Δεν είναι η δύναμη να θυμόμαστε, αλλά ακριβώς το αντίθετό της, η δύναμη να ξεχνάμε, που αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση της ύπαρξής μας.

Συχνά αντιμετωπίζουμε τη μνήμη ως κάτι πολύτιμο και τη λήθη ως μια απώλεια. Οι αναμνήσεις μας κάνουν την προσωπική μας ιστορία, συμβάλλουν στη διαμόρφωση της ταυτότητάς μας και μας βοηθούν να κατανοούμε τον εαυτό μας και τις σχέσεις μας. Τι θα συνέβαινε, όμως, αν μπορούσαμε να θυμόμαστε τα πάντα με την ίδια ένταση; Αν κάθε απογοήτευση, κάθε απώλεια και κάθε επώδυνη εμπειρία παρέμεναν μέσα μας εξίσου ζωντανές, χωρίς να μεταβάλλεται ποτέ ο τρόπος με τον οποίο τις βιώνουμε;

Η μνήμη δεν αποτελεί μια ουδέτερη καταγραφή γεγονότων. Οι αναμνήσεις μας συνδέονται με συναισθήματα, σκέψεις και νοήματα που εξακολουθούν να επηρεάζουν τη ζωή μας ακόμη και όταν οι συνθήκες έχουν αλλάξει. Μια απόρριψη μπορεί να έχει συμβεί χρόνια πριν, αλλά να συνεχίζει να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε με τους άλλους. Μια αποτυχία μπορεί να έχει περάσει, αλλά να εξακολουθεί να καθορίζει την εικόνα που έχουμε για τις δυνατότητές μας. Έτσι, κάποιες φορές δεν είναι τόσο το γεγονός που μας κρατά δεμένους με το παρελθόν, όσο η συναισθηματική του επίδραση στο παρόν.

Η λήθη, από την άλλη πλευρά, αποτελεί μέρος της φυσιολογικής λειτουργίας της μνήμης. Δεν διατηρούμε κάθε εμπειρία με την ίδια ακρίβεια και ένταση και η σχέση μας με τις αναμνήσεις μπορεί να μεταβληθεί μέσα από τον χρόνο και την ψυχολογική επεξεργασία. Αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούμε απλώς να επιλέξουμε να ξεχάσουμε όσα μας πλήγωσαν. Σημαίνει, όμως, ότι μπορούμε σταδιακά να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο τα κατανοούμε και τα εντάσσουμε στην προσωπική μας ιστορία.

Το να προχωράμε δεν προϋποθέτει απαραίτητα να ξεχνάμε. Δεν χρειάζεται να διαγράψουμε μια επώδυνη εμπειρία για να πάψει να μας καθορίζει, ούτε να αρνηθούμε όσα συνέβησαν για να μπορέσουμε να ζήσουμε διαφορετικά. Η επεξεργασία μιας εμπειρίας μπορεί να μας βοηθήσει να αναγνωρίσουμε τον πόνο που προκάλεσε, χωρίς να εξακολουθούμε να τον βιώνουμε με την ίδια ένταση. Να θυμόμαστε έναν άνθρωπο χωρίς να παραμένουμε εγκλωβισμένοι στην απώλειά του, να αναγνωρίζουμε τα λάθη μας χωρίς να τα μετατρέπουμε σε απόδειξη της ανεπάρκειάς μας και να αποδεχόμαστε όσα μας συνέβησαν χωρίς να θεωρούμε ότι καθορίζουν αναπόφευκτα όσα θα ακολουθήσουν.

Η ταυτότητά μας διαμορφώνεται μέσα από τις εμπειρίες μας, αλλά δεν περιορίζεται σε αυτές. Εξελισσόμαστε, αλλάζουμε, αναθεωρούμε και ανακαλύπτουμε νέες πλευρές του εαυτού μας. Αν παραμένουμε προσκολλημένοι σε παλιές εκδοχές μας, κινδυνεύουμε να αντιμετωπίζουμε το παρόν μέσα από φόβους και πεποιθήσεις που γεννήθηκαν σε διαφορετικές συνθήκες.
Τελικά η δυνατότητα να αφήνουμε πίσω μας κάτι να είναι εξίσου σημαντική με τη δυνατότητα να το θυμόμαστε.

Η δύναμη της λήθης δεν βρίσκεται απαραίτητα στο να σβήνουμε το παρελθόν, αλλά στο να αποδεσμευόμαστε σταδιακά από τη δύναμη που ασκεί πάνω μας. Να κρατάμε όσα μας δίδαξαν οι εμπειρίες μας, χωρίς να είμαστε υποχρεωμένοι να κουβαλάμε για πάντα το ίδιο βάρος. Να θυμόμαστε χωρίς να ξαναζούμε, να αναγνωρίζουμε όσα μας πλήγωσαν χωρίς να επιτρέπουμε στον πόνο να γίνεται ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας.

Ίσως τελικά η ψυχική ελευθερία να μην προϋποθέτει να ξεχάσουμε όσα ζήσαμε, αλλά να μπορέσουμε να τα θυμόμαστε χωρίς να εγκλωβιζόμαστε σε αυτά. Γιατί το παρελθόν αποτελεί μέρος της ιστορίας μας, όχι το σύνολο της ύπαρξής μας. Και το να προχωράμε σημαίνει, κάποιες φορές, να επιτρέπουμε σε όσα συνέβησαν να παραμείνουν πίσω μας, όχι επειδή έπαψαν να έχουν σημασία, αλλά επειδή η ζωή μας εξακολουθεί να έχει συνέχεια.

Όταν δυσκολευόμαστε να διαχειριστούμε αυτό που μας συμβαίνει

Υπάρχουν στιγμές στη ζωή που, όσο κι αν προσπαθούμε, δυσκολευόμαστε να διαχειριστούμε αυτό που μας συμβαίνει.

Το μυαλό επιστρέφει ξανά και ξανά στο ίδιο γεγονός, το σώμα βρίσκεται σε ένταση και τα συναισθήματα είναι πολύ πιο έντονα από όσο μπορούμε να αντέξουμε. Εκεί μπορεί να προστεθεί μια ακόμη δυσκολία: αρχίζουμε να κατηγορούμε τον εαυτό μας επειδή δεν τα καταφέρνουμε και αρχίζουμε να αναρωτιόμαστε “γιατί επηρεάζομαι τόσο πολύ;, γιατί δεν μπορώ να το ξεπεράσω; γιατί οι άλλοι φαίνεται να να καταφέρνουν καλύτερα;” 

Όμως, δεν χρειάζεται πάντα να είμαστε δυνατοί. Δεν αντιδρούμε όλοι με τον ίδιο τρόπο στις δυσκολίες, ούτε έχουμε πάντα τις ίδιες αντοχές. Μια κατάσταση που κάποτε θα μπορούσαμε να διαχειριστούμε, μπορεί σε μια άλλη περίοδο της ζωής μας να μοιάζει πολύ πιο δύσκολη.

Και όταν το συναίσθημα είναι έντονο, δεν είναι εύκολο να σκεφτούμε καθαρά ή να βρούμε αμέσως λύσεις. Μπορεί πρώτα να χρειαζόμαστε χρόνο για να αναγνωρίσουμε αυτό που νιώθουμε, χωρίς να προσπαθούμε να το διώξουμε.

Ίσως λοιπόν, αντί να ρωτάμε «πώς θα το ξεπεράσω;», να ρωτήσουμε: «Τι χρειάζομαι αυτή τη στιγμή;» Μπορεί να είναι λίγη ξεκούραση, μια συζήτηση με έναν άνθρωπο που εμπιστευόμαστε, λίγη απόσταση από όσα μας κατακλύζουν ή απλώς η αποδοχή ότι δεν έχουμε ακόμη όλες τις απαντήσεις.

Και αν αυτό που ζούμε μοιάζει περισσότερο από όσο μπορούμε να αντέξουμε μόνοι μας, το να ζητήσουμε βοήθεια δεν είναι αδυναμία. Είναι φροντίδα.

Δεν χρειάζεται να μπορούμε να διαχειριστούμε τα πάντα, πάντα. Μερικές φορές αρκεί να κάνουμε το επόμενο μικρό βήμα.

Τι μπορώ να ελέγξω και τι δεν μπορώ

Δεν είναι όλα στο χέρι μας, στον έλεγχο μας.  Ίσως ένα σημαντικό βήμα για την ψυχική μας ηρεμία είναι να αναγνωριζουμε τη διαφορά σε όσα μπορούμε να επηρεάζουμε και σε όσα χρειάζεται να αποδεχτούμε. Δεν σημαίνει ότι παραιτούμαστε, σημαίνει ότι προστατευουμε την ψυχική μας ισορροπία. 

Μπορούμε να σκεφτούμε πριν απαντήσουμε,  να ρωτάμε αντί να υποθέτουμε,  να μας φερομαστε κ να μας μιλάμε καλά,  να λέμε δώσε μου λίγο χρόνο κ θα σου απαντήσω.

Αυτό που δεν μπορούμε να ελέγξουμε είναι εάν οι άλλοι μας συμπαθούν, τη διάθεσή τους, τη γνώμη για τα όρια που βάζω, τον τρόπο που μιλάνε.

Τι σημαίνει πραγματικά η φράση “να έχεις αυτοπεποίθηση;”

Έχουμε μάθει να πιστεύουμε ότι αυτοπεποίθηση σημαίνει να είμαστε σίγουροι για τον εαυτό μας. Να μπαίνουμε σ’έναν χώρο χωρίς να φοβόμαστε. Να ξέρουμε τι θέλουμε, να μιλάμε χωρίς δεύτερες σκέψεις και να μην μας επηρεάζει η γνώμη των άλλων.

Όμως η αυτοπεποίθηση δεν είναι η απουσία αμφιβολίας. Είναι η ικανότητα να συνεχίζουμε να προχωράμε ακόμα και αν αμφιβάλλουμε.

Ένας άνθρωπος με αυτοπεποίθηση δεν είναι απαραίτητα εκείνος που πιστεύει πως είναι ο καλύτερος.  Είναι εκείνος που γνωρίζει ότι δεν χρειάζεται να είναι ο καλύτερος για να αξίζει.  Έχει να κάνει περισσότερο με τη σχέση που έχουμε με τον εαυτό μας.  Με το αν μπορούμε να αποδεχθούμε τα δυνατά μας σημεία, αλλά και τις αδυναμίες μας. Με το να μας επιτρέπουμε να κάνουμε ένα λάθος χωρίς να καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι “δεν αξίζουμε”.

Γιατί όλοι κάποια στιγμή θα αποτύχουμε, θα πούμε κάτι λάθος, θα πάρουμε μια λαθος απόφαση, θα απορριφθούμε, θα συγκριθούμε με κάποιον άλλον και θα νιώσουμε πως δεν είμαστε αρκετοί. Η αυτοπεποίθηση δεν μας προστατεύει από όλα αυτά. Μας βοηθά όμως να μην διαλύεται η εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας κάθε φορά που κάτι δεν πηγαίνει όπως θα θέλαμε.

Ίσως είναι να μπορούμε να πούμε: “δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω, αλλά είμαι διατεθειμένος να προσπαθήσω.”  Είναι να μπορούμε να πούμε όχι χωρίς να χρειάζεται να απολογούμαστε συνεχώς. Να βάζουμε όρια χωρίς να αισθανόμαστε ότι γινόμαστε κακοί. Να αποδεχθούμε πως δεν θα αρέσουμε σε όλους και ότι αυτό δεν μειώνει την αξία μας.  Να μην περιμένουμε συνεχώς την επιβεβαίωση των άλλων για να αισθανθούμε καλά με εμάς.

Φυσικά η γνώμη των άλλων μπορεί να μας επηρεάζει γιατί οι άνθρωποι έχουμε ανάγκη την αποδοχή και τη σύνδεση. Η γνώμη των άλλων δεν είναι ο μοναδικός καθρέφτης μέσα από τον οποίο βλέπουμε τον εαυτό μας. 

Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η αυτοπεποίθηση δεν είναι πάντα θορυβώδης. Μπορεί να είναι ένας άνθρωπος που μιλάει λίγο αλλά γνωρίζει την αξία του. Να είναι κάποιος που μπορεί να πει “δεν ξέρω”. Μπορεί να είναι η δύναμη να ζητήσουμε βοήθεια όταν τη χρειαζόμαστε, το θάρρος να φύγουμε από μια κατάσταση που δεν μας κάνει καλό, ακόμα και να φοβόμαστε τι θα ακολουθήσει.

Δεν χρειάζεται να νιώθουμε δυνατοί κάθε μέρα. Είναι να ξέρουμε πως ακόμα και αν κάτι δεν πάει όπως θέλουμε, θα είμαστε εκεί για εμάς.

Και αυτή ίσως είναι η πιο ουσιαστική μορφή αυτοπεποίθησης. 

Η τέχνη του να θέλεις λιγότερα

Ζούμε σε μια εποχή που μας μαθαίνει διαρκώς να θέλουμε περισσότερα. Περισσότερη επιτυχία, περισσότερα χρήματα, περισσότερες εμπειρίες, περισσότερη αναγνώριση. Συχνά πιστεύουμε ότι το επόμενο πράγμα που θα αποκτήσουμε θα μας κάνει επιτέλους να νιώσουμε ικανοποιημένοι.

Μόλις όμως φτάσουμε εκεί που τόσο επιθυμούσαμε, η χαρά συνήθως δεν διαρκεί όσο περιμέναμε. Γρήγορα συνηθίζουμε αυτό που αποκτήσαμε και αρχίζουμε να κοιτάζουμε προς τον επόμενο στόχο. Η ψυχολογία περιγράφει αυτό το φαινόμενο ως «ηδονική προσαρμογή»: ο άνθρωπος συνηθίζει σχετικά γρήγορα τις θετικές αλλαγές και επιστρέφει σε ένα γνώριμο επίπεδο ευχαρίστησης.

Έτσι μπορεί να περάσουμε μεγάλο μέρος της ζωής μας κυνηγώντας κάτι που, όταν τελικά το αποκτήσουμε, παύει να μας αρκεί. Ίσως λοιπόν το ερώτημα δεν είναι πάντα «Τι άλλο χρειάζομαι για να είμαι ευτυχισμένος;», αλλά «Τι από όλα αυτά που επιθυμώ έχει πραγματικά αξία για μένα;»

Το να θέλουμε λιγότερα δεν σημαίνει να στερηθούμε τη χαρά, ούτε να εγκαταλείψουμε τις φιλοδοξίες μας. Σημαίνει να γίνουμε πιο επιλεκτικοί στις επιθυμίες μας. Να ξεχωρίσουμε αυτό που πραγματικά χρειαζόμαστε από αυτά που απλώς μάθαμε να θεωρούμε απαραίτητα.

Ίσως η ελευθερία να μην βρίσκεται στο να μπορούμε να αποκτήσουμε όσα περισσότερα γίνεται, αλλά στο να μην χρειαζόμαστε συνεχώς κάτι περισσότερο για να νιώθουμε αρκετοί.

Δεν έχουμε όλοι τον ίδιο χάρτη

Μπορούμε να εμπνευστούμε από τους ανθρώπους γύρω μας, να διαβάσουμε τις ιστορίες τους, να πάρουμε κουράγιο από τη διαδρομή τους.  Όμως,  η αυτογνωσία δεν αποκτιέται όταν μας συγκρίνουμε ή όταν αντιγράφουμε τους άλλους.

Έρχεται όταν αρχίζουμε να ακούμε περισσότερο τη δική μας φωνή κ λιγότερο τον θόρυβο που υπάρχει γύρω μας.

Ο δρόμος για τον εαυτό μας δεν είναι ίδιος για όλους.

Μείνε με αυτό

Όσοι έχουμε κάνει ψυχοθεραπεία, είναι πολύ πιθανό να έχουμε ακούσει τη φράση: “μείνε με αυτό”, και ίσως να σκεφτήκαμε: “μα γιατί; αφού με ενοχλεί, μου είναι δυσάρεστο, με πονάει και θέλω να φύγει”. 

Και εδώ που τα λέμε είναι μια απολύτως φυσιολογική αντίδραση. Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε μάθει να αποφεύγουμε τα δύσκολα συναισθήματα. Να τα εξηγούμε λογικά, να τα διώχνουμε, να αποσπάμε την προσοχή μας ή να κάνουμε οτιδήποτε άλλο για να μην τα νιώσουμε. Όμως, όταν ένας ψυχοθεραπευτής λέει «μείνε με αυτό το συναίσθημα», δεν μας ζητάει να υποφέρουμε περισσότερο. Μας προτείνει να κάνουμε κάτι διαφορετικό από αυτό που κάνουμε συνήθως.

Το να μείνουμε με ένα συναίσθημα σημαίνει να του επιτρέψουμε να υπάρχει για λίγο, χωρίς να προσπαθήσουμε αμέσως να το αλλάξουμε ή να το εξαφανίσουμε. Σημαίνει να στρέψουμε την προσοχή μας προς τα μέσα και να αναρωτηθούμε: «Τι ακριβώς νιώθω αυτή τη στιγμή; Πού το αισθάνομαι στο σώμα μου; Πόσο έντονο είναι; Τι μπορεί να προσπαθεί να μου πει;» Δεν χρειάζεται να βρούμε αμέσως απαντήσεις, ούτε να το αναλύσουμε. Αρκεί να του δώσουμε λίγο χώρο που μάλλον αυτό είναι και το πιο δύσκολο γιατί οι άνθρωποι αποφεύγουμε τον πόνο. Όταν εμφανίζεται ένα δυσάρεστο συναίσθημα, αμέσως θέλουμε να το διωξουμε, με διάφορους τρόπους. Άλλοι δίνουν όλη τους την ενέργεια στη δουλειά τους, άλλοι χάνονται με τις ώρες σε μια οθόνη άλλοι καταφεύγουν στο φαγητό, στο αλκοόλ, στον ύπνο και αρκετοί με ατελείωτη σκέψη, πιστεύοντας ότι αν καταλάβουν το “γιατί” θα σταματήσουν να νιώθουν έτσι. 

Όλοι αυτοί οι τρόποι μπορεί να προσφέρουν μια προσωρινή ανακούφιση. Αλλά, το συναίσθημα δεν εξαφανίζεται. Απλώς περιμένει την επόμενη ευκαιρία να εμφανιστεί. Και εδώ βρίσκεται ένα από τα παράδοξα: όσο περισσότερο παλεύουμε να μη νιώσουμε κάτι, τόσο περισσότερο εκείνο επιμένει να ζητά την προσοχή μας.

Τα συναισθήματα, ακόμη και τα πιο δυσάρεστα, δεν είναι εχθροί μας. Ο φόβος μπορεί να μας λέει ότι αντιλαμβανόμαστε μια απειλή ή μια αβεβαιότητα. Η λύπη μάς θυμίζει ότι χάσαμε κάτι σημαντικό για εμάς. Ο θυμός συχνά δείχνει ότι κάποιο όριό μας παραβιάστηκε ή ότι κάποια ανάγκη μας δεν ακούστηκε. Η ενοχή μπορεί να μας φέρνει σε επαφή με τις αξίες μας και να μας κινητοποιεί να επανορθώσουμε όταν θεωρούμε ότι έχουμε πληγώσει ή αδικήσει κάποιον.

Όταν προσπαθούμε να διώξουμε γρήγορα αυτά τα συναισθήματα, συχνά χάνουμε το μήνυμα που μεταφέρουν. Όταν όμως τους επιτρέπουμε να υπάρχουν για λίγο, μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα τον εαυτό μας, τις ανάγκες μας και τις επιλογές που έχουμε μπροστά μας. Δεν σημαίνει ότι το συναίσθημα θα είναι ευχάριστο. Σημαίνει όμως ότι σταματάει να είναι κάτι από το οποίο πρέπει να τρέχουμε να ξεφύγουμε.

Το να μένω με το συναίσθημά μου δεν σημαίνει ότι βυθίζομαι μέσα σε αυτό. Δεν σημαίνει ότι αφήνω τη θλίψη ή τον φόβο να με καταπιούν ή ότι ταυτίζομαι μαζί τους. Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο να παρατηρώ ένα συναίσθημα και στο να πιστεύω ότι αυτό το συναίσθημα είναι όλη μου η πραγματικότητα. Το πρώτο δημιουργεί χώρο και κατανόηση. Το δεύτερο οδηγεί συχνά στον εγκλωβισμό.

Αυτός είναι και ο λόγος που στη θεραπεία ο στόχος δεν είναι να μάθουμε να υποφέρουμε περισσότερο. Ο στόχος είναι να αναπτύξουμε την ικανότητα να αντέχουμε τα δύσκολα συναισθήματα χωρίς να χρειάζεται να τα αποφεύγουμε ή να τα φοβόμαστε. Όσο περισσότερο καλλιεργούμε αυτή την ικανότητα, τόσο περισσότερο διαπιστώνουμε ότι τα συναισθήματα έχουν μια φυσική πορεία. Έρχονται, κορυφώνονται και, αργά ή γρήγορα, υποχωρούν. Δεν μένουν για πάντα, ακόμη κ όταν εκείνη τη στιγμή μοιάζει αδύνατο να το πιστέψουμε.

Την επόμενη φορά που ίσως ακούσουμε τον ψυχοθεραπευτή μας να λέει “μείνε λίγο με αυτό” να καταλάβουμε πως δεν μας ζητάει να αντέξουμε περισσότερο πόνο, αλλά να μας προσκαλεί να σταματήσουμε έστω και για λίγο να δούμε αυτό που συμβαίνει μέσα μας με περισσότερη περιέργεια και λιγότερο φόβο. Γιατί τις περισσότερες φορές αυτό που προσπαθούμε με κάθε τρόπο να αποφύγουμε είναι ακριβώς αυτό που έχει περισσότερο ανάγκη να ακουστεί.

Ντροπή: η φωνή που μας λέει ότι δεν είμαστε αρκετοί.

Η ντροπή δεν είναι απλώς μια δυσάρεστη κατάσταση. Είναι μια βαθιά εμπειρία που αγγίζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας. Ενώ η ενοχή σχετίζεται με κάτι που κάναμε, η ντροπή αφορά αυτό που πιστεύουμε ότι είμαστε.

Η ενοχή λέει: «Έκανα ένα λάθος».  Η ντροπή: «Είμαι το λάθος».
Συχνά η ντροπή γεννιέται μέσα από το βλέμμα των άλλων. Από την παιδική ηλικία μαθαίνουμε να αξιολογούμε τον εαυτό μας με βάση την αποδοχή, την αναγνώριση και την αγάπη που λαμβάνουμε από το περιβάλλον μας. Όταν αυτές οι ανάγκες δεν ικανοποιούνται ή όταν συνοδεύονται από κριτική, απόρριψη, μπορεί να αρχίσει να διαμορφώνεται η πεποίθηση ότι κάτι δεν είναι αρκετά καλό σε εμάς.

Με τον καιρό, αυτή η πεποίθηση μετατρέπεται σε μια εσωτερική φωνή. Μια φωνή που συγκρίνει, επικρίνει και υπενθυμίζει διαρκώς τις αδυναμίες μας. Δεν μας λέει μόνο ότι αποτύχαμε σε κάτι, αλλά ότι η αποτυχία αυτή αποκαλύπτει την πραγματική μας αξία. Και όσο περισσότερο την ακούμε, τόσο περισσότερο πιστεύουμε ότι η αποδοχή των άλλων είναι απαραίτητη για να νιώσουμε καλά με τον εαυτό μας.

Η ανάγκη για επιβεβαίωση είναι ανθρώπινη. Όταν όμως η αυτοεκτίμησή μας εξαρτάται αποκλειστικά από το πώς μας βλέπουν οι άλλοι, γινόμαστε ιδιαίτερα ευάλωτοι στη ντροπή. Μια κριτική, μια απόρριψη ή μια αποτυχία μπορεί τότε να βιωθεί όχι ως ένα γεγονός, αλλά ως απόδειξη προσωπικής ανεπάρκειας.

Γι’ αυτό και η ντροπή συχνά μας οδηγεί να κρυβόμαστε. Αποφεύγουμε να εκφραστούμε, να διεκδικήσουμε, να εκτεθούμε ή να δοκιμάσουμε κάτι καινούργιο. Όχι επειδή φοβόμαστε μόνο την αποτυχία, αλλά επειδή φοβόμαστε τι μπορεί να σημαίνει αυτή για την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας.

Το παράδοξο είναι ότι η ντροπή τρέφεται από τη σιωπή. Όσο περισσότερο την κρύβουμε, τόσο μεγαλύτερη δύναμη αποκτά. Αντίθετα, όταν αναγνωρίζουμε την παρουσία της και αντιμετωπίζουμε τον εαυτό μας με περισσότερη κατανόηση και λιγότερη αυστηρότητα, η επιρροή της αρχίζει να μειώνεται.

Ψυχική ωριμότητα δεν είναι η προσπάθεια να γίνουμε τέλειοι. Eίναι και η ικανότητά μας να αποδεχόμαστε ότι η αξία μας δεν καθορίζεται από τα λάθη, τις αδυναμίες ή τις αποτυχίες μας και ότι δεν χρειάζεται να είμαστε σωστοί σε όλα για να αξίζουμε.

Όταν συγχωρούμε κάποιον, το κάνουμε για εκείνον ή για εμάς;

Η συγχώρεση είναι μία παρεξηγημένη έννοια. Πολλοί πιστεύουν ότι όταν συγχωρούμε κάποιον, δικαιολογούμε τη συμπεριφορά του ή ξεχνάμε αυτό που μας έκανε. Στην πραγματικότητα, η συγχώρεση δεν αφορά τόσο τον άλλον όσο τη δική μας ψυχική ηρεμία.

Όταν κάποιος μας πληγώνει, είναι φυσιολογικό να νιώσουμε θυμό, απογοήτευση ή ακόμα και προδοσία. Το πρόβλημα όμως ξεκινά όταν αυτά τα συναισθήματα παραμένουν μέσα μας για μεγάλο χρονικό διάστημα. Τότε ο άνθρωπος που μας πλήγωσε μπορεί να συνεχίζει να επηρεάζει τη ζωή μας, ακόμα κι αν δεν βρίσκεται πλέον σε αυτήν.

Κάθε φορά που κρατάμε μέσα μας την πικρία για όσα μας πλήγωσαν, ένα μέρος του εαυτού μας παραμένει εγκλωβισμένο στο παρελθόν. Η συγχώρεση δεν αναιρεί την αδικία ούτε διαγράφει τις αναμνήσεις. Μας δίνει όμως τη δυνατότητα να αποδεσμευτούμε από το συναισθηματικό φορτίο τους και να συνεχίσουμε τη ζωή μας με μεγαλύτερη ελευθερία και ηρεμία.

Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να ξεχάσουμε, να δικαιολογήσουμε ή να συνεχίσουμε μια σχέση που μας έχει βλάψει. Η συγχώρεση δεν είναι συμφιλίωση. Είναι η συνειδητή απόφαση να μην αφήσουμε το τραύμα να καθορίζει τη ζωή μας.

Ίσως λοιπόν, όταν συγχωρούμε κάποιον, να μην το κάνουμε πρωτίστως για εκείνον. Το κάνουμε για να απελευθερωθούμε από το βάρος που κουβαλάμε. Όχι επειδή ο άλλος το αξίζει πάντα, αλλά επειδή εμείς αξίζουμε να ζούμε χωρίς να είμαστε δέσμιοι του παρελθόντος.

Η συγχώρεση δεν αλλάζει αυτό που συνέβη. Μπορεί όμως να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο αυτό συνεχίζει να υπάρχει μέσα μας.