Μπορούμε να εμπνευστούμε από τους ανθρώπους γύρω μας, να διαβάσουμε τις ιστορίες τους, να πάρουμε κουράγιο από τη διαδρομή τους. Όμως, η αυτογνωσία δεν αποκτιέται όταν μας συγκρίνουμε ή όταν αντιγράφουμε τους άλλους.
Έρχεται όταν αρχίζουμε να ακούμε περισσότερο τη δική μας φωνή κ λιγότερο τον θόρυβο που υπάρχει γύρω μας.
Ο δρόμος για τον εαυτό μας δεν είναι ίδιος για όλους.
Όσοι έχουμε κάνει ψυχοθεραπεία, είναι πολύ πιθανό να έχουμε ακούσει τη φράση: “μείνε με αυτό”, και ίσως να σκεφτήκαμε: “μα γιατί; αφού με ενοχλεί, μου είναι δυσάρεστο, με πονάει και θέλω να φύγει”.
Και εδώ που τα λέμε είναι μια απολύτως φυσιολογική αντίδραση. Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε μάθει να αποφεύγουμε τα δύσκολα συναισθήματα. Να τα εξηγούμε λογικά, να τα διώχνουμε, να αποσπάμε την προσοχή μας ή να κάνουμε οτιδήποτε άλλο για να μην τα νιώσουμε. Όμως, όταν ένας ψυχοθεραπευτής λέει «μείνε με αυτό το συναίσθημα», δεν μας ζητάει να υποφέρουμε περισσότερο. Μας προτείνει να κάνουμε κάτι διαφορετικό από αυτό που κάνουμε συνήθως.
Το να μείνουμε με ένα συναίσθημα σημαίνει να του επιτρέψουμε να υπάρχει για λίγο, χωρίς να προσπαθήσουμε αμέσως να το αλλάξουμε ή να το εξαφανίσουμε. Σημαίνει να στρέψουμε την προσοχή μας προς τα μέσα και να αναρωτηθούμε: «Τι ακριβώς νιώθω αυτή τη στιγμή; Πού το αισθάνομαι στο σώμα μου; Πόσο έντονο είναι; Τι μπορεί να προσπαθεί να μου πει;» Δεν χρειάζεται να βρούμε αμέσως απαντήσεις, ούτε να το αναλύσουμε. Αρκεί να του δώσουμε λίγο χώρο που μάλλον αυτό είναι και το πιο δύσκολο γιατί οι άνθρωποι αποφεύγουμε τον πόνο. Όταν εμφανίζεται ένα δυσάρεστο συναίσθημα, αμέσως θέλουμε να το διωξουμε, με διάφορους τρόπους. Άλλοι δίνουν όλη τους την ενέργεια στη δουλειά τους, άλλοι χάνονται με τις ώρες σε μια οθόνη άλλοι καταφεύγουν στο φαγητό, στο αλκοόλ, στον ύπνο και αρκετοί με ατελείωτη σκέψη, πιστεύοντας ότι αν καταλάβουν το “γιατί” θα σταματήσουν να νιώθουν έτσι.
Όλοι αυτοί οι τρόποι μπορεί να προσφέρουν μια προσωρινή ανακούφιση. Αλλά, το συναίσθημα δεν εξαφανίζεται. Απλώς περιμένει την επόμενη ευκαιρία να εμφανιστεί. Και εδώ βρίσκεται ένα από τα παράδοξα: όσο περισσότερο παλεύουμε να μη νιώσουμε κάτι, τόσο περισσότερο εκείνο επιμένει να ζητά την προσοχή μας.
Τα συναισθήματα, ακόμη και τα πιο δυσάρεστα, δεν είναι εχθροί μας. Ο φόβος μπορεί να μας λέει ότι αντιλαμβανόμαστε μια απειλή ή μια αβεβαιότητα. Η λύπη μάς θυμίζει ότι χάσαμε κάτι σημαντικό για εμάς. Ο θυμός συχνά δείχνει ότι κάποιο όριό μας παραβιάστηκε ή ότι κάποια ανάγκη μας δεν ακούστηκε. Η ενοχή μπορεί να μας φέρνει σε επαφή με τις αξίες μας και να μας κινητοποιεί να επανορθώσουμε όταν θεωρούμε ότι έχουμε πληγώσει ή αδικήσει κάποιον.
Όταν προσπαθούμε να διώξουμε γρήγορα αυτά τα συναισθήματα, συχνά χάνουμε το μήνυμα που μεταφέρουν. Όταν όμως τους επιτρέπουμε να υπάρχουν για λίγο, μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα τον εαυτό μας, τις ανάγκες μας και τις επιλογές που έχουμε μπροστά μας. Δεν σημαίνει ότι το συναίσθημα θα είναι ευχάριστο. Σημαίνει όμως ότι σταματάει να είναι κάτι από το οποίο πρέπει να τρέχουμε να ξεφύγουμε.
Το να μένω με το συναίσθημά μου δεν σημαίνει ότι βυθίζομαι μέσα σε αυτό. Δεν σημαίνει ότι αφήνω τη θλίψη ή τον φόβο να με καταπιούν ή ότι ταυτίζομαι μαζί τους. Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο να παρατηρώ ένα συναίσθημα και στο να πιστεύω ότι αυτό το συναίσθημα είναι όλη μου η πραγματικότητα. Το πρώτο δημιουργεί χώρο και κατανόηση. Το δεύτερο οδηγεί συχνά στον εγκλωβισμό.
Αυτός είναι και ο λόγος που στη θεραπεία ο στόχος δεν είναι να μάθουμε να υποφέρουμε περισσότερο. Ο στόχος είναι να αναπτύξουμε την ικανότητα να αντέχουμε τα δύσκολα συναισθήματα χωρίς να χρειάζεται να τα αποφεύγουμε ή να τα φοβόμαστε. Όσο περισσότερο καλλιεργούμε αυτή την ικανότητα, τόσο περισσότερο διαπιστώνουμε ότι τα συναισθήματα έχουν μια φυσική πορεία. Έρχονται, κορυφώνονται και, αργά ή γρήγορα, υποχωρούν. Δεν μένουν για πάντα, ακόμη κ όταν εκείνη τη στιγμή μοιάζει αδύνατο να το πιστέψουμε.
Την επόμενη φορά που ίσως ακούσουμε τον ψυχοθεραπευτή μας να λέει “μείνε λίγο με αυτό” να καταλάβουμε πως δεν μας ζητάει να αντέξουμε περισσότερο πόνο, αλλά να μας προσκαλεί να σταματήσουμε έστω και για λίγο να δούμε αυτό που συμβαίνει μέσα μας με περισσότερη περιέργεια και λιγότερο φόβο. Γιατί τις περισσότερες φορές αυτό που προσπαθούμε με κάθε τρόπο να αποφύγουμε είναι ακριβώς αυτό που έχει περισσότερο ανάγκη να ακουστεί.
Η ντροπή δεν είναι απλώς μια δυσάρεστη κατάσταση. Είναι μια βαθιά εμπειρία που αγγίζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας. Ενώ η ενοχή σχετίζεται με κάτι που κάναμε, η ντροπή αφορά αυτό που πιστεύουμε ότι είμαστε.
Η ενοχή λέει: «Έκανα ένα λάθος». Η ντροπή: «Είμαι το λάθος». Συχνά η ντροπή γεννιέται μέσα από το βλέμμα των άλλων. Από την παιδική ηλικία μαθαίνουμε να αξιολογούμε τον εαυτό μας με βάση την αποδοχή, την αναγνώριση και την αγάπη που λαμβάνουμε από το περιβάλλον μας. Όταν αυτές οι ανάγκες δεν ικανοποιούνται ή όταν συνοδεύονται από κριτική, απόρριψη, μπορεί να αρχίσει να διαμορφώνεται η πεποίθηση ότι κάτι δεν είναι αρκετά καλό σε εμάς.
Με τον καιρό, αυτή η πεποίθηση μετατρέπεται σε μια εσωτερική φωνή. Μια φωνή που συγκρίνει, επικρίνει και υπενθυμίζει διαρκώς τις αδυναμίες μας. Δεν μας λέει μόνο ότι αποτύχαμε σε κάτι, αλλά ότι η αποτυχία αυτή αποκαλύπτει την πραγματική μας αξία. Και όσο περισσότερο την ακούμε, τόσο περισσότερο πιστεύουμε ότι η αποδοχή των άλλων είναι απαραίτητη για να νιώσουμε καλά με τον εαυτό μας.
Η ανάγκη για επιβεβαίωση είναι ανθρώπινη. Όταν όμως η αυτοεκτίμησή μας εξαρτάται αποκλειστικά από το πώς μας βλέπουν οι άλλοι, γινόμαστε ιδιαίτερα ευάλωτοι στη ντροπή. Μια κριτική, μια απόρριψη ή μια αποτυχία μπορεί τότε να βιωθεί όχι ως ένα γεγονός, αλλά ως απόδειξη προσωπικής ανεπάρκειας.
Γι’ αυτό και η ντροπή συχνά μας οδηγεί να κρυβόμαστε. Αποφεύγουμε να εκφραστούμε, να διεκδικήσουμε, να εκτεθούμε ή να δοκιμάσουμε κάτι καινούργιο. Όχι επειδή φοβόμαστε μόνο την αποτυχία, αλλά επειδή φοβόμαστε τι μπορεί να σημαίνει αυτή για την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας.
Το παράδοξο είναι ότι η ντροπή τρέφεται από τη σιωπή. Όσο περισσότερο την κρύβουμε, τόσο μεγαλύτερη δύναμη αποκτά. Αντίθετα, όταν αναγνωρίζουμε την παρουσία της και αντιμετωπίζουμε τον εαυτό μας με περισσότερη κατανόηση και λιγότερη αυστηρότητα, η επιρροή της αρχίζει να μειώνεται.
Ψυχική ωριμότητα δεν είναι η προσπάθεια να γίνουμε τέλειοι. Eίναι και η ικανότητά μας να αποδεχόμαστε ότι η αξία μας δεν καθορίζεται από τα λάθη, τις αδυναμίες ή τις αποτυχίες μας και ότι δεν χρειάζεται να είμαστε σωστοί σε όλα για να αξίζουμε.
Η συγχώρεση είναι μία παρεξηγημένη έννοια. Πολλοί πιστεύουν ότι όταν συγχωρούμε κάποιον, δικαιολογούμε τη συμπεριφορά του ή ξεχνάμε αυτό που μας έκανε. Στην πραγματικότητα, η συγχώρεση δεν αφορά τόσο τον άλλον όσο τη δική μας ψυχική ηρεμία.
Όταν κάποιος μας πληγώνει, είναι φυσιολογικό να νιώσουμε θυμό, απογοήτευση ή ακόμα και προδοσία. Το πρόβλημα όμως ξεκινά όταν αυτά τα συναισθήματα παραμένουν μέσα μας για μεγάλο χρονικό διάστημα. Τότε ο άνθρωπος που μας πλήγωσε μπορεί να συνεχίζει να επηρεάζει τη ζωή μας, ακόμα κι αν δεν βρίσκεται πλέον σε αυτήν.
Κάθε φορά που κρατάμε μέσα μας την πικρία για όσα μας πλήγωσαν, ένα μέρος του εαυτού μας παραμένει εγκλωβισμένο στο παρελθόν. Η συγχώρεση δεν αναιρεί την αδικία ούτε διαγράφει τις αναμνήσεις. Μας δίνει όμως τη δυνατότητα να αποδεσμευτούμε από το συναισθηματικό φορτίο τους και να συνεχίσουμε τη ζωή μας με μεγαλύτερη ελευθερία και ηρεμία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να ξεχάσουμε, να δικαιολογήσουμε ή να συνεχίσουμε μια σχέση που μας έχει βλάψει. Η συγχώρεση δεν είναι συμφιλίωση. Είναι η συνειδητή απόφαση να μην αφήσουμε το τραύμα να καθορίζει τη ζωή μας.
Ίσως λοιπόν, όταν συγχωρούμε κάποιον, να μην το κάνουμε πρωτίστως για εκείνον. Το κάνουμε για να απελευθερωθούμε από το βάρος που κουβαλάμε. Όχι επειδή ο άλλος το αξίζει πάντα, αλλά επειδή εμείς αξίζουμε να ζούμε χωρίς να είμαστε δέσμιοι του παρελθόντος.
Η συγχώρεση δεν αλλάζει αυτό που συνέβη. Μπορεί όμως να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο αυτό συνεχίζει να υπάρχει μέσα μας.
Ο Irvin Yalom με αυτή τη φράση επισημαίνει τη δυσκολία που έχουμε να αποδεχθούμε την ανάγκη μας να διορθώσουμε το παρελθόν.
Συχνά επιστρέφουμε ξανά και ξανά σε ό,τι έγινε τι είπαμε, τι δεν είπαμε, τι θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί διαφορετικά. Έχουμε την ψευδαίσθηση ότι ίσως, αν το σκεφτούμε αρκετά, θα αλλάξει. Όμως το παρελθόν δεν είναι πεδίο δράσης αλλά νοήματος.
Αυτό δεν είναι η παραίτηση, αλλά απελευθέρωση. Όταν σταματάμε να κυνηγάμε ένα «καλύτερο παρελθόν», ανοίγουμε χώρο για ένα πιο συνειδητό παρόν. Δεν σημαίνει ότι ξεχνάμε ή ότι δεν μας επηρεάζει σημαίνει ότι επιλέγουμε να μην ζούμε εγκλωβισμένοι σε κάτι που δεν αλλάζει. Ίσως αυτό είναι και ωριμότητα. Όχι να ξαναγράψουμε την ιστορία μας αλλά να μάθουμε να την κουβαλάμε χωρίς να μας βαραίνει.
Πόσες φορές έχουμε πιάσει τον εαυτό μας να σκέφτεται ξανά και ξανά το ίδιο πράγμα; Να αναλύουμε μια συζήτηση, μια απόφαση ή ένα ενδεχόμενο σενάριο μέχρι εξάντλησης; Η υπερανάλυση είναι μια από τις πιο συχνές συμπεριφορές και συχνά ύπουλη γιατί ή ανάγκη για έλεγχο και βεβαιότητα βρίσκεται συχνά πίσω από αυτή. Το μυαλό προσπαθεί να προβλέψει, να προστατεύσει, να αποφύγει λάθη. Όμως, αντί να μας βοηθά, καταλήγει να μας εγκλωβίζει σε έναν φαύλο κύκλο σκέψεων. Αντί να παίρνουμε αποφάσεις, «παγώνουμε». Αντί να ηρεμούμε, γεμίζουμε άγχος.
Ένα βασικό χαρακτηριστικό της υπερανάλυσης είναι ότι δεν οδηγεί απαραίτητα σε λύση. Είναι η ψευδαίσθηση της παραγωγικότητας: νιώθουμε ότι “κάνουμε κάτι”, ενώ στην πραγματικότητα ανακυκλώνουμε τις ίδιες σκέψεις χωρίς αποτέλεσμα.
Υπάρχει τρόπος να κάνουμε κάτι γι’αυτό; Όπως πάντα το πρώτο που χρειάζεται είναι επίγνωση. Να αναγνωρίσουμε τί κάνουμε και πότε το κάνουμε. Πότε σκεφτόμαστε υπερβολικά και πότε κάτι χρήσιμο; Η επιστροφή στο παρόν, στο εδώ και τώρα είναι σημαντική. Το να εστιάζουμε στην αναπνοή ή να παρατηρούμε το σώμα μας θα βοηθήσουν να σταματήσει ο κύκλος των σκέψεων. Δεν χρειάζεται να σταματήσουμε το μυαλό -πράγμα που δεν γίνεται- αρκεί να μην το ακολουθούμε παντού.
Τέλος, αξίζει να θυμόμαστε ότι η αβεβαιότητα είναι μέρος της ζωής. Καμία απόφαση δεν είναι απόλυτα ασφαλής, και καμία σκέψη δεν μπορεί να εγγυηθεί το αποτέλεσμα.
Η υπερανάλυση δεν είναι αδυναμία. Είναι μια προσπάθεια του νου να μας προστατεύσει απλώς με έναν τρόπο που δεν λειτουργεί πάντα. Μαθαίνοντας να την αναγνωρίζουμε και να την διαχειριζόμαστε, μπορούμε να δημιουργήσουμε περισσότερο χώρο για ηρεμία, καθαρότητα και καλύτερες επιλογές.
Πολλοί άνθρωποι που έχουν ευθύνες, ηγετικούς ρόλους ή απλώς είναι συνηθισμένοι να στηρίζουν τους άλλους, φτάνουν κάποια στιγμή να νιώσουν μια ιδιαίτερη μορφή ψυχικής κόπωσης. Δεν πρόκειται απαραίτητα για πρόβλημα υγείας ή για κάποια δραματική κρίση. Συχνά είναι κάτι πιο ύπουλο: η συσσώρευση ευθυνών, προσδοκιών και προβλημάτων που δεν είναι όλα δικά τους.
Πολύ συχνά μπορεί να ακούσουμε φράσεις όπως “είμαι καλά στην υγεία μου όμως νιώθω συσσωρευμένη κούραση” ή “δεν έχω πλέον τόση αντοχή να παίρνω πάνω μου και τα προβλήματα των άλλων” περιγράφουν μια εμπειρία που είναι πολύ πιο συχνή από όσο νομίζουμε. Πρόκειται για μια κατάσταση όπου ο άνθρωπος εξακολουθεί να λειτουργεί, να εργάζεται και να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις του, αλλά μέσα του νιώθει ότι οι ψυχικές του αντοχές έχουν αρχίσει να μειώνονται.
Σε τέτοιες περιπτώσεις συνήθως συμβαίνουν τρία πράγματα. Πρώτον, ο άνθρωπος έχει αναλάβει για μεγάλο χρονικό διάστημα ρόλο «διαχειριστή προβλημάτων» για τους άλλους. Δεύτερον, υπάρχει συνεχής έκθεση σε απαιτήσεις, αποφάσεις και πιέσεις. Και τρίτον, υπάρχει ελάχιστος χρόνος για πραγματική αποφόρτιση. Η ψυχική κόπωση δεν εμφανίζεται απότομα. Δημιουργείται σταδιακά μέσα από καθημερινές επιβαρύνσεις.
Τι μπορεί να βοηθήσει έναν άνθρωπο που αισθάνεται έτσι;
Πρώτα απ’ όλα, η αναγνώριση του ορίου. Δεν είναι αδυναμία να παραδεχτεί κάποιος ότι δεν μπορεί να σηκώνει τα πάντα. Αντίθετα, είναι ένδειξη ψυχικής ωριμότητας. Η αποδοχή ότι δεν είναι δική μας ευθύνη να λύσουμε κάθε πρόβλημα γύρω μας είναι ένα σημαντικό βήμα.
Τα όρια. Οι άνθρωποι που συχνά βοηθούν ή καθοδηγούν άλλους χρειάζεται να μάθουν να ξεχωρίζουν ποια προβλήματα είναι πραγματικά δική τους ευθύνη και ποια όχι. Τις περισσότερες φορές το ξέρουν, αλλά δυσκολεύονται να πουν “όχι”. Η υπερβολική ανάληψη ευθύνης οδηγεί σχεδόν πάντα σε εξάντληση. Υπάρχουν βέβαια και περιπτώσεις που δεν εμπιστεύονται πως και άλλοι μπορούν να αναλάβουν ευθύνες και να επιλύουν θέματα και τους είναι πιο εύκολο και σίγουρο να διατηρούν τον έλεγχο με την κούραση που αυτό συνεπάγεται.
Η ψυχική ενέργεια μπορεί να επιστρέψει όταν ο άνθρωπος επιτρέπει στον εαυτό του στιγμές χωρίς υποχρεώσεις, χωρίς την ανάγκη να λύνει ή να διαχειρίζεται κάτι. Μικρά διαλείμματα από την ευθύνη, χρόνος για προσωπικές δραστηριότητες ή απλώς για ηρεμία, μπορούν να λειτουργήσουν προστατευτικά.
Τέλος, βοηθά πολύ η αλλαγή οπτικής. Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί –και δεν χρειάζεται– να κουβαλά τα προβλήματα όλων. Ψυχική ανθεκτικότητα δεν σημαίνει ότι αντέχουμε τα πάντα. Σημαίνει ότι γνωρίζουμε πότε να συνεχίσουμε, πότε να ξεκουραστούμε και πότε να αφήσουμε κάτι που δεν είναι πραγματικά δικό μας βάρος όσο και αν μας δυσκολεύει.
Λέμε συχνά ότι “οι παλιές συνήθειες δύσκολα πεθαίνουν” και είναι όντως έτσι. Όλοι έχουμε συμπεριφορές που θέλουμε να αλλάξουμε ή τον τρόπο που σκεφτόμαστε και ερμηνεύουμε, αντιδράσεις, μοτίβα στις σχέσεις, μικρές καθημερινές συνήθειες. Όσο όμως και αν προσπαθούμε, συχνά επιστρέφουμε στα ίδια.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχουμε δύναμη ή θέληση αλλά ότι οι παλιές συνήθειες είναι πιο βαθιά ριζομένες από όσο νομίζουμε.
Οι συνήθειες χτίζονται με τον χρόνο. Όσο περισσότερο επαναλαμβάνουμε κάτι, τόσο πιο φυσικό μας φαίνεται. Γίνεται γνώριμο, είναι ο τρόπος μας. Έτσι, ακόμη κι αν μια συνήθεια δεν μας βοηθάει, το οικείο είναι που μας κρατάει πίσω. Το γνώριμο μας κάνει να νιώθουμε άνετα, ακόμη κι όταν δεν μας κάνει καλό.
Κάτι άλλο που δυσκολεύει την αλλαγή είναι ότι πολλές συνήθειες δεν είναι απλώς πράξεις είναι τρόποι που μάθαμε να προστατεύουμε τον εαυτό μας. Μπορεί να αντιδρούμε κρατώντας απόσταση, να αποφεύγουμε συγκρούσεις, να υπεραναλύουμε, να κλεινόμαστε στον εαυτό μας. Αυτά δεν είναι κακές συνήθειες αλλά παλιές άμυνες. Οι άμυνες δεν αλλάζουν εύκολα, γιατί κάποτε μας χρειάστηκαν.
Ακόμη και οι συνήθειες που μας δυσκολεύουν προσφέρουν κάτι. Μια μικρή ανακούφιση, μια αίσθηση ελέγχου, μια προβλεψιμότητα. Γι’ αυτό και όταν πιεζόμαστε ή αγχωνόμαστε, επιστρέφουμε σε αυτές.
Παρόλα αυτά, η αλλαγή δεν είναι κάτι ανέφικτο. Δεν γίνεται απότομα, ούτε με αυστηρότητα. Γίνεται με μικρά, σταθερά βήματα. Με το να παρατηρούμε τον εαυτό μας χωρίς να τον κρίνουμε. Με το να δοκιμάζουμε κάτι διαφορετικό, ξανά και ξανά, μέχρι να αρχίσει να μας φαίνεται πιο φυσικό από το παλιό.
Οι παλιές συνήθειες μπορεί να μην “πεθαίνουν” εύκολα -όπως λέει και η παροιμία- αλλά αλλάζουν. Όταν δώσουμε χρόνο και χώρο στον εαυτό μας και όταν καταλάβουμε ότι η αλλαγή δεν είναι αγώνας σπριντ.
Πόσες φορές μας έχει συμβεί ενώ καθόμαστε στον καναπέ μετά από μια εξαντλητική μέρα και αντί να χαλαρώνουμε, να σκεφτόμαστε όλα αυτά που θα έπρεπε να κάνουμε; Να αισθανόμαστε ενοχικά γιατί η εσωτερική μας φωνή μας λέει ότι η αξία μας ως άνθρωποι μετριέται από τις πόσες δουλειές ολοκληρώσαμε;
Έχουμε πείσει τους εαυτούς μας ότι κάθε δευτερόλεπτο πρέπει να αξιοποιείται. Αν δεν δουλεύουμε, πρέπει να γυμναζόμαστε, αν δεν γυμναζόμαστε πρέπει να μαθαίνουμε κάτι καινούργιο. Αν δεν κάνουμε τίποτα από αυτά, νιώθουμε ότι μένουμε πίσω. Όμως, η αλήθεια είναι ότι η ξεκούραση δεν είναι το βραβείο για τη δουλειά μας, είναι η προϋπόθεσή της.
Όταν μετατρέπουμε τον ελεύθερο χρόνο μας σε μια ακόμα λίστα με υποχρεώσεις χάνουμε την ικανότητα να είμαστε παρόντες. Αυτό το διαρκές άγχος δεν μας κάνει πιο αποτελεσματικούς, μας κάνει απλώς πιο εξαντλημένους. Μας κλέβει τη χαρά της στιγμής, γιατί το μυαλό μας βρίσκεται πάντα στο επόμενο βήμα.
Ίσως η λύση να βρίσκεται στην αποδοχή ότι η παύση είναι ένας τρόπος να γεμίσουμε τις μπαταρίες μας. Το να μην κάνουμε τίποτα για λίγη ώρα δεν είναι χάσιμο χρόνου, είναι φροντίδα. Όπως ένας αθλητής χρειάζεται χρόνο αποθεραπείας για να αποδώσει ξανά, έτσι και το μυαλό μας χρειάζεται διαλείμματα για να παραμείνει δημιουργικό. Η ποιότητα της καθημερινότητάς μας δεν κρίνεται από το πόσα check βάλαμε σε μια λίστα, αλλά από το πόσο ήσυχοι μπορούμε να μείνουμε με τον εαυτό μας όταν οι ρυθμοί πέφτουν.
Στο βίντεο του The School of Life ακούμε πως συχνά έχουμε την τάση να αμφισβητούμε την κρίση μας-το ένστικτό μας όταν περνάει ο καιρός. Αυτό που κάποτε φαινόταν ως ξακάθαρη απόφαση, μετά από κάποιο διάστημα μπορεί να την αμφισβητήσουμε προκαλώντας μας αμφιβολία. Αυτή ακριβώς η ικανότητα προσαρμογής που μας επιτρέπει να ξεπερνάμε μια απώλεια ή μια αποτυχία, είναι η ίδια που μας ωθεί να αναθεωρούμε σωστές αποφάσεις.
Όταν παίρνουμε μια δύσκολη απόφαση -για παράδειγμα από το να παραιτηθούμε από μια δουλειά ή να διακόψουμε μια σχέση- έχουμε μια καθαρή εικόνα των αρνητικών δεδομένων που μας οδήγησαν εκεί. Όσο όμως απομακρυνόμαστε χρονικά, ξεχνάμε τη δυσφορία που αισθανόμασταν και μας οδηγησαν σε αυτή την απόφαση. Τότε, είτε επειδή αισθανόμαστε μοναξιά, ή κούραση, το μυαλό μας αρχίζει να ωραιοποιεί το παρελθόν. Ξαφνικά, οι λόγοι που μας οδήγησαν στη φυγή δεν μοιάζουν τόσο σημαντικοί μπροστά στην τωρινή μας ανασφάλεια.
Το βίντεο υπογραμμίζει ότι η κρίση μας θολώνει όσο απομακρυνόμαστε από το «πεδίο της μάχης». Όταν αρχίζουμε να αναρωτιόμαστε αν ήμασταν υπερβολικά βιαστικοί ή άδικοι, η λογική πρέπει να μπει μπροστά και να εξετάσει αν αυτή η αλλαγή είναι σωστή ή απλώς «βολική» γιατί ανακουφίζει την τωρινή μας δυσφορία.
Το συμπέρασμα είναι πως πρέπει να δείχνουμε εμπιστοσύνη στη διορατικότητά μας όταν πήραμε την απόφαση. Αντί να αφηνόμαστε στις αμφιβολίες που φέρνει η απόσταση, καλό θα ήταν να εμπιστευτούμε αυτό που γνωρίζαμε τότε, και όχι αυτό που νιώθουμε τώρα.
Αυτοπεποίθηση δεν σημαίνει ότι δεν κάνουμε ποτέ λάθη, αλλά ότι αναγνωρίζουμε πως όταν βρισκόμασταν μέσα στα γεγονότα- στο “εκεί και τότε” ήμασταν πιο κοντά στην αλήθεια από τον εαυτό μας που τώρα παρατηρεί εκ του ασφαλούς.