Τι σημαίνει πραγματικά η φράση “να έχεις αυτοπεποίθηση;”

Έχουμε μάθει να πιστεύουμε ότι αυτοπεποίθηση σημαίνει να είμαστε σίγουροι για τον εαυτό μας. Να μπαίνουμε σ’έναν χώρο χωρίς να φοβόμαστε. Να ξέρουμε τι θέλουμε, να μιλάμε χωρίς δεύτερες σκέψεις και να μην μας επηρεάζει η γνώμη των άλλων.

Όμως η αυτοπεποίθηση δεν είναι η απουσία αμφιβολίας. Είναι η ικανότητα να συνεχίζουμε να προχωράμε ακόμα και αν αμφιβάλλουμε.

Ένας άνθρωπος με αυτοπεποίθηση δεν είναι απαραίτητα εκείνος που πιστεύει πως είναι ο καλύτερος.  Είναι εκείνος που γνωρίζει ότι δεν χρειάζεται να είναι ο καλύτερος για να αξίζει.  Έχει να κάνει περισσότερο με τη σχέση που έχουμε με τον εαυτό μας.  Με το αν μπορούμε να αποδεχθούμε τα δυνατά μας σημεία, αλλά και τις αδυναμίες μας. Με το να μας επιτρέπουμε να κάνουμε ένα λάθος χωρίς να καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι “δεν αξίζουμε”.

Γιατί όλοι κάποια στιγμή θα αποτύχουμε, θα πούμε κάτι λάθος, θα πάρουμε μια λαθος απόφαση, θα απορριφθούμε, θα συγκριθούμε με κάποιον άλλον και θα νιώσουμε πως δεν είμαστε αρκετοί. Η αυτοπεποίθηση δεν μας προστατεύει από όλα αυτά. Μας βοηθά όμως να μην διαλύεται η εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας κάθε φορά που κάτι δεν πηγαίνει όπως θα θέλαμε.

Ίσως είναι να μπορούμε να πούμε: “δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω, αλλά είμαι διατεθειμένος να προσπαθήσω.”  Είναι να μπορούμε να πούμε όχι χωρίς να χρειάζεται να απολογούμαστε συνεχώς. Να βάζουμε όρια χωρίς να αισθανόμαστε ότι γινόμαστε κακοί. Να αποδεχθούμε πως δεν θα αρέσουμε σε όλους και ότι αυτό δεν μειώνει την αξία μας.  Να μην περιμένουμε συνεχώς την επιβεβαίωση των άλλων για να αισθανθούμε καλά με εμάς.

Φυσικά η γνώμη των άλλων μπορεί να μας επηρεάζει γιατί οι άνθρωποι έχουμε ανάγκη την αποδοχή και τη σύνδεση. Η γνώμη των άλλων δεν είναι ο μοναδικός καθρέφτης μέσα από τον οποίο βλέπουμε τον εαυτό μας. 

Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η αυτοπεποίθηση δεν είναι πάντα θορυβώδης. Μπορεί να είναι ένας άνθρωπος που μιλάει λίγο αλλά γνωρίζει την αξία του. Να είναι κάποιος που μπορεί να πει “δεν ξέρω”. Μπορεί να είναι η δύναμη να ζητήσουμε βοήθεια όταν τη χρειαζόμαστε, το θάρρος να φύγουμε από μια κατάσταση που δεν μας κάνει καλό, ακόμα και να φοβόμαστε τι θα ακολουθήσει.

Δεν χρειάζεται να νιώθουμε δυνατοί κάθε μέρα. Είναι να ξέρουμε πως ακόμα και αν κάτι δεν πάει όπως θέλουμε, θα είμαστε εκεί για εμάς.

Και αυτή ίσως είναι η πιο ουσιαστική μορφή αυτοπεποίθησης. 

Η τέχνη του να θέλεις λιγότερα

Ζούμε σε μια εποχή που μας μαθαίνει διαρκώς να θέλουμε περισσότερα. Περισσότερη επιτυχία, περισσότερα χρήματα, περισσότερες εμπειρίες, περισσότερη αναγνώριση. Συχνά πιστεύουμε ότι το επόμενο πράγμα που θα αποκτήσουμε θα μας κάνει επιτέλους να νιώσουμε ικανοποιημένοι.

Μόλις όμως φτάσουμε εκεί που τόσο επιθυμούσαμε, η χαρά συνήθως δεν διαρκεί όσο περιμέναμε. Γρήγορα συνηθίζουμε αυτό που αποκτήσαμε και αρχίζουμε να κοιτάζουμε προς τον επόμενο στόχο. Η ψυχολογία περιγράφει αυτό το φαινόμενο ως «ηδονική προσαρμογή»: ο άνθρωπος συνηθίζει σχετικά γρήγορα τις θετικές αλλαγές και επιστρέφει σε ένα γνώριμο επίπεδο ευχαρίστησης.

Έτσι μπορεί να περάσουμε μεγάλο μέρος της ζωής μας κυνηγώντας κάτι που, όταν τελικά το αποκτήσουμε, παύει να μας αρκεί. Ίσως λοιπόν το ερώτημα δεν είναι πάντα «Τι άλλο χρειάζομαι για να είμαι ευτυχισμένος;», αλλά «Τι από όλα αυτά που επιθυμώ έχει πραγματικά αξία για μένα;»

Το να θέλουμε λιγότερα δεν σημαίνει να στερηθούμε τη χαρά, ούτε να εγκαταλείψουμε τις φιλοδοξίες μας. Σημαίνει να γίνουμε πιο επιλεκτικοί στις επιθυμίες μας. Να ξεχωρίσουμε αυτό που πραγματικά χρειαζόμαστε από αυτά που απλώς μάθαμε να θεωρούμε απαραίτητα.

Ίσως η ελευθερία να μην βρίσκεται στο να μπορούμε να αποκτήσουμε όσα περισσότερα γίνεται, αλλά στο να μην χρειαζόμαστε συνεχώς κάτι περισσότερο για να νιώθουμε αρκετοί.

Δεν έχουμε όλοι τον ίδιο χάρτη

Μπορούμε να εμπνευστούμε από τους ανθρώπους γύρω μας, να διαβάσουμε τις ιστορίες τους, να πάρουμε κουράγιο από τη διαδρομή τους.  Όμως,  η αυτογνωσία δεν αποκτιέται όταν μας συγκρίνουμε ή όταν αντιγράφουμε τους άλλους.

Έρχεται όταν αρχίζουμε να ακούμε περισσότερο τη δική μας φωνή κ λιγότερο τον θόρυβο που υπάρχει γύρω μας.

Ο δρόμος για τον εαυτό μας δεν είναι ίδιος για όλους.

Μείνε με αυτό

Όσοι έχουμε κάνει ψυχοθεραπεία, είναι πολύ πιθανό να έχουμε ακούσει τη φράση: “μείνε με αυτό”, και ίσως να σκεφτήκαμε: “μα γιατί; αφού με ενοχλεί, μου είναι δυσάρεστο, με πονάει και θέλω να φύγει”. 

Και εδώ που τα λέμε είναι μια απολύτως φυσιολογική αντίδραση. Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε μάθει να αποφεύγουμε τα δύσκολα συναισθήματα. Να τα εξηγούμε λογικά, να τα διώχνουμε, να αποσπάμε την προσοχή μας ή να κάνουμε οτιδήποτε άλλο για να μην τα νιώσουμε. Όμως, όταν ένας ψυχοθεραπευτής λέει «μείνε με αυτό το συναίσθημα», δεν μας ζητάει να υποφέρουμε περισσότερο. Μας προτείνει να κάνουμε κάτι διαφορετικό από αυτό που κάνουμε συνήθως.

Το να μείνουμε με ένα συναίσθημα σημαίνει να του επιτρέψουμε να υπάρχει για λίγο, χωρίς να προσπαθήσουμε αμέσως να το αλλάξουμε ή να το εξαφανίσουμε. Σημαίνει να στρέψουμε την προσοχή μας προς τα μέσα και να αναρωτηθούμε: «Τι ακριβώς νιώθω αυτή τη στιγμή; Πού το αισθάνομαι στο σώμα μου; Πόσο έντονο είναι; Τι μπορεί να προσπαθεί να μου πει;» Δεν χρειάζεται να βρούμε αμέσως απαντήσεις, ούτε να το αναλύσουμε. Αρκεί να του δώσουμε λίγο χώρο που μάλλον αυτό είναι και το πιο δύσκολο γιατί οι άνθρωποι αποφεύγουμε τον πόνο. Όταν εμφανίζεται ένα δυσάρεστο συναίσθημα, αμέσως θέλουμε να το διωξουμε, με διάφορους τρόπους. Άλλοι δίνουν όλη τους την ενέργεια στη δουλειά τους, άλλοι χάνονται με τις ώρες σε μια οθόνη άλλοι καταφεύγουν στο φαγητό, στο αλκοόλ, στον ύπνο και αρκετοί με ατελείωτη σκέψη, πιστεύοντας ότι αν καταλάβουν το “γιατί” θα σταματήσουν να νιώθουν έτσι. 

Όλοι αυτοί οι τρόποι μπορεί να προσφέρουν μια προσωρινή ανακούφιση. Αλλά, το συναίσθημα δεν εξαφανίζεται. Απλώς περιμένει την επόμενη ευκαιρία να εμφανιστεί. Και εδώ βρίσκεται ένα από τα παράδοξα: όσο περισσότερο παλεύουμε να μη νιώσουμε κάτι, τόσο περισσότερο εκείνο επιμένει να ζητά την προσοχή μας.

Τα συναισθήματα, ακόμη και τα πιο δυσάρεστα, δεν είναι εχθροί μας. Ο φόβος μπορεί να μας λέει ότι αντιλαμβανόμαστε μια απειλή ή μια αβεβαιότητα. Η λύπη μάς θυμίζει ότι χάσαμε κάτι σημαντικό για εμάς. Ο θυμός συχνά δείχνει ότι κάποιο όριό μας παραβιάστηκε ή ότι κάποια ανάγκη μας δεν ακούστηκε. Η ενοχή μπορεί να μας φέρνει σε επαφή με τις αξίες μας και να μας κινητοποιεί να επανορθώσουμε όταν θεωρούμε ότι έχουμε πληγώσει ή αδικήσει κάποιον.

Όταν προσπαθούμε να διώξουμε γρήγορα αυτά τα συναισθήματα, συχνά χάνουμε το μήνυμα που μεταφέρουν. Όταν όμως τους επιτρέπουμε να υπάρχουν για λίγο, μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα τον εαυτό μας, τις ανάγκες μας και τις επιλογές που έχουμε μπροστά μας. Δεν σημαίνει ότι το συναίσθημα θα είναι ευχάριστο. Σημαίνει όμως ότι σταματάει να είναι κάτι από το οποίο πρέπει να τρέχουμε να ξεφύγουμε.

Το να μένω με το συναίσθημά μου δεν σημαίνει ότι βυθίζομαι μέσα σε αυτό. Δεν σημαίνει ότι αφήνω τη θλίψη ή τον φόβο να με καταπιούν ή ότι ταυτίζομαι μαζί τους. Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο να παρατηρώ ένα συναίσθημα και στο να πιστεύω ότι αυτό το συναίσθημα είναι όλη μου η πραγματικότητα. Το πρώτο δημιουργεί χώρο και κατανόηση. Το δεύτερο οδηγεί συχνά στον εγκλωβισμό.

Αυτός είναι και ο λόγος που στη θεραπεία ο στόχος δεν είναι να μάθουμε να υποφέρουμε περισσότερο. Ο στόχος είναι να αναπτύξουμε την ικανότητα να αντέχουμε τα δύσκολα συναισθήματα χωρίς να χρειάζεται να τα αποφεύγουμε ή να τα φοβόμαστε. Όσο περισσότερο καλλιεργούμε αυτή την ικανότητα, τόσο περισσότερο διαπιστώνουμε ότι τα συναισθήματα έχουν μια φυσική πορεία. Έρχονται, κορυφώνονται και, αργά ή γρήγορα, υποχωρούν. Δεν μένουν για πάντα, ακόμη κ όταν εκείνη τη στιγμή μοιάζει αδύνατο να το πιστέψουμε.

Την επόμενη φορά που ίσως ακούσουμε τον ψυχοθεραπευτή μας να λέει “μείνε λίγο με αυτό” να καταλάβουμε πως δεν μας ζητάει να αντέξουμε περισσότερο πόνο, αλλά να μας προσκαλεί να σταματήσουμε έστω και για λίγο να δούμε αυτό που συμβαίνει μέσα μας με περισσότερη περιέργεια και λιγότερο φόβο. Γιατί τις περισσότερες φορές αυτό που προσπαθούμε με κάθε τρόπο να αποφύγουμε είναι ακριβώς αυτό που έχει περισσότερο ανάγκη να ακουστεί.

Ντροπή: η φωνή που μας λέει ότι δεν είμαστε αρκετοί.

Η ντροπή δεν είναι απλώς μια δυσάρεστη κατάσταση. Είναι μια βαθιά εμπειρία που αγγίζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας. Ενώ η ενοχή σχετίζεται με κάτι που κάναμε, η ντροπή αφορά αυτό που πιστεύουμε ότι είμαστε.

Η ενοχή λέει: «Έκανα ένα λάθος».  Η ντροπή: «Είμαι το λάθος».
Συχνά η ντροπή γεννιέται μέσα από το βλέμμα των άλλων. Από την παιδική ηλικία μαθαίνουμε να αξιολογούμε τον εαυτό μας με βάση την αποδοχή, την αναγνώριση και την αγάπη που λαμβάνουμε από το περιβάλλον μας. Όταν αυτές οι ανάγκες δεν ικανοποιούνται ή όταν συνοδεύονται από κριτική, απόρριψη, μπορεί να αρχίσει να διαμορφώνεται η πεποίθηση ότι κάτι δεν είναι αρκετά καλό σε εμάς.

Με τον καιρό, αυτή η πεποίθηση μετατρέπεται σε μια εσωτερική φωνή. Μια φωνή που συγκρίνει, επικρίνει και υπενθυμίζει διαρκώς τις αδυναμίες μας. Δεν μας λέει μόνο ότι αποτύχαμε σε κάτι, αλλά ότι η αποτυχία αυτή αποκαλύπτει την πραγματική μας αξία. Και όσο περισσότερο την ακούμε, τόσο περισσότερο πιστεύουμε ότι η αποδοχή των άλλων είναι απαραίτητη για να νιώσουμε καλά με τον εαυτό μας.

Η ανάγκη για επιβεβαίωση είναι ανθρώπινη. Όταν όμως η αυτοεκτίμησή μας εξαρτάται αποκλειστικά από το πώς μας βλέπουν οι άλλοι, γινόμαστε ιδιαίτερα ευάλωτοι στη ντροπή. Μια κριτική, μια απόρριψη ή μια αποτυχία μπορεί τότε να βιωθεί όχι ως ένα γεγονός, αλλά ως απόδειξη προσωπικής ανεπάρκειας.

Γι’ αυτό και η ντροπή συχνά μας οδηγεί να κρυβόμαστε. Αποφεύγουμε να εκφραστούμε, να διεκδικήσουμε, να εκτεθούμε ή να δοκιμάσουμε κάτι καινούργιο. Όχι επειδή φοβόμαστε μόνο την αποτυχία, αλλά επειδή φοβόμαστε τι μπορεί να σημαίνει αυτή για την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας.

Το παράδοξο είναι ότι η ντροπή τρέφεται από τη σιωπή. Όσο περισσότερο την κρύβουμε, τόσο μεγαλύτερη δύναμη αποκτά. Αντίθετα, όταν αναγνωρίζουμε την παρουσία της και αντιμετωπίζουμε τον εαυτό μας με περισσότερη κατανόηση και λιγότερη αυστηρότητα, η επιρροή της αρχίζει να μειώνεται.

Ψυχική ωριμότητα δεν είναι η προσπάθεια να γίνουμε τέλειοι. Eίναι και η ικανότητά μας να αποδεχόμαστε ότι η αξία μας δεν καθορίζεται από τα λάθη, τις αδυναμίες ή τις αποτυχίες μας και ότι δεν χρειάζεται να είμαστε σωστοί σε όλα για να αξίζουμε.

Όταν συγχωρούμε κάποιον, το κάνουμε για εκείνον ή για εμάς;

Η συγχώρεση είναι μία παρεξηγημένη έννοια. Πολλοί πιστεύουν ότι όταν συγχωρούμε κάποιον, δικαιολογούμε τη συμπεριφορά του ή ξεχνάμε αυτό που μας έκανε. Στην πραγματικότητα, η συγχώρεση δεν αφορά τόσο τον άλλον όσο τη δική μας ψυχική ηρεμία.

Όταν κάποιος μας πληγώνει, είναι φυσιολογικό να νιώσουμε θυμό, απογοήτευση ή ακόμα και προδοσία. Το πρόβλημα όμως ξεκινά όταν αυτά τα συναισθήματα παραμένουν μέσα μας για μεγάλο χρονικό διάστημα. Τότε ο άνθρωπος που μας πλήγωσε μπορεί να συνεχίζει να επηρεάζει τη ζωή μας, ακόμα κι αν δεν βρίσκεται πλέον σε αυτήν.

Κάθε φορά που κρατάμε μέσα μας την πικρία για όσα μας πλήγωσαν, ένα μέρος του εαυτού μας παραμένει εγκλωβισμένο στο παρελθόν. Η συγχώρεση δεν αναιρεί την αδικία ούτε διαγράφει τις αναμνήσεις. Μας δίνει όμως τη δυνατότητα να αποδεσμευτούμε από το συναισθηματικό φορτίο τους και να συνεχίσουμε τη ζωή μας με μεγαλύτερη ελευθερία και ηρεμία.

Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να ξεχάσουμε, να δικαιολογήσουμε ή να συνεχίσουμε μια σχέση που μας έχει βλάψει. Η συγχώρεση δεν είναι συμφιλίωση. Είναι η συνειδητή απόφαση να μην αφήσουμε το τραύμα να καθορίζει τη ζωή μας.

Ίσως λοιπόν, όταν συγχωρούμε κάποιον, να μην το κάνουμε πρωτίστως για εκείνον. Το κάνουμε για να απελευθερωθούμε από το βάρος που κουβαλάμε. Όχι επειδή ο άλλος το αξίζει πάντα, αλλά επειδή εμείς αξίζουμε να ζούμε χωρίς να είμαστε δέσμιοι του παρελθόντος.

Η συγχώρεση δεν αλλάζει αυτό που συνέβη. Μπορεί όμως να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο αυτό συνεχίζει να υπάρχει μέσα μας.

Ένα καλύτερο παρελθόν;

Ο Irvin Yalom με αυτή τη φράση επισημαίνει τη δυσκολία που έχουμε να αποδεχθούμε την ανάγκη μας να διορθώσουμε το παρελθόν.

Συχνά επιστρέφουμε ξανά και ξανά σε ό,τι έγινε τι είπαμε, τι δεν είπαμε, τι θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί διαφορετικά. Έχουμε την ψευδαίσθηση ότι ίσως, αν το σκεφτούμε αρκετά, θα αλλάξει. Όμως το παρελθόν δεν είναι πεδίο δράσης αλλά νοήματος.

Αυτό δεν είναι η παραίτηση, αλλά απελευθέρωση. Όταν σταματάμε να κυνηγάμε ένα «καλύτερο παρελθόν», ανοίγουμε χώρο για ένα πιο συνειδητό παρόν. Δεν σημαίνει ότι ξεχνάμε ή ότι δεν μας επηρεάζει σημαίνει ότι επιλέγουμε να μην ζούμε εγκλωβισμένοι σε κάτι που δεν αλλάζει. Ίσως αυτό είναι και ωριμότητα. Όχι να ξαναγράψουμε την ιστορία μας αλλά να μάθουμε να την κουβαλάμε χωρίς να μας βαραίνει.

Όταν το μυαλό δεν σταματά να υπεραναλύει

Πόσες φορές έχουμε πιάσει τον εαυτό μας να σκέφτεται ξανά και ξανά το ίδιο πράγμα; Να αναλύουμε μια συζήτηση, μια απόφαση ή ένα ενδεχόμενο σενάριο μέχρι εξάντλησης; Η υπερανάλυση είναι μια από τις πιο συχνές συμπεριφορές και συχνά ύπουλη γιατί ή ανάγκη για έλεγχο και βεβαιότητα βρίσκεται συχνά πίσω από αυτή. Το μυαλό προσπαθεί να προβλέψει, να προστατεύσει, να αποφύγει λάθη. Όμως, αντί να μας βοηθά, καταλήγει να μας εγκλωβίζει σε έναν φαύλο κύκλο σκέψεων. Αντί να παίρνουμε αποφάσεις, «παγώνουμε». Αντί να ηρεμούμε, γεμίζουμε άγχος.

Ένα βασικό χαρακτηριστικό της υπερανάλυσης είναι ότι δεν οδηγεί απαραίτητα σε λύση. Είναι η ψευδαίσθηση της παραγωγικότητας: νιώθουμε ότι “κάνουμε κάτι”, ενώ στην πραγματικότητα ανακυκλώνουμε τις ίδιες σκέψεις χωρίς αποτέλεσμα.

Υπάρχει τρόπος να κάνουμε κάτι γι’αυτό; Όπως πάντα το πρώτο που χρειάζεται είναι επίγνωση. Να αναγνωρίσουμε τί κάνουμε και πότε το κάνουμε. Πότε σκεφτόμαστε υπερβολικά και πότε κάτι χρήσιμο; Η επιστροφή στο παρόν, στο εδώ και τώρα είναι σημαντική. Το να εστιάζουμε στην αναπνοή ή να παρατηρούμε το σώμα μας θα βοηθήσουν να σταματήσει ο κύκλος των σκέψεων. Δεν χρειάζεται να σταματήσουμε το μυαλό -πράγμα που δεν γίνεται- αρκεί να μην το ακολουθούμε παντού.

Τέλος, αξίζει να θυμόμαστε ότι η αβεβαιότητα είναι μέρος της ζωής. Καμία απόφαση δεν είναι απόλυτα ασφαλής, και καμία σκέψη δεν μπορεί να εγγυηθεί το αποτέλεσμα.

Η υπερανάλυση δεν είναι αδυναμία. Είναι μια προσπάθεια του νου να μας προστατεύσει  απλώς με έναν τρόπο που δεν λειτουργεί πάντα. Μαθαίνοντας να την αναγνωρίζουμε και να την διαχειριζόμαστε, μπορούμε να δημιουργήσουμε περισσότερο χώρο για ηρεμία, καθαρότητα και καλύτερες επιλογές.

Όταν η ευθύνη γίνεται βάρος

cof

Πολλοί άνθρωποι που έχουν ευθύνες, ηγετικούς ρόλους ή απλώς είναι συνηθισμένοι να στηρίζουν τους άλλους, φτάνουν κάποια στιγμή να νιώσουν μια ιδιαίτερη μορφή ψυχικής κόπωσης. Δεν πρόκειται απαραίτητα για πρόβλημα υγείας ή για κάποια δραματική κρίση. Συχνά είναι κάτι πιο ύπουλο: η συσσώρευση ευθυνών, προσδοκιών και προβλημάτων που δεν είναι όλα δικά τους.

Πολύ συχνά μπορεί να ακούσουμε φράσεις όπως “είμαι καλά στην υγεία μου όμως νιώθω συσσωρευμένη κούραση” ή “δεν έχω πλέον τόση αντοχή να παίρνω πάνω μου και τα προβλήματα των άλλων” περιγράφουν μια εμπειρία που είναι πολύ πιο συχνή από όσο νομίζουμε. Πρόκειται για μια κατάσταση όπου ο άνθρωπος εξακολουθεί να λειτουργεί, να εργάζεται και να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις του, αλλά μέσα του νιώθει ότι οι ψυχικές του αντοχές έχουν αρχίσει να μειώνονται.

Σε τέτοιες περιπτώσεις συνήθως συμβαίνουν τρία πράγματα. Πρώτον, ο άνθρωπος έχει αναλάβει για μεγάλο χρονικό διάστημα ρόλο «διαχειριστή προβλημάτων» για τους άλλους. Δεύτερον, υπάρχει συνεχής έκθεση σε απαιτήσεις, αποφάσεις και πιέσεις. Και τρίτον, υπάρχει ελάχιστος χρόνος για πραγματική αποφόρτιση. Η ψυχική κόπωση δεν εμφανίζεται απότομα. Δημιουργείται σταδιακά μέσα από καθημερινές επιβαρύνσεις. 

Τι μπορεί να βοηθήσει έναν άνθρωπο που αισθάνεται έτσι;

Πρώτα απ’ όλα, η αναγνώριση του ορίου. Δεν είναι αδυναμία να παραδεχτεί κάποιος ότι δεν μπορεί να σηκώνει τα πάντα. Αντίθετα, είναι ένδειξη ψυχικής ωριμότητας. Η αποδοχή ότι δεν είναι δική μας ευθύνη να λύσουμε κάθε πρόβλημα γύρω μας είναι ένα σημαντικό βήμα.

Τα όρια. Οι άνθρωποι που συχνά βοηθούν ή καθοδηγούν άλλους χρειάζεται να μάθουν να ξεχωρίζουν ποια προβλήματα είναι πραγματικά δική τους ευθύνη και ποια όχι. Τις περισσότερες φορές το ξέρουν, αλλά δυσκολεύονται να πουν “όχι”.  Η υπερβολική ανάληψη ευθύνης οδηγεί σχεδόν πάντα σε εξάντληση. Υπάρχουν βέβαια και περιπτώσεις που δεν εμπιστεύονται πως και άλλοι μπορούν να αναλάβουν ευθύνες και να επιλύουν θέματα και τους είναι πιο εύκολο και σίγουρο να διατηρούν τον έλεγχο με την κούραση που αυτό συνεπάγεται.

Η ψυχική ενέργεια μπορεί να επιστρέψει όταν ο άνθρωπος επιτρέπει στον εαυτό του στιγμές χωρίς υποχρεώσεις, χωρίς την ανάγκη να λύνει ή να διαχειρίζεται κάτι. Μικρά διαλείμματα από την ευθύνη, χρόνος για προσωπικές δραστηριότητες ή απλώς για ηρεμία, μπορούν να λειτουργήσουν προστατευτικά.

Τέλος, βοηθά πολύ η αλλαγή οπτικής. Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί –και δεν χρειάζεται– να κουβαλά τα προβλήματα όλων.  Ψυχική ανθεκτικότητα δεν σημαίνει ότι αντέχουμε τα πάντα. Σημαίνει ότι γνωρίζουμε πότε να συνεχίσουμε, πότε να ξεκουραστούμε και πότε να αφήσουμε κάτι που δεν είναι πραγματικά δικό μας βάρος όσο και αν μας δυσκολεύει.