Ψέματα στον ψυχοθεραπευτή

Η ψυχοθεραπεία είναι το κατεξοχήν μέρος για να μοιραζόμαστε τα μυστικά μας, αλλά μερικές φορές είναι δύσκολο να πούμε την αλήθεια ή πιο εύκολο να πούμε ένα μικρό, αθώο ψέμα. Μπορεί σε κάποιους να ακούγεται περίεργο αλλά δεν είναι κάτι σπάνιο εάν σκεφτούμε πως το να μπούμε σε ψυχοθεραπεία δεν είναι απλό και χρειάζεται θάρρος, ειδικά στην αρχή που δεν ξέρουμε τον άλλον και αισθανόμαστε ευάλωτοι. Το άρθρο επικαλείται μια μελέτη σε περισσότερους από 500 θεραπευόμενους η οποία έδειξε ότι πάνω από το 90% είχε πει ψέματα στον ψυχοθεραπευτή τους τουλάχιστον μια φορά. Τα πιο συχνά στις προτιμήσεις ήταν η προσποίηση ότι οι παρεμβάσεις του ψ ήταν βοηθητικές, η άρνηση των συναισθημάτων ανασφάλειας και η υποτίμηση του πόνου και της δυσαρέσκειας που αισθάνονταν στη ζωή τους.

Υπάρχουν διάφοροι λόγοι που ένας θεραπευόμενος λέει ψέματα για πράγματα -τα οποία συνήθως είναι για εκείνα που χρειάζεται περισσότερο να μιλήσει-. Κάποιες φορές ανησυχεί πως ο ψυχοθεραπευτής του θα σχηματίσει αρνητική γνώμη για εκείνον, κάποιες άλλες το θέμα από μόνο του προκαλεί αμηχανία και άλλες γιατί θέλει να τον ευχαριστήσει. Η τάση μας να θέλουμε να ικανοποιούμε τους άλλους μπορεί να μας κάνει να λέμε “αλτρουιστικά ψέματα” με σκοπό να προστατεύσουμε τα συναισθήματα τους. Δεν είναι δουλειά σας να προστατεύετε τα συναισθήματα του ψυχοθεραπευτή σας. Αντιθέτως, το πιθανότερο που θα συμβεί είναι η σχέση να αποκτήσει μεγαλύτερη εγγύτητα και θα δείτε βιωματικά ότι ο άλλος δεν θα διαλυθεί ή δεν θα φύγει αν ακούσει την αλήθεια.  

Η αποσιώπηση της αλήθειας μπορεί να μας προστατεύσει και από ανατρεπτικά συναισθήματα, όπως άγχος, ενοχή ή θλίψη. Όμως, το κόστος μιας αποκάλυψης έρχεται μαζί με ανταμοιβή. Χτίζεται η εμπιστοσύνη στη θεραπευτική σχέση, έχουμε την ευκαιρία να εμβαθύνουμε, κατευθύνοντας τη θεραπεία προς μια πιο ουσιαστική κατεύθυνση. Όσο περιμένουμε, τόσο πιο εδραιωμένο γίνεται το πρόβλημα. 

Το ψέμα μπορεί να προκαλέσει ντροπή και να μας κάνει να αποφύγουμε το θέμα μας. Θα βοηθήσει πολύ να αναγνωρίσουμε και να κατονομάσουμε την ντροπή διερευνώντας πού εμφανίζεται στο σώμα μας. Μπορεί να παρατηρήσουμε ένα σφίξιμο στο στομάχι, ένταση στους ώμους, μάζεμα-σφίξιμο στο σώμα. Όταν έρθουμε σε επαφή με την ντροπή μπορούμε να πούμε στον εαυτό μας με συμπόνια και αποδοχή  “μερικές φορές όλοι ντρεπόμαστε και όπως όλα τα συναισθήματα δεν διαρκούν για πάντα”. Όταν βλέπουμε τα συναισθήματα ως μέρος της ανθρώπινη εμπειρίας, νιώθουμε λιγότερο μόνοι. 

Κάτι που είναι πάντα χρήσιμο και σε άλλες καταστάσεις είναι να μιλάμε για τη δυσκολία μας. Όταν ξεκινάω να μιλάω γι αυτή, η δυσκολία μου μικραίνει, γίνεται πιο ελαφριά. Μπορείτε να πείτε στον ψυχοθεραπευτή σας πως έχετε πει ένα ψέμα γιατί φοβόσασταν πως θα παίρνατε κριτική εάν του λέγατε την αλήθεια. Μπορείτε να πείτε πως μπορεί να θύμωνε εάν του λέγατε πως δεν πηγαίνει καλά η θεραπεία. Πως φοβόσασταν ότι όλα θα άλλαζαν, ακόμα και η σχέση σας.  

Να θυμάστε πως το δωμάτιο της ψυχοθεραπείας είναι ένας ασφαλής χώρος και για πειραματισμούς. Μαθαίνουμε καινούργιους τρόπους με έναν άνθρωπο που ξέρουμε πως δεν θα φύγει, δεν θα πάρει κάτι προσωπικά και κυρίως έχει εκπαιδευτεί γι’αυτό. 

https://www.washingtonpost.com/wellness/2024/02/02/therapy-lying-shame-strategies

Δύο μεγάλοι φόβοι 

Ένας μεγάλος αριθμός προβλημάτων στις σχέσεις συνοψίζεται σε δύο φράσεις: Κάποιος στέκεται πολύ μακριά. Κάποιος στέκεται πολύ κοντά. Το να καταφέρουμε να έχουμε τη σωστή απόσταση από έναν άνθρωπο είναι εφικτό όταν μάθουμε τον τρόπο να αναγνωρίζουμε ότι χρειαζόμαστε την αγάπη του, όταν εμπιστευτούμε πως και εκείνος θα μας χρειαστεί και βεβαίως να πιστεύουμε πως θα μπορέσουμε να ζήσουμε και χωρίς αυτόν.

Όπως συμβαίνει με τόσες πολλές πτυχές της αγάπης των ενηλίκων, οι προσδοκίες και οι ανησυχίες μας πηγάζουν από τις εμπειρίες μας στην πρώιμη παιδική ηλικία. Σε έναν ιδανικό κόσμο, ο ιδανικός γονιός είναι σε θέση και ξέρει να προσφέρει στο παιδί του μια πραγματική και παντοτινή αίσθηση ότι μπορεί να αγαπηθεί με ασφάλεια χωρίς να καταπιέζεται και να φροντίζεται σταθερά χωρίς να πνίγεται.

Επειδή όμως και οι γονείς είναι άνθρωποι με δυνατότητες και περιορισμούς, οι εκκλήσεις και οι ανάγκες μας για αγάπη μπορεί να αντιμετωπίστηκαν είτε με απουσία, είτε με σκληρότητα, είτε με παραμέληση, καλλιεργώντας τον φόβο της εγκατάλειψης. Ή με χειραγώγηση και υπερβολή, καλλιεργώντας τον φόβο της ασφυξίας.

Ως ενήλικες μπορεί να πασχίζουμε για “χώρο”, διώχνοντας μακριά εκείνους που πιθανότατα μπορούν να έχουν ένα ευγενικό και θεμιτό ενδιαφέρον για τη φροντίδα και ευημερία μας. Υπόνοια κοντινότητας και τρυφερότητας μπορεί να ερμηνευθούν ως προάγγελος δυσοίωνης χειραγώγησης. Μπορεί να ψυχρανθούμε και να εξαφανιστούμε από όσους δεσμεύονται απέναντί μας, ενώ μας είναι πιο εύκολο να σχετιζόμαστε με ανθρώπους που ελάχιστα γνωρίζουμε, ή που μπορούμε να κοιτάξουμε αποκλειστικά σε μια οθόνη.

Η στενή επαφή, η οικειότητα έχουν συχνά ως συνέπεια την αίσθηση της απώλειας του ελέγχου. Η οικειότητα θέτει σε δοκιμασία τους βαθύτερους φόβους μας για το ποιοι είμαστε και για το εάν είναι αποδεκτό να είμαστε ο εαυτός μας. 

Από την άλλη, μπορεί να φοβόμαστε τόσο πολύ την απόσταση, ώστε να μας είναι αβάσταχτο να αφήσουμε από τα μάτια μας τον σύντροφό μας. Κάθε φορά που μπορεί να κανονίζει να κάνει κάτι χωρίς εμάς, να το βιώνουμε ως εγκατάλειψη. Μπορεί να απαιτούμε να συμφωνούν μαζί μας στα πάντα, η διαφοροποίηση να σημαίνει καταστροφή και ιδανικά, κάθε φορά που βγαίνουν έξω χωρίς εμάς, να φοράνε έναν βαρύ μανδύα για να κρύβονται. 

Λίγοι είναι εκείνοι που δεν είναι στον έναν από τους δύο πόλους “εγκλωβισμού-εγκατάλειψης’ και μια ασφαλής διαδρομή μεταξύ των δύο δεν είναι πάντα δεδομένη ακόμα και σε μια υγιή σχέση. Δεν είναι πάντα εύκολο να περιγράψουμε στον άλλο αυτό που μας συμβαίνει, όμως αυτή ακριβώς η περιγραφή του φόβου και μια αναφορά σε ένα πιθανά δύσκολο παρελθόν, είναι αυτό ακριβώς που θα βοηθήσει και τους δυο να ανταπεξέλθουμε στη δυσκολία. 

Γιατί είναι καλύτερα να ακούμε αντί να καθησυχάζουμε

Πολλές φορές όταν κάποιος μας εκμυστηρεύεται κάποιο πρόβλημά του, μια από τις πιο συνηθισμένες, σχεδόν αυτόματες και με τις καλύτερες προθέσεις, απαντήσεις μας είναι να προσπαθούμε να αρνηθούμε τη σοβαρότητα αυτών που ακούσαμε. Συνήθως αυτό οφείλεται στη δική μας άλυτη σχέση με την απελπισία, το φόβο, τη θλίψη. Αν έρθουμε σε επαφή με τη δυσκολία του άλλου τότε θα πρέπει να σταθούμε και να έρθουμε σε επαφή με τις δυσάρεστες πτυχές της δικής μας πραγματικότητας.

Μια πιο ενήλικη σχέση με τον εαυτό μας μπορεί να μετριάσει την τάση μας να λέμε στους άλλους “όλα καλά θα πάνε, θα δεις” και να μη φοβόμαστε να στεκόμαστε, να ακούμε και απλά να λέμε “ναι, είναι δύσκολο”. Όσο περισσότερο αντέχουμε να ακούμε ένα δυσάρεστο νέο που μοιράζεται κάποιος, τόσο πιο εύκολο θα είναι για εκείνον να μην το καταπιέσει.
Όσο καλύτεροι ακροατές είμαστε, τόσο πιο ήσυχοι θα είναι. Ένα συναίσθημα όταν αναγνωρίζεται χάνει την ένταση του, δεν γίνεται πιο ισχυρό. Είναι γενναιόδωρο, ενήλικο και ανακουφιστικό να αφήνουμε κάποιον να είναι λυπημένος και απελπισμένος όταν είναι κοντά μας χωρίς να υποκύπτουμε στον πειρασμό να πούμε κάτι χαρούμενο. 

Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας

Βρισκόμαστε στο 1946. Ο γιατρός Paul Brand εργάζεται σε ένα λεπροκομείο και ανακαλύπτει ότι οι παραμορφώσεις που δημιουργούνται από τη λέπρα δεν οφείλονται στην αρρώστια αυτή καθεαυτή, αλλά στην προοδευτική φθορά που προκαλούν οι μολύνσεις και οι τραυματισμοί μιας που οι ασθενείς δεν νιώθουν πόνο.

Το 1972 γράφει: “Αν μπορούσα, θα χάριζα στους ανθρώπους που υποφέρουν από λέπρα το δώρο του πόνου”. Κάποιες φορές μπορεί να υποφέρουμε από ένα είδος ψυχολογικής λέπρας, ανίκανοι να αισθανθούμε τον συναισθηματικό πόνο μας, κινδυνεύουμε να προκαλέσουμε στον εαυτό μας ανεπανόρθωτη ζημιά.

Όλοι μας κάποια στιγμή προσπαθούμε να καταπνίξουμε επώδυνα συναισθήματα. Όταν επιτυγχάνουμε να μη νιώθουμε τίποτα, χάνουμε το μοναδικό μέσο που διαθέτουμε για να αντιλαμβανόμαστε τι μας πληγώνει και γιατί. Όλα είναι διαχειρίσιμα και πολλές από τις καταστάσεις που μας φαίνονται αξεπέραστες αντιμετωπίζονται. Σήμερα δεν υπάρχει λόγος για κανένα να υποφέρει σιωπηλά.

Οι ρόλοι στις σχέσεις

Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες θεωρίες -που βασίζεται στη θεραπευτική προσέγγιση της Συναλλακτικής Ανάλυσης- είναι ότι στις σχέσεις μας προσπαθούμε ή αναγκαζόμαστε να παίζουμε  τρεις βασικούς ρόλους: του παιδιού, του γονιού και του ενήλικα.

Το παιδί μέσα στη σχέση είναι συνήθως ευάλωτο, εύπιστο, αδύναμο, σε ανάγκη, ανίκανο να φροντίσει σωστά τον εαυτό του και αναζητά βοήθεια, τρυφερότητα, υποστήριξη, δομή και κάποιους κανόνες. Ο γονιός είναι δυνατός, έχει τον έλεγχο, είναι υπεύθυνος αλλά και συχνά  επικριτικός, επιβλητικός και πολυάσχολος.
Ο ενήλικας είναι λογικός, συνετός, δεν είναι ούτε πολύ αδύναμος ούτε πολύ δυνατός, είναι δημιουργικός και ευγενικός.

Εν δυνάμει, όλοι μας μπορούμε να εναλλάσσουμε τους τρεις αυτούς τύπους προσωπικότητας-ρόλους με σχετική ευκολία. Ειδικά σε μια ισότιμη σχέση, έχουμε τη δυνατότητα να μετακινούμαστε από ρόλο σε ρόλο, όμως, ως επί το πλείστον θα βρισκόμαστε στη θέση του ενήλικα, και αν οι περιστάσεις το απαιτούν, θα μπορούμε να περάσουμε στη θέση του γονέα ή του παιδιού.

Για παράδειγμα, όταν είμαστε σε κρίση ή περνάμε μια δυσκολία, είναι εντάξει να ξέρουμε πώς να γινόμαστε ξανά παιδιά, να δείχνουμε την ανάγκη μας, να ζητάμε βοήθεια, να γινόμαστε μικροί και να εμπιστευόμαστε ότι ο σύντροφός μας θα μας αντιμετωπίσει με καλοσύνη και συμπάθεια χωρίς να φοβόμαστε πως θα πάρουμε επίθεση ή υποτίμηση.

Με τον ίδιο τρόπο όταν ο ενήλικας σύντροφός μας περνάει μια δύσκολη φάση και έχει μπει στο ρόλο του παιδιού, εκεί θα μπορούμε να είμαστε ικανοί να αναλάβουμε γονεϊκό ρόλο, να γινουμε βοηθητικοί, επιεικείς, ήρεμοι και αρκετά ασφαλείς στον εαυτό μας και στη σχέση ώστε να γνωρίζουμε ότι ο σύντροφος-παιδί θα επανέλθει σε λίγο καιρό στην ωριμότητα και την αυτοκυριαρχία που συνήθως περιμένουμε από αυτόν.

Η δυσκολία και τα προβλήματα ξεκινούν όταν οι άνθρωποι καθηλώνονται σε έναν ρόλο, όταν είναι μόνο παιδιά ή μόνο γονείς.

Υπάρχουν σχέσεις στις οποίες, για παράδειγμα, ο ένας σύντροφος είναι πάντα το παιδί και ο άλλος είναι πάντα ο γονιός. Ο ένας είναι πάντα λίγο ανεύθυνος και άτακτος. Μπορεί να είναι άκρως αξιαγάπητοι -τουλάχιστον στην αρχή της σχέσης και όταν κάποιος έχει διάθεση- αλλά θα διστάζαμε να τους αφήναμε να διαχειριστούν σοβαρά θέματα που θα προέκυπταν. Από την άλλη, υπάρχει ένας σύντροφος γονιός: πάντα επιπλήττει, πάντα υπενθυμίζει στο παιδί τι πρέπει να κάνει, εξαιρετικά ικανός, πάντα αγχωμένος, άλλοτε επιεικής και άλλοτε στα όρια του θυμού και του σωφρονισμού με το παιδί. 

Γιατί όμως οι άνθρωποι καθηλωνόμαστε σε αυτούς τους ρόλους; Γιατί μπορεί να είναι τόσο δύσκολο να μετακινηθούμε από τον έναν στον άλλον; Συνήθως μπορούμε να απαντήσουμε σ’αυτές τις ερωτήσεις αν εξετάσουμε κάτι στο παρελθόν που έκανε την εύκολη μετάβαση σε έναν ρόλο μη βιώσιμη ή τρομακτική.

Υπάρχουν άνθρωποι κολλημένοι στο ρόλο του παιδιού για τους οποίους η ενηλικίωση και η γονεϊκότητα παρουσιάζουν ανυπέρβλητες δυσκολίες. Ίσως είναι παιδιά ενός στοργικού γονέα που δεν μπορούσε να ανεχθεί τη δική τους εκκολαπτόμενη ωριμότητα και για να θεωρηθούν άξιοι της αγάπης, έπρεπε να παραμείνουν παιδιά. Ίσως να αισθάνονται ότι πρέπει να παραμείνουν στο ρόλο του παιδιού επειδή ένας γονιός θα ήταν θυμωμένος και επικριτικός αν τολμούσε να δείξει ανεξαρτησία και υπερηφάνεια για τα ενήλικα ιδανικά του.

Από την άλλη πλευρά, με οδυνηρό τρόπο, υπάρχουν άνθρωποι των οποίων οι νεότεροι εαυτοί έτυχαν κακής μεταχείρισης, που βίωσαν τέτοιο άγχος και έλλειψη υποστήριξης όταν ήταν παιδιά, ώστε η ιδέα του να είναι μικροί έστω και για λίγο αποτελεί αφόρητη πρόκληση για την ακεραιότητά τους. Μπορεί να είναι ευχαριστημένοι κάνοντας τη μαμά και τον μπαμπά- αυτό που δεν μπορούν ποτέ να κάνουν είναι να είναι παιδιά και να αφήνονται.

Η διέξοδος από όλα αυτά τα αδιέξοδα είναι, όπως πάντα, η επίγνωση και η αμοιβαία ειλικρίνεια στις σχέσεις. Οι περιορισμοί μας δεν είναι τόσο άκαμπτοι όταν έχουμε επίγνωση και αποφασίσουμε να κάνουμε κάτι για αυτούς. Το να αποδεχθούμε πως τις περισσότερες φορές παίρνουμε το ρόλο του παιδιού και δεν τολμάμε να γίνουμε ενήλικες ή είμαστε ένας γονιός που δυσκολεύεται πολύ να γίνει παιδί, δεν είναι απλώς μια παραδοχή που ακούγεται παράξενη ή προβληματική. Δείχνει έναν άνθρωπο που προσπαθεί για την ωριμότητα και ψάχνει τον δρόμο προς την ενηλικίωση. 

Ο καταναγκασμός της επανάληψης

Μια από τις πιο ιδιαίτερες ψυχοθεραπευτικές έννοιες είναι ο καταναγκασμός της επανάληψης. Δηλαδή, η τάση των ανθρώπων να επαναλαμβάνουμε συμπεριφορές, αντιδράσεις, σχέσεις, κυρίως όταν κάποιο τραύμα δεν έχει αναγνωριστεί και δεν έχει με κάποιο τρόπο τακτοποιηθεί. Αυτή η επανάληψη μπορεί να συμβαίνει ακόμα και όταν η λογική λέει πως οι συγκεκριμένες καταστάσεις θα πρέπει να αποφευχθούν. Στην ουσία, ο καταναγκασμός της επανάληψης είναι μια προσπάθεια να αντιμετωπίσουμε, να επεξεργαστούμε και να ξαναζήσουμε προβληματικά περιστατικά από το παρελθόν, με την ελπίδα ότι αυτή τη φορά η έκβαση θα είναι διαφορετική. 

Για παράδειγμα, μπορεί να έχουμε την τάση να μας ελκύουν άνθρωποι με συμπεριφορά απόμακρη, ψυχρή, μπερδευτική ή χαοτική που μας κάνει να υποφέρουμε. Να μας ελκύει το ακατανόητο και η ανοχή σ’αυτό, που συνήθως καταλήγει σε εγκατάλειψη του εαυτού μας, σε προβλήματα επικοινωνίας και οικειότητας. Ωστόσο, δεν είναι τόσο ότι επιλέγουμε μια δύσκολη κατάσταση και στη συνέχεια προσπαθούμε να επαναλάβουμε απλά όλη την πορεία της. Προσπαθούμε να βρούμε μια ιστορία αρκετά οικεία ώστε να μας ελκύει, και στη συνέχεια πασχίζουμε να δώσουμε ένα διαφορετικό τέλος με διαφορετικούς “ηθοποιούς” κάθε φορά. Αυτό που μας οδηγεί στον καταναγκασμό της επανάληψης δεν είναι ότι η ιστορία είναι εξ αρχής δύσκολη, αλλά ότι δεν καταφέρνουμε να αλλάξουμε το τέλος της.

Το βαθύτερο και μάλλον ασυνείδητο κίνητρό μας είναι να επιστρέψουμε στην παιδική μας ηλικία με τις ενήλικες ικανότητές μας και να διασφαλίσουμε ότι αυτή τη φορά, τα πράγματα θα είναι αλλιώς. Θέλουμε να βρούμε κάποιον που να ήταν τόσο απόμακρος όσο μπορεί να ήταν ο πατέρας μας, αλλά αυτή τη φορά, θέλουμε να τον πάμε για θεραπεία, να κάνουμε μαζί του διαλόγους για να καταλάβει, να τον βοηθήσουμε να δει τις πληγές του και να γίνουμε οι προστάτες, οι οδηγοί του. Επιθυμούμε να βρούμε έναν θυμωμένο άνθρωπο που όμως στο σήμερα, αντί να τον φοβόμαστε, θέλουμε μια ευκαιρία για να μπορέσουμε αυτή τη φορά να κατευνάσουμε αυτόν τον θυμό, να καταλάβει το λάθος του, να μας ζητήσει συγγνώμη και να μας δικαιώσει. Ψάχνουμε στην ενήλικη ζωή μια δεύτερη ευκαιρία για να διορθώσουμε μια τραυματική δυναμική που σαν παιδιά δεν ξέραμε, δεν μπορούσαμε και δεν ήταν και η δουλειά μας να το κάνουμε. 

Όλα αυτά δεν χρειάζεται ούτε να μας εκπλήσσουν, ούτε να μας τρομάζουν, ούτε να μας απογοητεύουν καθώς δεν υπάρχει τίποτα εγγενώς κακό και κάποιες καταστάσεις είναι και αναπόφευκτες. Θα μας βοηθήσει πολύ να βρούμε το μοτίβο μας και μετά εάν θέλουμε να το κάνουμε κάτι, να το αλλάξουμε. Γιατί ως ενήλικες μπορούμε να αποκτήσουμε τις ικανότητες που θα μας επιτρέψουν να πειραματιστούμε με τις προκλήσεις του “εδώ και τώρα” που ως παιδιά στο “εκεί και τότε” δεν μπορούσαμε. 

“Δεν χρειάζομαι κανέναν” είναι μια δήλωση που γίνεται συχνά από εκείνους που κάποια στιγμή στη ζωή τους χρειάστηκαν την υποστήριξη ή την παρουσία κάποιου, αλλά κανείς δεν ήταν εκεί γι’αυτούς. Στο σήμερα, ίσως να είναι ένας μηχανισμός άμυνας ή τρόπος επιβίωσης για να μην υπάρχει άλλη απογοήτευση και ματαίωση στο μέλλον. Μια αίσθηση αυτοδυναμίας ως απάντηση σε παλιότερες ανεκπλήρωτες ανάγκες αλλά ίσως και μια έντονη επιθυμία για σύνδεση και επιβεβαίωση, καλυμμένη από ένα προσωπείο ανεξαρτησίας. 

Όρια και κοινωνικά δίκτυα

Τα κοινωνικά δίκτυα είναι ο χώρος που πυροδοτούνται πολλά συναισθήματα και γενικά το κλίμα που επικρατεί σε αυτά μπορεί να παρασύρει και έναν σχετικά γειωμένο άνθρωπο. Ο τρόπος για να παραμένουμε γειωμένοι και ήρεμοι είναι φυσικά η οριοθέτηση.

Βάζοντας όρια στα κοινωνικά δίκτυα μπορεί να σημαίνει πως:
– Σταματάμε να ακολουθούμε ή να διαβάζουμε ανθρώπους που αυτά που μοιράζονται δεν μας προσφέρουν κάτι
– Μπλοκάρουμε ή βάζουμε στο αθόρυβο πρώην συντρόφους που μας στοιχίζει συναισθηματικά να τους βλέπουμε ακόμα και διαδικτυακά
– Βάζουμε στο αθόρυβο κοντινούς μας ανθρώπους που δυσκολευόμαστε ή δεν θέλουμε να κόψουμε εντελώς τη διαδικτυακή μας επαφή
– Όταν έχουμε την τάση να κάνουμε κάποιο αγενές ή μικροπρεπές σχόλιο -που πιθανότατα αργότερα το μετανιώσουμε- τότε σίγουρα μπλοκάρουμε, σταματάμε να ακολουθούμε ή βάζουμε στο αθόρυβο τον χρήστη
– Είμαστε ειλικρινείς με τους φίλους που θέλουμε να κάνουμε παρέα
– αντί να κάνουμε παθητικο επιθετικά σχόλια για τις επιλογές και τις ζωές των άλλων, στεκόμαστε σε εμάς και προσπαθούμε να έρθουμε σε επαφή με τη ζήλεια -ή άλλο συναίσθημα- που μπορεί να αισθανόμαστε

Όλοι χρειαζόμαστε Ubuntu

Όταν κάτι πάει στραβά στον κόσμο οι περισσότεροι άνθρωποι θέλουν να δώσουν μια εξήγηση, μια ερμηνεία. Τις περισσότερες φορές καταλήγουμε να λέμε πως βασική αιτία είναι η έλλειψη αυτού που στη ζουλού γλώσσα ονομάζεται “ubuntu”.

Ubuntu σημαίνει συμπόνοια, αποδοχή και ανθρωπιά αλλά πηγάζει από τη βαθύτερη έννοια της ενσυναίσθησης και της ενότητας. Δεν είναι μόνο θαυμασμός για αυτό που είναι όμορφο, άδολο, επιτυχημένο, είναι αυτό που κάποιος καταφέρνει να νιώθει για εκείνους που δεν αποδέχεται, δεν εγκρίνει, για εκείνους που έχουν κάνει μεγάλα λάθη ακόμα και όσους έχουν παραβιάσει τους ηθικούς τους κώδικες.  Ubuntu είναι να μπορούμε να ακούσουμε πως συμπεριφορές άλλων δεν έχουν πάντα κακία ή πρόθεση να προκαλέσουν κακό αλλά πολλές φορές ο φόβος κάνει τους ανθρώπους επιθετικούς. 

Ubuntu είναι να μπορούμε να αναρωτιόμαστε με συμπάθεια και φαντασία πώς μπορεί κάποιος να έχει φτάσει να συμπεριφέρεται με αλαζονεία και υποτίμηση προς τους άλλους. Το ubuntu μας επιτρέπει να δούμε το χαμένο, ευάλωτο ή τραυματισμένο παιδί που κρύβεται μέσα σ’έναν μπερδεμένο και απογοητευμένο ενήλικα. Ubuntu είναι όταν μας αποδεχόμαστε ολόκληρους. Με τα προτερήματα και τους περιορισμούς μας. 

Το αντίθετο της παθητικοεπιθετικότητας 

Ο πιο συνηθισμένος τρόπος έκφρασης του θυμού ή οποιουδήποτε άλλου συναισθήματος που μας δυσκολεύει να εκφράσουμε είναι η παθητική επιθετικότητα. Αν και όλοι ξέρουμε πως αυτή η συμπεριφορά δεν βοηθάει ούτε εμάς ούτε μια σχέση, έχουμε μάθει πως είναι ο πιο εύκολος και ανεκτός τρόπος έκφρασης μιας που οι άνθρωποι έχουμε την τάση να διαχωρίζουμε τα συναισθήματα ως “καλά” και “κακά”.

Γινόμαστε παθητικοεπιθετικοί κυρίως γιατί δεν ξέρουμε να εκφράσουμε τον θυμό, το πιο παρεξηγημένο και ενοχοποιημένο συναίσθημα που ανεχόμαστε λιγότερο απ’όλα.  Έχει την εικόνα κάτι μεγάλου και ανεξέλεγκτου, που εάν το αφήσουμε ελεύθερο θα καταστρέψει τα πάντα. Κάτι που το κάνει ακόμα πιο μπερδεμένο είναι τα αντιφατικά μηνύματα που παίρνουμε από παιδιά.  Μαθαίνουμε ότι δεν είναι αποδεκτό να θυμώνουμε, αλλά από την άλλη μεριά βιώνουμε την οργή ή τον θυμό από τους ενήλικους, είτε άμεσα είτε με την έμμεση μορφή της παγερής αποδοκιμασίας.

Όμως, ως ενήλικοι, δεν χρειάζεται να γινόμαστε επιθετικοί ούτε με άμεσους, ούτε με έμμεσους τρόπους. Μπορούμε να επικοινωνούμε την ευαλωτότητά μας, την απογοήτευση, τον θυμό, τη λύπη, τη ντροπή. Γιατί είναι τόσο δύσκολο αυτό; φοβόμαστε να πούμε σε κάποιον ότι μας έχει πληγώσει. Τις περισσότερες φορές η τάση μας είναι να ανταποδώσουμε. Το τελευταίο πράγμα που θέλουμε όταν παίρνουμε επίθεση είναι να δείξουμε ευάλωτοι.  Αν θέλουμε να μας καταλαβαίνουν οι άλλοι, είναι σημαντικό να επικοινωνούμε με ειλικρίνεια. Την επόμενη φορά που νιώσουμε πληγωμένοι ή θυμωμένοι μπορούμε να κάνουμε κάτι διαφορετικό. Να πούμε την απλή φράση “Νιώθω θυμό/λύπη/απογοήτευση/ντροπή”