Ο Irvin Yalom με αυτή τη φράση επισημαίνει τη δυσκολία που έχουμε να αποδεχθούμε την ανάγκη μας να διορθώσουμε το παρελθόν.
Συχνά επιστρέφουμε ξανά και ξανά σε ό,τι έγινε τι είπαμε, τι δεν είπαμε, τι θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί διαφορετικά. Έχουμε την ψευδαίσθηση ότι ίσως, αν το σκεφτούμε αρκετά, θα αλλάξει. Όμως το παρελθόν δεν είναι πεδίο δράσης αλλά νοήματος.
Αυτό δεν είναι η παραίτηση, αλλά απελευθέρωση. Όταν σταματάμε να κυνηγάμε ένα «καλύτερο παρελθόν», ανοίγουμε χώρο για ένα πιο συνειδητό παρόν. Δεν σημαίνει ότι ξεχνάμε ή ότι δεν μας επηρεάζει σημαίνει ότι επιλέγουμε να μην ζούμε εγκλωβισμένοι σε κάτι που δεν αλλάζει. Ίσως αυτό είναι και ωριμότητα. Όχι να ξαναγράψουμε την ιστορία μας αλλά να μάθουμε να την κουβαλάμε χωρίς να μας βαραίνει.
Πόσες φορές έχουμε πιάσει τον εαυτό μας να σκέφτεται ξανά και ξανά το ίδιο πράγμα; Να αναλύουμε μια συζήτηση, μια απόφαση ή ένα ενδεχόμενο σενάριο μέχρι εξάντλησης; Η υπερανάλυση είναι μια από τις πιο συχνές συμπεριφορές και συχνά ύπουλη γιατί ή ανάγκη για έλεγχο και βεβαιότητα βρίσκεται συχνά πίσω από αυτή. Το μυαλό προσπαθεί να προβλέψει, να προστατεύσει, να αποφύγει λάθη. Όμως, αντί να μας βοηθά, καταλήγει να μας εγκλωβίζει σε έναν φαύλο κύκλο σκέψεων. Αντί να παίρνουμε αποφάσεις, «παγώνουμε». Αντί να ηρεμούμε, γεμίζουμε άγχος.
Ένα βασικό χαρακτηριστικό της υπερανάλυσης είναι ότι δεν οδηγεί απαραίτητα σε λύση. Είναι η ψευδαίσθηση της παραγωγικότητας: νιώθουμε ότι “κάνουμε κάτι”, ενώ στην πραγματικότητα ανακυκλώνουμε τις ίδιες σκέψεις χωρίς αποτέλεσμα.
Υπάρχει τρόπος να κάνουμε κάτι γι’αυτό; Όπως πάντα το πρώτο που χρειάζεται είναι επίγνωση. Να αναγνωρίσουμε τί κάνουμε και πότε το κάνουμε. Πότε σκεφτόμαστε υπερβολικά και πότε κάτι χρήσιμο; Η επιστροφή στο παρόν, στο εδώ και τώρα είναι σημαντική. Το να εστιάζουμε στην αναπνοή ή να παρατηρούμε το σώμα μας θα βοηθήσουν να σταματήσει ο κύκλος των σκέψεων. Δεν χρειάζεται να σταματήσουμε το μυαλό -πράγμα που δεν γίνεται- αρκεί να μην το ακολουθούμε παντού.
Τέλος, αξίζει να θυμόμαστε ότι η αβεβαιότητα είναι μέρος της ζωής. Καμία απόφαση δεν είναι απόλυτα ασφαλής, και καμία σκέψη δεν μπορεί να εγγυηθεί το αποτέλεσμα.
Η υπερανάλυση δεν είναι αδυναμία. Είναι μια προσπάθεια του νου να μας προστατεύσει απλώς με έναν τρόπο που δεν λειτουργεί πάντα. Μαθαίνοντας να την αναγνωρίζουμε και να την διαχειριζόμαστε, μπορούμε να δημιουργήσουμε περισσότερο χώρο για ηρεμία, καθαρότητα και καλύτερες επιλογές.
Πολλοί άνθρωποι που έχουν ευθύνες, ηγετικούς ρόλους ή απλώς είναι συνηθισμένοι να στηρίζουν τους άλλους, φτάνουν κάποια στιγμή να νιώσουν μια ιδιαίτερη μορφή ψυχικής κόπωσης. Δεν πρόκειται απαραίτητα για πρόβλημα υγείας ή για κάποια δραματική κρίση. Συχνά είναι κάτι πιο ύπουλο: η συσσώρευση ευθυνών, προσδοκιών και προβλημάτων που δεν είναι όλα δικά τους.
Πολύ συχνά μπορεί να ακούσουμε φράσεις όπως “είμαι καλά στην υγεία μου όμως νιώθω συσσωρευμένη κούραση” ή “δεν έχω πλέον τόση αντοχή να παίρνω πάνω μου και τα προβλήματα των άλλων” περιγράφουν μια εμπειρία που είναι πολύ πιο συχνή από όσο νομίζουμε. Πρόκειται για μια κατάσταση όπου ο άνθρωπος εξακολουθεί να λειτουργεί, να εργάζεται και να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις του, αλλά μέσα του νιώθει ότι οι ψυχικές του αντοχές έχουν αρχίσει να μειώνονται.
Σε τέτοιες περιπτώσεις συνήθως συμβαίνουν τρία πράγματα. Πρώτον, ο άνθρωπος έχει αναλάβει για μεγάλο χρονικό διάστημα ρόλο «διαχειριστή προβλημάτων» για τους άλλους. Δεύτερον, υπάρχει συνεχής έκθεση σε απαιτήσεις, αποφάσεις και πιέσεις. Και τρίτον, υπάρχει ελάχιστος χρόνος για πραγματική αποφόρτιση. Η ψυχική κόπωση δεν εμφανίζεται απότομα. Δημιουργείται σταδιακά μέσα από καθημερινές επιβαρύνσεις.
Τι μπορεί να βοηθήσει έναν άνθρωπο που αισθάνεται έτσι;
Πρώτα απ’ όλα, η αναγνώριση του ορίου. Δεν είναι αδυναμία να παραδεχτεί κάποιος ότι δεν μπορεί να σηκώνει τα πάντα. Αντίθετα, είναι ένδειξη ψυχικής ωριμότητας. Η αποδοχή ότι δεν είναι δική μας ευθύνη να λύσουμε κάθε πρόβλημα γύρω μας είναι ένα σημαντικό βήμα.
Τα όρια. Οι άνθρωποι που συχνά βοηθούν ή καθοδηγούν άλλους χρειάζεται να μάθουν να ξεχωρίζουν ποια προβλήματα είναι πραγματικά δική τους ευθύνη και ποια όχι. Τις περισσότερες φορές το ξέρουν, αλλά δυσκολεύονται να πουν “όχι”. Η υπερβολική ανάληψη ευθύνης οδηγεί σχεδόν πάντα σε εξάντληση. Υπάρχουν βέβαια και περιπτώσεις που δεν εμπιστεύονται πως και άλλοι μπορούν να αναλάβουν ευθύνες και να επιλύουν θέματα και τους είναι πιο εύκολο και σίγουρο να διατηρούν τον έλεγχο με την κούραση που αυτό συνεπάγεται.
Η ψυχική ενέργεια μπορεί να επιστρέψει όταν ο άνθρωπος επιτρέπει στον εαυτό του στιγμές χωρίς υποχρεώσεις, χωρίς την ανάγκη να λύνει ή να διαχειρίζεται κάτι. Μικρά διαλείμματα από την ευθύνη, χρόνος για προσωπικές δραστηριότητες ή απλώς για ηρεμία, μπορούν να λειτουργήσουν προστατευτικά.
Τέλος, βοηθά πολύ η αλλαγή οπτικής. Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί –και δεν χρειάζεται– να κουβαλά τα προβλήματα όλων. Ψυχική ανθεκτικότητα δεν σημαίνει ότι αντέχουμε τα πάντα. Σημαίνει ότι γνωρίζουμε πότε να συνεχίσουμε, πότε να ξεκουραστούμε και πότε να αφήσουμε κάτι που δεν είναι πραγματικά δικό μας βάρος όσο και αν μας δυσκολεύει.
Λέμε συχνά ότι “οι παλιές συνήθειες δύσκολα πεθαίνουν” και είναι όντως έτσι. Όλοι έχουμε συμπεριφορές που θέλουμε να αλλάξουμε ή τον τρόπο που σκεφτόμαστε και ερμηνεύουμε, αντιδράσεις, μοτίβα στις σχέσεις, μικρές καθημερινές συνήθειες. Όσο όμως και αν προσπαθούμε, συχνά επιστρέφουμε στα ίδια.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχουμε δύναμη ή θέληση αλλά ότι οι παλιές συνήθειες είναι πιο βαθιά ριζομένες από όσο νομίζουμε.
Οι συνήθειες χτίζονται με τον χρόνο. Όσο περισσότερο επαναλαμβάνουμε κάτι, τόσο πιο φυσικό μας φαίνεται. Γίνεται γνώριμο, είναι ο τρόπος μας. Έτσι, ακόμη κι αν μια συνήθεια δεν μας βοηθάει, το οικείο είναι που μας κρατάει πίσω. Το γνώριμο μας κάνει να νιώθουμε άνετα, ακόμη κι όταν δεν μας κάνει καλό.
Κάτι άλλο που δυσκολεύει την αλλαγή είναι ότι πολλές συνήθειες δεν είναι απλώς πράξεις είναι τρόποι που μάθαμε να προστατεύουμε τον εαυτό μας. Μπορεί να αντιδρούμε κρατώντας απόσταση, να αποφεύγουμε συγκρούσεις, να υπεραναλύουμε, να κλεινόμαστε στον εαυτό μας. Αυτά δεν είναι κακές συνήθειες αλλά παλιές άμυνες. Οι άμυνες δεν αλλάζουν εύκολα, γιατί κάποτε μας χρειάστηκαν.
Ακόμη και οι συνήθειες που μας δυσκολεύουν προσφέρουν κάτι. Μια μικρή ανακούφιση, μια αίσθηση ελέγχου, μια προβλεψιμότητα. Γι’ αυτό και όταν πιεζόμαστε ή αγχωνόμαστε, επιστρέφουμε σε αυτές.
Παρόλα αυτά, η αλλαγή δεν είναι κάτι ανέφικτο. Δεν γίνεται απότομα, ούτε με αυστηρότητα. Γίνεται με μικρά, σταθερά βήματα. Με το να παρατηρούμε τον εαυτό μας χωρίς να τον κρίνουμε. Με το να δοκιμάζουμε κάτι διαφορετικό, ξανά και ξανά, μέχρι να αρχίσει να μας φαίνεται πιο φυσικό από το παλιό.
Οι παλιές συνήθειες μπορεί να μην “πεθαίνουν” εύκολα -όπως λέει και η παροιμία- αλλά αλλάζουν. Όταν δώσουμε χρόνο και χώρο στον εαυτό μας και όταν καταλάβουμε ότι η αλλαγή δεν είναι αγώνας σπριντ.
Πόσες φορές μας έχει συμβεί ενώ καθόμαστε στον καναπέ μετά από μια εξαντλητική μέρα και αντί να χαλαρώνουμε, να σκεφτόμαστε όλα αυτά που θα έπρεπε να κάνουμε; Να αισθανόμαστε ενοχικά γιατί η εσωτερική μας φωνή μας λέει ότι η αξία μας ως άνθρωποι μετριέται από τις πόσες δουλειές ολοκληρώσαμε;
Έχουμε πείσει τους εαυτούς μας ότι κάθε δευτερόλεπτο πρέπει να αξιοποιείται. Αν δεν δουλεύουμε, πρέπει να γυμναζόμαστε, αν δεν γυμναζόμαστε πρέπει να μαθαίνουμε κάτι καινούργιο. Αν δεν κάνουμε τίποτα από αυτά, νιώθουμε ότι μένουμε πίσω. Όμως, η αλήθεια είναι ότι η ξεκούραση δεν είναι το βραβείο για τη δουλειά μας, είναι η προϋπόθεσή της.
Όταν μετατρέπουμε τον ελεύθερο χρόνο μας σε μια ακόμα λίστα με υποχρεώσεις χάνουμε την ικανότητα να είμαστε παρόντες. Αυτό το διαρκές άγχος δεν μας κάνει πιο αποτελεσματικούς, μας κάνει απλώς πιο εξαντλημένους. Μας κλέβει τη χαρά της στιγμής, γιατί το μυαλό μας βρίσκεται πάντα στο επόμενο βήμα.
Ίσως η λύση να βρίσκεται στην αποδοχή ότι η παύση είναι ένας τρόπος να γεμίσουμε τις μπαταρίες μας. Το να μην κάνουμε τίποτα για λίγη ώρα δεν είναι χάσιμο χρόνου, είναι φροντίδα. Όπως ένας αθλητής χρειάζεται χρόνο αποθεραπείας για να αποδώσει ξανά, έτσι και το μυαλό μας χρειάζεται διαλείμματα για να παραμείνει δημιουργικό. Η ποιότητα της καθημερινότητάς μας δεν κρίνεται από το πόσα check βάλαμε σε μια λίστα, αλλά από το πόσο ήσυχοι μπορούμε να μείνουμε με τον εαυτό μας όταν οι ρυθμοί πέφτουν.
Στο βίντεο του The School of Life ακούμε πως συχνά έχουμε την τάση να αμφισβητούμε την κρίση μας-το ένστικτό μας όταν περνάει ο καιρός. Αυτό που κάποτε φαινόταν ως ξακάθαρη απόφαση, μετά από κάποιο διάστημα μπορεί να την αμφισβητήσουμε προκαλώντας μας αμφιβολία. Αυτή ακριβώς η ικανότητα προσαρμογής που μας επιτρέπει να ξεπερνάμε μια απώλεια ή μια αποτυχία, είναι η ίδια που μας ωθεί να αναθεωρούμε σωστές αποφάσεις.
Όταν παίρνουμε μια δύσκολη απόφαση -για παράδειγμα από το να παραιτηθούμε από μια δουλειά ή να διακόψουμε μια σχέση- έχουμε μια καθαρή εικόνα των αρνητικών δεδομένων που μας οδήγησαν εκεί. Όσο όμως απομακρυνόμαστε χρονικά, ξεχνάμε τη δυσφορία που αισθανόμασταν και μας οδηγησαν σε αυτή την απόφαση. Τότε, είτε επειδή αισθανόμαστε μοναξιά, ή κούραση, το μυαλό μας αρχίζει να ωραιοποιεί το παρελθόν. Ξαφνικά, οι λόγοι που μας οδήγησαν στη φυγή δεν μοιάζουν τόσο σημαντικοί μπροστά στην τωρινή μας ανασφάλεια.
Το βίντεο υπογραμμίζει ότι η κρίση μας θολώνει όσο απομακρυνόμαστε από το «πεδίο της μάχης». Όταν αρχίζουμε να αναρωτιόμαστε αν ήμασταν υπερβολικά βιαστικοί ή άδικοι, η λογική πρέπει να μπει μπροστά και να εξετάσει αν αυτή η αλλαγή είναι σωστή ή απλώς «βολική» γιατί ανακουφίζει την τωρινή μας δυσφορία.
Το συμπέρασμα είναι πως πρέπει να δείχνουμε εμπιστοσύνη στη διορατικότητά μας όταν πήραμε την απόφαση. Αντί να αφηνόμαστε στις αμφιβολίες που φέρνει η απόσταση, καλό θα ήταν να εμπιστευτούμε αυτό που γνωρίζαμε τότε, και όχι αυτό που νιώθουμε τώρα.
Αυτοπεποίθηση δεν σημαίνει ότι δεν κάνουμε ποτέ λάθη, αλλά ότι αναγνωρίζουμε πως όταν βρισκόμασταν μέσα στα γεγονότα- στο “εκεί και τότε” ήμασταν πιο κοντά στην αλήθεια από τον εαυτό μας που τώρα παρατηρεί εκ του ασφαλούς.
Στο βίντεο ακούμε ότι δυσκολευομαστε να ζούμε στο παρόν επειδή ο νους μας έχει μάθει να λειτουργεί είτε στο παρελθόν, είτε στο μέλλον. Έχουμε την τάση να επιστρέφουμε στο παρελθόν για να το κατανοήσουμε και να κινούμαστε προς το μέλλον προσπαθώντας να προβλέψουμε τι θα συμβεί.
Το παρόν, αντίθετα, συχνά μας φέρνει αντιμέτωπος με αβεβαιότητα ή συναισθήματα που δεν είναι πάντα εύκολα διαχειρίσιμα, γι αυτό κ το αποφεύγουμε.
Η δυσκολία παρουσίας στο εδώ και τώρα δεν είναι ένδειξη αποτυχίας, αλλά μια ανθρώπινη δυσκολία που απαιτεί κατανόηση και εξάσκηση, όχι αυστηρότητα.
Μία από τις πιο γνωστές ψυχοθεραπευτικές ασκήσεις είναι αυτή της άδειας καρέκλας. Είναι μια άσκηση αυτοέκφρασης που μας βοηθά να δώσουμε φωνή σε σκέψεις και συναισθήματα που έχουν μείνει σιωπηλά μέσα μας και δεν έχουμε καταφέρει να εκφράσουμε.
Η άδεια καρέκλα λειτουργεί σαν καθρέφτης ή σαν δίαυλος επικοινωνίας με όποιον θέλουμε να μιλήσουμε. Μπορεί να είναι ένας άνθρωπος που μας πλήγωσε, κάποιος που μας λείπει, ή ακόμα κ μια πλευρά του εαυτού μας – ο φοβισμένος εαυτός μας, ο θυμωμένος, ο ανασφαλής-. Καθόμαστε απέναντί της και μιλάμε χωρίς φίλτρα και μετά, αλλάζουμε θέση. Γινόμαστε το πρόσωπο ή το συναίσθημα που έχουμε απέναντί μας και απαντάμε.
Μόλις ξεπεράσουμε την αμηχανία που προκαλεί η περίεργη εμπειρία του να μιλάμε σε μια καρέκλα, ίσως διαπιστώσουμε ότι είμαστε πιο εύγλωττοι από ό,τι νομίζαμε, ίσως πιο σίγουροι για όσα χρειαζόμασταν να πούμε. Σε αρκετές περιπτώσεις δεν έχει τόση σημασία αν μας ακούσει το πρόσωπο στο οποίο απευθυνόμαστε, αλλά αυτό που μετράει περισσότερο είναι να καταφέρουμε να μιλήσουμε, να ακούσουμε εμείς οι ίδιοι τη φωνή μας, να αναγνωρίσουμε τα συναισθήματά μας και να δώσουμε σε αυτά χώρο.
Μπορεί να είναι ένας βοηθητικός τρόπος για όσους αναγκάστηκαν να μεγαλώσουν ως καλά παιδιά, χωρίς να ξέρουν τον τρόπο να πουν όχι, δεν θέλω, δεν μου αρέσει μιας που η επιβίωση εξαρτιόταν από τη συμμόρφωση και την καλή διάθεση. Η σιωπή μπορεί να εξασφάλισε μια ασφαλή διαδρομή προς την ενηλικίωση η συνέχισή της, όμως, δεν βοηθάει να αφήσουμε πίσω ό,τι μας βαραίνει και να κάνουμε ένα βήμα προς την εσωτερική ηρεμία.
Συνήθως ξεκινάμε κάθε νέα χρονιά παίρνοντας αποφάσεις, θέτοντας στόχους και σχέδια για τους μήνες που έρχονται. Όποια μορφή και αν έχουν, προέρχονται από μια παρόμοια αίσθηση. Ότι δεν είμαστε ακριβώς εκεί που θέλουμε να βρισκόμαστε και μια έντονη επιθυμία ή ανάγκη να κάνουμε μια αλλαγή.
Ίσως αυτό που μας λείπει είναι μια βαθύτερη κατανόηση του τι πραγματικά σημαίνει μια «καλή» ζωή. Αυτό που ονομάζουμε καλή και ουσιαστική ζωή δεν είναι μόνο το αποτέλεσμα περιστασιακών στιγμών ευτυχίας, αλλά και μια δέσμευση σε αξίες που δίνουν νόημα.
Η αυτογνωσία, η ικανότητα να κατανοούμε τις πραγματικές μας ανάγκες, τις επιθυμίες και τα όριά μας. Χωρίς αυτή την εσωτερική κατανόηση, είναι εύκολο να παρασυρθούμε από εξωτερικές πιέσεις και επιφανειακούς στόχους. Η επίγνωση μας βοηθά να ζούμε μια ζωή που αντικατοπτρίζει τις πιο βαθιές μας αξίες και φιλοδοξίες.
Η σύνδεση, η επαφή με τους άλλους. Μια ουσιαστική ζωή χαρακτηρίζεται από σχέσεις που βασίζονται στην ειλικρίνεια, την εμπιστοσύνη και την αμοιβαία υποστήριξη. Όταν επενδύουμε σε αυθεντικές σχέσεις, βρίσκουμε τη δύναμη να αντιμετωπίζουμε τις προκλήσεις της ζωής και να μοιραζόμαστε τις χαρές της.
Η αποδοχή της αλλαγής και η ικανότητα να προσαρμοζόμαστε σε νέες καταστάσεις μας επιτρέπουν να εξελισσόμαστε διαρκώς, διατηρώντας την περιέργεια και τη διάθεση για μάθηση. Η αποδοχή του ότι δεν είμαστε τέλειοι. Το να αναγνωρίζουμε τις αδυναμίες και τις ατέλειές μας δεν είναι ένδειξη αποτυχίας, αλλά πράξη ενηλικίωσης και συμπόνιας για τον εαυτό μας.
Η αποδοχή της ευαλωτότητάς μας. Συχνά, οι άλλοι μας προτρέπουν να δείχνουμε δυνατοί, ακλόνητοι και αυτάρκεις. Όμως, η ευαλωτότητα δεν είναι αδυναμία. Όταν αποδεχόμαστε την ανθρώπινη φύση μας, μαθαίνουμε να ζητάμε βοήθεια, να μοιραζόμαστε τις ανησυχίες μας και να ανοίγουμε την καρδιά μας. Αυτό μας φέρνει πιο κοντά στη συμπόνια, τόσο για εμάς όσο και για τους γύρω μας, και μας διδάσκει ότι δεν είμαστε μόνοι στις δυσκολίες μας.
Μια ουσιαστική ζωή δεν περιορίζεται μόνο στην προσωπική μας ανάπτυξη, αλλά περιλαμβάνει και την ικανότητα να υπερβούμε τον εαυτό μας. Η υπέρβαση αυτή σημαίνει να στρέψουμε την προσοχή μας από τις δικές μας ανησυχίες προς κάτι μεγαλύτερο. Όταν καταφέρνουμε να δούμε πέρα από τα στενά όρια του εγώ μας, ανακαλύπτουμε μια βαθύτερη αίσθηση σκοπού και πληρότητας. Η υπέρβαση του εαυτού δεν είναι η άρνηση της ατομικότητάς μας, αλλά μια πράξη που μας συνδέει με το συλλογικό, με την ανθρωπότητα και με ό,τι μας ενώνει σε ένα ευρύτερο, πιο ουσιαστικό πλαίσιο.
Η ζωή φέρνει στιγμές απογοήτευσης και θλίψης που δύσκολα μπορούμε να αποφύγουμε. Όμως, υπάρχει ένας ιδιαίτερος τρόπος να αγκαλιάζουμε την απελπισία μας με αισιοδοξία, να την αποδεχόμαστε χωρίς να την αφήνουμε να μας κατακλύζει. Το να απελπιζόμαστε με αισιοδοξία σημαίνει να αναγνωρίζουμε τη σκοτεινή πλευρά της ζωής, αλλά ταυτόχρονα να θυμόμαστε πως υπάρχει πάντα περιθώριο για φως και αλλαγή. Είναι μια στάση που μας επιτρέπει να βλέπουμε τις δυσκολίες ως προσωρινές, να γελάμε με την ανθρώπινη ατέλεια και να συνεχίζουμε με ελπίδα για το μέλλον. Καλή Χρονιά.
Τις περισσότερες φορές υποθέτουμε ότι ο απώτερος στόχος όλων των προσπαθειών μας είναι μια ευτυχισμένη ζωή. Όμως πολύ συχνά η καθημερινότητα μας απομακρύνει από αυτή την προσδοκία. Μπορεί να μας κουράζουν οι αποτυχίες μας, να μας απογοητεύουν οι επιλογές μας, να μας συνθλίβει η αίσθηση ότι οι ζωές μας δεν ευθυγραμμίζονται με αυτό που φανταζόμασταν ως ευτυχία.
Οι δυσκολίες μας δημιουργούν ένα βασικό επίπεδο δυστυχίας, αλλά σύντομα προστίθεται και ένα δεύτερο επίπεδο που προκαλείται από την αίσθηση ότι η δυστυχία μας αντιπροσωπεύει μια θεμελιώδη παραβίαση του αληθινού σκοπού της ζωής μας. Δεν είμαστε μόνο δυστυχισμένοι, είμαστε δυστυχισμένοι επειδή είμαστε δυστυχισμένοι. Είμαστε και λυπημένοι και καταβεβλημένοι από το γεγονός ότι αποτύχαμε στον πιο σημαντικό στόχο.
Σε αυτές τις δύσκολες στιγμές, μπορεί να βρούμε ανακούφιση επαναπροσδιορίζοντας την κατάστασή μας. Μπορεί να μην μπορούμε να ξεπεράσουμε τις δυσκολίες, μπορούμε όμως να αλλάξουμε το πώς τις νοηματοδοτούμε. Οι δυσκολίες δεν είναι απαραίτητα ενδείξεις αποτυχίας. Είναι αποδείξεις ότι δοκιμάσαμε, ότι παλέψαμε να φτιάξουμε κάτι ουσιαστικό. Δεν χρειάζεται να βλέπουμε τις προσπάθειές μας ως αποτυχίες αλλά ως φυσικά επακόλουθα του χαρακτήρα μας, της προσπάθειάς μας να συνδυάσουμε την περίπλοκη φύση μας με τις ακόμα πιο περίπλοκες πραγματικότητες της ζωής. Αυτό που μας λείπει σε επίπεδο ικανοποίησης, μπορεί να το αναπληρώσουμε σε επίπεδο διορατικότητας και εμπειρίας.
Οι καθημερινές μας δυσκολίες δεν χρειάζεται να αποτελούν το κριτήριο με το οποίο κρίνουμε την αξία της ζωής μας.
Και όταν φτάσουμε στο τέλος της διαδρομής μας, ίσως να μην μετρήσουμε τη ζωή μας με το πόσο ευτυχισμένοι υπήρξαμε. Ίσως να χαμογελάσουμε για την ένταση, την πολυπλοκότητα και τις ανατροπές που ζήσαμε. Μια ζωή δεν χρειάζεται να είναι ήρεμη ή τέλεια για να είναι αξέχαστη. Μπορεί απλώς να είναι ενδιαφέρουσα – και αυτό τελικά να είναι αρκετό.