Όρια – Μέρος Δ

Η αλήθεια είναι πως το να οριοθετούμαστε δεν είναι τόσο εύκολο όσο ακούγεται καθώς ο φόβος για το πώς μπορεί να αντιδράσει ο άλλος μπορεί να μας κάνει να το ξανασκεφτούμε. Συνήθως κάνουμε φανταστικούς διαλόγους οι οποίοι πάντα καταλήγουν με τη διάλυση της σχέσης και αυτό μας είναι αρκετά αποτρεπτικό. Βέβαια, το τίμημα γι’ αυτή τη βραχυπρόθεσμη δυσφορία που θα αισθανθούμε για χάρη μιας μακροπρόθεσμα υγιούς σχέσης, είναι πολύ μικρό. Κάθε φορά που θα αποφασίσουμε να οριοθετηθούμε τα βήματα για να το πετύχουμε είναι δυο. Η επικοινωνία και η δράση.

Η επικοινωνία των αναγκών μας είναι το πρώτο βήμα. Οι άλλοι δεν μπορούν να υποθέσουν με ακρίβεια τα όριά μας με βάση τη γλώσσα του σώματός μας ή τις ανείπωτες προσδοκίες μας. Όταν λέμε καθαρά τι περιμένουμε, δεν υπάρχει χώρος παρερμηνείας. π.χ. “Όταν έχουμε μια διαφωνία, θα ήθελα ο τόνος της φωνής σου να είναι πιο χαμηλός γιατί απομακρύνομαι/φοβάμαι/δεν θέλω (ή οτιδήποτε αισθάνεται ο καθένας) και αν αυτό σε δυσκολεύει θα ήθελα να σταματάμε και να συνεχίζουμε τη συζήτηση αργότερα. Όταν αισθάνομαι άβολα με τον τόνο της φωνής θα στο λέω”.

“Είναι πολύ σημαντικό για μένα να υπάρχει συνέπεια όταν έχουμε κανονίσει να κάνουμε κάτι μαζί. Εάν κάτι συμβεί και πρέπει να ακυρώσεις, σε παρακαλώ στείλε μου ένα μήνυμα λίγες ώρες πριν”.

Το επόμενο που θα χρειαστεί να κάνουμε είναι η δράση. Οι άνθρωποι καταλαβαίνουμε τη συμπεριφορά, όχι τα λόγια. Αυτό που επικοινωνούμε καλό θα είναι να συνάδει με τη συμπεριφορά μας. Παρόλο που μπορεί να έχουμε πει κάτι με σαφήνεια, εάν η άλλη πλευρά δεν το έχει ακούσει, θα βοηθήσει και η δράση. Στο παραπάνω παράδειγμα με την ακύρωση του ραντεβού, αν ξανασυμβεί, θα πρέπει να ενημερώσετε πως δεν μπορείτε να ανταποκριθείτε επειδή δεν ενημερωθήκατε νωρίτερα. πχ. “Θα ήθελα πολύ να βρεθούμε, αλλά τελευταία στιγμή δεν μπορώ να προσαρμόσω το πρόγραμμά μου. Ας κανονίσουμε μια ώρα για την επόμενη εβδομάδα.”

Το να είμαστε πρώτα εμείς συνεπείς με τα όριά μας μέσω της δράσης-συμπεριφοράς, είναι ο μόνος τρόπος για να καταλάβει ο απέναντι ότι είμαστε σοβαροί, κάτι που θα βοηθήσει και εκείνους να σεβαστούν τα όριά μας.

Πολλοί πιστεύουμε πως από τη στιγμή που επικοινωνήσαμε το όριο, οι άλλοι θα το σεβαστούν. Οπότε δεν είμαστε σταθεροί και συνεπείς σ’αυτό που έχουμε πει.

Αυτή η ασυνέπεια στη συμπεριφορά μας είναι σαν να προσκαλούμε τους άλλους να συνεχίζουν να μην μας ακούνε και να μην μας βλέπουν. Το να σέβονται τα όριά μας είναι δική μας ευθύνη και όχι του άλλου.

Όρια – Μέρος Γ

Τις περισσότερες φορές προσπαθούμε να οριοθετηθούμε με τρεις τρόπους: με τον χαλαρό ή διαπερατό, με τον άκαμπτο ή τον “υγιή”.

Τα διαπερατά όρια είναι αδύναμα ή δεν εκφράζονται με καθαρό τρόπο και έχουν ως αποτέλεσμα να υπερβάλλουμε εαυτόν, να εξαντλούμαστε, να αισθανόμαστε αρκετά συχνά άγχος και θυμό με τον εαυτό μας και τους άλλους.

Μερικές ενδείξεις αυτού του τρόπου οριοθέτησης είναι όταν μοιραζόμαστε υπερβολικά χωρίς να κρατάμε κάτι για εμάς, έχουμε μια τάση να κάνουμε σχέσεις εξάρτησης, δυσκολευόμαστε στη διαφοροποίηση, εξαρτόμαστε αρκετά από την γνώμη των άλλων, δυσκολευόμαστε να λέμε όχι, φοβόμαστε την απόρριψη και ανεχόμαστε την κακομεταχείριση.

Στο άλλο άκρο, τα άκαμπτα όρια είναι ο τρόπος για να κρατάμε τους άλλους σε απόσταση γιατί έτσι αισθανόμαστε ασφάλεια. Συνήθως υπάρχει κάποιο γεγονός εκμετάλλευσης που μας έκανε να βάζουμε κανόνες από τους οποίους δεν εξαιρείται κανείς. Οι άνθρωποι που βάζουν άκαμπτο όριο σπάνια μοιράζονται συναισθήματα, υψώνουν τοίχους, αποφεύγουν την ευαλωτότητα, έχουν από τους άλλους μεγάλες προσδοκίες και κυρίως επιβάλλουν αυστηρούς κανόνες.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα άκαμπτου ορίου είναι να λέμε με σκληρό και απόλυτο τρόπο “όχι” έτσι ώστε να αποτρέπουμε να μας ζητηθεί κάτι στο μέλλον ή να έχουμε έναν κανόνα από τον οποίο δεν εξαιρείται κανείς.

Τα υγιή όρια είναι εφικτά όταν το παρελθόν μας δεν εμφανίζεται στις παρούσες αλληλεπιδράσεις μας. Αυτό απαιτεί επίγνωση και καθαρή-σαφή επικοινωνία. Είναι σαφής όταν είμαστε ξεκάθαροι για τις αξίες μας και για τις συμπεριφορές που δεν ανεχόμαστε, όταν εμπιστευόμαστε τη γνώμη μας, όταν δεν φοβόμαστε να δείξουμε την εαυλωτότητά μας σε εκείνους που έχουν κερδίσει την εμπιστοσύνη μας, όταν νιώθουμε άνετα να λέμε όχι αλλά και όταν είμαστε εντάξει και δεν παίρνουμε προσωπικά το όχι των άλλων.

Όρια – Μέρος Β

Υπάρχουν κάποιες ενδείξεις που θα μας βοηθήσουν να καταλάβουμε ότι χρειάζεται να μάθουμε ή να θυμηθούμε τον τρόπο που οριοθετούμαστε. Θα δώσω λίγο περισσότερο χώρο στις πιο σημαντικές για μένα ενδείξεις που με βοηθάνε να καταλάβω πως έχω παραβιάσει το όριό μου.

– Όταν αισθανόμαστε πελαγωμένοι και συναισθηματικά φορτισμένοι. Από τις πιο χαρακτηριστικές ενδείξεις όταν έχουμε να κάνουμε περισσότερα από τον χρόνο που απαιτείται για τα καθημερινά μας καθήκοντα. Πιέζουμε τον εαυτό μας και προσπαθούμε να βρούμε τρόπο να στριμώξουμε όλο και περισσότερα πράγματα σ’ένα ήδη γεμάτο πρόγραμμα. Το να είμαστε συνέχεια απασχολημένοι τα τελευταία χρόνια είναι κάτι σαν πανδημία. Προσπαθούμε να κάνουμε όλο και περισσότερα και μετά σκεφτόμαστε εάν όντως έχουμε τον χρόνο αλλά και αν θέλουμε.

– Όταν κάνουμε σχόλια για το πόσο είμαστε για όλους εκεί αλλά όταν εμείς χρειαζόμαστε κάτι δεν είναι κανένας δίπλα μας
– Όταν γινόμαστε πικρόχολοι με όσους ζητάνε τη βοήθειά μας
– Όταν αισθανόμαστε εξαντλημένοι
– Όταν δεν βρίσκουμε χρόνο για εμάς
– Όταν αποφεύγουμε να απαντάμε στο τηλέφωνο, όταν αποφεύγουμε τη συναναστροφή με ανθρώπους που πιστεύουμε πως θα μας ζητήσουν έστω και το παραμικρό. Το να εξαφανιζόμαστε, το να μην απαντάμε ή να καθυστερούμε είναι αποφυγή. Η αποφυγή είναι ένας παθητικο επιθετικός τρόπος έκφρασης πως έχουμε κουραστεί και δεν θέλουμε άλλο να είμαστε κάπου. Νομίζουμε και ελπίζουμε πως το θέμα θα τακτοποιηθεί από μόνο του αλλά ουσιαστικά η αποφυγή έχει από πίσω φόβο. Το να παρατείνουμε κάτι αποφευγοντας το, το ίδιο θέμα θα εμφανίζεται ξανά και ξανά ακολουθώντας μας από σχέση σε σχέση. H αποφυγή δεν αποτρέπει τη σύγκρουση. Απλά παρατείνει το αναπόφευκτο: την οριοθέτηση
– Όταν πολύ συχνά κάνουμε σκέψεις πως τα παρατάμε όλα και εξαφανιζόμαστε. Πάλι πρόκειται για ένδειξη ακραίας αποφυγής. Φαντασιονόμαστε πως περνάμε τις μέρες μας μακριά από όλους, αγνοώντας κλήσεις και μέιλ, πιστεύοντας πως όλα θα λυθούν.

Έχω ξεχάσει να αναφέρω κάτι πολύ σημαντικό για την οριοθέτηση. Το όριο δεν πάμε να το βάλουμε ποτέ στον άλλον. Το όριο το βάζουμε στον εαυτό μας. Με το να τοποθετούμαστε, με το να επικοινωνούμε το πώς νιώθουμε με κάποια συμπεριφορά, με το τι δεχόμαστε-επιτρέπουμε και τι όχι.

Όρια – Μέρος Α

Πολλά θέματα που αντιμετωπίζουμε οι άνθρωποι αφορούν θέματα ορίων. Συνήθως εκείνοι που μπαίνουν σε ψυχοθεραπεία δεν γνωρίζουν ότι δυσκολεύονται με τα όρια, δηλαδή το αρχικό αίτημά τους δεν είναι “δεν ξέρω να βάζω όρια”. Η δυσκολία στην οριοθέτηση ‘συγκαλύπτεται’ πίσω από θέματα φροντίδας εαυτού, διενέξεις με άλλους ανθρώπους, προβλήματα με τη διαχείριση του χρόνου. Τα όρια είναι ένας όρος αρκετά ευρύς, ενίοτε φοβιστικός και παρεξηγήσιμος.

Τα όρια είναι εξωτερικά και εσωτερικά. Το να ξέρουμε να βάζουμε εξωτερικά όρια μας βοηθάει να φροντίζουμε για τη σωματική μας ακεραιότητα, να κρατάμε μια σωματική απόσταση από τους άλλους και φυσικά να σεβόμαστε και το όριο των άλλων ανθρώπων.

Τα εσωτερικά όρια έχουν να κάνουν με τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά. Οι άνθρωποι που έχουν σταθερά εσωτερικά και εξωτερικά όρια μπορούν να σχετίζονται χωρίς να προβάλλουν στους άλλους δικές του ερμηνείες, ενώ ταυτόχρονα δεν παίρνουν προσωπικά τα συναισθήματα των άλλων. Το να διατηρούμε ανέπαφα τα εσωτερικά μας όρια είναι πολύ βοηθητικό και απαραίτητο ειδικά σε περιπτώσεις που νιώθουμε πως παίρνουμε επίθεση.

Τα όρια τα συναντάμε σε διάφορες μορφές-κατηγορίες:

– Φυσικά όρια τα οποία έχουν να κάνουν στο σεβασμό που θέλουμε να δείχνουν οι άλλοι για τον προσωπικό μας χώρο, την ιδιωτικότητά μας και το σώμα μας. Η απόσταση που χρειάζεται να υπάρχει με κάποιον άλλον, πόσο άνετα αισθανόμαστε με την τρυφερότητα, την οικειότητα. Πότε και σε ποιον θέλουμε να κάνουμε χειραψία όταν γνωρίζουμε κάποιον. Πώς νιώθουμε όταν μας κλειδώνουν την πόρτα;

– Γνωστικά όρια που αφορούν τις σκέψεις, τις αξίες, τις απόψεις. Μπορούμε να ακούμε τη γνώμη κάποιου άλλου χωρίς να γινόμαστε αυστηροί; Γινόμαστε εύκολα ιδιαίτερα συναισθηματικοί ή αμυντικοί;

– Συναισθηματικά όρια. Όταν έχουμε σταθερά συναισθηματικά όρια μπορούμε να διαχωρίζουμε τα δικά μας συναισθήματα και της ευθύνης μας γι’ αυτά, από κάποιου άλλου. Είναι τα εσωτερικά όρια που μας αποτρέπουν από το να δίνουμε συμβουλές, να κατηγορούμε τους άλλους ή τον εαυτό μας. Μας προστατεύουν από το να αισθανόμαστε ένοχοι για τα αρνητικά συναισθήματα ή τα προβλήματα κάποιου άλλου και από το να παίρνουμε προσωπικά τα σχόλια των άλλων.

– Ηθικά όρια. Να γνωρίζουμε τις συμπεριφορές που εναρμονίζονται με τις αρχές που για εμάς είναι αδιαπραγμάτευτες; π.χ. δεν ανεχόμαστε τα ψέματα και την κοροϊδία από τους άλλους.

– Σεξουαλικά όρια που προστατεύουν το επίπεδο άνεσή μας με τη σεξουαλική επαφή και δραστηριότητα.

– Πνευματικά όρια που καθορίζουν τις θρησκευτικές μας πεποιθήσεις (ή την έλλειψη αυτών), είτε πρόκειται για τον Θεό, κάποια άλλη θεότητα ή ένα υπερφυσικό ον.

– Οικονομικά όρια που περιγράφουν το τρόπο μας να κερδίζουμε, να διαχειριζόμαστε ή να αποταμιεύουμε τα χρήματά μας.

– Υλικά όρια που έχουν να κάνουν με τα υπάρχοντά μας, την απόφασή μας να τα μοιραζόμαστε όπως θέλουμε και το δικαίωμά μας να καθορίζουμε πώς οι άλλοι τα μεταχειρίζονται. Όταν μας επιστρέφεται κάτι σε χειρότερη κατάσταση, έχουν παραβιαστεί τα υλικά μας όρια.

– Χρονικά όρια τα οποία απ όλα τα παραπάνω, είναι εκείνα που είναι πιο δύσκολα να τηρηθούν. Έχουν να κάνουν με τον τρόπο που διαχειριζόμαστε τον χρόνο μας, πόσο επιτρέπουμε στους άλλους να τον χρησιμοποιούν, τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε εκείνους που μας ζητούν διάφορες χάρες και ο τρόπος που δομούμε τον χρόνο μας.

Γιατί χρειάζεται να επικοινωνώ τις ανάγκες μου;

Κανένας άνθρωπος δεν έχει την ικανότητα να διαβάζει τη σκέψη. Εάν θέλουμε να ξέρουν οι άλλοι τα συναισθήματα και τις ανάγκες μας καλό θα είναι να τα μοιραζόμαστε και όχι να περιμένουμε να καταλάβουν και να θυμώνουμε που δεν καταλαβαίνουν. Η άγνοιά τους δεν είναι ένδειξη αδιαφορίας αλλά ένδειξη της δυσκολίας ή του φόβου που έχουμε να επικοινωνούμε.

Υπάρχει ένα παράδοξο. Ο ενήλικας που επαναλαμβανόμενα λαχταρά να σχετίζεται μ’έναν “πατέρα” δεν σημαίνει πως μεγάλωσε με τον ιδανικό πατέρα.  Τις περισσότερες φορές αυτή η επιθυμία είναι συνέπεια συναισθηματικής εγκατάλειψης. Είναι γνωστό πως τα αναπτυξιακά μας κενά -ειδικά όταν δεν έχουμε φροντίσει να τα τακτοποιήσουμε- είναι παντοδύναμα. Οι ανοιχτοί λογαριασμοί, οι ακάλυπτες ανάγκες θα εμφανίζονται πάντα ακόμα και με τη μορφή “μπαμπάδων” που όμως δεν θα μπορούν να μας ταίσουν τη “μπεμπελάκ” που δεν φάγαμε τότε. Μπορεί να γνωρίζουν πολύ καλά αυτό που θέλουμε και να υπόσχονται πως θα το δώσουν -άλλοι από αφέλεια και άλλοι από κυνισμό- αλλά πάντα έρχεται η στιγμή που καταλαβαίνουμε πως όλοι έχουν ατέλειες.

Οι ανολοκλήρωτες εμπειρίες, οι ανοιχτοί λογαριασμοί και τα συναισθήματα επιμένουν στη μνήμη μας ζητώντας την ολοκλήρωσή τους. Εάν αυτό δεν γίνει, παραμένουμε ανικανοποίητοι και καθηλωμένοι. Όταν όμως κλείσουν, θα συνειδητοποιήσουμε πως η φανταστική πατρική φιγούρα της ενηλικίωσης δεν είναι ένας καλός πατέρας και στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν “μπαμπάδες”.  Θα επιδιώκουμε να κάνουμε σχέσεις ισότιμες χωρίς να περιμένουμε να μας λύσουν τα προβλήματα και να μας σώσουν απ’τους κινδύνους ανεξάρτητα απ’το πόσο θα το ήθελαν.

Πριν λοιπόν βάλουμε ταμπέλα σε κάποιον ή του πούμε “έχεις θέματα με τον μπαμπά σου” να αναγνωρίσουμε πως ο άνθρωπος που έχει/είχε θέματα ήταν κάποιος άλλος.

Το γρασίδι είναι πάντα πιο πράσινο όπου το ποτίζεις.

Οι σχέσεις, είτε επαγγελματικές είτε προσωπικές, είναι σαν κήποι. Χρειάζονται προσοχή και φροντίδα. Τη στιγμή που σταματάμε να τα προσέχουμε ή τα θεωρούμε δεδομένα, αρχίζουν να μαραίνονται.

Τα ζιζάνια που βλέπουμε στην αυλή μας είναι καταπράσινα χωράφια για τους άλλους και το αντίστροφο. Δεν υπάρχει τίποτα κακό με την αναζήτηση νέων βοσκοτόπων και καλύτερων ευκαιριών. Το λάθος είναι να μην αναγνωρίζουμε ότι οι ευκαιρίες βρίσκονται συχνά ακριβώς κάτω από τα πόδια μας. Το γρασίδι είναι πάντα πιο πράσινο όπου το ποτίζεις.

Υπάρχουν γεγονότα που δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε;

Οι ανολοκλήρωτες εμπειρίες, οι ανοιχτοί λογαριασμοί και τα συναισθήματα επιμένουν στη μνήμη μας ζητώντας την ολοκλήρωσή τους. Εάν αυτό δεν γίνει, παραμένουμε ανικανοποίητοι και καθηλωμένοι. Τις περισσότερες φορές καλούμαστε να κοιτάξουμε πίσω για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε μπροστά, όμως, υπάρχει ένα σημείο όπου η συνεχής εκτίμηση και υπερανάλυση ενός γεγονότος μας εμποδίζει να αξιοποιήσουμε το δυναμικό μας στο σήμερα, στο τώρα και να προχωρήσουμε.Όπως και με τα περισσότερα πράγματα στη ζωή, η προθυμία μας, το μέγεθος και το είδος της προσπάθειας που είμαστε διατεθειμένοι να καταβάλλουμε για να μετακινήσουμε τον συναισθηματικό βράχο που βρέθηκε στο δρόμο μας, θα παίξει καθοριστικό ρόλο. Ίσως μεγαλύτερο και από τη φύση των ίδιων των γεγονότων.

Γιατί όμως είναι τόσο δύσκολο να ξεκολλήσουμε από μια κατάσταση που μας ταλαιπωρεί; Μήπως υπάρχουν γεγονότα που δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε; Ναι και Όχι. Όλα ξεκινούν απ’ τις μη ρεαλιστικές προσδοκίες που έχουμε και τη διαστρεβλωμένη αντίληψη για το τι σημαίνει “ξεπερνάω ένα τραυματικό γεγονός”. Οι περισσότεροι πιστεύουμε πως η φράση “ξεπερνάω μια απώλεια” σημαίνει πως “δεν θα ξανασκεφτώ ποτέ αυτό που συνέβη”, “δεν θα ξαναστεναχωρηθώ”, “δεν θα ξανακλάψω γι’ αυτό”. Η αλήθεια είναι πως ίσως να μην το ξεπεράσουμε -έτσι όπως το έχουμε στο μυαλό μας- αλλά μπορούμε να επανατοποθετηθούμε σε σχέση με το συμβάν έτσι ώστε όταν η σκέψη εισβάλλει, τα συναισθήματα να μην μας πλημμυρίζουν. Το θέμα δεν είναι να μην πονέσουμε ποτέ ξανά. Κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατόν.
Το θέμα είναι για πόσην ώρα και με πόση ένταση θα μένουμε στον πόνο.

Το ν΄αφήνουμε πράγματα πίσω μας απαιτεί ενέργεια αλλά είναι κυρίως μια διανοητική διαδικασία γιατί τα πράγματα που κάνουμε και σκεφτόμαστε είναι αυτά που μας παγιδεύουν σε μια οδυνηρή κατάσταση. Πολλοί ισχυρίζονται πως ο άνθρωπος σε 28 ημέρες μπορεί να ξεμάθει και να ξαναμάθει μια συμπεριφορά. Τον ακριβή χρόνο δεν μπορεί να τον προσδιορίσει κανείς με ακρίβεια αλλά η αποδέσμευση απ’το χθες είναι μια τέχνη που μαθαίνεται και χρειάζεται επίμονη εξάσκηση. Είναι ένας συνδυασμός του να μάθεις να νοηματοδοτείς διαφορετικά τις εμπειρίες σου, να παραιτείσαι από παλιές προσδοκίες, να βρεις το κουράγιο να απορρίπτεις αντιλήψεις οι οποίες δεν σ’ εξυπηρετούν και να έχεις το σθένος να επανακαθορίσεις σκέψεις και συναισθήματα.

Είναι δύσκολο να αφήσεις κάτι πίσω εάν δεν υπάρχει μια θετική προοπτική για το αύριο. Όλοι χρειαζόμαστε ένα όραμα για το μέλλον, ένα στόχο που πιστεύουμε και αγαπάμε και θα στρέψουμε την προσοχή μας σ’ αυτόν. Δεν μπορώ να προσδιορίσω εγώ τι θα είναι αυτό για τον καθένα, όμως, το μόνο σίγουρο είναι πως χρειάζεται σκόπιμη εστίαση και συντονισμένη προσπάθεια. Ο τρόπος που θα μεταμορφώσουμε την αφήγησή μας, την προσωπική μας ιστορία μπορεί να γίνει ψυχολογικό εργαλείο που θα ανακουφίσει τον πόνο μας. “Ξαναγράφω μέρος της ιστορίας μου” δεν σημαίνει αλλάζω τα γεγονότα, αλλά, “δίνω διαφορετικό νόημα στην ιστορία και στο ρόλο που έπαιξα εγώ σ’αυτά που διαδραματίστηκαν”. Βλέπω την ιστορία με άλλη ματιά και αυτή η ματιά θα με βοηθήσει να προχωρήσω.

Όμως, το πιο ισχυρό αντίδοτο στο παρελθόν είναι η ικανότητα να είμαστε παρόντες στο εδώ και τώρα. Αυτή μας η ικανότητα περιορίζεται σημαντικά απ’όλους τους συναισθηματικούς μαγνήτες όχι μόνο του παρελθόντος, αλλά και του μέλλοντος: το φόβο, την αγάπη, τη ντροπή, τη λύπη, τη φαντασία. Το να μένουμε στο τώρα είναι κάτι που μαθαίνεται. Όσο δυσάρεστο και αν είναι, ας μη φοβόμαστε να βιώνουμε τα συναισθήματά μας. Εξάλλου, το μόνο που έχουμε είναι το τώρα και όταν είμαστε παρόντες σ’αυτό, έχουμε πολύ λιγότερες πιθανότητες να μπούμε σε φαύλο κύκλο σκέψεων του στυλ “τι θα γινόταν εάν”.

Αυτός ο καινούργιος τρόπος που θα χρειαστεί να μάθουμε, συχνά προσκρούει σε μια αδιάλλακτη αντίσταση, αυτή της ανθρώπινης απροθυμίας για αλλαγή. Ένα απ’ τα μεγαλύτερα θαύματα της κλινικής παρατήρησης, είναι πόσο μεγάλη δυσφορία μπορούμε να ανεχθούμε οι άνθρωποι πριν αναγνωρίσουμε την ανάγκη για αλλαγή. Όμως, σχεδόν όλα τα πράγματα μαθαίνονται. Είναι όπως το ποδήλατο. Στην αρχή πέφτεις, σηκώνεσαι, δοκιμάζεις πάλι, χτυπάς, αποκτάς μελανιές, σημάδια, ξαναπέφτεις, κλαις. Αλλά, μια μέρα, μαθαίνεις να ισορροπείς πάνω σ’αυτό. Δεν υπάρχει περίπτωση να μην τα καταφέρεις.

Το σύνδρομο του απατεώνα

Το σύνδρομο του απατεώνα είναι η αμφιβολία που νιώθουν κάποιοι άνθρωποι για τις γνώσεις και τις ικανότητές τους. Πιστεύουν πως έχουν κάποια επαγγελματική θέση από τύχη ή αυτοί που τους προσέλαβαν δεν συνειδητοποίησαν πόσο ανεπαρκείς είναι γι’αυτό και αισθάνονται “απατεώνες”.

Αισθάνονται ένα διαρκές άγχος και φόβο πως θα αποκαλυφθεί η ανεπάρκειά τους σε κάποιο τομέα, ακόμα και αν αυτή η πιθανότητα δεν έχει κάποια βάση. Με αυτό τον τρόπο δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος όπου ο άνθρωπος δεν αισθάνεται άξιος επαγγελματικής αναγνώρισης και προσπαθώντας να μην εκτεθεί, θα αυξήσει τον έλεγχο και την τελειομανία θέτοντας εν τέλει μη ρεαλιστικούς στόχους.

Η Pauline Clance ήταν η πρώτη που εντόπισε τη συμπεριφορά σε μια ομάδα επιτυχημένων γυναικών που δεν αισθάνονταν πως άξιζαν τον ρόλο που είχαν. Στη συνέχεια παρατηρήθηκε πως ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού πλήττεται από το σύνδρομο του απατεώνα.