Μια ερώτηση, πολλές απαντήσεις

Νομίζω πως έχει συμβεί σε αρκετούς ανθρώπους όταν κάποια στιγμή στη ζωή τους μια δυσκολία ή ένα θέμα που αντιμετωπίζουν τακτοποιείται, αρχίζουν και αναρωτιούνται γιατί θα πρέπει να ανέχονται καταστάσεις μέχρι να φτάσει ο κόμπος στο χτένι. 

Οι περισσότεροι απαντούν πως δεν υπάρχει άλλος τρόπος, πως είναι άτυχοι, δεν έχουν επιλογή και πως τα πράγματα έτσι ήταν πάντα. 

Για παράδειγμα, πρέπει να μείνω σ έναν γάμο αν και δεν περνάω καλά, πρέπει να μείνω σε μια μόνιμη δουλειά ακόμα και αν μου έχει γίνει βραχνάς, δεν μετακομίζω από το σπίτι που μένω για πολλά χρόνια γιατί εδώ μεγάλωσα και γενικά μια αίσθηση πως τα πράγματα έτσι είναι και πως δεν γινεται να αλλάξουν. Ή πως η αλλαγή που απαιτείται θα φέρει τόσες ανακατατάξεις στη ζωή που καλύτερα τα πράγματα να μείνουν ως έχουν. 

Ωστόσο, στις περισσότερες περιπτώσεις εάν εμπιστευτούμε λίγο τον εαυτό μας και απαντήσουμε με ειλικρίνεια σε μια απλή ερώτηση, όχι μόνο θα εκπλαγούμε από την απάντηση αλλά το πιθανότερο είναι να απελευθερωθούμε από όλα τα πρέπει, δεν γίνεται, έτσι είναι τα πράγματα και άλλες τέτοιες σκέψεις που δεν μας βοηθάνε να ακούσουμε τα θέλω μας. 

Μήπως αυτή η υποτιθέμενη έλλειψη επιλογών είναι απόηχος μιας άλλης εποχής; μήπως είναι επαναλαμβανόμενοι τρόποι-μοτίβα που στην παιδική μας ηλικία έπρεπε να ακολουθούμε γιατί δεν είχαμε άλλη επιλογή;  Υπάρχει κάποια σύνδεση μεταξύ αυτών των τρόπων,  όπου στο σήμερα δεν μας αφήνουν να ζήσουμε τη ζωή μας, να έρθουμε σε επαφή με τις ανάγκες μας, να ευχαριστηθούμε και των τότε τρόπων-μοτίβων με τους οποίους καταπιεζόμασταν;

Η πραγματικότητα είναι πως τα παιδιά δεν έχουν επιλογές και εξαρτώνται από έναν ενήλικα. Σε αρκετές περιπτώσεις -εάν και στην εποχή μας τα πράγματα ευτυχώς έχουν κάπως μετακινηθεί- τα παιδιά ζουν μια περιορισμένη ζωή όπου μέχρι τα 18 υπακούουν σε έναν ενήλικα είτε τους αρέσει, είτε όχι. Εάν μάλιστα οι γονείς επιβάλουν πολλά ‘πρέπει’ ή ‘εμείς στο σπίτι μας έτσι κάνουμε’ μπορούμε να φανταστούμε πόσες επιθυμίες μένουν ανεκπλήρωτες και βασικά πόσο πολύ χάνουμε την επαφή με τις ανάγκες μας. 

Στο τότε, ως παιδιά ίσως να δυσκολευόμασταν και να περιοριζόμασταν αρκετά. Να μην είχαμε χώρο και είναι κρίμα. Αλλά εξίσου ή περισσότερο κρίμα είναι όταν -και τις περισσότερες φορές χωρίς να έχουμε επίγνωση- τους περιορισμούς και την καταπίεση του τότε τους μεταφέρουμε στο σήμερα. Βάζουμε όρια στη χαρά και την ικανοποίηση των αναγκών μας εκεί που πλέον δεν υπάρχουν δεσμεύσεις για να το κάνουμε. Συνεχίζουμε να ζούμε σ’ένα μικρό δωμάτιο παρόλο που η πόρτα είναι ορθάνοιχτη. 

Ίσως να έχει ενδιαφέρον να σκεφτούμε με ηρεμία και ειλικρίνεια προς τον εαυτό μας τις απογοητεύσεις, τις ματαιώσεις, τη θλίψη που έχουμε σήμερα και να αναρωτηθούμε κατά πόσο έχουν σχέση με αυτό που είμαστε και θέλουμε.  Ίσως συνειδητοποιήσουμε πως πλέον δεν υπάρχει καμία ανάγκη να είμαστε άτολμοι μην τυχόν και δούμε την κριτική και την απαξίωση στο βλέμμα ενός ενήλικα, πως τελικά θέλουμε δίπλα μας ανθρώπους ανοιχτούς,  ευγενικούς που μας αποδέχονται. Ίσως συνειδητοποιήσουμε πως και η αποτυχία μπορεί να συμβεί και να είμαστε εντάξει με αυτό, δεδομένου ότι οι ενήλικες με τους οποίους σήμερα έχουμε επιλέξει να συναναστραφούμε δεν μπορούν να μας τρομάξουν και να μας αναστατώσουν.  

Οι άνθρωποι μπορεί να είμαστε για πολύ καιρό πιστοί και αφοσιωμένοι σε καταστάσεις και ανθρώπους που δεν το άξιζαν. Σεβόμαστε κανόνες που αν είχαμε επίγνωση δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε τον εαυτό μας να τους ακολουθεί. Χωρίς να αντιλαμβανόμαστε τη ζημιά που κάνουμε σε εμάς, μπορεί να εξακολουθούμε να μη βλέπουμε την αληθινή και πρωταρχική ελευθερία της ενηλικίωσης: την ελευθερία να κάνουμε τα πράγματα διαφορετικά. 

Κακή εκπαίδευση

Ένας τρόπος που μπορεί να μας βοηθήσει να καταλάβουμε συμπεριφορές των άλλων -ή και  δικές μας- είναι να σταθούμε και να φανταστούμε πώς ήταν οι άλλοι και πώς ήμασταν και εμείς ως παιδιά. Τι μπορεί να σημαίνει όταν ένας ενήλικας ταλαιπωρείται από χαμηλή αυτοεκτίμηση, κρίσεις άγχους, κριτικής προς τους άλλους, αστάθεια στη διάθεση; 

Το πιθανότερο είναι πως το “εκπαιδευτικό σύστημα” είχε βασικές ελλείψεις. Μαθήματα που είχαν να κάνουν με τα όρια, τον θυμό, τον τρόπο φροντίδας του εαυτού μας, ήταν για διάφορους λόγους ανεπαρκή και αυτό φαίνεται από τις δυσκολίες που μπορεί να αντιμετωπίζουμε ως ενήλικες. Δυσκολευόμαστε γιατί δεν μάθαμε κάποια πράγματα όταν θα μπορούσαμε και θα έπρεπε να τα είχαμε μάθει. Όχι δύσκολα μαθήματα όπως τα μαθηματικά ή τα γαλλικά, αλλά ουσιώδη, ζωτικής σημασίας μαθήματα όπως πίστη στον εαυτό μας, όρια, την έκφραση θυμού, την ουσιαστική φροντίδα του εαυτού μας. Στην ενότητα αυτοεκτίμηση ο “δάσκαλος” μπορεί να είχε την προσοχή του περισσότερο σε κάποιο άλλο παιδάκι, ή μπορεί και ο δικός του “δάσκαλος” να μην ήταν σε αυτό το μάθημα επαρκής. Έτσι “φρόντισε” ότι δεν θα καταλάβουμε ποτέ κάτι σπουδαίο όπως για το πώς να αντέχουμε την ίδια μας την ύπαρξη. 

Αυτό μπορεί να συνέβαινε και με άλλα μαθήματα και έτσι προχωρήσαμε στη ζωή μας με βασικά κενά. Δυστυχώς, τα κενά στα συναισθηματικά μαθήματα τείνουν να μην σηματοδοτούν την απουσία τους πολύ καθαρά. Μπορεί να χρειαστεί χρόνος για να αποκτήσουμε επίγνωση ότι έχουμε κενά, έστω και μικρά και αυτό γιατί οι ελλείψεις μας, οι δυσλειτουργίες μας, γίνονται δεύτερη φύση. 

Εάν κάποιος θέλει πραγματικά να καλύψει τα κενά του στα μαθηματικά σίγουρα θα βρει πολλούς καλούς δασκάλους που θα τον βοηθήσουν. Πού μπορεί όμως κάποιος να μάθει την πίστη στον εαυτό του; Πού διδάσκεται η τέχνη να μάθει κάποιος να οριοθετείται; τον τρόπο να εκφράζει τον θυμό του; Πώς μπορεί κάποιος να μας μιλήσει για την ενότητα “ηρεμία, αγάπη” που ο “δάσκαλος” δεν είχε αρκετή μεταδοτικότητα; Πώς θα μοιάζουν άραγε τα μαθήματα σε αυτά τα θέματα;

Το τραύμα είναι και μια μορφή μαθησιακής παύσης. Εάν όμως το θέλουμε, έχουμε τη δυνατότητα να αντιληφθούμε τα συναισθηματικά μας κενά και με πείσμα, δέσμευση προς τον εαυτό μας και εφευρετικότητα να διορθώσουμε αυτά που έχουμε στερηθεί. 

Ο καταναγκασμός της επανάληψης

Μια από τις πιο ιδιαίτερες ψυχοθεραπευτικές έννοιες είναι ο καταναγκασμός της επανάληψης. Δηλαδή, η τάση των ανθρώπων να επαναλαμβάνουμε συμπεριφορές, αντιδράσεις, σχέσεις, κυρίως όταν κάποιο τραύμα δεν έχει αναγνωριστεί και δεν έχει με κάποιο τρόπο τακτοποιηθεί. Αυτή η επανάληψη μπορεί να συμβαίνει ακόμα και όταν η λογική λέει πως οι συγκεκριμένες καταστάσεις θα πρέπει να αποφευχθούν. Στην ουσία, ο καταναγκασμός της επανάληψης είναι μια προσπάθεια να αντιμετωπίσουμε, να επεξεργαστούμε και να ξαναζήσουμε προβληματικά περιστατικά από το παρελθόν, με την ελπίδα ότι αυτή τη φορά η έκβαση θα είναι διαφορετική. 

Για παράδειγμα, μπορεί να έχουμε την τάση να μας ελκύουν άνθρωποι με συμπεριφορά απόμακρη, ψυχρή, μπερδευτική ή χαοτική που μας κάνει να υποφέρουμε. Να μας ελκύει το ακατανόητο και η ανοχή σ’αυτό, που συνήθως καταλήγει σε εγκατάλειψη του εαυτού μας, σε προβλήματα επικοινωνίας και οικειότητας. Ωστόσο, δεν είναι τόσο ότι επιλέγουμε μια δύσκολη κατάσταση και στη συνέχεια προσπαθούμε να επαναλάβουμε απλά όλη την πορεία της. Προσπαθούμε να βρούμε μια ιστορία αρκετά οικεία ώστε να μας ελκύει, και στη συνέχεια πασχίζουμε να δώσουμε ένα διαφορετικό τέλος με διαφορετικούς “ηθοποιούς” κάθε φορά. Αυτό που μας οδηγεί στον καταναγκασμό της επανάληψης δεν είναι ότι η ιστορία είναι εξ αρχής δύσκολη, αλλά ότι δεν καταφέρνουμε να αλλάξουμε το τέλος της.

Το βαθύτερο και μάλλον ασυνείδητο κίνητρό μας είναι να επιστρέψουμε στην παιδική μας ηλικία με τις ενήλικες ικανότητές μας και να διασφαλίσουμε ότι αυτή τη φορά, τα πράγματα θα είναι αλλιώς. Θέλουμε να βρούμε κάποιον που να ήταν τόσο απόμακρος όσο μπορεί να ήταν ο πατέρας μας, αλλά αυτή τη φορά, θέλουμε να τον πάμε για θεραπεία, να κάνουμε μαζί του διαλόγους για να καταλάβει, να τον βοηθήσουμε να δει τις πληγές του και να γίνουμε οι προστάτες, οι οδηγοί του. Επιθυμούμε να βρούμε έναν θυμωμένο άνθρωπο που όμως στο σήμερα, αντί να τον φοβόμαστε, θέλουμε μια ευκαιρία για να μπορέσουμε αυτή τη φορά να κατευνάσουμε αυτόν τον θυμό, να καταλάβει το λάθος του, να μας ζητήσει συγγνώμη και να μας δικαιώσει. Ψάχνουμε στην ενήλικη ζωή μια δεύτερη ευκαιρία για να διορθώσουμε μια τραυματική δυναμική που σαν παιδιά δεν ξέραμε, δεν μπορούσαμε και δεν ήταν και η δουλειά μας να το κάνουμε. 

Όλα αυτά δεν χρειάζεται ούτε να μας εκπλήσσουν, ούτε να μας τρομάζουν, ούτε να μας απογοητεύουν καθώς δεν υπάρχει τίποτα εγγενώς κακό και κάποιες καταστάσεις είναι και αναπόφευκτες. Θα μας βοηθήσει πολύ να βρούμε το μοτίβο μας και μετά εάν θέλουμε να το κάνουμε κάτι, να το αλλάξουμε. Γιατί ως ενήλικες μπορούμε να αποκτήσουμε τις ικανότητες που θα μας επιτρέψουν να πειραματιστούμε με τις προκλήσεις του “εδώ και τώρα” που ως παιδιά στο “εκεί και τότε” δεν μπορούσαμε. 

Είχαμε μπρος μας τα πάντα, είχαμε μπρος μας το τίποτε

Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε σχεδόν καθημερινά, είναι πρωτοφανείς και το να είμαστε  καλά έχει γίνει περίπου δουλειά πλήρους απασχόλησης με απαραίτητα προσόντα γείωσης, μερικής αποστασιοποίησης, ουσιαστικής ενασχόλησης με τον εαυτό μας, ενσυναίσθησης και κινητοποίησης για όταν μας χρειάζονται και μπορούμε, αυτοσυγκράτησης, εγρήγορσης και υποστηρικτικό εσωτερικό διάλογο.

Φυσικά και παλιότερα οι άνθρωποι βιώναμε δυσκολίες, φόβο και αναστάτωση. Όμως δεν ακούγαμε τις σκέψεις του διπλανού τόσο δυνατά όσο σήμερα. Είμασταν λιγότερο εκτεθειμένοι σε ξεσπάσματα επιθετικότητας, φθόνου, περιφρόνησης, ανθρώπων που δεν γνωρίζαμε και δεν είχαν ή δεν τους δίναμε πρόσβαση στο πεδίο μας.  Δεν χρειαζόταν να γνωρίζουμε τα πάντα που εκτυλίσσονταν στο μυαλό όλων των άλλων. Ίσως και να ήταν ένας από τους λόγους που δεν έβγαιναν στην επιφάνεια περίεργες συμπεριφορές και κρατούσαν την ψυχική εξάντληση κάπως μακριά. Δεν είναι αποκλειστικά δικό μας λάθος. Οι άνθρωποι δεν είμασταν περισσότερο ανθεκτικοί και εγκρατείς από τη φύση μας, απλά πιο τυχεροί. 

Θα βοηθήσει πολύ να θυμηθούμε ή να μάθουμε τα βασικά. Να μάθουμε να γειωνόμαστε. Δηλαδή, να επαναφέρουμε τον εαυτό μας σε επαφή με το σώμα μας και τις αισθήσεις μας στην παρούσα στιγμή, στο εδώ και τώρα, στην πραγματικότητα και να αναρωτηθούμε τι χρειαζόμαστε και τι είναι αυτό που θα μας βοηθήσει. 

Μόνο όταν είμαστε γειωμένοι έχουμε τον έλεγχο του νοητικού και συναισθηματικού μας εαυτού και η διάθεσή μας δεν επηρεάζεται εύκολα από συμπεριφορές των άλλων. Η γείωση μας βοηθάει να επιστρέφουμε στον εαυτό μας όταν οι προκλήσεις και τα γεγονότα της ζωής μας αποσυντονιζουν και μας στρεσάρουν. Τότε, θα μπορούμε να είμαστε χρήσιμοι όχι μόνο για τον εαυτό μας αλλά και για τους άλλους.

Πλοήγηση στην καθημερινότητα

Σχεδόν καθημερινά και βιωματικά συνειδητοποιούμε ότι υπάρχουν όλο και περισσότερα πράγματα και καταστάσεις για τα οποία πρέπει να ανησυχούμε. Με όλη αυτή την αβεβαιότητα και την αίσθηση έλλειψης ελέγχου είναι εύκολο να νιώθουμε απογοητευμένοι, θυμωμένοι, συγκλονισμένοι και ακινητοποιημένοι. 

Τι είναι αυτό που θα μας βοηθούσε να περιορίσουμε την απογοήτευση, τον θυμό και την δυσαρέσκεια και να στρέψουμε έστω και για λίγο την προσοχή μας σε πράγματα που έχουμε κάποια επιρροή ή έλεγχο; 

Για να μπορέσουμε να καταλάβουμε πού είναι πιο βοηθητικό να εστιάσουμε την προσοχή και τις προσπάθειές μας, μπορούμε να κατηγοριοποιήσουμε τις ανησυχίες και τους προβληματισμούς μας σε τρεις κατηγορίες:

  • στον κύκλο των ανησυχιών: σε εκείνες τις καταστάσεις και πράγματα στη ζωή μας που δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι και απλά πρέπει να τα αποδεχτούμε και να συνεχίσουμε τη ζωή μας με αυτά
  • στον κύκλο της επιρροής: σε εκείνα τα οποία μπορούμε να επηρεάσουμε, αλλά δεν έχουμε άμεσο έλεγχο
  • στον κύκλο ελέγχου: στα πράγματα που έχουμε άμεσο έλεγχο 

Εάν εστιάζουμε περισσότερο σ’εκείνα που μπορούμε να ελέγξουμε ή που μπορούμε να επηρεάσουμε, τότε και τα συναισθήματά μας είναι περισσότερο γειωμένα. Αυτά που μπορούμε πραγματικά να ελέγχουμε είναι οι σκέψεις μας, οι εικόνες που φτιάχνουμε στο μυαλό μας για εμάς και τους άλλους και φυσικά τη συμπεριφορά μας. 

Πολύ συχνά παρατηρώ πως ένα μεγάλο ποσοστό ανθρώπων στεναχωριέται και στέκεται στο γεγονός πως κάποια πράγματα τα έμαθε σε μεγάλη ηλικία και ότι θα πρέπει να καταβάλει προσπάθεια για να καταφέρει να σκέφτεται υποστηρικτικά προς τον εαυτό του. Σε αυτό, πάντα απαντάω πως είναι μέρος της θεραπευτικής διαδικασίας να μένουμε στη θλίψη και μετά είναι σημαντικό να χαιρόμαστε που έχουμε -εάν επιθυμούμε- τη δυνατότητα να μαθαίνουμε καινούργιους τρόπους -και ας μην τους χρησιμοποιήσουμε ποτέ- γιατί οι νέοι τρόποι μας δίνουν επιλογές. 

Αυτή η πολύ απλή άσκηση που ακολουθεί, μπορεί να βοηθήσει να γίνουν περισσότερο κατανοητά τα παραπάνω. Στην πρώτη στήλη συμπληρώστε αυτά που σας απασχολούν, τις ανησυχίες σας.  Στη δεύτερη το βαθμό ελέγχου που έχετε και στην τρίτη τι μπορείτε να κάνετε και κυρίως να σκεφτείτε διαφορετικά, να νοηματοδοτήσετε με διαφορετικό τρόπο αυτό που σας απασχολεί. 

Οι φόβοι δεν είναι πάντα πραγματικοί

Έχουν ειπωθεί και γραφεί πολλά για το φόβο. Ο φόβος είναι ένα φυσιολογικό συναίσθημα όπως όλα τα υπόλοιπα που είναι απαραίτητο να υπάρχει ώστε να μας προφυλάσσει από πιθανούς κινδύνους. Είναι όμως σημαντικό να κάνουμε τον διαχωρισμό από το άγχος.
Ο φόβος σχετίζεται με υπαρκτούς κινδύνους και από αυτούς μας προστατεύει, ενώ το άγχος έχει συχνά να κάνει με φανταστικούς κινδύνους ή καταστάσεις, το οποίο πυροδοτείται ή από ένα τραυματικό γεγονός που μας έχει συμβεί ή επειδή κάποιος μας έχει φοβίσει λέγοντάς μας συνέχεια πως πρέπει να μείνουμε μακριά από μια κατάσταση. 

Αυτός ο διαχωρισμός μας βοηθάει να αντιλαμβανόμαστε τη διαφορά μεταξύ αυτού που συμβαίνει πραγματικά στον κόσμο και αυτού που συμβαίνει στις σκέψεις μας για τον κόσμο. Όμως, εάν ο φόβος δεν είναι γεγονός τι είναι; γιατί καταλαμβάνει τόσο χώρο στο μυαλό μας και γιατί μας βάζει διαρκώς εμπόδια; Οι φόβοι που εάν κάνουμε ένα reality check και δούμε πραγματικά πως είναι υπερβολικοί και δεν έχουν να κάνουν με το “εδώ” και “τώρα”, τις τωρινές συνθήκες της ζωής μας, είναι αυτοί οι φόβοι που μπορούμε να τους πούμε φόβους σκιάς. Είναι σκιές παλαιών, επώδυνων γεγονότων -κυρίως της παιδικής και εφηβικής ηλικίας- που ρίχνουν τη σκιά τους στην ενήλικη ζωή μας. 

Πώς όμως μπορούμε να αναγνωρίσουμε τους αρχικούς μας φόβους; Μπορούμε να καταλάβουμε αρκετά σχετικά με αυτούς τους φόβους εξερευνώντας τον τρόπο που φοβόμαστε στο σήμερα γιατί οι ενδείξεις για το τι συνέβη στο παρελθόν βρίσκονται στις τρέχουσες ανησυχίες μας.  

Ας υποθέσουμε πως στη δουλειά μας πολύ συχνά νιώθουμε αμφιβολία για τις γνώσεις μας,  τις ικανότητές μας και φοβόμαστε πως έχουμε κάνει κάτι λάθος. Αισθανόμαστε ένα διαρκές άγχος και φόβο πως θα αποκαλυφθεί η ανεπάρκειά μας και θα χάσουμε τη δουλειά μας, ακόμα και αν αυτή η πιθανότητα δεν έχει κάποια βάση. Ας υποθέσουμε πως επειδή στις κοινωνικές συναναστροφές δυσκολευόμαστε πιστεύουμε πως οι άλλοι μας βρίσκουν βαρετούς και φοβόμαστε πως θα μας αποκλείουν κοινωνικά. Ας υποθέσουμε πως θέλουμε να προσεγγίσουμε έναν άνθρωπο που μας ενδιαφέρει αλλά φοβόμαστε πως αυτή η προσέγγιση θα αντιμετωπιστεί με χλευασμό και αδιαφορία.

Πιστεύουμε πως αυτοί οι φόβοι είναι αληθινοί και πως έτσι θα συμβεί. Ωστόσο, εάν έχουμε κουραστεί με αυτόν τον τρόπο διαχείρισης και θέλουμε να δοκιμάσουμε κάτι διαφορετικό, αυτό που μπορούμε αρχικά να κάνουμε είναι να προσπαθήσουμε να συνδέσουμε τους φόβους που αισθανόμαστε στο τώρα με κάτι παλιό και να αναρωτηθούμε:
– Πότε νιώσαμε πως δεν ανήκουμε σε μια ομάδα; είτε μικρή ομάδα (π.χ.οικογένεια) είτε μεγαλύτερη (π.χ. σχολείο)
– Πόσο συχνά ακούγαμε μπράβο; πόσο είχαμε την αποδοχή των σημαντικών άλλων μόνο όταν η απόδοσή μας στο σχολείο ήταν ικανοποιητική;
– Πότε νιώσαμε ότι πήραμε απόρριψη και κοροϊδία όταν εκφράσαμε τα συναισθήματά μας στον άνθρωπο που θέλαμε να έρθουμε πιο κοντά;

Το πιθανότερο είναι πως θα θυμηθούμε γεγονότα που στο ‘τότε’ είχαμε στεναχωρηθεί, είχαμε ντραπεί, είχαμε πάρει κριτική, είχαμε ματαιωθεί ή φοβηθεί. Τότε, ως παιδιά δεν είχαμε επιλογές και δεν είχαμε τις γνωστικές λειτουργίες που έχουμε ως ενήλικοι. Ως ενήλικοι μπορούμε να κάνουμε συνδέσεις, να έχουμε επίγνωση εάν κάτι που αισθανόμαστε στο σήμερα είναι όντως πραγματικό ή ένας παλιός φόβος. Έχουμε την επιλογή να κάνουμε κάτι διαφορετικό, να αλλάξουμε τρόπους.

Οι φόβοι μας, οι πόνοι μας, το άγχος μας, θέλουν να γίνουν γνωστά και όσο λιγότερο αντέχουμε ή αποφεύγουμε να τα γνωρίσουμε, τόσο περισσότερο θα προσκολλώνται στο παρόν και σε θέματα που τους μοιάζουν, μέχρι να αποφασίσουμε να τους δώσουμε προσοχή και να τα γνωρίσουμε. 

H μοναδικότητα της θεραπείας

Μια από τις πιο συχνές ερωτήσεις είναι μετά από πόσο καιρό μπορεί να δει κάποιος αποτέλεσμα με την ψυχοθεραπεία. Είναι μια συνηθισμένη ερώτηση που είναι δύσκολο να απαντηθεί μιας και η διαδικασία και η αλλαγή δεν είναι γραμμική και φυσικά διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο λόγω διαφόρων παραγόντων όπως οι παρακάτω:

Διαφορετικότητα: Κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός και η ψυχοσύνθεσή μας διαμορφώνεται από την προσωπικότητά μας, την ανατροφή μας, τις εμπειρίες μας, τα τραύματά μας και τους μηχανισμούς άμυνας που αποκτήσαμε. Όλες αυτές οι διαφορές επηρεάζουν τον τρόπο που επεξεργαζόμαστε και ανταποκρινόμαστε στα τραυματικά γεγονότα ή στις συναισθηματικές προκλήσεις. Αυτό που λειτουργεί για κάποιον άνθρωπο μπορεί να μην λειτουργεί για τον άλλο λόγω αυτών ακριβώς των διαφορών. 

Τραύμα και εμπειρίες του παρελθόντος: Ένα τραύμα παίζει καθοριστικό ρόλο για την εξέλιξη της ψυχοθεραπείας. Η σοβαρότητα, η πολυπλοκότητα και η διάρκεια του τραύματος που βιώθηκε διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο και στη διαδικασία επούλωσης. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις ανοιχτών τραυμάτων που απαιτούν εξειδικευμένες παρεμβάσεις. 

Υποστηρικτικό πλαίσιο: Η διαθεσιμότητα και η ποιότητα του υποστηρικτικού πλαισίου μπορεί να επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό την πορεία της αντιμετώπισης μιας δυσκολίας. Οι άνθρωποι που έχουν πρόσβαση σε δίκτυο υποστήριξης -φίλους, οικογένεια, ψυχοθεραπευτές ή ομάδες υποστήριξης- έχουν και περισσότερες ευκαιρίες και πόρους να ανταπεξέρχονται στις δυσκολίες.

Μηχανισμοί άμυνας και ανθεκτικότητα: Οι άνθρωποι αναπτύσσουμε μηχανισμούς άμυνας και επίπεδα ανθεκτικότητας που κάποιες φορές θα μας βοηθάνε και άλλες θα περιορίζουν την εξέλιξή μας. (Η φωτογραφία μας δείχνει ακριβώς αυτό)

Κίνητρο και δέσμευση: Όπως και με τα περισσότερα πράγματα στη ζωή, η προθυμία μας, το κίνητρο, η δέσμευση και το είδος της προσπάθειας που είμαστε διατεθειμένοι να καταβάλλουμε για να μετακινήσουμε τον συναισθηματικό βράχο που βρέθηκε στο δρόμο μας, θα παίξει καθοριστικό ρόλο. Ίσως μεγαλύτερο και από τη φύση των ίδιων των γεγονότων.

Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι η πορεία του καθενός είναι μοναδική, δεν είναι συγκρίσιμη και δεν υπάρχει μια προσέγγιση που να ταιριάζει σε όλους. Ο σεβασμός, η κατανόηση και η εξατομικευμένη υποστήριξη είναι το ζητούμενο. 

Η φωτογραφία και μέρος του κειμένου είναι από τον λογαριασμό του κλινικού ψυχολόγου
Mubarak Mansoor

Όλοι χρειαζόμαστε Ubuntu

Όταν κάτι πάει στραβά στον κόσμο οι περισσότεροι άνθρωποι θέλουν να δώσουν μια εξήγηση, μια ερμηνεία. Τις περισσότερες φορές καταλήγουμε να λέμε πως βασική αιτία είναι η έλλειψη αυτού που στη ζουλού γλώσσα ονομάζεται “ubuntu”.

Ubuntu σημαίνει συμπόνοια, αποδοχή και ανθρωπιά αλλά πηγάζει από τη βαθύτερη έννοια της ενσυναίσθησης και της ενότητας. Δεν είναι μόνο θαυμασμός για αυτό που είναι όμορφο, άδολο, επιτυχημένο, είναι αυτό που κάποιος καταφέρνει να νιώθει για εκείνους που δεν αποδέχεται, δεν εγκρίνει, για εκείνους που έχουν κάνει μεγάλα λάθη ακόμα και όσους έχουν παραβιάσει τους ηθικούς τους κώδικες.  Ubuntu είναι να μπορούμε να ακούσουμε πως συμπεριφορές άλλων δεν έχουν πάντα κακία ή πρόθεση να προκαλέσουν κακό αλλά πολλές φορές ο φόβος κάνει τους ανθρώπους επιθετικούς. 

Ubuntu είναι να μπορούμε να αναρωτιόμαστε με συμπάθεια και φαντασία πώς μπορεί κάποιος να έχει φτάσει να συμπεριφέρεται με αλαζονεία και υποτίμηση προς τους άλλους. Το ubuntu μας επιτρέπει να δούμε το χαμένο, ευάλωτο ή τραυματισμένο παιδί που κρύβεται μέσα σ’έναν μπερδεμένο και απογοητευμένο ενήλικα. Ubuntu είναι όταν μας αποδεχόμαστε ολόκληρους. Με τα προτερήματα και τους περιορισμούς μας. 

Το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται κάποιος είναι να του λένε τι να κάνει ή να του δίνει συμβουλές και μάλιστα χωρίς να τις έχει ζητήσει. Βρήκα όμως τα παρακάτω χρήσιμα και φροντιστικά.  Θα προσέθετα και μια συμβουλή που μου έδωσαν πριν χρόνια και σταμάτησα να ταλαιπωρώ τον εαυτό μου: “Το θέμα δεν είναι να μην πονέσουμε ποτέ ξανά. Κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατόν. Το θέμα είναι για πόσην ώρα και με πόση ένταση θα μένουμε στον πόνο”.

  1. Εάν κάτι σε ενοχλεί παραπάνω από 24 ώρες, μην το αφήνεις να σε απασχολεί περισσότερο από δύο μέρες
  2. Συμπεριφέρσου στον εαυτό σου όπως θα συμπεριφερόσουν εάν είχες την ευθύνη κάποιου που θα εξαρτιόταν από εσένα (πχ ενός παιδιού)
  3. Μια κακή μέρα δεν σημαίνει μια κακή ζωή
  4. Ο εσωτερικός μας κριτής δεν μας λέει  πάντα την αλήθεια και τις περισσότερες φορές δεν κοιτάει το συμφέρον μας
  5. Όταν έχουμε στρες δυσκολευόμαστε να έρθουμε σε επαφή με όσα έχουμε καταφέρει. Την επόμενη φορά θα σε κατακλύσει το άγχος, θυμήσου με ευγνωμοσύνη πόσο έχεις εξελιχθεί  
  6. Μην απολογείσαι επειδή εκφράζεις τα συναισθήματά σου γιατί είναι σαν να λες στον εαυτό σου πως δεν αξίζεις τον χώρο που παίρνεις 

Το αντίθετο της παθητικοεπιθετικότητας 

Ο πιο συνηθισμένος τρόπος έκφρασης του θυμού ή οποιουδήποτε άλλου συναισθήματος που μας δυσκολεύει να εκφράσουμε είναι η παθητική επιθετικότητα. Αν και όλοι ξέρουμε πως αυτή η συμπεριφορά δεν βοηθάει ούτε εμάς ούτε μια σχέση, έχουμε μάθει πως είναι ο πιο εύκολος και ανεκτός τρόπος έκφρασης μιας που οι άνθρωποι έχουμε την τάση να διαχωρίζουμε τα συναισθήματα ως “καλά” και “κακά”.

Γινόμαστε παθητικοεπιθετικοί κυρίως γιατί δεν ξέρουμε να εκφράσουμε τον θυμό, το πιο παρεξηγημένο και ενοχοποιημένο συναίσθημα που ανεχόμαστε λιγότερο απ’όλα.  Έχει την εικόνα κάτι μεγάλου και ανεξέλεγκτου, που εάν το αφήσουμε ελεύθερο θα καταστρέψει τα πάντα. Κάτι που το κάνει ακόμα πιο μπερδεμένο είναι τα αντιφατικά μηνύματα που παίρνουμε από παιδιά.  Μαθαίνουμε ότι δεν είναι αποδεκτό να θυμώνουμε, αλλά από την άλλη μεριά βιώνουμε την οργή ή τον θυμό από τους ενήλικους, είτε άμεσα είτε με την έμμεση μορφή της παγερής αποδοκιμασίας.

Όμως, ως ενήλικοι, δεν χρειάζεται να γινόμαστε επιθετικοί ούτε με άμεσους, ούτε με έμμεσους τρόπους. Μπορούμε να επικοινωνούμε την ευαλωτότητά μας, την απογοήτευση, τον θυμό, τη λύπη, τη ντροπή. Γιατί είναι τόσο δύσκολο αυτό; φοβόμαστε να πούμε σε κάποιον ότι μας έχει πληγώσει. Τις περισσότερες φορές η τάση μας είναι να ανταποδώσουμε. Το τελευταίο πράγμα που θέλουμε όταν παίρνουμε επίθεση είναι να δείξουμε ευάλωτοι.  Αν θέλουμε να μας καταλαβαίνουν οι άλλοι, είναι σημαντικό να επικοινωνούμε με ειλικρίνεια. Την επόμενη φορά που νιώσουμε πληγωμένοι ή θυμωμένοι μπορούμε να κάνουμε κάτι διαφορετικό. Να πούμε την απλή φράση “Νιώθω θυμό/λύπη/απογοήτευση/ντροπή”