Τα αρνητικά συναισθήματα στην εργασία και πώς να τ’αντιμετωπίσετε

prada
Δίκαιο; Άδικο; Πραγματικά αδιάφορο. Το γεγονός είναι αυτό: οι άνθρωποι στη συντριπτική τους πλειοψηφία θεωρούν ότι η δουλειά τους και ο χώρος της εργασίας τους είναι η βασική πηγή του στρες, του θυμού και των απογοητεύσεων που βιώνουν στη ζωή τους.

Οι αιτίες είναι πολλές αλλά πριν μπούμε στα βαθύτερα των σκέψεων και των συναισθημάτων που αυτές τις προκαλούν ίσως είναι πιο χρήσιμο να προτείνουμε κάποιους τρόπους για τη διαχείριση των αρνητικών συναισθημάτων που βιώνουμε στο χώρο της εργασίας μας.

Τα “αρνητικά” ή μάλλον δύσκολα συναισθήματα υπάρχουν. Το να τα αγνοούμε ή να προσπαθούμε να τα διώξουμε περισσότερο κακό κάνουμε, παρά καλό. Το να μην εξουσιαζόμαστε από τα αρνητικά συναισθήματα, το να μένουμε αγκιστρωμένοι στις αναμνήσεις μόνο των ευτυχισμένων στιγμών μας, το να μην θέλουμε με τίποτα να αντιμετωπίσουμε, πόσω μάλλον να “αγκαλιάσουμε” δύσκολες συναισθηματικές καταστάσεις, όπως ο θυμός, η απογοήτευση, η αγανάκτηση, στην εποχή μας υπάρχει σαν οικουμενική απαίτηση.

Για τους περισσότερους τα αρνητικά συναισθήματα, όπως και οι αρνητικές σκέψεις είναι πηγή οπισθοδρόμησης, κίνητρο που ωθεί σε αυτοκαταστροφικές τάσεις και μόνο. Όμως, πλέον η επιστήμη έχει κάτι να πει για τα αρνητικά συναισθήματα και είναι απολύτως θετικό ή μάλλον περιγράφει τα όσα ευεργετικά μπορεί να προσφέρουν η οργή, η απογοήτευση, η κάθε στιγμή που νιώσαμε ότι “πιάσαμε πάτο” και η επιφάνεια αργεί πολύ για εμάς. Εκείνοι που αποδέχονται όλα τα συναισθήματά τους, χωρίς να τους ασκούν κριτική και να τα καταπνίγουν, έχουν λιγότερες πιθανότητες να βιώσουν τον αρνητικό αντίκτυπό τους και περισσότερες να τα μετουσιώσουν σε κάτι θετικό. Βεβαίως όταν αντιμετωπίζετε μια μεγάλη δυσκολία και μπορείτε να κάνετε κάτι όπως για παράδειγμα ν’αλλάξετε αντικείμενο ή θέση εργασίας, καλό θα ήταν να το προσπαθείτε.

Αποστασιοποιηθείτε: Παρατηρήστε αυτό που συμβαίνει σαν να είστε μια μύγα στον τοίχο. Πολλές φορές, η αποστασιοποίηση είναι ένα χρήσιμο τέχνασμα γιατί μπορεί να μειώσει την ένταση των έντονων συναισθημάτων που αισθάνεστε. Φανταστείτε ότι είστε μια μύγα στον τοίχο, παρατηρώντας την κατάστασή σας. Πώς βλέπετε τώρα την κατάσταση; Πώς την βλέπουν οι δυο άνθρωποι -εσείς και το άλλο άτομο;” Όταν αποκτούμε μια ευρύτερη προοπτική συχνά η κατάσταση δεν είναι τόσο κακή όσο νομίζαμε.  Εξυπακούεται πως δεν είναι ούτε απαραίτητο ούτε χρήσιμο να αποστασιοποιείστε διανοητικά ή συναισθηματικά σε μόνιμη βάση.

Επαναπροσδιορίστε: Όλοι έχουμε ακούσει ότι πρέπει να βλέπουμε τα θετικά σε μια αρνητική κατάσταση και η αλήθεια είναι πως αυτό είναι ιδιαίτερα χρήσιμη στρατηγική όταν μας συμβαίνει ένα ανεπιθύμητο γεγονός. Για ένα αρνητικό προσπαθήστε να σκεφτείτε ένα θετικό. Για παράδειγμα, εάν πήρατε ένα όχι και πολύ υποστηρικτικό feedback θα μπορούσατε να το επαναπροσδιορίσετε ως χρήσιμη πληροφορία για να κάνετε κάτι καλύτερα. Όσο πιο συχνά προκαλείτε τον εαυτό σας να βρίσκει ένα θετικό σε μια δύσκολη κατάσταση, τόσο πιο εύκολα θα γίνεται μετά.

Την εξάσκηση αυτών των τακτικών ή νέων συμπεριφορών δείτε την ως απόκτηση νέων εργαλείων που θα βελτιώσουν όχι μόνο την καθημερινότητά σας αλλά και τις εργασιακές σας σχέσεις.

#youcanlearntobehappy

Το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται κάποιος είναι να του λένε τι να κάνει.
Όμως η φωτογραφία με αυτές τις προτάσεις-συμβουλές -αν και αυτονόητες- μπορεί να μας βοηθήσουν να επιστρέψουμε στον εαυτό μας. Η μετάφραση δεν είναι ακριβής, έδωσα εγώ το δικό μου νόημα.

1.  Μην ακούτε και μην αναπαράγετε κουτσομπολιά
2.  Αγνοείστε τι λένε οι άλλοι για εσάς (εκτός εάν ξέρετε τις προθέσεις τους)
3.  Σχεδιάστε εσείς τη ζωή σας
4.  Δοκιμάστε να νοηματοδοτήσετε ένα γεγονός με διαφορετικό τρόπο
5.  Καλλιεργήστε μια στάση ευγνωμοσύνης
6.  Γελάστε περισσότερο
7.  Αφήστε πίσω τις πικρίες

IMG_20200210_100622.png

Κάποιον μου θυμίζεις

IMG_20200209_193028
Ένα απ’τα πιο συχνά ερωτήματα -που το ακούμε και σε διάφορες παραλλαγές- είναι το “πώς γίνεται αυτοί/ες που επιλέγω να μου συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο;”
Θεωρητικά είμαστε ελεύθεροι να επιλέξουμε το είδος ανθρώπου που θα αγαπήσουμε αλλά στην πραγματικότητα η επιλογή μας είναι μάλλον πολύ λιγότερο ελεύθερη από ό,τι φανταζόμαστε. Οι περιορισμοί γύρω απ’τους οποίους μπορούμε να αγαπάμε και να νιώθουμε καλά προέρχονται από ένα μέρος που όλοι οι ψυχοθεραπευτές αρέσκονται να πηγαίνουν. Στην παιδική ηλικία. Η ψυχολογική ιστορία του καθενός μας προδιαθέτει να επιλέγουμε ορισμένους τύπους ανθρώπων.

Ψάχνουμε εκείνους που από πολλές απόψεις αναβιώνουν τα συναισθήματα αγάπης που γνωρίζαμε όταν ήμασταν μικροί. Το θέμα είναι ότι η αγάπη που πήραμε κατά την παιδική μας ηλικία δεν φτιάχτηκε μόνο από γενναιοδωρία, ευαισθησία και καλοσύνη. Δεδομένου το ότι οι γονείς είναι άνθρωποι και κάνουν λάθη -παρ’όλη την αδιαμφισβήτητα καλή πρόθεσή τους- κάποιες φορές η αγάπη συνοδεύεται και με οδυνηρές πτυχές: την αίσθηση πως δεν είμαι αρκετά καλός, μια αγάπη για έναν γονέα νάρκισσο ή καταθλιπτικό ή εύθραυστο ή η αίσθηση πως ποτέ κανείς δεν μπορεί να είναι πλήρως ευάλωτος γύρω από έναν φροντιστή.

Έτσι, στην ενήλικη ζωή μας θα βρούμε συντρόφους που κάτι στην συμπεριφορά τους θα μας είναι οικείο και θα το έχουμε ξαναζήσει.  Δεν δίνουμε σημασία και ευκαιρία σε ανθρώπους οι οποίοι δεν είναι διατεθειμένοι να ικανοποιήσουν τη λαχτάρα μας για πολυπλοκότητες που έχουμε συνδέσει με την αγάπη. Μπορεί να περιγράψουμε κάποιον ως “βαρετό” όταν στην πραγματικότητα εννοούμε: είναι απίθανο να με κάνει να υποφέρω με τον τρόπο που πρέπει να υποφέρω για να αισθανθώ ότι η αγάπη είναι πραγματική.

Πολλοί λένε πως η λύση είναι απλά να προσπερνάμε αυτούς που έχουν ιδιόμορφη συμπεριφορά και μας ελκύουν και να βρούμε κάποιον με πιο υγιή συμπεριφορά. Θεωρητικά είναι μια καλή λύση και συχνά πρακτικά αδύνατη. Αντί να επιδιώκουμε να αλλάξουμε προτιμήσεις θα ήταν καλύτερο να προσαρμόσουμε τον τρόπο με τον οποίο αντιδρούμε σε συμπεριφορές οικείες που στο τώρα, αν και ενήλικοι μας καθηλώνουν.

Κάτι που επαναλαμβάνω πολύ συχνά γιατί γνωρίζω τη χρησιμότητα της ψυχοεκπαίδευσης είναι πως πολλές φορές τα συναισθήματά μας δεν γεννιούνται από την τρέχουσα κατάσταση και δεν αφορούν στην πραγματικότητα το εν λόγω πρόσωπο, αλλά μια συμπεριφορά τους αναπαράγει-πυροδοτεί κάτι που μας συνέβη πριν πολύ καιρό.  Στο τότε, το είχαμε βιώσει πραγματικά τραυματικά γιατί ένα παιδί δεν μπορεί να εξηγήσει γνωστικά αυτά που του συμβαίνουν και δεν έχει και επιλογές. Στο σήμερα, εάν κάποια συμπεριφορά επαναληφθεί, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να γυρίσω πάλι πίσω στο παλιό, παρόλο που γνωστικά θα λέω “μα δεν είναι δυνατόν”.  Σ’αυτό ακριβώς το σημείο θα γίνει η παρέμβασή μου και πλέον θα αντιδράσω ως ενήλικας  και όχι ως το παιδί που ήμουν τότε. Για παράδειγμα εάν ως παιδί δεν έπαιρνα την προσοχή που ήθελα και δεν ήξερα τον τρόπο να τη ζητήσω, τότε θα έβρισκα έμμεσους τρόπους για να πάρω αυτό που είχα ανάγκη.

Στο σήμερα, εάν ο/η σύντροφός μου είναι απορροφημένος με τη δουλειά του και εγώ αντιδράσω όπως παλιά, τότε είτε θα το μεταφράσω “δεν νοιάζεται αρκετά, δεν είμαι αρκετά σημαντικός/ή” ή θα αντιδράσω χειριστικά για να πάρω αυτό που χρειάζομαι. Ένας ενήλικας, που γνωρίζει και έχει δουλέψει τα θέματά του, έστω και αν πυροδοτηθεί ένα παλιό συναίσθημα θα έχει τη δυνατότητα να σκεφτεί κάτι όπως: “έχει δουλειά, έχω και εγώ δουλειά και είναι εντάξει”.  Γιατί θα γνωρίζει πως στο σήμερα έχει πάντα επιλογές.

Δεν προτρέπω, ούτε υπονοώ να μένουμε σε καταστάσεις δύσκολες και ταλαιπωρητικές για να δούμε και να επιλύσουμε τα παλιά μας τραύματα.  Όμως, ως ενήλικες μπορούμε να αποκτήσουμε τις ικανότητες που θα μας επιτρέψουν να πειραματιστούμε με τις προκλήσεις του “εδώ και τώρα” που ως παιδιά στο “εκεί και τότε” δεν μπορούσαμε.

Ο Υποκόμης και ο Καθηγητής

IMG_20200204_121928
Why do you suppose we only feel compelled to chase the ones who run away?
αναρρωτήθηκε μελαγχολικά μέχρι και ο Κόμης Βαλμόν στις επικίνδυνες σχέσεις.

Αιώνες μετά, το βασανιστικό  ερώτημα παραμένει για πολλούς αναπάντητο. Το ακούμε πολύ συχνά και σε διάφορες παραλλαγές: “Γιατί αυτή η συγκεκριμένη σχέση μ’έχει καθηλώσει και δεν μπορώ να προχωρήσω” ή  “γιατί αυτοί/ες που επιλέγω να έχουν τα ίδια μοτίβα συμπεριφοράς;”

Για τη Μαρκησία ντε Μαρτέιγ, η απάντηση ήταν μονολεκτική. Ανωριμότητα.
Για τον Καθηγητή και ψυχαναλυτικό ψυχοθεραπευτή Jeremy Holmes, τα πράγματα είναι λίγο πιο πολύπλοκα. Ο Jeremy Holmes εξετάζει τη θεωρία του Bowlby -τις διεργασίες της προσκόλλησης και της απώλειας- και ερευνά τους τρόπους με τους οποίους η “Θεωρία του Δεσμού” μπορεί να βοηθήσει στην κατανόηση της κοινωνίας και των προβλημάτων που την βασανίζουν.

H φύση και η μορφή της πρώτης σχέσης γίνεται μοντέλο για τις μετέπειτα σχέσεις, προκαλώντας προσδοκίες για το αν το άτομο είναι άξιο αγάπης και κατά πόσο μπορεί να βασιστεί στους άλλους. Σύμφωνα με τον Holmes, κατά τη διαδικασία της κοινωνικής μας εξέλιξης, κατασκευάζουμε εσωτερικά λειτουργικά μοντέλα (internal working models) ή νοητικές αναπαραστάσεις του εαυτού και των προτύπων αλληλεπίδρασης με τους άλλους. Τα μοντέλα αυτά οργανώνουν την εξέλιξη της προσωπικότητας, κατευθύνουν την κοινωνική μας συμπεριφορά και αποτελούν τη βάση για τη διαμόρφωση προσδοκιών, αντιλήψεων και συμπεριφορών, καθώς και το πως βιώνουμε τα συναισθήματα σε υπάρχουσες αλλά και σε νέες σχέσεις.

“Δηλαδή, τώρα που ξέρω, θα σταματήσω να κάνω σχέσεις που με ταλαιπωρούν;”.

Όταν κάποιος φτάσει στην κατανόηση των βιωμάτων του και αξιολογήσει το παρελθόν του, είναι σημαντικό να μη σταθεί μόνο στη λύπη. Εάν στο σήμερα νιώθω υπερβολικό πόνο ή καθήλωση για κάποια συμπεριφορά που έρχεται από τον απέναντι μου, θα με βοηθήσει να μείνω λίγο σε μένα και να σκεφτώ, τι μου θυμίζει αυτή η συμπεριφορά που με καθηλώνει και από που την ξέρω. υπήρχε κάποιος στο στενό μου περιβάλλον που συμπεριφερόταν παρόμοια;

Πολλές φορές τα συναισθήματά μας δεν γεννιούνται από την τρέχουσα κατάσταση και δεν αφορούν στην πραγματικότητα το εν λόγω πρόσωπο, αλλά αναπαράγουν-πυροδοτούν κάτι που μας συνέβη πριν πολύ καιρό.  Στο τότε, το είχαμε βιώσει πραγματικά τραυματικά ίσως γιατί ένα παιδί δεν μπορεί να εξηγήσει γνωστικά αυτά που του συμβαίνουν. Στο σήμερα, εάν κάποια παρόμοια συμπεριφορά επαναληφθεί, υπάρχει πιθανότητα να με γυρίσει πάλι πίσω στο παλιό, παρόλο που γνωστικά θα λέω “μα πως είναι δυνατόν”.

Το παρελθόν δεν αλλάζει. Αλλάζει όμως ο τρόπος με τον οποίο το αντιμετωπίζω και σίγουρα, η μεγαλύτερη παγίδα, θα είναι να προσπαθήσω ν’ αλλάξω τον άλλον. Δεν έχουμε καμιά δουλειά να κάνουμε τέτοια πράγματα. Το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να επικεντρωθούμε σε εμάς και στις αλλαγές που θα κάνουν τη ζωή μας καλύτερη.

Ο τρόπος που μιλάω στον εαυτό μου

cof

Κάθε τι που βιώνουμε είναι το αποτέλεσμα του τρόπου που είχαμε αντιδράσει σε ένα ή περισσότερα γεγονότα στη ζωή μας. Για να φτάσουμε όμως στη δράση, έχουν προηγηθεί διάφορα άλλα στάδια με πρώτο αυτό της αρχικής μας σκέψης. Ο τρόπος που σκεφτόμαστε, ο τρόπος που ερμηνεύουμε ένα γεγονός, ακόμα και οι εικόνες που φτιάχνουμε για εμάς και τους άλλους στο μυαλό μας καθορίζει τη συμπεριφορά μας, τη δράση μας.

Συμβαίνει κάποιο γεγονός σημαντικό ή ασήμαντο. Στο ερέθισμα που έρχεται απ’το περιβάλλον δεν έχουμε κάποιο έλεγχο ούτε μπορούμε να το αλλάξουμε. Το να προσπαθούμε να ελέγχουμε ή να αλλάξουμε το ερέθισμα -το οποίο μπορεί να είναι οτιδήποτε- είναι κουραστικό και μάταιο.

Αυτό που μπορούμε να αλλάξουμε, να έχουμε έλεγχο είναι μόνο στον εαυτό μας και συγκεκριμένα στην αρχική μας σκέψη. Γιατί είναι τόσο σημαντική η αρχική μας σκέψη; γιατί αυτή θα καθορίσει το συναίσθημα που θα προκύψει, το σωματικό σύμπτωμα και τη δράση μας, τη συμπεριφορά μας. Εάν η αρχική μας σκέψη δεν είναι υποστηρικτική προς εμάς, ή διαστρεβλωμένη τότε το συναίσθημα που θα έχουμε να διαχειριστούμε θα είναι δύσκολο, το πιθανότερο είναι να μην αισθανόμαστε καλά στο σώμα και η δράση-συμπεριφορά δεν θα είναι σε καμία περίπτωση βοηθητική.

Ετσι λοιπόν όταν καταλαβαίνετε πως η αρχική σας σκέψη δεν είναι βοηθητική -θα το αναγνωρίζετε απ’όλα τα υπόλοιπα και κυρίως απ’την αίσθηση στο σώμα και τη δράση- είναι να στέκεστε λίγο σε εσάς και να λέτε “υπάρχει κάποιος άλλος τρόπος να σκεφτώ και να ερμηνεύσω το αρχικό ερέθισμα;” Εάν αυτό σας δυσκολεύει τότε σκεφτείτε ή ρωτήστε κάποιον που σκέφτεται και αντιδρά διαφορετικά από εσάς.  Να θυμάστε πως μόνο τρία πράγματα μπορούμε να ελέγξουμε: τις σκέψεις μας, τις εικόνες που φτιάχνουμε στο μυαλό μας και τη συμπεριφορά μας.

Από πολλούς η παραφροσύνη ορίζεται ως η συνεχής επανάληψη μιας συμπεριφοράς με την προσδοκία ενός διαφορετικού αποτελέσματος. Δοκιμάστε να αλλάξετε τις σκέψεις σας, τις συνήθειές σας, τον τρόπο που νοηματοδοτείτε αυτά που σας συμβαίνουν, αυτά που διαβάζετε, τους ανθρώπους που συναναστρέφεστε και κυρίως τον τρόπο που μιλάτε για τον εαυτό σας και τους άλλους.

Έχω παρατηρήσει πως ένα μεγάλο ποσοστό ανθρώπων στεναχωριέται και μένει στο γεγονός πως κάποια πράγματα τα έμαθε σε μεγάλη ηλικία και ότι θα πρέπει να καταβάλει προσπάθεια για να καταφέρει να σκέφτεται υποστηρικτικά προς τον εαυτό του.  Το καταλαβαίνω πάρα πολύ, όμως να χαίρεστε που έχετε τη δυνατότητα να μαθαίνετε καινούργιους τρόπους -και ας μην τους χρησιμοποιήσετε ποτέ- γιατί αυτό σας δίνει επιλογές.

Ο φίλος μου χρειάζεται έναν ειδικό. Πώς θα πειστεί να τον δει;

“Ένας παιδικός μου φίλος περνάει πολύ δύσκολα τον τελευταίο καιρό και τον βλέπω να κλείνεται όλο και περισσότερο. Στο παρελθόν εγώ είχα απευθυνθεί σε κάποιον ειδικό και με είχε βοηθήσει πολύ και θέλω να τον κάνω να πάει και εκείνος. Προσπάθησα να του το πω αλλά δεν είχα αποτέλεσμα. Μπορείς να μου πεις τι να του πω για να πάει;”

Πρέπει να νοιάζεσαι και να ανησυχείς πολύ για τον φίλο σου. Ο τρόπος για να τον κάνεις να απευθυνθεί σε κάποιον ειδικό λοιπόν είναι απλός. Να μιλήσεις για σένα και το πως αισθάνεσαι με το να τον βλέπεις να δυσκολεύεται χρησιμοποιώντας πάντα το πρώτο πρόσωπο. Να του πεις πως ενδιαφέρεσαι και ανησυχείς και πως θες να είναι υγιής και ευτυχισμένος. Ρώτησέ τον τι μπορείς να κάνεις για να βοηθήσεις. Μοιράσου τη δική σου εμπειρία και πόσο βοηθήθηκες, όταν απευθύνθηκες σε κάποιον ψυχοθεραπευτή. Να εστιάσεις στη διαδικασία και όχι στο αποτέλεσμα και να μη ξεχνάς πως δεν γίνεται να τον υποχρεώσεις  να κάνει κάτι εάν ο ίδιος δεν το έχει αποφασίσει.  Να θυμάσαι ότι το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να προκαλέσεις την αλλαγή που ελπίζεις και εύχεσαι για εκείνον και ακόμα κι αν δεν είναι έτοιμος να αναζητήσει επαγγελματική βοήθεια τώρα, μπορεί να θυμηθεί αυτά που του είπες όταν και αν θα είναι έτοιμος να κάνει αυτό το βήμα.

 

Η δυσκολία να επιλέγω

Ένας απ’τους λόγους που μένουμε καθηλωμένοι ή αναβάλλουμε να πάρουμε σημαντικές αποφάσεις είναι γιατί φοβόμαστε να κάνουμε μια λάθος επιλογή. Κατά βάθος θέλουμε οι επιλογές μας να είναι τέλειες, χωρίς κόστος, που θα οδηγούν σε μια άψογη ζωή.

Για να απαλλαγούμε απ’αυτόν τον ουτοπικό τρόπο σκέψης θα βοηθήσει να αποδεχθούμε το αναπόφευκτο της αγωνίας, του απροσδόκητου και του πόνου γύρω από μια επιλογή. Πολλοί περνάμε τη ζωή μας αποφεύγοντας να κάνουμε δύσκολες επιλογές, όπου και αυτή η στάση τελικά καταλήγει να είναι ένα είδος επιλογής από μόνη της.

Αναβάλλουμε προσπαθώντας μάταια να ελέγξουμε και να μην έρθουμε σε επαφή με την πραγματικότητα που συνεπάγεται μια απόφαση που θα πάρουμε. Αυτή του συμβιβασμού και της αποδοχής. Αν αποδεχτώ την πρόταση για δουλειά σε μια άλλη χώρα ή πόλη νέες προοπτικές ανοίγονται μπροστά μου, αλλά θα χάσω τους φίλους μου και θα νιώθω μοναξιά. Αν αφιερωθώ στη σταδιοδρομία που θέλω θα παραμεληθούν άλλες πλευρές και θα μείνουν ακάληπτες άλλες ανάγκες μου αφού δεν θα έχω ελεύθερο χρόνο. Και αν τελικά κάνω λάθος και το μετανιώσω;

Αν όμως καθυστερήσω να αποφασίσω τότε όλες οι επιλογές μου φαίνεται να μένουν ανοιχτές τουλάχιστον ως δυνατότητες. Ωστόσο αυτό είναι μια ψευδαίσθηση. Η αναβλητικότητα, η δυσκολία να πάρω μια απόφαση θα αμβλυνθεί εάν αποδεχθώ δυο πράγματα. Το να μην παίρνω καμία απόφαση είναι και αυτό μια επιλογή που ίσως θα ήταν χρήσιμο να σταθώ και να δω εάν αυτός ο τρόπος με βοηθάει στη ζωή μου και πως κάθε επιλογή θα σημαίνει πως θα χάσω κάτι άλλο ίσως εξίσου σημαντικό. Γιατί δεν υπάρχει επιλογή χωρίς κόστος.

 

 

Το status quo ως φόβητρο

Έκπληκτος ένας φίλος μου διηγήθηκε ένα περιστατικό κάποιου γνωστού του.
Η εταιρεία που δούλευε του έκανε μια φοβερά ελκυστική προσφορά στα γραφεία άλλης χώρας και εκείνος  επειδή ένιωθε πως ήθελε να αλλάξει κάτι στη ζωή του -αλλά και θεώρησε λάθος επιλογή να πετάξει μια τέτοια ευκαιρία που πολλοί θα ζήλευαν- είδε αυτή τη μετάβαση σαν μια εξαιρετική εξέλιξη. Άρχισε να μοιράζεται τα νέα με γνωστούς και φίλους, να σχεδιάζει αυτή τη ριζική αλλαγή -μιας που θα μετακόμιζε όλη η οικογένεια- και να δέχεται τα συγχαρητήρια για τη γενναία απόφαση που πήρε σε μια όχι και τόσο νεαρή ηλικία.

Όμως, όσο περνούσε ο καιρός έφτασε σε μια ενοχλητική για εκείνον συνειδητοποίηση. Ήταν εντάξει εκεί που ήταν και η πραγματική φύση του βαλτόματος που ένιωθε δεν είχε να κάνει με τη δουλειά του. Ήθελε να μείνει εκεί όπου ακριβώς είναι χωρίς την πολλά υποσχόμενη καριέρα που θα αποκτούσε εάν έφευγε. Αυτό που τον ενοχλούσε ήταν η γνώμη των φίλων και των γνωστών με αυτή του την απόφαση. Θα τον θεωρούσαν δειλό και πως πετούσε μια ανέλπιστη ευκαιρία όχι μόνο για εκείνον αλλά και για την οικογένειά του.

Ζούμε σ’έναν κόσμο που δεν έχουμε σε μεγάλη εκτίμηση εκείνον που δεν επιθυμεί να προχωρήσει, να εξελιχθεί, να κάνει μια επιτυχημένη καριέρα. Οι λέξεις που χρησιμοποιούμε όταν μιλάμε για δουλειά τείνουν να έχουν μια ριζική κινητικότητα: καινοτομία, νέοι ορίζοντες, εξωστρέφεια, τολμηρές τροχιές, projects, επιχειρηματικότητα, networking.  Ένας τρόπος σκέψης, μια επιλογή και στάση ζωής ενδιαφέρουσα, σύγχρονη, ανήσυχη για όποιον αποφασίζει να την ακολουθήσει. Το ίδιο κύρος όμως έχει και κάποιος που παίρνει μια συνειδητή απόφαση να μένει εκεί που είναι. Καμία απ’τις δυο κατευθύνσεις δεν είναι ντροπή.

Ίσως, η τωρινή εργασιακή μας κατάσταση να θυμίζει τη ζωή σ’ένα νησί πριν την καλοκαιρινή σεζόν. Τα ήσυχα μέρη είναι εντάξει. Μπορεί να μη φτάσουμε ποτέ στην κορυφή αλλά και η μέση της διαδρομής έχει ωραία αξιοθέατα. Η καλή, απλή ζωή είναι ένα επίτευγμα από μόνη της.  Όσο καχύποπτοι πρέπει να είμαστε μ’εκείνους που προσπαθούν να μας αποθαρρύνουν απ΄το να κυνηγήσουμε τα όνειρά μας, άλλο τόσο πρέπει να είμαστε μ’εκείνους που προσπαθούν να μας ενθαρρύνουν να παίρνουμε ρόλους που δεν μας ταιριάζουν.  Το status quo δεν είναι εχθρός, είναι απλά μια άλλη επιλογή και πολύ συχνά αξιοπρεπής και αξιοσέβαστη.

Πώς να αποφύγω τους ακατάλληλους, για μένα, συντρόφους;

Έλαβα το παρακάτω μέιλ:

Αφού λοιπόν οι περισσότεροι επιλέγουμε ανθρώπους ακατάλληλους και μάλιστα ξανά και ξανά μπορώ να σπάσω αυτό το μοτίβο; Είναι λύση το να επιλέγω αυτούς που δεν ερωτεύομαι ή κάποιον που δεν βρίσκω τόσο ελκυστικό; Μπορεί να λειτουργεί έτσι;”

Απαντώ:

Για να σπάσουμε ένα μοτίβο είναι χρήσιμο να έχουμε επίγνωση την ανάγκη που αυτό μας καλύπτει ή νομίζουμε πως καλύπτει. Ένας τρόπος για να αποκτήσουμε επίγνωση είναι και η ψυχοεκπαίδευση γι’αυτό και θα σταθώ λίγο στο γιατί πολλές φορές καθηλωνόμαστε σε συμπεριφορές -και όχι σε ανθρώπους όπως πιστεύουμε- που μας ταλαιπωρούν.

Θεωρητικά είμαστε ελεύθεροι να επιλέξουμε το είδος ανθρώπου που θα αγαπήσουμε αλλά στην πραγματικότητα η επιλογή μας είναι πολύ λιγότερο ελεύθερη από ό,τι φανταζόμαστε καθώς η ψυχολογική ιστορία του καθενός μας προδιαθέτει να επιλέγουμε ορισμένους τύπους ανθρώπων που σίγουρα μεταξύ αυτών θα εντοπίσετε κοινά χαρακτηριστικά ή συμπεριφορές.

Μ’αυτό εννοώ πως σε μεγάλο βαθμό ψάχνουμε εκείνους που αναβιώνουν τα συναισθήματα αγάπης που γνωρίζαμε όταν ήμασταν μικροί. Όμως, η αγάπη που πήραμε τότε δεν φτιάχτηκε μόνο από γενναιοδωρία, ευαισθησία και άνευ όρων αποδοχή αλλά δεδομένου το ότι οι γονείς είναι άνθρωποι και κάνουν λάθη, η αγάπη αυτή μπορεί να συνοδεύτηκε και με οδυνηρές πτυχές.

Έτσι, στην ενήλικη ζωή μας θα ψάχνουμε συντρόφους που κάτι στην συμπεριφορά τους θα μας είναι οικείο και θα το έχουμε ξαναζήσει. Και αυτό γιατί οι άνθρωποι πάμε στο γνώριμο γιατί εκεί ξέρουμε τον τρόπο να υπάρχουμε, τον τρόπο που θα συμπεριφερθούμε. Δύσκολα και μετά από σκέψη θα δώσουμε ευκαιρία σε ανθρώπους οι οποίοι δεν είναι διατεθειμένοι να ικανοποιήσουν την επιθυμία μας για πολυπλοκότητες που έχουμε λανθασμένα συνδέσει με την αγάπη. Πολύ συχνά περιγράφουμε κάποιον ως “βαρετό” όταν στην πραγματικότητα εννοούμε: “Είναι απίθανο να με κάνει να υποφέρω με τον τρόπο που πρέπει να υποφέρω για να αισθανθώ ότι η αγάπη είναι πραγματική”.

Εάν κατάλαβα σωστά, με ρωτάς εάν η λύση είναι απλά να προσπερνάμε αυτούς που έχουν ιδιόμορφη συμπεριφορά και μας ελκύουν και να βρούμε κάποιον που δεν μας ελκύει τόσο αλλά θα είναι πιο κατάλληλος. Θεωρητικά είναι μια λύση αν και έτσι όπως το θέτεις είναι σα να πρέπει να πιεις το πηχτό ροζ σιρόπι για τη γρίπη. Αναρωτιέμαι εάν θα ήταν καλύτερο για σένα να δεις ποιες συμπεριφορές πυροδοτούν τα δικά σου θέματα και να τα φροντίσεις αντί να σκέφτεσαι να γνωρίσεις κάποιον που δεν θα σε ελκύει και τόσο πολύ. Ο λόγος που στο προτείνω είναι γιατί τις περισσότερες φορές τα συναισθήματά μας δεν γεννιούνται από την τρέχουσα κατάσταση και δεν αφορούν στην πραγματικότητα το πρόσωπο που σχετιζόμαστε, αλλά μια συμπεριφορά του αναπαράγει-πυροδοτεί κάτι που μας συνέβη πριν πολύ καιρό.

Στο τότε, το είχαμε βιώσει τραυματικά γιατί ένα παιδί δεν μπορεί να εξηγήσει γνωστικά αυτά που του συμβαίνουν και δεν έχει και επιλογές. Στο σήμερα, εάν κάποια συμπεριφορά επαναληφθεί, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να γυρίσω πάλι πίσω στο παλιό, παρόλο που γνωστικά θα λέω “μα δεν είναι δυνατόν”.  Σ’αυτό ακριβώς το σημείο θα γίνει η παρέμβασή μου και πλέον θα αντιδράσω ως ενήλικας  και όχι ως το παιδί που ήμουν τότε. Δεν θα σου πω ψέματα. Ο τρόπος αυτός δεν είναι ούτε γρήγορος, ούτε εύκολος και σίγουρα όχι ευχάριστος. Έχει όμως αποτέλεσμα, μαθαίνεται και μπορώ να σου εγγυηθώ πως πρόκειται για μια επένδυση με πολύ μεγάλη απόδοση.

 

Πόσα μαθαίνουμε για τον άλλον ρωτώντας;

“Μήπως μπορείς να μας δώσεις μερικές ερωτήσεις που πρέπει να κάνουμε στο πρόσωπο που μας ενδιαφέρει; τι είδους ερωτήσεις μπορούν να μας βοηθήσουν να τον γνωρίσουμε καλύτερα και να δούμε πτυχές του χαρακτήρα του;

Διαβάζοντας το παραπάνω μέιλ της αναγνώστριας θυμήθηκα αυτό το άρθρο το οποίο επικαλείται μια έρευνα ενός ψυχολόγου, στην οποία διερευνήθηκε και κατά πόσο η οικειότητα μεταξύ δυο αγνώστων μπορεί να επισπευθεί με το να απαντήσει ο ένας στον άλλο μια σειρά προσωπικών ερωτήσεων. τριάντα έξι στο σύνολο.

Μπορούμε, όντως να μάθουμε το χαρακτήρα κάποιου κάνοντάς του κάποιες συγκεκριμένες ερωτήσεις; Κάποια πράγματα σίγουρα θα μάθουμε. Όση εμπειρία έχω απ’τους ανθρώπους και τις σχέσεις πάντα επιβεβαιώνεται το απόφθεγμα “αυτό που είσαι μου φωνάζει τόσο δυνατά, που δεν μπορώ ν’ακούσω λέξη απ’όσα λες”.

Η συμπεριφορά μας και όχι αυτά που λέμε ή αυτά που σκεφτόμαστε είναι αυτό που μετράει. Όλοι έχουμε γνωρίσει ανθρώπους οι οποίοι έχουν μοιραστεί τα πιστεύω τους, τις προθέσεις τους, τα θέλω τους και τελικά η συμπεριφορά τους δεν συνάδει με τα λόγια τους. Δεν σημαίνει πως είναι απαραίτητα κακοί ή δεν τα εννοούν όταν τα λένε. Πάντα θυμάμαι την επόπτριά μου -μάλιστα το αφηγούμαι και ως ανέκδοτο- όταν μου έλεγε πως όταν κάποιος μου δηλώσει το πόσο έντιμος και αξιόπιστος είναι, να φύγω τρέχοντας.

Αυτό που είμαστε αργά ή γρήγορα θα φανεί. Ειδικά εάν σχετίζεσαι σχεδόν καθημερινά μ’έναν άνθρωπο τα βασικά και τα σημαντικά για σένα θα τα καταλάβεις πολύ γρήγορα.  Θα σου έλεγα να εμπιστευτείς τον εαυτό σου, να ακούς την αίσθησή σου και μην προσπαθείς να ελέγξεις πράγματα που δεν μπορείς. Το να είσαι συνέχεια στον άλλον και να προσπαθείς να τον ερμηνεύεις, χάνεις τον εαυτό σου. και αυτό δεν το θες.