Κάποιον μου θυμίζεις

IMG_20200209_193028
Ένα απ’τα πιο συχνά ερωτήματα -που το ακούμε και σε διάφορες παραλλαγές- είναι το “πώς γίνεται αυτοί/ες που επιλέγω να μου συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο;”
Θεωρητικά είμαστε ελεύθεροι να επιλέξουμε το είδος ανθρώπου που θα αγαπήσουμε αλλά στην πραγματικότητα η επιλογή μας είναι μάλλον πολύ λιγότερο ελεύθερη από ό,τι φανταζόμαστε. Οι περιορισμοί γύρω απ’τους οποίους μπορούμε να αγαπάμε και να νιώθουμε καλά προέρχονται από ένα μέρος που όλοι οι ψυχοθεραπευτές αρέσκονται να πηγαίνουν. Στην παιδική ηλικία. Η ψυχολογική ιστορία του καθενός μας προδιαθέτει να επιλέγουμε ορισμένους τύπους ανθρώπων.

Ψάχνουμε εκείνους που από πολλές απόψεις αναβιώνουν τα συναισθήματα αγάπης που γνωρίζαμε όταν ήμασταν μικροί. Το θέμα είναι ότι η αγάπη που πήραμε κατά την παιδική μας ηλικία δεν φτιάχτηκε μόνο από γενναιοδωρία, ευαισθησία και καλοσύνη. Δεδομένου το ότι οι γονείς είναι άνθρωποι και κάνουν λάθη -παρ’όλη την αδιαμφισβήτητα καλή πρόθεσή τους- κάποιες φορές η αγάπη συνοδεύεται και με οδυνηρές πτυχές: την αίσθηση πως δεν είμαι αρκετά καλός, μια αγάπη για έναν γονέα νάρκισσο ή καταθλιπτικό ή εύθραυστο ή η αίσθηση πως ποτέ κανείς δεν μπορεί να είναι πλήρως ευάλωτος γύρω από έναν φροντιστή.

Έτσι, στην ενήλικη ζωή μας θα βρούμε συντρόφους που κάτι στην συμπεριφορά τους θα μας είναι οικείο και θα το έχουμε ξαναζήσει.  Δεν δίνουμε σημασία και ευκαιρία σε ανθρώπους οι οποίοι δεν είναι διατεθειμένοι να ικανοποιήσουν τη λαχτάρα μας για πολυπλοκότητες που έχουμε συνδέσει με την αγάπη. Μπορεί να περιγράψουμε κάποιον ως “βαρετό” όταν στην πραγματικότητα εννοούμε: είναι απίθανο να με κάνει να υποφέρω με τον τρόπο που πρέπει να υποφέρω για να αισθανθώ ότι η αγάπη είναι πραγματική.

Πολλοί λένε πως η λύση είναι απλά να προσπερνάμε αυτούς που έχουν ιδιόμορφη συμπεριφορά και μας ελκύουν και να βρούμε κάποιον με πιο υγιή συμπεριφορά. Θεωρητικά είναι μια καλή λύση και συχνά πρακτικά αδύνατη. Αντί να επιδιώκουμε να αλλάξουμε προτιμήσεις θα ήταν καλύτερο να προσαρμόσουμε τον τρόπο με τον οποίο αντιδρούμε σε συμπεριφορές οικείες που στο τώρα, αν και ενήλικοι μας καθηλώνουν.

Κάτι που επαναλαμβάνω πολύ συχνά γιατί γνωρίζω τη χρησιμότητα της ψυχοεκπαίδευσης είναι πως πολλές φορές τα συναισθήματά μας δεν γεννιούνται από την τρέχουσα κατάσταση και δεν αφορούν στην πραγματικότητα το εν λόγω πρόσωπο, αλλά μια συμπεριφορά τους αναπαράγει-πυροδοτεί κάτι που μας συνέβη πριν πολύ καιρό.  Στο τότε, το είχαμε βιώσει πραγματικά τραυματικά γιατί ένα παιδί δεν μπορεί να εξηγήσει γνωστικά αυτά που του συμβαίνουν και δεν έχει και επιλογές. Στο σήμερα, εάν κάποια συμπεριφορά επαναληφθεί, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να γυρίσω πάλι πίσω στο παλιό, παρόλο που γνωστικά θα λέω “μα δεν είναι δυνατόν”.  Σ’αυτό ακριβώς το σημείο θα γίνει η παρέμβασή μου και πλέον θα αντιδράσω ως ενήλικας  και όχι ως το παιδί που ήμουν τότε. Για παράδειγμα εάν ως παιδί δεν έπαιρνα την προσοχή που ήθελα και δεν ήξερα τον τρόπο να τη ζητήσω, τότε θα έβρισκα έμμεσους τρόπους για να πάρω αυτό που είχα ανάγκη.

Στο σήμερα, εάν ο/η σύντροφός μου είναι απορροφημένος με τη δουλειά του και εγώ αντιδράσω όπως παλιά, τότε είτε θα το μεταφράσω “δεν νοιάζεται αρκετά, δεν είμαι αρκετά σημαντικός/ή” ή θα αντιδράσω χειριστικά για να πάρω αυτό που χρειάζομαι. Ένας ενήλικας, που γνωρίζει και έχει δουλέψει τα θέματά του, έστω και αν πυροδοτηθεί ένα παλιό συναίσθημα θα έχει τη δυνατότητα να σκεφτεί κάτι όπως: “έχει δουλειά, έχω και εγώ δουλειά και είναι εντάξει”.  Γιατί θα γνωρίζει πως στο σήμερα έχει πάντα επιλογές.

Δεν προτρέπω, ούτε υπονοώ να μένουμε σε καταστάσεις δύσκολες και ταλαιπωρητικές για να δούμε και να επιλύσουμε τα παλιά μας τραύματα.  Όμως, ως ενήλικες μπορούμε να αποκτήσουμε τις ικανότητες που θα μας επιτρέψουν να πειραματιστούμε με τις προκλήσεις του “εδώ και τώρα” που ως παιδιά στο “εκεί και τότε” δεν μπορούσαμε.

Ο Υποκόμης και ο Καθηγητής

IMG_20200204_121928
Why do you suppose we only feel compelled to chase the ones who run away?
αναρρωτήθηκε μελαγχολικά μέχρι και ο Κόμης Βαλμόν στις επικίνδυνες σχέσεις.

Αιώνες μετά, το βασανιστικό  ερώτημα παραμένει για πολλούς αναπάντητο. Το ακούμε πολύ συχνά και σε διάφορες παραλλαγές: “Γιατί αυτή η συγκεκριμένη σχέση μ’έχει καθηλώσει και δεν μπορώ να προχωρήσω” ή  “γιατί αυτοί/ες που επιλέγω να έχουν τα ίδια μοτίβα συμπεριφοράς;”

Για τη Μαρκησία ντε Μαρτέιγ, η απάντηση ήταν μονολεκτική. Ανωριμότητα.
Για τον Καθηγητή και ψυχαναλυτικό ψυχοθεραπευτή Jeremy Holmes, τα πράγματα είναι λίγο πιο πολύπλοκα. Ο Jeremy Holmes εξετάζει τη θεωρία του Bowlby -τις διεργασίες της προσκόλλησης και της απώλειας- και ερευνά τους τρόπους με τους οποίους η “Θεωρία του Δεσμού” μπορεί να βοηθήσει στην κατανόηση της κοινωνίας και των προβλημάτων που την βασανίζουν.

H φύση και η μορφή της πρώτης σχέσης γίνεται μοντέλο για τις μετέπειτα σχέσεις, προκαλώντας προσδοκίες για το αν το άτομο είναι άξιο αγάπης και κατά πόσο μπορεί να βασιστεί στους άλλους. Σύμφωνα με τον Holmes, κατά τη διαδικασία της κοινωνικής μας εξέλιξης, κατασκευάζουμε εσωτερικά λειτουργικά μοντέλα (internal working models) ή νοητικές αναπαραστάσεις του εαυτού και των προτύπων αλληλεπίδρασης με τους άλλους. Τα μοντέλα αυτά οργανώνουν την εξέλιξη της προσωπικότητας, κατευθύνουν την κοινωνική μας συμπεριφορά και αποτελούν τη βάση για τη διαμόρφωση προσδοκιών, αντιλήψεων και συμπεριφορών, καθώς και το πως βιώνουμε τα συναισθήματα σε υπάρχουσες αλλά και σε νέες σχέσεις.

“Δηλαδή, τώρα που ξέρω, θα σταματήσω να κάνω σχέσεις που με ταλαιπωρούν;”.

Όταν κάποιος φτάσει στην κατανόηση των βιωμάτων του και αξιολογήσει το παρελθόν του, είναι σημαντικό να μη σταθεί μόνο στη λύπη. Εάν στο σήμερα νιώθω υπερβολικό πόνο ή καθήλωση για κάποια συμπεριφορά που έρχεται από τον απέναντι μου, θα με βοηθήσει να μείνω λίγο σε μένα και να σκεφτώ, τι μου θυμίζει αυτή η συμπεριφορά που με καθηλώνει και από που την ξέρω. υπήρχε κάποιος στο στενό μου περιβάλλον που συμπεριφερόταν παρόμοια;

Πολλές φορές τα συναισθήματά μας δεν γεννιούνται από την τρέχουσα κατάσταση και δεν αφορούν στην πραγματικότητα το εν λόγω πρόσωπο, αλλά αναπαράγουν-πυροδοτούν κάτι που μας συνέβη πριν πολύ καιρό.  Στο τότε, το είχαμε βιώσει πραγματικά τραυματικά ίσως γιατί ένα παιδί δεν μπορεί να εξηγήσει γνωστικά αυτά που του συμβαίνουν. Στο σήμερα, εάν κάποια παρόμοια συμπεριφορά επαναληφθεί, υπάρχει πιθανότητα να με γυρίσει πάλι πίσω στο παλιό, παρόλο που γνωστικά θα λέω “μα πως είναι δυνατόν”.

Το παρελθόν δεν αλλάζει. Αλλάζει όμως ο τρόπος με τον οποίο το αντιμετωπίζω και σίγουρα, η μεγαλύτερη παγίδα, θα είναι να προσπαθήσω ν’ αλλάξω τον άλλον. Δεν έχουμε καμιά δουλειά να κάνουμε τέτοια πράγματα. Το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να επικεντρωθούμε σε εμάς και στις αλλαγές που θα κάνουν τη ζωή μας καλύτερη.

Ο τρόπος που μιλάω στον εαυτό μου

cof

Κάθε τι που βιώνουμε είναι το αποτέλεσμα του τρόπου που είχαμε αντιδράσει σε ένα ή περισσότερα γεγονότα στη ζωή μας. Για να φτάσουμε όμως στη δράση, έχουν προηγηθεί διάφορα άλλα στάδια με πρώτο αυτό της αρχικής μας σκέψης. Ο τρόπος που σκεφτόμαστε, ο τρόπος που ερμηνεύουμε ένα γεγονός, ακόμα και οι εικόνες που φτιάχνουμε για εμάς και τους άλλους στο μυαλό μας καθορίζει τη συμπεριφορά μας, τη δράση μας.

Συμβαίνει κάποιο γεγονός σημαντικό ή ασήμαντο. Στο ερέθισμα που έρχεται απ’το περιβάλλον δεν έχουμε κάποιο έλεγχο ούτε μπορούμε να το αλλάξουμε. Το να προσπαθούμε να ελέγχουμε ή να αλλάξουμε το ερέθισμα -το οποίο μπορεί να είναι οτιδήποτε- είναι κουραστικό και μάταιο.

Αυτό που μπορούμε να αλλάξουμε, να έχουμε έλεγχο είναι μόνο στον εαυτό μας και συγκεκριμένα στην αρχική μας σκέψη. Γιατί είναι τόσο σημαντική η αρχική μας σκέψη; γιατί αυτή θα καθορίσει το συναίσθημα που θα προκύψει, το σωματικό σύμπτωμα και τη δράση μας, τη συμπεριφορά μας. Εάν η αρχική μας σκέψη δεν είναι υποστηρικτική προς εμάς, ή διαστρεβλωμένη τότε το συναίσθημα που θα έχουμε να διαχειριστούμε θα είναι δύσκολο, το πιθανότερο είναι να μην αισθανόμαστε καλά στο σώμα και η δράση-συμπεριφορά δεν θα είναι σε καμία περίπτωση βοηθητική.

Ετσι λοιπόν όταν καταλαβαίνετε πως η αρχική σας σκέψη δεν είναι βοηθητική -θα το αναγνωρίζετε απ’όλα τα υπόλοιπα και κυρίως απ’την αίσθηση στο σώμα και τη δράση- είναι να στέκεστε λίγο σε εσάς και να λέτε “υπάρχει κάποιος άλλος τρόπος να σκεφτώ και να ερμηνεύσω το αρχικό ερέθισμα;” Εάν αυτό σας δυσκολεύει τότε σκεφτείτε ή ρωτήστε κάποιον που σκέφτεται και αντιδρά διαφορετικά από εσάς.  Να θυμάστε πως μόνο τρία πράγματα μπορούμε να ελέγξουμε: τις σκέψεις μας, τις εικόνες που φτιάχνουμε στο μυαλό μας και τη συμπεριφορά μας.

Από πολλούς η παραφροσύνη ορίζεται ως η συνεχής επανάληψη μιας συμπεριφοράς με την προσδοκία ενός διαφορετικού αποτελέσματος. Δοκιμάστε να αλλάξετε τις σκέψεις σας, τις συνήθειές σας, τον τρόπο που νοηματοδοτείτε αυτά που σας συμβαίνουν, αυτά που διαβάζετε, τους ανθρώπους που συναναστρέφεστε και κυρίως τον τρόπο που μιλάτε για τον εαυτό σας και τους άλλους.

Έχω παρατηρήσει πως ένα μεγάλο ποσοστό ανθρώπων στεναχωριέται και μένει στο γεγονός πως κάποια πράγματα τα έμαθε σε μεγάλη ηλικία και ότι θα πρέπει να καταβάλει προσπάθεια για να καταφέρει να σκέφτεται υποστηρικτικά προς τον εαυτό του.  Το καταλαβαίνω πάρα πολύ, όμως να χαίρεστε που έχετε τη δυνατότητα να μαθαίνετε καινούργιους τρόπους -και ας μην τους χρησιμοποιήσετε ποτέ- γιατί αυτό σας δίνει επιλογές.

Ο φίλος μου χρειάζεται έναν ειδικό. Πώς θα πειστεί να τον δει;

“Ένας παιδικός μου φίλος περνάει πολύ δύσκολα τον τελευταίο καιρό και τον βλέπω να κλείνεται όλο και περισσότερο. Στο παρελθόν εγώ είχα απευθυνθεί σε κάποιον ειδικό και με είχε βοηθήσει πολύ και θέλω να τον κάνω να πάει και εκείνος. Προσπάθησα να του το πω αλλά δεν είχα αποτέλεσμα. Μπορείς να μου πεις τι να του πω για να πάει;”

Πρέπει να νοιάζεσαι και να ανησυχείς πολύ για τον φίλο σου. Ο τρόπος για να τον κάνεις να απευθυνθεί σε κάποιον ειδικό λοιπόν είναι απλός. Να μιλήσεις για σένα και το πως αισθάνεσαι με το να τον βλέπεις να δυσκολεύεται χρησιμοποιώντας πάντα το πρώτο πρόσωπο. Να του πεις πως ενδιαφέρεσαι και ανησυχείς και πως θες να είναι υγιής και ευτυχισμένος. Ρώτησέ τον τι μπορείς να κάνεις για να βοηθήσεις. Μοιράσου τη δική σου εμπειρία και πόσο βοηθήθηκες, όταν απευθύνθηκες σε κάποιον ψυχοθεραπευτή. Να εστιάσεις στη διαδικασία και όχι στο αποτέλεσμα και να μη ξεχνάς πως δεν γίνεται να τον υποχρεώσεις  να κάνει κάτι εάν ο ίδιος δεν το έχει αποφασίσει.  Να θυμάσαι ότι το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να προκαλέσεις την αλλαγή που ελπίζεις και εύχεσαι για εκείνον και ακόμα κι αν δεν είναι έτοιμος να αναζητήσει επαγγελματική βοήθεια τώρα, μπορεί να θυμηθεί αυτά που του είπες όταν και αν θα είναι έτοιμος να κάνει αυτό το βήμα.

 

Η δυσκολία να επιλέγω

Ένας απ’τους λόγους που μένουμε καθηλωμένοι ή αναβάλλουμε να πάρουμε σημαντικές αποφάσεις είναι γιατί φοβόμαστε να κάνουμε μια λάθος επιλογή. Κατά βάθος θέλουμε οι επιλογές μας να είναι τέλειες, χωρίς κόστος, που θα οδηγούν σε μια άψογη ζωή.

Για να απαλλαγούμε απ’αυτόν τον ουτοπικό τρόπο σκέψης θα βοηθήσει να αποδεχθούμε το αναπόφευκτο της αγωνίας, του απροσδόκητου και του πόνου γύρω από μια επιλογή. Πολλοί περνάμε τη ζωή μας αποφεύγοντας να κάνουμε δύσκολες επιλογές, όπου και αυτή η στάση τελικά καταλήγει να είναι ένα είδος επιλογής από μόνη της.

Αναβάλλουμε προσπαθώντας μάταια να ελέγξουμε και να μην έρθουμε σε επαφή με την πραγματικότητα που συνεπάγεται μια απόφαση που θα πάρουμε. Αυτή του συμβιβασμού και της αποδοχής. Αν αποδεχτώ την πρόταση για δουλειά σε μια άλλη χώρα ή πόλη νέες προοπτικές ανοίγονται μπροστά μου, αλλά θα χάσω τους φίλους μου και θα νιώθω μοναξιά. Αν αφιερωθώ στη σταδιοδρομία που θέλω θα παραμεληθούν άλλες πλευρές και θα μείνουν ακάληπτες άλλες ανάγκες μου αφού δεν θα έχω ελεύθερο χρόνο. Και αν τελικά κάνω λάθος και το μετανιώσω;

Αν όμως καθυστερήσω να αποφασίσω τότε όλες οι επιλογές μου φαίνεται να μένουν ανοιχτές τουλάχιστον ως δυνατότητες. Ωστόσο αυτό είναι μια ψευδαίσθηση. Η αναβλητικότητα, η δυσκολία να πάρω μια απόφαση θα αμβλυνθεί εάν αποδεχθώ δυο πράγματα. Το να μην παίρνω καμία απόφαση είναι και αυτό μια επιλογή που ίσως θα ήταν χρήσιμο να σταθώ και να δω εάν αυτός ο τρόπος με βοηθάει στη ζωή μου και πως κάθε επιλογή θα σημαίνει πως θα χάσω κάτι άλλο ίσως εξίσου σημαντικό. Γιατί δεν υπάρχει επιλογή χωρίς κόστος.

 

 

Το status quo ως φόβητρο

Έκπληκτος ένας φίλος μου διηγήθηκε ένα περιστατικό κάποιου γνωστού του.
Η εταιρεία που δούλευε του έκανε μια φοβερά ελκυστική προσφορά στα γραφεία άλλης χώρας και εκείνος  επειδή ένιωθε πως ήθελε να αλλάξει κάτι στη ζωή του -αλλά και θεώρησε λάθος επιλογή να πετάξει μια τέτοια ευκαιρία που πολλοί θα ζήλευαν- είδε αυτή τη μετάβαση σαν μια εξαιρετική εξέλιξη. Άρχισε να μοιράζεται τα νέα με γνωστούς και φίλους, να σχεδιάζει αυτή τη ριζική αλλαγή -μιας που θα μετακόμιζε όλη η οικογένεια- και να δέχεται τα συγχαρητήρια για τη γενναία απόφαση που πήρε σε μια όχι και τόσο νεαρή ηλικία.

Όμως, όσο περνούσε ο καιρός έφτασε σε μια ενοχλητική για εκείνον συνειδητοποίηση. Ήταν εντάξει εκεί που ήταν και η πραγματική φύση του βαλτόματος που ένιωθε δεν είχε να κάνει με τη δουλειά του. Ήθελε να μείνει εκεί όπου ακριβώς είναι χωρίς την πολλά υποσχόμενη καριέρα που θα αποκτούσε εάν έφευγε. Αυτό που τον ενοχλούσε ήταν η γνώμη των φίλων και των γνωστών με αυτή του την απόφαση. Θα τον θεωρούσαν δειλό και πως πετούσε μια ανέλπιστη ευκαιρία όχι μόνο για εκείνον αλλά και για την οικογένειά του.

Ζούμε σ’έναν κόσμο που δεν έχουμε σε μεγάλη εκτίμηση εκείνον που δεν επιθυμεί να προχωρήσει, να εξελιχθεί, να κάνει μια επιτυχημένη καριέρα. Οι λέξεις που χρησιμοποιούμε όταν μιλάμε για δουλειά τείνουν να έχουν μια ριζική κινητικότητα: καινοτομία, νέοι ορίζοντες, εξωστρέφεια, τολμηρές τροχιές, projects, επιχειρηματικότητα, networking.  Ένας τρόπος σκέψης, μια επιλογή και στάση ζωής ενδιαφέρουσα, σύγχρονη, ανήσυχη για όποιον αποφασίζει να την ακολουθήσει. Το ίδιο κύρος όμως έχει και κάποιος που παίρνει μια συνειδητή απόφαση να μένει εκεί που είναι. Καμία απ’τις δυο κατευθύνσεις δεν είναι ντροπή.

Ίσως, η τωρινή εργασιακή μας κατάσταση να θυμίζει τη ζωή σ’ένα νησί πριν την καλοκαιρινή σεζόν. Τα ήσυχα μέρη είναι εντάξει. Μπορεί να μη φτάσουμε ποτέ στην κορυφή αλλά και η μέση της διαδρομής έχει ωραία αξιοθέατα. Η καλή, απλή ζωή είναι ένα επίτευγμα από μόνη της.  Όσο καχύποπτοι πρέπει να είμαστε μ’εκείνους που προσπαθούν να μας αποθαρρύνουν απ΄το να κυνηγήσουμε τα όνειρά μας, άλλο τόσο πρέπει να είμαστε μ’εκείνους που προσπαθούν να μας ενθαρρύνουν να παίρνουμε ρόλους που δεν μας ταιριάζουν.  Το status quo δεν είναι εχθρός, είναι απλά μια άλλη επιλογή και πολύ συχνά αξιοπρεπής και αξιοσέβαστη.

Πώς να αποφύγω τους ακατάλληλους, για μένα, συντρόφους;

Έλαβα το παρακάτω μέιλ:

Αφού λοιπόν οι περισσότεροι επιλέγουμε ανθρώπους ακατάλληλους και μάλιστα ξανά και ξανά μπορώ να σπάσω αυτό το μοτίβο; Είναι λύση το να επιλέγω αυτούς που δεν ερωτεύομαι ή κάποιον που δεν βρίσκω τόσο ελκυστικό; Μπορεί να λειτουργεί έτσι;”

Απαντώ:

Για να σπάσουμε ένα μοτίβο είναι χρήσιμο να έχουμε επίγνωση την ανάγκη που αυτό μας καλύπτει ή νομίζουμε πως καλύπτει. Ένας τρόπος για να αποκτήσουμε επίγνωση είναι και η ψυχοεκπαίδευση γι’αυτό και θα σταθώ λίγο στο γιατί πολλές φορές καθηλωνόμαστε σε συμπεριφορές -και όχι σε ανθρώπους όπως πιστεύουμε- που μας ταλαιπωρούν.

Θεωρητικά είμαστε ελεύθεροι να επιλέξουμε το είδος ανθρώπου που θα αγαπήσουμε αλλά στην πραγματικότητα η επιλογή μας είναι πολύ λιγότερο ελεύθερη από ό,τι φανταζόμαστε καθώς η ψυχολογική ιστορία του καθενός μας προδιαθέτει να επιλέγουμε ορισμένους τύπους ανθρώπων που σίγουρα μεταξύ αυτών θα εντοπίσετε κοινά χαρακτηριστικά ή συμπεριφορές.

Μ’αυτό εννοώ πως σε μεγάλο βαθμό ψάχνουμε εκείνους που αναβιώνουν τα συναισθήματα αγάπης που γνωρίζαμε όταν ήμασταν μικροί. Όμως, η αγάπη που πήραμε τότε δεν φτιάχτηκε μόνο από γενναιοδωρία, ευαισθησία και άνευ όρων αποδοχή αλλά δεδομένου το ότι οι γονείς είναι άνθρωποι και κάνουν λάθη, η αγάπη αυτή μπορεί να συνοδεύτηκε και με οδυνηρές πτυχές.

Έτσι, στην ενήλικη ζωή μας θα ψάχνουμε συντρόφους που κάτι στην συμπεριφορά τους θα μας είναι οικείο και θα το έχουμε ξαναζήσει. Και αυτό γιατί οι άνθρωποι πάμε στο γνώριμο γιατί εκεί ξέρουμε τον τρόπο να υπάρχουμε, τον τρόπο που θα συμπεριφερθούμε. Δύσκολα και μετά από σκέψη θα δώσουμε ευκαιρία σε ανθρώπους οι οποίοι δεν είναι διατεθειμένοι να ικανοποιήσουν την επιθυμία μας για πολυπλοκότητες που έχουμε λανθασμένα συνδέσει με την αγάπη. Πολύ συχνά περιγράφουμε κάποιον ως “βαρετό” όταν στην πραγματικότητα εννοούμε: “Είναι απίθανο να με κάνει να υποφέρω με τον τρόπο που πρέπει να υποφέρω για να αισθανθώ ότι η αγάπη είναι πραγματική”.

Εάν κατάλαβα σωστά, με ρωτάς εάν η λύση είναι απλά να προσπερνάμε αυτούς που έχουν ιδιόμορφη συμπεριφορά και μας ελκύουν και να βρούμε κάποιον που δεν μας ελκύει τόσο αλλά θα είναι πιο κατάλληλος. Θεωρητικά είναι μια λύση αν και έτσι όπως το θέτεις είναι σα να πρέπει να πιεις το πηχτό ροζ σιρόπι για τη γρίπη. Αναρωτιέμαι εάν θα ήταν καλύτερο για σένα να δεις ποιες συμπεριφορές πυροδοτούν τα δικά σου θέματα και να τα φροντίσεις αντί να σκέφτεσαι να γνωρίσεις κάποιον που δεν θα σε ελκύει και τόσο πολύ. Ο λόγος που στο προτείνω είναι γιατί τις περισσότερες φορές τα συναισθήματά μας δεν γεννιούνται από την τρέχουσα κατάσταση και δεν αφορούν στην πραγματικότητα το πρόσωπο που σχετιζόμαστε, αλλά μια συμπεριφορά του αναπαράγει-πυροδοτεί κάτι που μας συνέβη πριν πολύ καιρό.

Στο τότε, το είχαμε βιώσει τραυματικά γιατί ένα παιδί δεν μπορεί να εξηγήσει γνωστικά αυτά που του συμβαίνουν και δεν έχει και επιλογές. Στο σήμερα, εάν κάποια συμπεριφορά επαναληφθεί, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να γυρίσω πάλι πίσω στο παλιό, παρόλο που γνωστικά θα λέω “μα δεν είναι δυνατόν”.  Σ’αυτό ακριβώς το σημείο θα γίνει η παρέμβασή μου και πλέον θα αντιδράσω ως ενήλικας  και όχι ως το παιδί που ήμουν τότε. Δεν θα σου πω ψέματα. Ο τρόπος αυτός δεν είναι ούτε γρήγορος, ούτε εύκολος και σίγουρα όχι ευχάριστος. Έχει όμως αποτέλεσμα, μαθαίνεται και μπορώ να σου εγγυηθώ πως πρόκειται για μια επένδυση με πολύ μεγάλη απόδοση.

 

Πόσα μαθαίνουμε για τον άλλον ρωτώντας;

“Μήπως μπορείς να μας δώσεις μερικές ερωτήσεις που πρέπει να κάνουμε στο πρόσωπο που μας ενδιαφέρει; τι είδους ερωτήσεις μπορούν να μας βοηθήσουν να τον γνωρίσουμε καλύτερα και να δούμε πτυχές του χαρακτήρα του;

Διαβάζοντας το παραπάνω μέιλ της αναγνώστριας θυμήθηκα αυτό το άρθρο το οποίο επικαλείται μια έρευνα ενός ψυχολόγου, στην οποία διερευνήθηκε και κατά πόσο η οικειότητα μεταξύ δυο αγνώστων μπορεί να επισπευθεί με το να απαντήσει ο ένας στον άλλο μια σειρά προσωπικών ερωτήσεων. τριάντα έξι στο σύνολο.

Μπορούμε, όντως να μάθουμε το χαρακτήρα κάποιου κάνοντάς του κάποιες συγκεκριμένες ερωτήσεις; Κάποια πράγματα σίγουρα θα μάθουμε. Όση εμπειρία έχω απ’τους ανθρώπους και τις σχέσεις πάντα επιβεβαιώνεται το απόφθεγμα “αυτό που είσαι μου φωνάζει τόσο δυνατά, που δεν μπορώ ν’ακούσω λέξη απ’όσα λες”.

Η συμπεριφορά μας και όχι αυτά που λέμε ή αυτά που σκεφτόμαστε είναι αυτό που μετράει. Όλοι έχουμε γνωρίσει ανθρώπους οι οποίοι έχουν μοιραστεί τα πιστεύω τους, τις προθέσεις τους, τα θέλω τους και τελικά η συμπεριφορά τους δεν συνάδει με τα λόγια τους. Δεν σημαίνει πως είναι απαραίτητα κακοί ή δεν τα εννοούν όταν τα λένε. Πάντα θυμάμαι την επόπτριά μου -μάλιστα το αφηγούμαι και ως ανέκδοτο- όταν μου έλεγε πως όταν κάποιος μου δηλώσει το πόσο έντιμος και αξιόπιστος είναι, να φύγω τρέχοντας.

Αυτό που είμαστε αργά ή γρήγορα θα φανεί. Ειδικά εάν σχετίζεσαι σχεδόν καθημερινά μ’έναν άνθρωπο τα βασικά και τα σημαντικά για σένα θα τα καταλάβεις πολύ γρήγορα.  Θα σου έλεγα να εμπιστευτείς τον εαυτό σου, να ακούς την αίσθησή σου και μην προσπαθείς να ελέγξεις πράγματα που δεν μπορείς. Το να είσαι συνέχεια στον άλλον και να προσπαθείς να τον ερμηνεύεις, χάνεις τον εαυτό σου. και αυτό δεν το θες.

Μάθε ν’αντέχεις

IMG_20200211_143241

Οι δυσκολίες είναι συνυφασμένες με τη ζωή. Μοιραία ερχόμαστε αντιμέτωποι με διάφορα εμπόδια και φαινομενικά άδικα γεγονότα που δοκιμάζουν συνεχώς την αντοχή και την αποφασιστικότητά μας. Ορισμένοι άνθρωποι είναι πιο δυνατοί από άλλους και κάποιοι  περισσότερο ευάλωτοι στο να νιώθουν σύγχυση και απελπισία. Λίγοι αντιμετωπίζουμε επιδέξια όλες τις προκλήσεις της ζωής. Ωστόσο, οι άνθρωποι με την πάροδο του χρόνου προσαρμοζόμαστε σε καταστάσεις που αλλάζουν τη ζωή μας παρά τη θέλησή μας.

Τι μας επιτρέπει να το κάνουμε; Η ανθεκτικότητα, μια συνεχής διαδικασία που όμως απαιτεί χρόνο και προσπάθεια από μέρους μας. Η ανθεκτικότητα είναι η κατάλληλη προσαρμογή ενάντια στις αντιξοότητες, το τραύμα, ή σε καταστάσεις έντονου στρές όπως οικογενειακά προβλήματα, προβλήματα υγείας ή άγχος στο χώρο εργασίας κλπ. Το να έχω ανθεκτικότητα σημαίνει να ξανασηκώνομαι, να μπορώ να επανέρχομαι μετά από μια δυσκολία. Αυτό δεν σημαίνει πως όποιος είναι ανθεκτικός δεν αντιμετωπίζει δυσκολίες ή αγωνία.

Ο συναισθηματικός πόνος και η θλίψη είναι κοινός σε ανθρώπους που έχουν υποστεί μεγάλες αντιξοότητες ή τραύματα στη ζωή τους. Στην πραγματικότητα, ο δρόμος για την ανθεκτικότητα είναι πιθανό να συνεπάγεται μεγάλη συναισθηματική δυσφορία. Δεν πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό που είτε έχουμε είτε δεν έχουμε. Περιλαμβάνει συμπεριφορές, σκέψεις και ενέργειες που όλοι μπορούμε να μάθουμε και να αναπτύξουμε.

Ένας συνδυασμός παραγόντων συμβάλλει στο να αποκτήσουμε ανθεκτικότητα με πρωταρχικό τις υποστηρικτικές σχέσεις εντός και εκτός της οικογένειας. Αυτό που θα ακούτε συχνά ως υποστηρικτικό πλαίσιο. Οι σχέσεις που μας προσφέρουν αγάπη, εμπιστοσύνη, ενθάρρυνση μας βοηθάνε να ανταπεξέλθουμε με μεγαλύτερη σιγουριά στις αντιξοότητες. Άλλες ικανότητες που συνδέονται με την ανθεκτικότητα και όλοι μπορούμε να αναπτύξουμε είναι η ικανότητα να κάνουμε ρεαλιστικά σχέδια και να πράττουμε αυτά που χρειάζεται για να τα καταφέρουμε, βασικές δεξιότητες επικοινωνίας και επίλυσης προβλημάτων και ικανότητα να διαχειριζόμαστε έντονα συναισθήματα και παρορμήσεις.

Αποφύγετε να βλέπετε τις κρίσεις ως ανυπέρβλητα εμπόδια. Δεν μπορείτε να αλλάξετε το γεγονός ότι θα συμβαίνουν αγχωτικές αλλαγές, αλλά ο τρόπος που ερμηνεύετε τα γεγονότα και δράτε μπορεί να αλλάξει. Αποδεχτείτε ότι η αλλαγή είναι μέρος της ζωής και πως ορισμένα σχέδια ή επιθυμίες μπορεί εξαιτίας δυσμενών καταστάσεων να μην είναι πλέον εφικτό να πραγματοποιηθούν. Η αποδοχή καταστάσεων που δεν μπορούν να αλλάξουν μπορεί να σας βοηθήσει να εστιάσετε σε πράγματα που μπορείτε να αλλάξετε.

Δράστε όσο πιο αποφασιστικά μπορείτε αντί να προσπαθείτε να απομακρυνθείτε εντελώς από τα προβλήματα και την πίεση που τόσο θέλετε να αποφύγετε και διατηρήστε μια ελπιδοφόρα προοπτική. Nα έχετε μια θετική άποψη για τον εαυτό σας. Η εμπιστοσύνη στην ικανότητά σας να επιλύετε προβλήματα και να εμπιστεύεστε το ένστικτό σας θα ενισχύσουν την ανθεκτικότητά σας. Να θυμάστε πως αυτό που κάνει τη δυσκολία απρόσβλητη και τη δυστυχία μόνιμη δεν είναι τα βάσανα, αλλά η απόγνωση που μας προκαλούν ή καλύτερα η έλλειψη προθυμίας και ο φόβος να σταθούμε και να τα αντιμετωπίσουμε.

Φροντίστε τον εαυτό σας. Ικανοποιήστε τις ανάγκες σας και δώστε προσοχή και χώρο στα συναισθήματά σας. Να συμμετέχετε σε δραστηριότητες που σας δίνουν ευχαρίστηση και σας χαλαρώνουν. Η φροντίδα του εαυτού είναι αυτό που θα σας κάνει να ξανασταθείτε στα πόδια σας πιο γρήγορα.

Οι άνθρωποι δεν αντιδρούν το ίδιο στα τραυματικά και αγχωτικά συμβάντα. Το κλειδί είναι να εντοπίσετε τρόπους που είναι πιθανόν να λειτουργούν σωστά για εσάς ως μέρος της δικής σας προσωπικής στρατηγικής. To ζητούμενο δεν είναι να μην ξαναπέσετε. Το ζητούμενο είναι να ξέρετε τους τρόπους να ξανασηκωθείτε.

Το καλοκαίρι και οι προσδοκίες του

Το καλοκαίρι μοιάζει με τα Χριστούγεννα. Εναποθέτουμε σ’αυτό πολλές προσδοκίες και ελπίδες. Για αρκετούς είναι κάτι ιερό και πιστεύουν πως τα πάντα μπορεί να συμβούν στις διακοπές. Λες και είναι δυνατόν σε ένα τόσο μικρό χρονικό διάστημα να καλύψουμε τα κενά και τις ελλείψεις ενός ολόκληρου χρόνου.

Φτιάχνουμε στο μυαλό μας το ιδανικό, το τέλειο σενάριο και εάν κάτι πάει στραβά, τότε αναρωτιόμαστε “τι συμβαίνει με μένα;”. Πόσες φορές έχετε απογοητευθεί, έχετε θυμώσει ή έχετε άγχος από το χάσμα μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας;

Είναι κοινός τόπος σε διάφορες κουλτούρες και θρησκείες η αντίληψη ότι οι αυξημένες προσδοκίες μόνο βάσανα δημιουργούν σε αυτούς που τις καλλιεργούν.  Το να μην περιμένουμε κάτι συγκεκριμένο από μια συνθήκη, καταλήγει να είναι σοφία. Δεν χωράει σε καμία λογική η προσδοκία οι ίδιοι άνθρωποι, με αποκρυσταλλωμένες συνήθειες και κυρίως συμπεριφορές να αναμένεται να αντιδράσουν διαφορετικά στα ερεθίσματα μόνο και μόνο επειδή ανεβαίνει η θερμοκρασία, είναι ξαπλωμένοι μπροστά στη θάλασσα και κάνουν ένα διάλειμμα από τη δουλειά τους. Μπορεί η διάθεσή μας να είναι διαφορετική αλλά οι συνήθειες και οι συμπεριφορές μας δεν αλλάζουν καθώς αυξομειώνεται το θερμόμετρο.

Έτσι λοιπόν, αυτό που στ’αλήθεια αλλάζει το καλοκαίρι και κατά την περίοδο των διακοπών είναι οι ρυθμοί και είναι αυτή η αλλαγή στους ρυθμούς που πρέπει να δούμε ως ευκαιρία για να επανασυνδεθούμε με τον εαυτό μας και τις ανάγκες μας και ταυτόχρονα να δούμε όλα αυτά που έχουμε καταφέρει τους προηγούμενους μήνες.

Αν είναι λοιπόν να έχουμε μια προσδοκία ας είναι αυτή: να μην περιμένουμε να μας συμβεί κάτι μυθιστορηματικό, κινηματογραφικό ή και οπερατικό αν μην τι άλλο για να μην καταλήξουμε να πρωταγωνιστούμε σε επιθεώρηση.

Ας έχουμε την προσδοκία το διαφορετικό να είναι η χρήση που θα κάνουμε στο χρόνο. Να προσπαθήσουμε να επικεντρωθούμε στην κάθε στιγμή και να περάσουμε κάποιες στιγμές ηρεμίας με τις σκέψεις μας. Κάποιοι, διαβάζοντας αυτές τις γραμμές, θα σκεφτούν ότι αυτά χρειάζονται εξάσκηση ή και καθοδήγηση. Ισχύει. Αλλά αυτό που χρειάζεται ο καθένας ας το αποφασίσει μετά τις διακοπές του γιατί και οι “μεγάλες αποφάσεις” είναι κι αυτές “μεγάλες προσδοκίες”.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο επιχειρώ στις 8/8/2018