Παθητική επιθετικότητα

Η παθητικο επιθετική συμπεριφορά είναι μια έμμεση μορφή έκφρασης θυμού και δυσαρέσκειας, συχνά μέσω της ειρωνείας, της αδιαφορίας ή της σκόπιμης αναβλητικότητας. Έχουμε αυτή τη συμπεριφορά όταν δυσκολευόμαστε να εκφράσουμε τον θυμό μας άμεσα και με ειλικρίνεια τις περισσότερες φορές γιατί φοβόμαστε τη σύγκρουση ή έχουμε μεγαλώσει σε περιβάλλοντα που η έκφραση θυμού δεν ήταν αποδεκτή. Η έμμεση επιθετικότητα μας επιτρέπει να εκφράζουμε την αγανάκτησή μας χωρίς να εμπλεκόμαστε σε άμεσες αντιπαραθέσεις παρόλο που με αυτή ακριβώς τη συμπεριφορά οδηγούμαστε σε εντάσεις και παρανοήσεις. 

Παθητικοεπιθετική συμπεριφορά είναι και όταν 

Αποφεύγουμε την επικοινωνία
Αναβάλλουμε σκόπιμα
Κρύβουμε την κριτική πίσω από κοπλιμέντα
Εκφράζουμε με έμμεσο τρόπο τα θέλω μας
Υπονομεύουμε τις προσπάθειες των άλλων
Κάνουμε ερωτήσεις με προκλητικό τρόπο
Αποκλείουμε κάποιον
Κρατάμε λογαριασμό, καταγράφουμε για το ποιος κάνει τι μέσα σε μια σχέση

Ανακτώντας την πλοκή

Αρκετά συχνά, άλλοι λιγότερο άλλοι περισσότερο, χάνουμε την επαφή με την πλοκή της ζωής μας. Ξεχνάμε γιατί ακριβώς κάνουμε αυτό που κάνουμε, τι έχει σημασία για εμάς, πού πηγαίνουμε και ποιοι είμαστε. Είναι τόσο έντονοι οι ρυθμοί της καθημερινότητας που απαιτούν από εμάς προσοχή σε κάθε μας βήμα, που όμως μπορεί να μας αποσπά από το μεγαλύτερο και σπουδαιότερο “ταξίδι”. Προσέχουμε κάθε πέτρα και λακκούβα και δεν έχουμε χρόνο να παρατηρήσουμε και να περιηγηθούμε στο τοπίο. Μπορεί να περάσουν μήνες, χρόνια χωρίς να μας δίνουμε την ευκαιρία να μας παρατηρήσουμε γιατί στεκόμαστε πολύ κοντά. 

Εάν το θέλουμε, μπορούμε και πρέπει να μας επιτρέπουμε να έχουμε το δικαίωμα και να χάνουμε την πλοκή και τον χρόνο να την ξαναβρούμε. Θα βοηθήσει εάν σταθούμε και απαντήσουμε σε κάποιες ερωτήσεις. Τι μου αρέσει ακόμα; Τι μπορώ να ξεχάσω; Τι έχει για μένα σημασία στο τώρα; ποιος εξακολουθεί να μετράει για μένα; γιατί δεν υπάρχει πλέον χρόνος; τι είναι για μένα μια καλή ζωή; αν δεν φοβόμουν τι θα έκανα; αν είχα τρεις μήνες ζωής τι θα έκανα; υπάρχει κάτι που να με ενθουσιάζει;

Κάποιος θα σκεφτεί πως αυτά είναι πολύ στοιχειώδη και πως θα “έπρεπε” ήδη να τα έχουμε απαντήσει. Κάποιες απαντήσεις έχουν ήδη διαμορφωθεί και περιμένουν πίσω από μια κουρτίνα και άλλες χρειάζεται να συναρμολογηθούν εκ νέου. 

Υπάρχει ένα είδος αγχώδους εξάντλησης που δεν είναι απλά κούραση, αλλά μια συσσωρευμένη αγχώδης σύγχυση για όλη την πορεία της ζωής μας. Είναι αναμενόμενο γιατί είμαστε όντα που συχνά χάνουμε, ξεχνάμε το νήμα της ύπαρξής μας. Το να ξεχνάμε τι ακριβώς κάνουμε είναι σημάδι ανώτερης λογικής και μιας ζωής που ίσως και να ακολουθήσει ενδιαφέρουσες πορείες. 

Το μικρό μαύρο φόρεμα

Οι αληθινές πολυτέλειες της ζωής εκδηλώνονται συχνά στις πιο απλές μορφές. Βρίσκονται στην ανεμελιά των ήρεμων πρωινών, όπου ο χρόνος κυλάει αργά.  Στην ελευθερία να επιλέγουμε και να σχεδιάζουμε τη δική μας πορεία, σ’έναν ήρεμο, ξεκούραστο και αναζωογονητικό βραδυνό ύπνο, στην ψυχική και πνευματική ηρεμία. Βρίσκονται στις ήρεμες και “βαρετές” ημέρες όπου η απλότητα και η ικανοποίηση ευδοκιμούν. Βρίσκονται όταν είμαστε παρόντες, σε αυτό  που συμβαίνει στο “εδώ” και “τώρα”. Στην παρουσία και την επαφή των  ανθρώπων που αγαπάμε και που ξέρουμε πως μας αγαπούν και αυτοί. 

Μαθαίνοντας να αισθανόμαστε

Πόσο εύκολο είναι να νιώθουμε αυτό που πραγματικά νιώθουμε όσο το δυνατόν πιο κοντά στη στιγμή που το νιώθουμε και στη συνέχεια να μπορούμε να το εκφράσουμε είτε στον εαυτό μας είτε σε κάποιον άλλον χωρίς ντροπή ή μεγάλη διαστρέβλωση;  Ακούγεται κάτι πολύ προφανές και πολύ απλό αλλά στην πραγματικότητα είναι όντως έτσι;

Κάποιο “καλά προσαρμοσμένο μυαλό” είναι αυτό που μπορεί, σε διάφορες καταστάσεις, να ελαχιστοποιήσει την απόσταση μεταξύ αυτού που αισθάνεται και αυτού που γνωρίζει ότι αισθάνεται, μεταξύ των συναισθημάτων που τον κατακλύζουν και αυτών που η συνείδηση μπορεί να καταγράψει.

Μια τέτοια “ευθυγράμμιση” δεν είναι αυτονόητη, ούτε προφανής ούτε γίνεται αντανακλαστικά.  Είναι το αποτέλεσμα επίπονης και διαρκούς εξερεύνησης με τον εαυτό μας. Δεν είναι καθόλου η πρώτη μας επιλογή να βιώνουμε τις ζωές που έχουμε. Η φυσική κλίση του νου μας τείνει προς τη μη αίσθηση, τη μη επίγνωση, το μούδιασμα, την αποξένωση από τον εαυτό μας. Προς μια αποσύνδεση μεταξύ αίσθησης και γνώσης.

Αυτή η τάση δεν είναι δύσκολο να εξηγηθεί. Δυσκολευόμαστε ή έχουμε ξεχάσει να είμαστε σε επαφή με τα συναισθήματά μας για να αποφύγουμε τη ματαίωση, τη συνάντηση με την τραγωδία της ύπαρξης. Ο άνθρωπος με τον οποίο είμαστε σε σχέση μάς πληγώνει με την αδιαφορία και την αδυναμία του να δεσμευτεί. Δεν αισθανόμαστε τίποτα και μένουμε κοντά του μιας που από μικροί ακούμε ότι ο θυμός δεν είναι κάτι που νιώθουν οι καλοί άνθρωποι.  Ταλαιπωρούμαστε από διάφορες απώλειες αλλά δεν το έχουμε προσέξει γιατί αποφασίσαμε πριν από χρόνια ότι τίποτα δεν θα μας επηρεάσει πια. Μπορεί να τρομάζουμε πολύ, αλλά δεν το έχουμε καταλάβει, γιατί οι δυνατοί άνθρωποι δεν φοβούνται.

Θα θέλαμε να είμαστε ευάλωτοι αλλά δεν είμαστε πια παιδιά, οπότε είμαστε κυρίως νευρικοί και πολύ απασχολημένοι στη δουλειά. Είμαστε -όπως φαίνεται- πολύ πιο θυμωμένοι, πιο λυπημένοι, πιο ευσυγκίνητοι, πιο ιδεαλιστές από ό,τι ξέρουμε να είμαστε.

Ένα παιδί παίρνει από το περιβάλλον του όλα τα πιθανά ερεθίσματα σχετικά με το τι είναι αποδεκτό να αισθάνεται. Οι αυθεντικές αντιδράσεις του εξαφανίζονται γρήγορα μέσα από τις υπενθυμίσεις ότι “τα αγόρια δεν κλαίνε” ή “τα κορίτσια δεν γκρινιάζουν έτσι”. Και ποιοι είμαστε εμείς για να πούμε το αντίθετο; Δεν χρειάζονται πολλά για να ξεχάσουμε να είμαστε σε επαφή με τα συναισθήματά μας.

Περιτριγυριζόμαστε από ισχυρές, καλά συγκαλυμμένες υπενθυμίσεις για το τι απαιτεί η “κανονικότητα”. Οι λογικοί άνθρωποι δεν αισθάνονται απέραντη θλίψη για πράγματα που συνέβησαν πριν από δεκαετίες ή δεν τρέφουν έντονα αμφίσημα συναισθήματα για τους κοντινούς τους ανθρώπους. Έτσι, στην καλύτερη περίπτωση υποφέρουμε από απώλεια δημιουργικότητας και ζωτικότητας και στη χειρότερη, γινόμαστε θύματα της απόγνωσης, των σωματικών παθήσεων και του χρόνιου άγχους.

Η αναζήτηση της ψυχικής ευεξίας απαιτεί από εμάς να προσπαθήσουμε να επιστρέψουμε όσο το δυνατόν περισσότερα από αυτά που έχουμε νιώσει στους πραγματικούς στόχους τους, να επαναπατρίσουμε το συναίσθημα όπου έχει εξοριστεί, να μάθουμε να είμαστε περισσότερο αυτό που είμαστε.

Συναισθηματική ωριμότητα

Συναισθηματική ωριμότητα είναι η ικανότητά μας να κατανοούμε και να διαχειριζόμαστε τα συναισθήματά μας. Η επίγνωση σε σχέση με τις σκέψεις και τις συμπεριφορές μας είναι αυτό που μας βοηθάει να αποφασίζουμε πώς να προσεγγίζουμε και να αντιμετωπίζουμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο καταστάσεις που θα μπορούσε να είναι δύσκολες και απαιτητικές. 

Συναισθηματική ωριμότητα είναι κάτι που φαίνεται και από την εγκράτειά μας να μη λέμε πάντα αυτό που σκεφτόμαστε.  Να καταλαβαίνουμε τη διαφορά μεταξύ του να λέμε την αλήθεια μας και να μιλάμε ή να απαντάμε επειδή κάτι πυροδότησε ένα παλιό τραύμα. 

Άλλες ενδείξεις συναισθηματικής ωριμότητας είναι 

  • Η ανάληψη ευθύνης. Αναλαμβάνουμε τις ευθύνες μας απέναντι στους άλλους και τη δουλειά μας και δεν αναζητάμε αποδιοπομπαίους τράγους όταν τα πράγματα πάνε στραβά. Επιδιώκουμε να βρούμε άμεσα πώς μπορούμε να βοηθήσουμε στη βελτίωση μιας κατάστασης.
  • Eίμαστε ανοιχτοί και ειλικρινείς για τον εαυτό μας στους άλλους. Παραδεχόμαστε τα λάθη μας, αναγνωρίζουμε ότι δεν τα ξέρουμε όλα, αλλά είμαστε πρόθυμοι να κάνουμε τη δουλειά για να πάρουμε τις απαντήσεις ή να διορθώσουμε μια κατάσταση. 
  • Βάζουμε όρια
  • Έχουμε μια ρεαλιστική άποψη για την αγάπη και τις σχέσεις 
  • Αναγνωρίζουμε και αποδεχόμαστε πότε έχουμε κουραστεί ή αισθανόμαστε άσχημα και μας είναι εντάξει να ζητάμε βοήθεια.
  • Πιστεύουμε στον εαυτό μας. Η αίσθηση που έχουμε για τον εαυτό μας δεν είναι παραπλανητική και δεν βασίζεται το εγώ. 
  • Έχουμε πραγματική ενσυναίσθηση για τους άλλους, ανοιχτό μυαλό και προσπαθούμε να μην είμαστε επικριτικοί γνωρίζοντας ότι οι κρίσεις συχνά βασίζονται σε προκαταλήψεις που μπορεί να εμποδίσουν την ικανότητά μας να γνωρίσουμε κάποιον.
  • Αίσθηση του χιούμορ. Παίρνουμε σοβαρά τον εαυτό μας, αλλά όχι υπερβολικά σοβαρά. 

Δαμάζοντας τον ανελέητο εσωτερικό μας κριτή

Μια επώδυνη κατάσταση που ταλαιπωρεί αρκετούς είναι η σχεδόν μόνιμα αγχώδης, επικριτική στάση απέναντι στον εαυτό. Τις περισσότερες φορές πρόκειται για δριμύ αυτοκατηγορώ και γενικά σκέψεις κάτω από τον τίτλο “σίγουρα δεν είμαστε αρκετά καλοί. σε τίποτα και ποτέ.”  Η συνείδηση είναι εκείνη που παρακολουθεί πόσο καλά τα πάμε σε σχέση με το καθήκον, τις απαιτήσεις του κόσμου και τη διαχείριση των ορέξεων και επιθυμιών μας. Όσο χρήσιμη και αν είναι αυτή η λειτουργία, για αρκετούς από εμάς, έχει πάρει πάρα πολύ μεγάλο χώρο. Φωνάζει διαρκώς, μας υποτιμά και μας επιτίθεται για τις υποτιθέμενες αποτυχίες μας: μας λέει ότι τίποτα από όσα κάνουμε δεν είναι αρκετά καλό, ότι έχουμε δικαίωμα να κάνουμε διακοπές αφου πρώτα έχουμε δουλέψει για μήνες από το πρωί μέχρι το βράδυ, ότι δεν έχουμε δουλειά να χαλαρώνουμε ή να διασκεδάζουμε και γενικά θα μπορέσουμε να ευχαριστηθούμε όταν τελειώσει και το τελευταίο project που έχουμε να αναλάβει. Το άγχος και η αυτοπεριφρόνηση είναι η default λειτουργία μας.

Ήταν η απλή αλλά ευφυής διαπίστωση του Φρόιντ ότι η συνείδησή μας διαμορφώνεται από τα κατάλοιπα των φωνών των γονέων μας, ιδίως (συνήθως) των μπαμπάδων μας. Ο Φρόυντ ονόμασε τη συνείδηση “υπερεγώ” και υποστήριξε ότι συνεχίζει να μιλάει μέσα στο μυαλό μας όπως μας μιλούσαν κάποτε οι πατρικές μας φιγούρες.

Μια καλοπροαίρετη και λογική φωνή θα μας πει πως αν αποτύχουμε σήμερα, μπορούμε να προσπαθήσουμε ξανά την επόμενη φορά. Μας αξίζει ξεκούραση, οι απολαύσεις είναι μέρος της ζωής. Μπορούμε να μην κάνουμε τίποτα για λίγο καιρό και να είμαστε εξίσου σημαντικοί με τους άλλους. Είμαστε εντάξει όπως είμαστε.

Θα βοηθήσει να μάθουμε να κρατάμε κάποια απόσταση μεταξύ του εαυτού μας και της συνείδησής μας. Να βλέπουμε τη συνείδησή μας ως χαρακτήρα. Να πούμε στον εαυτό μας: Είναι πολύ άδικος μαζί μου. Μου μιλάει, μέσα μου, αλλά δεν είναι όλος εγώ: είναι κάποιος που έχω ενδοβάλει από την παιδική μου ηλικία και ίσως μάθω να τον αποβάλλω από το μυαλό μου με τον καιρό.

Μπορούμε τότε να αρχίσουμε να αμφισβητούμε τον κριτή. Είναι δίκαιο και πραγματικό να λέμε ότι η ζωή μας είναι εντελώς άχρηστη; Σίγουρα έχουμε κάνει λάθη, αλλά αξίζουμε πραγματικά και συμπόνια και συγχώρεση. Δεν υπάρχει τίποτα καλό πάνω μας; Θα σκεφτόμασταν ποτέ να φερθούμε σε έναν φίλο (ή ακόμα και σε έναν εχθρό) με τον τρόπο που φερόμαστε στον εαυτό μας; Αυτά τα συναισθήματα, αυτές οι σκέψεις έχουν παρελθόν και δεν χρειάζεται να είναι το μέλλον.

Για να επανεκπαιδευτούμε, χρειαζόμαστε άλλους ανθρώπους: ανθρώπους που μπορούν να μας αγαπήσουν και να γεμίσουν το μυαλό μας με άλλες πιο ευγενικές φωνές. Να δοκιμάσουμε να στηριχτούμε πάνω τους (δεν είναι και τόσο εύκολο για ανθρώπους που νιώθουν ανάξιοι) και να ζητήσουμε τη βοήθειά τους για να δαμάσουμε το δυσάρεστο ηχητικό κομμάτι μέσα μας. Ίσως χρειαστεί να  σταματήσουμε να προσπαθούμε να είμαστε γενναίοι απέναντι στις εσωτερικές μας επιθέσεις. Θα μπορούσαμε να πούμε στους άλλους: “είστε εδώ για να με βοηθήσετε με τον εσωτερικό μου κριτή και να μου δώσετε νέες προοπτικές για την αυτοτιμωρία και την απελπισία μου”. Θα βοηθήσει να θυμώνουμε που πρέπει να ζούμε με έναν τέτοιο κριτή και να αναρωτιόμαστε γιατί η πρώτη μας παρόρμηση είναι να συγχωρούμε τον κριτή και τη γονική φιγούρα που τον ενέπνευσε και να κατηγορούμε τον εαυτό μας για τη βλακεία μας.

Ας λυπηθούμε για τον τρόπο που μας φερόμαστε και να ενοχλούμαστε με εκείνους που δεν ήξεραν πώς να μας δείξουν τρυφερότητα. Φυσικά, κατά καιρούς χρειάζεται να επιπλήττουμε τον εαυτό μας και να προσπαθούμε περισσότερο- αλλά το πραγματικό επίτευγμα είναι να ξέρουμε πώς να παραμένουμε ευγενικά και γενναιόδωρα στο πλευρό μας.

Λίγο πριν το σημείο μηδέν

Το να είμαστε λίγο πριν το σημείο μηδέν δεν σημαίνει ότι δεν νοιαζόμαστε ή δεν αισθανόμαστε βαθιά. Η εξάσκηση στο να είμαστε σε αυτή τη θέση μας επιτρέπει να βγούμε από μια ιστορία ή μια κατάσταση και να γίνουμε παρατηρητές της εμπειρίας μας μέσα από μια διαφορετική οπτική γωνία. Μας επιτρέπει να κάνουμε μια παύση και να δούμε έναν κύκλο ή ένα μοτίβο στη ζωή μας, ώστε να το κατανοήσουμε, ίσως να συγχωρήσουμε τον εαυτό μας ή τον άλλον, κυρίως όμως, να μπορούμε να γειωθούμε.  Η στάση αυτή μας επιτρέπει να δούμε καινούργιες πληροφορίες ώστε να έρθουμε σε πλήρη επαφή με τον εαυτό μας.

Πόσοι από εμάς έχουμε καταφέρει να παραμείνουμε ψύχραιμοι εν μέσω ενός αγώνα, μιας σύγκρουσης, ενός τραύματος ή μιας αλλαγής που δεν θέλαμε; Όταν επιτυγχάνεται μια αίσθηση ισορροπίας, τότε πληροφορίες, επίγνωση και υποστήριξη γίνονται πιο εύκολα προσβάσιμα. Ωστόσο, είναι ευκολότερο να το λέμε παρά να το κάνουμε, γι’ αυτό και βοηθάει να πειραματιζόμαστε να επιτύχουμε μια κατάσταση λιγότερο από μηδέν.

Σκεφτείτε την πιο πρόσφατη αγχωτική κατάσταση που έχετε βιώσει. Νιώσατε θυμό, θλίψη, απογοήτευση, πληγωμένοι ή βαθιά προδομένοι; Πώς αντιδράσατε; σπάσατε κάτι, φωνάξατε με όλη σας τη δύναμη, κλάψατε ή εκφράσατε τον πόνο σας σε κάποιον άλλον, επαναλαμβάνοντας την αδικία που βιώσατε; κλάψατε μόνοι σας;

Ξέρετε ποιο είναι το μοτίβο αντίδρασής σας; Το πρώτο βήμα για μένα ήταν να αποκτήσω επίγνωση του τρόπου με τον οποίο συνήθως αντιδρώ σε στρεσογόνες καταστάσεις και μετά να αναρωτηθώ εάν αυτός ο τρόπος με βοηθάει. Χρειαζόμαστε πολλή υπομονή όταν η πραγματικότητά μας γίνεται πολύ απαιτητική και να καταφέρουμε να έχουμε μια θέση όχι ουδετερότητας, αλλά λίγο πριν το μηδέν. 

Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας

Βρισκόμαστε στο 1946. Ο γιατρός Paul Brand εργάζεται σε ένα λεπροκομείο και ανακαλύπτει ότι οι παραμορφώσεις που δημιουργούνται από τη λέπρα δεν οφείλονται στην αρρώστια αυτή καθεαυτή, αλλά στην προοδευτική φθορά που προκαλούν οι μολύνσεις και οι τραυματισμοί μιας που οι ασθενείς δεν νιώθουν πόνο.

Το 1972 γράφει: “Αν μπορούσα, θα χάριζα στους ανθρώπους που υποφέρουν από λέπρα το δώρο του πόνου”. Κάποιες φορές μπορεί να υποφέρουμε από ένα είδος ψυχολογικής λέπρας, ανίκανοι να αισθανθούμε τον συναισθηματικό πόνο μας, κινδυνεύουμε να προκαλέσουμε στον εαυτό μας ανεπανόρθωτη ζημιά.

Όλοι μας κάποια στιγμή προσπαθούμε να καταπνίξουμε επώδυνα συναισθήματα. Όταν επιτυγχάνουμε να μη νιώθουμε τίποτα, χάνουμε το μοναδικό μέσο που διαθέτουμε για να αντιλαμβανόμαστε τι μας πληγώνει και γιατί. Όλα είναι διαχειρίσιμα και πολλές από τις καταστάσεις που μας φαίνονται αξεπέραστες αντιμετωπίζονται. Σήμερα δεν υπάρχει λόγος για κανένα να υποφέρει σιωπηλά.

Μια ερώτηση, πολλές απαντήσεις

Νομίζω πως έχει συμβεί σε αρκετούς ανθρώπους όταν κάποια στιγμή στη ζωή τους μια δυσκολία ή ένα θέμα που αντιμετωπίζουν τακτοποιείται, αρχίζουν και αναρωτιούνται γιατί θα πρέπει να ανέχονται καταστάσεις μέχρι να φτάσει ο κόμπος στο χτένι. 

Οι περισσότεροι απαντούν πως δεν υπάρχει άλλος τρόπος, πως είναι άτυχοι, δεν έχουν επιλογή και πως τα πράγματα έτσι ήταν πάντα. 

Για παράδειγμα, πρέπει να μείνω σ έναν γάμο αν και δεν περνάω καλά, πρέπει να μείνω σε μια μόνιμη δουλειά ακόμα και αν μου έχει γίνει βραχνάς, δεν μετακομίζω από το σπίτι που μένω για πολλά χρόνια γιατί εδώ μεγάλωσα και γενικά μια αίσθηση πως τα πράγματα έτσι είναι και πως δεν γινεται να αλλάξουν. Ή πως η αλλαγή που απαιτείται θα φέρει τόσες ανακατατάξεις στη ζωή που καλύτερα τα πράγματα να μείνουν ως έχουν. 

Ωστόσο, στις περισσότερες περιπτώσεις εάν εμπιστευτούμε λίγο τον εαυτό μας και απαντήσουμε με ειλικρίνεια σε μια απλή ερώτηση, όχι μόνο θα εκπλαγούμε από την απάντηση αλλά το πιθανότερο είναι να απελευθερωθούμε από όλα τα πρέπει, δεν γίνεται, έτσι είναι τα πράγματα και άλλες τέτοιες σκέψεις που δεν μας βοηθάνε να ακούσουμε τα θέλω μας. 

Μήπως αυτή η υποτιθέμενη έλλειψη επιλογών είναι απόηχος μιας άλλης εποχής; μήπως είναι επαναλαμβανόμενοι τρόποι-μοτίβα που στην παιδική μας ηλικία έπρεπε να ακολουθούμε γιατί δεν είχαμε άλλη επιλογή;  Υπάρχει κάποια σύνδεση μεταξύ αυτών των τρόπων,  όπου στο σήμερα δεν μας αφήνουν να ζήσουμε τη ζωή μας, να έρθουμε σε επαφή με τις ανάγκες μας, να ευχαριστηθούμε και των τότε τρόπων-μοτίβων με τους οποίους καταπιεζόμασταν;

Η πραγματικότητα είναι πως τα παιδιά δεν έχουν επιλογές και εξαρτώνται από έναν ενήλικα. Σε αρκετές περιπτώσεις -εάν και στην εποχή μας τα πράγματα ευτυχώς έχουν κάπως μετακινηθεί- τα παιδιά ζουν μια περιορισμένη ζωή όπου μέχρι τα 18 υπακούουν σε έναν ενήλικα είτε τους αρέσει, είτε όχι. Εάν μάλιστα οι γονείς επιβάλουν πολλά ‘πρέπει’ ή ‘εμείς στο σπίτι μας έτσι κάνουμε’ μπορούμε να φανταστούμε πόσες επιθυμίες μένουν ανεκπλήρωτες και βασικά πόσο πολύ χάνουμε την επαφή με τις ανάγκες μας. 

Στο τότε, ως παιδιά ίσως να δυσκολευόμασταν και να περιοριζόμασταν αρκετά. Να μην είχαμε χώρο και είναι κρίμα. Αλλά εξίσου ή περισσότερο κρίμα είναι όταν -και τις περισσότερες φορές χωρίς να έχουμε επίγνωση- τους περιορισμούς και την καταπίεση του τότε τους μεταφέρουμε στο σήμερα. Βάζουμε όρια στη χαρά και την ικανοποίηση των αναγκών μας εκεί που πλέον δεν υπάρχουν δεσμεύσεις για να το κάνουμε. Συνεχίζουμε να ζούμε σ’ένα μικρό δωμάτιο παρόλο που η πόρτα είναι ορθάνοιχτη. 

Ίσως να έχει ενδιαφέρον να σκεφτούμε με ηρεμία και ειλικρίνεια προς τον εαυτό μας τις απογοητεύσεις, τις ματαιώσεις, τη θλίψη που έχουμε σήμερα και να αναρωτηθούμε κατά πόσο έχουν σχέση με αυτό που είμαστε και θέλουμε.  Ίσως συνειδητοποιήσουμε πως πλέον δεν υπάρχει καμία ανάγκη να είμαστε άτολμοι μην τυχόν και δούμε την κριτική και την απαξίωση στο βλέμμα ενός ενήλικα, πως τελικά θέλουμε δίπλα μας ανθρώπους ανοιχτούς,  ευγενικούς που μας αποδέχονται. Ίσως συνειδητοποιήσουμε πως και η αποτυχία μπορεί να συμβεί και να είμαστε εντάξει με αυτό, δεδομένου ότι οι ενήλικες με τους οποίους σήμερα έχουμε επιλέξει να συναναστραφούμε δεν μπορούν να μας τρομάξουν και να μας αναστατώσουν.  

Οι άνθρωποι μπορεί να είμαστε για πολύ καιρό πιστοί και αφοσιωμένοι σε καταστάσεις και ανθρώπους που δεν το άξιζαν. Σεβόμαστε κανόνες που αν είχαμε επίγνωση δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε τον εαυτό μας να τους ακολουθεί. Χωρίς να αντιλαμβανόμαστε τη ζημιά που κάνουμε σε εμάς, μπορεί να εξακολουθούμε να μη βλέπουμε την αληθινή και πρωταρχική ελευθερία της ενηλικίωσης: την ελευθερία να κάνουμε τα πράγματα διαφορετικά. 

Κακή εκπαίδευση

Ένας τρόπος που μπορεί να μας βοηθήσει να καταλάβουμε συμπεριφορές των άλλων -ή και  δικές μας- είναι να σταθούμε και να φανταστούμε πώς ήταν οι άλλοι και πώς ήμασταν και εμείς ως παιδιά. Τι μπορεί να σημαίνει όταν ένας ενήλικας ταλαιπωρείται από χαμηλή αυτοεκτίμηση, κρίσεις άγχους, κριτικής προς τους άλλους, αστάθεια στη διάθεση; 

Το πιθανότερο είναι πως το “εκπαιδευτικό σύστημα” είχε βασικές ελλείψεις. Μαθήματα που είχαν να κάνουν με τα όρια, τον θυμό, τον τρόπο φροντίδας του εαυτού μας, ήταν για διάφορους λόγους ανεπαρκή και αυτό φαίνεται από τις δυσκολίες που μπορεί να αντιμετωπίζουμε ως ενήλικες. Δυσκολευόμαστε γιατί δεν μάθαμε κάποια πράγματα όταν θα μπορούσαμε και θα έπρεπε να τα είχαμε μάθει. Όχι δύσκολα μαθήματα όπως τα μαθηματικά ή τα γαλλικά, αλλά ουσιώδη, ζωτικής σημασίας μαθήματα όπως πίστη στον εαυτό μας, όρια, την έκφραση θυμού, την ουσιαστική φροντίδα του εαυτού μας. Στην ενότητα αυτοεκτίμηση ο “δάσκαλος” μπορεί να είχε την προσοχή του περισσότερο σε κάποιο άλλο παιδάκι, ή μπορεί και ο δικός του “δάσκαλος” να μην ήταν σε αυτό το μάθημα επαρκής. Έτσι “φρόντισε” ότι δεν θα καταλάβουμε ποτέ κάτι σπουδαίο όπως για το πώς να αντέχουμε την ίδια μας την ύπαρξη. 

Αυτό μπορεί να συνέβαινε και με άλλα μαθήματα και έτσι προχωρήσαμε στη ζωή μας με βασικά κενά. Δυστυχώς, τα κενά στα συναισθηματικά μαθήματα τείνουν να μην σηματοδοτούν την απουσία τους πολύ καθαρά. Μπορεί να χρειαστεί χρόνος για να αποκτήσουμε επίγνωση ότι έχουμε κενά, έστω και μικρά και αυτό γιατί οι ελλείψεις μας, οι δυσλειτουργίες μας, γίνονται δεύτερη φύση. 

Εάν κάποιος θέλει πραγματικά να καλύψει τα κενά του στα μαθηματικά σίγουρα θα βρει πολλούς καλούς δασκάλους που θα τον βοηθήσουν. Πού μπορεί όμως κάποιος να μάθει την πίστη στον εαυτό του; Πού διδάσκεται η τέχνη να μάθει κάποιος να οριοθετείται; τον τρόπο να εκφράζει τον θυμό του; Πώς μπορεί κάποιος να μας μιλήσει για την ενότητα “ηρεμία, αγάπη” που ο “δάσκαλος” δεν είχε αρκετή μεταδοτικότητα; Πώς θα μοιάζουν άραγε τα μαθήματα σε αυτά τα θέματα;

Το τραύμα είναι και μια μορφή μαθησιακής παύσης. Εάν όμως το θέλουμε, έχουμε τη δυνατότητα να αντιληφθούμε τα συναισθηματικά μας κενά και με πείσμα, δέσμευση προς τον εαυτό μας και εφευρετικότητα να διορθώσουμε αυτά που έχουμε στερηθεί.