Ό,τι χρειαστείς, είμαι εδώ για σένα

Πριν λίγο καιρό μια φιλη μου περιέγραφε εντυπωσιασμένη ένα περιστατικό. Μια φίλη της -ας την πούμε Μαρία- ενώ χάζευε στο κινητό της, ήρθε ένα μήνυμα από τον ας τον πούμε Γιώργο που της άρεσε πολύ και που περίμενε για μέρες. Ενθουσιάστηκε αλλά τελικά το μήνυμα ήταν ένα απλό: “τι κάνεις;”. Παρορμητικά άρχισε να απαντάει με ύφος ειρωνικό και κάπως πειραγμένο “μια χαρά, θυμήθηκες ότι υπάρχω;”. Τελικά δεν το έστειλε γιατί σκέφτηκε πως η απάντηση θα έπρεπε να είναι προσεγμένη. Θα έπρεπε να δείχνει ευγενική, αλλά όχι πολύ πρόθυμη. Ενδιαφέρουσα, αλλά με έναν ανεπιτήδευτο τρόπο. Αποστασιοποιημένη με μια μικρή δόση αδιαφορίας. 

Δεν παίρνει καν τηλέφωνο μια φίλη της για να το συζητήσουν και να το αναλύσουν. Ανοίγει το ChatGPT. «Πώς να απαντήσω σε ένα μήνυμα από το αγόρι που μου αρέσει, χωρίς να φανώ πειραγμένη ή θυμωμένη, αλλά ευγενικά αποστασιοποιημένη;». Μέσα σε δευτερόλεπτα, εμφανίζονται διάφορες προτάσεις: «Γεια σου! Όλα καλά, αρκετά απασχολημένη τελευταία. Εσύ;» ή «Χαίρομαι που ρωτάς! Περνάω μια ενδιαφέρουσα περίοδο, εσύ πώς είσαι;». Το ChatGPT τελειώνει με τη φράση “Αν χρειαστείς οτιδήποτε άλλο, είμαι εδώ για σένα”. Η Μαρία διαβάζει, προσαρμόζει και τελικά στέλνει την τέλεια απάντηση.

Η ανθρώπινη επικοινωνία σχεδόν πάντα ήταν περίπλοκη. Η ανάγκη μας να την “φτιάχνουμε” δεν είναι καινούργια. Η επεξεργασία των συναισθημάτων, η εσωτερική διεργασία πριν απαντήσουμε σε κάποιον, η αυθόρμητη ή προσεκτική διατύπωση των λέξεων, όλα αυτά είναι μέρος του τρόπου που σχετιζόμαστε. Όταν όμως στρεφόμαστε στην τεχνητή νοημοσύνη για να μας δώσει τις “σωστές” λέξεις, η διαδικασία της επικοινωνίας μετατοπίζεται από την εσωτερική διερεύνηση στην εξωτερική διαμεσολάβηση.

Η τεχνητή νοημοσύνη δεν έχει συναισθήματα, δεν γνωρίζει την ιστορία μας, δεν μπορεί να ξέρει τις αποχρώσεις της σχέσης μας με τον άλλον άνθρωπο. Δεν έχει αβεβαιότητα, δεν κάνει παύσεις, δεν ψάχνει λέξεις που να αποτυπώνουν την πολυπλοκότητα αυτού που νιώθουμε. Αντί να σταθούμε για λίγο με την αμφιθυμία μας, να πάρουμε την ευθύνη της απάντησης, της ερμηνείας και του συναισθηματικού ρίσκου, αφήνουμε έναν αλγόριθμο να κάνει αυτή τη δουλειά για εμάς. Δεν μαθαίνουμε να διαχειριζόμαστε την αμηχανία μας, αλλά να την καλύπτουμε. Δεν αντέχουμε την αβεβαιότητα μιας συνομιλίας και θέλουμε να την ελέγχουμε και να την προγραμματίζουμε εκ των προτέρων.  Έτσι αποφεύγουμε και την επαφή με τα συναισθήματά μας και την ικανότητα να μας ακούμε. 

Μήπως τελικά χάνουμε την ικανότητά μας να εκφραζόμαστε αυθεντικά; Ή μήπως απλώς προσαρμοζόμαστε σε μια νέα εποχή επικοινωνίας όπου η τεχνολογία γίνεται σύμμαχος στη διαμόρφωση της κοινωνικής μας ταυτότητας;

Περισσότερη κατανόηση, λιγότερες ταμπέλες

Οι ψυχολογικές ταμπέλες κυκλοφορούν πιο εύκολα από ποτέ. Όροι όπως “νάρκισσος”, “διπολικός”, “τραύμα”, “ανορεξία”, “εξάρτηση”, “μετατραυματικό στρες”, “αυτιστικός” χρησιμοποιούνται συχνά σαν ετικέτες που απλοποιούν υπερβολικά την ανθρώπινη εμπειρία. Το DSM – το εγχειρίδιο ψυχικών διαταραχών που δημιουργήθηκε για να βοηθήσει τους επαγγελματίες – καταλήγει πολλές φορές να γίνεται τρόπος να κατηγοριοποιούμε πρόχειρα ανθρώπους και συμπεριφορές.

Όμως οι διαγνώσεις δεν είναι απλές ταμπέλες. Απαιτούν προσεκτική αξιολόγηση, κατανόηση και – κυρίως – δεν ορίζουν απόλυτα την ταυτότητα ενός ανθρώπου. Η ανθρώπινη ψυχολογία δεν χωράει σε έτοιμα κουτάκια. Αντί να βιαζόμαστε να “βαφτίζουμε” τους άλλους (ή τον εαυτό μας), μπορούμε να εστιάσουμε στην κατανόηση, τη σύνδεση και την ουσιαστική διερεύνηση, δηλαδή, να ακούσουμε προσεκτικά, να εξετάσουμε τις εμπειρίες πίσω από τις συμπεριφορές, να δούμε τον άνθρωπο πέρα από την ετικέτα.

Από τις Οθόνες στο Τραπέζι. Η Ανάγκη για Σύνδεση.

Η ανάγκη για σύνδεση είναι μια βαθιά βιολογική και ψυχολογική επιθυμία που διαμορφώνει τη ζωή μας.  Όμως, όπως γράφει στο The Atlantic, ο Derek Thompson στο πρόσφατο άρθρο του “The Antisocial Century”, οι σύγχρονες κοινωνίες φαίνεται να κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ο Thompson περιγράφει μια αυξανόμενη μοναξιά, με τους Αμερικανούς να περνούν όλο και λιγότερο χρόνο με άλλους ανθρώπους, γεγονός που επηρεάζει τις προσωπικότητές τους, την πολιτική τους στάση, τη σχέση τους με την πραγματικότητα, ακόμα και τη διατροφική τους συμπεριφορά αφού τείνουν να τρώνε περισσότερο μόνοι τους παραμελώντας κοινωνικές αλληλεπιδράσεις που σχετίζονται με το φαγητό. Μεταξύ 2003 και 2023, η κοινωνική επαφή μειώθηκε δραματικά, ενώ οι ώρες που περνάμε μπροστά από τις οθόνες αυξήθηκαν.

Η μοναξιά, σημειώνει, δεν είναι απλώς μια αίσθηση. Είναι ένα “σήμα” που μας καλεί να επανασυνδεθούμε, να ξαναβρούμε τη ζεστασιά της φυσικής παρουσίας. Παρ’ όλα αυτά, όπως δείχνουν τα δεδομένα, πολλοί από εμάς επιλέγουμε να παραμείνουμε απομονωμένοι, ενισχύοντας μια κοινωνία που τείνει προς την αποξένωση.

Και εδώ έρχεται το “κίνημα της τραπεζαρίας”, μια πρωτοβουλία που μοιάζει να απαντά σε αυτή την τάση. Σε μια εποχή όπου τα κοινά γεύματα αντικαθίστανται από φαγητό μπροστά στην τηλεόραση ή το κινητό, η ιδέα της συνάντησης γύρω από ένα τραπέζι αποκτά νέο νόημα. Μικρές ομάδες ανθρώπων συγκεντρώνονται, μοιράζονται στιγμές, φαγητό, και πάνω απ’ όλα, επαφή.

Το φαγητό δεν είναι μόνο τροφή για το σώμα. Είναι μια αφορμή να συναντηθούμε, να κοιταχτούμε στα μάτια και να ξαναβρούμε το “εμείς” που φαίνεται να χάνεται στη σύγχρονη εποχή. Μέσα από τέτοιες στιγμές, αντιστεκόμαστε στην απομόνωση που περιγράφει ο Thompson, αποδεικνύοντας πως ακόμα και σε μια εποχή οθονών, η ανθρώπινη επαφή παραμένει ανεκτίμητη.

Ίσως τελικά, αυτό που αναζητούμε δεν είναι απλώς η σύνδεση, αλλά η επανασύνδεση με τον εαυτό μας και τους άλλους – ένα βλέμμα, ένα άγγιγμα, ένα πιάτο που μοιραζόμαστε.

Νέο έτος, νέα ματιά

Συνήθως  ξεκινάμε κάθε νέα χρονιά παίρνοντας αποφάσεις, θέτοντας στόχους και σχέδια για τους μήνες που έρχονται. Όποια μορφή και αν έχουν, προέρχονται από μια παρόμοια αίσθηση. Ότι δεν είμαστε ακριβώς εκεί που θέλουμε να βρισκόμαστε και μια έντονη επιθυμία ή ανάγκη να κάνουμε μια αλλαγή. 

Ίσως αυτό που μας λείπει είναι μια βαθύτερη κατανόηση του τι πραγματικά σημαίνει μια «καλή» ζωή. Αυτό που ονομάζουμε καλή και ουσιαστική ζωή δεν είναι μόνο το αποτέλεσμα περιστασιακών στιγμών ευτυχίας, αλλά και μια δέσμευση σε αξίες που δίνουν νόημα. 

Η αυτογνωσία, η ικανότητα να κατανοούμε τις πραγματικές μας ανάγκες, τις επιθυμίες και τα όριά μας. Χωρίς αυτή την εσωτερική κατανόηση, είναι εύκολο να παρασυρθούμε από εξωτερικές πιέσεις και επιφανειακούς στόχους. Η επίγνωση μας βοηθά να ζούμε μια ζωή που αντικατοπτρίζει τις πιο βαθιές μας αξίες και φιλοδοξίες.

Η σύνδεση, η επαφή με τους άλλους. Μια ουσιαστική ζωή χαρακτηρίζεται από σχέσεις που βασίζονται στην ειλικρίνεια, την εμπιστοσύνη και την αμοιβαία υποστήριξη. Όταν επενδύουμε σε αυθεντικές σχέσεις, βρίσκουμε τη δύναμη να αντιμετωπίζουμε τις προκλήσεις της ζωής και να μοιραζόμαστε τις χαρές της.

Η αποδοχή της αλλαγής και η ικανότητα να προσαρμοζόμαστε σε νέες καταστάσεις μας επιτρέπουν να εξελισσόμαστε διαρκώς, διατηρώντας την περιέργεια και τη διάθεση για μάθηση. Η αποδοχή του ότι δεν είμαστε τέλειοι. Το να αναγνωρίζουμε τις αδυναμίες και τις ατέλειές μας δεν είναι ένδειξη αποτυχίας, αλλά πράξη ενηλικίωσης και συμπόνιας για τον εαυτό μας. 

Η αποδοχή της ευαλωτότητάς μας. Συχνά, οι άλλοι μας προτρέπουν να δείχνουμε δυνατοί, ακλόνητοι και αυτάρκεις. Όμως, η ευαλωτότητα δεν είναι αδυναμία. Όταν αποδεχόμαστε την ανθρώπινη φύση μας, μαθαίνουμε να ζητάμε βοήθεια, να μοιραζόμαστε τις ανησυχίες μας και να ανοίγουμε την καρδιά μας. Αυτό μας φέρνει πιο κοντά στη συμπόνια, τόσο για εμάς όσο και για τους γύρω μας, και μας διδάσκει ότι δεν είμαστε μόνοι στις δυσκολίες μας.

Μια ουσιαστική ζωή δεν περιορίζεται μόνο στην προσωπική μας ανάπτυξη, αλλά περιλαμβάνει και την ικανότητα να υπερβούμε τον εαυτό μας. Η υπέρβαση αυτή σημαίνει να στρέψουμε την προσοχή μας από τις δικές μας ανησυχίες προς κάτι μεγαλύτερο.  Όταν καταφέρνουμε να δούμε πέρα από τα στενά όρια του εγώ μας, ανακαλύπτουμε μια βαθύτερη αίσθηση σκοπού και πληρότητας. Η υπέρβαση του εαυτού δεν είναι η άρνηση της ατομικότητάς μας, αλλά μια πράξη που μας συνδέει με το συλλογικό, με την ανθρωπότητα και με ό,τι μας ενώνει σε ένα ευρύτερο, πιο ουσιαστικό πλαίσιο.

Η ζωή φέρνει στιγμές απογοήτευσης και θλίψης που δύσκολα μπορούμε να αποφύγουμε. Όμως, υπάρχει ένας ιδιαίτερος τρόπος να αγκαλιάζουμε την απελπισία μας με αισιοδοξία, να την αποδεχόμαστε χωρίς να την αφήνουμε να μας κατακλύζει. Το να απελπιζόμαστε με αισιοδοξία σημαίνει να αναγνωρίζουμε τη σκοτεινή πλευρά της ζωής, αλλά ταυτόχρονα να θυμόμαστε πως υπάρχει πάντα περιθώριο για φως και αλλαγή. Είναι μια στάση που μας επιτρέπει να βλέπουμε τις δυσκολίες ως προσωρινές, να γελάμε με την ανθρώπινη ατέλεια και να συνεχίζουμε με ελπίδα για το μέλλον.
Καλή Χρονιά.

Ο βαρετός άνθρωπος

Με κάποιους ανθρώπους -επιτυχημένους, έξυπνους, εξαιρετικά ευγενικούς, με καλές προθέσεις- είναι δύσκολο να μένουμε ξύπνιοι όταν τους συναναστρεφόμαστε. Μπορεί να είναι κάποιος πολύ κοντινός μας, ο γονιός μας, το παιδί μας, ένας φίλος που έχουμε καλέσει στο σπίτι για να του κάνουμε το τραπέζι και δεν φεύγει με τίποτα. Πολλές φορές λέμε πως εμείς είμαστε πολύ κουρασμένοι, υπερβολικοί ή πως έχουμε αλλάξει και πλέον δεν ανεχόμαστε το παραμικρό και πως θέλουμε οι κοντινές μας σχέσεις να είναι εύκολες. 

Τι είναι αυτό που κάνει έναν άνθρωπο βαρετό; Κάποιος γίνεται πραγματικά πολύ βαρετός όταν μιλάει για ένα πράγμα, ενώ στην πραγματικότητα θα “έπρεπε” να μιλάει για κάτι άλλο. Συνήθως μιλάνε εκτενώς για πολύ σημαντικά θέματα όπως π.χ. πώς διαχέονται τα μόρια στο κενό, τις οικονομικές προοπτικές της Ινδονησίας τους επόμενους 3 μήνες, για πολιτική, ενώ στην πραγματικότητα αποφεύγουν να έρθουν σε επαφή με κάτι άλλο. Το αποτέλεσμα για τους γύρω τους θα είναι να μην ακούνε τίποτα από όσα λένε. Εξάλλου ένα «ενδιαφέρον» θέμα μπορεί να είναι μόνο έτσι αν δεν είναι ταυτόχρονα μια αποφυγή.

Τι μπορεί να αποφεύγει τότε ένας βαρετός άνθρωπος; Το θέμα που τους ταλαιπωρεί είναι πολύ μακριά από αυτό που συζητούν. Όχι η ισπανική τέχνη του 19ου αιώνα, αλλά το πόσο απογοητευμένος αισθάνεται με τη ζωή του. Όχι οι εκλογές αλλά η θλίψη τους για τον πρόσφατο χωρισμό τους. Χρησιμοποιεί τη γλώσσα για να μην μιλήσει, μαζεύει αμέτρητες λέξεις για να καταφέρει μια μεγάλη απόσταση μεταξύ του εαυτού του και κάποιων συγκεκριμένων λέξεων. Ο βαρετός άνθρωπος δεν είναι στην πραγματικότητα βαρετός, βρίσκεται σε μια συνεχή φυγή από αυτό που είναι βαθιά και αγωνιώδες ενδιαφέρον μέσα του.

Θα μπορούσαμε να είμαστε σε επαφή και να παρατηρούμε πότε βαριόμαστε και ίσως, σε κάποιες περιπτώσεις θα μπορούσαμε να πούμε κάτι όπως π.χ. “όλα αυτά είναι πολύ εντυπωσιακά και ενδιαφέροντα και θα ήθελα να ακούσω κάτι πιο δικό σου, πιο προσωπικό”. Και αντί αυτό να φαίνεται σαν προσβολή, θα καταλάβουν πως έχουν λείψει πολύ στον φίλο τους και πως είναι κάποιος που μπορεί να αντέξει τη θλίψη τους, τη ματαίωσή τους, την απελπισία τους και αυτό θα είναι μια ευκαιρία να ξανασυναντήσουν τον αληθινό τους εαυτό. 

Το κατάρτι του Οδυσσέα και η παρέμβαση των φίλων στη ζωή μας 

Στην Οδύσσεια διαβάζουμε μια από τις πιο διδακτικές ιστορίες της ελληνικής μυθολογίας, εκείνη του Οδυσσέα, που πέρασε κοντά από τον τόπο όπου έμεναν οι Σειρήνες που  γοήτευαν τους ναυτικούς με το τραγούδι τους και αυτοί μαγεμένοι, ξεχνούσαν τον προορισμό τους, τις ακολουθούσαν και έβρισκαν, εν τέλει, τον θάνατο. Ο Οδυσσέας ακούγοντας την Κίρκη για τον κίνδυνο που διέτρεχε περνώντας από εκεί, βούλωσε τα αυτιά των συντρόφων του με κερί και διέταξε να δέσουν τον ίδιο σε ένα κατάρτι για να μην τις ακολουθήσει.  Ήταν ο δεύτερος που γλίτωσε από τις Σειρήνες.

Όπως ο Οδυσσέας δέθηκε στο κατάρτι του πλοίου του και κατάφερε να αποφύγει τη γοητεία των Σειρήνων και σώθηκε, έτσι και σε μια δύσκολη στιγμή, αυτό που έχουμε είναι το δικό μας κατάρτι. Το εσωτερικό μας κατάρτι, ο εαυτός μας, ο τρόπος που θα μείνουμε στη θέση μας. Το κατάρτι θα μας βοηθήσει να μην ξεχάσουμε τον προορισμό μας, να μην πνιγούμε.

Όμως, μπορεί να υπάρχουν καταστάσεις όπου καμία διδακτική ιστορία και κανένα φιλοσοφικό επιχείρημα δεν είναι αποτελεσματικό. Δεν είναι απαραίτητο να είναι κάτι τραγικό. Εξάλλου ο καθένας μας έχει διαφορετική εκδοχή για τις Σειρήνες του. Μπορεί να αφορά μια δύσκολη συναδελφική σχέση που προσπαθούμε να αγνοήσουμε, ή μια σχέση που πρέπει να τη διαχειριστούμε χωρίς συναίσθημα και να μας δυσκολεύει γιατί στην πραγματικότητα θα θέλαμε να πούμε όλα όσα σκεφτόμαστε, ή να θέλουμε να επικοινωνήσουμε με κάποιον που μας έχει κινήσει το ενδιαφέρον αλλά δεν έχει και νόημα. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η πιο αποτελεσματική αντιμετώπιση, μπορεί να μην είναι η προσπάθεια για διανοητική κυριαρχία, αλλά η αναγνώριση ότι χρειαζόμαστε εξωτερική βοήθεια. Είναι η στιγμή που θα ζητήσουμε τη βοήθεια του “ναυτικού”, εκείνους που μπορούν να προβλέψουν τις αντιδράσεις μας, τις συμπεριφορές μας και που νοιάζονται.

Οι ώριμοι άνθρωποι ξέρουν πότε η ωριμότητα δεν είναι επιλογή. Υπάρχουν φορές που για μια φίλη, έναν φίλο το να μας ακούει σημαίνει να μην μας ακούει και εμείς να έχουμε επίγνωση πως είμαστε αρκετά δυνατοί για να ξέρουμε πόσο αδύναμοι είμαστε. Να καταλαβαίνουμε πως έχει έρθει η στιγμή να πούμε “προστάτεψέ με από αυτό που θέλω, δέσε με στο κατάρτι”.

Θέση μηδέν, όχι ουδετερότητα

Οι άνθρωποι έχουμε την τάση να ερμηνεύουμε τα γεγονότα μέσα από το πρίσμα των προσωπικών μας εμπειριών, του πολιτισμικού μας υπόβαθρου και των συναισθηματικών μας αντιδράσεων. Αυτό συνήθως οδηγεί σε πολωμένες απόψεις, γιατί ενδέχεται να δίνουμε προτεραιότητα σε αφηγήσεις που σχετίζονται με την ταυτότητά μας ή τις πεποιθήσεις μας. Είναι πιθανότερο να αναζητάμε πληροφορίες που ευθυγραμμίζονται με τις απόψεις μας και έτσι χτίζεται μια νοοτροπία διχασμού “εμείς εναντίων αυτών” κάνοντας τον οποιοδήποτε διάλογο πολύ δύσκολο. Η επιλογή του διχασμού είναι πιο εύκολη και λιγότερο επώδυνη ειδικά όταν βλέπουμε πόνο. Η παρατήρηση και η κατανόηση του πεδίου, της κοινωνίας που ζούμε μπορεί να προάγει την ενσυναίσθηση και να ενθαρρύνει ψύχραιμες και ανοιχτές συζητήσεις που αφορούν πολύπλοκα ζητήματα.  

Ζώντας σιωπηλά

Αρκετοί υποθέτουμε ότι ένας άνθρωπος γεννιέται είτε εσωστρεφής είτε εξωστρεφής, σαν να πρόκειται για βιολογικές κατηγορίες, όπως το χρώμα των ματιών ή των μαλλιών. Μάλλον όμως μια πιθανότερη εξήγηση είναι ότι γινόμαστε εσωστρεφείς ή εξωστρεφείς ως αποτέλεσμα συγκεκριμένων εμπειριών της παιδικής μας ηλικίας. 

Ίσως να είναι άνθρωποι που αναγκάστηκαν να προσαρμοστούν στις ανάγκες εκείνων που τους φρόντιζαν. Αρκετά νωρίς ίσως να χρειάστηκε να αναρωτηθούν “τι χρειάζονται οι κάπως ασταθείς ή δύσκολοι άνθρωποι που ζούμε μαζί;” Αντί να έχουν τον χώρο να σκεφτούν με περισσότερη ελευθερία και αυθεντικότητα -όπως αρμόζει σ’ένα μικρό παιδί- “τι θέλω εγώ; πώς νιώθω εγώ;”

Θα μεγαλώσει ως ειδικός στο πώς να διαχειρίζεται δύσκολους χαρακτήρες και να τους δίνει αυτό που χρειάζονται. Βέβαια αυτό το “ταλέντο” δεν θα έρθει χωρίς κόστος για τη δική του ζωή. Άραγε πόσο εξαντλητικό μπορεί να είναι όταν προσαρμοζόμαστε σε όλους όσους συναντάμε και πόσο μεγάλη θα είναι η ανάγκη μας να περνάμε χρόνο μόνοι μας, επειδή η συντροφιά θα μας επηρεάζει και θα απαιτεί από εμάς -ή μάλλον θα νομίζουμε πως απαιτεί- ενέργεια που θα μας αποκόπτει από τον αληθινό μας εαυτό; Θα λαχταράμε τη μοναξιά επειδή η συνύπαρξη μας απομακρύνει από αυτό που πραγματικά είμαστε. 

Οι εσωστρεφείς στερούνται της εμπειρίας ότι μπορούν να είναι με άλλους ανθρώπους και να ικανοποιούνται οι ανάγκες τους. Το παρελθόν τους τούς έχει διδάξει ότι το μόνο άτομο που μπορεί ενδεχομένως να κατανοήσει τις ανάγκες τους είναι οι ίδιοι.

Όλα αυτά μπορούν να κάνουν τις σχέσεις τους δύσκολες. Μπορεί να είναι εξαιρετικοί στο να κατανοούν τις ανάγκες του συντρόφου τους. Αλλά, μετά από λίγο, θα νιώσουν μια έντονη επιθυμία να είναι μόνοι.  Αυτό που ξέρουν είναι “είτε οι ανάγκες του άλλου, είτε οι δικές μου”. Ποτέ όμως και οι δυο. 

Αυτό ακριβώς το σημείο μπορεί να είναι η αρχή για μια παρέμβαση: να δοκιμάσει να πειραματιστεί και να αρχίσει να μην κάνει τόσο έντονη διάκριση ανάμεσα στο τι μπορεί να συμβεί στις ανάγκες του όταν βρίσκεται με άλλους και στο τι μπορεί να καταφέρει όταν είναι μόνος. Θα ήταν βοηθητικό να αποκτήσει επίγνωση και να καταλάβει την απαισιόδοξη αντίληψη για τις σχέσεις και να μην προσεγγίζει κάθε νέα επαφή με την πεποίθηση ότι θα χρειαστεί να ικανοποιήσει τις ανάγκες κάποιου άλλου. Δεν χρειάζεται να πιστεύει πως η μοναξιά είναι ο μόνος τρόπος για να βρει ένα ακροατήριο. Μπορεί να δει πως μια πραγματική σχέση είναι αυτή που επιτρέπει και στους δυο ανθρώπους να ακούγονται και να βλέπονται ταυτόχρονα. 

Ένας χώρος για την απόγνωση

Σήμερα περηφανευόμαστε αρκετά για το πόσο ανοιχτόμυαλοι είμαστε, τουλάχιστον σε σύγκριση με τις προηγούμενες γενιές. Κι όμως, παραμένουμε πεισματικά ανεκτικοί απέναντι στην απόγνωση που είναι κλειδωμένη μέσα μας και που παλεύει να γίνει αντιληπτή, να ακουστεί και να εξερευνηθεί, καθώς συγκρούεται τόσο έντονα με τη στοχοπροσήλωση, τη ζωτικότητα και τη δραστηριότητα των καιρών μας.

Προσπαθούμε πάρα πολύ να πολεμήσουμε αυτή την απόγνωση. Προσπαθούμε ξανά και ξανά να είμαστε αισιόδοξοι, να βλέπουμε τα πράγματα θετικά και να προσμένουμε καλύτερες μέρες. Όμως κάποιες φορές, ειδικά όταν είμαστε κουρασμένοι, όταν ταλαιπωρούμαστε από κάποιο θέμα υγείας, ή ένα ήσυχο κυριακάτικο απόγευμα, μπορεί να νιώσουμε ανημπόρια όταν μας επιτρέψουμε και έρθουμε σε επαφή με αυτή την απόγνωση. 

Οι άμυνές μας υποχωρούν και ερχόμαστε αντιμέτωποι με την πιο βαθιά θλίψη για το πόσο τα έχουμε κάνει όλα λάθος, το πόσες ευκαιρίες έχουμε χάσει, το πόσο δειλοί είμαστε, πόσα έχουμε ανεχτεί και δεν έχουμε εκφράσει αυτά που είχαν σημασία για εμάς. 

Πού θα μπορούσε να πάει όλο αυτό το συναισθηματικό βάρος; Κάποιος αρκετά μεγαλύτερός μας ίσως να έβρισκε παρηγοριά σε κάποια θρησκεία, όμως μάλλον έχουμε αποχαιρετήσει τέτοιες πηγές στήριξης εδώ και καιρό.  Έχουμε δηλώσει πως δεν πιστεύουμε και πως μπορούμε να τα βγάλουμε πέρα μόνοι μας με τις βεβαιότητες της επιστήμης και την -κάποιες φορές- ακατανόητη τέχνη. 

Πολύ δύσκολα θα καταφέρναμε να τα πούμε αυτά στους φίλους μας, στους γονείς μας, στον σύντροφό μας. Πόσο δύσκολο είναι να βρεις κάποιον που μπορεί να δεχτεί την απόγνωσή σου χωρίς να παρασυρθεί από τον πειρασμό να πει κάτι ενθαρρυντικό, κάποιον που έχει συμβιβαστεί αρκετά με το δικό του σκοτάδι ώστε να ανταποκριθεί απλά με κατανόηση και συμπάθεια στο δικό μας;.

Όμως, δεν χρειάζεται, δεν μας βοηθάει να επιδεινώνουμε αυτό το βάρος νομίζοντας ότι δεν μας επιτρέπεται να πηγαίνουμε στην ιδιωτικότητα του μυαλού μας. Έχουμε το δικαίωμα να απελπιζόμαστε, ακόμα και αν κανείς άλλος δίπλα μας δεν μπορεί να αντέξει τη θλίψη μας, ακόμα και αν είμαστε ικανοί σε πολλά, ακόμα και αν υπάρχουν άλλοι που εξαρτώνται από εμάς, ακόμα και αν μας είναι σημαντικό να είμαστε θαρραλέοι. Το δικαίωμα στην απόγνωση είναι παγκόσμιο και αναφαίρετο. 

Θα μας βοηθήσει να βρούμε ένα χώρο όπου θα μπορούμε να είμαστε αυθεντικοί, θα αναγνωρίσουμε τις δυσκολίες μας χωρίς την πίεση να είμαστε πάντα αισιόδοξοι, ότι μερικές φορές η ελπίδα δεν είναι εφικτή και θα χρειαστεί ρεαλισμός. Ένας χώρος που θα είναι εκεί για να μας ακούσει, να μας κατανοήσει και να καθίσει δίπλα μας. 

  • Before it’s Ruined (or an Unrealized Mean Side) – Rebecca Orcutt Oil on canvas, 2020
    National Portrait Gallery

Εξυπνάδα και ευτυχία

Οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουμε ότι η ευφυΐα -είτε πρόκειται για IQ, είτε για συναισθηματική νοημοσύνη, είτε για μουσικό ταλέντο, είτε σε κάτι άλλο το οποίο ένας άνθρωπος μπορεί να διαπρέψει- συμβάλλει στην ευτυχία. Υποθέτουμε πως οι άνθρωποι με υψηλότερες γνωστικές ικανότητες λογικά θα έχουν περισσότερες και συναρπαστικότερες ευκαιρίες ζωής από τους υπόλοιπους. Ωστόσο, όπως διαβάζουμε και στο άρθρο, δεν υπάρχει συσχέτιση μεταξύ του βαθμού ευφυίας και της ικανοποίησης από τη ζωή σε ατομικό επίπεδο. Το 2022, ερευνητές του Weill Cornell Medicine και του Πανεπιστημίου Fordham εξέτασαν τη συσχέτιση μεταξύ της ευημερίας και δομικών στοιχείων της νευρογνωστικής ικανότητας: μνήμη, ταχύτητα επεξεργασίας, συλλογισμός, χωρική απεικόνιση και λεξιλόγιο.  Αυτό που σχετίζεται θετικά με την ευτυχία ήταν η χωρική απεικόνιση, η μνήμη και η ταχύτητα επεξεργασίας, αλλά ήταν παροδικές και σχετίζονταν με την ηλικία.

Ενδιαφέρον είναι ότι οι ερευνητές διαπίστωσαν επίσης μια έντονα αρνητική συσχέτιση μεταξύ της ευτυχίας και του λεξιλογίου και η υπόθεση-ερμηνεία που έκαναν για να το εξηγήσουν αυτό ήταν πως οι οι άνθρωποι με ευρύ λεξιλόγιο επιλέγουν από μόνοι τους πιο απαιτητικά περιβάλλοντα, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζουν περισσότερους καθημερινούς στρεσογόνους παράγοντες και μειωμένη θετική επίδραση. 

Η ζωή μας ωθεί να επιδιώκουμε ανταμοιβές που φέρνουν επιτυχία αλλά όχι ευτυχία. Βάζουμε ως στόχο τα χρήματα, την εξουσία, την ευχαρίστηση και το κύρος με την προσδοκία ότι αυτά θα φέρουν και την ευτυχία. Η συσχέτιση μπορεί να είναι θετική, αλλά η αιτιώδης συνάφεια είναι μάλλον αντίστροφη: οι πιο ευτυχισμένοι άνθρωποι φυσικά και παίρνουν  αυτές τις ανταμοιβές, αλλά επιδιώκοντας τις για χάρη τους, για το δικό τους κέρδος, η ευτυχία πιθανότατα θα μειωθεί.

Το άρθρο επισημαίνει πως η ευφυΐα είναι πιο πιθανό να φέρει σ’έναν άνθρωπο ευτυχία αν την αξιοποιήσει βρίσκοντας καλύτερους τρόπους για να αγαπάει, να σχετίζεται και να “υπηρετεί” τους άλλους, αντί να τους παραμερίζει και απλά να κερδίζει υλικές ανταμοιβές.

Κατά κάποιον τρόπο, όσοι είναι ευφυείς, ας θεωρήσουν τη νοημοσύνη ως έναν πόρο όπως ακριβώς τα χρήματα ή τη δύναμη. Ξέρουμε πώς να κάνουμε τις δύο τελευταίες πηγές χαράς: Να τις μοιραζόμαστε με τους άλλους και να τις χρησιμοποιούμε ως δύναμη για το καλό όλων. 

Για να κάνει κάποιος την εξυπνάδα πηγή ευτυχίας, μπορεί να ακολουθήσει τα ίδια βήματα και ο Arthur Brooks προτείνει τα εξής:

  1. Να μοιράζεται τα μυστικά της επιτυχίας του. Σε έναν κόσμο που οι ιδέες είναι παντού και η πρόσβαση στην πληροφορία τεράστια, το να κρατάει κάποιος τις ιδέες για τον εαυτό του είναι η χειρότερη μορφή τσιγκουνιάς. Θέτει και ένα ηθικό ερώτημα: “χρησιμοποιείτε ελεύθερα την εφευρετικότητά σας για να βοηθήσετε τους άλλους να προοδεύσουν;” και αυτό μπορεί να γίνει με πολλούς τρόπους και σε διαφορετικές συνθήκες. 
  2. Μην χρησιμοποιεί τη νοημοσύνη του για να υποτιμά τους άλλους. Ο σαρκασμός μπορεί να επιβραβεύεται και να κυριαρχεί σε μεγάλο μέρος της ψυχαγωγίας και της ειδησεογραφίας και όντως κάποιες φορές κρύβει από πίσω υψηλή νοημοσύνη, αλλά πόσες φορές όταν χρησιμοποιούμε την εξυπνάδα για να μειώσουμε κάποιον άλλο έχουμε αισθανθεί καλύτερα για τον εαυτό μας; 

Η ιδέα ότι αν κάποιος έχει περισσότερα, κάποιος άλλος πρέπει να έχει λιγότερα είναι σχεδόν πάντα λανθασμένη. Μια εκλεπτυσμένη κατανόηση των ανθρώπινων σχέσεων -η οποία απαιτεί και ευφυΐα- αποκαλύπτει ότι αλληλεπιδρούμε σε έναν κόσμο με θετικό άθροισμα όταν συνεργαζόμαστε και βοηθάμε ο ένας τον άλλον.