Όρια και κοινωνικά δίκτυα

Τα κοινωνικά δίκτυα είναι ο χώρος που πυροδοτούνται πολλά συναισθήματα και γενικά το κλίμα που επικρατεί σε αυτά μπορεί να παρασύρει και έναν σχετικά γειωμένο άνθρωπο. Ο τρόπος για να παραμένουμε γειωμένοι και ήρεμοι είναι φυσικά η οριοθέτηση.

Βάζοντας όρια στα κοινωνικά δίκτυα μπορεί να σημαίνει πως:
– Σταματάμε να ακολουθούμε ή να διαβάζουμε ανθρώπους που αυτά που μοιράζονται δεν μας προσφέρουν κάτι
– Μπλοκάρουμε ή βάζουμε στο αθόρυβο πρώην συντρόφους που μας στοιχίζει συναισθηματικά να τους βλέπουμε ακόμα και διαδικτυακά
– Βάζουμε στο αθόρυβο κοντινούς μας ανθρώπους που δυσκολευόμαστε ή δεν θέλουμε να κόψουμε εντελώς τη διαδικτυακή μας επαφή
– Όταν έχουμε την τάση να κάνουμε κάποιο αγενές ή μικροπρεπές σχόλιο -που πιθανότατα αργότερα το μετανιώσουμε- τότε σίγουρα μπλοκάρουμε, σταματάμε να ακολουθούμε ή βάζουμε στο αθόρυβο τον χρήστη
– Είμαστε ειλικρινείς με τους φίλους που θέλουμε να κάνουμε παρέα
– αντί να κάνουμε παθητικο επιθετικά σχόλια για τις επιλογές και τις ζωές των άλλων, στεκόμαστε σε εμάς και προσπαθούμε να έρθουμε σε επαφή με τη ζήλεια -ή άλλο συναίσθημα- που μπορεί να αισθανόμαστε

Όλοι χρειαζόμαστε Ubuntu

Όταν κάτι πάει στραβά στον κόσμο οι περισσότεροι άνθρωποι θέλουν να δώσουν μια εξήγηση, μια ερμηνεία. Τις περισσότερες φορές καταλήγουμε να λέμε πως βασική αιτία είναι η έλλειψη αυτού που στη ζουλού γλώσσα ονομάζεται “ubuntu”.

Ubuntu σημαίνει συμπόνοια, αποδοχή και ανθρωπιά αλλά πηγάζει από τη βαθύτερη έννοια της ενσυναίσθησης και της ενότητας. Δεν είναι μόνο θαυμασμός για αυτό που είναι όμορφο, άδολο, επιτυχημένο, είναι αυτό που κάποιος καταφέρνει να νιώθει για εκείνους που δεν αποδέχεται, δεν εγκρίνει, για εκείνους που έχουν κάνει μεγάλα λάθη ακόμα και όσους έχουν παραβιάσει τους ηθικούς τους κώδικες.  Ubuntu είναι να μπορούμε να ακούσουμε πως συμπεριφορές άλλων δεν έχουν πάντα κακία ή πρόθεση να προκαλέσουν κακό αλλά πολλές φορές ο φόβος κάνει τους ανθρώπους επιθετικούς. 

Ubuntu είναι να μπορούμε να αναρωτιόμαστε με συμπάθεια και φαντασία πώς μπορεί κάποιος να έχει φτάσει να συμπεριφέρεται με αλαζονεία και υποτίμηση προς τους άλλους. Το ubuntu μας επιτρέπει να δούμε το χαμένο, ευάλωτο ή τραυματισμένο παιδί που κρύβεται μέσα σ’έναν μπερδεμένο και απογοητευμένο ενήλικα. Ubuntu είναι όταν μας αποδεχόμαστε ολόκληρους. Με τα προτερήματα και τους περιορισμούς μας. 

Το αντίθετο της παθητικοεπιθετικότητας 

Ο πιο συνηθισμένος τρόπος έκφρασης του θυμού ή οποιουδήποτε άλλου συναισθήματος που μας δυσκολεύει να εκφράσουμε είναι η παθητική επιθετικότητα. Αν και όλοι ξέρουμε πως αυτή η συμπεριφορά δεν βοηθάει ούτε εμάς ούτε μια σχέση, έχουμε μάθει πως είναι ο πιο εύκολος και ανεκτός τρόπος έκφρασης μιας που οι άνθρωποι έχουμε την τάση να διαχωρίζουμε τα συναισθήματα ως “καλά” και “κακά”.

Γινόμαστε παθητικοεπιθετικοί κυρίως γιατί δεν ξέρουμε να εκφράσουμε τον θυμό, το πιο παρεξηγημένο και ενοχοποιημένο συναίσθημα που ανεχόμαστε λιγότερο απ’όλα.  Έχει την εικόνα κάτι μεγάλου και ανεξέλεγκτου, που εάν το αφήσουμε ελεύθερο θα καταστρέψει τα πάντα. Κάτι που το κάνει ακόμα πιο μπερδεμένο είναι τα αντιφατικά μηνύματα που παίρνουμε από παιδιά.  Μαθαίνουμε ότι δεν είναι αποδεκτό να θυμώνουμε, αλλά από την άλλη μεριά βιώνουμε την οργή ή τον θυμό από τους ενήλικους, είτε άμεσα είτε με την έμμεση μορφή της παγερής αποδοκιμασίας.

Όμως, ως ενήλικοι, δεν χρειάζεται να γινόμαστε επιθετικοί ούτε με άμεσους, ούτε με έμμεσους τρόπους. Μπορούμε να επικοινωνούμε την ευαλωτότητά μας, την απογοήτευση, τον θυμό, τη λύπη, τη ντροπή. Γιατί είναι τόσο δύσκολο αυτό; φοβόμαστε να πούμε σε κάποιον ότι μας έχει πληγώσει. Τις περισσότερες φορές η τάση μας είναι να ανταποδώσουμε. Το τελευταίο πράγμα που θέλουμε όταν παίρνουμε επίθεση είναι να δείξουμε ευάλωτοι.  Αν θέλουμε να μας καταλαβαίνουν οι άλλοι, είναι σημαντικό να επικοινωνούμε με ειλικρίνεια. Την επόμενη φορά που νιώσουμε πληγωμένοι ή θυμωμένοι μπορούμε να κάνουμε κάτι διαφορετικό. Να πούμε την απλή φράση “Νιώθω θυμό/λύπη/απογοήτευση/ντροπή”

Τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας

Οι σχέσεις χωρίς ανταπόκριση για τους περισσότερους είναι κάτι πολύ στενάχωρο, ταλαιπωρητικό που το πρώτο που προσπαθούν να κάνουν είναι να απεγκλωβιστούν το συντομότερο δυνατόν ή εξαρχής δεν διανοούνται να μπουν σε μια τέτοια σχέση. “Αυτό δεν είναι το φυσιολογικό”; θα αναρωτηθεί κάποιος. Γιατί να θέλουμε να είμαστε σε μια σχέση που ο άλλος δεν ανταποκρίνεται όπως θα θέλαμε; γιατί να χάνουμε χρόνο με κάποιον που δεν μας ανταποδίδει τη στοργή που έχουμε ανάγκη; γιατί να θέλουμε να σχετιζόμαστε με απόμακρους ανθρώπους; 

Ωστόσο, για κάποιους ισχύει ακριβώς το αντίθετο. Τους είναι δύσκολο να φανταστούν πως είναι σε μια σχέση στην οποία θα έπαιρναν αγάπη, θα καλύπτονταν οι ανάγκες τους.  Αισθάνονται αμηχανία με κάποιον που είναι ευγενικός, φροντιστικός, ζεστός και προσεκτικός. Για αρκετούς ανθρώπους η συνέπεια και η σταθερότητα είναι ενδείξεις αδυναμίας ή και πίεσης. Είναι αρκετοί εκείνοι που επιλέγουν την ταλαιπωρία και την ένταση και όταν μια σχέση δεν χρειάζεται υπερβολική προσπάθεια και δεν έχει πόνο τους φαίνεται βαρετή.

Ο Konrad Lorenz, ζωολόγος, ηθολόγος, ορνιθολόγος μελέτησε τη συμπεριφορά των ζώων και έγινε διάσημος με τη θεωρία της εγχάραξης (imprinting). Τη διαδικασία που μόλις λίγες ώρες μετά τη γέννηση ένας νεοσσός νιώθει ενστικτωδώς την έλξη προς τη μητέρα του ή το άτομο που θα δει πρώτα μπροστά του.

Ο Lorenz διερεύνησε τους μηχανισμούς αποτύπωσης, όπου ορισμένα είδη ζώων  προσκολλούνται στο πρώτο μεγάλο κινούμενο αντικείμενο που συναντούν. Αυτή η διαδικασία υποδηλώνει ότι η προσκόλληση είναι έμφυτη και προγραμματισμένη γενετικά.

Πήρε έναν μεγάλο αριθμό από αυγά χήνας και τα κράτησε μέχρι να εκκολαφθούν. Τα μισά από τα αυγά τα άφησε στη μητέρα χήνα, ενώ ο Lorenz κράτησε τα υπόλοιπα σε εκκολαπτήριο, για να βεβαιωθεί ότι εκείνος, θα ήταν η πρώτη κινούμενη μορφή που θα έβλεπαν οι νεοσσοί. Τα χηνάκια που ήταν μαζί με τη μαμά χήνα την ακολούθησαν, ενώ τα υπόλοιπα ακολούθησαν τον Lorenz.

Για να διασφαλιστεί ότι η αποτύπωση είχε συμβεί, ο Lorenz έβαλε όλα τα χηνάκια μαζί κάτω από ένα αναποδογυρισμένο κουτί ώστε να αναμιχθούν. Όταν αφαιρέθηκε το κουτί, οι δύο ομάδες χωρίστηκαν για να πάνε στις αντίστοιχες «μητέρες» τους – τα μισά στη μαμά χήνα και τα υπόλοιπα στον Lorenz. Η αποτύπωση έγινε χωρίς καν να γίνει σίτιση αν και φαίνεται να υπάρχει μια κρίσιμη περίοδος κατά την οποία μπορεί να συμβεί (12-17 ώρες μετά την εκκόλαψη). Το πιο ενδιαφέρον είναι πως μετά από 32 ώρες η αποτύπωση είναι απίθανο να συμβεί. Ο Lorenz ισχυρίστηκε ότι μόλις γίνει το αποτύπωμα, δεν μπορεί να αντιστραφεί, ούτε μπορεί το χηνάκι να αποτυπωθεί και σε κάποιον άλλο.

Σκληρά και διαφωτιστικά, ο Lorenz έδειξε ότι ένας νεοσσός μπορεί -ανάλογα και με το πείραμα-  να αναπτύξει μια εξαιρετικά ισχυρή προσκόλληση είτε σε έναν επιστήμονα, ή στη μαμά του ή σ’ενα ποδήλατο, μια λεκάνη, μια ρόδα αυτοκινήτου ή οτιδήποτε άλλο.

Η θεωρία της εγχάραξης όπως ήταν φυσικό επηρέασε πολύ και άλλες επιστήμες όπως της ψυχολογίας και αυτό γιατί η αποτύπωση έχει συνέπειες, τόσο για τη βραχυπρόθεσμη επιβίωση, όσο και μακροπρόθεσμα σχηματίζοντας εσωτερικά πρότυπα για μεταγενέστερες σχέσεις. Η φύση και η μορφή της πρώτης σχέσης γίνεται μοντέλο για τις επόμενες, προκαλώντας προσδοκίες για το αν το άτομο είναι άξιο αγάπης και κατά πόσο μπορεί να βασιστεί στους άλλους.

Όπως και τα χηνάκια, έτσι και τα βρέφη δεν είναι σε θέση να διακρίνουν καλά ανάμεσα στους φροντιστές τους. Προσκολλώνται σε όποιον είναι κοντά τους, όχι σε αυτόν που θα ήθελαν ιδανικά να επιλέξουν. Κάποια άτυχα βρέφη για να επιβιώσουν θα προσκολληθούν σε ανθρώπους που δεν αξίζουν την αγάπη τους, που είναι τόσο σχετικοί  με τις ανάγκες τους όσο και ένα ποδήλατο σε ένα χηνάκι. Ένα βρέφος δεν θα εγχαραχθεί σε μια ρόδα ή σε μια λεκάνη, αλλά μπορεί να προσκολληθεί σε κάποιον που το αμελεί συναισθηματικά, το κριτικάρει, το κάνει να αισθάνεται ντροπή.  

Έτσι, το βρέφος, στην ενήλικη ζωή, θα ψάχνει συντρόφους που κάτι στη συμπεριφορά τους θα του είναι οικείο και θα το έχει ξαναζήσει γιατί οι άνθρωποι πάμε στο γνώριμο γιατί εκεί ξέρουμε τον τρόπο να υπάρχουμε, τον τρόπο που θα συμπεριφερθούμε. Δύσκολα και μετά από σκέψη θα δώσουν ευκαιρία σε ανθρώπους οι οποίοι δεν είναι διατεθειμένοι να ικανοποιήσουν την επιθυμία τους για πολυπλοκότητες που έχουν λανθασμένα συνδέσει με την αγάπη. Πολύ συχνά περιγράφουν κάποιον ως ‘βαρετό’ όταν στην πραγματικότητα εννοούν: “Είναι απίθανο να με κάνει να υποφέρω με τον τρόπο που πρέπει να υποφέρω για να αισθανθώ ότι η αγάπη είναι πραγματική”. 

Μπορεί να είμαστε πολύ πιο εξελιγμένοι από τα πουλιά αλλά κάποιες φορές, ένα τραύμα μπορεί να μας κάνει να νιώθουμε τόσο ανυπεράσπιστοι όσο και ένα χηνάκι. Δεν υπάρχει τίποτα προσβλητικό σε αυτό. Μπορεί να χρειαστεί καιρός και αρκετή δουλειά για να αποκτήσουμε επίγνωση μιας διαδικασίας που στο τώρα δεν μας προσφέρει κάτι και πως ως ενήλικοι έχουμε επιλογές. Επιλογές και την ελευθερία να απογειωθούμε και να βρούμε μια ενήλικη μορφή αγάπης που δεν θα χαρακτηρίζουμε βαρετή.

Η δυνατότητα να εγκαταλείπεις τους ανθρώπους

Ευγενή κίνητρα και δικαιολογημένες αιτίες είναι πίσω από την σύνδεση που έχουμε κάνει πως το να μην εγκαταλείπουμε τους ανθρώπους σημαίνει ωριμότητα και καλοσύνη.   Όλοι οι κινηματογραφικοί χαρακτήρες όσο πληγωμένοι και αν είναι διατηρούν την πίστη στους ανθρώπους που αγαπούν, δεν τους αφήνουν όταν έχουν προβλήματα, αντέχουν τις δυσκολίες. “Το να τρέχεις μακριά είναι απιστία. Πολλά πράγματα είναι αναλώσιμα. Οι άνθρωποι ποτέ”. 

Ωστόσο, αυτή η στάση ζωής έχει ένα σημαντικό μειονέκτημα: ότι η υγεία μας, ο αυτοσεβασμός και η ωριμότητα κάποιες φορές ίσως να απαιτούν τη δυνατότητα να εγκαταλείψουμε κάποιον, να σταματάμε να δίνουμε συνέχεια το πλεονέκτημα της αμφιβολίας, να συγχωρούμε για πολλοστή φορά τα πάντα, να φανταζόμαστε πως πίσω από τις απρόσεκτες πράξεις που έκαναν και λόγια που είπαν εννοούσαν κάτι άλλο, πως οι προθέσεις τους ήταν καλές. Ίσως κάποια στιγμή χρειαστεί να αποφασίσουμε αν θα εγκαταλείψουμε κάποιον άλλον ή τον εαυτό μας. 

Συνήθως τα παιδιά λόγω συνθηκών και έλλειψης επιλογών δεν έχουν την ικανότητα να εγκαταλείψουν έναν ενήλικα όσο και αν τους έχει απογοητεύσει και συνεχίζουν -με οποιοδήποτε κόστος- να αγαπούν τον γονιό που προσφέρει αγάπη ακόμα και αν αυτή η αγάπη συνοδεύεται και με οδυνηρές πτυχές.

Τα παιδιά δεν μπορούν να καταλάβουν πως οι γονείς είναι άνθρωποι με αδυναμίες και περιορισμούς και συνήθως σκέφτονται τα εξής:

  • Μπορεί να αλλάξουν

Το παιδί πιστεύει και περιμένει υπομονετικά πως ο ενήλικας θα μεταμορφωθεί στο άτομο που τόσο πολύ έχει ανάγκη.

  • Κατά βάθος είναι καλή/καλός 

Ένα παιδί μπορεί να δέχεται και να γίνεται στόχος των πιο κακών διαθέσεων ενός γονιού, αλλά να είναι και ο πιο αφοσιωμένος και ένθερμος υπερασπιστής του. 

  • Μάλλον το πρόβλημα είμαι εγώ 

Πιο εύκολα διαχειρίσιμο για ένα παιδί να πιστέψει πως είναι κακό και προβληματικό παρά να έρθει σε επαφή με τον πόνο της συνειδητοποίησης ότι ο γονιός του -από τον οποίο εξαρτάται- μπορεί απλά να είναι ένας κακός και εγωιστής μέτριος άνθρωπος. 

  • Κανείς και πουθενά αλλού δεν μπορεί να είναι καλύτερα

σχεδόν αδύνατο για ένα παιδί να ξεφύγει, να πει “ξεκινάω από την αρχή” ή να πει “τέλος” σε μια κακοποιητική συμπεριφορά. Δύσκολα φαντάζονται τον εαυτό τους σε άλλες συνθήκες ιδιαίτερα εκείνα που έχουν τους περισσότερους λόγους για να μιλήσουν δεν υψώνουν καν τη φωνή τους. 

Κάθε μία από τις παραπάνω σκέψεις έχει και την ενήλικη αντίστοιχη. Σε κάποιες ανεκπλήρωτες σχέσεις, οι δεξιότητές μας μπορεί να είναι όσες και αυτές που είχαμε ως παιδιά. Μπορεί να είμαστε καλοί να δικαιολογούμε γιατί μένουμε κάπου που δεν είναι καλά, γιατί φταίμε εμείς, γιατί οι άλλοι έχουν ελαφρυντικά.

Αυτό όμως δεν σημαίνει πως στο σήμερα δεν μπορούμε να μάθουμε να θυμώνουμε και με κάποιον άλλο εκτός από τον εαυτό μας. Να κάνουμε κάτι που μας φαίνεται πολύ περίεργο: να φεύγουμε. Αυτό δεν είναι ένδειξη δειλίας ή αδυναμίας χαρακτήρα. Είναι ένδειξη πως μαθαίνουμε να αγαπάμε τον εαυτό μας και να τοποθετούμε τις ανάγκες μας εκεί που θα έπρεπε να είναι: στο κέντρο των σκέψεών μας. 

Παγκόσμια Ημέρα για την εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών

Μέσα στο συρμό του μετρό του Λονδίνου πριν λίγους μήνες είδα αυτή τη διαφήμιση. Ένα χέρι που στα ακροδάχτυλά του έχει σπάγγους που καταλήγουν στα πόδια και στα χέρια ενός γυναικείου σώματος παραπέμποντας σε μαριονέτα. “Όταν ένας θύτης ελέγχει τα οικονομικά σου, ελέγχει και σένα”. 

Η ενδοοικογενειακή οικονομική κακοποίηση η οποία συζητείται πιο σπάνια, σχεδόν πάντα συμβαδίζει με την ενδοοικογενειακή βία. Η οικονομική βία είναι η στέρηση πόρων, ευκαιριών, αγαθών και υπηρεσιών που αποσκοπεί στον έλεγχο της συντρόφου προκειμένου να αισθανθεί ανίσχυρη και αδύναμη να εγκαταλείψει την κακοποιητική σχέση.

Ασκείται με πολλούς τρόπους: Με τη στέρηση του δικαιώματος για οικονομική αυτονομία δηλαδή με την απαγόρευση ή παρεμπόδιση στην εργασία. Με τον έλεγχο των περιουσιακών στοιχείων και του εισοδήματος του θύματος δηλαδή ο θύτης μπορεί να αποσπά τον μισθό της συντρόφου του ή να αρνείται την κατά βούληση αξιοποίησή του, να την αποκλείει από χρηματοπιστωτικούς πόρους (π.χ. να παρακράτηση τραπεζικής κάρτας), να την εξαναγκάζει άμεσα ή έμμεσα να πάρει δάνειο στο όνομά της, να μην της επιτρέπει την  πρόσβαση στο οικογενειακό εισόδημα ή να αποφασίζει για κοινούς πόρους χωρίς την ενημέρωση της. Τέλος περιλαμβάνει την αποστέρηση του θύματος από αναγκαία εισοδήματα για την κάλυψη των βασικών του αναγκών.

Μπορεί να συμβεί στον καθένα με άμεσο ή έμμεσο τρόπο. Το πιο συνηθισμένο παράδειγμα είναι η παρενόχληση του θύματος στον εργασιακό του χώρο και πολύ συνηθισμένη τακτική κατά τη διάρκεια της πανδημίας η σωματική ή ψυχολογική κακοποίηση πριν από διαδικτυακές συναντήσεις ώστε το θύμα να εμφανίζεται απροετοίμαστο και αποσπασμένο, ή απλά να κάνει φασαρία κατά τη διάρκεια της συνάντησης. Ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο συνεχής έλεγχος ακόμα και για τα πιο μικρά πράγματα. π.χ. “γιατί χρησιμοποιείς τόσο πολύ απορρυπαντικό για τα ρούχα;” Το εξαναγκαστικό χρέος όχι μόνο με άμεσο τρόπο (απειλές για τη ζωή του θύματος ή των παιδιών) αλλά και με έμμεσο τρόπο π.χ. “θα χάσω τη δουλειά μου, πιέζομαι τόσο πολύ, δεν αντέχω” είναι ένας από τους πιο περίπλοκους τρόπους οικονομικής εκμετάλλευσης καθώς δύσκολα αποδεικνύεται πως έγινε υπό καθεστώς πίεσης ή απειλής.

Η συνειδητοποίηση ενός ανθρώπου ότι καοποιείται είναι από μόνη της ένας βαθύς υπαρξιακός πόνος. Ένα σχέδιο απόδρασης είναι εφικτό αλλά απαιτεί σχεδιασμό και προσοχή για την ασφάλεια όχι μόνο του θύματος αλλά και των παιδιών, εάν υπάρχουν.

Στους παρακάτω συνδέσμους θα βρείτε πολλές πληροφορίες.

Ένα από τα πιο γνωστά κλισέ είναι το “κανείς δεν θα σε αγαπήσει εάν εσύ δεν αγαπήσεις πρώτα τον εαυτό σου”. Αρκετοί άνθρωποι μαθαίνουν να αγαπούν τον εαυτό τους αφού πρώτα αγαπηθούν από κάποιον άλλο ή κάποιος τους έκανε να νιώθουν ότι αξίζουν ή μια εμπειρία τους οδήγησε σε έναν δρόμο για να βρουν τον πραγματικό σκοπό στη ζωή τους. Γενικά καλό θα είναι να έχουμε στο νου μας πως τα κλισέ είναι τόσο γενικά που μπορούν να συνδεθούν με οποιαδήποτε ιδέα και αυτός είναι και ο λόγος που πολλές φορές τα καθιστά αναποτελεσματικά. Το να είμαστε καλοί ακροατές χωρίς να δίνουμε συμβουλές είναι πολύ σημαντικό. Δεν χρειάζεται να έχουμε πάντα κάτι να πούμε. Με το να είμαστε παρόντες και να ακούμε χωρίς να κρίνουμε ή να ερμηνεύουμε είναι πολύ πιο ανακουφιστικό και βοηθητικό για τον άλλον. 

Άσκηση για το σπίτι

Είναι μια καλή εποχή για να ξαναμπούμε όλοι σε ρυθμό, οπότε σήμερα, μια άσκηση αρκετά ευχάριστη και απλή:

– Σκεφτείτε μια φορά που κάποιος σας είπε όχι. Πώς αντιδράσατε; Θα μπορούσατε να είχατε αντιδράσει διαφορετικά;
– Σκεφτείτε μια φορά που θέλατε να πείτε όχι, αλλά δεν το κάνατε. Πώς θα μπορούσατε να είχατε οριοθετηθεί;
– Με τι τρόπο πιστεύετε ότι οι κοντινοί σας άνθρωποι θα ανταποκριθούν στα όριά σας; βασίζεται σε γεγονότα ή σε δικές σας υποθέσεις; τι έχει συμβεί στο παρελθόν και σας κάνει να το σκέφτεστε αυτό;
– Πιστεύετε πως χρειάζεστε σε κάποιο τομέα καλύτερη οριοθέτηση αυτό τον καιρό; (επαγγελματικά, οικογενειακές σχέσεις, φιλία, προσωπική ζωή)

Επτά λάθος ερμηνείες που κάνουμε για τους άλλους

Το να καταλαβαίνουμε τους άλλους δεν είναι πάντα εύκολη υπόθεση. Κανένας δεν έχει την ικανότητα να διαβάζει τη σκέψη και αρκετές φορές τα συμπεράσματα που βγάζουμε για τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις προθέσεις των άλλων είναι λανθασμένα ή απλά προβολές. Τα πιο συνηθισμένα λάθη που κάνουμε και αφορούν τους άλλους είναι:

1. Οι άλλοι μας συμπαθούν περισσότερο από όσο φανταζόμαστε

Πολλές φορές όταν συζητάμε με κάποιον που δεν γνωρίζουμε καλά ανησυχούμε για την εντύπωση που κάναμε. Αναρωτιόμαστε αν είμασταν βαρετοί, μήπως μιλήσαμε πολύ και μοιραστήκαμε πολλά για εμάς. Πολλές φορές προβάλουμε στους άλλους δικές μας σκέψεις και συναισθήματα.

2. Το να μιλάμε με αγνώστους είναι πιο ευχάριστο από όσο νομίζουμε

Μπορεί να μην είναι μόνο ευχάριστο αλλά γνωρίζοντας πως δεν θα ξαναδούμε τον άλλον ίσως να μη μας νοιάζει τόσο πολύ για το τι εντύπωση θα κάνουμε και απλώς θα απολαύσουμε τη συζήτηση.

3. Οι άλλοι δεν παρατηρούν πάντα αυτό που θέλουμε να κρύψουμε

Η αλλιώς “ το φαινόμενο του προβολέα” δηλαδή όταν πιστεύουμε πως όλα τα φώτα είναι πάνω μας και ανά πάσα στιγμή και κάθε λάθος θα γίνει αμέσως αντιληπτό από τους άλλους. Βοηθάει να θυμόμαστε πως δεν ασχολούνται όλοι μαζί μας και πως δεν είμαστε το κέντρο του κόσμου.

4. Οι άλλοι μας κρίνουν λιγότερο αυστηρά από όσο πιστεύουμε

Έχουμε την τάση να εστιάζουμε στα λάθη μας γι’αυτό και πιστεύουμε πως και οι άλλοι θα κάνουν το ίδιο. Αλίμονο εάν κρίνουμε έναν άνθρωπο από μια κακή μέρα που μπορεί να έχει και όχι από την ευρύτερη εικόνα και συμπεριφορά του.

5. Δεν είμαστε τόσο διάφανοι όσο πιστεύουμε

Εάν θέλουμε να ξέρουν οι άλλοι τα συναισθήματα και τις ανάγκες μας πρέπει να τα μοιραζόμαστε και όχι να περιμένουμε να καταλάβουν και να θυμώνουμε που δεν καταλαβαίνουν. Η άγνοιά τους δεν είναι ένδειξη αδιαφορίας αλλά ένδειξη της δυσκολίας ή του φόβου που έχουμε να επικοινωνούμε.

6. Οι άνθρωποι εκτιμούν ένα κομπλιμέντο περισσότερο από όσο φανταζόμαστε

Μια αυθεντικά καλή κουβέντα μας κάνει να νιώθουμε καλά. Γιατί αποφεύγουμε να τη λέμε; Θα δώσω μια θετική ερμηνεία -που φυσικά δεν ισχύει για όλους- αλλά γιατί υποτιμάμε πόσο ωραία μπορεί να αισθανθεί κάποιος και υπερεκτιμάμε πόσο αμήχανα μπορεί να αισθανθεί με ένα κομπλιμέντο.

7. Δεν είμαστε οι μόνοι που δεν έχουμε κανονίσει κάτι για το Σαββατόβραδο γιατί δεν βρίσκαμε την παρέα που θέλαμε

Αρκετοί νιώθουμε λιγότερο σίγουροι για την κοινωνική μας ζωή συγκριτικά με άλλους τομείς και τα κοινωνικά δίκτυα πιθανότατα να διαιωνίζουν αυτή την πεποίθηση. Πιστεύουμε πως οι άλλοι έχουν πιο έντονη κοινωνική ζωή που την απολαμβάνουν κιόλας.

Ξεπερνιούνται οι απώλειες;

“Είναι χαζό. Θα έπρεπε να το είχα ήδη ξεπεράσει. δεν γίνεται να μιλάω συνέχεια για το ίδιο θέμα δεν είναι φυσιολογικό. Δεν μου αρέσει να είμαι αυτός που δεν μπορεί να το ξεπεράσει”. Μια πολύ συχνή φράση που όλοι έχουμε πει για απώλειες που μας έχουν πληγώσει και δυσκολευόμαστε να ξεπεράσουμε.

Η αλήθεια είναι πως υποφέρουμε περισσότερο γιατί είμαστε προσκολλημένοι στην ιδέα ότι πρέπει να ξεπερνάμε οριστικά τις απώλειές μας. Υποφέρουμε περισσότερο γιατί έχουμε την προσδοκία να τις ξεπεράσουμε αφού έχουμε περάσει τα στάδια της οδύνης που έχουμε διαβάσει τόσα πολλά γι’αυτά.  Όταν δεν γίνεται έτσι τότε νιώθουμε πως κάνουμε κάτι στραβά ή βασικά κάτι δεν πάει καλά με εμάς. έχουμε πρόβλημα. Έτσι έχουμε να αντιμετωπίσουμε δυο θέματα: την οδύνη του γεγονότος και την τυραννία του πρέπει να το είχαμε ήδη ξεπεράσει.

Η Ελίζαμπεθ Κιούμπλερ Ρος, ήταν η πρώτη που μίλησε για τα πέντε διαδοχικά ψυχολογικά στάδια που βίωναν οι ασθενείς που πέθαιναν από κάποια ανίατη ασθένεια, με τελευταίο αυτό της αποδοχής. Αργότερα τα στάδια αυτά άρχισαν να χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν το βίωμα και όσων πενθούσαν.

Όμως, για τον άνθρωπο που πεθαίνει υπάρχει ένα τέλος που όμως αυτό δεν ισχύει για εκείνον που πενθεί. Αυτός συνεχίζει να ζει, και όσο ζει υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο να νιώσει οδύνη. Βεβαίως μέσα από τη διεργασία του πένθους αισθανόμαστε καλύτερα ωστόσο μπορεί η στεναχώρια μας να εξαλειφθεί εντελώς;

Κάποιοι, αν κρίνουμε από την βιβλιογραφία για το θέμα, υπόσχονται το οριστικό ξεπέρασμα της οδύνης. Με μια γρήγορη αναζήτηση θα βρείτε αμέτρητα βιβλία που σχεδόν όλα υπόσχονται ανάρρωση από το πένθος. Ένας άνθρωπος που υποφέρει και διαβάσει αυτούς τους τίτλους θα υποθέσει πως το πένθος είναι κάτι που διορθώνεται. Πως μπορεί να ξεμπερδέψει μια και καλή με αυτό. Αυτή η προσδοκία είναι ο σίγουρος τρόπος για να οδηγηθεί κάποιος στην απέχθεια για τον εαυτό του και στην απόγνωση.

Θα ήταν ωραία να γίνεται αυτό, να μην ήταν απλά μια φαντασίωση, μια αφήγηση που λέει ότι μπορούμε να αγαπήσουμε, να υποστούμε την απώλεια, να υποφέρουμε και μετά να κάνουμε κάτι που θα δώσει οριστικό τέλος στη λύπη μας. Θα ήταν ωραία να γίνεται γιατί ξέρουμε, πως η οδύνη μπορεί να μας αιφνιδιάσει αν πάσα στιγμή και να διαταράξει την ηρεμία μας.