You give loVe a bad name

Image

You give loVe a bad name

Σύμφωνα με τον Observer είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία του 2012.
Ο Δρ. Robin Dunbar, Καθηγητής εξελεγκτικής ψυχολογίας στο Πανεπιστημίο της Οξφόρδης και επίσης γνωστός για τη θεωρία του “Dunbar’s number”, προσπαθεί -όχι τόσο επιτυχημένα κατά την άποψή μου- να διερευνήσει ερωτήματα τύπου τί συμβαίνει στον εγκέφαλό μας όταν τα βλέμματά μας συναντιούνται; γιατί προσπαθούμε και αποτυγχάνουμε να είμαστε μονογαμικοί; πώς επιλέγουμε συντρόφους και κατά πόσο τα γονίδιά μας πλήττουν τη συμπεριφορά μας;
Ο Δρ. Dunbar, είναι αρκετά συνεπαρμένος με τις υπερδυνάμεις των γονιδίων και των ορμονών που δρουν στο σώμα και στον εγκέφαλο και καθορίζουν τη συμπεριφορά μας. Ισχυρίζεται, πως τα γονίδια (MHC) καθορίζουν αντιδράσεις και διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην επιλογή συντρόφου. Μάλιστα, η τάση μας είναι να επιλέγουμε ανθρώπους με διαφορετικά (MHC) γονίδια έτσι ώστε οι απόγονοί μας να έχουν γερό και ανθεκτικό ανοσοποιητικό σύστημα. Σε μια μελέτη που πήραν μέρος 48 ζευγάρια, οι γυναίκες βαθμολόγησαν το σεξουαλικό τους ενδιαφέρον στο σύντροφό τους πολύ ψηλότερα όταν μοιράστηκαν λιγότερα (MHC) αλληλόμορφα.

Οι άνθρωποι έχουμε αναπτύξει μια προδιάθεση για μονογαμία παρά το γεγονός ότι το αυστηρά μονογαμικό ζευγάρωμα δεν προσφέρει σοβαρά πλεονεκτήματα, γράφει ο Καθηγητής. Διαβάζουμε επίσης πληροφορίες τύπου οι άνδρες προτιμούν τις γυναίκες με καμπύλες, οι νέες γυναίκες έχουν πάντα το προβάδισμα στην επιλογή, πως οι άνθρωποι όταν μεγαλώνουμε οι επιλογές μας μειώνονται και αναγκαζόμαστε να συμβιβαζόμαστε με δεύτερες, τρίτες κλπ επιλογές και φυσικά πως επιλέγουμε συντρόφους που μοιάζουν στους γονείς μας.

Είναι αλήθεια, πως η φύση και η μορφή της πρώτης σχέσης γίνεται μοντέλο για τις μετέπειτα σχέσεις, προκαλώντας προσδοκίες για το αν το άτομο είναι άξιο αγάπης. Αυτό όμως, είναι διαφορετικό και κυρίως περιοριστικό από το να ισχυριζόμαστε πως πάντα επιλέγουμε συντρόφους που μοιάζουν στους γονείς μας. Όπως περιοριστικό είναι να λες πως όσο μεγαλώνει ο άνθρωπος έχει λιγότερες επιλογές.
Διαφορετικές, ίσως. Λιγότερες, όχι.

Facebook: H ζήλια και πώς να την αποφύγετε(;)

«Εχω γνωρίσει ζευγάρια που έχουν καταστρέψει/σπάσει τρία λάπτοπ και δηλητηριάσει τη σχέση τους ψάχνοντας ο ένας τα μηνύματα, τους φίλους, τα likes κι όλα τα συμπαρομαρτούντα του Facebook που “κρύβονται” μέσα στους τοίχους του ενός και του άλλου! (Eντάξει το εργαλείο είναι παγίδα, ΑΝ δεν το χειρισθείς σωστά)».

Το διάβασα εχθές στον τοίχο ενός φίλου και το πρώτο που σκέφτηκα ήταν ένα περιστατικό ξεσπάσματος ζήλιας το οποίο εξελίχθηκε πριν ένα μήνα σ’ένα καφέ, όπου μια νέα γυναίκα είχε βγει εκτός εαυτού και ζητούσε από τον φίλο της εξηγήσεις για το ποια ήταν η κοπέλα που είχε ποστάρει στη σελίδα του ένα τραγούδι συνοδευόμενο από μια καρδούλα.

Στο παρελθόν, η διάθεση για φλερτ ή η άποψη που είχαμε για κάποιον παρέμενε εξ ολοκλήρου στο πλαίσιο ελέγχου του καθενός μας και οι καινούργιες φιλίες δεν γίνονταν γνωστές – εάν δεν το επιθυμούσαμε – από τα υπόλοιπα μέλη του κοινωνικού μας περίγυρου. Όμως, η ανάπτυξη των κοινωνικών δικτύων, έχει επιφέρει ριζικές αλλαγές στο τρόπο που σχετιζόμαστε και επικοινωνούμε. Άραγε το Facebook δυναμώνει τη σπίθα της ζήλιας, ή μήπως ενισχύει τη ζήλια που μπορεί ήδη να υπάρχει σε μια σχέση;

Στο άρθρο τους «More Information than You Ever Wanted: Does Facebook Bring Out the Green – Eyed Monster of Jealousy?» οι Muise, A., Christofides, E. & Desmarais, S. (2009) ισχυρίστηκαν ότι όσο περισσότερο χρόνο περνάμε στο Facebook, τόσες περισσότερες πιθανότητες έχουμε να ζηλέψουμε τους συντρόφους μας. Όμως, συμβαίνει και το αντίθετο, δηλαδή, η ζήλια μπορεί να μας κάνει να ψάχνουμε περισσότερες πληροφορίες οι οποίες θα τροφοδοτήσουν περαιτέρω αυτή την συμπεριφορά μας, καταλήγοντας σ’ένα φαύλο κύκλο. Μιας και το Facebook βοηθά στη διατήρηση σχέσεων που σε άλλες συνθήκες θα ήταν εφήμερες και συνδέει ανθρώπους που μπορεί να μην επικοινωνούσαν ποτέ, εύκολα κάποιος συμπεραίνει ότι μπορεί να ενισχύσει τη ζήλια και την καχυποψία.

Το συμπέρασμα αυτό μπορεί να επιβεβαιωθεί εάν δούμε λίγο τα στοιχεία που προέκυψαν από την έρευνα. 92,1% των συμμετεχόντων στη μελέτη, δήλωσε πως ο σύντροφός τους είχε φίλους που ο ίδιος δεν ήξερε. Το 74,6% ήταν πιθανό να κάνουν φίλο ένα πρώην σύντροφο και 78,9% δήλωσε πως ο σύντροφός τους είχε κάνει φίλο έναν πρώην σύντροφο. Οι γυναίκες βρέθηκαν να ξοδεύουν σημαντικά περισσότερο χρόνο στα κοινωνικά δίκτυα απ’ότι οι άντρες.

Μια άλλη έρευνα στην οποία συμμετείχαν 342 Αυστραλοί φοιτητές και δημοσιεύθηκε με τίτλο “Time to face it! Facebook intrusion and the implications for romantic jealousy and relationship satisfaction (2011)”βασίστηκε στο πως η «εισβολή» του Facebook επηρεάζει το βαθμό ικανοποίησης μιας σχέσης.

Η ψευδής αίσθηση οικειότητας που μπορεί να δημιουργηθεί και ως εκ τούτου να οδηγεί κάποιους να είναι πιο επιρρεπείς στην εξαπάτηση, καθώς και το γεγονός ότι δίνεται η δυνατότητα δημιουργίας μιας «πραγματικής ταυτότητας» και μιας «ταυτότητας Facebook», έδειξε ότι υπάρχει μεγάλος βαθμός δυσαρέσκειας και αύξηση περιστατικών ζήλιας, καχυποψίας και διαδικτυακής παρακολούθησης του συντρόφου. Πολλοί ένιωθαν ότι δεν γνωρίζουν πραγματικά τον/την σύντροφό τους και το ότι πρώην και νυν φίλοι πιθανόν να σχολίαζαν το οτιδήποτε, τους υπενθύμιζε καθημερινά ότι ο σύντροφός τους είχε παρελθόν στις σχέσεις.

Πιστεύω ότι είναι σημαντικό ν’απενοχοποιήσουμε τη ζήλια και να τη δούμε απλά ως ένα συναίσθημα. Βάζοντας σε κάποιον τη ταμπέλα του νευρωσικού ή να λέμε «έχεις χαμηλή αυτοεκτίμηση» δεν είμαι σίγουρη ότι είναι πολύ βοηθητικό. Εξάλλου, μ’αυτή τη λογική μπορεί κάποιος να πει ότι «έχω υψηλή αυτοεκτίμηση αφού δεν επιτρέπω στον εαυτό μου ν’αντιμετωπίζεται μ’αυτό τον τρόπο».

Γενικά, βοηθάει ν’αποδεχόμαστε όλα μας τα συναισθήματα –ακόμα κ εκείνα που μας ενοχλούν – να τους δίνουμε χώρο και όχι να προσπαθούμε να τα «ξεφορτωθούμε». Δεν υπάρχει τίποτα απολύτως στραβό με τα συναισθήματά μας, όταν αυτά εκφράζονται με έναν υγιή και λειτουργικό τρόπο. Η αλλαγή δεν έρχεται μέσα από τον έλεγχο ή την αποφυγή. Έχοντας επίγνωση τι μας συμβαίνει και να μας επιτρέπουμε να είμαστε και ζηλιάρηδες, το συναίσθημα από μόνο του μπορεί να αποδυναμωθεί και να μην το βιώνουμε τόσο απειλητικά.

Είναι απαραίτητο να ξεχωρίζουμε το συναίσθημα από τη συμπεριφορά. Όπως ακριβώς υπάρχει μεγάλη διαφορά στο «νιώθω θυμό» και «συμπεριφέρομαι επιθετικά», έτσι, είναι διαφορετικό το να αισθάνομαι ζήλια και να ενεργώ – συμπεριφέρομαι βάση αυτού του συναισθήματος. Οι πιθανότητες να διαλυθεί μια σχέση από συμπεριφορές όπως το να ζητάω διαρκή επιβεβαίωση από τον άλλον, να κατηγορώ ή να υποψιάζομαι συνεχώς, αυξάνονται. Μπορούμε να επικοινωνούμε τη ζήλια μας και με πιο απλούς τρόπους.

Η αβεβαιότητα είναι ένας περιορισμός κάθε σχέσης και καλό θα ήταν να το αποδεχθούμε. Το να προσπαθώ να ελέγξω τον άλλον έχει κούραση και είναι μάταιο. Σ’αυτό το σημείο είναι πολύ χρήσιμο να εξετάσουμε τα πιστεύω και τις προσδοκίες για τις σχέσεις μας γενικότερα. Κάποιες φορές, η ζήλια μπορεί να πυροδοτείται ακριβώς απ’αυτά τα πιστεύω. Πεποιθήσεις τύπου «ο/η σύντροφός μου δεν πρέπει να έλκεται από άλλους» ή «τι δουλειά έχει να μιλάει με τον/την πρώην του» δεν είναι και τόσο υποστηρικτικές.

Ας μην ξεχνάμε πως πολλές φορές η ζήλια μπορεί να είναι προβολή. Για παράδειγμα, εάν εγώ είμαι άπιστη, αποδίδω αυτή τη συμπεριφορά στον άλλο γιατί δεν μπορώ να ταυτιστώ μ’αυτό –δεν το αποδέχομαι – με αποτέλεσμα να το αποκλείσω από το εμένα και τελικά να πιστεύω ότι προέρχεται από τον άλλον.

Τέλος, να μάθουμε να ζητάμε από εκεί που μπορούν να μας δώσουν. Εάν έχω ανάγκη από σταθερότητα, γιατί να τη ζητάω από κάποιον ασταθή;

Δημοσιεύθηκε στο ΒΗΜΑ στις 2-11-2012

http://www.tovima.gr//media/article/?aid=482058

Μπρος φίλος και πίσω σκύλος

There are 50 ways to leave your lover, τραγουδάει ο Paul Simon όμως πόσοι τρόποι υπάρχουν για να αφήσεις ένα φίλο; Πολλοί θα πουν ότι δεν είναι το ίδιο.   Όντως, δεν είναι. Κάποιοι από τους πιο επίπονους και χειρότερους  χωρισμούς στη ζωή μας  δεν είναι με κάποιον σύντροφο αλλά με φίλους. Με τους ανθρώπους που μοιραζόμαστε τις βαθύτερες σκέψεις μας, που έχουμε γελάσει, έχουμε κλάψει μαζί, που εμπιστευόμαστε και που πιστεύουμε πως θα είναι δίπλα μας ότι και αν συμβεί.

Παρόλα αυτά, πολλές φιλίες δεν έχουν διάρκεια ενώ ξεκινάνε με τις καλύτερες προϋποθέσεις. Σημαντικές αλλαγές στο τρόπο ζωής κάποιου ανθρώπου -γάμος, παιδί, μετακόμιση- ή αλλαγή συνηθειών μας δυσκολεύουν να διατηρήσουμε φιλίες.

Άλλες πάλι,  τελειώνουν άσχημα. Χαρακτηριστικά κοντινά μου παραδείγματα:  Παραμονές εκλογών, μια φιλία πολλών χρόνων έλαβε τέλος όταν ο Ο.  τσακώθηκε πολύ άσχημα με τον  Μ. γιατί  μας ανακοίνωσε τι θα ψηφίσει,  ενώ η φιλία της Γ. με τον Ν. έληξε επίσης άδοξα γιατί ο φίλος της ζήλευε.  Πριν μερικά χρόνια η Β. κατέθεσε σ’ένα δικαστήριο κατά της φίλης και συναδέλφου Ν., ενώ η Π. σταμάτησε να μιλάει στη φίλη της Φ. γιατί θύμωσε μαζί της όταν έμαθε ότι τη σχολιάσε σε κοινούς γνωστούς πίσω από την πλάτη της.

Πολλοί θα σκέφτεστε ότι οι παραπάνω δεν ήταν ποτέ φίλοι με την έννοια που ξέρουμε. Κι όμως, πρόκειται για περιπτώσεις ανθρώπων καλλιεργημένων, ευαίσθητων, που πιστεύουν πραγματικά στη φιλία, με κανονικές ζωές αλλά, όπως ισχυρίζεται η Irene S. Levine Καθηγήτρια ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης και συγγραφέας του βιβλίου “Best Friends Forever: Surviving a Breakup with your Best Friend”, είναι μύθος ότι οι φιλίες διαρκούν για πάντα. Με την οικογένεια μας συνδέουν δεσμοί αίματος, με τους συζύγους νόμοι, οπότε έχουμε την τάση να φροντίζουμε περισσότερο αυτές τις σχέσεις.  Τους φίλους τους επιλέγουμε και κάποιες φορές έχουμε την τάση να τους παραβλέπουμε ίσως επειδή θεωρούμε αυτονόητο ότι θα είναι πάντα εκεί.  Έτσι, πολλές φιλίες «πεθαίνουν» από αμέλεια ισχυρίζεται η Δρ. Levine.

Από την άλλη πλευρά, η Laura Carstensen  Καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Stanford, η οποία ανέπτυξε τη θεωρία της κοινωνικο-συναισθηματικής επιλεκτικότητας, υποστηρίζει ότι ο αριθμός των φίλων και γνωστών αρχίζει και μειώνεται μετά την ηλικία των 17 ετών, παρατηρείται μια ανάκαμψη μεταξύ 30 και 40 πριν αρχίσει να ξαναμειώνεται απότομα στην ηλικία των 40 με 50.    Όσο τα χρονικά περιθώρια της ζωής συρρικνώνονται, οι άνθρωποι γινόμαστε ολοένα και πιο επιλεκτικοί επενδύοντας συναισθηματικά σε δραστηριότητες, στόχους και φιλίες οι οποίες θα μας προσφέρουν μεγαλύτερη ικανοποίηση.

Άτομα μεγαλύτερης ηλικίας είναι περισσότερο διατεθειμένα να επιλύουν διαπροσωπικές συγκρούσεις πιο γρήγορα έτσι ώστε να βελτιωθεί η συναισθηματική τους εμπειρία σε αντίθεση με νεότερα άτομα τα οποία μπορούν να παραιτηθούν από τέτοιες θετικές συναισθηματικές εμπειρίες  –ίσως επειδή αγνοούν την αυταπόδεικτη αλήθεια ότι ο χρόνος μας στη γη είναι περιορισμένος- και να τους ενδιαφέρει περισσότερο η αναζήτηση της αλήθειας, πληροφοριών ή γνώσεων.

Όλες οι φιλίες δεν διαρκούν για πάντα. Μάλιστα, το να διαλύσεις μια φιλία τη σημερινή εποχή, είναι πολύ δύσκολο με τόσα μέσα κοινωνικής δικτύωσης γι αυτό, είναι ίσως φρόνιμο να δίνεται έμφαση στον τρόπο που τερματίζονται οι φιλίες ώστε να αποτρέπονται παράπλευρες απώλειες με κοινούς φίλους, συνεργάτες ή συζύγους.  Μ’αυτό τον τρόπο, εάν υπάρχει διάθεση, μπορεί μια φιλία να συνεχιστεί στο μέλλον σε άλλες βάσεις.

Ο καθένας από μας έχει να πει μια ιστορία για μια φιλία που έληξε άδοξα. Aκόμα και οι καρδιακοί φίλοι μαλώνουν. Σίγουρα, ένας τσακωμός δεν είναι ότι πιο ευχάριστο όμως, πολλές φορές ο φόβος ότι θα συμβεί κάτι καταστροφικό εάν πούμε ότι είμαστε θυμωμένοι με τον άλλο, μας οδηγεί σ’αυτό ακριβώς που θέλουμε να αποφύγουμε.  Στη διάλυση της φιλίας.

Αναδημοσίευση στο Marie Claire στις 19-7-2012 http://www.marieclaire.gr/women/psycho/article/1185/50-ways-to-leave-your-friend—pws-dialyetai-mia-filia/

Oedipus Wrecks

are you mom enough

Με μια φωτογραφία η οποία έχει πυροδοτήσει αντιδράσεις και αρκετές συζητήσεις στο διαδίκτυο,  το εξώφυλλο του περιοδικού TIME απεικονίζει μια 26χρονη μητέρα η οποία θηλάζει τον τριών ετών γιό της, που στέκεται σε μια καρέκλα.

Δεν έχω διαβάσει το άρθρο αλλά από την περιγραφή στο εξώφυλλο κατάλαβα ότι έχει να κάνει με την αυξανόμενη τάση της θεωρίας “του δεσμού”  την οποία παρουσιάζει με τον τρόπο του στο βιβλίο The Baby Book ο Bill και η Martha Sears, στο οποίο οι γυναίκες ενθαρρύνονται να θηλάζουν μέχρι τη νηπιακή ηλικία, να κοιμούνται μαζί με τα παιδιά τους και να τα έχουν συνέχεια μαζί τους “φορεμένα” σε μάρσιπο για να είναι όσο το δυνατό περισσότερο χρόνο κοντά τους.

Βεβαίως, ο Bowlby (Attachment Theory, 1975) ο οποίος υπογράφει το μεγαλύτερο μέρος της έρευνας και της θεωρίας η οποία -ανάμεσα σε άλλα- ισχυρίζεται ότι οι σχέσεις που κάνουμε στην ενήλικη ζωή μας -και κυρίως οι ερωτικές- ακολουθούν τα ίδια βήματα και τους ίδιους μηχανισμούς με τη σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ γονιών και παιδιού, μίλησε απλά για τη σημαντικότητα σχηματισμού συναισθηματικού δεσμού ανάμεσα στο βρέφος και στο πρόσωπο αναφοράς-φροντίδας. (Bowlby, Ainsworth et al, 1978)

Η λέξη μητέρα δεν αναφέρεται και κάποιος μπορεί να το θεωρήσει αναμενόμενο αφού η μητέρα του Bowlby πίστευε ότι η προσοχή και η φροντίδα προς τα παιδιά είναι επικίνδυνη για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα τους.

Υπάρχουν εκείνοι που σοκάρονται με τη φωτογραφία.  Αναρρωτιέμαι, εάν στη φωτογραφία θήλαζε ένα κορίτσι και όχι ένα αγόρι θα υπήρχαν ίδιες αντιδράσεις; Φαντάζομαι, ότι πολλοί έκαναν το συνειρμό με το οιδιπόδειο σύμπλεγμα και το θεωρώ λογικό.  Υπαρχουν άλλοι που είπαν πως είναι απαράδεκτο να ενθαρρύνονται τέτοιες τάσεις γιατί καταλήγουν να γίνονται κακοποιητικές για τα παιδιά αφού συμβάλουν σε εξαρτητικές συμπεριφορές. Έχω δει ενήλικες, οι οποίοι παραμελήθηκαν ως παιδιά και όπως είναι φυσικό, κάνουν τη μια εξαρτητική σχέση μετά την άλλη. Άλλοι, μίλησαν για τα παιδικά τραύματα του Sears και της Martha και ότι μ’αυτό τον τρόπο προσπαθούν να καλύψουν τα αναπτυξιακά τους κενά. Να προβάλουν τη δική τους ακάλυπτη ανάγκη στα παιδιά τους.

Όντως, τα πρώτα τρία χρόνια ενός παιδιού είναι καθοριστικά για τη συναισθηματική και ψυχολογική του ανάπτυξη. Η μη σύναψη αυτής της μοναδικής σχέσης με το πρόσωπο φροντίδας μπορεί να έχει σημαντικές συνέπειες στη ψυχική υγεία του ατόμου στο μέλλον. Ο θηλασμός είναι ένας τρόπος για να συνάψεις σχέση με το παιδί σου. Όχι όμως ο μοναδικός.  Είναι άδικο και περιοριστικό να υπονοούμε ότι καλή μητέρα είναι αυτή που θηλάζει ή εκείνη που κοιμάται μαζί με το παιδί της ή το έχει συνέχεια κοντά της. Προσωπικά, αυτό που πάντα μου λείπει από παρόμοια άρθρα, είναι η αναφορά στο ρόλο του πατέρα στην υγιή ανάπτυξη του παιδιού.

Δεν ξέρω πόσο ευέλικτο είναι να λες ότι εάν δεν κάνεις κάποια πράγματα το παιδί σου θα καταλήξει προβληματικό και δεν θα μπορεί να κάνει ποτέ μια υγιή σχέση.  Μπορεί να δυσκολευτεί, όμως, ένας άνθρωπος μπορεί να βρει το θάρρος να προχωρήσει συναισθηματικά και να οδηγηθεί προς επιλογές που θα τον βοηθήσουν να επαναπροσδιορίσει τον εαυτό του και να δημιουργήσει μια υγιή κατάσταση για το μέλλον του.

 ΥΓ: Ο τίτλος του ποστ είναι από την ταινία Ιστορίες της Νέας Υόρκης του Γούντυ Άλλεν στην οποία ακούγεται το λογοπαίγνιο Oedipus Wrecks (συντρίμια ναυαγίου) αντί για Oedipus Rex (Οιδίππους τύραννος)