Όρια – Μέρος Β

Υπάρχουν κάποιες ενδείξεις που θα μας βοηθήσουν να καταλάβουμε ότι χρειάζεται να μάθουμε ή να θυμηθούμε τον τρόπο που οριοθετούμαστε. Θα δώσω λίγο περισσότερο χώρο στις πιο σημαντικές για μένα ενδείξεις που με βοηθάνε να καταλάβω πως έχω παραβιάσει το όριό μου.

– Όταν αισθανόμαστε πελαγωμένοι και συναισθηματικά φορτισμένοι. Από τις πιο χαρακτηριστικές ενδείξεις όταν έχουμε να κάνουμε περισσότερα από τον χρόνο που απαιτείται για τα καθημερινά μας καθήκοντα. Πιέζουμε τον εαυτό μας και προσπαθούμε να βρούμε τρόπο να στριμώξουμε όλο και περισσότερα πράγματα σ’ένα ήδη γεμάτο πρόγραμμα. Το να είμαστε συνέχεια απασχολημένοι τα τελευταία χρόνια είναι κάτι σαν πανδημία. Προσπαθούμε να κάνουμε όλο και περισσότερα και μετά σκεφτόμαστε εάν όντως έχουμε τον χρόνο αλλά και αν θέλουμε.

– Όταν κάνουμε σχόλια για το πόσο είμαστε για όλους εκεί αλλά όταν εμείς χρειαζόμαστε κάτι δεν είναι κανένας δίπλα μας
– Όταν γινόμαστε πικρόχολοι με όσους ζητάνε τη βοήθειά μας
– Όταν αισθανόμαστε εξαντλημένοι
– Όταν δεν βρίσκουμε χρόνο για εμάς
– Όταν αποφεύγουμε να απαντάμε στο τηλέφωνο, όταν αποφεύγουμε τη συναναστροφή με ανθρώπους που πιστεύουμε πως θα μας ζητήσουν έστω και το παραμικρό. Το να εξαφανιζόμαστε, το να μην απαντάμε ή να καθυστερούμε είναι αποφυγή. Η αποφυγή είναι ένας παθητικο επιθετικός τρόπος έκφρασης πως έχουμε κουραστεί και δεν θέλουμε άλλο να είμαστε κάπου. Νομίζουμε και ελπίζουμε πως το θέμα θα τακτοποιηθεί από μόνο του αλλά ουσιαστικά η αποφυγή έχει από πίσω φόβο. Το να παρατείνουμε κάτι αποφευγοντας το, το ίδιο θέμα θα εμφανίζεται ξανά και ξανά ακολουθώντας μας από σχέση σε σχέση. H αποφυγή δεν αποτρέπει τη σύγκρουση. Απλά παρατείνει το αναπόφευκτο: την οριοθέτηση
– Όταν πολύ συχνά κάνουμε σκέψεις πως τα παρατάμε όλα και εξαφανιζόμαστε. Πάλι πρόκειται για ένδειξη ακραίας αποφυγής. Φαντασιονόμαστε πως περνάμε τις μέρες μας μακριά από όλους, αγνοώντας κλήσεις και μέιλ, πιστεύοντας πως όλα θα λυθούν.

Έχω ξεχάσει να αναφέρω κάτι πολύ σημαντικό για την οριοθέτηση. Το όριο δεν πάμε να το βάλουμε ποτέ στον άλλον. Το όριο το βάζουμε στον εαυτό μας. Με το να τοποθετούμαστε, με το να επικοινωνούμε το πώς νιώθουμε με κάποια συμπεριφορά, με το τι δεχόμαστε-επιτρέπουμε και τι όχι.

Όρια – Μέρος Α

Πολλά θέματα που αντιμετωπίζουμε οι άνθρωποι αφορούν θέματα ορίων. Συνήθως εκείνοι που μπαίνουν σε ψυχοθεραπεία δεν γνωρίζουν ότι δυσκολεύονται με τα όρια, δηλαδή το αρχικό αίτημά τους δεν είναι “δεν ξέρω να βάζω όρια”. Η δυσκολία στην οριοθέτηση ‘συγκαλύπτεται’ πίσω από θέματα φροντίδας εαυτού, διενέξεις με άλλους ανθρώπους, προβλήματα με τη διαχείριση του χρόνου. Τα όρια είναι ένας όρος αρκετά ευρύς, ενίοτε φοβιστικός και παρεξηγήσιμος.

Τα όρια είναι εξωτερικά και εσωτερικά. Το να ξέρουμε να βάζουμε εξωτερικά όρια μας βοηθάει να φροντίζουμε για τη σωματική μας ακεραιότητα, να κρατάμε μια σωματική απόσταση από τους άλλους και φυσικά να σεβόμαστε και το όριο των άλλων ανθρώπων.

Τα εσωτερικά όρια έχουν να κάνουν με τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά. Οι άνθρωποι που έχουν σταθερά εσωτερικά και εξωτερικά όρια μπορούν να σχετίζονται χωρίς να προβάλλουν στους άλλους δικές του ερμηνείες, ενώ ταυτόχρονα δεν παίρνουν προσωπικά τα συναισθήματα των άλλων. Το να διατηρούμε ανέπαφα τα εσωτερικά μας όρια είναι πολύ βοηθητικό και απαραίτητο ειδικά σε περιπτώσεις που νιώθουμε πως παίρνουμε επίθεση.

Τα όρια τα συναντάμε σε διάφορες μορφές-κατηγορίες:

– Φυσικά όρια τα οποία έχουν να κάνουν στο σεβασμό που θέλουμε να δείχνουν οι άλλοι για τον προσωπικό μας χώρο, την ιδιωτικότητά μας και το σώμα μας. Η απόσταση που χρειάζεται να υπάρχει με κάποιον άλλον, πόσο άνετα αισθανόμαστε με την τρυφερότητα, την οικειότητα. Πότε και σε ποιον θέλουμε να κάνουμε χειραψία όταν γνωρίζουμε κάποιον. Πώς νιώθουμε όταν μας κλειδώνουν την πόρτα;

– Γνωστικά όρια που αφορούν τις σκέψεις, τις αξίες, τις απόψεις. Μπορούμε να ακούμε τη γνώμη κάποιου άλλου χωρίς να γινόμαστε αυστηροί; Γινόμαστε εύκολα ιδιαίτερα συναισθηματικοί ή αμυντικοί;

– Συναισθηματικά όρια. Όταν έχουμε σταθερά συναισθηματικά όρια μπορούμε να διαχωρίζουμε τα δικά μας συναισθήματα και της ευθύνης μας γι’ αυτά, από κάποιου άλλου. Είναι τα εσωτερικά όρια που μας αποτρέπουν από το να δίνουμε συμβουλές, να κατηγορούμε τους άλλους ή τον εαυτό μας. Μας προστατεύουν από το να αισθανόμαστε ένοχοι για τα αρνητικά συναισθήματα ή τα προβλήματα κάποιου άλλου και από το να παίρνουμε προσωπικά τα σχόλια των άλλων.

– Ηθικά όρια. Να γνωρίζουμε τις συμπεριφορές που εναρμονίζονται με τις αρχές που για εμάς είναι αδιαπραγμάτευτες; π.χ. δεν ανεχόμαστε τα ψέματα και την κοροϊδία από τους άλλους.

– Σεξουαλικά όρια που προστατεύουν το επίπεδο άνεσή μας με τη σεξουαλική επαφή και δραστηριότητα.

– Πνευματικά όρια που καθορίζουν τις θρησκευτικές μας πεποιθήσεις (ή την έλλειψη αυτών), είτε πρόκειται για τον Θεό, κάποια άλλη θεότητα ή ένα υπερφυσικό ον.

– Οικονομικά όρια που περιγράφουν το τρόπο μας να κερδίζουμε, να διαχειριζόμαστε ή να αποταμιεύουμε τα χρήματά μας.

– Υλικά όρια που έχουν να κάνουν με τα υπάρχοντά μας, την απόφασή μας να τα μοιραζόμαστε όπως θέλουμε και το δικαίωμά μας να καθορίζουμε πώς οι άλλοι τα μεταχειρίζονται. Όταν μας επιστρέφεται κάτι σε χειρότερη κατάσταση, έχουν παραβιαστεί τα υλικά μας όρια.

– Χρονικά όρια τα οποία απ όλα τα παραπάνω, είναι εκείνα που είναι πιο δύσκολα να τηρηθούν. Έχουν να κάνουν με τον τρόπο που διαχειριζόμαστε τον χρόνο μας, πόσο επιτρέπουμε στους άλλους να τον χρησιμοποιούν, τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε εκείνους που μας ζητούν διάφορες χάρες και ο τρόπος που δομούμε τον χρόνο μας.

Γιατί χρειάζεται να επικοινωνώ τις ανάγκες μου;

Κανένας άνθρωπος δεν έχει την ικανότητα να διαβάζει τη σκέψη. Εάν θέλουμε να ξέρουν οι άλλοι τα συναισθήματα και τις ανάγκες μας καλό θα είναι να τα μοιραζόμαστε και όχι να περιμένουμε να καταλάβουν και να θυμώνουμε που δεν καταλαβαίνουν. Η άγνοιά τους δεν είναι ένδειξη αδιαφορίας αλλά ένδειξη της δυσκολίας ή του φόβου που έχουμε να επικοινωνούμε.

Η επιδημία της μοναξιάς

Το παρακάτω άρθρο αφορά τη μοναξιά και σε πόσο μεγάλο βαθμό επηρεάζει την υγεία μας. Διαβάζοντάς το θυμήθηκα κάτι που είχα διαβάσει για τη σύνδεση της μοναξιάς με τις παρανοϊκές ή παράλογες φαντασιώσεις. Ο καθένας μας μπορεί να γίνει παρανοϊκός -ή αν μας τρομάζει η λέξη- να αναπτύξει μια φαντασίωση ότι προδίδεται, χλευάζεται, γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης ή βλάπτεται. Ας συμφωνήσουμε πως αυτό είναι πιο πιθανό να μας συμβεί εάν είμαστε ανασφαλείς, αποκομμένοι από τους ανθρώπους, μόνοι. 

Τέτοιες φαντασιώσεις είναι αντίδραση στο συναίσθημα ότι μας αντιμετωπίζουν με αδιαφορία. Οι παρανοϊκές ή οι παράλογες φαντασιώσεις -εάν φυσικά δεν υπάρχει άλλο υπόβαθρο- ναι μεν μας προκαλούν ανησυχία και ταραχή, αλλά πρόκειται για άμυνες. Άμυνες που μας προστατεύουν από μια πιο επιζήμια συναισθηματική κατάσταση: τη σκέψη, το συναίσθημα ότι κανένας δεν ενδιαφέρεται και κανένας δεν νοιάζεται για μας. Όταν σκεφτόμαστε “με πρόδωσε” προστατεύουμε τον εαυτό μας από την πιο επώδυνη σκέψη “δεν με σκέφτεται κανένας”.

Το άρθρο βέβαια αναφέρεται στην επιδημία της μοναξιάς πριν τον covid και πόσο επιδεινώθηκε τα τελευταία δύο χρόνια. Θα σταθώ στις παρεμβάσεις που προτείνονται από την Dr. S. Cacioppo. 

Λέει λοιπόν πως για χρόνια οι άνθρωποι πιστεύαμε πως το καλύτερο που μπορούσαμε να κάνουμε για έναν άνθρωπο που υποφέρει από μοναξιά είναι να τον υποστηρίζουμε. Στην πραγματικότητα όμως το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε είναι όχι να προσφέρουμε βοήθεια, αλλά να του τη ζητήσουμε. Ακόμα και αν παίρνουμε την καλύτερη φροντίδα, εάν δεν δίνουμε κάτι πίσω, εξακολουθούμε να νιώθουμε μόνοι. Η φροντίδα είναι εξαιρετικά πολύτιμη αλλά δεν είναι αρκετή. 

Οι άνθρωποι ακμάζουμε όταν δίνουμε κάποιο νόημα στην καθημερινότητά μας, όταν είμαστε σε θέση να χτίζουμε υγιείς σχέσεις, όταν εμπλεκόμαστε και συνδεόμαστε σε κοινότητες και προσφέρουμε και όχι μόνο όταν δεχόμαστε.  Όταν μπορούμε να αισθανθούμε ευγνωμοσύνη όχι μόνο γι’αυτά που μας συμβαίνουν αλλά και γι’αυτά που τελικά δεν μας συνέβησαν. 

Αλλά η πραγματική παρέμβαση για το πρόβλημα της μοναξιάς είναι στο να αλλάξει η κουλτούρα που μας κάνει να αποσυρόμαστε και να επικεντρωνόμαστε στη δουλειά. Ίσως θα πρέπει να αναδιαρθρώσουμε τη ζωή μας γύρω από τους ανθρώπους, μιας και οι συνδεδεμένοι άνθρωποι λένε πως ζουν περισσότερο, πιο ευτυχισμένοι και πιο υγιείς.  

Ο κόσμος μας αντιμετωπίζει μεγάλες προκλήσεις και κρίσεις και η αντιμετώπισή τους απαιτεί δημιουργικότητα, ενσυναίσθηση, ανθεκτικότητα τα οποία όλα αυτά προϋποθέτουν τη φροντίδα της ψυχολογικής μας ζωής, το well being μας.

Υπάρχει ένα παράδοξο. Ο ενήλικας που επαναλαμβανόμενα λαχταρά να σχετίζεται μ’έναν “πατέρα” δεν σημαίνει πως μεγάλωσε με τον ιδανικό πατέρα.  Τις περισσότερες φορές αυτή η επιθυμία είναι συνέπεια συναισθηματικής εγκατάλειψης. Είναι γνωστό πως τα αναπτυξιακά μας κενά -ειδικά όταν δεν έχουμε φροντίσει να τα τακτοποιήσουμε- είναι παντοδύναμα. Οι ανοιχτοί λογαριασμοί, οι ακάλυπτες ανάγκες θα εμφανίζονται πάντα ακόμα και με τη μορφή “μπαμπάδων” που όμως δεν θα μπορούν να μας ταίσουν τη “μπεμπελάκ” που δεν φάγαμε τότε. Μπορεί να γνωρίζουν πολύ καλά αυτό που θέλουμε και να υπόσχονται πως θα το δώσουν -άλλοι από αφέλεια και άλλοι από κυνισμό- αλλά πάντα έρχεται η στιγμή που καταλαβαίνουμε πως όλοι έχουν ατέλειες.

Οι ανολοκλήρωτες εμπειρίες, οι ανοιχτοί λογαριασμοί και τα συναισθήματα επιμένουν στη μνήμη μας ζητώντας την ολοκλήρωσή τους. Εάν αυτό δεν γίνει, παραμένουμε ανικανοποίητοι και καθηλωμένοι. Όταν όμως κλείσουν, θα συνειδητοποιήσουμε πως η φανταστική πατρική φιγούρα της ενηλικίωσης δεν είναι ένας καλός πατέρας και στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν “μπαμπάδες”.  Θα επιδιώκουμε να κάνουμε σχέσεις ισότιμες χωρίς να περιμένουμε να μας λύσουν τα προβλήματα και να μας σώσουν απ’τους κινδύνους ανεξάρτητα απ’το πόσο θα το ήθελαν.

Πριν λοιπόν βάλουμε ταμπέλα σε κάποιον ή του πούμε “έχεις θέματα με τον μπαμπά σου” να αναγνωρίσουμε πως ο άνθρωπος που έχει/είχε θέματα ήταν κάποιος άλλος.

Το εικοσιένα

για τη χρονιά των αντιφάσεων, που συνέβησαν αλλόκοτα πράγματα

που η ατμόσφαιρα ήταν γεμάτη από τα σημάδια μιας μεγάλης αλλαγής που έρχεται

για τη χρονιά της πίστης και της δυσπιστίας

που απομάκρυνες από δίπλα σου ανθρώπους απλά χωρίς να τους πλησιάζεις

που αρκετές φορές ένιωσες μια άγρια χαρά

που άρχισες να βλέπεις τα πάντα λίγο πιο αποστασιοποιημένα

που για πρώτη φορά σκέφτηκες πως θα ήθελες να ήσουν δέκα χρόνια νεότερη 

που έκλεισες όλες σου τις εκκρεμότητες 

που πρώτη φορά είπες τόσες πολλές φορές στον εαυτό σου “μπράβο Νασιάκι μου”

που επιτέλους κατάφερες να θυμώσεις 

που νοιάστηκες κ ενδιαφέρεσαι πολύ για κάποιον που δεν ξέρεις

που η μόνη υπόσχεση που δίνεις για τη νέα χρονιά είναι η ίδια με την περσινή και την προπέρσινη: να ταξιδέψεις όσο περισσότερο μπορείς

Καλή Χρονιά 🙂 

Αυτή τη χρονιά, θα τα καταφέρω – πέντε ερωτήσεις για το 2022

Διαβάζουμε πως μόνον ένα 8% όσων κάνει σχέδια για τη νέα χρονιά καταφέρνει να τα πραγματοποιήσει. Το υπόλοιπο 92% ή τα παρατάει ή δεν κάνει καθόλου. Σημαίνει, άραγε, αυτό πως δεν πρέπει να θέτουμε στόχους; Είναι σημαντικό να καταλάβουμε και να αποδεχθούμε πως από τη στιγμή που βάζουμε κάποιο στόχο, θα συμβούν τρία πράγματα: Θα έχουμε επιφυλάξεις, θα αισθανθούμε φόβο και θα παρουσιαστούν εμπόδια. Ειδικά αυτό το καταλάβαμε όλοι τα δυο τελευταία χρόνια που αναγκαστήκαμε να αφήσουμε πράγματα πίσω, να μάθουμε καινούργιους τρόπους και κυρίως να μένουμε στο εδώ και τώρα. 

Έτσι λοιπόν, αυτή τη χρονιά μιας που όλοι είμαστε κουρασμένοι αντί για τις γνωστές και αποτελεσματικές συμβουλές επίτευξης στόχων, μπορούμε να κάνουμε κάτι διαφορετικό και πιο ευχάριστο. Αυτό που έχω αποφασίσει να κάνω είναι να απαντήσω στις παρακάτω ερωτήσεις: 

 1. Ποια τρία πράγματα θα παραδεχτώ πως κάνω καλά και θα στέκομαι περισσότερο
σε αυτά;

Αξίζει να το σκεφτείτε, είναι πολύ εύκολο να ξεχνάμε, να μη στεκόμαστε και να θεωρούμε δεδομένα αυτά στα οποία είμαστε καλοί.

2. Τι θέλω να αφήσω πίσω μου;

Το να συνεχίζουμε να επιμένουμε σε σκέψεις, προσδοκίες και συμπεριφορές που δεν μας προσφέρουν απολύτως τίποτα και να ελπίζουμε και σε διαφορετικό αποτέλεσμα είναι εξουθενωτικό. 

3. Τι θα ήθελα περισσότερο για φέτος;

Δώστε αξία στις επιθυμίες σας, στις ανάγκες σας και στις προτιμήσεις σας. Δεν έχει σημασία πόσο μικρές ή μεγάλες είναι αυτές.  Μην σκεφτείτε ποτέ πως η δική σας επιθυμία είναι ασήμαντη ή λιγότερο σημαντική από κάποιου άλλου. Όταν έρχεστε αντιμέτωποι με μια επιλογή ενεργείτε πάντα σαν να έχετε προτίμηση. “εάν με ενδιέφερε, τι θα επέλεγα; εάν ήταν σημαντική για μένα αυτή η απόφαση τι θα προτιμούσα να κάνω;” Σταματήστε να λέτε: “δεν με πειράζει, δεν με νοιάζει, το ίδιο μου είναι”. Εάν σας δυσκολεύει να ανακαλύψετε τις επιθυμίες, τους στόχους, τις ανάγκες σας κάντε στον εαυτό σας την ερώτηση: “εάν υποθέσουμε πως εμφανιζόταν ένα τζίνι και μου έλεγε πως μπορεί να πραγματοποιήσει τώρα τρεις ευχές μου, τι θα διάλεγα;” 

4. Τρεις άνθρωποι που μπορώ να βασίζομαι πάνω τους

Οι γνωστοί και ως άνθρωποι “μπαλκόνι”. Είναι εκείνοι που χαίρονται με τη χαρά μας, μας επευφημούν, μας ενθαρρύνουν και πιστεύουν σε εμάς. Μας υποστηρίζουν, ακούνε τη γκρίνια μας και παίρνουν το μέρος μας όταν κάνουμε βλακείες. 

5. Σε ποια τρία πράγματα θα πω “όχι”  για να πω “ναι” στα τρία πράγματα που θέλω
περισσότερο το 2022;

Μερικές φορές χρειάζεται να πούμε όχι σε κάποια πράγματα για να έχουμε χρόνο για τα πράγματα στα οποία πραγματικά θέλουμε να πούμε ναι. 

Καλές γιορτές 🙂 

Το γρασίδι είναι πάντα πιο πράσινο όπου το ποτίζεις.

Οι σχέσεις, είτε επαγγελματικές είτε προσωπικές, είναι σαν κήποι. Χρειάζονται προσοχή και φροντίδα. Τη στιγμή που σταματάμε να τα προσέχουμε ή τα θεωρούμε δεδομένα, αρχίζουν να μαραίνονται.

Τα ζιζάνια που βλέπουμε στην αυλή μας είναι καταπράσινα χωράφια για τους άλλους και το αντίστροφο. Δεν υπάρχει τίποτα κακό με την αναζήτηση νέων βοσκοτόπων και καλύτερων ευκαιριών. Το λάθος είναι να μην αναγνωρίζουμε ότι οι ευκαιρίες βρίσκονται συχνά ακριβώς κάτω από τα πόδια μας. Το γρασίδι είναι πάντα πιο πράσινο όπου το ποτίζεις.

Υπάρχουν γεγονότα που δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε;

Οι ανολοκλήρωτες εμπειρίες, οι ανοιχτοί λογαριασμοί και τα συναισθήματα επιμένουν στη μνήμη μας ζητώντας την ολοκλήρωσή τους. Εάν αυτό δεν γίνει, παραμένουμε ανικανοποίητοι και καθηλωμένοι. Τις περισσότερες φορές καλούμαστε να κοιτάξουμε πίσω για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε μπροστά, όμως, υπάρχει ένα σημείο όπου η συνεχής εκτίμηση και υπερανάλυση ενός γεγονότος μας εμποδίζει να αξιοποιήσουμε το δυναμικό μας στο σήμερα, στο τώρα και να προχωρήσουμε.Όπως και με τα περισσότερα πράγματα στη ζωή, η προθυμία μας, το μέγεθος και το είδος της προσπάθειας που είμαστε διατεθειμένοι να καταβάλλουμε για να μετακινήσουμε τον συναισθηματικό βράχο που βρέθηκε στο δρόμο μας, θα παίξει καθοριστικό ρόλο. Ίσως μεγαλύτερο και από τη φύση των ίδιων των γεγονότων.

Γιατί όμως είναι τόσο δύσκολο να ξεκολλήσουμε από μια κατάσταση που μας ταλαιπωρεί; Μήπως υπάρχουν γεγονότα που δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε; Ναι και Όχι. Όλα ξεκινούν απ’ τις μη ρεαλιστικές προσδοκίες που έχουμε και τη διαστρεβλωμένη αντίληψη για το τι σημαίνει “ξεπερνάω ένα τραυματικό γεγονός”. Οι περισσότεροι πιστεύουμε πως η φράση “ξεπερνάω μια απώλεια” σημαίνει πως “δεν θα ξανασκεφτώ ποτέ αυτό που συνέβη”, “δεν θα ξαναστεναχωρηθώ”, “δεν θα ξανακλάψω γι’ αυτό”. Η αλήθεια είναι πως ίσως να μην το ξεπεράσουμε -έτσι όπως το έχουμε στο μυαλό μας- αλλά μπορούμε να επανατοποθετηθούμε σε σχέση με το συμβάν έτσι ώστε όταν η σκέψη εισβάλλει, τα συναισθήματα να μην μας πλημμυρίζουν. Το θέμα δεν είναι να μην πονέσουμε ποτέ ξανά. Κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατόν.
Το θέμα είναι για πόσην ώρα και με πόση ένταση θα μένουμε στον πόνο.

Το ν΄αφήνουμε πράγματα πίσω μας απαιτεί ενέργεια αλλά είναι κυρίως μια διανοητική διαδικασία γιατί τα πράγματα που κάνουμε και σκεφτόμαστε είναι αυτά που μας παγιδεύουν σε μια οδυνηρή κατάσταση. Πολλοί ισχυρίζονται πως ο άνθρωπος σε 28 ημέρες μπορεί να ξεμάθει και να ξαναμάθει μια συμπεριφορά. Τον ακριβή χρόνο δεν μπορεί να τον προσδιορίσει κανείς με ακρίβεια αλλά η αποδέσμευση απ’το χθες είναι μια τέχνη που μαθαίνεται και χρειάζεται επίμονη εξάσκηση. Είναι ένας συνδυασμός του να μάθεις να νοηματοδοτείς διαφορετικά τις εμπειρίες σου, να παραιτείσαι από παλιές προσδοκίες, να βρεις το κουράγιο να απορρίπτεις αντιλήψεις οι οποίες δεν σ’ εξυπηρετούν και να έχεις το σθένος να επανακαθορίσεις σκέψεις και συναισθήματα.

Είναι δύσκολο να αφήσεις κάτι πίσω εάν δεν υπάρχει μια θετική προοπτική για το αύριο. Όλοι χρειαζόμαστε ένα όραμα για το μέλλον, ένα στόχο που πιστεύουμε και αγαπάμε και θα στρέψουμε την προσοχή μας σ’ αυτόν. Δεν μπορώ να προσδιορίσω εγώ τι θα είναι αυτό για τον καθένα, όμως, το μόνο σίγουρο είναι πως χρειάζεται σκόπιμη εστίαση και συντονισμένη προσπάθεια. Ο τρόπος που θα μεταμορφώσουμε την αφήγησή μας, την προσωπική μας ιστορία μπορεί να γίνει ψυχολογικό εργαλείο που θα ανακουφίσει τον πόνο μας. “Ξαναγράφω μέρος της ιστορίας μου” δεν σημαίνει αλλάζω τα γεγονότα, αλλά, “δίνω διαφορετικό νόημα στην ιστορία και στο ρόλο που έπαιξα εγώ σ’αυτά που διαδραματίστηκαν”. Βλέπω την ιστορία με άλλη ματιά και αυτή η ματιά θα με βοηθήσει να προχωρήσω.

Όμως, το πιο ισχυρό αντίδοτο στο παρελθόν είναι η ικανότητα να είμαστε παρόντες στο εδώ και τώρα. Αυτή μας η ικανότητα περιορίζεται σημαντικά απ’όλους τους συναισθηματικούς μαγνήτες όχι μόνο του παρελθόντος, αλλά και του μέλλοντος: το φόβο, την αγάπη, τη ντροπή, τη λύπη, τη φαντασία. Το να μένουμε στο τώρα είναι κάτι που μαθαίνεται. Όσο δυσάρεστο και αν είναι, ας μη φοβόμαστε να βιώνουμε τα συναισθήματά μας. Εξάλλου, το μόνο που έχουμε είναι το τώρα και όταν είμαστε παρόντες σ’αυτό, έχουμε πολύ λιγότερες πιθανότητες να μπούμε σε φαύλο κύκλο σκέψεων του στυλ “τι θα γινόταν εάν”.

Αυτός ο καινούργιος τρόπος που θα χρειαστεί να μάθουμε, συχνά προσκρούει σε μια αδιάλλακτη αντίσταση, αυτή της ανθρώπινης απροθυμίας για αλλαγή. Ένα απ’ τα μεγαλύτερα θαύματα της κλινικής παρατήρησης, είναι πόσο μεγάλη δυσφορία μπορούμε να ανεχθούμε οι άνθρωποι πριν αναγνωρίσουμε την ανάγκη για αλλαγή. Όμως, σχεδόν όλα τα πράγματα μαθαίνονται. Είναι όπως το ποδήλατο. Στην αρχή πέφτεις, σηκώνεσαι, δοκιμάζεις πάλι, χτυπάς, αποκτάς μελανιές, σημάδια, ξαναπέφτεις, κλαις. Αλλά, μια μέρα, μαθαίνεις να ισορροπείς πάνω σ’αυτό. Δεν υπάρχει περίπτωση να μην τα καταφέρεις.

Το σύνδρομο του απατεώνα

Το σύνδρομο του απατεώνα είναι η αμφιβολία που νιώθουν κάποιοι άνθρωποι για τις γνώσεις και τις ικανότητές τους. Πιστεύουν πως έχουν κάποια επαγγελματική θέση από τύχη ή αυτοί που τους προσέλαβαν δεν συνειδητοποίησαν πόσο ανεπαρκείς είναι γι’αυτό και αισθάνονται “απατεώνες”.

Αισθάνονται ένα διαρκές άγχος και φόβο πως θα αποκαλυφθεί η ανεπάρκειά τους σε κάποιο τομέα, ακόμα και αν αυτή η πιθανότητα δεν έχει κάποια βάση. Με αυτό τον τρόπο δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος όπου ο άνθρωπος δεν αισθάνεται άξιος επαγγελματικής αναγνώρισης και προσπαθώντας να μην εκτεθεί, θα αυξήσει τον έλεγχο και την τελειομανία θέτοντας εν τέλει μη ρεαλιστικούς στόχους.

Η Pauline Clance ήταν η πρώτη που εντόπισε τη συμπεριφορά σε μια ομάδα επιτυχημένων γυναικών που δεν αισθάνονταν πως άξιζαν τον ρόλο που είχαν. Στη συνέχεια παρατηρήθηκε πως ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού πλήττεται από το σύνδρομο του απατεώνα.