Δουλεύουμε όπως δουλεύουμε επειδή χρειάζεται να επιβιώσουμε, γιατί αγαπάμε αυτό που κάνουμε, γιατί παίρνουμε ευχαρίστηση και για πολλούς και διάφορους λόγους. Παράλληλα όμως, αρκετές φορές υπάρχει και κάτι πιο περίπλοκο και χρησιμοποιούμε την έννοια της αναγκαιότητας για να το αποφύγουμε, να μην έρθουμε σε επαφή με αυτό.
Δουλεύουμε τόσο σκληρά επειδή τρομάζουμε από την ακινησία.
Επειδή το να φοβόμαστε τον κόσμο μας προσφέρει τον πιο αξιοπρεπή αντιπερισπασμό από τον τρόμο του ίδιου μας του μυαλού.
Επειδή δεν έχουμε ιδέα πώς να αφήσουμε κάποιον να μας γνωρίσει έξω από τα επιτεύγματά μας. Μας δυσκολεύει να δούμε ότι έχουμε οποιαδήποτε αξία πέρα από αυτό που κάνουμε.
Επειδή χρησιμοποιούμε το θόρυβο από έξω για να πνίξουμε τους θορύβους μέσα μας.
Επειδή περιφρονούμε οτιδήποτε δεν έχει έναν χαρτογραφημένο σκοπό ή στόχο και η πιθανότητα να συγκρουστούμε με το απροσδόκητο είναι απειλή.
Επειδή δεν επιτρέπουμε στον εαυτό μας να γνωρίσει το σκοτάδι.
Γιατί αν ξεκινήσουμε με ερωτήσεις, δεν έχουμε ιδέα πού μπορεί να χρειαστεί να πάμε – και τι μπορεί να χρειαστεί να απορρίψουμε.
Επειδή θέλουμε να τραπούμε σε φυγή από τη θλίψη και τη λύπη.
Επειδή δεν έχουμε πολλούς πραγματικούς φίλους.
Επειδή λίγοι άνθρωποι μάς αγκάλιασαν.
Επειδή δεν έχουμε ιδέα τι να κάνουμε με τον εαυτό μας εκτός από το να τρέχουμε.
Επειδή βρίσκουμε την ειρήνη πολύ πιο δύσκολη από τον πόλεμο.
Επειδή η πραγματική δουλειά μπορεί να βρίσκεται αλλού.