“Δεν χρειάζομαι κανέναν” είναι μια δήλωση που γίνεται συχνά από εκείνους που κάποια στιγμή στη ζωή τους χρειάστηκαν την υποστήριξη ή την παρουσία κάποιου, αλλά κανείς δεν ήταν εκεί γι’αυτούς. Στο σήμερα, ίσως να είναι ένας μηχανισμός άμυνας ή τρόπος επιβίωσης για να μην υπάρχει άλλη απογοήτευση και ματαίωση στο μέλλον. Μια αίσθηση αυτοδυναμίας ως απάντηση σε παλιότερες ανεκπλήρωτες ανάγκες αλλά ίσως και μια έντονη επιθυμία για σύνδεση και επιβεβαίωση, καλυμμένη από ένα προσωπείο ανεξαρτησίας.
Ο στιγματισμός γύρω από τους άντρες που τολμούν να μιλάνε για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν σε ψυχολογικό επίπεδο παραμένει έκδηλος ακόμα και στις μέρες μας. Πολύ συχνά όταν μιλάνε για κάποια δυσκολία τους μπορεί να χαρακτηριστούν ως αδύναμοι με αποτέλεσμα να απομονώνονται. Η νοοτροπία του να μη μιλάμε για τα συναισθήματά μας ή να τα αγνοούμε μπορεί να αποβεί επικίνδυνη.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως είναι εντάξει να υπάρχουν δύσκολες μέρες, πως είναι εντάξει να μην είναι πάντα όλα τακτοποιημένα, πως η αβεβαιότητα δεν θα μείνει για πάντα, πως δεν υπάρχουν καλά και κακά συναισθήματα και είναι εντάξει να μιλάμε γι’αυτά. Αυτό που δεν είναι εντάξει είναι να υποφέρουμε σιωπηλά.
Η ψυχίατρος Εύα-Μαρία Τσαπάκη μιλάει στην εκπομπή ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ για το ψυχοπαθολογικό υπόβαθρο της αυτοκτονίας, τα αίτια και τις προϋποθέσεις που την υποδαυλίζουν, αλλά και τις ευάλωτες ομάδες που χρειάζονται στήριξη.
Τα κοινωνικά δίκτυα είναι ο χώρος που πυροδοτούνται πολλά συναισθήματα και γενικά το κλίμα που επικρατεί σε αυτά μπορεί να παρασύρει και έναν σχετικά γειωμένο άνθρωπο. Ο τρόπος για να παραμένουμε γειωμένοι και ήρεμοι είναι φυσικά η οριοθέτηση.
Βάζοντας όρια στα κοινωνικά δίκτυα μπορεί να σημαίνει πως: – Σταματάμε να ακολουθούμε ή να διαβάζουμε ανθρώπους που αυτά που μοιράζονται δεν μας προσφέρουν κάτι – Μπλοκάρουμε ή βάζουμε στο αθόρυβο πρώην συντρόφους που μας στοιχίζει συναισθηματικά να τους βλέπουμε ακόμα και διαδικτυακά – Βάζουμε στο αθόρυβο κοντινούς μας ανθρώπους που δυσκολευόμαστε ή δεν θέλουμε να κόψουμε εντελώς τη διαδικτυακή μας επαφή – Όταν έχουμε την τάση να κάνουμε κάποιο αγενές ή μικροπρεπές σχόλιο -που πιθανότατα αργότερα το μετανιώσουμε- τότε σίγουρα μπλοκάρουμε, σταματάμε να ακολουθούμε ή βάζουμε στο αθόρυβο τον χρήστη – Είμαστε ειλικρινείς με τους φίλους που θέλουμε να κάνουμε παρέα – αντί να κάνουμε παθητικο επιθετικά σχόλια για τις επιλογές και τις ζωές των άλλων, στεκόμαστε σε εμάς και προσπαθούμε να έρθουμε σε επαφή με τη ζήλεια -ή άλλο συναίσθημα- που μπορεί να αισθανόμαστε
H κλιματική αλλαγή εδώ και πολλά χρόνια από μια αφηρημένη έννοια έχει γίνει πλέον πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα που οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο ερχόμαστε σε επαφή. Μαθαίνουμε καινούργιες λέξεις για να ονομάσουμε και να καταλάβουμε καλύτερα τις επιπτώσεις της στον ψυχισμό μας. Η οικολογική θλίψη (ecological grief) και το οικολογικό άγχος (ecological stress) είναι λέξεις που περιγράφουν την αίσθηση της απώλειας ή το άγχος που αισθανόμαστε που σχετίζονται με το περιβάλλον, συμπεριλαμβανομένης της απώλειας ενός σταθερού μέλλοντος. Solastalgia είναι η νοσταλγία που μπορεί να νιώθουμε για ένα τοπίο που καταστράφηκε, η υπαρξιακή δυσφορία που προκαλείται από την περιβαλλοντική αλλαγή.
Η αίσθηση ότι χάνουμε το σπίτι μας, παρόλο που δεν το έχουμε εγκαταλείψει.
Ενώ το οικολογικό άγχος είναι μια φυσιολογική απάντηση στην κλιματική έκτακτη ανάγκη και συνήθως δεν ανεβαίνει στο επίπεδο της κλινικής ανησυχίας, μπορεί να οδηγήσει σε θυμό, απελπισία ή ακινητοποίηση-παράλυση. Ακτιβιστές και επιστήμονες συχνά βιώνουν συναισθηματική εξάντληση και απόγνωση όταν η πρόοδος προς τη βιωσιμότητα παραπαίει.
Στον Καναδά και την Αμερική εδώ και μια δεκαετία ομάδες ψυχολογικής υποστήριξης προσφέρουν στήριξη σε ανθρώπους που υποφέρουν από θλίψη και άγχος για το περιβάλλον. Τα τελευταία δύο χρόνια κάποιοι λίγοι άνθρωποι φέρνουν στη θεραπεία και θέματα θλίψης και άγχους για τις πυρκαγιές, τις κακοποιήσεις των ζώων και όλη την αλλαγή που υφίσταται το περιβάλλον μας καθημερινά. Το συναισθηματικό τσουνάμι που θα σαρώσει πραγματικά στο πεδίο, είναι πιο κοντά από όσο φανταζόμαστε.
Είναι σημαντικό να βρούμε τρόπους να επικοινωνήσουμε τη θλίψη που νιώθουμε για να μπορέσουμε να στηρίξουμε ο ένας τον άλλον. Τότε μπορούμε να γίνουμε πιο δυνατοί, μπορούμε να αρχίσουμε να αναπτύσσουμε την επιστήμη που παίρνει τη γνώση μας και την ανατρέπει – τη μετατρέπει σε λύση και όχι απλώς σε μια αρνητική ιστορία.
Η θλίψη δεν είναι κάτι που πρέπει να αποφεύγουμε ή να φοβόμαστε. Είναι σίγουρα ένα συναίσθημα οδυνηρό, τρομερά μοναχικό. Όταν όμως μοιραζόμαστε τη θλίψη, τον πόνο και τα συναισθήματα υπάρχει πραγματική δύναμη.
Υπάρχει δύναμη στη θλίψη γιατί σημαίνει ότι έχουμε αγαπήσει κάτι και ότι είχαμε μια σύνδεση με ένα μέρος. Στεναχωριόμαστε και πενθούμε γι’αυτό που αγαπάμε. Είναι βοηθητικό να νοηματοδοτήσουμε την απώλεια και να συναντηθούμε για την απώλεια. Η αίσθηση της ανημπόριας είναι πολύ χαρακτηριστική. Η αίσθηση ότι η κλίμακα της περιβαλλοντικής κρίσης είναι τόσο μεγάλη που ως άτομα δεν μπορούμε να επέμβουμε.
Αυτό όμως από μόνο του μπορεί να μας κινητοποιήσει και να μας οδηγήσει από τον θυμό, στη δράση. Δεν είναι κάτι που πρέπει να ντρεπόμαστε. Γιατί αυτό που επιλέγουμε να θρηνήσουμε λέει πολλά για τον εαυτό μας και τις αξίες μας.
Όταν κάτι πάει στραβά στον κόσμο οι περισσότεροι άνθρωποι θέλουν να δώσουν μια εξήγηση, μια ερμηνεία. Τις περισσότερες φορές καταλήγουμε να λέμε πως βασική αιτία είναι η έλλειψη αυτού που στη ζουλού γλώσσα ονομάζεται “ubuntu”.
Ubuntu σημαίνει συμπόνοια, αποδοχή και ανθρωπιά αλλά πηγάζει από τη βαθύτερη έννοια της ενσυναίσθησης και της ενότητας. Δεν είναι μόνο θαυμασμός για αυτό που είναι όμορφο, άδολο, επιτυχημένο, είναι αυτό που κάποιος καταφέρνει να νιώθει για εκείνους που δεν αποδέχεται, δεν εγκρίνει, για εκείνους που έχουν κάνει μεγάλα λάθη ακόμα και όσους έχουν παραβιάσει τους ηθικούς τους κώδικες. Ubuntu είναι να μπορούμε να ακούσουμε πως συμπεριφορές άλλων δεν έχουν πάντα κακία ή πρόθεση να προκαλέσουν κακό αλλά πολλές φορές ο φόβος κάνει τους ανθρώπους επιθετικούς.
Ubuntu είναι να μπορούμε να αναρωτιόμαστε με συμπάθεια και φαντασία πώς μπορεί κάποιος να έχει φτάσει να συμπεριφέρεται με αλαζονεία και υποτίμηση προς τους άλλους. Το ubuntu μας επιτρέπει να δούμε το χαμένο, ευάλωτο ή τραυματισμένο παιδί που κρύβεται μέσα σ’έναν μπερδεμένο και απογοητευμένο ενήλικα. Ubuntu είναι όταν μας αποδεχόμαστε ολόκληρους. Με τα προτερήματα και τους περιορισμούς μας.
Ο πιο συνηθισμένος τρόπος έκφρασης του θυμού ή οποιουδήποτε άλλου συναισθήματος που μας δυσκολεύει να εκφράσουμε είναι η παθητική επιθετικότητα. Αν και όλοι ξέρουμε πως αυτή η συμπεριφορά δεν βοηθάει ούτε εμάς ούτε μια σχέση, έχουμε μάθει πως είναι ο πιο εύκολος και ανεκτός τρόπος έκφρασης μιας που οι άνθρωποι έχουμε την τάση να διαχωρίζουμε τα συναισθήματα ως “καλά” και “κακά”.
Γινόμαστε παθητικοεπιθετικοί κυρίως γιατί δεν ξέρουμε να εκφράσουμε τον θυμό, το πιο παρεξηγημένο και ενοχοποιημένο συναίσθημα που ανεχόμαστε λιγότερο απ’όλα. Έχει την εικόνα κάτι μεγάλου και ανεξέλεγκτου, που εάν το αφήσουμε ελεύθερο θα καταστρέψει τα πάντα. Κάτι που το κάνει ακόμα πιο μπερδεμένο είναι τα αντιφατικά μηνύματα που παίρνουμε από παιδιά. Μαθαίνουμε ότι δεν είναι αποδεκτό να θυμώνουμε, αλλά από την άλλη μεριά βιώνουμε την οργή ή τον θυμό από τους ενήλικους, είτε άμεσα είτε με την έμμεση μορφή της παγερής αποδοκιμασίας.
Όμως, ως ενήλικοι, δεν χρειάζεται να γινόμαστε επιθετικοί ούτε με άμεσους, ούτε με έμμεσους τρόπους. Μπορούμε να επικοινωνούμε την ευαλωτότητά μας, την απογοήτευση, τον θυμό, τη λύπη, τη ντροπή. Γιατί είναι τόσο δύσκολο αυτό; φοβόμαστε να πούμε σε κάποιον ότι μας έχει πληγώσει. Τις περισσότερες φορές η τάση μας είναι να ανταποδώσουμε. Το τελευταίο πράγμα που θέλουμε όταν παίρνουμε επίθεση είναι να δείξουμε ευάλωτοι. Αν θέλουμε να μας καταλαβαίνουν οι άλλοι, είναι σημαντικό να επικοινωνούμε με ειλικρίνεια. Την επόμενη φορά που νιώσουμε πληγωμένοι ή θυμωμένοι μπορούμε να κάνουμε κάτι διαφορετικό. Να πούμε την απλή φράση “Νιώθω θυμό/λύπη/απογοήτευση/ντροπή”
Επαγγελματικά οι περισσότεροι άνθρωποι είναι αναγκαστικά πιστοί παρόλο που υπάρχουν περίοδοι που όλοι φανταζόμαστε εναλλακτικές επιλογές όπως για παράδειγμα πως είμαστε ιδιοκτήτες ενός ταξιδιωτικού γραφείου, πως κάνουμε έρευνα για τον καρκίνο σε ένα από τα μεγαλύτερα ερευνητικά εργαστήρια της Γαλλίας, είμαστε ιδιωτικοί ντετέκτιβ, ζωγράφοι, νευροχειρουργοί, κατάσκοποι, μπαλαρίνες.
Η αλήθεια είναι πως έχουμε κλίση σε περισσότερους τομείς από όσους θα έχουμε ποτέ την ευκαιρία να εξερευνήσουμε. Πλευρές της επαγγελματικής μας προσωπικότητας θα πρέπει να τις ξεχάσουμε και απλά να τις θυμόμαστε μελαγχολικά σε διάφορες φάσεις της ζωής μας.
Ως παιδιά μπορούσαμε μέσα σ ένα Σαββατοκύριακο να έχουμε φτιάξει ένα μαγαζί και να πουλάμε πράγματα, για λίγα λεπτά να είμαστε μέλη ομάδας διάσωσης, να κάνουμε επιτυχημένες επεμβάσεις στα λούτρινα ζωάκια μας, να είμαστε διάσημοι ντετέκτιβ. Κάθε ένα από αυτά τα παιχνίδια θα μπορούσε να ήταν η αρχή μιας καριέρας. Όμως, η επιλογή είναι μια, και πρέπει επαναλαμβάνεται κάθε μέρα για 50 τουλάχιστον χρόνια. Είμαστε περισσότερα από αυτά που μας επιτρέπει ο κόσμος της εργασίας να είμαστε. Είμαστε πολυμορφικοί.
Βεβαίως δεν είναι δικό μας λάθος που δεν έχουμε καταφέρει να εκφράσουμε τις ‘πολλαπλότητές’ μας. Η αγορά εργασίας δεν μας δίνει άλλη επιλογή από το να εξειδικευόμαστε. Όσο ωραίο και αν ακούγεται, δεν γίνεται δύο Δευτέρες το μήνα να έχουμε κατάστημα, τις Τρίτες να είμαστε δικαστές, Τετάρτες ιδιωτικοί ντετέκτιβ και Πέμπτη, Παρασκευή ψυχοθεραπευτές.
Αυτή η σύγκρουση μεταξύ των απαιτήσεων της αγοράς εργασίας και της ελευθερίας των επιλογών έχει μια θλίψη που θα μας υπενθυμίζει πως πάντα θα υπάρχουν πτυχές μας που δεν θα ικανοποιηθούν ποτέ και η λύση σίγουρα δεν είναι να αλλάζουμε συνέχεια δουλειές. Είναι όπως στις σχέσεις. Αν σκεφτούμε πόσοι άνθρωποι υπάρχουν στον κόσμο που θα μπορούσαμε -όχι επειδή δεν θα ήμασταν ευχαριστημένοι από τον σύντροφό μας- να έχουμε ταυτόχρονα σχέση γιατί θα εκδηλώναμε διαφορετικά στοιχεία της προσωπικότητάς μας, θα μας ευχαριστούσαν -και θα μας εκνεύριζαν- με διαφορετικούς τρόπους. Παρόλα αυτά, όπως με τη δουλειά, η εξειδίκευση, η μονογαμία, η πίστη έχει και πλεονεκτήματα όπως σταθερότητα και πειθαρχία.
Ακούγεται ψυχρό και σκοτεινό αλλά είναι κάτι που δεν επηρεάζει μόνο έναν. Ισχύει για όλους. Τόσο για έναν CEO όσο και για έναν βιολόγο, ζωγράφο, λογιστή. Θα βρούμε πολλές εκδοχές της ευτυχίας που θα μείνουν για πάντα ανικανοποίητες και παρόλο που δεν έχουμε άλλη επιλογή, μπορούμε να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να αποδεχτεί και να “θρηνήσει” ότι πάντα θα υπάρχουν πτυχές μας που δεν θα ικανοποιηθούν ποτέ.
Ευγενή κίνητρα και δικαιολογημένες αιτίες είναι πίσω από την σύνδεση που έχουμε κάνει πως το να μην εγκαταλείπουμε τους ανθρώπους σημαίνει ωριμότητα και καλοσύνη. Όλοι οι κινηματογραφικοί χαρακτήρες όσο πληγωμένοι και αν είναι διατηρούν την πίστη στους ανθρώπους που αγαπούν, δεν τους αφήνουν όταν έχουν προβλήματα, αντέχουν τις δυσκολίες. “Το να τρέχεις μακριά είναι απιστία. Πολλά πράγματα είναι αναλώσιμα. Οι άνθρωποι ποτέ”.
Ωστόσο, αυτή η στάση ζωής έχει ένα σημαντικό μειονέκτημα: ότι η υγεία μας, ο αυτοσεβασμός και η ωριμότητα κάποιες φορές ίσως να απαιτούν τη δυνατότητα να εγκαταλείψουμε κάποιον, να σταματάμε να δίνουμε συνέχεια το πλεονέκτημα της αμφιβολίας, να συγχωρούμε για πολλοστή φορά τα πάντα, να φανταζόμαστε πως πίσω από τις απρόσεκτες πράξεις που έκαναν και λόγια που είπαν εννοούσαν κάτι άλλο, πως οι προθέσεις τους ήταν καλές. Ίσως κάποια στιγμή χρειαστεί να αποφασίσουμε αν θα εγκαταλείψουμε κάποιον άλλον ή τον εαυτό μας.
Συνήθως τα παιδιά λόγω συνθηκών και έλλειψης επιλογών δεν έχουν την ικανότητα να εγκαταλείψουν έναν ενήλικα όσο και αν τους έχει απογοητεύσει και συνεχίζουν -με οποιοδήποτε κόστος- να αγαπούν τον γονιό που προσφέρει αγάπη ακόμα και αν αυτή η αγάπη συνοδεύεται και με οδυνηρές πτυχές.
Τα παιδιά δεν μπορούν να καταλάβουν πως οι γονείς είναι άνθρωποι με αδυναμίες και περιορισμούς και συνήθως σκέφτονται τα εξής:
Μπορεί να αλλάξουν
Το παιδί πιστεύει και περιμένει υπομονετικά πως ο ενήλικας θα μεταμορφωθεί στο άτομο που τόσο πολύ έχει ανάγκη.
Κατά βάθος είναι καλή/καλός
Ένα παιδί μπορεί να δέχεται και να γίνεται στόχος των πιο κακών διαθέσεων ενός γονιού, αλλά να είναι και ο πιο αφοσιωμένος και ένθερμος υπερασπιστής του.
Μάλλον το πρόβλημα είμαι εγώ
Πιο εύκολα διαχειρίσιμο για ένα παιδί να πιστέψει πως είναι κακό και προβληματικό παρά να έρθει σε επαφή με τον πόνο της συνειδητοποίησης ότι ο γονιός του -από τον οποίο εξαρτάται- μπορεί απλά να είναι ένας κακός και εγωιστής μέτριος άνθρωπος.
Κανείς και πουθενά αλλού δεν μπορεί να είναι καλύτερα
σχεδόν αδύνατο για ένα παιδί να ξεφύγει, να πει “ξεκινάω από την αρχή” ή να πει “τέλος” σε μια κακοποιητική συμπεριφορά. Δύσκολα φαντάζονται τον εαυτό τους σε άλλες συνθήκες ιδιαίτερα εκείνα που έχουν τους περισσότερους λόγους για να μιλήσουν δεν υψώνουν καν τη φωνή τους.
Κάθε μία από τις παραπάνω σκέψεις έχει και την ενήλικη αντίστοιχη. Σε κάποιες ανεκπλήρωτες σχέσεις, οι δεξιότητές μας μπορεί να είναι όσες και αυτές που είχαμε ως παιδιά. Μπορεί να είμαστε καλοί να δικαιολογούμε γιατί μένουμε κάπου που δεν είναι καλά, γιατί φταίμε εμείς, γιατί οι άλλοι έχουν ελαφρυντικά.
Αυτό όμως δεν σημαίνει πως στο σήμερα δεν μπορούμε να μάθουμε να θυμώνουμε και με κάποιον άλλο εκτός από τον εαυτό μας. Να κάνουμε κάτι που μας φαίνεται πολύ περίεργο: να φεύγουμε. Αυτό δεν είναι ένδειξη δειλίας ή αδυναμίας χαρακτήρα. Είναι ένδειξη πως μαθαίνουμε να αγαπάμε τον εαυτό μας και να τοποθετούμε τις ανάγκες μας εκεί που θα έπρεπε να είναι: στο κέντρο των σκέψεών μας.
Σε κάθε προεκλογική περίοδο η πολιτική καταλαμβάνει τον μεγαλύτερο χώρο στην ειδησεογραφία με διαφημίσεις, ειδήσεις και κυρίως αναρτήσεις απόψεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Για όσους δεν ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για την πολιτική είναι μια περίοδος βαρετή, κουραστική, ακατανόητη και αποφευκτική ακόμα και για να χαζεύει κάποιος στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Κάποιοι τρόποι που μπορεί να βοηθήσουν όσους ενοχλούνται από αυτό το κλίμα είναι οι παρακάτω:
Περιορίζουμε την έκθεση στα πολιτικά νέα και σε όλα τα μέσα ιδιαίτερα εάν νιώθουμε εκνευρισμό ή απογοήτευση κάθε φορά που διαβάζουμε μια ανάρτηση ή ένα σχόλιο ή μια είδηση σχετικά με τις εκλογές. Δεν χρειάζεται να αποσυνδεθούμε από όλα, αλλά η οριοθέτηση είναι πολύ βοηθητική.
Επικεντρωνόμαστε στη δουλειά μας, στα ενδιαφέροντά μας, στα χόμπι μας και σε οτιδήποτε μας φέρνει χαρά και ευημερία.
Αποφεύγουμε τις συζητήσεις για την πολιτική. Αν κάποιος μας ρωτήσει για τις εκλογές ή την πολιτική και δεν θέλουμε να τοποθετηθούμε, απαντάμε ευγενικά πως δεν μας ενδιαφέρει να μιλήσουμε για το θέμα.
Είμαστε σε επαφή με ανθρώπους που συμμερίζονται την ενόχλησή μας και είναι και ένας τρόπος για να μην αισθανόμαστε μόνοι αυτή την περίοδο.
Υπενθυμίζουμε στον εαυτό μας πως κάποια στιγμή οι εκλογές θα τελειώσουν και επικεντρωνόμαστε στο γεγονός πως είναι μια προσωρινή συνθήκη.
Η φετινή Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας βρίσκει το γυναικείο ζήτημα στο κέντρο της δημόσιας συζήτησης διεθνώς. Το κίνημα #MeToo, οι προσπάθειες περιορισμού δικαιωμάτων όπως η πρόσβαση στην άμβλωση, οι γυναίκες του Ιράν και της Ουκρανίας αλλά και οι συμπολίτισσές μας που δεν έχουν πολλές επιλογές λόγω οικονομικών προβλημάτων, είναι θέματα για τα οποία τα τελευταία δύο χρόνια μιλάμε καθημερινά.
Αυτό είναι πολύ θετικό γιατί για να επιλύσουμε ένα πρόβλημα πρέπει πρώτα να το έχουμε περιγράψει και στη συνέχεια να το έχουμε συζητήσει διεξοδικά.
Όμως, ενώ οι γυναίκες προστατεύονται θεσμικά σε χώρους όπως η εργασία περισσότερο από ποτέ, την ίδια στιγμή υπάρχουν και εκείνοι που έχουν γίνει καλύτεροι στο να διατηρούν και να αναπαράγουν τις ανισότητες.
Αυτό, απαιτεί μεγαλύτερη και επί της ουσίας αλληλεγγύη αλλά και εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Σε όποιες επιχειρήσεις δημόσιες και ιδιωτικές υπάρχουν ειδικοί δεν πρέπει να διστάζουμε να τους συμβουλευόμαστε ενώ η σημασία του να συνεργάζονται οι επιχειρήσεις και οι οργανισμοί με ειδικούς θα πρέπει να θεωρείται σήμερα αυτονόητη.