Πένθος δεν είναι μόνο ο θάνατος

Όταν ακούμε τη λέξη «πένθος», το μυαλό πηγαίνει σχεδόν πάντα στον θάνατο. Όμως, το πένθος είναι κάτι πολύ πιο βαθύ. Είναι αυτό που ενεργοποιείται κάθε φορά που χάνουμε κάτι που είχε συναισθηματική σημασία για εμάς.

Πενθούμε ανθρώπους που έφυγαν από τη ζωή, αλλά πενθούμε και ανθρώπους που παραμένουν ζωντανοί και όμως δεν είναι πια μέρος της καθημερινότητάς μας. Πενθούμε σχέσεις που τελείωσαν, φιλίες που άλλαξαν, σπίτια που αφήσαμε πίσω, περιόδους της ζωής που δεν θα επιστρέψουν ποτέ.

Μερικές φορές πενθούμε ακόμα και πράγματα που δεν ζήσαμε. Μια αγάπη που δεν εξελίχθηκε όπως ελπίζαμε. Ένα μέλλον που φανταστήκαμε διαφορετικά. Μια εκδοχή του εαυτού μας που πιστεύαμε ότι θα γίνουμε.

Υπάρχουν απώλειες που δεν αναγνωρίζονται κοινωνικά. Δεν υπάρχουν τελετές, λόγια παρηγοριάς ή χώρος για να μιλήσουμε γι’ αυτές παρά μόνο στο δωμάτιο της ψυχοθεραπείας ή με κάποιον πολύ κοντινό μας άνθρωπο. Έτσι, πολλοί άνθρωποι κουβαλούν μέσα τους μια αδιόρατη θλίψη χωρίς να καταλαβαίνουν ακριβώς από πού προέρχεται.

Γιατί το πένθος δεν εμφανίζεται πάντα ως έντονος πόνος. Μερικές φορές μοιάζει με κούραση. Με αποστασιοποίηση. Με μια αίσθηση κενού ή νοσταλγίας που επιστρέφει ξαφνικά μέσα στην ημέρα. Ένα τραγούδι, μια μυρωδιά, μια φωτογραφία μπορούν ξαφνικά να μας φέρουν αντιμέτωπους με κάτι που θεωρούσαμε ότι είχαμε αφήσει πίσω.

Στην πραγματικότητα, κάθε σημαντική αλλαγή στη ζωή έχει και μια μικρή μορφή πένθους. Για να προχωρήσουμε, χρειάζεται συχνά να αποχαιρετήσουμε κάτι προηγούμενο: μια συνήθεια, μια ανάγκη, έναν τρόπο που βλέπαμε τον εαυτό μας και τους άλλους. Ίσως αυτό είναι και το πιο δύσκολο. Ότι το πένθος δεν αφορά μόνο αυτό που χάσαμε, τον ‘παλιό’ μας εαυτό αλλά και αυτό που γινόμαστε μετά την απώλεια.

Πολλοί άνθρωποι προσπαθούν να ξεφύγουν από τη θλίψη τους, να την εξηγήσουν λογικά ή να την «ξεπεράσουν» γρήγορα. Όμως δεν λειτουργούμε με χρονοδιαγράμματα. Χρειάζεται χώρος για να επεξεργαστούμε την αλλαγή, ακόμα κ όταν αυτή δεν φαίνεται σημαντική στους άλλους.

Και ίσως τελικά η επούλωση να μην σημαίνει να ξεχάσουμε. Ίσως να σημαίνει να μπορούμε κάποια στιγμή να θυμόμαστε χωρίς να διαλυόμαστε. Να αποδεχτούμε ότι κάποιες απώλειες θα συνεχίσουν να υπάρχουν μέσα μας, αλλά δεν θα καθορίζουν πια ολόκληρη τη ζωή μας.

Γιατί το πένθος δεν είναι μόνο ο αποχαιρετισμός σε έναν άνθρωπο. Είναι ο αποχαιρετισμός σε οτιδήποτε κάποτε υπήρξε σημαντικό για εμάς.

Η ενοχή του να επιλέγουμε τον εαυτό μας

Υπάρχουν άνθρωποι που δυσκολεύονται περισσότερο να πουν ‘ναι’ στον εαυτό τους παρά  στον άλλον. Αρκετοί μεγαλώνουμε μαθαίνοντας ότι η αγάπη συνδέεται με την προσφορά, τη διαθεσιμότητα, την αντοχή. Να είσαι καλός, να μην απογοητεύεις, να μην δημιουργείς προβλήματα. Κάπως έτσι, πολλοί φτάνουν να αισθάνονται ενοχή κάθε φορά που βάζουν τις δικές τους ανάγκες μπροστά.

Η ενοχή αυτή δεν κάνει την εμφάνισή της δυνατά. Μπορεί να κρύβεται πίσω από μικρές καθημερινές στιγμές, όπως για παράδειγμα όταν δεν απαντάμε αμέσως σε ένα μήνυμα, όταν χρειαζόμαστε χρόνο μόνοι μας, όταν απομακρυνόμαστε από μια σχέση που μας εξαντλεί, όταν λέμε «δεν μπορώ άλλο». Τότε, αντί να νιώσουμε ανακούφιση, εμφανίζεται μια εσωτερική φωνή που μας λέει: «μήπως είσαι εγωιστής;»

Όμως το να επιλέγουμε τον εαυτό μας δεν σημαίνει ότι σταματάμε να αγαπάμε τους άλλους. Σημαίνει ότι σταματάμε να εγκαταλείπουμε εμάς για να μας αποδεχτούν. Πολλοί άνθρωποι έχουν μάθει να αντλούν την αξία τους μέσα από το πόσο χρήσιμοι είναι για τους άλλους. Να νιώθουν απαραίτητοι, να φροντίζουν τους πάντες. Και όταν αρχίζουν να βάζουν όρια, συχνά νιώθουν άβολα, όχι επειδή κάνουν κάτι λάθος, αλλά επειδή κάνουν κάτι που δεν τους είναι γνώριμο. .Η αλήθεια είναι πως τα όρια αποκαλύπτουν πολλά. Κάποιες σχέσεις αντέχουν όταν αρχίζεις να προστατεύεις τον εαυτό σου και άλλες όχι. 

Υπάρχει, όμως, μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στον εγωισμό και τη φροντίδα του εαυτού μας. Ο εγωισμός λέει «μόνο εγώ υπάρχω». Η αυτοφροντίδα λέει «υπάρχω κ εγώ». Κάποια στιγμή, η ψυχική εξάντληση γίνεται πιο βαριά από την ενοχή. Και τότε αρχίζει σιγά σιγά η αλλαγή. Μαθαίνουμε ότι δεν χρειάζεται να εξηγούμε συνεχώς γιατί κουραστήκαμε.
Ότι η αγάπη προς τον εαυτό μας δεν είναι πολυτέλεια είναι ευθύνη.

Ωριμότητα δεν είναι να αντέχουμε τα πάντα σιωπηλά αλλά να μπορούμε να πούμε χωρίς να απολογούμαστε και εγώ αξίζω και χρειάζομαι χώρο, χρόνο και φροντίδα. 

Ένα καλύτερο παρελθόν;

Ο Irvin Yalom με αυτή τη φράση επισημαίνει τη δυσκολία που έχουμε να αποδεχθούμε την ανάγκη μας να διορθώσουμε το παρελθόν.

Συχνά επιστρέφουμε ξανά και ξανά σε ό,τι έγινε τι είπαμε, τι δεν είπαμε, τι θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί διαφορετικά. Έχουμε την ψευδαίσθηση ότι ίσως, αν το σκεφτούμε αρκετά, θα αλλάξει. Όμως το παρελθόν δεν είναι πεδίο δράσης αλλά νοήματος.

Αυτό δεν είναι η παραίτηση, αλλά απελευθέρωση. Όταν σταματάμε να κυνηγάμε ένα «καλύτερο παρελθόν», ανοίγουμε χώρο για ένα πιο συνειδητό παρόν. Δεν σημαίνει ότι ξεχνάμε ή ότι δεν μας επηρεάζει σημαίνει ότι επιλέγουμε να μην ζούμε εγκλωβισμένοι σε κάτι που δεν αλλάζει. Ίσως αυτό είναι και ωριμότητα. Όχι να ξαναγράψουμε την ιστορία μας αλλά να μάθουμε να την κουβαλάμε χωρίς να μας βαραίνει.

Όταν το μυαλό δεν σταματά να υπεραναλύει

Πόσες φορές έχουμε πιάσει τον εαυτό μας να σκέφτεται ξανά και ξανά το ίδιο πράγμα; Να αναλύουμε μια συζήτηση, μια απόφαση ή ένα ενδεχόμενο σενάριο μέχρι εξάντλησης; Η υπερανάλυση είναι μια από τις πιο συχνές συμπεριφορές και συχνά ύπουλη γιατί ή ανάγκη για έλεγχο και βεβαιότητα βρίσκεται συχνά πίσω από αυτή. Το μυαλό προσπαθεί να προβλέψει, να προστατεύσει, να αποφύγει λάθη. Όμως, αντί να μας βοηθά, καταλήγει να μας εγκλωβίζει σε έναν φαύλο κύκλο σκέψεων. Αντί να παίρνουμε αποφάσεις, «παγώνουμε». Αντί να ηρεμούμε, γεμίζουμε άγχος.

Ένα βασικό χαρακτηριστικό της υπερανάλυσης είναι ότι δεν οδηγεί απαραίτητα σε λύση. Είναι η ψευδαίσθηση της παραγωγικότητας: νιώθουμε ότι “κάνουμε κάτι”, ενώ στην πραγματικότητα ανακυκλώνουμε τις ίδιες σκέψεις χωρίς αποτέλεσμα.

Υπάρχει τρόπος να κάνουμε κάτι γι’αυτό; Όπως πάντα το πρώτο που χρειάζεται είναι επίγνωση. Να αναγνωρίσουμε τί κάνουμε και πότε το κάνουμε. Πότε σκεφτόμαστε υπερβολικά και πότε κάτι χρήσιμο; Η επιστροφή στο παρόν, στο εδώ και τώρα είναι σημαντική. Το να εστιάζουμε στην αναπνοή ή να παρατηρούμε το σώμα μας θα βοηθήσουν να σταματήσει ο κύκλος των σκέψεων. Δεν χρειάζεται να σταματήσουμε το μυαλό -πράγμα που δεν γίνεται- αρκεί να μην το ακολουθούμε παντού.

Τέλος, αξίζει να θυμόμαστε ότι η αβεβαιότητα είναι μέρος της ζωής. Καμία απόφαση δεν είναι απόλυτα ασφαλής, και καμία σκέψη δεν μπορεί να εγγυηθεί το αποτέλεσμα.

Η υπερανάλυση δεν είναι αδυναμία. Είναι μια προσπάθεια του νου να μας προστατεύσει  απλώς με έναν τρόπο που δεν λειτουργεί πάντα. Μαθαίνοντας να την αναγνωρίζουμε και να την διαχειριζόμαστε, μπορούμε να δημιουργήσουμε περισσότερο χώρο για ηρεμία, καθαρότητα και καλύτερες επιλογές.

Η μοναξιά των ανθρώπων που δείχνουν δυνατοί

Υπάρχουν άνθρωποι που όλοι τους θεωρούν δυνατούς και μοιάζουν να αντέχουν τα πάντα. Είναι εκείνοι στους οποίους απευθύνονται οι άλλοι όταν έχουν πρόβλημα, εκείνοι που κρατούν την ψυχραιμία τους όταν όλα γύρω μοιάζουν δύσκολα. Όμως πίσω από αυτή την εικόνα αντοχής, πολλές φορές κρύβεται μια λιγότερο ορατή πραγματικότητα: η σιωπηλή μοναξιά του ανθρώπου που έχει μάθει να στηρίζει τους πάντες, αλλά σπάνια αφήνει κάποιον να στηρίξει τον ίδιο.

Όταν ένας άνθρωπος συνηθίζει να είναι ο υποστηρικτικός κρίκος για τους άλλους, μπορεί να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι δεν χρειάζεται στήριξη ο ίδιος. Οι άλλοι τον βλέπουν ως το άτομο που «αντέχει» και συχνά δεν σκέφτονται ότι μπορεί και εκείνος να έχει ανάγκη να μοιραστεί τις δυσκολίες του.

Αυτό οδηγεί συχνά σε μια παράδοξη κατάσταση. Ο άνθρωπος που βρίσκεται πάντα δίπλα στους άλλους, μπορεί να μην έχει κάποιον να στραφεί όταν ο ίδιος κουράζεται. Δεν είναι απαραίτητα ότι οι γύρω του δεν ενδιαφέρονται απλώς έχουν συνηθίσει να τον βλέπουν ως τον σταθερό πυλώνα.

Η ψυχολογική κόπωση που προκύπτει από αυτή τη θέση δεν εμφανίζεται ξαφνικά. Συσσωρεύεται μέσα από στιγμές όπου ο άνθρωπος συγκρατεί τα συναισθήματά του, αποφεύγει να δείξει αδυναμία ή προτιμά να διαχειρίζεται μόνος του τις δυσκολίες του. Με τον χρόνο, αυτή η στάση μπορεί να οδηγήσει σε εσωτερική απομόνωση.

Η πραγματική ψυχική δύναμη όμως δεν βρίσκεται στην αδιάκοπη αντοχή. Βρίσκεται στην ισορροπία ανάμεσα στο να στηρίζουμε τους άλλους και στο να τους επιτρέπουμε να σταθούν δίπλα μας. Κανένας άνθρωπος δεν χρειάζεται να είναι συνεχώς ο «δυνατός» για όλους. Δύναμη δεν σημαίνει να αντέχουμε τα πάντα μόνοι μας ή να νομίζουμε πως δεν έχουμε δικαίωμα να κουραζόμαστε, αλλά να ξέρουμε πότε χρειάζεται να ζητήσουμε στήριξη και να επιτρέψουμε στους άλλους να σταθούν δίπλα μας. 

Όταν η ευθύνη γίνεται βάρος

cof

Πολλοί άνθρωποι που έχουν ευθύνες, ηγετικούς ρόλους ή απλώς είναι συνηθισμένοι να στηρίζουν τους άλλους, φτάνουν κάποια στιγμή να νιώσουν μια ιδιαίτερη μορφή ψυχικής κόπωσης. Δεν πρόκειται απαραίτητα για πρόβλημα υγείας ή για κάποια δραματική κρίση. Συχνά είναι κάτι πιο ύπουλο: η συσσώρευση ευθυνών, προσδοκιών και προβλημάτων που δεν είναι όλα δικά τους.

Πολύ συχνά μπορεί να ακούσουμε φράσεις όπως “είμαι καλά στην υγεία μου όμως νιώθω συσσωρευμένη κούραση” ή “δεν έχω πλέον τόση αντοχή να παίρνω πάνω μου και τα προβλήματα των άλλων” περιγράφουν μια εμπειρία που είναι πολύ πιο συχνή από όσο νομίζουμε. Πρόκειται για μια κατάσταση όπου ο άνθρωπος εξακολουθεί να λειτουργεί, να εργάζεται και να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις του, αλλά μέσα του νιώθει ότι οι ψυχικές του αντοχές έχουν αρχίσει να μειώνονται.

Σε τέτοιες περιπτώσεις συνήθως συμβαίνουν τρία πράγματα. Πρώτον, ο άνθρωπος έχει αναλάβει για μεγάλο χρονικό διάστημα ρόλο «διαχειριστή προβλημάτων» για τους άλλους. Δεύτερον, υπάρχει συνεχής έκθεση σε απαιτήσεις, αποφάσεις και πιέσεις. Και τρίτον, υπάρχει ελάχιστος χρόνος για πραγματική αποφόρτιση. Η ψυχική κόπωση δεν εμφανίζεται απότομα. Δημιουργείται σταδιακά μέσα από καθημερινές επιβαρύνσεις. 

Τι μπορεί να βοηθήσει έναν άνθρωπο που αισθάνεται έτσι;

Πρώτα απ’ όλα, η αναγνώριση του ορίου. Δεν είναι αδυναμία να παραδεχτεί κάποιος ότι δεν μπορεί να σηκώνει τα πάντα. Αντίθετα, είναι ένδειξη ψυχικής ωριμότητας. Η αποδοχή ότι δεν είναι δική μας ευθύνη να λύσουμε κάθε πρόβλημα γύρω μας είναι ένα σημαντικό βήμα.

Τα όρια. Οι άνθρωποι που συχνά βοηθούν ή καθοδηγούν άλλους χρειάζεται να μάθουν να ξεχωρίζουν ποια προβλήματα είναι πραγματικά δική τους ευθύνη και ποια όχι. Τις περισσότερες φορές το ξέρουν, αλλά δυσκολεύονται να πουν “όχι”.  Η υπερβολική ανάληψη ευθύνης οδηγεί σχεδόν πάντα σε εξάντληση. Υπάρχουν βέβαια και περιπτώσεις που δεν εμπιστεύονται πως και άλλοι μπορούν να αναλάβουν ευθύνες και να επιλύουν θέματα και τους είναι πιο εύκολο και σίγουρο να διατηρούν τον έλεγχο με την κούραση που αυτό συνεπάγεται.

Η ψυχική ενέργεια μπορεί να επιστρέψει όταν ο άνθρωπος επιτρέπει στον εαυτό του στιγμές χωρίς υποχρεώσεις, χωρίς την ανάγκη να λύνει ή να διαχειρίζεται κάτι. Μικρά διαλείμματα από την ευθύνη, χρόνος για προσωπικές δραστηριότητες ή απλώς για ηρεμία, μπορούν να λειτουργήσουν προστατευτικά.

Τέλος, βοηθά πολύ η αλλαγή οπτικής. Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί –και δεν χρειάζεται– να κουβαλά τα προβλήματα όλων.  Ψυχική ανθεκτικότητα δεν σημαίνει ότι αντέχουμε τα πάντα. Σημαίνει ότι γνωρίζουμε πότε να συνεχίσουμε, πότε να ξεκουραστούμε και πότε να αφήσουμε κάτι που δεν είναι πραγματικά δικό μας βάρος όσο και αν μας δυσκολεύει. 

Γιατί οι παλιές συνήθειες δεν αλλάζουν εύκολα

Λέμε συχνά ότι “οι παλιές συνήθειες δύσκολα πεθαίνουν” και είναι όντως έτσι. Όλοι έχουμε συμπεριφορές που θέλουμε να αλλάξουμε ή τον τρόπο που σκεφτόμαστε και ερμηνεύουμε,  αντιδράσεις, μοτίβα στις σχέσεις, μικρές καθημερινές συνήθειες. Όσο όμως και αν  προσπαθούμε, συχνά επιστρέφουμε στα ίδια.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχουμε δύναμη ή θέληση αλλά ότι οι παλιές συνήθειες είναι πιο βαθιά ριζομένες από όσο νομίζουμε.

Οι συνήθειες χτίζονται με τον χρόνο. Όσο περισσότερο επαναλαμβάνουμε κάτι, τόσο πιο φυσικό μας φαίνεται. Γίνεται γνώριμο, είναι ο τρόπος μας. Έτσι, ακόμη κι αν μια συνήθεια δεν μας βοηθάει, το οικείο είναι που μας κρατάει πίσω. Το γνώριμο μας κάνει να νιώθουμε άνετα, ακόμη κι όταν δεν μας κάνει καλό.

Κάτι άλλο που δυσκολεύει την αλλαγή είναι ότι πολλές συνήθειες δεν είναι απλώς πράξεις  είναι τρόποι που μάθαμε να προστατεύουμε τον εαυτό μας. Μπορεί να αντιδρούμε κρατώντας απόσταση, να αποφεύγουμε συγκρούσεις, να υπεραναλύουμε, να κλεινόμαστε στον εαυτό μας. Αυτά δεν είναι κακές συνήθειες αλλά παλιές άμυνες.  Οι άμυνες δεν αλλάζουν εύκολα, γιατί κάποτε μας χρειάστηκαν.

Ακόμη και οι συνήθειες που μας δυσκολεύουν προσφέρουν κάτι. Μια μικρή ανακούφιση, μια αίσθηση ελέγχου, μια προβλεψιμότητα. Γι’ αυτό και όταν πιεζόμαστε ή αγχωνόμαστε, επιστρέφουμε σε αυτές.

Παρόλα αυτά, η αλλαγή δεν είναι κάτι ανέφικτο. Δεν γίνεται απότομα, ούτε με αυστηρότητα. Γίνεται με μικρά, σταθερά βήματα. Με το να παρατηρούμε τον εαυτό μας χωρίς να τον κρίνουμε. Με το να δοκιμάζουμε κάτι διαφορετικό, ξανά και ξανά, μέχρι να αρχίσει να μας φαίνεται πιο φυσικό από το παλιό.

Οι παλιές συνήθειες μπορεί να μην “πεθαίνουν” εύκολα -όπως λέει και η παροιμία- αλλά αλλάζουν.  Όταν δώσουμε χρόνο και χώρο στον εαυτό μας και όταν καταλάβουμε ότι η αλλαγή δεν είναι αγώνας σπριντ.

Δικαίωμα στην παύση

Πόσες φορές μας έχει συμβεί ενώ καθόμαστε στον καναπέ μετά από μια εξαντλητική μέρα και αντί να χαλαρώνουμε, να σκεφτόμαστε όλα αυτά που θα έπρεπε να κάνουμε;
Να αισθανόμαστε ενοχικά γιατί η εσωτερική μας φωνή μας λέει ότι η αξία μας ως άνθρωποι μετριέται από τις πόσες δουλειές ολοκληρώσαμε;

 Έχουμε πείσει τους εαυτούς μας ότι κάθε δευτερόλεπτο πρέπει να αξιοποιείται. Αν δεν δουλεύουμε, πρέπει να γυμναζόμαστε, αν δεν γυμναζόμαστε πρέπει να μαθαίνουμε κάτι καινούργιο. Αν δεν κάνουμε τίποτα από αυτά, νιώθουμε ότι μένουμε πίσω. Όμως, η αλήθεια είναι ότι η ξεκούραση δεν είναι το βραβείο για τη δουλειά μας, είναι η προϋπόθεσή της.

Όταν μετατρέπουμε τον ελεύθερο χρόνο μας σε μια ακόμα λίστα με υποχρεώσεις χάνουμε την ικανότητα να είμαστε παρόντες. Αυτό το διαρκές άγχος δεν μας κάνει πιο αποτελεσματικούς, μας κάνει απλώς πιο εξαντλημένους. Μας κλέβει τη χαρά της στιγμής, γιατί το μυαλό μας βρίσκεται πάντα στο επόμενο βήμα.

Ίσως η λύση να βρίσκεται στην αποδοχή ότι η παύση είναι ένας τρόπος να γεμίσουμε τις μπαταρίες μας. Το να μην κάνουμε τίποτα για λίγη ώρα δεν είναι χάσιμο χρόνου, είναι φροντίδα.  Όπως ένας αθλητής χρειάζεται χρόνο αποθεραπείας για να αποδώσει ξανά, έτσι και το μυαλό μας χρειάζεται διαλείμματα για να παραμείνει δημιουργικό. Η ποιότητα της καθημερινότητάς μας δεν κρίνεται από το πόσα check βάλαμε σε μια λίστα, αλλά από το πόσο ήσυχοι μπορούμε να μείνουμε με τον εαυτό μας όταν οι ρυθμοί πέφτουν.

Γιατί δεν πρέπει να αμφισβητούμε τις αποφάσεις μας

Στο βίντεο του The School of Life ακούμε πως συχνά έχουμε την τάση να αμφισβητούμε την κρίση μας-το ένστικτό μας όταν περνάει ο καιρός. Αυτό που κάποτε φαινόταν ως ξακάθαρη απόφαση, μετά από κάποιο διάστημα μπορεί να την αμφισβητήσουμε προκαλώντας μας αμφιβολία. Αυτή ακριβώς η ικανότητα προσαρμογής που μας επιτρέπει να ξεπερνάμε μια απώλεια ή μια αποτυχία, είναι η ίδια που μας ωθεί να αναθεωρούμε σωστές αποφάσεις.

Όταν παίρνουμε μια δύσκολη απόφαση -για παράδειγμα από το να παραιτηθούμε από μια δουλειά ή να διακόψουμε μια σχέση- έχουμε μια καθαρή εικόνα των αρνητικών δεδομένων που μας οδήγησαν εκεί. Όσο όμως απομακρυνόμαστε χρονικά, ξεχνάμε τη δυσφορία που αισθανόμασταν και μας οδηγησαν σε αυτή την απόφαση. Τότε, είτε επειδή αισθανόμαστε μοναξιά, ή κούραση, το μυαλό μας αρχίζει να ωραιοποιεί το παρελθόν. Ξαφνικά, οι λόγοι που μας οδήγησαν στη φυγή δεν μοιάζουν τόσο σημαντικοί μπροστά στην τωρινή μας ανασφάλεια.

Το βίντεο υπογραμμίζει ότι η κρίση μας θολώνει όσο απομακρυνόμαστε από το «πεδίο της μάχης». Όταν αρχίζουμε να αναρωτιόμαστε αν ήμασταν υπερβολικά βιαστικοί ή άδικοι, η λογική πρέπει να μπει μπροστά και να εξετάσει αν αυτή η αλλαγή είναι σωστή ή απλώς «βολική» γιατί ανακουφίζει την τωρινή μας δυσφορία.

Το συμπέρασμα είναι πως πρέπει να δείχνουμε εμπιστοσύνη στη διορατικότητά μας όταν πήραμε την απόφαση. Αντί να αφηνόμαστε στις αμφιβολίες που φέρνει η απόσταση, καλό θα ήταν να εμπιστευτούμε αυτό που γνωρίζαμε τότε, και όχι αυτό που νιώθουμε τώρα.

Αυτοπεποίθηση δεν σημαίνει ότι δεν κάνουμε ποτέ λάθη, αλλά ότι αναγνωρίζουμε πως όταν βρισκόμασταν μέσα στα γεγονότα- στο “εκεί και τότε” ήμασταν πιο κοντά στην αλήθεια από τον εαυτό μας που τώρα παρατηρεί εκ του ασφαλούς.

Όταν η αυτάρκεια γίνεται εμπόδιο

Δεν υπάρχει κάποιο βραβείο για το να μην ζητάμε ποτέ βοήθεια, και όμως πολλοί από εμάς ζούμε σαν να υπάρχει. Από νωρίς μαθαίνουμε να εκτιμούμε την αυτάρκεια, την αντοχή και την ικανότητα να τα βγάζουμε πέρα μόνοι μας. Το να μη ζητάμε βοήθεια συχνά δεν είναι ένδειξη δύναμης, αλλά αποτέλεσμα φόβου: μήπως φανούμε αδύναμοι, μήπως επιβαρύνουμε τους άλλους ή μήπως φοβόμαστε πως θα ακούσουμε όχι.

Η πραγματικότητα είναι ότι κανείς δεν μπορεί να ανταπεξέλθει σε όλα μόνος του. Η ανάγκη για υποστήριξη δεν είναι προσωπική αποτυχία, αλλά βασικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης. Όταν αποφεύγουμε να ζητήσουμε βοήθεια, στερούμε από τον εαυτό μας όχι μόνο ανακούφιση, αλλά και τη δυνατότητα σύνδεσης. Αντίθετα, το να αναγνωρίζουμε τα όριά μας και να τα εκφράζουμε μπορεί να λειτουργήσει ως πράξη ωριμότητας και αυτοσεβασμού.

Ίσως τελικά το ζητούμενο δεν είναι να αποδείξουμε πόσο αντέχουμε, αλλά να επιτρέψουμε στους άλλους να σταθούν δίπλα μας. Όχι γιατί δεν μπορούμε μόνοι μας, αλλά γιατί δεν χρειάζεται να τα κάνουμε όλα μόνοι μας.