Η δύναμη του οικείου

Όταν επιλέγουμε σύντροφο συχνά πιστεύουμε ότι αναζητούμε κάποιον που θα μας κάνει να νιώθουμε όμορφα, ασφαλείς και αγαπητοί. Ωστόσο, πολλές φορές αυτό που πραγματικά μας ελκύει δεν είναι τόσο αυτό που είναι υγιές ή ευχάριστο για εμάς, αλλά αυτό που μας είναι οικείο.

Το οικείο δεν σημαίνει απαραίτητα και καλό. Σημαίνει απλώς κάτι που αναγνωρίζουμε, κάτι που μας είναι γνώριμο -συχνά από την οικογένεια, τις πρώτες μας σχέσεις ή τις εμπειρίες της παιδικής ηλικίας-. Έτσι, μπορεί να βρεθούμε να ερχόμαστε κοντά με ανθρώπους που αναπαράγουν γνωστές συμπεριφορές, ακόμη και αν αυτές μας δημιουργούν δυσκολία.

Οι άνθρωποι έχουμε την τάση να προτιμάμε αυτό που μας είναι γνώριμο από αυτό που είναι πραγματικά καλό για εμάς. Το γνώριμο προσφέρει μια αίσθηση προβλεψιμότητας, ακόμη κι όταν συνοδεύεται από ένταση ή απογοήτευση.

Γι’ αυτό και μερικές φορές μια σχέση που είναι ήρεμη, σταθερή και φροντιστική μπορεί αρχικά να μας φαίνεται περίεργη ή λιγότερο συναρπαστική. Όχι επειδή δεν είναι σωστή για εμάς, αλλά επειδή δεν ταιριάζει με αυτά που έχουμε μάθει να αναγνωρίζουμε ως αγάπη.

‘Ομως, το να έχουμε επίγνωση αυτής της τάσης, θα μας βοηθήσει να αναρωτηθούμε εάν αυτό που νιώθουμε είναι πραγματική σύνδεση ή απλώς η άνεση του γνώριμου. Και μερικές φορές, η πιο ώριμη μορφή αγάπης είναι εκείνη που στην αρχή δεν μοιάζει τόσο οικεία όσο περιμέναμε.

Η μοναξιά των ανθρώπων που δείχνουν δυνατοί

Υπάρχουν άνθρωποι που όλοι τους θεωρούν δυνατούς και μοιάζουν να αντέχουν τα πάντα. Είναι εκείνοι στους οποίους απευθύνονται οι άλλοι όταν έχουν πρόβλημα, εκείνοι που κρατούν την ψυχραιμία τους όταν όλα γύρω μοιάζουν δύσκολα. Όμως πίσω από αυτή την εικόνα αντοχής, πολλές φορές κρύβεται μια λιγότερο ορατή πραγματικότητα: η σιωπηλή μοναξιά του ανθρώπου που έχει μάθει να στηρίζει τους πάντες, αλλά σπάνια αφήνει κάποιον να στηρίξει τον ίδιο.

Όταν ένας άνθρωπος συνηθίζει να είναι ο υποστηρικτικός κρίκος για τους άλλους, μπορεί να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι δεν χρειάζεται στήριξη ο ίδιος. Οι άλλοι τον βλέπουν ως το άτομο που «αντέχει» και συχνά δεν σκέφτονται ότι μπορεί και εκείνος να έχει ανάγκη να μοιραστεί τις δυσκολίες του.

Αυτό οδηγεί συχνά σε μια παράδοξη κατάσταση. Ο άνθρωπος που βρίσκεται πάντα δίπλα στους άλλους, μπορεί να μην έχει κάποιον να στραφεί όταν ο ίδιος κουράζεται. Δεν είναι απαραίτητα ότι οι γύρω του δεν ενδιαφέρονται απλώς έχουν συνηθίσει να τον βλέπουν ως τον σταθερό πυλώνα.

Η ψυχολογική κόπωση που προκύπτει από αυτή τη θέση δεν εμφανίζεται ξαφνικά. Συσσωρεύεται μέσα από στιγμές όπου ο άνθρωπος συγκρατεί τα συναισθήματά του, αποφεύγει να δείξει αδυναμία ή προτιμά να διαχειρίζεται μόνος του τις δυσκολίες του. Με τον χρόνο, αυτή η στάση μπορεί να οδηγήσει σε εσωτερική απομόνωση.

Η πραγματική ψυχική δύναμη όμως δεν βρίσκεται στην αδιάκοπη αντοχή. Βρίσκεται στην ισορροπία ανάμεσα στο να στηρίζουμε τους άλλους και στο να τους επιτρέπουμε να σταθούν δίπλα μας. Κανένας άνθρωπος δεν χρειάζεται να είναι συνεχώς ο «δυνατός» για όλους. Δύναμη δεν σημαίνει να αντέχουμε τα πάντα μόνοι μας ή να νομίζουμε πως δεν έχουμε δικαίωμα να κουραζόμαστε, αλλά να ξέρουμε πότε χρειάζεται να ζητήσουμε στήριξη και να επιτρέψουμε στους άλλους να σταθούν δίπλα μας. 

Χαμένοι στη μετάφραση

Συμβαίνει συχνά μέσα σε μια σχέση -παρόλο που υπάρχει αμοιβαία αφοσίωση- ο ένας ή και οι δύο σύντροφοι να αισθάνονται παραμελημένοι ή συναισθηματικά ακάλυπτοι. Αυτή η αίσθηση ότι «δεν εισπράττω την αγάπη που δίνω» δεν σημαίνει απαραίτητα έλλειψη συναισθήματος, απλά είναι διαφορετικός ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε και εκφράζουμε τη φροντίδα και τη στοργή. Κάπου λοιπόν μπορεί να χαθούμε στη μετάφραση.

Για κάποιον, η αγάπη μπορεί να είναι ταυτισμένη με την πρακτική φροντίδα: ένα φαγητό, η τακτοποίηση μιας εκκρεμότητας ή η βοήθεια στις δουλειές του σπιτιού. Για κάποιον άλλον όμως, τίποτα από αυτά δεν έχει σημασία αν δεν συνοδεύεται από τη σωματική εγγύτητα ή μια επιβεβαίωση με λόγια.  Όταν οι προσδοκίες μας δεν συναντιούνται, δημιουργείται η ψευδαίσθηση της αδιαφορίας. Στην πραγματικότητα, ο σύντροφός μας μπορεί να μας προσφέρει ό,τι καλύτερο έχει, αλλά εμείς να μην το εισπράττουμε επειδή περιμένουμε η αγάπη να εκφραστεί με τον τρόπο που εμείς έχουμε συνηθίσει.

Για να μη νιώθουμε απογοήτευση ίσως βοηθήσει να αποδεχθούμε ότι ο σύντροφός μας δεν είναι «καθρέφτης» μας. Η αγάπη στην ενήλικη ζωή μοιάζει με την εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας που θέλει μελέτη και εξάσκηση. Η ευτυχία δεν έρχεται μόνο όταν δυο άνθρωποι ταυτίζονται απόλυτα, αλλά όταν μαθαίνουν να μεταφράζουν με καλή πρόθεση ο ένας τον εσωτερικό κόσμο του άλλου.

Γιατί δεν πρέπει να αμφισβητούμε τις αποφάσεις μας

Στο βίντεο του The School of Life ακούμε πως συχνά έχουμε την τάση να αμφισβητούμε την κρίση μας-το ένστικτό μας όταν περνάει ο καιρός. Αυτό που κάποτε φαινόταν ως ξακάθαρη απόφαση, μετά από κάποιο διάστημα μπορεί να την αμφισβητήσουμε προκαλώντας μας αμφιβολία. Αυτή ακριβώς η ικανότητα προσαρμογής που μας επιτρέπει να ξεπερνάμε μια απώλεια ή μια αποτυχία, είναι η ίδια που μας ωθεί να αναθεωρούμε σωστές αποφάσεις.

Όταν παίρνουμε μια δύσκολη απόφαση -για παράδειγμα από το να παραιτηθούμε από μια δουλειά ή να διακόψουμε μια σχέση- έχουμε μια καθαρή εικόνα των αρνητικών δεδομένων που μας οδήγησαν εκεί. Όσο όμως απομακρυνόμαστε χρονικά, ξεχνάμε τη δυσφορία που αισθανόμασταν και μας οδηγησαν σε αυτή την απόφαση. Τότε, είτε επειδή αισθανόμαστε μοναξιά, ή κούραση, το μυαλό μας αρχίζει να ωραιοποιεί το παρελθόν. Ξαφνικά, οι λόγοι που μας οδήγησαν στη φυγή δεν μοιάζουν τόσο σημαντικοί μπροστά στην τωρινή μας ανασφάλεια.

Το βίντεο υπογραμμίζει ότι η κρίση μας θολώνει όσο απομακρυνόμαστε από το «πεδίο της μάχης». Όταν αρχίζουμε να αναρωτιόμαστε αν ήμασταν υπερβολικά βιαστικοί ή άδικοι, η λογική πρέπει να μπει μπροστά και να εξετάσει αν αυτή η αλλαγή είναι σωστή ή απλώς «βολική» γιατί ανακουφίζει την τωρινή μας δυσφορία.

Το συμπέρασμα είναι πως πρέπει να δείχνουμε εμπιστοσύνη στη διορατικότητά μας όταν πήραμε την απόφαση. Αντί να αφηνόμαστε στις αμφιβολίες που φέρνει η απόσταση, καλό θα ήταν να εμπιστευτούμε αυτό που γνωρίζαμε τότε, και όχι αυτό που νιώθουμε τώρα.

Αυτοπεποίθηση δεν σημαίνει ότι δεν κάνουμε ποτέ λάθη, αλλά ότι αναγνωρίζουμε πως όταν βρισκόμασταν μέσα στα γεγονότα- στο “εκεί και τότε” ήμασταν πιο κοντά στην αλήθεια από τον εαυτό μας που τώρα παρατηρεί εκ του ασφαλούς.

Όταν η αυτάρκεια γίνεται εμπόδιο

Δεν υπάρχει κάποιο βραβείο για το να μην ζητάμε ποτέ βοήθεια, και όμως πολλοί από εμάς ζούμε σαν να υπάρχει. Από νωρίς μαθαίνουμε να εκτιμούμε την αυτάρκεια, την αντοχή και την ικανότητα να τα βγάζουμε πέρα μόνοι μας. Το να μη ζητάμε βοήθεια συχνά δεν είναι ένδειξη δύναμης, αλλά αποτέλεσμα φόβου: μήπως φανούμε αδύναμοι, μήπως επιβαρύνουμε τους άλλους ή μήπως φοβόμαστε πως θα ακούσουμε όχι.

Η πραγματικότητα είναι ότι κανείς δεν μπορεί να ανταπεξέλθει σε όλα μόνος του. Η ανάγκη για υποστήριξη δεν είναι προσωπική αποτυχία, αλλά βασικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης. Όταν αποφεύγουμε να ζητήσουμε βοήθεια, στερούμε από τον εαυτό μας όχι μόνο ανακούφιση, αλλά και τη δυνατότητα σύνδεσης. Αντίθετα, το να αναγνωρίζουμε τα όριά μας και να τα εκφράζουμε μπορεί να λειτουργήσει ως πράξη ωριμότητας και αυτοσεβασμού.

Ίσως τελικά το ζητούμενο δεν είναι να αποδείξουμε πόσο αντέχουμε, αλλά να επιτρέψουμε στους άλλους να σταθούν δίπλα μας. Όχι γιατί δεν μπορούμε μόνοι μας, αλλά γιατί δεν χρειάζεται να τα κάνουμε όλα μόνοι μας.

Γιατί δυσκολευόμαστε να ξεπεράσουμε κάποιους ανθρώπους;

Κάποιοι χωρισμοί μας αφήνουν μετέωρους. Μπορεί να έχουν περάσει μήνες ή και χρόνια, αλλά δυσκολευόμαστε να προχωρήσουμε. Δεν είναι επειδή είμαστε “αδύναμοι” ή “εμμονικοί” αλλά πολλές φορές έχουμε την αίσθηση πως ο εγκέφαλός μας φαίνεται να έχει δυο ξεχωριστά κέντρα συνείδησης τα οποία λειτουργούν με  διαφορετικό τρόπο, επικοινωνούν  μεταξύ τους με δυσκολία και χρειάζονται πολύ χρόνο για να αποδεχτούν την πραγματικότητα που βιώνει το ένα ή το άλλο.

Η “λογική σκέψη”, το “λογικό μυαλό” είναι γρήγορο, πρακτικό και σαφές. Βλέπει τα δεδομένα ως έχουν και σου λέει “προχώρα”. Η άλλη πλευρά η “συναισθηματική σκέψη”, το “συναισθηματικό μυαλό”, βλέπει τα πράγματα διαφορετικά και αρνείται να αποδεχτεί σχεδόν όλα όσα του λέει η άλλη.  Μπορεί και ακολουθεί, καταλαβαίνει όλες τις λέξεις, αλλά μετά, ξεγλιστράει αθόρυβα και πάει αλλού γιατί λειτουργεί με αναμνήσεις και προσδοκίες. Δεν ενδιαφέρεται για τα facts και δεν πείθεται ότι έχει μπλοκαριστεί από παντού, ότι έχει αναπάντητα μηνύματα και γι’αυτό άλλωστε κάνει διάφορα σχέδια όπως: “μήπως να στείλω ένα τελευταίο μήνυμα; να περάσω τυχαία από το μέρος που συχνάζει; να γράψω ένα γράμμα που θα εξηγώ τι πραγματικά ένιωθα;”  

Σε κάθε τέτοια ιδέα, η λογική σκέψη σπεύδει να απαντήσει. Ίσως κάποτε σε αγάπησε, αλλά τώρα προφανώς όχι. Πώς θα μπορούσες να νιώσεις ασφάλεια με κάποιον που σου φέρθηκε έτσι; Και το συναισθηματικό μυαλό ακούει ευγενικά, έπειτα γυρίζει αλλού και αρχίζει να σιγοτραγουδάει, να εξιδανικεύει. “ήταν πρότυπο καλοσύνης και τρυφερότητας. ποτέ δεν είχα γνωρίσει τέτοιον άνθρωπο”. 

Το λογικό μυαλό σοκάρεται. Βλέπει κίνδυνο, παλιές πληγές να ανοίγουν, αξιοπρέπεια να γκρεμίζεται και συνειδητοποιεί πως εάν συνεχιστεί έτσι, το σύστημα θα καταρρεύσει. Και τότε κάνει αυτό που ξέρει καλά. Χτυπάει δυνατά τον συναγερμό και κάνει παρέμβαση στην κρίση. Επιβάλλει ένα ταξίδι στο εξωτερικό για αλλαγή παραστάσεων ή μια επίσκεψη σε ψ. 

Η αλήθεια είναι ότι αυτές οι δύο πλευρές χρειάζονται διαφορετικούς χρόνους. Η μια πλευρά καταλαβαίνει σχεδόν αμέσως. Η άλλη χρειάζεται καιρό γιατί πολλές φορές προχωράει με ρυθμό χελώνας. Όμως, κάποια στιγμή, ο χρόνος, οι καινούργιες εμπειρίες, τα μικρά βήματα προς τα έξω, θα μαλακώσουν αρκετά την άρνηση. Ίσως να υπάρχουν εκρήξεις αγάπης αλλά θα είναι πιο αραιές και δεν θα κρατάνε τόσο. Θα επιτευχθεί ένα είδος συμφωνίας μεταξύ των δυο. “λοιπόν, οκ, μπορείς αν θες να συνεχίσεις να πιστεύεις σ’αυτόν/ην, αλλά στο μεταξύ μήπως μπορούμε να αποδεχθούμε και την πρόσκληση για φαγητό ή ποτό;” 

Και τότε, θα αρχίζει να θυμάται λιγότερο και να ταλαιπωρείται όλο και πιο σπάνια.
Και η λογική υπόσχεται ότι την επόμενη φορά θα είναι πιο προσεκτική.

Ό,τι χρειαστείς, είμαι εδώ για σένα

Πριν λίγο καιρό μια φιλη μου περιέγραφε εντυπωσιασμένη ένα περιστατικό. Μια φίλη της -ας την πούμε Μαρία- ενώ χάζευε στο κινητό της, ήρθε ένα μήνυμα από τον ας τον πούμε Γιώργο που της άρεσε πολύ και που περίμενε για μέρες. Ενθουσιάστηκε αλλά τελικά το μήνυμα ήταν ένα απλό: “τι κάνεις;”. Παρορμητικά άρχισε να απαντάει με ύφος ειρωνικό και κάπως πειραγμένο “μια χαρά, θυμήθηκες ότι υπάρχω;”. Τελικά δεν το έστειλε γιατί σκέφτηκε πως η απάντηση θα έπρεπε να είναι προσεγμένη. Θα έπρεπε να δείχνει ευγενική, αλλά όχι πολύ πρόθυμη. Ενδιαφέρουσα, αλλά με έναν ανεπιτήδευτο τρόπο. Αποστασιοποιημένη με μια μικρή δόση αδιαφορίας. 

Δεν παίρνει καν τηλέφωνο μια φίλη της για να το συζητήσουν και να το αναλύσουν. Ανοίγει το ChatGPT. «Πώς να απαντήσω σε ένα μήνυμα από το αγόρι που μου αρέσει, χωρίς να φανώ πειραγμένη ή θυμωμένη, αλλά ευγενικά αποστασιοποιημένη;». Μέσα σε δευτερόλεπτα, εμφανίζονται διάφορες προτάσεις: «Γεια σου! Όλα καλά, αρκετά απασχολημένη τελευταία. Εσύ;» ή «Χαίρομαι που ρωτάς! Περνάω μια ενδιαφέρουσα περίοδο, εσύ πώς είσαι;». Το ChatGPT τελειώνει με τη φράση “Αν χρειαστείς οτιδήποτε άλλο, είμαι εδώ για σένα”. Η Μαρία διαβάζει, προσαρμόζει και τελικά στέλνει την τέλεια απάντηση.

Η ανθρώπινη επικοινωνία σχεδόν πάντα ήταν περίπλοκη. Η ανάγκη μας να την “φτιάχνουμε” δεν είναι καινούργια. Η επεξεργασία των συναισθημάτων, η εσωτερική διεργασία πριν απαντήσουμε σε κάποιον, η αυθόρμητη ή προσεκτική διατύπωση των λέξεων, όλα αυτά είναι μέρος του τρόπου που σχετιζόμαστε. Όταν όμως στρεφόμαστε στην τεχνητή νοημοσύνη για να μας δώσει τις “σωστές” λέξεις, η διαδικασία της επικοινωνίας μετατοπίζεται από την εσωτερική διερεύνηση στην εξωτερική διαμεσολάβηση.

Η τεχνητή νοημοσύνη δεν έχει συναισθήματα, δεν γνωρίζει την ιστορία μας, δεν μπορεί να ξέρει τις αποχρώσεις της σχέσης μας με τον άλλον άνθρωπο. Δεν έχει αβεβαιότητα, δεν κάνει παύσεις, δεν ψάχνει λέξεις που να αποτυπώνουν την πολυπλοκότητα αυτού που νιώθουμε. Αντί να σταθούμε για λίγο με την αμφιθυμία μας, να πάρουμε την ευθύνη της απάντησης, της ερμηνείας και του συναισθηματικού ρίσκου, αφήνουμε έναν αλγόριθμο να κάνει αυτή τη δουλειά για εμάς. Δεν μαθαίνουμε να διαχειριζόμαστε την αμηχανία μας, αλλά να την καλύπτουμε. Δεν αντέχουμε την αβεβαιότητα μιας συνομιλίας και θέλουμε να την ελέγχουμε και να την προγραμματίζουμε εκ των προτέρων.  Έτσι αποφεύγουμε και την επαφή με τα συναισθήματά μας και την ικανότητα να μας ακούμε. 

Μήπως τελικά χάνουμε την ικανότητά μας να εκφραζόμαστε αυθεντικά; Ή μήπως απλώς προσαρμοζόμαστε σε μια νέα εποχή επικοινωνίας όπου η τεχνολογία γίνεται σύμμαχος στη διαμόρφωση της κοινωνικής μας ταυτότητας;

Περισσότερη κατανόηση, λιγότερες ταμπέλες

Οι ψυχολογικές ταμπέλες κυκλοφορούν πιο εύκολα από ποτέ. Όροι όπως “νάρκισσος”, “διπολικός”, “τραύμα”, “ανορεξία”, “εξάρτηση”, “μετατραυματικό στρες”, “αυτιστικός” χρησιμοποιούνται συχνά σαν ετικέτες που απλοποιούν υπερβολικά την ανθρώπινη εμπειρία. Το DSM – το εγχειρίδιο ψυχικών διαταραχών που δημιουργήθηκε για να βοηθήσει τους επαγγελματίες – καταλήγει πολλές φορές να γίνεται τρόπος να κατηγοριοποιούμε πρόχειρα ανθρώπους και συμπεριφορές.

Όμως οι διαγνώσεις δεν είναι απλές ταμπέλες. Απαιτούν προσεκτική αξιολόγηση, κατανόηση και – κυρίως – δεν ορίζουν απόλυτα την ταυτότητα ενός ανθρώπου. Η ανθρώπινη ψυχολογία δεν χωράει σε έτοιμα κουτάκια. Αντί να βιαζόμαστε να “βαφτίζουμε” τους άλλους (ή τον εαυτό μας), μπορούμε να εστιάσουμε στην κατανόηση, τη σύνδεση και την ουσιαστική διερεύνηση, δηλαδή, να ακούσουμε προσεκτικά, να εξετάσουμε τις εμπειρίες πίσω από τις συμπεριφορές, να δούμε τον άνθρωπο πέρα από την ετικέτα.

Από τις Οθόνες στο Τραπέζι. Η Ανάγκη για Σύνδεση.

Η ανάγκη για σύνδεση είναι μια βαθιά βιολογική και ψυχολογική επιθυμία που διαμορφώνει τη ζωή μας.  Όμως, όπως γράφει στο The Atlantic, ο Derek Thompson στο πρόσφατο άρθρο του “The Antisocial Century”, οι σύγχρονες κοινωνίες φαίνεται να κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ο Thompson περιγράφει μια αυξανόμενη μοναξιά, με τους Αμερικανούς να περνούν όλο και λιγότερο χρόνο με άλλους ανθρώπους, γεγονός που επηρεάζει τις προσωπικότητές τους, την πολιτική τους στάση, τη σχέση τους με την πραγματικότητα, ακόμα και τη διατροφική τους συμπεριφορά αφού τείνουν να τρώνε περισσότερο μόνοι τους παραμελώντας κοινωνικές αλληλεπιδράσεις που σχετίζονται με το φαγητό. Μεταξύ 2003 και 2023, η κοινωνική επαφή μειώθηκε δραματικά, ενώ οι ώρες που περνάμε μπροστά από τις οθόνες αυξήθηκαν.

Η μοναξιά, σημειώνει, δεν είναι απλώς μια αίσθηση. Είναι ένα “σήμα” που μας καλεί να επανασυνδεθούμε, να ξαναβρούμε τη ζεστασιά της φυσικής παρουσίας. Παρ’ όλα αυτά, όπως δείχνουν τα δεδομένα, πολλοί από εμάς επιλέγουμε να παραμείνουμε απομονωμένοι, ενισχύοντας μια κοινωνία που τείνει προς την αποξένωση.

Και εδώ έρχεται το “κίνημα της τραπεζαρίας”, μια πρωτοβουλία που μοιάζει να απαντά σε αυτή την τάση. Σε μια εποχή όπου τα κοινά γεύματα αντικαθίστανται από φαγητό μπροστά στην τηλεόραση ή το κινητό, η ιδέα της συνάντησης γύρω από ένα τραπέζι αποκτά νέο νόημα. Μικρές ομάδες ανθρώπων συγκεντρώνονται, μοιράζονται στιγμές, φαγητό, και πάνω απ’ όλα, επαφή.

Το φαγητό δεν είναι μόνο τροφή για το σώμα. Είναι μια αφορμή να συναντηθούμε, να κοιταχτούμε στα μάτια και να ξαναβρούμε το “εμείς” που φαίνεται να χάνεται στη σύγχρονη εποχή. Μέσα από τέτοιες στιγμές, αντιστεκόμαστε στην απομόνωση που περιγράφει ο Thompson, αποδεικνύοντας πως ακόμα και σε μια εποχή οθονών, η ανθρώπινη επαφή παραμένει ανεκτίμητη.

Ίσως τελικά, αυτό που αναζητούμε δεν είναι απλώς η σύνδεση, αλλά η επανασύνδεση με τον εαυτό μας και τους άλλους – ένα βλέμμα, ένα άγγιγμα, ένα πιάτο που μοιραζόμαστε.

Όµοιος οµοίω αεί πελάζει; 

Συχνά, τείνουμε να αναζητούμε φίλους που μας μοιάζουν – ανθρώπους που μοιράζονται τα ίδια πιστεύω, ενδιαφέροντα και συνήθειες. Ωστόσο, οι πιο ουσιαστικές και μεταμορφωτικές φιλίες προκύπτουν όταν συναντάμε εκείνους που μας ισορροπούν, τους φίλους που συμπληρώνουν τις αδυναμίες μας και μας βοηθούν να ανακαλύψουμε νέες πτυχές του εαυτού μας.

Δεν είναι τυχαίο ότι μπορεί να μας ελκύουν φιλικές σχέσεις με ανθρώπους που φαινομενικά, είναι εντελώς διαφορετικοί από εμάς. Βλέπουμε σε αυτούς, έστω και αμυδρά, την ισορροπία των δικών μας μονόπλευρων πτυχών. Συχνά αυτές οι φιλίες αντιμετωπίζονται με δυσπιστία γιατί κυριαρχεί η πεποίθηση ότι “όμοιος με όμοιο” είναι ο πιο σίγουρος τρόπος για να διατηρηθεί μια φιλία. Όμως, ένας άνθρωπος στα εξήντα του μπορεί να βρει βαθιά αξία σε μια φιλία με κάποιον στα τριάντα του, και το αντίστροφο.  Ο μεγαλύτερος έχει μια αίσθηση πως είναι επίκαιρος, ενεργός, με ζωντάνια, ενώ ο νεότερος βλέπει και βιώνει μια μακροπρόθεσμη προοπτική. Βέβαια αυτές οι επαφές δεν ενθαρρύνονται και έτσι αυτές οι φιλίες παραμένουν στις παρυφές της καθημερινότητας, παρόλο που έχουν τη δύναμη να εμπλουτίσουν τις ζωές μας βαθιά. 

Με τον ίδιο τρόπο, κάποιος που είναι κλειστός ή ντροπαλός ίσως να μην μπορούσε να βρει καλύτερο φίλο από έναν κοινωνικά άνετο και σίγουρο άνθρωπο – κάποιον που μπορεί να κατευνάσει την ανησυχία του όταν βρίσκεται ανάμεσα σε άλλους. Αντίστοιχα, ένας  κοινωνικός τύπος, μπορεί να έχει ανάγκη έναν φίλο που να κατανοεί, να εκτιμά και να ενθαρρύνει την πιο ήσυχη, στοχαστική του πλευρά. Είναι πολύ βοηθητικό να ξέρεις πως όταν πρέπει να πάρεις μια απόφαση -μικρή ή μεγάλη- και θες μια διαφορετική άποψη, θα ρωτήσεις μια φίλη/φίλο που σε ξέρει,  “φίλε, εσύ τι λες να κάνω;” 

Παρόλα αυτά, υποθέτουμε λανθασμένα ότι οι άνθρωποι αναζητάμε μόνο αυτό που μας μοιάζει. Υπάρχει μια απροθυμία να αποδεχθούμε ότι ο επιστημονας και ο καλλιτέχνης, ο αριστερός και ο δεξιός, ο φτωχός και ο πλούσιος, ο υπερβολικά αθλητικός και ο νωχελικός μπορεί – σε επίπεδο φιλίας – να αναζητούν ο ένας τον άλλον.

Η διαφορετικότητα στις φιλίες μας δεν αποτελεί απειλή αλλά είναι μια ανεκτίμητη ευκαιρία για προσωπική και συναισθηματική ανάπτυξη. Μας επιτρέπει να ξεφύγουμε από τον δικό μας τρόπο και μας δίνει τη δυνατότητα να δούμε τον κόσμο μέσα από τα μάτια του άλλου. Οι φίλοι που μας ισορροπούν δεν μας αλλάζουν, μας ολοκληρώνουν. Μέσα από αυτούς, μαθαίνουμε να βλέπουμε τις διαφορές όχι ως εμπόδια, αλλά ως γέφυρες που μας οδηγούν σε έναν πιο πλούσιο και ισορροπημένο εαυτό.