Αγαπητή Ψ- “ζηλεύω”

wp-1591022085740.jpg

“Έχω αρχίσει και ζηλεύω τη σύντροφό μου. πριν λίγες μέρες είχε αφήσει ανοιχτό το λάπτοπ της και είδα κατά λάθος κάτι μηνύματα με τον πρώην της (δεν έψαξα, εκείνη την ώρα είχε πεταχτεί κάπου έξω).  Δεν της είπα τίποτα αλλά μετά από αυτό έχω μπει στο τρυπάκι και παρατηρώ συνέχεια τη διαδικτυακή της συμπεριφορά και κάποια πράγματα με ενοχλούν. Έκανα μια συζήτηση η οποία κατέληξε σε τσακωμό. μου είπε πως θέλω να την ελέγχω, πως είμαι νευρωσικός και πως αυτά τα κάνουν όσοι έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση. Εγώ αυτό που θέλω είναι αυτό που προσφέρω. Σταθερότητα, εμπιστοσύνη, ειλικρίνεια. Για να πω την αλήθεια για μένα η ζήλια είναι ένδειξη ενδιαφέροντος. Θέλω να  να σταματήσει αυτό που κάνει αλλά όχι επειδή το λέω εγώ”

Δεν έχω να πω κάτι καινούργιο για τη ζήλια και είμαι σίγουρη πως τα περισσότερα τα ξέρεις. Όπως για παράδειγμα πως είναι σημαντικό να την απενοχοποιήσουμε και να τη δούμε απλά ως ένα συναίσθημα. Γενικά, βοηθάει να αποδεχόμαστε όλα μας τα συναισθήματα –ακόμα κ εκείνα που μας ενοχλούν – να τους δίνουμε χώρο και όχι να προσπαθούμε να τα «ξεφορτωθούμε». Δεν υπάρχει τίποτα απολύτως στραβό με τα συναισθήματά μας, όταν αυτά εκφράζονται με έναν υγιή και λειτουργικό τρόπο.

Ξέρεις, η αβεβαιότητα είναι ένας περιορισμός κάθε σχέσης και καλό θα ήταν να το αποδεχθούμε όλοι μας, όχι μόνο εσύ. Το να προσπαθούμε να ελέγξουμε τον άλλον έχει κούραση και είναι μάταιο. Γι’αυτό είναι πολύ χρήσιμο να εξετάζουμε τα πιστεύω και τις προσδοκίες για τις σχέσεις μας γενικότερα. Κάποιες φορές, η ζήλια μπορεί να πυροδοτείται ακριβώς απ’αυτά τα πιστεύω. Πεποιθήσεις τύπου «ο/η σύντροφός μου δεν πρέπει να έλκεται από άλλους» ή «τι δουλειά έχει να μιλάει με τον/την πρώην του» δεν είναι και τόσο υποστηρικτικές. Φυσικά και έχεις κάθε δικαίωμα να το πιστεύεις όμως αναρωτιέμαι εάν στο τώρα, υπάρχει και κάποιος άλλος τρόπος να νοηματοδοτείς αυτά που σου συμβαίνουν. Να δεις τις επιλογές σου.

Θα ήθελα να σου πω και άλλα δυο πράγματα που είμαι σίγουρη πως θα τα έχεις σκεφτεί και εσύ. Πολλές φορές η ζήλια μπορεί να είναι προβολή. Για παράδειγμα, εάν εγώ είμαι άπιστη, αποδίδω αυτή τη συμπεριφορά στον άλλο γιατί δεν μπορώ να αποδεχτώ πως είμαι άπιστη  και τελικά να πιστεύω ότι είναι ο άλλος άπιστος. Δεν εννοώ πως προβάλεις κάτι στη σύντροφό σου. Όμως είναι κάτι που συμβαίνει γενικά γι’αυτό και το αναφέρω.

Το άλλο που θέλω να σου πω είναι το πόσο σημαντικό είναι να ζητάμε από εκεί που μπορούν να μας δώσουν. Εάν έχω ανάγκη από σταθερότητα, γιατί να τη ζητάω από κάποιον που πιστεύω πως είναι ασταθής;

 

Το δίλημμα του σκαντζόχοιρου

hedgehogs
Λένε, ότι η οικειότητα γεννά περιφρόνηση και ενώ φράσεις αυτού του ύφους πολλές φορές γίνονται στερεότυπες, η συγκεκριμένη, υποστηρίζεται από την καθημερινή εμπειρία εάν σκεφτούμε τις δυσκολίες που περνάνε οι φιλικές, οι επαγγελματικές, οι οικογενειακές και οι ερωτικές σχέσεις. Στην αρχή μιας σχέσης, συνήθως, κυριαρχούν συναισθήματα αγάπης, στοργής, έλξης, ο ενθουσιαμός και η ανάλαφρη διάθεση.  Όπως είναι φυσικό, αυτή η στάση έχει σαν αποτέλεσμα την επιλεκτική προσοχή των χαρακτηριστικών και συμπεριφορών του άλλου.  Επιλέγουμε να βλέπουμε τη φωτεινή πλευρά όμως, η καθημερινή επαφή κάποιες φορές καταστρέφει το μαγευτικό αυτό τοπίο.  Αρχίζουμε και γνωριζόμαστε καλύτερα και κάποια χαρακτηριστικά που προηγουμένως μας γοήτευαν, τώρα μας απογοητεύουν. Γρήγορα, έρχεται και η απομυθοποίηση.

Στο άρθρο τους “Less is more: The Lure of Ambiguity, or why Familiarity Breeds Contempt” οι Norton, Frost and Ariely (2007) ισχυρίστηκαν ότι όντως η οικειότητα γεννά περιφρόνηση, αμφισβητώντας την αντίληψη ότι όσο περισσότερο γνωρίζουμε έναν άνθρωπο, τόσο περισσότερο τον συμπαθούμε. Σε μια σειρά πειραμάτων που έλαβαν χώρα τόσο σε online dating ιστοσελίδα όσο και στο ΜΙΤ, η έρευνά τους έδειξε ότι όσο περισσότερες πληροφορίες αποκτούμε σχετικά με τους άλλους, τόσο μικρότερη είναι και η προτίμηση.

Έτσι, η ασάφεια -η οποία στην έρευνα ορίστηκε ως έλλειψη πληροφοριών- έχει περισσότερες πιθανότητες να μας κάνει να συμπαθήσουμε κάποιον, γιατί έχουμε την τάση να μας αρέσουν άνθρωποι που υποθέτουμε ότι έχουν χαρακτηριστικά παρόμοια με τα δικά μας. Δηλαδή προβάλουμε στους άλλους χαρακτηριστικά που δεν έχουν.  Αυτό που οδηγεί τη σύνδεση μεταξύ γνώσης και αντιπάθειας, είναι η έλλειψη ομοιότητας.

Οι περισσότεροι συμμετέχοντες οι οποίοι γνώριζαν χαρακτηριστικά ενός άλλου, βρήκαν διαφορές με τον εαυτό τους και έτσι, από τη στιγμή που αντιλήφθησαν την αναμοιότητα, επηρεάστηκαν αρνητικά και επηρεάστηκε η άποψή τους ακόμα και για χαρακτηριστικά τα οποία πριν θα έβρισκαν ουδέτερα.

Οι περισσότεροι θέλουμε και έχουμε ανάγκη από αγάπη και κοντινότητα.  Ο φόβος, όμως, είναι εξίσου ισχυρή δύναμη και ανταγωνίζεται αυτή μας την ανάγκη. Παρόλο που οι ανάγκες μένουν ακάλυπτες όταν δεν ερχόμαστε κοντά, μπορεί να νιώθουμε μεγαλύτερη ασφάλεια όταν δεν το κάνουμε. Με τον τρόπο αυτό, δεν διακινδυνεύουμε την αβεβαιότητα που προκύπτει από τη στενή συναισθηματική σχέση με έναν άλλον άνθρωπο. Δεν διακινδυνεύουμε να πρέπει να δείξουμε ότι είμαστε αυτό που είμαστε, κάτι που περικλείει τη συναισθηματική ειλικρίνεια, αλλά και την πιθανή απόρριψη των συναισθημάτων μας. Δεν διακινδυνεύουμε την εγκατάλειψή μας από τους άλλους. Δεν βιώνουμε την αμηχανία που συνεπάγεται η αρχή μιας σχέσης που για πολλούς είναι πραγματικά αφόρητη.

Όταν δεν πλησιάζουμε στενά κάποιους ανθρώπους, ξέρουμε τι να περιμένουμε: τίποτα.
Η στενή επαφή-η οικειότητα έχουν συχνά ως συνέπεια την αίσθηση της απώλειας του ελέγχου. Η οικειότητα θέτει σε δοκιμασία τους βαθύτερους φόβους μας για το ποιοι είμαστε και για το εάν είναι αποδεκτό να είμαστε ο εαυτός μας, για το ποιοί είναι οι άλλοι και εάν είναι αποδεκτό να είναι εκείνοι αυτό που είναι. Απαιτείται ειλικρίνεια, αυθορμητισμός, εμπιστοσύνη, αποδοχή του εαυτού μας και αποδοχή των άλλων.

Η προσέγγιση μπορεί να μας προκαλεί φόβο αλλά δεν είναι και απαραίτητο να είναι έτσι.  Μπορούμε να είμαστε ο πραγματικός μας εαυτός όταν είμαστε με άλλους ανθρώπους και αξίζει να το διακινδυνεύουμε. Μπορούμε να εμπιστευτούμε τον εαυτό μας και έχουμε τη δυνατότητα να αντεπεξέλθουμε στην αμηχανία που υπάρχει στο ξεκίνημα μιας σχέσης, έστω και αν στην αρχή το κάνουμε όπως οι σκαντζόχοιροι. Προσεκτικά.

ΥΓ: Το δίλημμα του ακανθόχοιρου πρωτοεμφανίζεται στο έργο του Schopenhauer
‘Parerga und Paralipomena’ και το 1921 στο ‘Group Psychology and the Analysis of the Ego’ του Freud.  Μια ομάδα σκαντζόχοιρων στην προσπάθειά τους να έρθουν κοντά για να ζεσταθούν μια χειμωνιάτικη μέρα, έπρεπε να καταβάλουν προσπάθεια για να βρουν την ισορροπία έτσι ώστε και να πάρουν τη ζεστασιά αλλά και να μην τραυματιστούν μεταξύ τους με τα αιχμηρά τους αγκάθια.  Πρόκειται για μια αναλογία των προκλήσεων που προκαλεί η ανθρώπινη οικειότητα και το τι μπορεί να συμβεί κατά τη διαδικασία της δημιουργίας μιας σχέσης.Όσο πιο κοντά έρχονται δυο άνθρωποι μεταξύ τους, τόσο πιο πιθανό είναι να πληγωθούν. Όμως, αν παραμείνουν χώρια, θα συνεχίσουν να έχουν τον πόνο της μοναξιάς
.

 

Μονόπλευρες σχέσεις

wp-1590057863831.png
Οι μονόπλευρες σχέσεις μπορούν να υπάρξουν σε οποιοδήποτε πλαίσιο, όχι μόνο στις ερωτικές. Μια τέτοια σχέση καλλιεργεί μια άνιση δυναμική που μπορεί να είναι αρκετά επώδυνη και τοξική.  Είναι καλό να θυμόμαστε πως οι υγιείς σχέσεις είναι αμφίδρομες. Ενδεικτικά, κάποιες συμπεριφορές μονόπλευρης σχέσης είναι όταν:

  • παίρνετε πρώτοι την πρωτοβουλία για επικοινωνία
  • παίρνετε πρώτοι την πρωτοβουλία για να έρθετε με τον άλλον πιο κοντά
  • απολογείστε συνεχώς
  • αλλάζετε μόνο το δικό σας πρόγραμμα έτσι ώστε να συμβαδίζει με το πρόγραμμα του άλλου
  • οι προσπάθειές σας δεν έχουν ανταπόκριση
  • συχνά προσπαθείτε να δικαιολογήσετε την πληγωτική συμπεριφορά του άλλου (έχει πολλή δουλειά, πολλά στο μυαλό του, περνάει δύσκολα κλπ)
  • ζείτε συνέχεια με το φόβο και την αγωνία πως θα φύγει
  • οι στόχοι της/του έχουν γίνει δικοί σας
  • το επίκεντρο της σχέσης είναι οι ανάγκες του άλλου, για τις δικές σας δεν υπάρχει χώρος
  • συχνά άλλες προτεραιότητες είναι πιο πάνω από εσάς (δουλειά, χόμπυ, φίλοι)
  • συμπεριλαμβάνετε και τον άλλον όταν κάνετε σχέδια για το μέλλον, ενώ ο άλλος δεν κάνει το ίδιο και για εσάς

Όταν κάποιος σου λέει ποιος είναι, πίστεψε τον την πρώτη φορά

wp-1589882799283.png

Είναι πολύ εύκολο να αγνοήσουμε πληροφορίες που δυσκολευόμαστε να αποδεχθούμε. Μας είναι πιο εύκολο να πιστέψουμε πως αυτά που μας λέει κάποιος για τον εαυτό του είτε είναι υπερβολικά ή ότι θα αλλάξουν (ακόμα χειρότερα, θα καταφέρουμε να τον/την αλλάξουμε εμείς) ή απλά τα λέει έτσι για να τα πει.  Επίσης, πιστεύουμε πως εμείς ξέρουμε τον άλλον καλύτερα.  Οι προβολές αυτες δεν είναι μόνο επιβλαβείς για εμάς αλλά και για τον άλλον γιατί ουσιαστικά δεν του αφήνουμε χώρο να μας δείξει τον αυθεντικό του εαυτό στο τώρα. Δεν αγνοούμε μόνο τα ‘καμπανάκια’ αλλά ακόμα και τα θετικά που ακούμε γιατί δεν ταιριάζει με τον ρόλο που έχουμε δώσει στον άλλον για να παίξει στην ταινία που σκηνοθετούμε.

Πιστέψτε τους ανθρώπους όταν σας λένε

  • πως έχουν ακόμα αισθήματα για τον/την πρώην σύντροφό τους
  • πως δεν θέλουν να γίνουν γονείς
  • πως θυμώνουν εύκολα
  • πως θέλετε διαφορετικά πράγματα
  • πως δεν θέλουν να δεσμευτούν
  • πως δεν συνεργάζονται εύκολα με άλλους
  • πως είναι επικριτικοί
  • πως δυσκολεύονται να εμπιστευτούν άλλους ανθρώπους
  • πως δεν έχουν πρόθεση να αλλάξουν
  • πως δεν έρχονται/δυσκολεύονται να έρθουν σε επαφή με τα αισθήματά τους

Ζήτα και θα σου δοθεί

ζητα
Σε μια εποχή όπου το “κάντο μόνος σου” προωθείται όλο και περισσότερο -εάν πάτε σ’ένα βιβλιοπωλείο στο τμήμα με τα βιβλία αυτοβοήθειας θα βρείτε τα πάντα- ίσως φαίνεται περίεργο να προτείνονται αποτελεσματικοί τρόποι να ζητάμε και να παίρνουμε βοήθεια.

Γιατί είναι τόσο δύσκολο να ζητήσουμε βοήθεια; Γιατί φοβόμαστε. Φοβόμαστε μήπως υπερβούμε τα όρια μιας φιλίας, μήπως φανούμε ανόητοι, ανίκανοι, μήπως αποκαλύψουμε τις αδυναμίες μας και κινδυνέψει η εικόνα μας.  Υπάρχει ο φόβος για το τι θα ζητήσει ο άλλος για αντάλλαγμα και αν θα μετατοπιστεί η ισορροπία εξουσίας της σχέσης.  Κυρίως όμως δεν ζητάμε γιατί φοβόμαστε πως θα ακούσουμε όχι. Λέμε όχι στον εαυτό μας πριν το κάνει κάποιος άλλος. Στερούμε όχι μόνο από εμάς αλλά και την ευκαιρία σ’εκείνους που θα ήθελαν να βοηθήσουν.

Έτσι, έχοντας όλες αυτές τις πεποιθήσεις για το τι θα σημαίνει εάν ζητήσω βοήθεια, οι περισσότεροι όχι μόνο δεν ξέρουν τον τρόπο να ζητήσουν αλλά όταν αποφασίσουν να το κάνουν, χρησιμοποιούν ενοχές, εξαναγκασμό ακόμα και εκβιασμό. Ζητούν τον οίκτο όταν απλά θέλουν βοήθεια.

Είναι σημαντικό να ξέρετε από ποιον ζητάτε και να είστε σαφείς και συγκεκριμένοι. Ζητήστε από κάποιον που μπορεί να βοηθήσει και μπορεί να σας δώσει αυτό που έχετε ανάγκη. Αυτό ισχύει σε όλους τους τομείς. Δεν γίνεται να περιμένω βοήθεια από κάποιον που ο ίδιος δεν είναι σε θέση να βοηθήσει τον εαυτό του και μάλιστα να θυμώνω ή να απογοητεύομαι εάν δεν το κάνει. Εάν δυσκολεύεστε να ζητάτε ξεκινήστε να το κάνετε με ανθρώπους που δεν υπάρχει περίπτωση να πουν όχι. Ζητήστε κάτι πολύ απλό και πειραματιστείτε με τον τρόπο που ζητάτε. Ήταν πολύ δύσκολο; τι ήταν αυτό που σας δυσκόλεψε περισσότερο; πώς νιώσατε όταν σας είπαν “ναι”; Κάντε μια λίστα με όλα τα  πράγματα -απ’το πιο σημαντικό μέχρι το πιο ασήμαντο- που για να τα κάνετε χρειάζεστε βοήθεια. Δίπλα στο καθένα γράψτε με ποιο τρόπο σταματάτε τον εαυτό σας απ’το να μη ζητήσει βοήθεια, τι χάνετε εάν δεν ζητήσετε και τι θα κερδίσετε εάν το κάνετε.

Να είστε συγκεκριμένοι. Είναι φοβερά βοηθητικό και πολλές φορές ανακουφιστικό για τον άλλον. Όσο πιο συγκεκριμένοι, τόσο καλύτερα.  Μη θεωρείτε δεδομένο πως θα ακούσετε όχι αλλά να θυμάστε πως κάποιοι θα πουν ναι και κάποιοι όχι.  Πάρτε το ρίσκο και ζητήστε αυτό που έχετε ανάγκη και θέλετε. Εάν πουν όχι, δεν θα είστε σε χειρότερη θέση από πριν και εάν πουν ναι, θα είστε σε καλύτερη. Καλό θα ήταν να αποδέχεστε το “όχι” ως απάντηση σ’αυτό που ζητάτε και όχι ως απόρριψη γι’αυτό που είστε. Εξάλλου, πιστεύω πως η απόρριψη είναι ένας μύθος απ’την άποψη πως είναι μια έννοια που ο καθένας τη νοηματοδοτεί ανάλογα με την ιστορία του και επιλέγει εάν θα έχει θετικό ή αρνητικό πρόσημο. Γενικά, προσέξτε λίγο τα προσωπικά σας αφηγήματα -ειδικά εάν έχετε επιλέξει να τα κάνετε σημαία και να πορεύεστε σε όλη σας τη ζωή μ’αυτά- φροντίστε τουλάχιστον να είναι υποστηρικτικά.

Το να ζητάτε, δεν σας υποτιμά με κανέναν τρόπο. Σας επιτρέπει να προχωρήσετε, να κάνετε πράγματα με μεγαλύτερη ευκολία και να προετοιμαστείτε καλύτερα για τις επόμενες προκλήσεις.

 

Πέντε πιθανοί λόγοι που μας δυσκολεύουν να ζητήσουμε συγγνώμη

 

wp-1588250287027.png

  1. Νομίζουμε πως επειδή κάναμε κάτι κακό είμαστε κακοί άνθρωποι. Το ονομάζουμε και γνωστική ασυμφωνία.*  Kάποιοι δυσκολεύονται να διαχωρίσουν τις πράξεις από τον χαρακτήρα.  Αν έκαναν κάτι που έβλαψε κάποιον, θα σημαίνει πως είναι κακοί άνθρωποι. Αν παραμέλησαν να κάνουν κάτι τότε θα σημαίνει πως είναι εγωιστές και αδιάφοροι. Αν έκαναν απλά λάθος, τότε μάλλον θα είναι ανίδεοι ή χαζοί. Για να μπορέσουν να επιλύσουν ή να ανταπεξέλθουν σε αυτή την γνωστική ασυμφωνία, αρνούνται το λάθος τους και εμμένουν στην άποψή τους γιατί νιώθουν να απειλείται η ταυτότητά τους και η αυτοεκτίμησή τους.
  2. Η συγγνώμη ανοίγει την πόρτα στη ντροπή και την ενοχή. Η ενοχή μας κάνει να αισθανόμαστε άσχημα για τις πράξεις μας, με τη ντροπή αισθανόμαστε άσχημα για τον εαυτό μας. Η ντροπή για τους περισσότερους είναι πιο δύσκολα διαχειρίσιμη από την ενοχή.
  3. Η αποδοχή του λάθους θα ανοίξει την πόρτα και σε επόμενες συγκρούσεις και δριμύ κατηγορώ.  Ενώ οι περισσότεροι θεωρούμε τη συγγνώμη όχι μόνο ως ευκαιρία επίλυσης συγκρούσεων αλλά και ως ευκαιρία να έρθουμε με τον αλλον πιο κοντά, εκείνοι που δεν ζητούν συγγνώμη φοβούνται πως η συγγνώμη θα δημιουργήσει “δεδικασμένο” σε περαιτέρω κατηγορίες και συγκρούσεις. Μόλις παραδεχτούν το λάθος, πιστεύουν πως ο απέναντι θα βρει την ευκαιρία να φέρει στη συζήτηση όλες τις φορές που αρνήθηκαν να ζητήσουν συγγνώμη.
  4. Φοβούνται ότι αν απολογηθούν θα σημαίνει πως αναλαμβάνουν όλη την ευθύνη και θα απαλλάξουν τον άλλον από την ευθύνη που του αναλογεί.
  5. Πιθανόν να είναι πιο εύκολο να μένουν στο θυμό και να κρατάνε απόσταση από το να νιώθουν ευάλωτοι όταν έρχονται πιο κοντά με τον άλλον. Νιώθουν πως έτσι διατηρούν τον έλεγχο στα συναισθήματά τους και άρα είναι πιο δυνατοί. (βλ. το παρακάτω λινκ)

Μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα εδώ: https://onlinelibrary.wiley.com/doi/abs/10.1002/ejsp.1901

*Η θεωρία της γνωστικής ασυμφωνίας διατυπώθηκε από τον Leon Festinger τη δεκαετία του 50 όταν μελετούσε μια μικρή θρησκευτική ομάδα η οποία πίστευε ότι ένας ιπτάμενος δίσκος θα έσωζε τα μέλη της από μια αποκάλυψη που θα γινόταν τα επόμενα χρόνια. Δημοσίευσε τα ευρήματά του γράφοντας πως η ομάδα -αφού δεν συνέβη κάτι τέτοιο- υποστήριξε πιο έντονα την πίστη της και ισχυρίστηκε πως ο Θεός είχε απλώς αποφασίσει να σώσει τα μέλη, αντιμετωπίζοντας τη δική τους γνωστική ασυμφωνία με την προσκόλληση σε μια δικαιολογία.

Η “γοητεία” των μη διαθέσιμων ανθρώπων

 

Ένα βίντεο που μέσα σε πέντε λεπτά δίνει κάποιες απλές εξηγήσεις γιατί κάποιοι άνθρωποι έλκονται και μπαίνουν σε σχέσεις με μη διαθέσιμους ανθρώπους.

Θεωρητικά είμαστε ελεύθεροι να επιλέξουμε το είδος ανθρώπου που θα αγαπήσουμε αλλά στην πραγματικότητα η επιλογή μας είναι πολύ λιγότερο ελεύθερη από ό,τι φανταζόμαστε. H ψυχολογική ιστορία του καθενός μας προδιαθέτει να επιλέγουμε ορισμένους τύπους ανθρώπων που σίγουρα μεταξύ αυτών θα υπάρχουν κοινά χαρακτηριστικά ή συμπεριφορές.

Σε μεγάλο βαθμό ψάχνουμε εκείνους που αναβιώνουν τα συναισθήματα αγάπης που γνωρίζαμε όταν ήμασταν μικροί. Όμως, η αγάπη που πήραμε τότε δεν φτιάχτηκε μόνο από γενναιοδωρία, ευαισθησία και άνευ όρων αποδοχή αλλά δεδομένου το ότι οι γονείς είναι άνθρωποι και κάνουν λάθη, η αγάπη αυτή μπορεί να συνοδεύτηκε και με οδυνηρές πτυχές: την αίσθηση πως δεν είμαι αρκετά καλός, μια αγάπη για έναν γονέα νάρκισσο ή καταθλιπτικό ή εύθραυστο ή η αίσθηση πως ποτέ κανείς δεν μπορεί να είναι πλήρως ευάλωτος γύρω από έναν φροντιστή.

Έτσι, στην ενήλικη ζωή μας θα ψάχνουμε συντρόφους που κάτι στην συμπεριφορά τους θα μας είναι οικείο και θα το έχουμε ξαναζήσει. Και αυτό γιατί οι άνθρωποι πάμε στο γνώριμο γιατί εκεί ξέρουμε τον τρόπο να υπάρχουμε, τον τρόπο που θα συμπεριφερθούμε. Δύσκολα και μετά από σκέψη θα δώσουμε ευκαιρία σε ανθρώπους οι οποίοι δεν είναι διατεθειμένοι να ικανοποιήσουν την επιθυμία μας για πολυπλοκότητες που έχουμε λανθασμένα συνδέσει με την αγάπη. Πολύ συχνά περιγράφουμε κάποιον ως “βαρετό” όταν στην πραγματικότητα εννοούμε: “Είναι απίθανο να με κάνει να υποφέρω με τον τρόπο που πρέπει να υποφέρω για να αισθανθώ ότι η αγάπη είναι πραγματική”.

Οι περισσότεροι θέλουμε και έχουμε ανάγκη από αγάπη και εγγύτητα. Ο φόβος, όμως, είναι εξίσου ισχυρή δύναμη και ανταγωνίζεται αυτή μας την ανάγκη. Παρόλο που οι ανάγκες μένουν ακάλυπτες όταν δεν ερχόμαστε κοντά, μπορεί να νιώθουμε μεγαλύτερη ασφάλεια όταν δεν το κάνουμε. Με τον τρόπο αυτό, δεν διακινδυνεύουμε την αβεβαιότητα που προκύπτει από τη στενή συναισθηματική σχέση με έναν άλλον άνθρωπο. Δεν διακινδυνεύουμε να πρέπει να δείξουμε αυτό που είμαστε, κάτι που περικλείει τη συναισθηματική ειλικρίνεια, αλλά και την πιθανή απόρριψη των συναισθημάτων μας. Δεν διακινδυνεύουμε την εγκατάλειψή μας από τους άλλους. Δεν βιώνουμε την αμηχανία που συνεπάγεται η αρχή μιας σχέσης που για πολλούς είναι πραγματικά αφόρητη.

Η στενή επαφή, η οικειότητα έχουν συχνά ως συνέπεια την αίσθηση της απώλειας του ελέγχου. Η οικειότητα θέτει σε δοκιμασία τους βαθύτερους φόβους μας για το ποιοι είμαστε και για το εάν είναι αποδεκτό να είμαστε ο εαυτός μας. Απαιτείται ειλικρίνεια, αυθορμητισμός, εμπιστοσύνη, αποδοχή του εαυτού μας και αποδοχή των άλλων.

Όταν κάποιος σου δείχνει ποιος είναι, πίστεψέ τον την πρώτη φορά.

IMG_20200416_120402.png

Οι άνθρωποι συχνά μας δείχνουν ποιοι είναι, αλλά μερικές φορές αντιστεκόμαστε ή το αγνοούμε γιατί δεν είναι αυτό που θέλουμε να δούμε. Απορρίπτοντας αυτό που μας δείχνουν, στέλνουμε το μήνυμα ότι είναι αόρατοι, ότι δεν τους ακούμε, δεν τους αποδεχόμαστε γι’αυτό που πραγματικά είναι και έτσι καταλήγουμε να τους φορτώνουμε με μεγάλες, μη ρεαλιστικές προσδοκίες και να περιμένουμε να αλλάξουν. Το πιθανότερο είναι να πληγωθούμε από τις ελπίδες και τις προβολές που έχουμε κάνει στον άλλο, παρά από την πραγματικότητα.

Οι σιωπηλές απώλειες

wp-1585565674699.jpg

H πιο συχνή λέξη που ακούμε για την πανδημία και σχετίζεται με την ψυχική υγεία είναι “άγχος”.  Ως ψυχοθεραπεύτρια παρατήρησα πως η λέξη “άγχος” μετατράπηκε σε “απώλεια”. Προφανές θα μου απαντήσετε, μιας και πολλοί άνθρωποι βιώνουν τεράστια απώλεια ζωής, αγαπημένων, υγείας, θέσεων εργασίας, εισοδήματος. Αυτό που είναι λιγότερο προφανές είναι οι μικρότερες απώλειες, οι σιωπηλές.  Μια απώλεια γίνεται σιωπηλή όταν αρχίζουμε και ιεραρχούμε τον πόνο, τη θλίψη. Όταν τις κατατάσσουμε σε σημαντικές και ασήμαντες. Τότε πολλοί άνθρωποι μένουν μόνοι για να θρηνήσουν. Είναι δύσκολο να μιλήσουμε γι’αυτές τις απώλειες γιατί φοβόμαστε πως οι άλλοι θα τις θεωρήσουν ασήμαντες ή θα θυμώσουν και θα σκεφτούν άσχημα για εμάς.

Εκτός από τις τραγικές απώλειες ζωής και υγείας και θέσεων εργασίας οι απώλειες που βιώνουμε όλοι οι άνθρωποι είναι η απομάκρυνση από οικογένεια και φίλους την περίοδο που τους χρειαζόμαστε πολύ. Η ακύρωση ενός ταξιδιού που είχαμε κανονίσει, η καθημερινή λαχτάρα για να δούμε κάποιον, η βόλτα στη θάλασσα, το σινεμά, να μη φοβόμαστε όταν μας πλησιάζουν άγνωστοι, η προβλεψιμότητα που θεωρούσαμε δεδομένη στην καθημερινή ζωή. Εκτός από την συλλογική ανησυχία υπάρχει και η συλλογική απώλεια. Χρειάζεται να της δώσουμε χώρο και να δούμε τους τρόπους που θα την αντιμετωπίσουμε.

Τα συναισθήματα δεν είναι γεγονότα

IMG_20200318_124510

Ευγενική υπενθύμιση:
Τα συναισθήματα δεν είναι γεγονότα. Επειδή μπορεί να νιώθουμε κάτι δεν σημαίνει πως αυτό είναι και η πραγματικότητα. π.χ. Είμαι ανίκανος-ανίκανη να αντιμετωπίσω όλο αυτό που συμβαίνει. Είναι πολύ μεγάλο για μένα.

Τα συναισθήματά μας αντικατοπτρίζουν τον εσωτερικό μας κόσμο και φυσικά, το ζητούμενο είναι να τα αναγνωρίζουμε, να τα κατανοούμε, να τα αποδεχόμαστε και να είμαστε σε επαφή με αυτά. Ωστόσο, πρέπει να  θυμόμαστε δυο πράγματα:

α) ότι τα συναισθήματα δεν είναι πάντα ισοδύναμα με τα πραγματικά γεγονότα αλλά τις περισσότερες φορές πυροδοτούνται από παλαιότερες εμπειρίες, γεγονότα, τραύματα, παρεξηγήσεις, ανασφάλειες.

β) Οι σκέψεις μας καθορίζουν τα συναισθήματά μας και εν τέλει τη δράση μας, τη συμπεριφορά μας. Ένα γεγονός δεν αλλάζει, αλλά ο τρόπος που το ερμηνεύω, το νόημα που του δίνω, οι σκέψεις που κάνω θα καθορίσουν το συναίσθημά μου και τη δράση μου-τη συμπεριφορά μου. Σε τρία πράγματα έχουμε έλεγχο και αυτό ισχύει για όλους τους ανθρώπους: στις σκέψεις μας, στις εικόνες που φτιάχνουμε στο μυαλό μας και στη συμπεριφορά μας.