Χαμένοι στη μετάφραση

Συμβαίνει συχνά μέσα σε μια σχέση -παρόλο που υπάρχει αμοιβαία αφοσίωση- ο ένας ή και οι δύο σύντροφοι να αισθάνονται παραμελημένοι ή συναισθηματικά ακάλυπτοι. Αυτή η αίσθηση ότι «δεν εισπράττω την αγάπη που δίνω» δεν σημαίνει απαραίτητα έλλειψη συναισθήματος, απλά είναι διαφορετικός ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε και εκφράζουμε τη φροντίδα και τη στοργή. Κάπου λοιπόν μπορεί να χαθούμε στη μετάφραση.

Για κάποιον, η αγάπη μπορεί να είναι ταυτισμένη με την πρακτική φροντίδα: ένα φαγητό, η τακτοποίηση μιας εκκρεμότητας ή η βοήθεια στις δουλειές του σπιτιού. Για κάποιον άλλον όμως, τίποτα από αυτά δεν έχει σημασία αν δεν συνοδεύεται από τη σωματική εγγύτητα ή μια επιβεβαίωση με λόγια.  Όταν οι προσδοκίες μας δεν συναντιούνται, δημιουργείται η ψευδαίσθηση της αδιαφορίας. Στην πραγματικότητα, ο σύντροφός μας μπορεί να μας προσφέρει ό,τι καλύτερο έχει, αλλά εμείς να μην το εισπράττουμε επειδή περιμένουμε η αγάπη να εκφραστεί με τον τρόπο που εμείς έχουμε συνηθίσει.

Για να μη νιώθουμε απογοήτευση ίσως βοηθήσει να αποδεχθούμε ότι ο σύντροφός μας δεν είναι «καθρέφτης» μας. Η αγάπη στην ενήλικη ζωή μοιάζει με την εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας που θέλει μελέτη και εξάσκηση. Η ευτυχία δεν έρχεται μόνο όταν δυο άνθρωποι ταυτίζονται απόλυτα, αλλά όταν μαθαίνουν να μεταφράζουν με καλή πρόθεση ο ένας τον εσωτερικό κόσμο του άλλου.

Γιατί δεν πρέπει να αμφισβητούμε τις αποφάσεις μας

Στο βίντεο του The School of Life ακούμε πως συχνά έχουμε την τάση να αμφισβητούμε την κρίση μας-το ένστικτό μας όταν περνάει ο καιρός. Αυτό που κάποτε φαινόταν ως ξακάθαρη απόφαση, μετά από κάποιο διάστημα μπορεί να την αμφισβητήσουμε προκαλώντας μας αμφιβολία. Αυτή ακριβώς η ικανότητα προσαρμογής που μας επιτρέπει να ξεπερνάμε μια απώλεια ή μια αποτυχία, είναι η ίδια που μας ωθεί να αναθεωρούμε σωστές αποφάσεις.

Όταν παίρνουμε μια δύσκολη απόφαση -για παράδειγμα από το να παραιτηθούμε από μια δουλειά ή να διακόψουμε μια σχέση- έχουμε μια καθαρή εικόνα των αρνητικών δεδομένων που μας οδήγησαν εκεί. Όσο όμως απομακρυνόμαστε χρονικά, ξεχνάμε τη δυσφορία που αισθανόμασταν και μας οδηγησαν σε αυτή την απόφαση. Τότε, είτε επειδή αισθανόμαστε μοναξιά, ή κούραση, το μυαλό μας αρχίζει να ωραιοποιεί το παρελθόν. Ξαφνικά, οι λόγοι που μας οδήγησαν στη φυγή δεν μοιάζουν τόσο σημαντικοί μπροστά στην τωρινή μας ανασφάλεια.

Το βίντεο υπογραμμίζει ότι η κρίση μας θολώνει όσο απομακρυνόμαστε από το «πεδίο της μάχης». Όταν αρχίζουμε να αναρωτιόμαστε αν ήμασταν υπερβολικά βιαστικοί ή άδικοι, η λογική πρέπει να μπει μπροστά και να εξετάσει αν αυτή η αλλαγή είναι σωστή ή απλώς «βολική» γιατί ανακουφίζει την τωρινή μας δυσφορία.

Το συμπέρασμα είναι πως πρέπει να δείχνουμε εμπιστοσύνη στη διορατικότητά μας όταν πήραμε την απόφαση. Αντί να αφηνόμαστε στις αμφιβολίες που φέρνει η απόσταση, καλό θα ήταν να εμπιστευτούμε αυτό που γνωρίζαμε τότε, και όχι αυτό που νιώθουμε τώρα.

Αυτοπεποίθηση δεν σημαίνει ότι δεν κάνουμε ποτέ λάθη, αλλά ότι αναγνωρίζουμε πως όταν βρισκόμασταν μέσα στα γεγονότα- στο “εκεί και τότε” ήμασταν πιο κοντά στην αλήθεια από τον εαυτό μας που τώρα παρατηρεί εκ του ασφαλούς.

Όταν η αυτάρκεια γίνεται εμπόδιο

Δεν υπάρχει κάποιο βραβείο για το να μην ζητάμε ποτέ βοήθεια, και όμως πολλοί από εμάς ζούμε σαν να υπάρχει. Από νωρίς μαθαίνουμε να εκτιμούμε την αυτάρκεια, την αντοχή και την ικανότητα να τα βγάζουμε πέρα μόνοι μας. Το να μη ζητάμε βοήθεια συχνά δεν είναι ένδειξη δύναμης, αλλά αποτέλεσμα φόβου: μήπως φανούμε αδύναμοι, μήπως επιβαρύνουμε τους άλλους ή μήπως φοβόμαστε πως θα ακούσουμε όχι.

Η πραγματικότητα είναι ότι κανείς δεν μπορεί να ανταπεξέλθει σε όλα μόνος του. Η ανάγκη για υποστήριξη δεν είναι προσωπική αποτυχία, αλλά βασικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης. Όταν αποφεύγουμε να ζητήσουμε βοήθεια, στερούμε από τον εαυτό μας όχι μόνο ανακούφιση, αλλά και τη δυνατότητα σύνδεσης. Αντίθετα, το να αναγνωρίζουμε τα όριά μας και να τα εκφράζουμε μπορεί να λειτουργήσει ως πράξη ωριμότητας και αυτοσεβασμού.

Ίσως τελικά το ζητούμενο δεν είναι να αποδείξουμε πόσο αντέχουμε, αλλά να επιτρέψουμε στους άλλους να σταθούν δίπλα μας. Όχι γιατί δεν μπορούμε μόνοι μας, αλλά γιατί δεν χρειάζεται να τα κάνουμε όλα μόνοι μας.

Γιατί δυσκολευόμαστε να ξεπεράσουμε κάποιους ανθρώπους;

Κάποιοι χωρισμοί μας αφήνουν μετέωρους. Μπορεί να έχουν περάσει μήνες ή και χρόνια, αλλά δυσκολευόμαστε να προχωρήσουμε. Δεν είναι επειδή είμαστε “αδύναμοι” ή “εμμονικοί” αλλά πολλές φορές έχουμε την αίσθηση πως ο εγκέφαλός μας φαίνεται να έχει δυο ξεχωριστά κέντρα συνείδησης τα οποία λειτουργούν με  διαφορετικό τρόπο, επικοινωνούν  μεταξύ τους με δυσκολία και χρειάζονται πολύ χρόνο για να αποδεχτούν την πραγματικότητα που βιώνει το ένα ή το άλλο.

Η “λογική σκέψη”, το “λογικό μυαλό” είναι γρήγορο, πρακτικό και σαφές. Βλέπει τα δεδομένα ως έχουν και σου λέει “προχώρα”. Η άλλη πλευρά η “συναισθηματική σκέψη”, το “συναισθηματικό μυαλό”, βλέπει τα πράγματα διαφορετικά και αρνείται να αποδεχτεί σχεδόν όλα όσα του λέει η άλλη.  Μπορεί και ακολουθεί, καταλαβαίνει όλες τις λέξεις, αλλά μετά, ξεγλιστράει αθόρυβα και πάει αλλού γιατί λειτουργεί με αναμνήσεις και προσδοκίες. Δεν ενδιαφέρεται για τα facts και δεν πείθεται ότι έχει μπλοκαριστεί από παντού, ότι έχει αναπάντητα μηνύματα και γι’αυτό άλλωστε κάνει διάφορα σχέδια όπως: “μήπως να στείλω ένα τελευταίο μήνυμα; να περάσω τυχαία από το μέρος που συχνάζει; να γράψω ένα γράμμα που θα εξηγώ τι πραγματικά ένιωθα;”  

Σε κάθε τέτοια ιδέα, η λογική σκέψη σπεύδει να απαντήσει. Ίσως κάποτε σε αγάπησε, αλλά τώρα προφανώς όχι. Πώς θα μπορούσες να νιώσεις ασφάλεια με κάποιον που σου φέρθηκε έτσι; Και το συναισθηματικό μυαλό ακούει ευγενικά, έπειτα γυρίζει αλλού και αρχίζει να σιγοτραγουδάει, να εξιδανικεύει. “ήταν πρότυπο καλοσύνης και τρυφερότητας. ποτέ δεν είχα γνωρίσει τέτοιον άνθρωπο”. 

Το λογικό μυαλό σοκάρεται. Βλέπει κίνδυνο, παλιές πληγές να ανοίγουν, αξιοπρέπεια να γκρεμίζεται και συνειδητοποιεί πως εάν συνεχιστεί έτσι, το σύστημα θα καταρρεύσει. Και τότε κάνει αυτό που ξέρει καλά. Χτυπάει δυνατά τον συναγερμό και κάνει παρέμβαση στην κρίση. Επιβάλλει ένα ταξίδι στο εξωτερικό για αλλαγή παραστάσεων ή μια επίσκεψη σε ψ. 

Η αλήθεια είναι ότι αυτές οι δύο πλευρές χρειάζονται διαφορετικούς χρόνους. Η μια πλευρά καταλαβαίνει σχεδόν αμέσως. Η άλλη χρειάζεται καιρό γιατί πολλές φορές προχωράει με ρυθμό χελώνας. Όμως, κάποια στιγμή, ο χρόνος, οι καινούργιες εμπειρίες, τα μικρά βήματα προς τα έξω, θα μαλακώσουν αρκετά την άρνηση. Ίσως να υπάρχουν εκρήξεις αγάπης αλλά θα είναι πιο αραιές και δεν θα κρατάνε τόσο. Θα επιτευχθεί ένα είδος συμφωνίας μεταξύ των δυο. “λοιπόν, οκ, μπορείς αν θες να συνεχίσεις να πιστεύεις σ’αυτόν/ην, αλλά στο μεταξύ μήπως μπορούμε να αποδεχθούμε και την πρόσκληση για φαγητό ή ποτό;” 

Και τότε, θα αρχίζει να θυμάται λιγότερο και να ταλαιπωρείται όλο και πιο σπάνια.
Και η λογική υπόσχεται ότι την επόμενη φορά θα είναι πιο προσεκτική.

Ό,τι χρειαστείς, είμαι εδώ για σένα

Πριν λίγο καιρό μια φιλη μου περιέγραφε εντυπωσιασμένη ένα περιστατικό. Μια φίλη της -ας την πούμε Μαρία- ενώ χάζευε στο κινητό της, ήρθε ένα μήνυμα από τον ας τον πούμε Γιώργο που της άρεσε πολύ και που περίμενε για μέρες. Ενθουσιάστηκε αλλά τελικά το μήνυμα ήταν ένα απλό: “τι κάνεις;”. Παρορμητικά άρχισε να απαντάει με ύφος ειρωνικό και κάπως πειραγμένο “μια χαρά, θυμήθηκες ότι υπάρχω;”. Τελικά δεν το έστειλε γιατί σκέφτηκε πως η απάντηση θα έπρεπε να είναι προσεγμένη. Θα έπρεπε να δείχνει ευγενική, αλλά όχι πολύ πρόθυμη. Ενδιαφέρουσα, αλλά με έναν ανεπιτήδευτο τρόπο. Αποστασιοποιημένη με μια μικρή δόση αδιαφορίας. 

Δεν παίρνει καν τηλέφωνο μια φίλη της για να το συζητήσουν και να το αναλύσουν. Ανοίγει το ChatGPT. «Πώς να απαντήσω σε ένα μήνυμα από το αγόρι που μου αρέσει, χωρίς να φανώ πειραγμένη ή θυμωμένη, αλλά ευγενικά αποστασιοποιημένη;». Μέσα σε δευτερόλεπτα, εμφανίζονται διάφορες προτάσεις: «Γεια σου! Όλα καλά, αρκετά απασχολημένη τελευταία. Εσύ;» ή «Χαίρομαι που ρωτάς! Περνάω μια ενδιαφέρουσα περίοδο, εσύ πώς είσαι;». Το ChatGPT τελειώνει με τη φράση “Αν χρειαστείς οτιδήποτε άλλο, είμαι εδώ για σένα”. Η Μαρία διαβάζει, προσαρμόζει και τελικά στέλνει την τέλεια απάντηση.

Η ανθρώπινη επικοινωνία σχεδόν πάντα ήταν περίπλοκη. Η ανάγκη μας να την “φτιάχνουμε” δεν είναι καινούργια. Η επεξεργασία των συναισθημάτων, η εσωτερική διεργασία πριν απαντήσουμε σε κάποιον, η αυθόρμητη ή προσεκτική διατύπωση των λέξεων, όλα αυτά είναι μέρος του τρόπου που σχετιζόμαστε. Όταν όμως στρεφόμαστε στην τεχνητή νοημοσύνη για να μας δώσει τις “σωστές” λέξεις, η διαδικασία της επικοινωνίας μετατοπίζεται από την εσωτερική διερεύνηση στην εξωτερική διαμεσολάβηση.

Η τεχνητή νοημοσύνη δεν έχει συναισθήματα, δεν γνωρίζει την ιστορία μας, δεν μπορεί να ξέρει τις αποχρώσεις της σχέσης μας με τον άλλον άνθρωπο. Δεν έχει αβεβαιότητα, δεν κάνει παύσεις, δεν ψάχνει λέξεις που να αποτυπώνουν την πολυπλοκότητα αυτού που νιώθουμε. Αντί να σταθούμε για λίγο με την αμφιθυμία μας, να πάρουμε την ευθύνη της απάντησης, της ερμηνείας και του συναισθηματικού ρίσκου, αφήνουμε έναν αλγόριθμο να κάνει αυτή τη δουλειά για εμάς. Δεν μαθαίνουμε να διαχειριζόμαστε την αμηχανία μας, αλλά να την καλύπτουμε. Δεν αντέχουμε την αβεβαιότητα μιας συνομιλίας και θέλουμε να την ελέγχουμε και να την προγραμματίζουμε εκ των προτέρων.  Έτσι αποφεύγουμε και την επαφή με τα συναισθήματά μας και την ικανότητα να μας ακούμε. 

Μήπως τελικά χάνουμε την ικανότητά μας να εκφραζόμαστε αυθεντικά; Ή μήπως απλώς προσαρμοζόμαστε σε μια νέα εποχή επικοινωνίας όπου η τεχνολογία γίνεται σύμμαχος στη διαμόρφωση της κοινωνικής μας ταυτότητας;

Περισσότερη κατανόηση, λιγότερες ταμπέλες

Οι ψυχολογικές ταμπέλες κυκλοφορούν πιο εύκολα από ποτέ. Όροι όπως “νάρκισσος”, “διπολικός”, “τραύμα”, “ανορεξία”, “εξάρτηση”, “μετατραυματικό στρες”, “αυτιστικός” χρησιμοποιούνται συχνά σαν ετικέτες που απλοποιούν υπερβολικά την ανθρώπινη εμπειρία. Το DSM – το εγχειρίδιο ψυχικών διαταραχών που δημιουργήθηκε για να βοηθήσει τους επαγγελματίες – καταλήγει πολλές φορές να γίνεται τρόπος να κατηγοριοποιούμε πρόχειρα ανθρώπους και συμπεριφορές.

Όμως οι διαγνώσεις δεν είναι απλές ταμπέλες. Απαιτούν προσεκτική αξιολόγηση, κατανόηση και – κυρίως – δεν ορίζουν απόλυτα την ταυτότητα ενός ανθρώπου. Η ανθρώπινη ψυχολογία δεν χωράει σε έτοιμα κουτάκια. Αντί να βιαζόμαστε να “βαφτίζουμε” τους άλλους (ή τον εαυτό μας), μπορούμε να εστιάσουμε στην κατανόηση, τη σύνδεση και την ουσιαστική διερεύνηση, δηλαδή, να ακούσουμε προσεκτικά, να εξετάσουμε τις εμπειρίες πίσω από τις συμπεριφορές, να δούμε τον άνθρωπο πέρα από την ετικέτα.

Από τις Οθόνες στο Τραπέζι. Η Ανάγκη για Σύνδεση.

Η ανάγκη για σύνδεση είναι μια βαθιά βιολογική και ψυχολογική επιθυμία που διαμορφώνει τη ζωή μας.  Όμως, όπως γράφει στο The Atlantic, ο Derek Thompson στο πρόσφατο άρθρο του “The Antisocial Century”, οι σύγχρονες κοινωνίες φαίνεται να κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ο Thompson περιγράφει μια αυξανόμενη μοναξιά, με τους Αμερικανούς να περνούν όλο και λιγότερο χρόνο με άλλους ανθρώπους, γεγονός που επηρεάζει τις προσωπικότητές τους, την πολιτική τους στάση, τη σχέση τους με την πραγματικότητα, ακόμα και τη διατροφική τους συμπεριφορά αφού τείνουν να τρώνε περισσότερο μόνοι τους παραμελώντας κοινωνικές αλληλεπιδράσεις που σχετίζονται με το φαγητό. Μεταξύ 2003 και 2023, η κοινωνική επαφή μειώθηκε δραματικά, ενώ οι ώρες που περνάμε μπροστά από τις οθόνες αυξήθηκαν.

Η μοναξιά, σημειώνει, δεν είναι απλώς μια αίσθηση. Είναι ένα “σήμα” που μας καλεί να επανασυνδεθούμε, να ξαναβρούμε τη ζεστασιά της φυσικής παρουσίας. Παρ’ όλα αυτά, όπως δείχνουν τα δεδομένα, πολλοί από εμάς επιλέγουμε να παραμείνουμε απομονωμένοι, ενισχύοντας μια κοινωνία που τείνει προς την αποξένωση.

Και εδώ έρχεται το “κίνημα της τραπεζαρίας”, μια πρωτοβουλία που μοιάζει να απαντά σε αυτή την τάση. Σε μια εποχή όπου τα κοινά γεύματα αντικαθίστανται από φαγητό μπροστά στην τηλεόραση ή το κινητό, η ιδέα της συνάντησης γύρω από ένα τραπέζι αποκτά νέο νόημα. Μικρές ομάδες ανθρώπων συγκεντρώνονται, μοιράζονται στιγμές, φαγητό, και πάνω απ’ όλα, επαφή.

Το φαγητό δεν είναι μόνο τροφή για το σώμα. Είναι μια αφορμή να συναντηθούμε, να κοιταχτούμε στα μάτια και να ξαναβρούμε το “εμείς” που φαίνεται να χάνεται στη σύγχρονη εποχή. Μέσα από τέτοιες στιγμές, αντιστεκόμαστε στην απομόνωση που περιγράφει ο Thompson, αποδεικνύοντας πως ακόμα και σε μια εποχή οθονών, η ανθρώπινη επαφή παραμένει ανεκτίμητη.

Ίσως τελικά, αυτό που αναζητούμε δεν είναι απλώς η σύνδεση, αλλά η επανασύνδεση με τον εαυτό μας και τους άλλους – ένα βλέμμα, ένα άγγιγμα, ένα πιάτο που μοιραζόμαστε.

Όµοιος οµοίω αεί πελάζει; 

Συχνά, τείνουμε να αναζητούμε φίλους που μας μοιάζουν – ανθρώπους που μοιράζονται τα ίδια πιστεύω, ενδιαφέροντα και συνήθειες. Ωστόσο, οι πιο ουσιαστικές και μεταμορφωτικές φιλίες προκύπτουν όταν συναντάμε εκείνους που μας ισορροπούν, τους φίλους που συμπληρώνουν τις αδυναμίες μας και μας βοηθούν να ανακαλύψουμε νέες πτυχές του εαυτού μας.

Δεν είναι τυχαίο ότι μπορεί να μας ελκύουν φιλικές σχέσεις με ανθρώπους που φαινομενικά, είναι εντελώς διαφορετικοί από εμάς. Βλέπουμε σε αυτούς, έστω και αμυδρά, την ισορροπία των δικών μας μονόπλευρων πτυχών. Συχνά αυτές οι φιλίες αντιμετωπίζονται με δυσπιστία γιατί κυριαρχεί η πεποίθηση ότι “όμοιος με όμοιο” είναι ο πιο σίγουρος τρόπος για να διατηρηθεί μια φιλία. Όμως, ένας άνθρωπος στα εξήντα του μπορεί να βρει βαθιά αξία σε μια φιλία με κάποιον στα τριάντα του, και το αντίστροφο.  Ο μεγαλύτερος έχει μια αίσθηση πως είναι επίκαιρος, ενεργός, με ζωντάνια, ενώ ο νεότερος βλέπει και βιώνει μια μακροπρόθεσμη προοπτική. Βέβαια αυτές οι επαφές δεν ενθαρρύνονται και έτσι αυτές οι φιλίες παραμένουν στις παρυφές της καθημερινότητας, παρόλο που έχουν τη δύναμη να εμπλουτίσουν τις ζωές μας βαθιά. 

Με τον ίδιο τρόπο, κάποιος που είναι κλειστός ή ντροπαλός ίσως να μην μπορούσε να βρει καλύτερο φίλο από έναν κοινωνικά άνετο και σίγουρο άνθρωπο – κάποιον που μπορεί να κατευνάσει την ανησυχία του όταν βρίσκεται ανάμεσα σε άλλους. Αντίστοιχα, ένας  κοινωνικός τύπος, μπορεί να έχει ανάγκη έναν φίλο που να κατανοεί, να εκτιμά και να ενθαρρύνει την πιο ήσυχη, στοχαστική του πλευρά. Είναι πολύ βοηθητικό να ξέρεις πως όταν πρέπει να πάρεις μια απόφαση -μικρή ή μεγάλη- και θες μια διαφορετική άποψη, θα ρωτήσεις μια φίλη/φίλο που σε ξέρει,  “φίλε, εσύ τι λες να κάνω;” 

Παρόλα αυτά, υποθέτουμε λανθασμένα ότι οι άνθρωποι αναζητάμε μόνο αυτό που μας μοιάζει. Υπάρχει μια απροθυμία να αποδεχθούμε ότι ο επιστημονας και ο καλλιτέχνης, ο αριστερός και ο δεξιός, ο φτωχός και ο πλούσιος, ο υπερβολικά αθλητικός και ο νωχελικός μπορεί – σε επίπεδο φιλίας – να αναζητούν ο ένας τον άλλον.

Η διαφορετικότητα στις φιλίες μας δεν αποτελεί απειλή αλλά είναι μια ανεκτίμητη ευκαιρία για προσωπική και συναισθηματική ανάπτυξη. Μας επιτρέπει να ξεφύγουμε από τον δικό μας τρόπο και μας δίνει τη δυνατότητα να δούμε τον κόσμο μέσα από τα μάτια του άλλου. Οι φίλοι που μας ισορροπούν δεν μας αλλάζουν, μας ολοκληρώνουν. Μέσα από αυτούς, μαθαίνουμε να βλέπουμε τις διαφορές όχι ως εμπόδια, αλλά ως γέφυρες που μας οδηγούν σε έναν πιο πλούσιο και ισορροπημένο εαυτό.

Εκείνοι που αποφάσισαν να μην βγαίνουν πια ραντεβού

Σε αυτό το άρθρο, η Faith Hill γράφει για την εμπειρία εκείνων που αποφάσισαν να σταματήσουν να αναζητούν ρομαντικές σχέσεις, απογοητευμένοι από τη διαδικασία των ραντεβού ή την πίεση που συνοδεύει την προσπάθεια εύρεσης συντρόφου. Περιγράφει πώς αυτή η επιλογή δεν είναι απλώς μια παύση από τα dating apps, αλλά μια βαθύτερη αποδοχή της πιθανότητας να μην βρουν ποτέ αυτό που αναζητούν και την ανάγκη να επαναπροσδιορίσουν τη ζωή τους πέρα από τη ρομαντική αγάπη. Στρέφονται σε άλλα πράγματα, όπως η προσωπική ανάπτυξη, οι φιλίες και οι ατομικές επιδιώξεις, επιλέγοντας να χτίσουν μια ζωή με νόημα που δεν εξαρτάται από τη συντροφικότητα.

Σύμφωνα με την αρθρογράφο, η απόφαση να σταματήσει να βγαίνει κάποιος ραντεβού δεν είναι ένδειξη παραίτησης ή ήττας, αλλά μια συνειδητή επιλογή που επιτρέπει στους ανθρώπους να πάρουν τον έλεγχο της ζωής τους. Το να “παραιτηθείς” από τα ραντεβού δεν σημαίνει να εγκαταλείψεις την αγάπη ή την σύνδεση, αλλά να αναγνωρίσεις ότι η ευτυχία και η ολοκλήρωση μπορούν να βρεθούν και αλλού.

Η αλήθεια είναι πως η επιλογή να σταματήσει κάποιος να βγαίνει ραντεβού μπορεί να είναι και μια πράξη αυτοσεβασμού και αυτογνωσίας, ειδικά αν η διαδικασία γίνεται πηγή άγχους και απογοήτευσης. Βέβαια, η πλήρης παραίτηση από την ιδέα του ρομαντισμού, της συντροφικότητας μπορεί να είναι και μια απόφαση που λαμβάνεται λόγω απογοήτευσης, ματαίωσης ή φόβου. Είναι ωραίο να είμαστε ανοιχτοί σε νέες εμπειρίες χωρίς να βάζουμε τη ζωή μας σε αναμονή ή να στηρίζουμε την αξία μας στην εύρεση συντρόφου.

Η αυτογνωσία και η αποδοχή του εαυτού μας –με ή χωρίς σύντροφο– είναι η αφετηρία μιας ικανοποιητικής ζωής. Δεν είναι κακό να παίρνουμε απόσταση, να εστιάζουμε στον εαυτό μας και να επαναπροσδιορίσουμε τι μας γεμίζει. Αυτό που έχει σημασία είναι η πρόθεση πίσω από την απόφαση: γίνεται από φόβο ή από αγάπη για τον εαυτό μας;

Νέο έτος, νέα ματιά

Συνήθως  ξεκινάμε κάθε νέα χρονιά παίρνοντας αποφάσεις, θέτοντας στόχους και σχέδια για τους μήνες που έρχονται. Όποια μορφή και αν έχουν, προέρχονται από μια παρόμοια αίσθηση. Ότι δεν είμαστε ακριβώς εκεί που θέλουμε να βρισκόμαστε και μια έντονη επιθυμία ή ανάγκη να κάνουμε μια αλλαγή. 

Ίσως αυτό που μας λείπει είναι μια βαθύτερη κατανόηση του τι πραγματικά σημαίνει μια «καλή» ζωή. Αυτό που ονομάζουμε καλή και ουσιαστική ζωή δεν είναι μόνο το αποτέλεσμα περιστασιακών στιγμών ευτυχίας, αλλά και μια δέσμευση σε αξίες που δίνουν νόημα. 

Η αυτογνωσία, η ικανότητα να κατανοούμε τις πραγματικές μας ανάγκες, τις επιθυμίες και τα όριά μας. Χωρίς αυτή την εσωτερική κατανόηση, είναι εύκολο να παρασυρθούμε από εξωτερικές πιέσεις και επιφανειακούς στόχους. Η επίγνωση μας βοηθά να ζούμε μια ζωή που αντικατοπτρίζει τις πιο βαθιές μας αξίες και φιλοδοξίες.

Η σύνδεση, η επαφή με τους άλλους. Μια ουσιαστική ζωή χαρακτηρίζεται από σχέσεις που βασίζονται στην ειλικρίνεια, την εμπιστοσύνη και την αμοιβαία υποστήριξη. Όταν επενδύουμε σε αυθεντικές σχέσεις, βρίσκουμε τη δύναμη να αντιμετωπίζουμε τις προκλήσεις της ζωής και να μοιραζόμαστε τις χαρές της.

Η αποδοχή της αλλαγής και η ικανότητα να προσαρμοζόμαστε σε νέες καταστάσεις μας επιτρέπουν να εξελισσόμαστε διαρκώς, διατηρώντας την περιέργεια και τη διάθεση για μάθηση. Η αποδοχή του ότι δεν είμαστε τέλειοι. Το να αναγνωρίζουμε τις αδυναμίες και τις ατέλειές μας δεν είναι ένδειξη αποτυχίας, αλλά πράξη ενηλικίωσης και συμπόνιας για τον εαυτό μας. 

Η αποδοχή της ευαλωτότητάς μας. Συχνά, οι άλλοι μας προτρέπουν να δείχνουμε δυνατοί, ακλόνητοι και αυτάρκεις. Όμως, η ευαλωτότητα δεν είναι αδυναμία. Όταν αποδεχόμαστε την ανθρώπινη φύση μας, μαθαίνουμε να ζητάμε βοήθεια, να μοιραζόμαστε τις ανησυχίες μας και να ανοίγουμε την καρδιά μας. Αυτό μας φέρνει πιο κοντά στη συμπόνια, τόσο για εμάς όσο και για τους γύρω μας, και μας διδάσκει ότι δεν είμαστε μόνοι στις δυσκολίες μας.

Μια ουσιαστική ζωή δεν περιορίζεται μόνο στην προσωπική μας ανάπτυξη, αλλά περιλαμβάνει και την ικανότητα να υπερβούμε τον εαυτό μας. Η υπέρβαση αυτή σημαίνει να στρέψουμε την προσοχή μας από τις δικές μας ανησυχίες προς κάτι μεγαλύτερο.  Όταν καταφέρνουμε να δούμε πέρα από τα στενά όρια του εγώ μας, ανακαλύπτουμε μια βαθύτερη αίσθηση σκοπού και πληρότητας. Η υπέρβαση του εαυτού δεν είναι η άρνηση της ατομικότητάς μας, αλλά μια πράξη που μας συνδέει με το συλλογικό, με την ανθρωπότητα και με ό,τι μας ενώνει σε ένα ευρύτερο, πιο ουσιαστικό πλαίσιο.

Η ζωή φέρνει στιγμές απογοήτευσης και θλίψης που δύσκολα μπορούμε να αποφύγουμε. Όμως, υπάρχει ένας ιδιαίτερος τρόπος να αγκαλιάζουμε την απελπισία μας με αισιοδοξία, να την αποδεχόμαστε χωρίς να την αφήνουμε να μας κατακλύζει. Το να απελπιζόμαστε με αισιοδοξία σημαίνει να αναγνωρίζουμε τη σκοτεινή πλευρά της ζωής, αλλά ταυτόχρονα να θυμόμαστε πως υπάρχει πάντα περιθώριο για φως και αλλαγή. Είναι μια στάση που μας επιτρέπει να βλέπουμε τις δυσκολίες ως προσωρινές, να γελάμε με την ανθρώπινη ατέλεια και να συνεχίζουμε με ελπίδα για το μέλλον.
Καλή Χρονιά.