Γιατί δυσκολευόμαστε να ακούμε τα καμπανάκια;

Η ικανότητα να αναγνωρίζουμε και να αντιδρούμε στα καμπανάκια κινδύνου -ή όπως πιο συχνά διαβάζουμε στα red flags- έχει τις ρίζες του και στις εμπειρίες της παιδικής μας ηλικίας. Για παράδειγμα, το να μεγαλώνει κάποιος σε μια δυσλειτουργική οικογένεια μπορεί να οδηγήσει σε μια στρεβλή αντίληψη των σχέσεων και είναι “εύκολο” να μάθει να δίνει προτεραιότητα στην ηρεμία έναντι της δικής του ευημερίας, με αποτέλεσμα να αγνοεί τις άσχημες συμπεριφορές των άλλων.

Εξάλλου τι άλλες επιλογές έχει ένα παιδί; Να καλέσει την αστυνομία; να μιλήσει στους φίλους του; να αντιμετωπίσει έναν ενήλικα; Η επιβίωσή του εξαρτάται ακριβώς από το να μην βλέπει ή να ερμηνεύει ως δικό του λάθος οποιαδήποτε προβληματική δυναμική που μπορεί να υπάρχει. Κυρίως όμως μπορεί να αγαπάει πολύ τους ανθρώπους που είναι ντυμένοι στα κόκκινα. Τους ενδιαφέρει τι κάνουν οι φροντιστές του και αν είναι καλά. Μπορεί αρκετές φορές να είναι δύσκολοι μαζί του, αλλά επιλέγει να επικεντρωθεί στις ωραίες στιγμές και ποτέ δεν θα κάνει μεγάλο θέμα για όλα τα υπόλοιπα. Οι άνθρωποι ακούμε όσα καμπανάκια μπορουμε να αντέξουμε. 

Με ένα τέτοιο παρελθόν δεν θα θυμώσουν εύκολα, δεν θα φύγουν γρήγορα εάν δουν μια προβληματική συμπεριφορά από τους συντρόφους τους. Αν κάποιος τους πει ότι τους αγαπάει, είναι σχεδόν το μόνο που αρκεί για να υποθέσουν ότι τα πράγματα πάνε καλά. Γιατί να αρχίσουν να εστιάζουν σε κάποια αρνητικά που υπάρχουν στη σχέση; μπορεί να τους ενοχλεί λίγο εάν ο/η σύντροφός τους μιλάει με όποιον άλλον άνθρωπο βρίσκουν ελκυστικό, ότι δεν είναι συνεπείς σε τίποτα, ότι όλη μέρα κάθονται χωρίς να κάνουν κάτι και δεν φαίνονται και πρόθυμοι να κάνουν κάτι γι’αυτό, αλλά ξέρουν ότι υπάρχουν εκεί και προτιμούν να σκεφτούν κάτι άλλο. 

Όλοι οι άνθρωποι για να μπορούμε να παρατηρούμε, να ακούμε και να κάνουμε κάτι για τα καμπανάκια που χτυπάνε, βοηθάει να έχουμε μεγαλώσει με την πεποίθηση ότι η ευτυχία, η ασφάλεια και η ευημερία μας ήταν εξαιρετικά σημαντικά για κάποιον άλλον. Χρειαζόμαστε τη γνώση -όχι μόνο ως θεωρία αλλά βασικά ως βίωμα- ότι δεν θα επιτρέπουμε στους ανθρώπους να μας κακομεταχειρίζονται, ότι δεν υπάρχει καμία δικαιολογία στο να μας εκμεταλλεύονται και ότι αν μας πούνε ψέματα, η ευθύνη είναι αποκλειστικά του ψεύτη. 

Το πρώτο βήμα προς την αλλαγή για έναν άνθρωπο που δυσκλεύεται, είναι να αναγνωρίσει αυτή τη δυσκολία χωρίς να επικρίνει τον εαυτό του. Πολλοί άνθρωποι εξαιρετικά έξυπνοι και ικανοί σε διάφορους τομείς, στις σχέσεις συχνά παρουσιάζουν μια μορφή επιλεκτικής αδιαφορίας. Συχνά οι άνθρωποι δεν έχουμε την τάση να εντοπίζουμε τα προβλήματα, επειδή δεν αγαπηθήκαμε ποτέ αρκετά ώστε να νιώθουμε πως αξίζουμε να ζούμε χωρίς αυτά.

Θα βοηθήσει να αρχίσουν να στέκονται και να κάνουν στον εαυτό τους κάποιες απλές ερωτήσεις: μας φέρονται καλά; συμφωνούμε με όσα μας συμβαίνουν; τολμάμε να εκφράσουμε τα παράπονά μας; νιώθουμε πραγματικά ευτυχισμένοι;

Για κάποιους, αυτές είναι συνηθισμένες και λογικές ερωτήσεις. Για κάποιους άλλους όμως, αποτελούν την αρχή μιας ουσιαστικής ικανότητας να φροντίζουν τον εαυτό τους με περισσότερη προσοχή και τρυφερότητα.

Πώς οι ανοιχτοί λογαριασμοί της παιδικής ηλικίας εκδηλώνονται στις διαπροσωπικές σχέσεις.

Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες και ίσως αποθαρρυντικές αλλά ταυτόχρονα κρίσιμες συνειδητοποιήσεις που μπορούμε να κάνουμε σχετικά με τις διαπροσωπικές σχέσεις είναι ότι -χωρίς συνειδητή επίγνωση και χωρίς καμία κακή πρόθεση- πολλοί άνθρωποι αναπαράγουν μέσα σε αυτές αυτό που μπορεί να χαρακτηριστεί ως “ανολοκλήρωτες υποθέσεις της παιδικής ηλικίας”.

Οι περισσότεροι τείνουμε να πιστεύουμε ότι παλιότερα τραύματα ή συμπεριφορές που ως παιδιά μας στεναχωρούσαν πολύ μπορούν να παρακαμφθούν. Στην αρχή μια σχέσης, όταν γνωριζόμαστε με έναν άνθρωπο, ίσως μας εξομολογηθεί διάφορα γεγονότα της παιδικής του ηλικίας, για παράδειγμα έναν απόμακρο γονιό ή έντονα επικριτικό, ή απών, ή προσκολλημένο σε άλλο παιδί. Τέτοιες εξομολογήσεις -ειδικά όταν ο απέναντι έχει μια γοητευτική προσωπικότητα- μπορεί να φαντάζουν ως μια έκκληση για κατανόηση και είναι εύκολο να μπούμε στη θέση να προσφέρουμε στήριξη. 

Είναι εμπειρικά παρατηρημένο πως όποιος πόνος έχει προκληθεί σε κάποιον στη σχέση με έναν γονιό, θα μεταφερθεί, σχεδόν με βεβαιότητα, στη σχέση με τον σύντροφό του. Εάν κάποιος αγνοήθηκε, θα αγνοηθεί και ο σύντροφός του. Εάν κάποιος ένιωσε αβεβαιότητα, θα προκληθεί αβεβαιότητα και στον σύντροφό του. Εάν κάποιος υπέστη σκληρή κριτική, ο σύντροφος μάλλον θα κριθεί με αυστηρότητα. Ενίοτε, ο ένας από τους δυο θα παίρνει μηνύματα από τον σύντροφό του που ήταν προορισμένα για τον γονιό του, αλλά ποτέ δεν εκφράστηκαν γιατί δεν επιτρεπόταν.  

Με άλλα λόγια, ο σύντροφός μας δεν αναζητά απλώς και μόνο μια σχέση μαζί μας, αλλά προσπαθεί να επαναλάβει ένα σενάριο και μια επικοινωνία με έναν γονέα που τον ματαίωνε, τον απογοήτευε και παρόλα αυτά τον αγαπούσε. Αρκετοί άνθρωποι δεν είναι ότι μια επαναλαμβανόμενη ιστορία είναι εξ αρχής δύσκολη, αλλά ότι δεν καταφέρνουμε να αλλάξουμε το τέλος της. Ψάχνουμε στην ενήλικη ζωή μια δεύτερη ευκαιρία για να διορθώσουμε μια τραυματική δυναμική που σαν παιδιά δεν ξέραμε, δεν μπορούσαμε και δεν ήταν και η δουλειά μας να το κάνουμε.

Η διαχείριση μιας τέτοιας κατάστασης απαιτεί μια νοητική προσπάθεια, την ικανότητα να αναγνωρίσουμε ότι πέρα από την επιφάνεια της σύγκρουσης μπορεί να διακυβεύεται κάτι βαθύτερο. Χρειάζεται θάρρος να επιστρέψουμε τα συγκεκριμένα μηνύματα στους αποστολείς τους και να κατανοήσουμε ότι “παρά την έντονη πρόθεση του/της συντρόφου μου, αυτό το μήνυμα δεν αφορά και δεν προορίζεται για μένα”. Αυτή η συνειδητοποίηση μπορεί να έρθει μετά από χρόνια σχέσης και πολλές ώρες άλυτων και συνεχόμενων καυγάδων με έναν άνθρωπο που αγαπάμε και που ίσως να μας αγαπάει επίσης βαθιά. 

Το σκαιώδες βιογραφικό των αποτυχιών μας

Η διαδεδομένη αντίληψη πως η επιτυχία είναι γραμμική, είναι αυτό που μπλοκάρει και παραλύει τους ανθρώπους λέει ο Καθηγητής Στάθης Καλύβας σ’αυτή την παλαιότερη και πολύ ωραία ομιλία του.

Πολύ συχνά μια αποτυχία -και η ενσωμάτωση της στην ιστορία μας- μπορεί να μας βοηθήσει να αντιληφθούμε ποιες είναι οι πραγματικές μας προτιμήσεις και αυτό ακριβώς, είναι το πιο αυθεντικό μέτρο της επιτυχίας: Να καταφέρει κάποιος να κάνει αυτό που θέλει.

Και η αλήθεια είναι ότι όλοι σε κάποιες εξετάσεις που θα χρειαστεί να δώσουμε στη ζωή μας, θα αποτύχουμε.

Συναισθήματα και Λογική

Ο Πάνος Σαπουντζής, μαθηματικός και νευροεπιστήμονας στο ΙΤΕ, συζητάει με τον Καθηγητή Ψυχιατρικής Αργύρη Στριγγάρη για τη σχέση μεταξύ λογικής σκέψης και συναισθημάτων και στο τέλος για τις διαταραχές των συναισθηματικών λειτουργιών σε παιδιά και εφήβους καθώς και για τη σημασία της έγκαιρης παρέμβασης που δεν είναι πάντα φαρμακευτική. Μιλάνε με τρόπο απλό και κατανοητό -εξάλλου ένας από τους στόχους του ScienceMe αποτελεί η καλλιέργεια της εξοικείωσης με τομείς της επιστημονικής έρευνας-. Αυτό που κράτησα είναι πως κάποιες φορές για να μπορέσουμε να σταθούμε και να ηρεμήσουμε θα πρέπει να παραιτηθούμε από κάποιες βεβαιότητες και συναισθηματικές αγκυλώσεις που μπορεί να έχουμε.  Πως ο διαχωρισμός δεν πρέπει να γίνεται μεταξύ λογικής σκέψης και συναισθημάτων αλλά στη βάση μεγαλύτερης παρορμητικότητας και μικρότερης παρορμητικότητας, δηλαδή ο τρόπος που στεκόμαστε και σκεφτόμαστε περισσότερο τα πράγματα προτού πάρουμε κάποια απόφαση.

Είναι αυτό που έχω γράψει αρκετές φορές ότι τα συναισθήματα δεν είναι πάντα ισοδύναμα με τα πραγματικά γεγονότα αλλά πολλές φορές πυροδοτούνται από παλαιότερες εμπειρίες, γεγονότα, τραύματα, παρεξηγήσεις, ανασφάλειες. Οι σκέψεις μας καθορίζουν τα συναισθήματά μας και εν τέλει τη δράση μας, τη συμπεριφορά μας.

“Πώς γίνεται να έχω περίπλοκη ενήλικη ζωή ενώ δεν είχα κακή παιδική ηλικία;” 

Μπορεί γνωστικά να λέμε πως η σημερινή μας δυσφορία δεν σχετίζεται με την παιδική μας ηλικία, δεδομένου ότι οι γονείς μας ήταν καλοί άνθρωποι, οι συνθήκες διαβίωσης άνετες. Ίσως τελικά να οφείλεται στα γονίδιά μας, σε κάποιες εγγενείς βιολογικές αδυναμίες ή στο ότι ως άνθρωποι κάνουμε πολλές λάθος επιλογές. 

Υπάρχει βέβαια και μια άλλη πιθανότητα. Ο ορισμός του τραύματος: φανταζόμαστε ότι τραύμα σημαίνει κακοποιημένα και χτυπημένα παιδιά που κλαίνε, που δέχονται επιθέσεις, που κάθε βράδυ ταπεινώνονται, που μπορεί να μην τους προσφέρθηκε ποτέ φρεσκομαγειρεμένο φαγητό ή μια εκδρομή.  

Η έμφαση στο εξωτερικό δράμα αποκρύπτει μια πτυχή της ύπαρξης. Αυτή της ευθραυστότητας που για να την αντιληφθούμε, αρκεί να σταθούμε και να σκεφτούμε πόσο εύκολα, από τη μια στιγμή στην άλλη, θα μπορούσαμε να μην υπάρχουμε. 

Δεν χρειάζεται ποτέ να συμβεί κάτι πολύ σημαντικό για να τραυματιστεί ο συναισθηματικός μας κόσμος. Μπορεί να τραυματιστούμε και να καθηλωθούμε από συμπεριφορές και γεγονότα που δεν έχουν εμφανή σημάδια φρίκης, που δεν θα φαίνονταν ποτέ σε φωτογραφίες, που είναι συμβατά με αρκετή αγάπη και αξιοπρέπεια.

Η εμπιστοσύνη μας μπορεί να κλονιστεί απλά με τη συμβίωση ενός αθόρυβα υποτιμητικού φροντιστή. Η τοξικότητα μπορεί να υπάρχει παράλληλα με τα οικονομικά προνόμια και την καλή διάθεση. Μια μικρή δόση ευνοιοκρατίας ή κρυφού εκφοβισμού μπορεί να ταρακουνήσει τα θεμέλια μιας ζωής. Ένα μυστικό μπορεί να συντρίψει το πνεύμα διαγενεακά χωρίς να ειπωθεί ούτε μια λέξη.

Αρκετοί άνθρωποι που ξεκινούν ψυχοθεραπεία συχνά “παλεύουν” με ένα παράδοξο: οι γονείς μνημονεύονται ευνοϊκά. Και όμως τα πρώτα χρόνια φαίνεται να βρίσκονται πίσω από ορισμένες αναποδιές στην ενήλικη ζωή. Λίγοι γονείς στερούνται καλών προθέσεων και όμως υπάρχει μια μεγάλη μειοψηφία που καταφέρνει να κάνει τη ζωή λιγότερο λογική ή ευχάριστη από ό,τι θα έπρεπε.

Νομίζω πως βοηθάει να είμαστε σε επαφή με την ευαισθησία μας και να αποδεχθούμε πως κάποια στιγμή, ακόμα και το πιο απλό πράγμα μπορεί να μας βγάλει από την πορεία μας. 

Οικογενειακό κουτσομπολιό

Το οικογενειακό κουτσομπολιό είναι κάτι αρκετά συχνό και σύμφωνα με το άρθρο μπορεί να έχει και θετικές πλευρές. Κάποιες φορές χρησιμεύει ως τρόπος σύνδεσης, επαφής  και ανταλλαγής πληροφοριών εντός της οικογένειας μιας και οι περιστασιακές συζητήσεις για τη ζωή των συγγενών μπορούν να δώσουν μια αίσθηση σύνδεσης και οικειότητας. Μια υποστηρικτική οικογένεια μπορεί να συζητάει για εμάς όταν είμαστε απόντες κυρίως για να δει πώς μπορεί να μας βοηθήσει. Το άρθρο αναφέρει και την Laurie Colwin που έλεγε πως το κουτσομπολιό είναι “συναισθηματικός προβληματισμός”- “emotional speculation” το οποίο σημαίνει όταν κάνουμε υποθέσεις σχετικά με τα συναισθήματα κάποιου -που βεβαίως αυτό είναι κάτι υποκειμενικό και μπορεί να μην αντανακλά την πραγματική συναισθηματική κατάσταση του άλλου-. 

Βεβαίως, το περιστασιακό οικογενειακό κουτσομπολιό, τα αστεία, ο τρόπος επικοινωνίας -ακόμα και τα emoticon στο what’s up- που είναι εντελώς χαρακτηριστικά ανάμεσα στα αδέρφια είναι και ένας τρόπος να ξεπερνιούνται κάποιες κρίσεις, η διαχείριση των γονιών που μεγαλώνουν και άλλες επείγουσες καταστάσεις. 

Διαφωνώ με τον επίλογο του άρθρου, πως η κριτική και αυτού του είδους η προσοχή μπορεί να είναι η άλλη όψη της αγάπης. Βρίσκομαι πιο κοντά σε αυτό που μου είπε στενό συγγενικό μου πρόσωπο: “είναι άλλο να κουτσομπολεύουν δυο αδελφές και άλλο η μητέρα με κάποια από τις αδελφές ή ξαδέλφη”. 

Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας

Βρισκόμαστε στο 1946. Ο γιατρός Paul Brand εργάζεται σε ένα λεπροκομείο και ανακαλύπτει ότι οι παραμορφώσεις που δημιουργούνται από τη λέπρα δεν οφείλονται στην αρρώστια αυτή καθεαυτή, αλλά στην προοδευτική φθορά που προκαλούν οι μολύνσεις και οι τραυματισμοί μιας που οι ασθενείς δεν νιώθουν πόνο.

Το 1972 γράφει: “Αν μπορούσα, θα χάριζα στους ανθρώπους που υποφέρουν από λέπρα το δώρο του πόνου”. Κάποιες φορές μπορεί να υποφέρουμε από ένα είδος ψυχολογικής λέπρας, ανίκανοι να αισθανθούμε τον συναισθηματικό πόνο μας, κινδυνεύουμε να προκαλέσουμε στον εαυτό μας ανεπανόρθωτη ζημιά.

Όλοι μας κάποια στιγμή προσπαθούμε να καταπνίξουμε επώδυνα συναισθήματα. Όταν επιτυγχάνουμε να μη νιώθουμε τίποτα, χάνουμε το μοναδικό μέσο που διαθέτουμε για να αντιλαμβανόμαστε τι μας πληγώνει και γιατί. Όλα είναι διαχειρίσιμα και πολλές από τις καταστάσεις που μας φαίνονται αξεπέραστες αντιμετωπίζονται. Σήμερα δεν υπάρχει λόγος για κανένα να υποφέρει σιωπηλά.

Φέρσου σαν άντρας

Ο στιγματισμός γύρω από τους άντρες που τολμούν να μιλάνε για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν σε ψυχολογικό επίπεδο παραμένει έκδηλος ακόμα και στις μέρες μας. Πολύ συχνά όταν μιλάνε για κάποια δυσκολία τους μπορεί να χαρακτηριστούν ως αδύναμοι με αποτέλεσμα να απομονώνονται. Η νοοτροπία του να μη μιλάμε για τα συναισθήματά μας ή να τα αγνοούμε μπορεί να αποβεί επικίνδυνη.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως είναι εντάξει να υπάρχουν δύσκολες μέρες, πως είναι εντάξει να μην είναι πάντα όλα τακτοποιημένα, πως η αβεβαιότητα δεν θα μείνει για πάντα, πως δεν υπάρχουν καλά και κακά συναισθήματα και είναι εντάξει να μιλάμε γι’αυτά. Αυτό που δεν είναι εντάξει είναι να υποφέρουμε σιωπηλά.

Η ψυχίατρος Εύα-Μαρία Τσαπάκη μιλάει στην εκπομπή ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ για το ψυχοπαθολογικό υπόβαθρο της αυτοκτονίας, τα αίτια και τις προϋποθέσεις που την υποδαυλίζουν, αλλά και τις ευάλωτες ομάδες που χρειάζονται στήριξη.

Όλοι χρειαζόμαστε Ubuntu

Όταν κάτι πάει στραβά στον κόσμο οι περισσότεροι άνθρωποι θέλουν να δώσουν μια εξήγηση, μια ερμηνεία. Τις περισσότερες φορές καταλήγουμε να λέμε πως βασική αιτία είναι η έλλειψη αυτού που στη ζουλού γλώσσα ονομάζεται “ubuntu”.

Ubuntu σημαίνει συμπόνοια, αποδοχή και ανθρωπιά αλλά πηγάζει από τη βαθύτερη έννοια της ενσυναίσθησης και της ενότητας. Δεν είναι μόνο θαυμασμός για αυτό που είναι όμορφο, άδολο, επιτυχημένο, είναι αυτό που κάποιος καταφέρνει να νιώθει για εκείνους που δεν αποδέχεται, δεν εγκρίνει, για εκείνους που έχουν κάνει μεγάλα λάθη ακόμα και όσους έχουν παραβιάσει τους ηθικούς τους κώδικες.  Ubuntu είναι να μπορούμε να ακούσουμε πως συμπεριφορές άλλων δεν έχουν πάντα κακία ή πρόθεση να προκαλέσουν κακό αλλά πολλές φορές ο φόβος κάνει τους ανθρώπους επιθετικούς. 

Ubuntu είναι να μπορούμε να αναρωτιόμαστε με συμπάθεια και φαντασία πώς μπορεί κάποιος να έχει φτάσει να συμπεριφέρεται με αλαζονεία και υποτίμηση προς τους άλλους. Το ubuntu μας επιτρέπει να δούμε το χαμένο, ευάλωτο ή τραυματισμένο παιδί που κρύβεται μέσα σ’έναν μπερδεμένο και απογοητευμένο ενήλικα. Ubuntu είναι όταν μας αποδεχόμαστε ολόκληρους. Με τα προτερήματα και τους περιορισμούς μας. 

Τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας

Οι σχέσεις χωρίς ανταπόκριση για τους περισσότερους είναι κάτι πολύ στενάχωρο, ταλαιπωρητικό που το πρώτο που προσπαθούν να κάνουν είναι να απεγκλωβιστούν το συντομότερο δυνατόν ή εξαρχής δεν διανοούνται να μπουν σε μια τέτοια σχέση. “Αυτό δεν είναι το φυσιολογικό”; θα αναρωτηθεί κάποιος. Γιατί να θέλουμε να είμαστε σε μια σχέση που ο άλλος δεν ανταποκρίνεται όπως θα θέλαμε; γιατί να χάνουμε χρόνο με κάποιον που δεν μας ανταποδίδει τη στοργή που έχουμε ανάγκη; γιατί να θέλουμε να σχετιζόμαστε με απόμακρους ανθρώπους; 

Ωστόσο, για κάποιους ισχύει ακριβώς το αντίθετο. Τους είναι δύσκολο να φανταστούν πως είναι σε μια σχέση στην οποία θα έπαιρναν αγάπη, θα καλύπτονταν οι ανάγκες τους.  Αισθάνονται αμηχανία με κάποιον που είναι ευγενικός, φροντιστικός, ζεστός και προσεκτικός. Για αρκετούς ανθρώπους η συνέπεια και η σταθερότητα είναι ενδείξεις αδυναμίας ή και πίεσης. Είναι αρκετοί εκείνοι που επιλέγουν την ταλαιπωρία και την ένταση και όταν μια σχέση δεν χρειάζεται υπερβολική προσπάθεια και δεν έχει πόνο τους φαίνεται βαρετή.

Ο Konrad Lorenz, ζωολόγος, ηθολόγος, ορνιθολόγος μελέτησε τη συμπεριφορά των ζώων και έγινε διάσημος με τη θεωρία της εγχάραξης (imprinting). Τη διαδικασία που μόλις λίγες ώρες μετά τη γέννηση ένας νεοσσός νιώθει ενστικτωδώς την έλξη προς τη μητέρα του ή το άτομο που θα δει πρώτα μπροστά του.

Ο Lorenz διερεύνησε τους μηχανισμούς αποτύπωσης, όπου ορισμένα είδη ζώων  προσκολλούνται στο πρώτο μεγάλο κινούμενο αντικείμενο που συναντούν. Αυτή η διαδικασία υποδηλώνει ότι η προσκόλληση είναι έμφυτη και προγραμματισμένη γενετικά.

Πήρε έναν μεγάλο αριθμό από αυγά χήνας και τα κράτησε μέχρι να εκκολαφθούν. Τα μισά από τα αυγά τα άφησε στη μητέρα χήνα, ενώ ο Lorenz κράτησε τα υπόλοιπα σε εκκολαπτήριο, για να βεβαιωθεί ότι εκείνος, θα ήταν η πρώτη κινούμενη μορφή που θα έβλεπαν οι νεοσσοί. Τα χηνάκια που ήταν μαζί με τη μαμά χήνα την ακολούθησαν, ενώ τα υπόλοιπα ακολούθησαν τον Lorenz.

Για να διασφαλιστεί ότι η αποτύπωση είχε συμβεί, ο Lorenz έβαλε όλα τα χηνάκια μαζί κάτω από ένα αναποδογυρισμένο κουτί ώστε να αναμιχθούν. Όταν αφαιρέθηκε το κουτί, οι δύο ομάδες χωρίστηκαν για να πάνε στις αντίστοιχες «μητέρες» τους – τα μισά στη μαμά χήνα και τα υπόλοιπα στον Lorenz. Η αποτύπωση έγινε χωρίς καν να γίνει σίτιση αν και φαίνεται να υπάρχει μια κρίσιμη περίοδος κατά την οποία μπορεί να συμβεί (12-17 ώρες μετά την εκκόλαψη). Το πιο ενδιαφέρον είναι πως μετά από 32 ώρες η αποτύπωση είναι απίθανο να συμβεί. Ο Lorenz ισχυρίστηκε ότι μόλις γίνει το αποτύπωμα, δεν μπορεί να αντιστραφεί, ούτε μπορεί το χηνάκι να αποτυπωθεί και σε κάποιον άλλο.

Σκληρά και διαφωτιστικά, ο Lorenz έδειξε ότι ένας νεοσσός μπορεί -ανάλογα και με το πείραμα-  να αναπτύξει μια εξαιρετικά ισχυρή προσκόλληση είτε σε έναν επιστήμονα, ή στη μαμά του ή σ’ενα ποδήλατο, μια λεκάνη, μια ρόδα αυτοκινήτου ή οτιδήποτε άλλο.

Η θεωρία της εγχάραξης όπως ήταν φυσικό επηρέασε πολύ και άλλες επιστήμες όπως της ψυχολογίας και αυτό γιατί η αποτύπωση έχει συνέπειες, τόσο για τη βραχυπρόθεσμη επιβίωση, όσο και μακροπρόθεσμα σχηματίζοντας εσωτερικά πρότυπα για μεταγενέστερες σχέσεις. Η φύση και η μορφή της πρώτης σχέσης γίνεται μοντέλο για τις επόμενες, προκαλώντας προσδοκίες για το αν το άτομο είναι άξιο αγάπης και κατά πόσο μπορεί να βασιστεί στους άλλους.

Όπως και τα χηνάκια, έτσι και τα βρέφη δεν είναι σε θέση να διακρίνουν καλά ανάμεσα στους φροντιστές τους. Προσκολλώνται σε όποιον είναι κοντά τους, όχι σε αυτόν που θα ήθελαν ιδανικά να επιλέξουν. Κάποια άτυχα βρέφη για να επιβιώσουν θα προσκολληθούν σε ανθρώπους που δεν αξίζουν την αγάπη τους, που είναι τόσο σχετικοί  με τις ανάγκες τους όσο και ένα ποδήλατο σε ένα χηνάκι. Ένα βρέφος δεν θα εγχαραχθεί σε μια ρόδα ή σε μια λεκάνη, αλλά μπορεί να προσκολληθεί σε κάποιον που το αμελεί συναισθηματικά, το κριτικάρει, το κάνει να αισθάνεται ντροπή.  

Έτσι, το βρέφος, στην ενήλικη ζωή, θα ψάχνει συντρόφους που κάτι στη συμπεριφορά τους θα του είναι οικείο και θα το έχει ξαναζήσει γιατί οι άνθρωποι πάμε στο γνώριμο γιατί εκεί ξέρουμε τον τρόπο να υπάρχουμε, τον τρόπο που θα συμπεριφερθούμε. Δύσκολα και μετά από σκέψη θα δώσουν ευκαιρία σε ανθρώπους οι οποίοι δεν είναι διατεθειμένοι να ικανοποιήσουν την επιθυμία τους για πολυπλοκότητες που έχουν λανθασμένα συνδέσει με την αγάπη. Πολύ συχνά περιγράφουν κάποιον ως ‘βαρετό’ όταν στην πραγματικότητα εννοούν: “Είναι απίθανο να με κάνει να υποφέρω με τον τρόπο που πρέπει να υποφέρω για να αισθανθώ ότι η αγάπη είναι πραγματική”. 

Μπορεί να είμαστε πολύ πιο εξελιγμένοι από τα πουλιά αλλά κάποιες φορές, ένα τραύμα μπορεί να μας κάνει να νιώθουμε τόσο ανυπεράσπιστοι όσο και ένα χηνάκι. Δεν υπάρχει τίποτα προσβλητικό σε αυτό. Μπορεί να χρειαστεί καιρός και αρκετή δουλειά για να αποκτήσουμε επίγνωση μιας διαδικασίας που στο τώρα δεν μας προσφέρει κάτι και πως ως ενήλικοι έχουμε επιλογές. Επιλογές και την ελευθερία να απογειωθούμε και να βρούμε μια ενήλικη μορφή αγάπης που δεν θα χαρακτηρίζουμε βαρετή.