Οι ρόλοι στις σχέσεις

Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες θεωρίες -που βασίζεται στη θεραπευτική προσέγγιση της Συναλλακτικής Ανάλυσης- είναι ότι στις σχέσεις μας προσπαθούμε ή αναγκαζόμαστε να παίζουμε  τρεις βασικούς ρόλους: του παιδιού, του γονιού και του ενήλικα.

Το παιδί μέσα στη σχέση είναι συνήθως ευάλωτο, εύπιστο, αδύναμο, σε ανάγκη, ανίκανο να φροντίσει σωστά τον εαυτό του και αναζητά βοήθεια, τρυφερότητα, υποστήριξη, δομή και κάποιους κανόνες. Ο γονιός είναι δυνατός, έχει τον έλεγχο, είναι υπεύθυνος αλλά και συχνά  επικριτικός, επιβλητικός και πολυάσχολος.
Ο ενήλικας είναι λογικός, συνετός, δεν είναι ούτε πολύ αδύναμος ούτε πολύ δυνατός, είναι δημιουργικός και ευγενικός.

Εν δυνάμει, όλοι μας μπορούμε να εναλλάσσουμε τους τρεις αυτούς τύπους προσωπικότητας-ρόλους με σχετική ευκολία. Ειδικά σε μια ισότιμη σχέση, έχουμε τη δυνατότητα να μετακινούμαστε από ρόλο σε ρόλο, όμως, ως επί το πλείστον θα βρισκόμαστε στη θέση του ενήλικα, και αν οι περιστάσεις το απαιτούν, θα μπορούμε να περάσουμε στη θέση του γονέα ή του παιδιού.

Για παράδειγμα, όταν είμαστε σε κρίση ή περνάμε μια δυσκολία, είναι εντάξει να ξέρουμε πώς να γινόμαστε ξανά παιδιά, να δείχνουμε την ανάγκη μας, να ζητάμε βοήθεια, να γινόμαστε μικροί και να εμπιστευόμαστε ότι ο σύντροφός μας θα μας αντιμετωπίσει με καλοσύνη και συμπάθεια χωρίς να φοβόμαστε πως θα πάρουμε επίθεση ή υποτίμηση.

Με τον ίδιο τρόπο όταν ο ενήλικας σύντροφός μας περνάει μια δύσκολη φάση και έχει μπει στο ρόλο του παιδιού, εκεί θα μπορούμε να είμαστε ικανοί να αναλάβουμε γονεϊκό ρόλο, να γινουμε βοηθητικοί, επιεικείς, ήρεμοι και αρκετά ασφαλείς στον εαυτό μας και στη σχέση ώστε να γνωρίζουμε ότι ο σύντροφος-παιδί θα επανέλθει σε λίγο καιρό στην ωριμότητα και την αυτοκυριαρχία που συνήθως περιμένουμε από αυτόν.

Η δυσκολία και τα προβλήματα ξεκινούν όταν οι άνθρωποι καθηλώνονται σε έναν ρόλο, όταν είναι μόνο παιδιά ή μόνο γονείς.

Υπάρχουν σχέσεις στις οποίες, για παράδειγμα, ο ένας σύντροφος είναι πάντα το παιδί και ο άλλος είναι πάντα ο γονιός. Ο ένας είναι πάντα λίγο ανεύθυνος και άτακτος. Μπορεί να είναι άκρως αξιαγάπητοι -τουλάχιστον στην αρχή της σχέσης και όταν κάποιος έχει διάθεση- αλλά θα διστάζαμε να τους αφήναμε να διαχειριστούν σοβαρά θέματα που θα προέκυπταν. Από την άλλη, υπάρχει ένας σύντροφος γονιός: πάντα επιπλήττει, πάντα υπενθυμίζει στο παιδί τι πρέπει να κάνει, εξαιρετικά ικανός, πάντα αγχωμένος, άλλοτε επιεικής και άλλοτε στα όρια του θυμού και του σωφρονισμού με το παιδί. 

Γιατί όμως οι άνθρωποι καθηλωνόμαστε σε αυτούς τους ρόλους; Γιατί μπορεί να είναι τόσο δύσκολο να μετακινηθούμε από τον έναν στον άλλον; Συνήθως μπορούμε να απαντήσουμε σ’αυτές τις ερωτήσεις αν εξετάσουμε κάτι στο παρελθόν που έκανε την εύκολη μετάβαση σε έναν ρόλο μη βιώσιμη ή τρομακτική.

Υπάρχουν άνθρωποι κολλημένοι στο ρόλο του παιδιού για τους οποίους η ενηλικίωση και η γονεϊκότητα παρουσιάζουν ανυπέρβλητες δυσκολίες. Ίσως είναι παιδιά ενός στοργικού γονέα που δεν μπορούσε να ανεχθεί τη δική τους εκκολαπτόμενη ωριμότητα και για να θεωρηθούν άξιοι της αγάπης, έπρεπε να παραμείνουν παιδιά. Ίσως να αισθάνονται ότι πρέπει να παραμείνουν στο ρόλο του παιδιού επειδή ένας γονιός θα ήταν θυμωμένος και επικριτικός αν τολμούσε να δείξει ανεξαρτησία και υπερηφάνεια για τα ενήλικα ιδανικά του.

Από την άλλη πλευρά, με οδυνηρό τρόπο, υπάρχουν άνθρωποι των οποίων οι νεότεροι εαυτοί έτυχαν κακής μεταχείρισης, που βίωσαν τέτοιο άγχος και έλλειψη υποστήριξης όταν ήταν παιδιά, ώστε η ιδέα του να είναι μικροί έστω και για λίγο αποτελεί αφόρητη πρόκληση για την ακεραιότητά τους. Μπορεί να είναι ευχαριστημένοι κάνοντας τη μαμά και τον μπαμπά- αυτό που δεν μπορούν ποτέ να κάνουν είναι να είναι παιδιά και να αφήνονται.

Η διέξοδος από όλα αυτά τα αδιέξοδα είναι, όπως πάντα, η επίγνωση και η αμοιβαία ειλικρίνεια στις σχέσεις. Οι περιορισμοί μας δεν είναι τόσο άκαμπτοι όταν έχουμε επίγνωση και αποφασίσουμε να κάνουμε κάτι για αυτούς. Το να αποδεχθούμε πως τις περισσότερες φορές παίρνουμε το ρόλο του παιδιού και δεν τολμάμε να γίνουμε ενήλικες ή είμαστε ένας γονιός που δυσκολεύεται πολύ να γίνει παιδί, δεν είναι απλώς μια παραδοχή που ακούγεται παράξενη ή προβληματική. Δείχνει έναν άνθρωπο που προσπαθεί για την ωριμότητα και ψάχνει τον δρόμο προς την ενηλικίωση. 

Μια ερώτηση, πολλές απαντήσεις

Νομίζω πως έχει συμβεί σε αρκετούς ανθρώπους όταν κάποια στιγμή στη ζωή τους μια δυσκολία ή ένα θέμα που αντιμετωπίζουν τακτοποιείται, αρχίζουν και αναρωτιούνται γιατί θα πρέπει να ανέχονται καταστάσεις μέχρι να φτάσει ο κόμπος στο χτένι. 

Οι περισσότεροι απαντούν πως δεν υπάρχει άλλος τρόπος, πως είναι άτυχοι, δεν έχουν επιλογή και πως τα πράγματα έτσι ήταν πάντα. 

Για παράδειγμα, πρέπει να μείνω σ έναν γάμο αν και δεν περνάω καλά, πρέπει να μείνω σε μια μόνιμη δουλειά ακόμα και αν μου έχει γίνει βραχνάς, δεν μετακομίζω από το σπίτι που μένω για πολλά χρόνια γιατί εδώ μεγάλωσα και γενικά μια αίσθηση πως τα πράγματα έτσι είναι και πως δεν γινεται να αλλάξουν. Ή πως η αλλαγή που απαιτείται θα φέρει τόσες ανακατατάξεις στη ζωή που καλύτερα τα πράγματα να μείνουν ως έχουν. 

Ωστόσο, στις περισσότερες περιπτώσεις εάν εμπιστευτούμε λίγο τον εαυτό μας και απαντήσουμε με ειλικρίνεια σε μια απλή ερώτηση, όχι μόνο θα εκπλαγούμε από την απάντηση αλλά το πιθανότερο είναι να απελευθερωθούμε από όλα τα πρέπει, δεν γίνεται, έτσι είναι τα πράγματα και άλλες τέτοιες σκέψεις που δεν μας βοηθάνε να ακούσουμε τα θέλω μας. 

Μήπως αυτή η υποτιθέμενη έλλειψη επιλογών είναι απόηχος μιας άλλης εποχής; μήπως είναι επαναλαμβανόμενοι τρόποι-μοτίβα που στην παιδική μας ηλικία έπρεπε να ακολουθούμε γιατί δεν είχαμε άλλη επιλογή;  Υπάρχει κάποια σύνδεση μεταξύ αυτών των τρόπων,  όπου στο σήμερα δεν μας αφήνουν να ζήσουμε τη ζωή μας, να έρθουμε σε επαφή με τις ανάγκες μας, να ευχαριστηθούμε και των τότε τρόπων-μοτίβων με τους οποίους καταπιεζόμασταν;

Η πραγματικότητα είναι πως τα παιδιά δεν έχουν επιλογές και εξαρτώνται από έναν ενήλικα. Σε αρκετές περιπτώσεις -εάν και στην εποχή μας τα πράγματα ευτυχώς έχουν κάπως μετακινηθεί- τα παιδιά ζουν μια περιορισμένη ζωή όπου μέχρι τα 18 υπακούουν σε έναν ενήλικα είτε τους αρέσει, είτε όχι. Εάν μάλιστα οι γονείς επιβάλουν πολλά ‘πρέπει’ ή ‘εμείς στο σπίτι μας έτσι κάνουμε’ μπορούμε να φανταστούμε πόσες επιθυμίες μένουν ανεκπλήρωτες και βασικά πόσο πολύ χάνουμε την επαφή με τις ανάγκες μας. 

Στο τότε, ως παιδιά ίσως να δυσκολευόμασταν και να περιοριζόμασταν αρκετά. Να μην είχαμε χώρο και είναι κρίμα. Αλλά εξίσου ή περισσότερο κρίμα είναι όταν -και τις περισσότερες φορές χωρίς να έχουμε επίγνωση- τους περιορισμούς και την καταπίεση του τότε τους μεταφέρουμε στο σήμερα. Βάζουμε όρια στη χαρά και την ικανοποίηση των αναγκών μας εκεί που πλέον δεν υπάρχουν δεσμεύσεις για να το κάνουμε. Συνεχίζουμε να ζούμε σ’ένα μικρό δωμάτιο παρόλο που η πόρτα είναι ορθάνοιχτη. 

Ίσως να έχει ενδιαφέρον να σκεφτούμε με ηρεμία και ειλικρίνεια προς τον εαυτό μας τις απογοητεύσεις, τις ματαιώσεις, τη θλίψη που έχουμε σήμερα και να αναρωτηθούμε κατά πόσο έχουν σχέση με αυτό που είμαστε και θέλουμε.  Ίσως συνειδητοποιήσουμε πως πλέον δεν υπάρχει καμία ανάγκη να είμαστε άτολμοι μην τυχόν και δούμε την κριτική και την απαξίωση στο βλέμμα ενός ενήλικα, πως τελικά θέλουμε δίπλα μας ανθρώπους ανοιχτούς,  ευγενικούς που μας αποδέχονται. Ίσως συνειδητοποιήσουμε πως και η αποτυχία μπορεί να συμβεί και να είμαστε εντάξει με αυτό, δεδομένου ότι οι ενήλικες με τους οποίους σήμερα έχουμε επιλέξει να συναναστραφούμε δεν μπορούν να μας τρομάξουν και να μας αναστατώσουν.  

Οι άνθρωποι μπορεί να είμαστε για πολύ καιρό πιστοί και αφοσιωμένοι σε καταστάσεις και ανθρώπους που δεν το άξιζαν. Σεβόμαστε κανόνες που αν είχαμε επίγνωση δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε τον εαυτό μας να τους ακολουθεί. Χωρίς να αντιλαμβανόμαστε τη ζημιά που κάνουμε σε εμάς, μπορεί να εξακολουθούμε να μη βλέπουμε την αληθινή και πρωταρχική ελευθερία της ενηλικίωσης: την ελευθερία να κάνουμε τα πράγματα διαφορετικά. 

Κακή εκπαίδευση

Ένας τρόπος που μπορεί να μας βοηθήσει να καταλάβουμε συμπεριφορές των άλλων -ή και  δικές μας- είναι να σταθούμε και να φανταστούμε πώς ήταν οι άλλοι και πώς ήμασταν και εμείς ως παιδιά. Τι μπορεί να σημαίνει όταν ένας ενήλικας ταλαιπωρείται από χαμηλή αυτοεκτίμηση, κρίσεις άγχους, κριτικής προς τους άλλους, αστάθεια στη διάθεση; 

Το πιθανότερο είναι πως το “εκπαιδευτικό σύστημα” είχε βασικές ελλείψεις. Μαθήματα που είχαν να κάνουν με τα όρια, τον θυμό, τον τρόπο φροντίδας του εαυτού μας, ήταν για διάφορους λόγους ανεπαρκή και αυτό φαίνεται από τις δυσκολίες που μπορεί να αντιμετωπίζουμε ως ενήλικες. Δυσκολευόμαστε γιατί δεν μάθαμε κάποια πράγματα όταν θα μπορούσαμε και θα έπρεπε να τα είχαμε μάθει. Όχι δύσκολα μαθήματα όπως τα μαθηματικά ή τα γαλλικά, αλλά ουσιώδη, ζωτικής σημασίας μαθήματα όπως πίστη στον εαυτό μας, όρια, την έκφραση θυμού, την ουσιαστική φροντίδα του εαυτού μας. Στην ενότητα αυτοεκτίμηση ο “δάσκαλος” μπορεί να είχε την προσοχή του περισσότερο σε κάποιο άλλο παιδάκι, ή μπορεί και ο δικός του “δάσκαλος” να μην ήταν σε αυτό το μάθημα επαρκής. Έτσι “φρόντισε” ότι δεν θα καταλάβουμε ποτέ κάτι σπουδαίο όπως για το πώς να αντέχουμε την ίδια μας την ύπαρξη. 

Αυτό μπορεί να συνέβαινε και με άλλα μαθήματα και έτσι προχωρήσαμε στη ζωή μας με βασικά κενά. Δυστυχώς, τα κενά στα συναισθηματικά μαθήματα τείνουν να μην σηματοδοτούν την απουσία τους πολύ καθαρά. Μπορεί να χρειαστεί χρόνος για να αποκτήσουμε επίγνωση ότι έχουμε κενά, έστω και μικρά και αυτό γιατί οι ελλείψεις μας, οι δυσλειτουργίες μας, γίνονται δεύτερη φύση. 

Εάν κάποιος θέλει πραγματικά να καλύψει τα κενά του στα μαθηματικά σίγουρα θα βρει πολλούς καλούς δασκάλους που θα τον βοηθήσουν. Πού μπορεί όμως κάποιος να μάθει την πίστη στον εαυτό του; Πού διδάσκεται η τέχνη να μάθει κάποιος να οριοθετείται; τον τρόπο να εκφράζει τον θυμό του; Πώς μπορεί κάποιος να μας μιλήσει για την ενότητα “ηρεμία, αγάπη” που ο “δάσκαλος” δεν είχε αρκετή μεταδοτικότητα; Πώς θα μοιάζουν άραγε τα μαθήματα σε αυτά τα θέματα;

Το τραύμα είναι και μια μορφή μαθησιακής παύσης. Εάν όμως το θέλουμε, έχουμε τη δυνατότητα να αντιληφθούμε τα συναισθηματικά μας κενά και με πείσμα, δέσμευση προς τον εαυτό μας και εφευρετικότητα να διορθώσουμε αυτά που έχουμε στερηθεί.