Unknown's avatar

About nassiae

Ψυχοθεραπεία, Gestalt, EMDR, τραύμα, εξαρτήσεις, gestalt και επιχειρήσεις, γάτες. efthimiopoulou.n@gmail.com

Eat Me – Μέρος II

«Ήταν μια απ’αυτές τις Κυριακές όπου όλη η οικογένεια συγκεντρώνεται για να φάει. Δεν έχει σημασία εάν δεν έχεις όρεξη ή έχεις κανονίσει κάτι άλλο –πράγμα απίθανο- αφού εμείς, τις Κυριακές, τρώμε όλοι μαζί.  Επειδή έτσι πρέπει. Το μενού είχε σούπα. Όμως, ήταν τόσο καυτερή που οι υπόλοιποι έφαγαν μόνο δυο κουταλιές. Εγώ συνέχιζα να την καταπίνω παρόλο που το στόμα μου καιγόταν. Σα να μην μπορούσα να σταματήσω, το καταλαβαίνεις; ήμουνα τόσο συγκεντρωμένη στη σούπα που δεν άκουγα τους υπόλοιπους που μιλάγανε. Τώρα που το λέω, καταλαβαίνω πως ήταν ο τρόπος μου για να μπορώ να αποσυνδέομαι και να μην ακούω. Όταν έφτασα σπίτι μου και είδα στον καθρέφτη τα χείλια μου κόκκινα και πρησμένα, έβαλα τα κλάματα».

Η ψυχαναγκαστική υπερφαγία –ή αλλιώς emotional eating- είναι μια μαθημένη συμπεριφορά. Πολλές φορές, αρκετοί από εμάς, όταν είμαστε στεναχωρημένοι, πιεσμένοι, θυμωμένοι, βαριόμαστε  ή  νιώθουμε ένα απροσδιόριστο κενό ψάχνουμε να βρούμε γρήγορα κάτι να μασουλίσουμε ή να καταπιούμε. Στην αρχή παρορμητικά και αργότερα όλο και πιο ανεξέλεγκτα όλο και πιο πολύ. Με τον καιρό αυτός ο τρόπος γίνεται μια τόσο συνηθισμένη και καθημερινή συμπεριφορά που είναι δύσκολο να κάνουμε την επίγνωση του πως χρησιμοποιούμε το φαγητό για να φάμε συναισθήματα και προβλήματα.

Το «θετικό» στη χρήση του φαγητού για την αντιμετώπιση του στρες ή άλλων μορφών δυσφορίας είναι ότι έχει αποτέλεσμα.  Με ελάχιστη προσπάθεια, η ένταση μειώνεται και μάλιστα αρκετά γρήγορα.  Όμως, αυτό ακριβώς είναι το αρνητικό, τουλάχιστον μακροπρόθεσμα. Αυτό το πρότυπο διαχείρισης των αναγκών ενισχύει την κυριαρχία της μορφής του φαγητού.  Μειώνει την ένταση, ηρεμεί και ναρκώνει τις ανάγκες. Έτσι, μαθαίνει κάποιος ν’αντιμετωπίζει και να διαχειρίζεται ανάγκες και συναισθήματα μέσω του φαγητού.

Πολλοί από εμάς, πιστεύουμε έντονα στον αυτοέλεγχο, τον οποίο συνδέουμε με ισχυρά θετικές αξίες.  Έχουμε την πεποίθηση ότι «θα έπρεπε να μπορώ να ελέγξω τον εαυτό μου» ή πιστεύουμε πως το να έχεις τον έλεγχο είναι καλό, φυσιολογικό και αποδεκτό, ενώ το να είσαι εκτός ελέγχου είναι κακό και αφύσικο. Αυτές οι πεποιθήσεις δεν μας αφήνουν να αναγνωρίσουμε και να αποδεχτούμε ότι πολλά πράγματα ή συνήθειες δεν μπορούμε να τις ελέγξουμε. Έτσι, πολλές φορές, αντί να αναγνωρίσουμε πως έχουμε χάσει τον έλεγχο και ότι είμαστε ανίσχυροι σε ό,τι αφορά το φαγητό, το αλκοόλ ή οποιαδήποτε άλλη ουσία, οδηγούμαστε σε μια παρατεταμένη σειρά συναντήσεων με την ουσία, είτε αυτή λέγεται φαγητό, είτε αλκοόλ, είτε ναρκωτικά, σε μια προσπάθεια να αποδείξουμε πως έχουμε τον έλεγχο.

Με το πέρασμα του χρόνου, αυτή η διαδικασία κλιμακώνεται γι αυτό και πολλές φορές παρατηρούμε πως μπορεί να έχουμε χάσει τον έλεγχο και ταυτόχρονα να μας έχει γίνει έμμονη ιδέα να αποδείξουμε ότι τον διατηρούμε.

Αυτός ο τρόπος μπορεί να οδηγήσει στη λεγόμενη πόλωση, όπου η μια πλευρά είναι υπερβολικά ελεγχόμενη, ψυχαναγκαστική και περιορισμένη, ενώ η άλλη, έχει περιορισμένο έλεγχο ή είναι τελείως ανεξέλεγκτη.  Ίσως πάλι να νιώθουμε πως το φαγητό μας είναι το μόνο πράγμα το οποίο μπορούμε και ελέγχουμε στη ζωή μας.

Πολλοί άνθρωποι δείχνουν το νοιάξιμο και τη φροντίδα τους μέσω του φαγητού ίσως γιατί δυσκολεύονται, ίσως γιατί δεν ξέρουν να πουν στον άλλον «νοιάζομαι» ή απλά να ρωτήσουν «τί χρείαζεσαι τώρα». H μητέρα θα πάρει τηλέφωνο το παιδί της που έχει καιρό να το δει και της έχει λείψει και το πρώτο που θα ρωτήσει είναι «τρως τίποτα;» σαν το φαγητό να είναι ο τρόπος για να κάνουν επαφή.

Μια απ’αυτές τις μέρες περιμένω τη φίλη μου τη Λ. να έρθει σπίτι μου και αυτό που κυριαρχεί στη σκέψη μου είναι τι φαγητό να ετοιμάσω. Να την περιποιηθώ αλλά βασικά να δείξω πόσο πολύ χαίρομαι. Ε, κακό είναι αυτό; Θα ρωτήσεις. Κακό τίποτα δεν είναι. Είναι όμως περιοριστικό γιατί έτσι χάνω τον αυθορμητισμό, το «εδώ και τώρα», σαν να μην είναι αρκετό να πω «χαίρομαι που ήρθες» και σαν να χρειάζεται να πρέπει να κάνω κάτι ή να πρέπει να είμαι κάπως.  Δεν υπάρχει καμία πρόθεση κριτικής ή αυτομαστιγώματος απλά προσπαθώ να δείξω πόσο μπερδευτική και δύσκολη μπορεί να είναι η διαδικασία της επίγνωσης του τί, πώς και πότε τρώω.

Στο επόμενο ποστ θα δούμε πως αναγνωρίζω εάν τρώω ψυχαναγκαστικά και εάν έχω άλλες επιλογές.

Eat Me – Μέρος Ι

Πριν χρόνια, όταν ο ψυχολόγος Arthur Tomie βρίσκονταν στο εργαστήριό του παρατήρησε κάτι παράξενο. Όπως ακριβώς στο πείραμα του Pavlov, ο Tomie συσχέτισε ένα πρώτο,τεχνητό ερέθισμα -σ αυτή την περίπτωση ήταν ένας μεταλλικός μοχλός ο οποίος έπεφτε στα κλουβιά των ποντικών- δίνοντας το σήμα πως θα επακολουθούσε τροφή. Όπως ήταν αναμενόμενο, τα ποντίκια έμαθαν γρήγορα να συνδέουν  το σήμα με την ανταμοιβή και όταν ο μοχλός εμφανιζόταν, πολλά έτρεχαν στη γωνία του κλουβιού περιμένοντας το φαγητό.  Ωστόσο, μερικά ποντίκια τα προσέλκυε ο μεταλλικός μοχλός.  Αντί να τρέχουν στο φαγητό, έγλυφαν και ροκάνιζαν το μοχλό σαν να ήταν κροκέτες αρουραίου. (Clinical Psychology Reviews, 1995)
Αυτή η δράση δεν ήταν εντελώς άγνωστη στους ερευνητές αφού παρόμοια συμπεριφορά είχε σημειωθεί και σε περιστέρια.

Αυτό που κέντρισε το ενδιαφέρον του Tomie ήταν πως τα ζώα δεν ήταν σε θέση να συγκρατηθούν και να σταματήσουν στο δέλεαρ του μοχλού. Οι θεραπευτές που ασχολούνται με εξαρτήσεις συχνά συναντούν ανθρώπους που απεγνωσμένα θέλουν να σταματήσουν το αλκοόλ ή τα ναρκωτικά αλλά κάποιες φορές υποτροπιάζουν. Για κάποιον, ο υπενθυμητής (trigger) μπορεί να είναι ένα ποτήρι, μια φωτεινή επιγραφή ενός μπαρ ή και κάποιο συναίσθημα. Ομοίως, τρόφιμα που σχετίζονται με σήματα (διαφημίσεις, φωτογραφίες φαγητών) έχουν τη δυνατότητα να μας δελεάσουν ακόμα και αν δεν πεινάμε.

Αρκετές συμπεριφορές, είτε μιλάμε για ανθρώπους είτε για ζώα, εξαρτώνται από ενδείξεις ή σήματα ή συνθήματα στο περιβάλλον οι οποίες προβλέπουν κάποιο όφελος ( π.χ. εάν φάω όλο το φαγητό μου, η μαμά μου θα μoυ αγοράσει το παιχνίδι που θέλω). Όμως, δεν είναι σαφές, γιατί μερικοί άνθρωποι είναι περισσότερο εστιασμένοι στα σήματα/ενδείξεις του περιβάλλοντος από άλλους, ούτε πως αυτή η διαφορά μπορεί να συνεισφέρει κάτι ως προς την κατανόηση των εξαρτήσεων.

Ο Terry Robinson, Καθηγητής Ψυχολογίας έχει χρησιμοποιήσει ένα παρόμοιο μοντέλο με το παραπάνω για να διερευνήσει γιατί μερικά ζώα είναι τόσο επιρρεπή στα σήματα του περιβάλλοντός τους. Ο Robinson έχει εντοπίσει δυο διαφορετικές συμπεριφορές ανάμεσα στα τρωκτικά.  Για κάποια ποντικάκια (goal-trackers) η τελική ανταμοιβή, το φαγητό είναι το πιο σημαντικό. Μόλις εντοπίσουν το μοχλό, τρέχουν στο μπολάκι τους. Για άλλα, (sign-trackers) το σύνθημα, ο μοχλός έχει τη μεγαλύτερη επιρροή. Τα sign trackers φαίνεται να είναι ιδιαίτερα επιρρεπή σε εθισμό ή άλλες δυσπροσαρμοστικές συμπεριφορές ισχυρίζεται.  Τα τρωκτικά που κρατούν τα μάτια τους πάνω στο μοχλό είναι πολύ πιο πιθανό να αναζητήσουν ναρκωτικά ή αλκοόλ.

Ο καταναγκασμός για τα συνθήματα φαίνεται να εκτείνεται σε διάφορους τύπους συμπεριφορών αφού οι sign-trackers δύσκολα αντιστέκονται σε συνθήματα, είτε σχετίζονται με φαγητό είτε με ναρκωτικά όπως η κοκαϊνη.  Ο Robinson, με το να ξεχωρίζει τους sign-trackers μπορεί να πάρει ποντικάκια που δεν έχουν εκτεθεί ποτέ σε ναρκωτικά και να προβλέψει ποια από αυτά θα εμφανίσουν εξαρτητική συμπεριφορά όταν έρθουν σ επαφή με κάποιο ναρκωτικό  (Biological Psychiatry, 2010)

Ο Robinson έχει συγκεντρώσει στοιχεία για 2.000 ποντίκια. Περίπου το ένα τρίτο από αυτά εμφανίζουν συμπεριφορά παρακολούθησης του συνθήματος ενώ ένα τρίτο ασχολούνται με την παρακολούθηση του στόχου. (τα υπόλοιπα δεν στέκονται σε κανένα από τα δυο και δεν είναι εύκολο να κατηγοροποιηθούν). Ο Καθηγητής ανησυχεί. «Εμείς δεν μιλάμε για κάποια άκρα», λέει. “Στην πραγματικότητα μιλάμε για ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού».

Γιατί όμως αυτά τα συνθήματα είναι τόσο ισχυρά γι αυτή την ομάδα των ποντικιών; Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα, άρχισε να ψάχνει πιο βαθιά στο σύστημα ανταμοιβής του εγκεφάλου. Σε μια μελέτη (Nature 2011) ο ίδιος και οι συνεργάτες του έκαναν κάποιες υποθέσεις ανάμεσα στις οποίες υπάρχουν ενδείξεις πως η πρώιμη εμπειρία του περιβάλλοντος μπορεί να προδιαθέτει εάν ένα ποντικάκι έχει την τάση να γίνει sign ή goal tracking.  Τα μικρά που εκτρέφονται σε αγχωτικό περιβάλλον χωρίς τις μητέρες τους είναι πιθανότερο να γίνουν sign-trackers  ως ενήλικες (Behavioural Brain Research, 2011)

Kαταλήγουμε δηλαδή πάλι στα γνωστά.  Προσωπικά -πέρα από το κομμάτι της  περιέργειας ή της γνώσης- δεν ξέρω πόσο βοηθητικό είναι το να υποθέτει κάποιος γιατί κάνει κάτι. Ο λόγος που το έχω συμπεριλάβει είναι γιατί αρκετά πολύπλοκα ψυχολογικά χαρακτηριστικά ή συμπεριφορές επηρεάζονται από την αλληλεπίδραση μεταξύ περιβαλλοντικών και γενετικών παραγόντων.  Τα επόμενα ποστ θα επικεντρωθούν στο πώς τρώμε, πότε τρώμε, πως χρησιμοποιώ το φαγητό για να ‘φάω’ τα συναισθήματά μου. μπορώ και ελέγχω μέσα από το φαγητό; Είναι διαφορετική η εξάρτηση από το φαγητό, το αλκοόλ ή τα ναρκωτικά; Πόση ντροπή, ενοχή έχει όλο αυτό και τι μπορώ να κάνω για να βγω από το φαύλο κύκλο; Το θέμα της διατροφής  δεν είναι απλό και κρύβει μεγάλο πόνο για αρκετό κόσμο.

Συνεξάρτηση (ή όταν η Ηχώ ερωτεύτηκε τον Νάρκισσο) Μέρος II

Οι αναφορές στη θεραπευτική αντιμετώπιση της συνεξάρτησης ακολουθούν διάφορες προσεγγίσεις όπως ατομική ή ομαδική ψυχοθεραπεία, τα 12 βήματα των Ανώνυμων Συνεξαρτημένων ή μια πιο συνθετική θεραπευτική προσέγγιση.  Το τι βοηθάει τον καθένα είναι καθαρά προσωπική επιλογή και όταν με ρωτάνε ποια προσέγγιση να επιλέξουν, απαντάω τι έχει βοηθήσει εμένα μέχρι τώρα στο να δω και να αντιμετωπίσω τα θέματά μου και πως βίωσα και βιώνω εγώ τη θεραπεία μου γενικά.

Το σημαντικό είναι να ζητήσει κάποιος βοήθεια και κυρίως να καταλάβει πως η ανάρρωση από τη συνεξάρτηση δεν βρίσκεται στο άλλο άτομο, ανεξάρτητα από το πόσο μπορεί να πιστεύει το αντίθετο.  Βρίσκεται στον εαυτό του και στους τρόπους με τους οποίους έχει προσπαθήσει να επηρεάσει τους άλλους. Βρίσκεται στην εμμονή, στον έλεγχο, στο θυμό και τις ενοχές, στην εξάρτηση από ιδιόμορφα άτομα, στην προσέλκυση από το ακατανόητο και την ανοχή σ’αυτό, που καταλήγουν σε εγκατάλειψη του εαυτού μας, σε προβλήματα επικοινωνίας και οικειότητας.

Κάποιος θα πει πως είναι φυσικό να θέλουμε να προστατεύσουμε και να βοηθήσουμε τους ανθρώπους για τους οποίους ενδιαφερόμαστε.  Είναι φυσικό να επηρεαζόμαστε και να αντιδράμε στα προβλήματα των άλλων. Η λέξη ‘αντιδρώ’ έχει ιδιαίτερη σημασία από την άποψη πως η συνεξάρτηση έχει έντονα το στοιχείο της αντίδρασης αφού οι συνεξαρτώμενοι αντιδρούν συνέχεια είτε υπερβολικά, είτε υποτονικά αλλά σπανίως δρουν.

Δεν είναι αφύσικο στο να αντιδρά κάποιος, αλλά το να μάθει πως να μην αντιδρά και να δρα με πιο υγιείς τρόπους είναι ένας σίγουρος τρόπος για να προστατεύσει τον εαυτό του. Δεν σημαίνει πως γινόμαστε απόμακροι ή σταματάμε να ενδιαφερόμαστε. Σημαίνει πως αγαπάμε και δημιουργούμε δεσμούς, χωρίς όμως να τρελαινόμαστε. Μαθαίνουμε πως κάθε άτομο είναι υπεύθυνο για τον εαυτό του και υιοθετούμε μια στάση που λέει ότι πρέπει να κρατιόμαστε μακριά από τις ευθύνες των άλλων και να φροντίσουμε για τις δικές μας. Παραχωρούμε στους άλλους και στον εαυτό μας την ελευθερία να είμαστε υπεύθυνοι και να εξελισσόμαστε.

Δεν είναι υποχρεωτικό να παίρνουμε τα πάντα προσωπικά και κατάκαρδα. Το να πω σε κάποιον “Αν μ’αγαπούσες/αν ήμουν σημαντική για σένα, δεν θα μ’αφηνες να περιμένω/θα απαντούσες στο μήνυμά μου/θα μίλαγες ειλικρινά” έχει νόημα όσο και το να πω σε κάποιον που έχει πνευμονία “Αν μ’αγαπούσες δεν θα έβηχες”.

Συνήθως, τα πράγματα έχουν να κάνουν μ’εμάς πολύ λιγότερο απ’ό,τι νομίζουμε. Εάν κάποιος π.χ. συνηθίζει σε μια σχέση όταν έρθει κοντά με τον άλλον ξαφνικά ν’απομακρύνεται, με τον ίδιο τρόπο θα σχετιστεί και στην επόμενη σχέση.  Το δικό του θέμα πιθανόν να έχει να κάνει με το πως κόβει την επαφή ή θέματα οικειότητας. Εάν εγώ στο σήμερα, νιώθω υπερβολικό πόνο ή καθήλωση για μια τέτοια αλλόκοτη συμπεριφορά, αυτό είναι το δικό μου θέμα. Αυτό που θα βοηθήσει είναι να μείνω λίγο σε μένα και να σκεφτώ, τί μου θυμίζει αυτή η συμπεριφορά που με καθηλώνει; από πού την ξέρω; Πολλές φορές τα συναισθήματά μας δεν γεννιούνται από την τρέχουσα κατάσταση και δεν αφορούν στην πραγματικότητα το εν λόγω πρόσωπο, αλλά πυροδοτούν κάτι που μας συνέβη πριν πολύ καιρό.

Μέσα στη θεραπεία αναγνωρίζεται το βασικό τραύμα ή τραύματα και μπορεί ο άνθρωπος να κατανοήσει το ρόλο που διαδραμάτισε τόσο αυτό όσο και οι άλλοι σε αυτό το τραύμα. Μ’αυτό τον τρόπο θα σταματήσω να προσπαθώ να κάνω κάποιον άλλον ν’αλλάξει, θα σταματήσω να προσπαθώ με τη συμπεριφορά μου να ελέγξω, θα μάθω να διαχωρίζω τον εαυτό μου από τα πράγματα, θα γίνω εγώ γονιός του εαυτού μου και κυρίως θα σταματήσω να ταλαιπωρούμαι.

Δηλαδή, εάν γίνουν όλα αυτά, η σχέση θα καλυτερεύσει;
Όταν κάποιος παύει να καθρεφτίζει το ναρκισσιστή η σχέση τελειώνει.  Ο ναρκισσιστής δεν μπορεί να σχετιστεί μ’ένα αυτόνομο άτομο. Το βασικό εμπόδιο της ανάπτυξης είναι ο φόβος για τον πόνο, η απροθυμία να μπούμε σε μια διαδικασία επίπονη, όπως η ψυχοθεραπεία. Επίπονη και συναρπαστική.

earworm and all that jazz!

Video

Sometimes a song can get stuck in your mind. Become a little piece of unwanted music, that keeps looping for the rest of your day.

Neurologists claim that stuck songs are like thoughts we’re trying to suppress. The harder we try not to think about them, the more we can’t help it. The phenomenon is also known as earworms, and the ongoing ‘dim di da da dum’ causes a kind of brain itch you can’t scratch.

Can’t Get That Song Out of My Head: An Animation of a Psychological Phenomenon We All Know

Συνεξάρτηση (ή όταν η Ηχώ ερωτεύτηκε τον Νάρκισσο) Μέρος I

Η συνεξάρτηση πρόκειται για έναν αμφιλεγόμενο όρο ο οποίος προέρχεται από τη φιλοσοφία των ανωνύμων ομάδων αυτοβοήθειας που βασίζονται στο πρόγραμμα των 12 βημάτων. Αναφέρεται σε μια συμπεριφορά “διευκόλυνσης” ενός εξαρτημένου σημαντικού άλλου, σε βάρος του εαυτού.  Με τον όρο “διευκόλυνση” εννοούμε μια τάση για υπερπροστασία και έλεγχο, μια συμπεριφορά που διαιωνίζει την εξάρτηση του άλλου, εμποδίζοντάς τον ν’αναλάβει την ευθύνη του εαυτού του. Η συμπεριφορά “διευκόλυνσης” των συζύγων, ή άλλων μελών της οικογένειας των αλκοολικών αρχικά ονομάστηκε “συν-αλκοολισμός” και στη συνέχεια, καθώς τα προγράμματα των 12 βημάτων επεκτάθηκαν και σε εξαρτήσεις από άλλες ουσίες και άλλες μορφές εξάρτησης (όπως πχ βουλιμία, τζόγος) υιοθετήθηκε ο όρος “συνεξάρτηση”.

Ωστόσο, εκτός απ’τις ομάδες των ανωνύμων, το θέμα της συνεξάρτησης έχει ευρέως μελετηθεί και από το χώρο των επαγγελματιών της ψυχικής υγείας όπου έχουν γίνει αρκετές προσπάθειες ορισμού της, έχουν αναπτυχθεί διαγνωστικά εργαλεία για την εκτίμησή της (Beck, 1991) και αρκετές υποθέσεις σχετικά με την αιτιολογία της.

Όμως, η συνεξάρτηση δεν προϋποθέτει πάντα την παρουσία ενός αλκοολικού ή γενικότερα εξαρτημένου από ουσίες σημαντικού άλλου, αλλά μπορεί να υπάρχει ανεξάρτητα από τη χημική εξάρτηση. Ο όρος χρησιμοποιείται και για να καθορίσει τις σχέσεις όπου ο ένας σύντροφος εμφανίζει μια χειριστική συμπεριφορά και ο άλλος, φοβούμενος την εγκατάλειψη, συμμορφώνεται. Υπάρχουν άνθρωποι που δυσκολεύονται πολύ να φύγουν από μια άσχημη σχέση και περιγράφουν καταστάσεις όπου όταν έρχονται κοντά στο σύντροφό τους,  εκείνος αρχίζει και απομακρύνεται, και όταν εκείνοι απομακρύνονται με οδύνη, τότε ο σύντροφός τους επιστρέφει.

Σύμφωνα με τους Ανώνυμους Συνεξαρτημένους, ένας άνθρωπος με θέματα συνεξάρτησης, παρουσιάζει συγκεκριμένα μοτίβα συμπεριφοράς όπως στο να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως ανιδιοτελή και αφιερωμένο στην ευημερία των άλλων, να ζητάει συνεχώς την αναγνώριση, να είναι εξαιρετικά πιστός και να παραμένει σε επιζήμιες καταστάσεις για μεγάλο χρονικό διάστημα, να εκφράζει τον θυμό και την επιθετικότητα με παθητικούς τρόπους, να χρησιμοποιεί το σεξ ενώ θέλει αγάπη, να προσελκύει τους άλλους προς το μέρος του, αλλά όταν έρθουν  κοντά, να τους ωθεί μακριά. http://www.coda.org/tools4recovery/patterns-new.htm

Οι Hughes-Hammer, Martsolf, and Zeller’s (1998a) διαμόρφωσαν ένα μοντέλο για τη συνεξάρτηση.  Το μοντέλο αυτό αποτελείται από μια βασική έννοια: την εστίαση στους άλλους και την παραμέληση του εαυτού, και τέσσερις άλλες υπο-έννοιες: χαμηλή αυτοαξία, απόκρυψη εαυτού, προβλήματα υγείας, θέματα της οικογένειας καταγωγής.
(Με την εστίαση στους άλλους και την παραμέληση του εαυτού θα αναφερθώ στο δεύτερο μέρος του ποστ)

Γιατί όμως συμβαίνει αυτό; ο Cermak (1991) θεωρεί τα χαρακτηριστικά της συνεξάρτησης συμπληρωματικά του ναρκισσισμού και αναφέρεται στο μύθο του Νάρκισσου και της Ηχούς. Η Ηχώ ελκύεται από το Νάρκισσο γιατί, σύμφωνα με τον Freud, ο ναρκισσισμός ενός ατόμου ασκεί μεγάλη έλξη σ’όσους έχουν απαρνηθεί μέρος του δικού τους ναρκισσισμού. Κατά την περίοδο που τα παιδιά διαφοροποιούνται από τους γονείς τους, αναπτύσσουν δυο συμπληρωματικές ανάγκες. Η πρώτη, μια φυσιολογική ναρκισσιστική ανάγκη όπου αναζητούν την εκτίμηση των άλλων στις ικανότητές τους, και η δεύτερη μια ‘ηχωϊστική’ ανάγκη, η οποία αφορά στην ανάγκη τους να σχηματίσουν μια εξιδανικευμένη εικόνα για τους γονείς τους, με την οποία να συγχωνευθούν.  Όταν η ανάπτυξη είναι φυσιολογική, οι ναρκισσιστικές ανάγκες οδηγούν στην αυτοπεποίθηση, ενώ οι ηχωϊστικές στην ενσυναίσθηση του ενήλικα (Cermak, 1991). Ένας ναρκισσιστής γονιός έχει την τάση να απορρίπτει τις φυσιολογικές ναρκισσιστικές ανάγκες ενός παιδιού, ενώ αντίθετα, ένας γονιός με θέματα συνεξάρτησης, πυροδοτεί τις ναρκισσιστικές ανάγκες. Και στις δυο περιπτώσεις, οι αντίστοιχες ανάγκες παραμένουν στην παιδική τους μορφή και γίνονται ναρκισσισμός και συνεξάρτηση.

Οι ειδικοί λένε πως οι Ναρκισσιστές είναι οι πιο δυνατοί μαγνήτες για έναν άνθρωπο που κάνει σχέσεις εξάρτησης. Στην Αμερική, πάνω από 40 εκατομμύρια άνθρωποι, ειδικά γυναίκες, έχουν την ‘ταμπέλα’ του συνεξαρτώμενου (η συνεξάρτηση δεν έχει συμπεριληφθεί μέχρι τώρα στο DSM και γι αυτό δεν χρησιμοποιώ τη λέξη διάγνωση) Πολλές έρευνες ισχυρίζονται πως η συνεξάρτηση συσχετίζεται με την κατάθλιψη  (Hughes-Hammer, Martsolf & Zeller, 1998; Doheny, 2000) και πως μπορεί να οδηγήσει σε πιο σύνθετα προβλήματα (Sadock & Sadock, 2000)

Το θέμα θα συνεχιστεί σε επόμενο ποστ και θα επικεντρωθεί στο πως μπορεί κάποιος να ζητήσει και να πάρει βοήθεια.

Γκρεμίζοντας τείχη, χτίζοντας γέφυρες – Μέρος Δεύτερο

Το Σάββατο,16 Φεβρουαρίου 2013, στα εκπαιδευτήρια «Ο Πλάτων» παρουσιάστηκε το τρίτομο έργο «Βοήθημα Εκπαιδευτικού μικρών παιδιών: Θεωρία & Πράξη».

Πρόκειται για μια συλλογική προσπάθεια, στην οποία συμμετείχαν με εργασία και ψυχοθεραπευτές  από  το Κέντρο Ψυχοθεραπείας & Εκπαίδευσης Gestalt Foundation,με τίτλο «Διαχείριση και Επίλυση των συγκρούσεων μέσω της βιωματικής μάθησης και της προσέγγισης Gestalt στο χώρο της προσχολικής εκπαίδευσης».

Στην εργασία, αναφέρονται βασικές αρχές του Διαλόγου και της Αναδόμησης Σχέσεων, αντικρίζοντας καταστάσεις εσωτερικών και εξωτερικών συγκρούσεων είτε σε επίπεδο προσωπικό είτε στο πλαίσιο μιας προσχολικής τάξης.

Το γεγονός πως μια προσπάθεια δεν έμεινε απλά ως μια ακόμη διημερίδα αλλά προχώρησε λίγο παραπέρα, είναι ένα ελπιδοφόρο βήμα όπως όλες οι προσπάθειες που γίνονται σε πολλά σχολεία με θέμα την επιθετικότητα, το θυμό και τον σχολικό εκφοβισμό.

Είναι ελπιδοφόρο γιατί η μάθηση δεν ορίζεται μόνο ως λήψη παγιωμένης γνώσης από ένα παθητικό δέκτη, αλλά ως διαδικασία ανακάλυψης της γνώσης στην οποία παίρνει μέρος και το παιδί μαζί με τον δάσκαλο.

Είναι ελπιδοφόρο γιατί όταν ο δάσκαλος θα προσπαθεί να δει τις ανάγκες του παιδιού και δεν θα τις υποθέτει εκ των προτέρων, τότε θα μπορεί να το  βοηθήσει και να το στηρίξει.

Είναι ελπιδοφόρο γιατί τα παιδιά μαθαίνουν από νωρίς πως στο σύνολο στο οποίο ανήκουν πολλές φορές θα έρθουν αντιμέτωποι με το διαφορετικό και πως είναι εντάξει να έχουμε διαφορές. Σταδιακά, μαθαίνουν πως το σημαντικό δεν είναι ν’αποφεύγουν τη δυσκολία και να βρουν τρόπους να την παρακάμψουν, αλλά να την αντιμετωπίζουν.

Η πρώτη έκδοση δόθηκε δωρεά στον οργανισμό «Το Χαμόγελο του Παιδιού» και όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να αγοράζει το βιβλίο από εκεί

Δημοσιεύθηκε στο ΒΗΜΑ στις 20-2-2013

You give loVe a bad name

Image

You give loVe a bad name

Σύμφωνα με τον Observer είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία του 2012.
Ο Δρ. Robin Dunbar, Καθηγητής εξελεγκτικής ψυχολογίας στο Πανεπιστημίο της Οξφόρδης και επίσης γνωστός για τη θεωρία του “Dunbar’s number”, προσπαθεί -όχι τόσο επιτυχημένα κατά την άποψή μου- να διερευνήσει ερωτήματα τύπου τί συμβαίνει στον εγκέφαλό μας όταν τα βλέμματά μας συναντιούνται; γιατί προσπαθούμε και αποτυγχάνουμε να είμαστε μονογαμικοί; πώς επιλέγουμε συντρόφους και κατά πόσο τα γονίδιά μας πλήττουν τη συμπεριφορά μας;
Ο Δρ. Dunbar, είναι αρκετά συνεπαρμένος με τις υπερδυνάμεις των γονιδίων και των ορμονών που δρουν στο σώμα και στον εγκέφαλο και καθορίζουν τη συμπεριφορά μας. Ισχυρίζεται, πως τα γονίδια (MHC) καθορίζουν αντιδράσεις και διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην επιλογή συντρόφου. Μάλιστα, η τάση μας είναι να επιλέγουμε ανθρώπους με διαφορετικά (MHC) γονίδια έτσι ώστε οι απόγονοί μας να έχουν γερό και ανθεκτικό ανοσοποιητικό σύστημα. Σε μια μελέτη που πήραν μέρος 48 ζευγάρια, οι γυναίκες βαθμολόγησαν το σεξουαλικό τους ενδιαφέρον στο σύντροφό τους πολύ ψηλότερα όταν μοιράστηκαν λιγότερα (MHC) αλληλόμορφα.

Οι άνθρωποι έχουμε αναπτύξει μια προδιάθεση για μονογαμία παρά το γεγονός ότι το αυστηρά μονογαμικό ζευγάρωμα δεν προσφέρει σοβαρά πλεονεκτήματα, γράφει ο Καθηγητής. Διαβάζουμε επίσης πληροφορίες τύπου οι άνδρες προτιμούν τις γυναίκες με καμπύλες, οι νέες γυναίκες έχουν πάντα το προβάδισμα στην επιλογή, πως οι άνθρωποι όταν μεγαλώνουμε οι επιλογές μας μειώνονται και αναγκαζόμαστε να συμβιβαζόμαστε με δεύτερες, τρίτες κλπ επιλογές και φυσικά πως επιλέγουμε συντρόφους που μοιάζουν στους γονείς μας.

Είναι αλήθεια, πως η φύση και η μορφή της πρώτης σχέσης γίνεται μοντέλο για τις μετέπειτα σχέσεις, προκαλώντας προσδοκίες για το αν το άτομο είναι άξιο αγάπης. Αυτό όμως, είναι διαφορετικό και κυρίως περιοριστικό από το να ισχυριζόμαστε πως πάντα επιλέγουμε συντρόφους που μοιάζουν στους γονείς μας. Όπως περιοριστικό είναι να λες πως όσο μεγαλώνει ο άνθρωπος έχει λιγότερες επιλογές.
Διαφορετικές, ίσως. Λιγότερες, όχι.

Γκρεμίζοντας τείχη, χτίζοντας γέφυρες

Tον Απρίλιο του 2011, η Σχολική Σύμβουλος της 55ης Περιφέρειας Ανατολικής Ατιτκής οργάνωσε μια διημερίδα με θέμα «Προσεγγίζοντας τη διαφορετικότητα στη Προσχολική Εκπαίδευση». Η διημερίδα συνέπεσε με την ημέρα των Ρομά και η ΜΚΟ «Αντίρροπον» σε συνεργασία με το Κέντρο Ψυχοθεραπείας & Εκπαίδευσης Gestalt Foundation, ανέλαβε να κάνει δίωρο βιωματικό σεμινάριο σε εκπαιδευτικούς προσχολικής ηλικίας με τίτλο «Γέφυρες μεταξύ δυο κόσμων. Δουλεύοντας με το διαφορετικό-Επίλυση συγκρούσεων στο σχολείο».

Ως ψυχοθεραπευτές, έχοντας στο μυαλό μας τη κρίση που περνάει το εκπαιδευτικό σύστημα, τη συνεχόμενη αύξηση των φαινομένων μη ανοχής, ξενοφοβίας, περιθωριοποίησης και διακρίσεων σε βάρος μειονοτήτων, την αγωνία των γονιών, το άγχος και την ανασφάλεια που βιώνουν οι εκπαιδευτικοί, αναρωτηθήκαμε, με ποιο τρόπο και τί θα μπορούσε να προσφέρει η ψυχοθεραπευτική διαδικασία σ’ένα σχολικό πλαίσιο, ιδιαίτερα σ’αυτό της προσχολικής ηλικίας, όπου εκεί τίθενται τα θεμέλια μελλοντικών συμπεριφορών.

Συνήθως, όταν κάποιος διαβάζει τη φράση επίλυση συγκρούσεων πιστεύει πως θα ακούσει κάποιες «τεχνικές» οι οποίες όταν εφαρμοστούν θα λύσουν μια δύσκολη κατάσταση. Οι τεχνικές που προτείνει η θεραπευτική προσέγγιση Gestalt, δεν είναι τίποτα περισσότερο από την πρακτική εφαρμογή της φιλοσοφίας της σχετικά με τον άνθρωπο και τις ανθρώπινες σχέσεις. Αυτό σημαίνει ότι μια γενική αλλαγή στο τρόπο που βλέπει ο εκπαιδευτικός τον εαυτό του και το ρόλο του στη σχολική τάξη είναι μερικές φορές αρκετή για να δώσει νέες ιδές και δημιουργικότητα στον τρόπο με τον οποίο χειρίζεται τις κρίσεις.

Ο πιο σίγουρος τρόπος για να γίνει αυτό είναι η βιωματική μάθηση μέσω ασκήσεων.

Μια από αυτές ήταν να ζητήσουμε από τους συμμετέχοντες να κάνουν ομάδες οκτώ ατόμων με συναδέλφους που δεν γνώριζαν καθόλου. Αφού είπε ο καθένας τ’όνομα του και κάτι γι’αυτόν -όχι χαρακτηριστικό της ταυτότητάς τους- τους ζητήσαμε να διαλέξουν κάποιον από την ομάδα που θεωρούσαν ότι έχουν κάτι κοινό και να συζητήσουν για λίγη ώρα γι’αυτό που τους έφερε κοντά.

Στη συνέχεια, έπρεπε να διαλέξουν αυτόν που δεν θα διάλεγαν και να μιλήσουν μαζί του γι’αυτό που τους φάνηκε διαφορετικό.

Όταν καθίσαμε πάλι στον κύκλο, μας ενδιέφερε να μοιραστούν την εμπειρία τους σε σχέση με απλά ερωτήματα όπως «Πόσο όμοιος ήταν ο όμοιος», «πόσο διαφορετικός ήταν ο όμοιος», «πόσο διαφορετικός ήταν ο διαφορετικός», «πόσο όμοιος ήταν ο διαφορετικός».

Μ’αυτό τον τρόπο είχαν την ευκαιρία να έρθουν σ’επαφή με το ίδιο και το διαφορετικό, με τις προβολές που κάνουμε όταν συναντάμε κάποιον που δεν γνωρίζουμε και με την αλήθεια της φράσης «μέσα στο διαφορετικό συναντώ τον εαυτό μου και μέσα στο ίδιο συναντώ τον άλλο».

Είχαν την ευκαιρία να δοκιμάσουν να μπουν στη θέση του άλλου, στη θέση του γονιού και του παιδιού. Έγινε καθαρό πως ο μόνος δρόμος προς την επίλυση μιας σύγκρουσης είναι η σχέση. Να πάρω την ευθύνη να φτιάξω μια σχέση με τον άλλον και να τον συμπεριλάβω στην οπτική μου.

Αυτή η βιωματική ομάδα, διήρκησε μόνο 2,5 ώρες. Μαζί με άλλους εννέα συναδέλφους ψυχοθεραπευτές και δυο εκπαιδευτές-ψυχοθεραπευτές χρειάστηκε να συντονιστούμε και να βρεθούμε δυο φορές για περίπου τέσσερις ώρες, για να οργανώσουμε αυτό το δίωρο.

Χρειάστηκε εμείς οι ίδιοι να δούμε πως είμαστε με το διαφορετικό. Τι μας προκαλεί; Τι είναι αυτό που μας φοβίζει; Να δούμε τυχόν προκαταλήψεις που έχουμε. Να ενημερωθούμε από τους ανθρώπους του «Αντίρροπον» για τους Ρομά. Πώς ζουν, Τί προβλήματα αντιμετωπίζουν; Να έρθουμε στη θέση των νηπιαγωγών οι οποίοι και εκείνοι πιέζονται και πολλές φορές έχουν να αντιμετωπίσουν το θυμό, την απαίτηση και την πίεση των γονιώνκαι των διευθυντών. Των γονιών που έχουν άγχος για τα παιδιά τους και φοβούνται. Χρειάστηκε να δεσμευθούμε πως για δυο μέρες θα αλλάξουμε το πρόγραμμά μας και θα είμαστε εκεί για να παρακολουθήσουμε όλη τη διημερίδα.

Ο εθελοντισμός έχει προετοιμασία, προσπάθεια, θέληση, πίστη και κυρίως δέσμευση. Πίστη στο καταλυτικό ρόλο του δασκάλου ο οποίος μπορεί να εμπνεύσει τα παιδιά -από το νηπιαγωγείο ακόμα- προς τα υψηλά ανθρωπιστικά ιδεώδη της ισοτιμίας και της ουσιαστικής δημοκρατίας.

Πίστη, πως το σχολείο μπορεί να οργανώνει πολιτιστικές εκδηλώσεις με θέμα την υγιή αντιμετώπιση των προσφύγων, των μεταναστών και την καταπολέμηση του κοινωνικού ή φυλετικού ρατσισμού που αναβιώνει σήμερα.

Πίστη, πως η εκπαίδευση οφείλει και μπορεί να προάγει την κατανόηση, την ανοχή και τη φιλία μεταξύ όλων των φυλετικών ή θρησκευτικών ομάδων.

Πίστη, πως το ίδιο μας ενώνει αλλά η επαφή μας με το διαφορετικό μας «μεγαλώνει».

Δημοσιεύθηκε στο ΒΗΜΑ στις 5/2/2013

http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=496570#.URDAprk4WGc.facebook

Κλείνοντας χρονιά και λογαριασμούς.

Πριν λίγο καιρό διάβασα το άρθρο του David Brooks με τίτλο “How People Change” στους New York Times. Tο άρθρο, είναι βασισμένο σ’ένα μέιλ που έστειλε ο Νick Crews στα παιδιά του. Σ’αυτό το γράμμα εξέφραζε την απογοήτευση τη δική του και της μητέρας τους για τις μέχρι τώρα επιλογές τους και κατέληγε στο ότι δεν θέλει να ξανακούσει από εκείνα εκτός εάν είχαν να του πουν κάτι ευχάριστο ή αν του παρουσίαζαν ένα σχέδιο για τη ζωή τους. Την επιστολή αυτή την έδωσε για δημοσίευση η κόρη του.

Ο Brooks, εάν και πρόκειται για ένα θέμα στο οποίο πιστεύω πως όποιος το διαβάζει ταυτίζεται ή με τον πατέρα ή με την κόρη, ή του δίνεται η ευκαιρία να κάνει απίστευτες προβολές, δεν πέφτει στη “παγίδα”.  Αντιθέτως, στέκεται στο τρόπο με τον οποίο μαθαίνουμε και ξε-μαθαίνουμε οι άνθρωποι συμπεριφορές, η ύπαρξη των οποίων κάποτε εξυπηρετούσαν ένα σκοπό, όμως στο τώρα, στο σήμερα μας μπλοκάρουν ή μας ταλαιπωρούν.  Δείχνει σαφή προτίμηση σε μπηχεβιοριστικές προσεγγίσεις ως τον καλύτερο τρόπο αλλαγής συμπεριφορών.

Διαβάζοντάς το, αμέσως θυμήθηκα ένα καυγά που είχα με τον πατέρα μου πριν πολλά χρόνια. Ήταν Παραμονή Χριστουγέννων. Τότε, έμενα ακόμα με τους γονείς και τ’αδέρφια μου και η κατάσταση ήταν αρκετά δυσάρεστη από την άποψη πως όταν συναντιόμασταν δεν ανταλλάσαμε κουβέντα. Είχα θυμώσει, πέρναγα από δίπλα του και έκανα πως δεν υπάρχει, σχεδίαζα διάφορα εκδικητικά σενάρια που είχαν να κάνουν με τα λουλούδια του που τόσο πολύ αγαπάει και σκεφτόμουνα “εάν δεν μου μιλήσεις πρώτος, εγώ δεν πρόκειται να σου ξαναμιλήσω”. Μιλήσαμε 25 μέρες μετά. Στις 18 Ιανουαρίου.

Δεν στάθηκα καθόλου σ’αυτά που λέει το άρθρο για τον μπηχεβιορισμό, για το ποιος είναι ο πιο σωστός τρόπος να μάθει ένας άνθρωπος κλπ. αλλά στο πόσο θυμωμένη είναι με τον πατέρα της για να φτάσει στο σημείο να δώσει αυτό το γράμμα για δημοσίευση. Ο Brooks γράφει με σιγουριά πως το έκανε για διαφημιστικούς λόγους αλλά και γω με την ίδια σιγουριά γράφω πως δεν κάνεις κάτι τέτοιο εάν δεν είσαι πραγματικά θυμωμένος, πληγωμένος και δεν έχεις ανοιχτούς λογαριασμούς με τον πατέρα σου ή με κάποιον που σημαίνει για σένα πολλά.

Για άλλη μια φορά επιβεβαιώθηκε η γνώση -που την αποκτάς μόνο βιωματικά- για τη χρησιμότητα των ανθρώπων να μην αφήνουν ανοιχτούς λογιαριασμούς με το παρελθόν. Οι ανολοκλήρωτες εμπειρίες και τα συναισθήματα επιμένουν στη μνήμη μας ζητώντας την ολοκλήρωσή τους. Αφορούν στις ανάγκες που δεν έχουν ικανοποιηθεί, καθώς και σε συναισθήματα που δεν έχουν εκφραστεί και τα οποία συνδέονται με αναμνήσεις του παρελθόντος. Οι ανοιχτοί λογαριασμοί ζητούν την ολοκλήρωσή τους και εάν αυτό δεν γίνει, παραμένουμε ανικανοποίητοι και καθηλωμένοι. Όταν ο ανοιχτός λογαριασμός κλείσει, και με μπηχεβιοριστικές μεθόδους αυτό δεν είναι εφικτό, τότε δεν έχουμε την ανάγκη να πονέσουμε ή να τιμωρήσουμε αυτόν που δεν μας έδωσε όλα όσα είχαμε ανάγκη όχι γιατί δεν ήθελε, αλλά γιατί δεν ήξερε.

Οι μπηχεβιοριστικές προσεγγίσεις προσωπικά δεν μου ταιριάζουν. Όμως, όποιος ενδιαφέρεται να διαβάσει περισσότερα για το θέμα, το How to break habits του Charles Duhigg είναι στη λίστα με τα καλύτερα βιβλία ψ του 2012.

Η καινούργια χρονιά είναι κοντά και ίσως είναι μια καλή ευκαιρία να κάνουμε κάτι για παλιές υποθέσεις που μας ταλαιπωρούν.

Χρόνια Πολλά!

Το “Μαύρο Σκυλί” του Clay

Πριν λίγες μέρες η φίλη Α. μου έστειλε αυτό το λίνκ http://depressioncomix.tumblr.com/ και μου έγραψε: “Το βρήκα ενδιαφέρον. Καλό βράδυ”.

Ο Clay, ή αλλιώς Hard ο οποίος έγινε γνωστός με το κόμικ Sexy Losers το οποίο τώρα έχει αλλάξει μορφή http://thinhline.tumblr.com/about έχει ξεκινήσει να κάνει κόμικς για ένα πολύ προσωπικό θέμα: Τη δική του κατάθλιψη. Και δεν είναι ο μόνος. Στο μπλόγκ του μας ενημερώνει και για τη δουλειά άλλων συναδέλφων του όπως αυτό της Allie Brosh ή το Questionable Content του Jeph Jacques. Ο Clay κάθε φορά παρουσιάζει τέσσερα καρέ στα οποία βλέπουμε διάφορες πτυχές της κατάθλιψης οι οποίες είναι απίστευτα αναγνωρίσιμες απ’όσους έχουν ταλαιπωρηθεί από οποιαδήποτε μορφή διαταραχή της διάθεσης. Τις ενοχλητικές σκέψεις που μπορούν να εισχωρήσουν στο μυαλό, το φαύλο κύκλο του λήθαργου και της μοναξιάς, το φόβο πως οι αυτοκαταστροφικές τάσεις όχι μόνο θα αποκαλυφθούν αλλά πως εκεί που είσαι καλά, ξαφνικά μπορεί να γίνουν όλα όπως πριν και η προσπάθεια των καλοπροαίρετων φίλων που νοιάζονται και σου λένε “ρε φίλε, τί έχεις πάλι;”

Το διαφορετικό αυτών των κόμικς είναι ότι μ’έναν φαινομενικά απλό τρόπο καταφέρνουν να επικοινωνήσουν πως ακριβώς αισθάνεται αυτός που υποφέρει, κάτι, το οποίο είναι πολύ δύσκολο να περιγράψει κάποιος ίσως γιατί τα συναισθήματα βιώνονται έντονα και εναλλάσσονται γρήγορα.  Έτσι, όχι μόνο συνειδητοποιεί ότι τον καταλαβαίνουν και δεν αισθάνεται μόνος σ’όλο αυτό, αλλά, και οι υπόλοιποι οι οποίοι καταλαβαίνουν την κατάθλιψη σε γνωστικό επίπεδο έρχονται λίγο πιο κοντά συναισθηματικά και βάζουν λίγο στην άκρη αυτά που έχουν διαβάσει για τους νευροδιαβιβαστές και τη χαμηλή σεροτονίνη.

Η αλήθεια είναι πως οι άνθρωποι έχουμε τη τάση να προσπαθούμε να εξηγούμε και να ψάχνουμε το ‘γιατί’ σ’ότι μας δυσκολεύει να καταλάβουμε. Ίσως, να είναι πιο απλό να μένουμε στη δυσκολία και να την αποδεχόμαστε. Όπως είχε γράψει σε μια επιστολή του ο Σκοτ Φιτζέραλντ προς τον επιμελητή των βιβλίων του “Δεν θ’αφήσω να κυριαρχήσει απάνω μου η ψυχολογία της τρομερής κατάθλιψης και της απελπισίας που με πιάνει, και όταν συνέρχομαι, ντρέπομαι γι’αυτήν.  Θα ήταν όμως μάταιο να αρνηθώ πως τέτοιες διαθέσεις μου έρχονται ολοένα και πιο συχνά”.