληψη ευθύνης οδηγεί σχεδόν πάντα σε εξάντληση. Υπάρχουν βέβαια και περιπτώσεις που δεν εμπιστεύονται πως και άλλοι μπορούν να αναλάβουν ευθύνες και να επιλύουν θέματα και τους είναι πιο εύκολο και σίγουρο να διατηρούν τον έλεγχο με την κούραση που αυτό συνεπάγεται.

Η ψυχική ενέργεια μπορεί να επιστρέψει όταν ο άνθρωπος επιτρέπει στον εαυτό του στιγμές χωρίς υποχρεώσεις, χωρίς την ανάγκη να λύνει ή να διαχειρίζεται κάτι. Μικρά διαλείμματα από την ευθύνη, χρόνος για προσωπικές δραστηριότητες ή απλώς για ηρεμία, μπορούν να λειτουργήσουν προστατευτικά.

Τέλος, βοηθά πολύ η αλλαγή οπτικής. Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί –και δεν χρειάζεται– να κουβαλά τα προβλήματα όλων.  Ψυχική ανθεκτικότητα δεν σημαίνει ότι αντέχουμε τα πάντα. Σημαίνει ότι γνωρίζουμε πότε να συνεχίσουμε, πότε να ξεκουραστούμε και πότε να αφήσουμε κάτι που δεν είναι πραγματικά δικό μας βάρος όσο και αν μας δυσκολεύει. 

Γιατί οι παλιές συνήθειες δεν αλλάζουν εύκολα

Λέμε συχνά ότι “οι παλιές συνήθειες δύσκολα πεθαίνουν” και είναι όντως έτσι. Όλοι έχουμε συμπεριφορές που θέλουμε να αλλάξουμε ή τον τρόπο που σκεφτόμαστε και ερμηνεύουμε,  αντιδράσεις, μοτίβα στις σχέσεις, μικρές καθημερινές συνήθειες. Όσο όμως και αν  προσπαθούμε, συχνά επιστρέφουμε στα ίδια.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχουμε δύναμη ή θέληση αλλά ότι οι παλιές συνήθειες είναι πιο βαθιά ριζομένες από όσο νομίζουμε.

Οι συνήθειες χτίζονται με τον χρόνο. Όσο περισσότερο επαναλαμβάνουμε κάτι, τόσο πιο φυσικό μας φαίνεται. Γίνεται γνώριμο, είναι ο τρόπος μας. Έτσι, ακόμη κι αν μια συνήθεια δεν μας βοηθάει, το οικείο είναι που μας κρατάει πίσω. Το γνώριμο μας κάνει να νιώθουμε άνετα, ακόμη κι όταν δεν μας κάνει καλό.

Κάτι άλλο που δυσκολεύει την αλλαγή είναι ότι πολλές συνήθειες δεν είναι απλώς πράξεις  είναι τρόποι που μάθαμε να προστατεύουμε τον εαυτό μας. Μπορεί να αντιδρούμε κρατώντας απόσταση, να αποφεύγουμε συγκρούσεις, να υπεραναλύουμε, να κλεινόμαστε στον εαυτό μας. Αυτά δεν είναι κακές συνήθειες αλλά παλιές άμυνες.  Οι άμυνες δεν αλλάζουν εύκολα, γιατί κάποτε μας χρειάστηκαν.

Ακόμη και οι συνήθειες που μας δυσκολεύουν προσφέρουν κάτι. Μια μικρή ανακούφιση, μια αίσθηση ελέγχου, μια προβλεψιμότητα. Γι’ αυτό και όταν πιεζόμαστε ή αγχωνόμαστε, επιστρέφουμε σε αυτές.

Παρόλα αυτά, η αλλαγή δεν είναι κάτι ανέφικτο. Δεν γίνεται απότομα, ούτε με αυστηρότητα. Γίνεται με μικρά, σταθερά βήματα. Με το να παρατηρούμε τον εαυτό μας χωρίς να τον κρίνουμε. Με το να δοκιμάζουμε κάτι διαφορετικό, ξανά και ξανά, μέχρι να αρχίσει να μας φαίνεται πιο φυσικό από το παλιό.

Οι παλιές συνήθειες μπορεί να μην “πεθαίνουν” εύκολα -όπως λέει και η παροιμία- αλλά αλλάζουν.  Όταν δώσουμε χρόνο και χώρο στον εαυτό μας και όταν καταλάβουμε ότι η αλλαγή δεν είναι αγώνας σπριντ.

Δικαίωμα στην παύση

Πόσες φορές μας έχει συμβεί ενώ καθόμαστε στον καναπέ μετά από μια εξαντλητική μέρα και αντί να χαλαρώνουμε, να σκεφτόμαστε όλα αυτά που θα έπρεπε να κάνουμε;
Να αισθανόμαστε ενοχικά γιατί η εσωτερική μας φωνή μας λέει ότι η αξία μας ως άνθρωποι μετριέται από τις πόσες δουλειές ολοκληρώσαμε;

 Έχουμε πείσει τους εαυτούς μας ότι κάθε δευτερόλεπτο πρέπει να αξιοποιείται. Αν δεν δουλεύουμε, πρέπει να γυμναζόμαστε, αν δεν γυμναζόμαστε πρέπει να μαθαίνουμε κάτι καινούργιο. Αν δεν κάνουμε τίποτα από αυτά, νιώθουμε ότι μένουμε πίσω. Όμως, η αλήθεια είναι ότι η ξεκούραση δεν είναι το βραβείο για τη δουλειά μας, είναι η προϋπόθεσή της.

Όταν μετατρέπουμε τον ελεύθερο χρόνο μας σε μια ακόμα λίστα με υποχρεώσεις χάνουμε την ικανότητα να είμαστε παρόντες. Αυτό το διαρκές άγχος δεν μας κάνει πιο αποτελεσματικούς, μας κάνει απλώς πιο εξαντλημένους. Μας κλέβει τη χαρά της στιγμής, γιατί το μυαλό μας βρίσκεται πάντα στο επόμενο βήμα.

Ίσως η λύση να βρίσκεται στην αποδοχή ότι η παύση είναι ένας τρόπος να γεμίσουμε τις μπαταρίες μας. Το να μην κάνουμε τίποτα για λίγη ώρα δεν είναι χάσιμο χρόνου, είναι φροντίδα.  Όπως ένας αθλητής χρειάζεται χρόνο αποθεραπείας για να αποδώσει ξανά, έτσι και το μυαλό μας χρειάζεται διαλείμματα για να παραμείνει δημιουργικό. Η ποιότητα της καθημερινότητάς μας δεν κρίνεται από το πόσα check βάλαμε σε μια λίστα, αλλά από το πόσο ήσυχοι μπορούμε να μείνουμε με τον εαυτό μας όταν οι ρυθμοί πέφτουν.

Γιατί δεν πρέπει να αμφισβητούμε τις αποφάσεις μας

Στο βίντεο του The School of Life ακούμε πως συχνά έχουμε την τάση να αμφισβητούμε την κρίση μας-το ένστικτό μας όταν περνάει ο καιρός. Αυτό που κάποτε φαινόταν ως ξακάθαρη απόφαση, μετά από κάποιο διάστημα μπορεί να την αμφισβητήσουμε προκαλώντας μας αμφιβολία. Αυτή ακριβώς η ικανότητα προσαρμογής που μας επιτρέπει να ξεπερνάμε μια απώλεια ή μια αποτυχία, είναι η ίδια που μας ωθεί να αναθεωρούμε σωστές αποφάσεις.

Όταν παίρνουμε μια δύσκολη απόφαση -για παράδειγμα από το να παραιτηθούμε από μια δουλειά ή να διακόψουμε μια σχέση- έχουμε μια καθαρή εικόνα των αρνητικών δεδομένων που μας οδήγησαν εκεί. Όσο όμως απομακρυνόμαστε χρονικά, ξεχνάμε τη δυσφορία που αισθανόμασταν και μας οδηγησαν σε αυτή την απόφαση. Τότε, είτε επειδή αισθανόμαστε μοναξιά, ή κούραση, το μυαλό μας αρχίζει να ωραιοποιεί το παρελθόν. Ξαφνικά, οι λόγοι που μας οδήγησαν στη φυγή δεν μοιάζουν τόσο σημαντικοί μπροστά στην τωρινή μας ανασφάλεια.

Το βίντεο υπογραμμίζει ότι η κρίση μας θολώνει όσο απομακρυνόμαστε από το «πεδίο της μάχης». Όταν αρχίζουμε να αναρωτιόμαστε αν ήμασταν υπερβολικά βιαστικοί ή άδικοι, η λογική πρέπει να μπει μπροστά και να εξετάσει αν αυτή η αλλαγή είναι σωστή ή απλώς «βολική» γιατί ανακουφίζει την τωρινή μας δυσφορία.

Το συμπέρασμα είναι πως πρέπει να δείχνουμε εμπιστοσύνη στη διορατικότητά μας όταν πήραμε την απόφαση. Αντί να αφηνόμαστε στις αμφιβολίες που φέρνει η απόσταση, καλό θα ήταν να εμπιστευτούμε αυτό που γνωρίζαμε τότε, και όχι αυτό που νιώθουμε τώρα.

Αυτοπεποίθηση δεν σημαίνει ότι δεν κάνουμε ποτέ λάθη, αλλά ότι αναγνωρίζουμε πως όταν βρισκόμασταν μέσα στα γεγονότα- στο “εκεί και τότε” ήμασταν πιο κοντά στην αλήθεια από τον εαυτό μας που τώρα παρατηρεί εκ του ασφαλούς.

Γιατί δυσκολευόμαστε να ζούμε στο παρόν; 

https://share.theschooloflife.com/article/964cec0a45c0d5a3e391014265b39d9d99d12a62ba15c6a232322dc53c25dd86

Στο βίντεο ακούμε ότι δυσκολευομαστε να ζούμε στο παρόν επειδή ο νους μας έχει μάθει να λειτουργεί είτε στο παρελθόν,  είτε στο μέλλον. Έχουμε την τάση να επιστρέφουμε στο παρελθόν για να το κατανοήσουμε και να κινούμαστε προς το μέλλον προσπαθώντας να προβλέψουμε τι θα συμβεί.

Το παρόν,  αντίθετα, συχνά μας φέρνει αντιμέτωπος με αβεβαιότητα ή συναισθήματα που δεν είναι πάντα εύκολα διαχειρίσιμα,  γι αυτό κ το αποφεύγουμε.

Η δυσκολία παρουσίας στο εδώ και τώρα δεν είναι ένδειξη αποτυχίας, αλλά μια ανθρώπινη δυσκολία που απαιτεί κατανόηση και εξάσκηση, όχι αυστηρότητα.

Η άδεια καρέκλα

Μία από τις πιο γνωστές ψυχοθεραπευτικές ασκήσεις είναι αυτή της άδειας καρέκλας. Είναι μια άσκηση αυτοέκφρασης που μας βοηθά να δώσουμε φωνή σε σκέψεις και συναισθήματα που έχουν μείνει σιωπηλά μέσα μας και δεν έχουμε καταφέρει να εκφράσουμε.

Η άδεια καρέκλα λειτουργεί σαν καθρέφτης ή σαν δίαυλος επικοινωνίας με όποιον θέλουμε να μιλήσουμε. Μπορεί να είναι ένας άνθρωπος που μας πλήγωσε, κάποιος που μας λείπει, ή ακόμα κ μια πλευρά του εαυτού μας – ο φοβισμένος εαυτός μας, ο θυμωμένος, ο ανασφαλής-. Καθόμαστε απέναντί της και μιλάμε χωρίς φίλτρα και μετά, αλλάζουμε θέση. Γινόμαστε το πρόσωπο ή το συναίσθημα που έχουμε απέναντί μας και απαντάμε.

Μόλις ξεπεράσουμε την αμηχανία που προκαλεί η περίεργη εμπειρία του να μιλάμε σε μια καρέκλα, ίσως διαπιστώσουμε ότι είμαστε πιο εύγλωττοι από ό,τι νομίζαμε, ίσως πιο σίγουροι για όσα χρειαζόμασταν να πούμε. Σε αρκετές περιπτώσεις δεν έχει τόση σημασία αν μας ακούσει το πρόσωπο στο οποίο απευθυνόμαστε, αλλά αυτό που μετράει περισσότερο είναι να καταφέρουμε να μιλήσουμε, να ακούσουμε εμείς οι ίδιοι τη φωνή μας, να αναγνωρίσουμε τα συναισθήματά μας και να δώσουμε σε αυτά χώρο. 

Μπορεί να είναι ένας βοηθητικός τρόπος για όσους αναγκάστηκαν να μεγαλώσουν ως καλά παιδιά, χωρίς να ξέρουν τον τρόπο να πουν όχι, δεν θέλω, δεν μου αρέσει μιας που η επιβίωση εξαρτιόταν από τη συμμόρφωση και την καλή διάθεση. Η σιωπή μπορεί να εξασφάλισε μια ασφαλή διαδρομή προς την ενηλικίωση η συνέχισή της, όμως, δεν βοηθάει να αφήσουμε πίσω ό,τι μας βαραίνει και να κάνουμε ένα βήμα προς την εσωτερική ηρεμία. 

Νέο έτος, νέα ματιά

Συνήθως  ξεκινάμε κάθε νέα χρονιά παίρνοντας αποφάσεις, θέτοντας στόχους και σχέδια για τους μήνες που έρχονται. Όποια μορφή και αν έχουν, προέρχονται από μια παρόμοια αίσθηση. Ότι δεν είμαστε ακριβώς εκεί που θέλουμε να βρισκόμαστε και μια έντονη επιθυμία ή ανάγκη να κάνουμε μια αλλαγή. 

Ίσως αυτό που μας λείπει είναι μια βαθύτερη κατανόηση του τι πραγματικά σημαίνει μια «καλή» ζωή. Αυτό που ονομάζουμε καλή και ουσιαστική ζωή δεν είναι μόνο το αποτέλεσμα περιστασιακών στιγμών ευτυχίας, αλλά και μια δέσμευση σε αξίες που δίνουν νόημα. 

Η αυτογνωσία, η ικανότητα να κατανοούμε τις πραγματικές μας ανάγκες, τις επιθυμίες και τα όριά μας. Χωρίς αυτή την εσωτερική κατανόηση, είναι εύκολο να παρασυρθούμε από εξωτερικές πιέσεις και επιφανειακούς στόχους. Η επίγνωση μας βοηθά να ζούμε μια ζωή που αντικατοπτρίζει τις πιο βαθιές μας αξίες και φιλοδοξίες.

Η σύνδεση, η επαφή με τους άλλους. Μια ουσιαστική ζωή χαρακτηρίζεται από σχέσεις που βασίζονται στην ειλικρίνεια, την εμπιστοσύνη και την αμοιβαία υποστήριξη. Όταν επενδύουμε σε αυθεντικές σχέσεις, βρίσκουμε τη δύναμη να αντιμετωπίζουμε τις προκλήσεις της ζωής και να μοιραζόμαστε τις χαρές της.

Η αποδοχή της αλλαγής και η ικανότητα να προσαρμοζόμαστε σε νέες καταστάσεις μας επιτρέπουν να εξελισσόμαστε διαρκώς, διατηρώντας την περιέργεια και τη διάθεση για μάθηση. Η αποδοχή του ότι δεν είμαστε τέλειοι. Το να αναγνωρίζουμε τις αδυναμίες και τις ατέλειές μας δεν είναι ένδειξη αποτυχίας, αλλά πράξη ενηλικίωσης και συμπόνιας για τον εαυτό μας. 

Η αποδοχή της ευαλωτότητάς μας. Συχνά, οι άλλοι μας προτρέπουν να δείχνουμε δυνατοί, ακλόνητοι και αυτάρκεις. Όμως, η ευαλωτότητα δεν είναι αδυναμία. Όταν αποδεχόμαστε την ανθρώπινη φύση μας, μαθαίνουμε να ζητάμε βοήθεια, να μοιραζόμαστε τις ανησυχίες μας και να ανοίγουμε την καρδιά μας. Αυτό μας φέρνει πιο κοντά στη συμπόνια, τόσο για εμάς όσο και για τους γύρω μας, και μας διδάσκει ότι δεν είμαστε μόνοι στις δυσκολίες μας.

Μια ουσιαστική ζωή δεν περιορίζεται μόνο στην προσωπική μας ανάπτυξη, αλλά περιλαμβάνει και την ικανότητα να υπερβούμε τον εαυτό μας. Η υπέρβαση αυτή σημαίνει να στρέψουμε την προσοχή μας από τις δικές μας ανησυχίες προς κάτι μεγαλύτερο.  Όταν καταφέρνουμε να δούμε πέρα από τα στενά όρια του εγώ μας, ανακαλύπτουμε μια βαθύτερη αίσθηση σκοπού και πληρότητας. Η υπέρβαση του εαυτού δεν είναι η άρνηση της ατομικότητάς μας, αλλά μια πράξη που μας συνδέει με το συλλογικό, με την ανθρωπότητα και με ό,τι μας ενώνει σε ένα ευρύτερο, πιο ουσιαστικό πλαίσιο.

Η ζωή φέρνει στιγμές απογοήτευσης και θλίψης που δύσκολα μπορούμε να αποφύγουμε. Όμως, υπάρχει ένας ιδιαίτερος τρόπος να αγκαλιάζουμε την απελπισία μας με αισιοδοξία, να την αποδεχόμαστε χωρίς να την αφήνουμε να μας κατακλύζει. Το να απελπιζόμαστε με αισιοδοξία σημαίνει να αναγνωρίζουμε τη σκοτεινή πλευρά της ζωής, αλλά ταυτόχρονα να θυμόμαστε πως υπάρχει πάντα περιθώριο για φως και αλλαγή. Είναι μια στάση που μας επιτρέπει να βλέπουμε τις δυσκολίες ως προσωρινές, να γελάμε με την ανθρώπινη ατέλεια και να συνεχίζουμε με ελπίδα για το μέλλον.
Καλή Χρονιά.