“Δεν χρειάζομαι κανέναν” είναι μια δήλωση που γίνεται συχνά από εκείνους που κάποια στιγμή στη ζωή τους χρειάστηκαν την υποστήριξη ή την παρουσία κάποιου, αλλά κανείς δεν ήταν εκεί γι’αυτούς. Στο σήμερα, ίσως να είναι ένας μηχανισμός άμυνας ή τρόπος επιβίωσης για να μην υπάρχει άλλη απογοήτευση και ματαίωση στο μέλλον. Μια αίσθηση αυτοδυναμίας ως απάντηση σε παλιότερες ανεκπλήρωτες ανάγκες αλλά ίσως και μια έντονη επιθυμία για σύνδεση και επιβεβαίωση, καλυμμένη από ένα προσωπείο ανεξαρτησίας.
Ο στιγματισμός γύρω από τους άντρες που τολμούν να μιλάνε για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν σε ψυχολογικό επίπεδο παραμένει έκδηλος ακόμα και στις μέρες μας. Πολύ συχνά όταν μιλάνε για κάποια δυσκολία τους μπορεί να χαρακτηριστούν ως αδύναμοι με αποτέλεσμα να απομονώνονται. Η νοοτροπία του να μη μιλάμε για τα συναισθήματά μας ή να τα αγνοούμε μπορεί να αποβεί επικίνδυνη.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως είναι εντάξει να υπάρχουν δύσκολες μέρες, πως είναι εντάξει να μην είναι πάντα όλα τακτοποιημένα, πως η αβεβαιότητα δεν θα μείνει για πάντα, πως δεν υπάρχουν καλά και κακά συναισθήματα και είναι εντάξει να μιλάμε γι’αυτά. Αυτό που δεν είναι εντάξει είναι να υποφέρουμε σιωπηλά.
Η ψυχίατρος Εύα-Μαρία Τσαπάκη μιλάει στην εκπομπή ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ για το ψυχοπαθολογικό υπόβαθρο της αυτοκτονίας, τα αίτια και τις προϋποθέσεις που την υποδαυλίζουν, αλλά και τις ευάλωτες ομάδες που χρειάζονται στήριξη.
Μια από τις πιο συχνές ερωτήσεις είναι μετά από πόσο καιρό μπορεί να δει κάποιος αποτέλεσμα με την ψυχοθεραπεία. Είναι μια συνηθισμένη ερώτηση που είναι δύσκολο να απαντηθεί μιας και η διαδικασία και η αλλαγή δεν είναι γραμμική και φυσικά διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο λόγω διαφόρων παραγόντων όπως οι παρακάτω:
Διαφορετικότητα: Κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός και η ψυχοσύνθεσή μας διαμορφώνεται από την προσωπικότητά μας, την ανατροφή μας, τις εμπειρίες μας, τα τραύματά μας και τους μηχανισμούς άμυνας που αποκτήσαμε. Όλες αυτές οι διαφορές επηρεάζουν τον τρόπο που επεξεργαζόμαστε και ανταποκρινόμαστε στα τραυματικά γεγονότα ή στις συναισθηματικές προκλήσεις. Αυτό που λειτουργεί για κάποιον άνθρωπο μπορεί να μην λειτουργεί για τον άλλο λόγω αυτών ακριβώς των διαφορών.
Τραύμα και εμπειρίες του παρελθόντος: Ένα τραύμα παίζει καθοριστικό ρόλο για την εξέλιξη της ψυχοθεραπείας. Η σοβαρότητα, η πολυπλοκότητα και η διάρκεια του τραύματος που βιώθηκε διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο και στη διαδικασία επούλωσης. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις ανοιχτών τραυμάτων που απαιτούν εξειδικευμένες παρεμβάσεις.
Υποστηρικτικό πλαίσιο: Η διαθεσιμότητα και η ποιότητα του υποστηρικτικού πλαισίου μπορεί να επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό την πορεία της αντιμετώπισης μιας δυσκολίας. Οι άνθρωποι που έχουν πρόσβαση σε δίκτυο υποστήριξης -φίλους, οικογένεια, ψυχοθεραπευτές ή ομάδες υποστήριξης- έχουν και περισσότερες ευκαιρίες και πόρους να ανταπεξέρχονται στις δυσκολίες.
Μηχανισμοί άμυνας και ανθεκτικότητα: Οι άνθρωποι αναπτύσσουμε μηχανισμούς άμυνας και επίπεδα ανθεκτικότητας που κάποιες φορές θα μας βοηθάνε και άλλες θα περιορίζουν την εξέλιξή μας. (Η φωτογραφία μας δείχνει ακριβώς αυτό)
Κίνητρο και δέσμευση: Όπως και με τα περισσότερα πράγματα στη ζωή, η προθυμία μας, το κίνητρο, η δέσμευση και το είδος της προσπάθειας που είμαστε διατεθειμένοι να καταβάλλουμε για να μετακινήσουμε τον συναισθηματικό βράχο που βρέθηκε στο δρόμο μας, θα παίξει καθοριστικό ρόλο. Ίσως μεγαλύτερο και από τη φύση των ίδιων των γεγονότων.
Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι η πορεία του καθενός είναι μοναδική, δεν είναι συγκρίσιμη και δεν υπάρχει μια προσέγγιση που να ταιριάζει σε όλους. Ο σεβασμός, η κατανόηση και η εξατομικευμένη υποστήριξη είναι το ζητούμενο.
Η φωτογραφία και μέρος του κειμένου είναι από τον λογαριασμό του κλινικού ψυχολόγου Mubarak Mansoor
“μια παιδική μου φίλη κακοποιείται μέσα στη σχέση της τουλάχιστον συναισθηματικά. Είναι μια έξυπνη κοπέλα, ευκατάστατη, με κοινωνικό κύκλο και όμως δεν χωρίζει. Είναι απίστευτο. Της λέω συνέχεια να φύγει πως δεν έχει κανένα λόγο να είναι εκεί, πως δεν τον έχει ανάγκη και εκείνη λέει πως δεν είναι έτσι ακριβώς τα πράγματα. Τι μπορώ να κάνω για να την πείσω; σκέφτηκα να μιλήσω στην οικογένειά της αλλά μου είπε πως εάν το κάνω δεν θα μου ξαναμιλήσει”
Από τον τρόπο που μου γράφεις καταλαβαίνω πως νοιάζεσαι και ανησυχείς πολύ για εκείνη. Όσο διάβαζα το μήνυμά σου σκεφτόμουν τι θα έκανα εγώ σε αντίστοιχη περίπτωση και νομίζω πως όσο και αν αυτό με δυσκόλευε, για αρχή, ο στόχος μου θα ήταν να είμαι το εντελώς αντίθετο από αυτό που θα ήταν ένας θύτης.
Θα προσπαθούσα να είμαι υπομονετική και θα μου υπενθύμιζα πως ένας άνθρωπος που κακοποιείται χρειάζεται χρόνο για να λύσει τη σύγχυση του και να καταλάβει πώς να χειριστεί αυτό που του συμβαίνει. Θα είχα στο νου πως δεν θα ήταν χρήσιμο για εκείνη να ακολουθήσει τον δικό μου ρυθμό και χρονοδιάγραμμα για το πότε θα μπορεί να τον αντιμετωπίσει, ή να τον αφήσει, ή να καλέσει την αστυνομία ή ό,τι άλλο βήμα θα ήθελα να κάνει. Θα προσπαθούσα να σεβαστώ την κρίση της για το πότε θα ήταν έτοιμη να αναλάβει δράση, κάτι που ένας θύτης δεν κάνει ποτέ.
Θα την αντιμετώπιζα και θα της απευθυνόμουνα ως ισότιμη. Θα απέφευγα κάθε ίχνος συγκατάβασης ή πως εγώ ξέρω καλύτερα (αυτό είναι καλό να το θυμούνται και οι επαγγελματίες). Αν σε μια κακοποιημένη γυναίκα μιλάμε σαν να είμαστε πιο έξυπνες από εκείνη, ή σαν να περνάει κάτι που δεν θα μπορούσε ποτέ να μας συμβεί, τότε άθελά μας επιβεβαιώνουμε ακριβώς αυτό που της λέει ο θύτης.
Δεν θα υπέθετα ότι ξέρω τι πρέπει να κάνει. Θα την ρωτούσα τι πιστεύει ότι μπορεί να λειτουργήσει και χωρίς να την πιέζω θα τις πρότεινα επιλογές, σεβόμενη τις εξηγήσεις της γιατί ορισμένες από τις επιλογές δεν θα της ήταν χρήσιμες. Θα προσπαθούσα να ακούσω περισσότερο και να μιλάω λιγότερο για να μπορεί ανά πάσα στιγμή να απευθυνθεί σε μένα χωρίς να ντρέπεται. Η μεγαλύτερη δυσκολία μου θα ήταν να την ακούω να προσπαθεί να μου αναλύει τα κίνητρά του και το πόσο καλός κατά βάθος είναι αλλά το να προσπαθώ να την πείσω πως οι δικές μου σκέψεις είναι πιο σημαντικές από τις δικές της, θα έκανα αυτό ακριβώς που κάνει και ένας θύτης.
Δικαιούται να πάρει αποφάσεις που δεν είναι ακριβώς αυτές που θα επέλεγες, συμπεριλαμβανομένης της απόφασης να μείνει με έναν σύντροφο που την κακοποιεί, ή να επιστρέψει σε αυτόν μετά από έναν χωρισμό. Δεν μπορούμε να πείσουμε μια γυναίκα ότι η ζωή της ανήκει αν ταυτόχρονα συμπεριφερόμαστε σαν να μας ανήκει. Μείνε δίπλα της ακόμα και όταν κάνει επιλογές που δεν σου αρέσουν.
Σκέψου μαζί της και μην παίρνεις το ρόλο της δασκάλας ή του διασώστη όσο δύσκολο και αν είναι. Αντίθετα, ένωσε τις δυνάμεις σου μαζί της, βοήθησε τη να νιώσει σεβαστό και ισότιμο μέλος μιας ομάδας λέγοντάς της πως πάντα είσαι εκεί και κάποια στιγμή ίσως θα είναι έτοιμη να φύγει.
Τα κοινωνικά δίκτυα είναι ο χώρος που πυροδοτούνται πολλά συναισθήματα και γενικά το κλίμα που επικρατεί σε αυτά μπορεί να παρασύρει και έναν σχετικά γειωμένο άνθρωπο. Ο τρόπος για να παραμένουμε γειωμένοι και ήρεμοι είναι φυσικά η οριοθέτηση.
Βάζοντας όρια στα κοινωνικά δίκτυα μπορεί να σημαίνει πως: – Σταματάμε να ακολουθούμε ή να διαβάζουμε ανθρώπους που αυτά που μοιράζονται δεν μας προσφέρουν κάτι – Μπλοκάρουμε ή βάζουμε στο αθόρυβο πρώην συντρόφους που μας στοιχίζει συναισθηματικά να τους βλέπουμε ακόμα και διαδικτυακά – Βάζουμε στο αθόρυβο κοντινούς μας ανθρώπους που δυσκολευόμαστε ή δεν θέλουμε να κόψουμε εντελώς τη διαδικτυακή μας επαφή – Όταν έχουμε την τάση να κάνουμε κάποιο αγενές ή μικροπρεπές σχόλιο -που πιθανότατα αργότερα το μετανιώσουμε- τότε σίγουρα μπλοκάρουμε, σταματάμε να ακολουθούμε ή βάζουμε στο αθόρυβο τον χρήστη – Είμαστε ειλικρινείς με τους φίλους που θέλουμε να κάνουμε παρέα – αντί να κάνουμε παθητικο επιθετικά σχόλια για τις επιλογές και τις ζωές των άλλων, στεκόμαστε σε εμάς και προσπαθούμε να έρθουμε σε επαφή με τη ζήλεια -ή άλλο συναίσθημα- που μπορεί να αισθανόμαστε
Κανένας άνθρωπος δεν έχει την ικανότητα να διαβάζει τη σκέψη. Εάν θέλουμε να ξέρουν οι άλλοι τα συναισθήματα και τις ανάγκες μας πρέπει να τα μοιραζόμαστε και όχι να περιμένουμε να καταλάβουν και να θυμώνουμε που δεν καταλαβαίνουν. Η άγνοιά τους δεν είναι ένδειξη αδιαφορίας αλλά ένδειξη της δυσκολίας ή του φόβου που έχουμε να επικοινωνούμε.
H κλιματική αλλαγή εδώ και πολλά χρόνια από μια αφηρημένη έννοια έχει γίνει πλέον πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα που οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο ερχόμαστε σε επαφή. Μαθαίνουμε καινούργιες λέξεις για να ονομάσουμε και να καταλάβουμε καλύτερα τις επιπτώσεις της στον ψυχισμό μας. Η οικολογική θλίψη (ecological grief) και το οικολογικό άγχος (ecological stress) είναι λέξεις που περιγράφουν την αίσθηση της απώλειας ή το άγχος που αισθανόμαστε που σχετίζονται με το περιβάλλον, συμπεριλαμβανομένης της απώλειας ενός σταθερού μέλλοντος. Solastalgia είναι η νοσταλγία που μπορεί να νιώθουμε για ένα τοπίο που καταστράφηκε, η υπαρξιακή δυσφορία που προκαλείται από την περιβαλλοντική αλλαγή.
Η αίσθηση ότι χάνουμε το σπίτι μας, παρόλο που δεν το έχουμε εγκαταλείψει.
Ενώ το οικολογικό άγχος είναι μια φυσιολογική απάντηση στην κλιματική έκτακτη ανάγκη και συνήθως δεν ανεβαίνει στο επίπεδο της κλινικής ανησυχίας, μπορεί να οδηγήσει σε θυμό, απελπισία ή ακινητοποίηση-παράλυση. Ακτιβιστές και επιστήμονες συχνά βιώνουν συναισθηματική εξάντληση και απόγνωση όταν η πρόοδος προς τη βιωσιμότητα παραπαίει.
Στον Καναδά και την Αμερική εδώ και μια δεκαετία ομάδες ψυχολογικής υποστήριξης προσφέρουν στήριξη σε ανθρώπους που υποφέρουν από θλίψη και άγχος για το περιβάλλον. Τα τελευταία δύο χρόνια κάποιοι λίγοι άνθρωποι φέρνουν στη θεραπεία και θέματα θλίψης και άγχους για τις πυρκαγιές, τις κακοποιήσεις των ζώων και όλη την αλλαγή που υφίσταται το περιβάλλον μας καθημερινά. Το συναισθηματικό τσουνάμι που θα σαρώσει πραγματικά στο πεδίο, είναι πιο κοντά από όσο φανταζόμαστε.
Είναι σημαντικό να βρούμε τρόπους να επικοινωνήσουμε τη θλίψη που νιώθουμε για να μπορέσουμε να στηρίξουμε ο ένας τον άλλον. Τότε μπορούμε να γίνουμε πιο δυνατοί, μπορούμε να αρχίσουμε να αναπτύσσουμε την επιστήμη που παίρνει τη γνώση μας και την ανατρέπει – τη μετατρέπει σε λύση και όχι απλώς σε μια αρνητική ιστορία.
Η θλίψη δεν είναι κάτι που πρέπει να αποφεύγουμε ή να φοβόμαστε. Είναι σίγουρα ένα συναίσθημα οδυνηρό, τρομερά μοναχικό. Όταν όμως μοιραζόμαστε τη θλίψη, τον πόνο και τα συναισθήματα υπάρχει πραγματική δύναμη.
Υπάρχει δύναμη στη θλίψη γιατί σημαίνει ότι έχουμε αγαπήσει κάτι και ότι είχαμε μια σύνδεση με ένα μέρος. Στεναχωριόμαστε και πενθούμε γι’αυτό που αγαπάμε. Είναι βοηθητικό να νοηματοδοτήσουμε την απώλεια και να συναντηθούμε για την απώλεια. Η αίσθηση της ανημπόριας είναι πολύ χαρακτηριστική. Η αίσθηση ότι η κλίμακα της περιβαλλοντικής κρίσης είναι τόσο μεγάλη που ως άτομα δεν μπορούμε να επέμβουμε.
Αυτό όμως από μόνο του μπορεί να μας κινητοποιήσει και να μας οδηγήσει από τον θυμό, στη δράση. Δεν είναι κάτι που πρέπει να ντρεπόμαστε. Γιατί αυτό που επιλέγουμε να θρηνήσουμε λέει πολλά για τον εαυτό μας και τις αξίες μας.
Όταν κάτι πάει στραβά στον κόσμο οι περισσότεροι άνθρωποι θέλουν να δώσουν μια εξήγηση, μια ερμηνεία. Τις περισσότερες φορές καταλήγουμε να λέμε πως βασική αιτία είναι η έλλειψη αυτού που στη ζουλού γλώσσα ονομάζεται “ubuntu”.
Ubuntu σημαίνει συμπόνοια, αποδοχή και ανθρωπιά αλλά πηγάζει από τη βαθύτερη έννοια της ενσυναίσθησης και της ενότητας. Δεν είναι μόνο θαυμασμός για αυτό που είναι όμορφο, άδολο, επιτυχημένο, είναι αυτό που κάποιος καταφέρνει να νιώθει για εκείνους που δεν αποδέχεται, δεν εγκρίνει, για εκείνους που έχουν κάνει μεγάλα λάθη ακόμα και όσους έχουν παραβιάσει τους ηθικούς τους κώδικες. Ubuntu είναι να μπορούμε να ακούσουμε πως συμπεριφορές άλλων δεν έχουν πάντα κακία ή πρόθεση να προκαλέσουν κακό αλλά πολλές φορές ο φόβος κάνει τους ανθρώπους επιθετικούς.
Ubuntu είναι να μπορούμε να αναρωτιόμαστε με συμπάθεια και φαντασία πώς μπορεί κάποιος να έχει φτάσει να συμπεριφέρεται με αλαζονεία και υποτίμηση προς τους άλλους. Το ubuntu μας επιτρέπει να δούμε το χαμένο, ευάλωτο ή τραυματισμένο παιδί που κρύβεται μέσα σ’έναν μπερδεμένο και απογοητευμένο ενήλικα. Ubuntu είναι όταν μας αποδεχόμαστε ολόκληρους. Με τα προτερήματα και τους περιορισμούς μας.
Το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται κάποιος είναι να του λένε τι να κάνει ή να του δίνει συμβουλές και μάλιστα χωρίς να τις έχει ζητήσει. Βρήκα όμως τα παρακάτω χρήσιμα και φροντιστικά. Θα προσέθετα και μια συμβουλή που μου έδωσαν πριν χρόνια και σταμάτησα να ταλαιπωρώ τον εαυτό μου: “Το θέμα δεν είναι να μην πονέσουμε ποτέ ξανά. Κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατόν. Το θέμα είναι για πόσην ώρα και με πόση ένταση θα μένουμε στον πόνο”.
Εάν κάτι σε ενοχλεί παραπάνω από 24 ώρες, μην το αφήνεις να σε απασχολεί περισσότερο από δύο μέρες
Συμπεριφέρσου στον εαυτό σου όπως θα συμπεριφερόσουν εάν είχες την ευθύνη κάποιου που θα εξαρτιόταν από εσένα (πχ ενός παιδιού)
Μια κακή μέρα δεν σημαίνει μια κακή ζωή
Ο εσωτερικός μας κριτής δεν μας λέει πάντα την αλήθεια και τις περισσότερες φορές δεν κοιτάει το συμφέρον μας
Όταν έχουμε στρες δυσκολευόμαστε να έρθουμε σε επαφή με όσα έχουμε καταφέρει. Την επόμενη φορά θα σε κατακλύσει το άγχος, θυμήσου με ευγνωμοσύνη πόσο έχεις εξελιχθεί
Μην απολογείσαι επειδή εκφράζεις τα συναισθήματά σου γιατί είναι σαν να λες στον εαυτό σου πως δεν αξίζεις τον χώρο που παίρνεις
Η στήλη Work Friend στους The New York Times απαντάει σε ερωτήσεις αναγνωστών για εργασιακά θέματα. Σε αυτό το άρθρο δίνει συμβουλή/γνώμη σε αναγνώστρια/στη για το πώς να διαχειριστεί τα αισθήματα που έχει για έναν συνάδελφο και θυμήθηκα την απάντηση σε ερώτηση που είχα δώσει εγώ για το πώς διαχειριζόμαστε το τέλος μιας σχέσης μ’έναν συνάδελφο 🙂