Πόσο εύκολο είναι να νιώθουμε αυτό που πραγματικά νιώθουμε όσο το δυνατόν πιο κοντά στη στιγμή που το νιώθουμε και στη συνέχεια να μπορούμε να το εκφράσουμε είτε στον εαυτό μας είτε σε κάποιον άλλον χωρίς ντροπή ή μεγάλη διαστρέβλωση; Ακούγεται κάτι πολύ προφανές και πολύ απλό αλλά στην πραγματικότητα είναι όντως έτσι;
Κάποιο “καλά προσαρμοσμένο μυαλό” είναι αυτό που μπορεί, σε διάφορες καταστάσεις, να ελαχιστοποιήσει την απόσταση μεταξύ αυτού που αισθάνεται και αυτού που γνωρίζει ότι αισθάνεται, μεταξύ των συναισθημάτων που τον κατακλύζουν και αυτών που η συνείδηση μπορεί να καταγράψει.
Μια τέτοια “ευθυγράμμιση” δεν είναι αυτονόητη, ούτε προφανής ούτε γίνεται αντανακλαστικά. Είναι το αποτέλεσμα επίπονης και διαρκούς εξερεύνησης με τον εαυτό μας. Δεν είναι καθόλου η πρώτη μας επιλογή να βιώνουμε τις ζωές που έχουμε. Η φυσική κλίση του νου μας τείνει προς τη μη αίσθηση, τη μη επίγνωση, το μούδιασμα, την αποξένωση από τον εαυτό μας. Προς μια αποσύνδεση μεταξύ αίσθησης και γνώσης.
Αυτή η τάση δεν είναι δύσκολο να εξηγηθεί. Δυσκολευόμαστε ή έχουμε ξεχάσει να είμαστε σε επαφή με τα συναισθήματά μας για να αποφύγουμε τη ματαίωση, τη συνάντηση με την τραγωδία της ύπαρξης. Ο άνθρωπος με τον οποίο είμαστε σε σχέση μάς πληγώνει με την αδιαφορία και την αδυναμία του να δεσμευτεί. Δεν αισθανόμαστε τίποτα και μένουμε κοντά του μιας που από μικροί ακούμε ότι ο θυμός δεν είναι κάτι που νιώθουν οι καλοί άνθρωποι. Ταλαιπωρούμαστε από διάφορες απώλειες αλλά δεν το έχουμε προσέξει γιατί αποφασίσαμε πριν από χρόνια ότι τίποτα δεν θα μας επηρεάσει πια. Μπορεί να τρομάζουμε πολύ, αλλά δεν το έχουμε καταλάβει, γιατί οι δυνατοί άνθρωποι δεν φοβούνται.
Θα θέλαμε να είμαστε ευάλωτοι αλλά δεν είμαστε πια παιδιά, οπότε είμαστε κυρίως νευρικοί και πολύ απασχολημένοι στη δουλειά. Είμαστε -όπως φαίνεται- πολύ πιο θυμωμένοι, πιο λυπημένοι, πιο ευσυγκίνητοι, πιο ιδεαλιστές από ό,τι ξέρουμε να είμαστε.
Ένα παιδί παίρνει από το περιβάλλον του όλα τα πιθανά ερεθίσματα σχετικά με το τι είναι αποδεκτό να αισθάνεται. Οι αυθεντικές αντιδράσεις του εξαφανίζονται γρήγορα μέσα από τις υπενθυμίσεις ότι “τα αγόρια δεν κλαίνε” ή “τα κορίτσια δεν γκρινιάζουν έτσι”. Και ποιοι είμαστε εμείς για να πούμε το αντίθετο; Δεν χρειάζονται πολλά για να ξεχάσουμε να είμαστε σε επαφή με τα συναισθήματά μας.
Περιτριγυριζόμαστε από ισχυρές, καλά συγκαλυμμένες υπενθυμίσεις για το τι απαιτεί η “κανονικότητα”. Οι λογικοί άνθρωποι δεν αισθάνονται απέραντη θλίψη για πράγματα που συνέβησαν πριν από δεκαετίες ή δεν τρέφουν έντονα αμφίσημα συναισθήματα για τους κοντινούς τους ανθρώπους. Έτσι, στην καλύτερη περίπτωση υποφέρουμε από απώλεια δημιουργικότητας και ζωτικότητας και στη χειρότερη, γινόμαστε θύματα της απόγνωσης, των σωματικών παθήσεων και του χρόνιου άγχους.
Η αναζήτηση της ψυχικής ευεξίας απαιτεί από εμάς να προσπαθήσουμε να επιστρέψουμε όσο το δυνατόν περισσότερα από αυτά που έχουμε νιώσει στους πραγματικούς στόχους τους, να επαναπατρίσουμε το συναίσθημα όπου έχει εξοριστεί, να μάθουμε να είμαστε περισσότερο αυτό που είμαστε.