Ο καταναγκασμός της επανάληψης

Μια από τις πιο ιδιαίτερες ψυχοθεραπευτικές έννοιες είναι ο καταναγκασμός της επανάληψης. Δηλαδή, η τάση των ανθρώπων να επαναλαμβάνουμε συμπεριφορές, αντιδράσεις, σχέσεις, κυρίως όταν κάποιο τραύμα δεν έχει αναγνωριστεί και δεν έχει με κάποιο τρόπο τακτοποιηθεί. Αυτή η επανάληψη μπορεί να συμβαίνει ακόμα και όταν η λογική λέει πως οι συγκεκριμένες καταστάσεις θα πρέπει να αποφευχθούν. Στην ουσία, ο καταναγκασμός της επανάληψης είναι μια προσπάθεια να αντιμετωπίσουμε, να επεξεργαστούμε και να ξαναζήσουμε προβληματικά περιστατικά από το παρελθόν, με την ελπίδα ότι αυτή τη φορά η έκβαση θα είναι διαφορετική. 

Για παράδειγμα, μπορεί να έχουμε την τάση να μας ελκύουν άνθρωποι με συμπεριφορά απόμακρη, ψυχρή, μπερδευτική ή χαοτική που μας κάνει να υποφέρουμε. Να μας ελκύει το ακατανόητο και η ανοχή σ’αυτό, που συνήθως καταλήγει σε εγκατάλειψη του εαυτού μας, σε προβλήματα επικοινωνίας και οικειότητας. Ωστόσο, δεν είναι τόσο ότι επιλέγουμε μια δύσκολη κατάσταση και στη συνέχεια προσπαθούμε να επαναλάβουμε απλά όλη την πορεία της. Προσπαθούμε να βρούμε μια ιστορία αρκετά οικεία ώστε να μας ελκύει, και στη συνέχεια πασχίζουμε να δώσουμε ένα διαφορετικό τέλος με διαφορετικούς “ηθοποιούς” κάθε φορά. Αυτό που μας οδηγεί στον καταναγκασμό της επανάληψης δεν είναι ότι η ιστορία είναι εξ αρχής δύσκολη, αλλά ότι δεν καταφέρνουμε να αλλάξουμε το τέλος της.

Το βαθύτερο και μάλλον ασυνείδητο κίνητρό μας είναι να επιστρέψουμε στην παιδική μας ηλικία με τις ενήλικες ικανότητές μας και να διασφαλίσουμε ότι αυτή τη φορά, τα πράγματα θα είναι αλλιώς. Θέλουμε να βρούμε κάποιον που να ήταν τόσο απόμακρος όσο μπορεί να ήταν ο πατέρας μας, αλλά αυτή τη φορά, θέλουμε να τον πάμε για θεραπεία, να κάνουμε μαζί του διαλόγους για να καταλάβει, να τον βοηθήσουμε να δει τις πληγές του και να γίνουμε οι προστάτες, οι οδηγοί του. Επιθυμούμε να βρούμε έναν θυμωμένο άνθρωπο που όμως στο σήμερα, αντί να τον φοβόμαστε, θέλουμε μια ευκαιρία για να μπορέσουμε αυτή τη φορά να κατευνάσουμε αυτόν τον θυμό, να καταλάβει το λάθος του, να μας ζητήσει συγγνώμη και να μας δικαιώσει. Ψάχνουμε στην ενήλικη ζωή μια δεύτερη ευκαιρία για να διορθώσουμε μια τραυματική δυναμική που σαν παιδιά δεν ξέραμε, δεν μπορούσαμε και δεν ήταν και η δουλειά μας να το κάνουμε. 

Όλα αυτά δεν χρειάζεται ούτε να μας εκπλήσσουν, ούτε να μας τρομάζουν, ούτε να μας απογοητεύουν καθώς δεν υπάρχει τίποτα εγγενώς κακό και κάποιες καταστάσεις είναι και αναπόφευκτες. Θα μας βοηθήσει πολύ να βρούμε το μοτίβο μας και μετά εάν θέλουμε να το κάνουμε κάτι, να το αλλάξουμε. Γιατί ως ενήλικες μπορούμε να αποκτήσουμε τις ικανότητες που θα μας επιτρέψουν να πειραματιστούμε με τις προκλήσεις του “εδώ και τώρα” που ως παιδιά στο “εκεί και τότε” δεν μπορούσαμε. 

Είχαμε μπρος μας τα πάντα, είχαμε μπρος μας το τίποτε

Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε σχεδόν καθημερινά, είναι πρωτοφανείς και το να είμαστε  καλά έχει γίνει περίπου δουλειά πλήρους απασχόλησης με απαραίτητα προσόντα γείωσης, μερικής αποστασιοποίησης, ουσιαστικής ενασχόλησης με τον εαυτό μας, ενσυναίσθησης και κινητοποίησης για όταν μας χρειάζονται και μπορούμε, αυτοσυγκράτησης, εγρήγορσης και υποστηρικτικό εσωτερικό διάλογο.

Φυσικά και παλιότερα οι άνθρωποι βιώναμε δυσκολίες, φόβο και αναστάτωση. Όμως δεν ακούγαμε τις σκέψεις του διπλανού τόσο δυνατά όσο σήμερα. Είμασταν λιγότερο εκτεθειμένοι σε ξεσπάσματα επιθετικότητας, φθόνου, περιφρόνησης, ανθρώπων που δεν γνωρίζαμε και δεν είχαν ή δεν τους δίναμε πρόσβαση στο πεδίο μας.  Δεν χρειαζόταν να γνωρίζουμε τα πάντα που εκτυλίσσονταν στο μυαλό όλων των άλλων. Ίσως και να ήταν ένας από τους λόγους που δεν έβγαιναν στην επιφάνεια περίεργες συμπεριφορές και κρατούσαν την ψυχική εξάντληση κάπως μακριά. Δεν είναι αποκλειστικά δικό μας λάθος. Οι άνθρωποι δεν είμασταν περισσότερο ανθεκτικοί και εγκρατείς από τη φύση μας, απλά πιο τυχεροί. 

Θα βοηθήσει πολύ να θυμηθούμε ή να μάθουμε τα βασικά. Να μάθουμε να γειωνόμαστε. Δηλαδή, να επαναφέρουμε τον εαυτό μας σε επαφή με το σώμα μας και τις αισθήσεις μας στην παρούσα στιγμή, στο εδώ και τώρα, στην πραγματικότητα και να αναρωτηθούμε τι χρειαζόμαστε και τι είναι αυτό που θα μας βοηθήσει. 

Μόνο όταν είμαστε γειωμένοι έχουμε τον έλεγχο του νοητικού και συναισθηματικού μας εαυτού και η διάθεσή μας δεν επηρεάζεται εύκολα από συμπεριφορές των άλλων. Η γείωση μας βοηθάει να επιστρέφουμε στον εαυτό μας όταν οι προκλήσεις και τα γεγονότα της ζωής μας αποσυντονιζουν και μας στρεσάρουν. Τότε, θα μπορούμε να είμαστε χρήσιμοι όχι μόνο για τον εαυτό μας αλλά και για τους άλλους.

Πλοήγηση στην καθημερινότητα

Σχεδόν καθημερινά και βιωματικά συνειδητοποιούμε ότι υπάρχουν όλο και περισσότερα πράγματα και καταστάσεις για τα οποία πρέπει να ανησυχούμε. Με όλη αυτή την αβεβαιότητα και την αίσθηση έλλειψης ελέγχου είναι εύκολο να νιώθουμε απογοητευμένοι, θυμωμένοι, συγκλονισμένοι και ακινητοποιημένοι. 

Τι είναι αυτό που θα μας βοηθούσε να περιορίσουμε την απογοήτευση, τον θυμό και την δυσαρέσκεια και να στρέψουμε έστω και για λίγο την προσοχή μας σε πράγματα που έχουμε κάποια επιρροή ή έλεγχο; 

Για να μπορέσουμε να καταλάβουμε πού είναι πιο βοηθητικό να εστιάσουμε την προσοχή και τις προσπάθειές μας, μπορούμε να κατηγοριοποιήσουμε τις ανησυχίες και τους προβληματισμούς μας σε τρεις κατηγορίες:

  • στον κύκλο των ανησυχιών: σε εκείνες τις καταστάσεις και πράγματα στη ζωή μας που δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι και απλά πρέπει να τα αποδεχτούμε και να συνεχίσουμε τη ζωή μας με αυτά
  • στον κύκλο της επιρροής: σε εκείνα τα οποία μπορούμε να επηρεάσουμε, αλλά δεν έχουμε άμεσο έλεγχο
  • στον κύκλο ελέγχου: στα πράγματα που έχουμε άμεσο έλεγχο 

Εάν εστιάζουμε περισσότερο σ’εκείνα που μπορούμε να ελέγξουμε ή που μπορούμε να επηρεάσουμε, τότε και τα συναισθήματά μας είναι περισσότερο γειωμένα. Αυτά που μπορούμε πραγματικά να ελέγχουμε είναι οι σκέψεις μας, οι εικόνες που φτιάχνουμε στο μυαλό μας για εμάς και τους άλλους και φυσικά τη συμπεριφορά μας. 

Πολύ συχνά παρατηρώ πως ένα μεγάλο ποσοστό ανθρώπων στεναχωριέται και στέκεται στο γεγονός πως κάποια πράγματα τα έμαθε σε μεγάλη ηλικία και ότι θα πρέπει να καταβάλει προσπάθεια για να καταφέρει να σκέφτεται υποστηρικτικά προς τον εαυτό του. Σε αυτό, πάντα απαντάω πως είναι μέρος της θεραπευτικής διαδικασίας να μένουμε στη θλίψη και μετά είναι σημαντικό να χαιρόμαστε που έχουμε -εάν επιθυμούμε- τη δυνατότητα να μαθαίνουμε καινούργιους τρόπους -και ας μην τους χρησιμοποιήσουμε ποτέ- γιατί οι νέοι τρόποι μας δίνουν επιλογές. 

Αυτή η πολύ απλή άσκηση που ακολουθεί, μπορεί να βοηθήσει να γίνουν περισσότερο κατανοητά τα παραπάνω. Στην πρώτη στήλη συμπληρώστε αυτά που σας απασχολούν, τις ανησυχίες σας.  Στη δεύτερη το βαθμό ελέγχου που έχετε και στην τρίτη τι μπορείτε να κάνετε και κυρίως να σκεφτείτε διαφορετικά, να νοηματοδοτήσετε με διαφορετικό τρόπο αυτό που σας απασχολεί. 

Οι φόβοι δεν είναι πάντα πραγματικοί

Έχουν ειπωθεί και γραφεί πολλά για το φόβο. Ο φόβος είναι ένα φυσιολογικό συναίσθημα όπως όλα τα υπόλοιπα που είναι απαραίτητο να υπάρχει ώστε να μας προφυλάσσει από πιθανούς κινδύνους. Είναι όμως σημαντικό να κάνουμε τον διαχωρισμό από το άγχος.
Ο φόβος σχετίζεται με υπαρκτούς κινδύνους και από αυτούς μας προστατεύει, ενώ το άγχος έχει συχνά να κάνει με φανταστικούς κινδύνους ή καταστάσεις, το οποίο πυροδοτείται ή από ένα τραυματικό γεγονός που μας έχει συμβεί ή επειδή κάποιος μας έχει φοβίσει λέγοντάς μας συνέχεια πως πρέπει να μείνουμε μακριά από μια κατάσταση. 

Αυτός ο διαχωρισμός μας βοηθάει να αντιλαμβανόμαστε τη διαφορά μεταξύ αυτού που συμβαίνει πραγματικά στον κόσμο και αυτού που συμβαίνει στις σκέψεις μας για τον κόσμο. Όμως, εάν ο φόβος δεν είναι γεγονός τι είναι; γιατί καταλαμβάνει τόσο χώρο στο μυαλό μας και γιατί μας βάζει διαρκώς εμπόδια; Οι φόβοι που εάν κάνουμε ένα reality check και δούμε πραγματικά πως είναι υπερβολικοί και δεν έχουν να κάνουν με το “εδώ” και “τώρα”, τις τωρινές συνθήκες της ζωής μας, είναι αυτοί οι φόβοι που μπορούμε να τους πούμε φόβους σκιάς. Είναι σκιές παλαιών, επώδυνων γεγονότων -κυρίως της παιδικής και εφηβικής ηλικίας- που ρίχνουν τη σκιά τους στην ενήλικη ζωή μας. 

Πώς όμως μπορούμε να αναγνωρίσουμε τους αρχικούς μας φόβους; Μπορούμε να καταλάβουμε αρκετά σχετικά με αυτούς τους φόβους εξερευνώντας τον τρόπο που φοβόμαστε στο σήμερα γιατί οι ενδείξεις για το τι συνέβη στο παρελθόν βρίσκονται στις τρέχουσες ανησυχίες μας.  

Ας υποθέσουμε πως στη δουλειά μας πολύ συχνά νιώθουμε αμφιβολία για τις γνώσεις μας,  τις ικανότητές μας και φοβόμαστε πως έχουμε κάνει κάτι λάθος. Αισθανόμαστε ένα διαρκές άγχος και φόβο πως θα αποκαλυφθεί η ανεπάρκειά μας και θα χάσουμε τη δουλειά μας, ακόμα και αν αυτή η πιθανότητα δεν έχει κάποια βάση. Ας υποθέσουμε πως επειδή στις κοινωνικές συναναστροφές δυσκολευόμαστε πιστεύουμε πως οι άλλοι μας βρίσκουν βαρετούς και φοβόμαστε πως θα μας αποκλείουν κοινωνικά. Ας υποθέσουμε πως θέλουμε να προσεγγίσουμε έναν άνθρωπο που μας ενδιαφέρει αλλά φοβόμαστε πως αυτή η προσέγγιση θα αντιμετωπιστεί με χλευασμό και αδιαφορία.

Πιστεύουμε πως αυτοί οι φόβοι είναι αληθινοί και πως έτσι θα συμβεί. Ωστόσο, εάν έχουμε κουραστεί με αυτόν τον τρόπο διαχείρισης και θέλουμε να δοκιμάσουμε κάτι διαφορετικό, αυτό που μπορούμε αρχικά να κάνουμε είναι να προσπαθήσουμε να συνδέσουμε τους φόβους που αισθανόμαστε στο τώρα με κάτι παλιό και να αναρωτηθούμε:
– Πότε νιώσαμε πως δεν ανήκουμε σε μια ομάδα; είτε μικρή ομάδα (π.χ.οικογένεια) είτε μεγαλύτερη (π.χ. σχολείο)
– Πόσο συχνά ακούγαμε μπράβο; πόσο είχαμε την αποδοχή των σημαντικών άλλων μόνο όταν η απόδοσή μας στο σχολείο ήταν ικανοποιητική;
– Πότε νιώσαμε ότι πήραμε απόρριψη και κοροϊδία όταν εκφράσαμε τα συναισθήματά μας στον άνθρωπο που θέλαμε να έρθουμε πιο κοντά;

Το πιθανότερο είναι πως θα θυμηθούμε γεγονότα που στο ‘τότε’ είχαμε στεναχωρηθεί, είχαμε ντραπεί, είχαμε πάρει κριτική, είχαμε ματαιωθεί ή φοβηθεί. Τότε, ως παιδιά δεν είχαμε επιλογές και δεν είχαμε τις γνωστικές λειτουργίες που έχουμε ως ενήλικοι. Ως ενήλικοι μπορούμε να κάνουμε συνδέσεις, να έχουμε επίγνωση εάν κάτι που αισθανόμαστε στο σήμερα είναι όντως πραγματικό ή ένας παλιός φόβος. Έχουμε την επιλογή να κάνουμε κάτι διαφορετικό, να αλλάξουμε τρόπους.

Οι φόβοι μας, οι πόνοι μας, το άγχος μας, θέλουν να γίνουν γνωστά και όσο λιγότερο αντέχουμε ή αποφεύγουμε να τα γνωρίσουμε, τόσο περισσότερο θα προσκολλώνται στο παρόν και σε θέματα που τους μοιάζουν, μέχρι να αποφασίσουμε να τους δώσουμε προσοχή και να τα γνωρίσουμε. 

H μοναδικότητα της θεραπείας

Μια από τις πιο συχνές ερωτήσεις είναι μετά από πόσο καιρό μπορεί να δει κάποιος αποτέλεσμα με την ψυχοθεραπεία. Είναι μια συνηθισμένη ερώτηση που είναι δύσκολο να απαντηθεί μιας και η διαδικασία και η αλλαγή δεν είναι γραμμική και φυσικά διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο λόγω διαφόρων παραγόντων όπως οι παρακάτω:

Διαφορετικότητα: Κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός και η ψυχοσύνθεσή μας διαμορφώνεται από την προσωπικότητά μας, την ανατροφή μας, τις εμπειρίες μας, τα τραύματά μας και τους μηχανισμούς άμυνας που αποκτήσαμε. Όλες αυτές οι διαφορές επηρεάζουν τον τρόπο που επεξεργαζόμαστε και ανταποκρινόμαστε στα τραυματικά γεγονότα ή στις συναισθηματικές προκλήσεις. Αυτό που λειτουργεί για κάποιον άνθρωπο μπορεί να μην λειτουργεί για τον άλλο λόγω αυτών ακριβώς των διαφορών. 

Τραύμα και εμπειρίες του παρελθόντος: Ένα τραύμα παίζει καθοριστικό ρόλο για την εξέλιξη της ψυχοθεραπείας. Η σοβαρότητα, η πολυπλοκότητα και η διάρκεια του τραύματος που βιώθηκε διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο και στη διαδικασία επούλωσης. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις ανοιχτών τραυμάτων που απαιτούν εξειδικευμένες παρεμβάσεις. 

Υποστηρικτικό πλαίσιο: Η διαθεσιμότητα και η ποιότητα του υποστηρικτικού πλαισίου μπορεί να επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό την πορεία της αντιμετώπισης μιας δυσκολίας. Οι άνθρωποι που έχουν πρόσβαση σε δίκτυο υποστήριξης -φίλους, οικογένεια, ψυχοθεραπευτές ή ομάδες υποστήριξης- έχουν και περισσότερες ευκαιρίες και πόρους να ανταπεξέρχονται στις δυσκολίες.

Μηχανισμοί άμυνας και ανθεκτικότητα: Οι άνθρωποι αναπτύσσουμε μηχανισμούς άμυνας και επίπεδα ανθεκτικότητας που κάποιες φορές θα μας βοηθάνε και άλλες θα περιορίζουν την εξέλιξή μας. (Η φωτογραφία μας δείχνει ακριβώς αυτό)

Κίνητρο και δέσμευση: Όπως και με τα περισσότερα πράγματα στη ζωή, η προθυμία μας, το κίνητρο, η δέσμευση και το είδος της προσπάθειας που είμαστε διατεθειμένοι να καταβάλλουμε για να μετακινήσουμε τον συναισθηματικό βράχο που βρέθηκε στο δρόμο μας, θα παίξει καθοριστικό ρόλο. Ίσως μεγαλύτερο και από τη φύση των ίδιων των γεγονότων.

Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι η πορεία του καθενός είναι μοναδική, δεν είναι συγκρίσιμη και δεν υπάρχει μια προσέγγιση που να ταιριάζει σε όλους. Ο σεβασμός, η κατανόηση και η εξατομικευμένη υποστήριξη είναι το ζητούμενο. 

Η φωτογραφία και μέρος του κειμένου είναι από τον λογαριασμό του κλινικού ψυχολόγου
Mubarak Mansoor

Όλοι χρειαζόμαστε Ubuntu

Όταν κάτι πάει στραβά στον κόσμο οι περισσότεροι άνθρωποι θέλουν να δώσουν μια εξήγηση, μια ερμηνεία. Τις περισσότερες φορές καταλήγουμε να λέμε πως βασική αιτία είναι η έλλειψη αυτού που στη ζουλού γλώσσα ονομάζεται “ubuntu”.

Ubuntu σημαίνει συμπόνοια, αποδοχή και ανθρωπιά αλλά πηγάζει από τη βαθύτερη έννοια της ενσυναίσθησης και της ενότητας. Δεν είναι μόνο θαυμασμός για αυτό που είναι όμορφο, άδολο, επιτυχημένο, είναι αυτό που κάποιος καταφέρνει να νιώθει για εκείνους που δεν αποδέχεται, δεν εγκρίνει, για εκείνους που έχουν κάνει μεγάλα λάθη ακόμα και όσους έχουν παραβιάσει τους ηθικούς τους κώδικες.  Ubuntu είναι να μπορούμε να ακούσουμε πως συμπεριφορές άλλων δεν έχουν πάντα κακία ή πρόθεση να προκαλέσουν κακό αλλά πολλές φορές ο φόβος κάνει τους ανθρώπους επιθετικούς. 

Ubuntu είναι να μπορούμε να αναρωτιόμαστε με συμπάθεια και φαντασία πώς μπορεί κάποιος να έχει φτάσει να συμπεριφέρεται με αλαζονεία και υποτίμηση προς τους άλλους. Το ubuntu μας επιτρέπει να δούμε το χαμένο, ευάλωτο ή τραυματισμένο παιδί που κρύβεται μέσα σ’έναν μπερδεμένο και απογοητευμένο ενήλικα. Ubuntu είναι όταν μας αποδεχόμαστε ολόκληρους. Με τα προτερήματα και τους περιορισμούς μας. 

Το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται κάποιος είναι να του λένε τι να κάνει ή να του δίνει συμβουλές και μάλιστα χωρίς να τις έχει ζητήσει. Βρήκα όμως τα παρακάτω χρήσιμα και φροντιστικά.  Θα προσέθετα και μια συμβουλή που μου έδωσαν πριν χρόνια και σταμάτησα να ταλαιπωρώ τον εαυτό μου: “Το θέμα δεν είναι να μην πονέσουμε ποτέ ξανά. Κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατόν. Το θέμα είναι για πόσην ώρα και με πόση ένταση θα μένουμε στον πόνο”.

  1. Εάν κάτι σε ενοχλεί παραπάνω από 24 ώρες, μην το αφήνεις να σε απασχολεί περισσότερο από δύο μέρες
  2. Συμπεριφέρσου στον εαυτό σου όπως θα συμπεριφερόσουν εάν είχες την ευθύνη κάποιου που θα εξαρτιόταν από εσένα (πχ ενός παιδιού)
  3. Μια κακή μέρα δεν σημαίνει μια κακή ζωή
  4. Ο εσωτερικός μας κριτής δεν μας λέει  πάντα την αλήθεια και τις περισσότερες φορές δεν κοιτάει το συμφέρον μας
  5. Όταν έχουμε στρες δυσκολευόμαστε να έρθουμε σε επαφή με όσα έχουμε καταφέρει. Την επόμενη φορά θα σε κατακλύσει το άγχος, θυμήσου με ευγνωμοσύνη πόσο έχεις εξελιχθεί  
  6. Μην απολογείσαι επειδή εκφράζεις τα συναισθήματά σου γιατί είναι σαν να λες στον εαυτό σου πως δεν αξίζεις τον χώρο που παίρνεις 

Το αντίθετο της παθητικοεπιθετικότητας 

Ο πιο συνηθισμένος τρόπος έκφρασης του θυμού ή οποιουδήποτε άλλου συναισθήματος που μας δυσκολεύει να εκφράσουμε είναι η παθητική επιθετικότητα. Αν και όλοι ξέρουμε πως αυτή η συμπεριφορά δεν βοηθάει ούτε εμάς ούτε μια σχέση, έχουμε μάθει πως είναι ο πιο εύκολος και ανεκτός τρόπος έκφρασης μιας που οι άνθρωποι έχουμε την τάση να διαχωρίζουμε τα συναισθήματα ως “καλά” και “κακά”.

Γινόμαστε παθητικοεπιθετικοί κυρίως γιατί δεν ξέρουμε να εκφράσουμε τον θυμό, το πιο παρεξηγημένο και ενοχοποιημένο συναίσθημα που ανεχόμαστε λιγότερο απ’όλα.  Έχει την εικόνα κάτι μεγάλου και ανεξέλεγκτου, που εάν το αφήσουμε ελεύθερο θα καταστρέψει τα πάντα. Κάτι που το κάνει ακόμα πιο μπερδεμένο είναι τα αντιφατικά μηνύματα που παίρνουμε από παιδιά.  Μαθαίνουμε ότι δεν είναι αποδεκτό να θυμώνουμε, αλλά από την άλλη μεριά βιώνουμε την οργή ή τον θυμό από τους ενήλικους, είτε άμεσα είτε με την έμμεση μορφή της παγερής αποδοκιμασίας.

Όμως, ως ενήλικοι, δεν χρειάζεται να γινόμαστε επιθετικοί ούτε με άμεσους, ούτε με έμμεσους τρόπους. Μπορούμε να επικοινωνούμε την ευαλωτότητά μας, την απογοήτευση, τον θυμό, τη λύπη, τη ντροπή. Γιατί είναι τόσο δύσκολο αυτό; φοβόμαστε να πούμε σε κάποιον ότι μας έχει πληγώσει. Τις περισσότερες φορές η τάση μας είναι να ανταποδώσουμε. Το τελευταίο πράγμα που θέλουμε όταν παίρνουμε επίθεση είναι να δείξουμε ευάλωτοι.  Αν θέλουμε να μας καταλαβαίνουν οι άλλοι, είναι σημαντικό να επικοινωνούμε με ειλικρίνεια. Την επόμενη φορά που νιώσουμε πληγωμένοι ή θυμωμένοι μπορούμε να κάνουμε κάτι διαφορετικό. Να πούμε την απλή φράση “Νιώθω θυμό/λύπη/απογοήτευση/ντροπή”

Χειραγώγηση του εαυτού μας 

Το gaslighting είναι μια συμπεριφορά χειραγώγησης που έχει στόχο την υπονόμευση της πραγματικότητας ενός ανθρώπου με το να του αρνούνται όσα θυμάται από ένα περιστατικό ή συνομιλία, να μην πιστοποιούν την εγκυρότητα των συναισθημάτων του, να τον αγνοούν όταν εκφράζει παράπονα και να να τον αντιμετωπίζουν με ασέβεια. Ουσιαστικά του αρνούνται όλη του την πραγματικότητα, μέχρι να υποκύψει και να υιοθετήσει αυτή που του προβάλλουν.

Το gaslighting μπορεί να συμβεί σε κάθε είδους σχέση. Επαγγελματική, φιλική, οικογενειακή και στη σχέση με τον εαυτό μας.Δηλαδή, όταν εμείς οι ίδιοι μας κάνουμε gaslighting με το να μην μας ακούμε και να μην εμπιστευόμαστε αυτά που νιώθουμε και σκεφτόμαστε. Κάποιες ενδείξεις που θα μας βοηθήσουν να καταλάβουμε πότε το κάνουμε αυτό είναι οι παρακάτω:

  • Όταν δικαιολογούμε συνέχεια την άσχημη συμπεριφορά των άλλων
  • ακυρώνουμε διαρκώς τα συναισθήματά μας
  • όταν σκεφτόμαστε συνεχώς πράγματα που πρέπει ή δεν πρέπει να κάνουμε
  • Πιστεύουμε πως είμαστε πολύ ευαίσθητοι
  • δεν εμπιστευόμαστε την κρίση σας και ζητάμε επιβεβαίωση από τους άλλους για αποφάσεις που μας αφορούν
  • Όταν συχνά βρίσκουμε λόγους και τρόπους να κατηγορούμε τον εαυτό μας και τις επιλογές μας

Η δυνατότητα να εγκαταλείπεις τους ανθρώπους

Ευγενή κίνητρα και δικαιολογημένες αιτίες είναι πίσω από την σύνδεση που έχουμε κάνει πως το να μην εγκαταλείπουμε τους ανθρώπους σημαίνει ωριμότητα και καλοσύνη.   Όλοι οι κινηματογραφικοί χαρακτήρες όσο πληγωμένοι και αν είναι διατηρούν την πίστη στους ανθρώπους που αγαπούν, δεν τους αφήνουν όταν έχουν προβλήματα, αντέχουν τις δυσκολίες. “Το να τρέχεις μακριά είναι απιστία. Πολλά πράγματα είναι αναλώσιμα. Οι άνθρωποι ποτέ”. 

Ωστόσο, αυτή η στάση ζωής έχει ένα σημαντικό μειονέκτημα: ότι η υγεία μας, ο αυτοσεβασμός και η ωριμότητα κάποιες φορές ίσως να απαιτούν τη δυνατότητα να εγκαταλείψουμε κάποιον, να σταματάμε να δίνουμε συνέχεια το πλεονέκτημα της αμφιβολίας, να συγχωρούμε για πολλοστή φορά τα πάντα, να φανταζόμαστε πως πίσω από τις απρόσεκτες πράξεις που έκαναν και λόγια που είπαν εννοούσαν κάτι άλλο, πως οι προθέσεις τους ήταν καλές. Ίσως κάποια στιγμή χρειαστεί να αποφασίσουμε αν θα εγκαταλείψουμε κάποιον άλλον ή τον εαυτό μας. 

Συνήθως τα παιδιά λόγω συνθηκών και έλλειψης επιλογών δεν έχουν την ικανότητα να εγκαταλείψουν έναν ενήλικα όσο και αν τους έχει απογοητεύσει και συνεχίζουν -με οποιοδήποτε κόστος- να αγαπούν τον γονιό που προσφέρει αγάπη ακόμα και αν αυτή η αγάπη συνοδεύεται και με οδυνηρές πτυχές.

Τα παιδιά δεν μπορούν να καταλάβουν πως οι γονείς είναι άνθρωποι με αδυναμίες και περιορισμούς και συνήθως σκέφτονται τα εξής:

  • Μπορεί να αλλάξουν

Το παιδί πιστεύει και περιμένει υπομονετικά πως ο ενήλικας θα μεταμορφωθεί στο άτομο που τόσο πολύ έχει ανάγκη.

  • Κατά βάθος είναι καλή/καλός 

Ένα παιδί μπορεί να δέχεται και να γίνεται στόχος των πιο κακών διαθέσεων ενός γονιού, αλλά να είναι και ο πιο αφοσιωμένος και ένθερμος υπερασπιστής του. 

  • Μάλλον το πρόβλημα είμαι εγώ 

Πιο εύκολα διαχειρίσιμο για ένα παιδί να πιστέψει πως είναι κακό και προβληματικό παρά να έρθει σε επαφή με τον πόνο της συνειδητοποίησης ότι ο γονιός του -από τον οποίο εξαρτάται- μπορεί απλά να είναι ένας κακός και εγωιστής μέτριος άνθρωπος. 

  • Κανείς και πουθενά αλλού δεν μπορεί να είναι καλύτερα

σχεδόν αδύνατο για ένα παιδί να ξεφύγει, να πει “ξεκινάω από την αρχή” ή να πει “τέλος” σε μια κακοποιητική συμπεριφορά. Δύσκολα φαντάζονται τον εαυτό τους σε άλλες συνθήκες ιδιαίτερα εκείνα που έχουν τους περισσότερους λόγους για να μιλήσουν δεν υψώνουν καν τη φωνή τους. 

Κάθε μία από τις παραπάνω σκέψεις έχει και την ενήλικη αντίστοιχη. Σε κάποιες ανεκπλήρωτες σχέσεις, οι δεξιότητές μας μπορεί να είναι όσες και αυτές που είχαμε ως παιδιά. Μπορεί να είμαστε καλοί να δικαιολογούμε γιατί μένουμε κάπου που δεν είναι καλά, γιατί φταίμε εμείς, γιατί οι άλλοι έχουν ελαφρυντικά.

Αυτό όμως δεν σημαίνει πως στο σήμερα δεν μπορούμε να μάθουμε να θυμώνουμε και με κάποιον άλλο εκτός από τον εαυτό μας. Να κάνουμε κάτι που μας φαίνεται πολύ περίεργο: να φεύγουμε. Αυτό δεν είναι ένδειξη δειλίας ή αδυναμίας χαρακτήρα. Είναι ένδειξη πως μαθαίνουμε να αγαπάμε τον εαυτό μας και να τοποθετούμε τις ανάγκες μας εκεί που θα έπρεπε να είναι: στο κέντρο των σκέψεών μας.