http://parallaximag.gr/life/nasia-efthimiopoulou
Η θεραπευτική σχέση έχει γίνει πλέον κομμάτι της ποπ κουλτούρας καθώς γύρω από αυτήν έχουμε δει να χτίζονται λογοτεχνικές και κινηματογραφικές αφηγήσεις. Το γεγονός αυτό δείχνει αφενός ότι αυτή η σχέση είναι αντιληπτή από το ευρύ κοινό ως εξαιρετικά σημαντική και αποτελεί κλειδί για τη θεραπεία, αφετέρου όμως, η μυθοποίησή της δημιουργεί ιδανικές συνθήκες για τη δημιουργία μύθων και λανθασμένων αντιλήψεων για τη σχέση αυτή.
Στα περιστατικά που περιγράφονται στις μελέτες για την υστερία, ο Freud έμπαινε προσωπικά και τολμηρά μέσα στη ζωή των ασθενών του. Τους έκανε έντονες συστάσεις, παρενέβαινε στις οικογένειές τους για λογαριασμό τους, έβρισκε τρόπους να παρευρεθεί σε κάποιες κοινωνικές εκδηλώσεις για να τους δει πως συμπεριφέρονται σε άλλα περιβάλλοντα, έδωσε σε κάποιον ασθενή του την οδηγία να επισκεφθεί το νεκροταφείο και να καθίσει να διαλογιστεί στον τάφο του νεκρού αδερφού του.
Σήμερα, τα πράγματα έχουν αλλάξει πάρα πολύ. Πολύ συχνά τα θέματα εποπτείας έχουν να κάνουν με τον τρόπο που ένας ψυχοθεραπευτής διαχειρίζεται την προσωπική του σελίδα ή τον λογαριασμό του στα κοινωνικά δίκτυα. Δέχομαι αιτήματα φιλίας; παίζει ρόλο η διάγνωση που έχω κάνει; θέλω να αφήσω ανοιχτό τον λογαριασμό μου σε κάποια πλατφόρμα γιατί πιέζομαι αλλά από την άλλη συντομεύω τη διαδικασία αποδόμησής μου -που έτσι και αλλιώς κανείς ψ δεν θα αποφύγει-. Τι θα σημαίνει αυτό για μένα; θα αντέξει να ξέρει πως ο ψυχοθεραπευτής τους δεν είναι ο άνθρωπος που είχε φανταστεί; ο ιδανικός γονιός.
Σ’αυτό το άρθρο -είναι και λίγο αστείο- διαβάζουμε τις στιγμές αγωνίας που περνάει ένας ψ όταν το καινούργιο του περιστατικό στην πρώτη συνεδρία έχει μάθει πληροφορίες για εκείνον που δεν θα μπορούσε να τις ξέρει παρά μόνο εάν είχε κάνει ενδελεχή έρευνα. Βλέπουμε πόσο εύστοχα μπαίνει στον κόσμο του θεραπευόμενου με το να είναι “εκεί”, χωρίς να κρίνει, δίνοντάς του με πολύ ωραίο τρόπο ένα καθαρό καθρέφτισμα.
Αυτή η σχέση είναι μοναδική σε σύγκριση με οποιαδήποτε άλλη σχέση μεταξύ γιατρών, ασθενών και αυτό γίνεται αντιληπτό από την πρώτη κιόλας συνάντηση. Κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς θα συμβεί.
Μια οδυνηρή συνέπεια της έλλειψης εσωτερικών ορίων είναι ότι όταν ακούμε σκέψεις και απόψεις κάποιου άλλου, νομίζουμε πως ή θα πρέπει να συμφωνήσουμε μαζί του -αγνοώντας τη δική μας θέση- ή θα πρέπει να υποστηρίξουμε με σθένος τη δική μας άποψη. Έχοντας μάθει να βάζουμε εσωτερικά όρια, δεν έχουμε την ανάγκη να προσπαθούμε να πείσουμε τους άλλους για την εγκυρότητα της πραγματικότητάς μας.
Όταν μας συμβαίνει κάτι, νοηματοδοτούμε το γεγονός μέσω των σκέψεων που κάνουμε.
Το νόημα που δίνω στην εμπερία και οι σκέψεις που κάνω πυροδοτούν κάποια συναισθήματα.
Τα συναισθήματα θα με οδηγήσουν σε μια συμπεριφορά. Συνήθως οι διαστρεβλωμένες σκέψεις –που έχουν να κάνουν με την ιστορία μας- είναι αυτές που μας οδηγούν σε συμπεριφορές μη βοηθητικές.
Όταν αρχίζουμε να βάζουμε εσωτερικά όρια αισθανόμαστε περίεργα και σχεδόν ποτέ δεν τα καταφέρνουμε με την πρώτη. Ίσως βοηθήσει εάν φανταστείτε τα εσωτερικά σας όρια σαν ένα αλεξίσφαιρο γιλέκο από μια πλάκα σκληρού μετάλλου κάτω από το δέρμα στο στήθος σας. Άλλοι κάνουν εικόνα το εσωτερικό όριο ως μικρή πόρτα η οποία ανοίγει μόνο από μέσα και το κλειδί το έχει μόνο ο ιδιοκτήτης. Κάθε φορά που ακούτε κάτι αξιολογείστε το πρώτα και μετά αντιδράστε. Πείτε στον εαυτό σας πως αυτό που ακούω απ’τον απέναντι αφορά τις δικές του σκέψεις, συναισθήματα και όχι αυτά που είπα ή έκανα εγώ.

Η εικόνα είναι του κ. Δημήτρη Τζάνη για το μπλογκ και τον ευχαριστώ πολύ
Στην Αμερική, πάνω από 40 εκατομμύρια άνθρωποι, ειδικά γυναίκες, έχουν την ‘ταμπέλα’ του συνεξαρτώμενου. Ένα απ’τα θέματα που αντιμετωπίζουν όσοι ταλαιπωρούνται από σχέσεις εξάρτησης, είναι τα περίφημα όρια. Τα όρια είναι εξωτερικά και εσωτερικά. Το να μάθω να βάζω εξωτερικά όρια με βοηθάει να φροντίζω για τη σωματική μου ακεραιότητα, να κρατάω μια σωματική απόσταση από τους άλλους και φυσικά να σέβομαι και το όριο των άλλων ανθρώπων.
Τα εσωτερικά όρια έχουν να κάνουν με τη σκέψη, τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά. Στη φωτογραφία βλέπουμε τον άνθρωπο που έχει σταθερά εσωτερικά και εξωτερικά όρια, ότι μπορεί να σχετίζεται χωρίς να προβάλλει στον άλλον δικές του ερμηνείες, ενώ ταυτόχρονα δεν παίρνει προσωπικά τα συναισθήματα του άλλου. Το να διατηρώ ανέπαφα τα εσωτερικά μου όρια είναι πολύ βοηθητικό και απαραίτητο ειδικά σε περιπτώσεις που νιώθω πως παίρνω επίθεση.


Πολλές φορές όταν δουλεύουμε στον υπολογιστή, στο background τρέχουν προγράμματα καταναλώνοντας πόρους, δηλαδή υπολογιστική ισχύ, μνήμη και ενέργεια. Το συνειδητοποιούμε όταν ο υπολογιστής μας κολλάει από την έλλειψη πόρων και τότε έχει φτάσει η στιγμή που με μια εντολή πρέπει να τα εντοπίσουμε, να τα κλείσουμε και να κάνουμε reboot.
Κάπως έτσι μπορεί να συμβεί και με γεγονότα του παρελθόντος που μας ταλαιπωρούν.
Η ενέργεια και η προσοχή μας είναι στραμμένη εκεί, με αποτέλεσμα η καθημερινότητά μας να κολλάει, να σέρνεται. Τις περισσότερες φορές καλούμαστε να κοιτάξουμε πίσω για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε μπροστά, όμως, υπάρχει ένα σημείο όπου η συνεχής εκτίμηση και υπερανάλυση ενός γεγονότος μας εμποδίζει να αξιοποιήσουμε το δυναμικό μας στο σήμερα, στο τώρα και να προχωρήσουμε.
Όπως και με τα περισσότερα πράγματα στη ζωή, η προθυμία μας, το μέγεθος και το είδος της προσπάθειας που είμαστε διατεθειμένοι να καταβάλλουμε για να μετακινήσουμε τον συναισθηματικό βράχο που βρέθηκε στο δρόμο μας, θα παίξει καθοριστικό ρόλο. Ίσως μεγαλύτερο και από τη φύση των ίδιων των γεγονότων.
Γιατί όμως είναι τόσο δύσκολο να ξεκολλήσουμε από μια κατάσταση που μας ταλαιπωρεί; Μήπως υπάρχουν γεγονότα που δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε; Ναι και Όχι. Όλα ξεκινούν απ’ τις μη ρεαλιστικές προσδοκίες που έχουμε και τη διαστρεβλωμένη αντίληψη για το τι σημαίνει “ξεπερνάω ένα τραυματικό γεγονός”. Οι περισσότεροι πιστεύουμε πως η φράση “ξεπερνάω μια απώλεια” σημαίνει πως “δεν θα ξανασκεφτώ ποτέ αυτό που συνέβη”, “δεν θα ξαναστεναχωρηθώ”, “δεν θα ξανακλάψω γι’ αυτό”. Η αλήθεια είναι πως ίσως να μην το ξεπεράσουμε -έτσι όπως το έχουμε στο μυαλό μας- αλλά μπορούμε να επανατοποθετηθούμε σε σχέση με το συμβάν έτσι ώστε όταν η σκέψη εισβάλλει, τα συναισθήματα να μην μας πλημμυρίζουν. Το θέμα δεν είναι να μην πονέσουμε ποτέ ξανά. Κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατόν. Το θέμα είναι για πόσην ώρα και με πόση ένταση θα μένουμε στον πόνο.
Το ν΄αφήνουμε πράγματα πίσω μας απαιτεί ενέργεια αλλά είναι κυρίως μια διανοητική διαδικασία γιατί τα πράγματα που κάνουμε και σκεφτόμαστε είναι αυτά που μας παγιδεύουν σε μια οδυνηρή κατάσταση. Πολλοί ισχυρίζονται πως ο άνθρωπος σε 28 ημέρες μπορεί να ξεμάθει και να ξαναμάθει μια συμπεριφορά. Τον ακριβή χρόνο δεν μπορεί να τον προσδιορίσει κανείς με ακρίβεια αλλά η αποδέσμευση απ’το χθες είναι μια τέχνη που μαθαίνεται και χρειάζεται επίμονη εξάσκηση. Είναι ένας συνδυασμός του να μάθεις να νοηματοδοτείς διαφορετικά τις εμπειρίες σου, να παραιτείσαι από παλιές προσδοκίες, να βρεις το κουράγιο να απορρίπτεις αντιλήψεις οι οποίες δεν σ’ εξυπηρετούν και να έχεις το σθένος να επανακαθορίσεις σκέψεις και συναισθήματα.
Είναι δύσκολο να αφήσεις κάτι πίσω εάν δεν υπάρχει μια θετική προοπτική για το αύριο. Όλοι χρειαζόμαστε ένα όραμα για το μέλλον, ένα στόχο που πιστεύουμε και αγαπάμε και θα στρέψουμε την προσοχή μας σ’ αυτόν. Δεν μπορώ να προσδιορίσω εγώ τι θα είναι αυτό για τον καθένα, όμως, το μόνο σίγουρο είναι πως χρειάζεται σκόπιμη εστίαση και συντονισμένη προσπάθεια. Ο τρόπος που θα μεταμορφώσουμε την αφήγησή μας, την προσωπική μας ιστορία μπορεί να γίνει ψυχολογικό εργαλείο που θα ανακουφίσει τον πόνο μας. “Ξαναγράφω μέρος της ιστορίας μου” δεν σημαίνει αλλάζω τα γεγονότα, αλλά, “δίνω διαφορετικό νόημα στην ιστορία και στο ρόλο που έπαιξα εγώ σ’αυτά που διαδραματίστηκαν”. Βλέπω την ιστορία με άλλη ματιά και αυτή η ματιά θα με βοηθήσει να προχωρήσω.
Όμως, το πιο ισχυρό αντίδοτο στο παρελθόν είναι η ικανότητα να είμαστε παρόντες στο εδώ και τώρα. Αυτή μας η ικανότητα περιορίζεται σημαντικά απ’όλους τους συναισθηματικούς μαγνήτες όχι μόνο του παρελθόντος, αλλά και του μέλλοντος: το φόβο, την αγάπη, τη ντροπή, τη λύπη, τη φαντασία. Το να μένουμε στο τώρα είναι κάτι που μαθαίνεται. Όσο δυσάρεστο και αν είναι, μη φοβάστε να βιώνετε τα συναισθήματά σας. Εξάλλου, το μόνο που έχουμε είναι το τώρα και όταν είμαστε παρόντες σ’αυτό, έχουμε πολύ λιγότερες πιθανότητες να μπούμε σε φαύλο κύκλο σκέψεων του στυλ “τι θα γινόταν εάν”.
Αυτός ο καινούργιος τρόπος που θα χρειαστεί να μάθουμε, συχνά προσκρούει σε μια αδιάλλακτη αντίσταση, αυτή της ανθρώπινης απροθυμίας για αλλαγή. Ένα απ’ τα μεγαλύτερα θαύματα της κλινικής παρατήρησης, είναι πόσο μεγάλη δυσφορία μπορούμε να ανεχθούμε οι άνθρωποι πριν αναγνωρίσουμε την ανάγκη για αλλαγή. Όμως, σχεδόν όλα τα πράγματα μαθαίνονται. Είναι όπως το ποδήλατο. Στην αρχή πέφτεις, σηκώνεσαι, δοκιμάζεις πάλι, χτυπάς, αποκτάς μελανιές, σημάδια, ξαναπέφτεις, κλαις. Αλλά, μια μέρα, μαθαίνεις να ισορροπείς πάνω σ’αυτό. Δεν υπάρχει περίπτωση να μην τα καταφέρεις.
Σημείωση: kill -9 είναι η εντολή που χρησιμοποιούμε στο Unix για να σκοτώσουμε (terminate) μια προβληματική διεργασία (process)
Το κείμενο δημοσιεύθηκε στη LIFO στις 24-6-2016
Στην ερώτηση “πώς θα περιγράφατε τη σχέση με τον πατέρα σας;” η απάντηση είναι “αμήχανη”. Όταν βρισκόμαστε το θέμα συζήτησης είναι η δουλειά. Το πρώτο που ρωτάει είναι εάν είμαι ευχαριστημένη και αν οι θεραπευόμενοί μου συνεχίζουν τη θεραπεία τους. Η συζήτηση καταλήγει πάντα στο να μην σταματήσω να δουλεύω όσα χρήματα και αν έχω και αν χρειάζομαι κάτι. Παλιότερα έμενα μόνο σ’αυτά που δεν είχα πάρει απ΄τη σχέση μας. Αργότερα και μετά από πολλά χρόνια ψυχοθεραπείας είδα και εκτίμησα αυτά που μπόρεσε να μου δώσει. Μ’έμαθε μπάνιο, ποδήλατο, να μην το βάζω κάτω -κόντρα στην κόντρα είναι ένα απ’τα αγαπημένα του τσιτάτα- να παίζω έντιμα, αλλά, κυρίως, έμαθα τι σημαίνει να έχεις μεγαλώσει μ’έναν άνθρωπο σταθερό και τη σημασία του να συνάδουν τα λόγια με τις πράξεις. Τα άρθρα πάρα πολλά αλλά επέλεξα αυτό γιατί δεν προσπαθεί να εκμαιεύσει συναισθήματα αλλά και γιατί μου θυμίζει τα λόγια της ψ σε κάποιες απ’τις συνεδρίες μου “Νάσια, έλα λίγο να δούμε αυτά πήρες απ’τον πατέρα σου”

Έχουν ειπωθεί και γραφεί πολλά για το φόβο. Χιλιάδες τσιτάτα από πολιτικούς μέχρι δημόσια πρόσωπα και φιλοσόφους αναπαράγονται καθημερινά με στόχο να τον ξορκίσουν και όμως παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια και μάλιστα από αυτά που κάποιος στήνει μπροστά του. Εκεί που είσαι έτοιμος να κάνεις μια συναρπαστικά θετική αλλαγή στη ζωή σου, ξαφνικά νιώθεις την παγωμένη, αφόρητα πιεστική και εκβιαστική πυγμή του γνωστού, της συνήθειας. Μια σου πλευρά είναι ενθουσιασμένη με την προοπτική της αλλαγής μια νέα δουλειά, ένα σπίτι, μια νέα σχέση και μια άλλη είναι καθηλωμένη στη μέχρι τώρα πραγματικότητά σου, άνετη μέσα στην αδράνεια. Και αυτή σου η πλευρά, σε κρατάει απ’ το να προχωρήσεις μπροστά.
Ο φόβος είναι ένα φυσιολογικό συναίσθημα όπως όλα τα υπόλοιπα που είναι απαραίτητο να υπάρχει ώστε να μας προφυλάσσει από πιθανούς κινδύνους. Είναι σημαντικό να κάνουμε τον διαχωρισμό από το άγχος. Ο φόβος σχετίζεται με υπαρκτούς κινδύνους και από αυτούς μας προστατεύει, ενώ το άγχος έχει συχνά να κάνει με φανταστικούς κινδύνους ή καταστάσεις, το οποίο πυροδοτείται ή από ένα τραυματικό γεγονός που μας έχει συμβεί ή επειδή κάποιος μας έχει φοβίσει λέγοντάς μας συνέχεια πως πρέπει να μείνουμε μακριά από μια κατάσταση.
Τον φόβο τον χρειαζόμαστε. Μέχρις εκεί που μας επιτρέπει να είμαστε λειτουργικοί και να προστατεύουμε τον εαυτό μας, χωρίς να μας περιορίζει και να μας απαγορεύει από το να ζούμε ευτυχισμένοι και ολοκληρωμένοι. “Ζω χωρίς φόβο” δεν σημαίνει ότι πρέπει να έχουμε άγνοια κινδύνου ή να υπερεκτιμούμε τις ικανότητές μας. Απλά σημαίνει πως χρειάζεται να τον νιώθουμε, να στεκόμαστε σ’αυτόν όπως με όλα τα συναισθήματα άλλωστενα τον αξιολογούμε, να τον λαμβάνουμε υπόψη μας και παρ’όλα αυτά να προχωράμε σε οποιαδήποτε αλλαγή θέλουμε. Εξάλλου η γενναιότητα, δεν προϋποθέτει την απουσία του φόβου, αλλά αντίθετα τη διαχείρισή του. Ο στόχος δεν είναι να μη φοβηθούμε ποτέ, αλλά να μη μας κρατήσει πίσω σε μια ζωή που πια δεν μας ικανοποιεί.
Ο φόβος θα εμφανίζεται μπροστά μας κάθε φορά που θα προσπαθούμε να “μεγαλώσουμε”, να αναπτυχθούμε, να πάμε εκεί όπου ονειρευόμαστε. Πολλοί από εμάς πιστεύουμε πως ο φόβος είναι ένα σημάδι κινδύνου, μια προειδοποίηση πως κάτι κακό πρόκειται να συμβεί και θα πρέπει να το αποφύγουμε με κάθε τρόπο. Αυτός ο τρόπος μας εξυπηρέτησε όταν ήμασταν παιδιά και δεν είχαμε άλλη επιλογή. Υπάρχει διαφορά μεταξύ του φόβου για το άγνωστο, το καινούργιο και αυτόν του ενστίκτου. Είμαι σίγουρη πως εάν σταθείς σ’ αυτό που σου συμβαίνει, χωρίς να επηρεάζεσαι από τρίτους, θα καταλάβεις τι εννοώ και θα ξέρεις ποιο απ’ τα δυο σε αφορά.
Όσοι έκαναν κάτι μοναδικό και σημαντικό θα σου πουν το ίδιο: “Φυσικά και φοβήθηκα. Φυσικά και σκέφτηκα να το βάλω στα πόδια. Κάτι φορές ακόμα το σκέφτομαι. Όμως, ούτε στιγμή δεν μετάνιωσα αυτή την αλλαγή”. Προσπάθησε να ανακαλέσεις θετικές εμπειρίες, αναμνήσεις. Φέρε στο μυαλό σου εκείνες τις φορές που αισθανόσουν φόβο και όμως έκανες τη μετάβαση που τόσο ήθελες. Πώς εξελίχθησαν τα πράγματα; Οι πιθανότητες είναι όλα να πήγαν καλά. Η τάση μας είναι να θέλουμε να πάμε στο γνώριμο, έστω και αν αυτό είναι άσχημο ή ταλαιπωρητικό γιατί αυτό μας φαίνεται πιο εύκολο. Ξέρουμε πως να είμαστε μέσα σ’ αυτό, ξέρουμε να συμπεριφερθούμε, τι να περιμένουμε, τί δεν θα πάρουμε. Η ασφάλεια της συνήθειας πολλές φορές δεν μας αφήνει να δούμε πως ένας κύκλος έχει κλείσει.
Το μοναδικό πράγμα για το οποίο μπορεί να μετανοιώσει όποιος εγκαταλείψει μια άσχημη κατάσταση, είναι που δεν το είχε κάνει νωρίτερα. Η αλλαγή και η ανάπτυξη είναι φυσικά και αναπόφευκτα αποτελέσματα όταν αντιμετωπίζουμε τον εαυτό μας και τη φύση της ύπαρξής μας μέσα από την επίγνωση, τη ζωντανή επαφή και όχι μέσα από την προσπάθεια, τον έλεγχο ή την αποφυγή. Υπάρχει ένα μαγικό υπαρξιακό παράδοξο, όπου η αλλαγή συμβαίνει, όταν κάποιος γίνεται αυτό πού είναι και όχι όταν προσπαθεί να γίνει αυτό που δεν είναι. Η ζωή συμβαίνει, προχωράει με ή χωρίς τους φόβους μας. Όταν υπενθυμίζουμε στον εαυτό μας πως η άσκηση ελέγχου είναι παραίσθηση, τότε θα αρχίσουμε να ηρεμούμε. Το χειρότερο σενάριο που έχεις σκεφτεί δεν θα συμβεί και θα εκπλαγείς ευχάριστα γιατί πολλές φορές συνδέουμε την αλλαγή με κάτι δυσάρεστο και καταστροφικό.
Δημοσιεύθηκε στη Lifo, 25/4/2016 http://www.lifo.gr/articles/health-fitness_articles/98468
Όταν ο Joel μαθαίνει ότι η πρώην κοπέλα του Clementine, τον διέγραψε από τη μνήμη της χρησιμοποιώντας μια νέα τεχνολογική μέθοδο, αποφασίζει και εκείνος να κάνει το ίδιο. Σε κατάσταση απελπισίας επισκέπτεται τον εμπνευστή και εφευρέτη της διαδικασίας στην κλινική Lacuna. Κατά τη διάρκεια όμως της διαδικασίας αυτής αλλάζει γνώμη. Ξεκινάει ένας αγώνας δρόμου στην προσπάθειά του να σώσει τις αναμνήσεις του -κρύβοντας αυτές σε διάφορα σημεία του εγκεφάλου- ώστε να μην ξεχάσει την αγάπη του για την Clementine.
Το Facebook -ως άλλη κλινική Lacuna- ανακοίνωσε χθες πως δοκιμάζει νέα εργαλεία για να κάνουν έναν χωρισμό πιο “εύκολο”. Αυτό το νέο εργαλείο σβήνει τις αναμνήσεις από το news feed και μπλοκάρει τα νέα του προσώπου που προσπαθείς να ξεχάσεις. Δεν χρειάζεται να τον/την σβήσεις από φίλο, όμως, μπορείς να μη βλέπεις φωτογραφίες του ή να διαβάσεις κάποιο status.
Δεν θα χρειάζεται να πηγαίνεις πίσω στο χρονολόγιο και να κάνεις αλλαγές ή να σβήνεις καθώς θα υπάρχει η δυνατότητα να γίνεται αυτόματα μια φορά χωρίς ο πρώην σύντροφος να γνωρίζει πως έκανες αυτές τις αλλαγές.
Το ότι θα έχεις και τη δυνατότητα να επιλέξεις τι θα επεξεργαστείς, ίσως να σε κάνει να νιώσεις σαν τον Joel, καθώς οι αναμνήσεις του διαγράφονται, βρίσκει τον εαυτό του να τις ξαναζεί και ενώ παλαεύει να διατηρήσει έστω και τη μικρότερη ανάμνηση από τη σχέση τους, μονολογεί: please let me keep this memory. Just this one.
http://bits.blogs.nytimes.com/2015/11/19/facebook-to-make-breaking-up-easier-to-do/?smid=fb-nytimes&smtyp=cur&_r=0
Έχουν γραφτεί πολλά για τη θεραπευτική σχέση αλλά και για το τι επιτρέπει η δεοντολογία ως προς το ζήτημα των προσωπικών σχέσεων. Έχει υποστηριχθεί η άποψη πως στη σχέση θεραπευτή-θεραπευόμενου υπάρχουν κάποια ευρέως αποδεκτά όρια επιτρεπόμενων ενεργειών και πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ διάβασης (crossing) και παραβίασης (violation) των ορίων αυτών. Ενίοτε η διάβαση των ορίων μπορεί να είναι αποδεκτή ή και χρήσιμη για τον θεραπευόμενο π.χ. αποκαλύψεις του θεραπευτή για τον εαυτό του, τη ζωή του ή τα προβλήματα που αντιμετωπίζει, αστεία, φυσική επαφή, προσφορά και αποδοχή δώρων μικρής αξίας. Το κείμενο μιλάει για το πως το δώρο του θεραπευόμενου πήγε τη θεραπεία παρακάτω, πόσο βοήθησε τη σχέση, πως ο θεραπευτής δεν φοβήθηκε, δεν “κρύφτηκε” πίσω απ’τη δεοντολογία και πόσο σημαντικό είναι το χτίσιμο της εμπιστοσύνης με ανθρώπους που έχουν κακοποιηθεί.
http://opinionator.blogs.nytimes.com/2015/09/29/would-i-accept-my-patients-gift/?smid=fb-share&_r=0
Έγραφα με το ζόρι ένα ποστ που όλο τελείωνα και ποτέ δεν άρχιζα και είχε να κάνει με μια τοποθέτηση πάνω σ’ένα άρθρο που είχα διαβάσει πριν καιρό. Μόλις είχα γράψει την πρόταση «έχει φτάσει πλέον η στιγμή να προβληματιστούν σοβαρά οι ψυχοθεραπευτές πάνω στον καινούργιο τους ρόλο ως υπαρξιακών καθοδηγητών» όταν χτύπησε το τηλέφωνό μου και άκουσα έναν αγαπημένο φίλο να μου λέει: «Νάσια, με άφησε. Είμαι στη δουλειά και μάλλον κάτι έπαθα γιατί δεν μπορώ να κουνήσω τα πόδια μου»
Φαντάζομαι αρκετοί από εμάς έχουμε βρεθεί σε παρόμοια θέση. Να μας συμβεί κάτι «έτσι ξαφνικά» και να παγώσουμε, να παραλύσουμε, να νιώθουμε πως χάνουμε τη γη και τον ουρανό, να σκεφτούμε να καλέσουμε το 166 να έρθει να μας μαζέψει.
Όταν κάποιος είναι σε θεραπεία τα πράγματα ίσως να είναι λίγο καλύτερα απ’ την άποψη ότι ο ψυχοθεραπευτής θα μπει σε mode «παρέμβαση στην κρίση», δηλαδή όλα τα θέματα που δουλεύαμε μέχρι τότε τα βάζουμε προσωρινά στην άκρη και αντιμετωπίζουμε αυτό που συμβαίνει στο εδώ και τώρα. Δεν είναι η ώρα να δουλέψουμε υπαρξιακά θέματα ούτε να δούμε τις επιλογές συντρόφων που κάνουμε, ούτε τη σχέση μας με τους γονείς. Αυτά αργότερα. Το σημαντικό είναι να καταφέρουμε να είμαστε κάπως λειτουργικοί. Έτσι λοιπόν, το ποστ αυτό είναι μια προσπάθεια να απαλύνει έστω και στο ελάχιστο τον πόνο -όχι τόσο των πρώτων ημερών αλλά των επόμενων- που νιώθει κάποιος όταν χωρίζει και δεν είναι σε θεραπευτική διαδικασία.
Όταν ακούω τέτοια περιστατικά, μου έρχονται στο μυαλό τα λόγια τριών ανθρώπων.
Ο πρώτος είναι ο πατέρας μου που στην κατηγορία «σχέσεις» μου έχει δώσει μόνο δυο συμβουλές. Η μια είναι «παιδί μου, έαν δεν είσαι ευτυχισμένη και δεν περνάς καλά, να σηκώνεσαι να φεύγεις αλλά για να μπορείς να φεύγεις δεν θα πρέπει να εξαρτάσαι οικονομικά από κανέναν»
Ο δεύτερος άνθρωπος είναι η επόπτριά μου που μου έμαθε –μέσω των θεμάτων των θεραπευόμενών μου αλλά και των δικών μου- να ακούω και να σέβομαι το «όχι», «δεν θέλω άλλο», «δεν σ’αγαπάω πια», τα όρια των άλλων ανθρώπων και πως μέσα απ’ τη στάση αποδοχής μιας δύσκολης κατάστασης αποκτώ επίγνωση αλλά κυρίως μαθαίνω να στέκομαι σε μένα και να κερδίζω τον αυτοσεβασμό.
Τον τρίτο άνθρωπο δεν τον ξέρω αλλά πρόσφατα είχα διαβάσει ένα άρθρο της – είναι μια διάσημη life coach, η οποία ζει στο Τέξας και χρεώνει 1000 δολάρια τη συνεδρία – στο οποίο ανάμεσα σε άλλα έγραφε: «Μην κυνηγάτε ποτέ κάποιον που δεν σας θέλει. Πείτε αμέσως τη φράση: έχω αρκετό αυτοσεβασμό στο να θέλω κάποιον που δεν με θέλει. Εάν έχετε εμμονή με κάποιον που δεν σας θέλει σας συνιστώ να τρέξετε – όχι να περπατήσετε – στον πιο κοντινό σας ψυχίατρο γιατί έχετε σοβαρό πρόβλημα το οποίο πρέπει να λύσετε άμεσα».
Σ’ αυτές τις τοποθετήσεις εγώ βλέπω κάτι κοινό. Την αποδοχή, τον αυτοσεβασμό, την προσωπική ευθύνη και το δικαίωμα στην ευτυχία.
Η φυσική τάση των ανθρώπων είναι να αποφεύγουμε τον πόνο γι’ αυτό συνήθως η πρώτη αντίδραση σε κάτι δύσκολο που μας έχει συμβεί είναι η άρνηση. Η άρνηση, είναι μια γνωστική κατάσταση όπου αναπτύσσεται μια είδους αντίσταση απέναντι στο τραυματικό γεγονός, απορρίπτοντάς το ως μη αληθές. Τη θέση της άρνησης θα την πάρουν άλλα συναισθήματα και θα περάσουμε διάφορα στάδια – τα οποία απλά είναι η προσπάθεια να διεργαστούμε την απώλειά μας- μέχρι να φτάσουμε στο ζητούμενο. Την αποδοχή. Αυτό δεν σημαίνει πως θα ξεχάσουμε από που μας έχει συμβεί ούτε ξαφνικά θα γίνουμε ευτυχισμένοι. Ίσως να έχουμε καταφέρει να αποδεσμεύσουμε κάθε ωραία ανάμνηση από την επιθυμία και την προσδοκία να την ξαναζήσουμε με τον συγκεκριμένο άνθρωπο. Ίσως καταφέρουμε να βρούμε μια ισορροπία ανάμεσα στις ευχάριστες αναμνήσεις και στα χαρακτηριστικά του ανθρώπου που έφυγε έτσι ώστε να τον δούμε ολόκληρο, με τις δυνατότητες και τους περιορισμούς του.
Αρκετά συχνά βλέπω –μου έχει συμβεί και μένα φυσικά- μια τάση για έλεγχο του άλλου μέσω της φράσης «θα τον/την κάνω να». Μην μπείτε σ’αυτό. Το μόνο που θα καταφέρετε είναι να καθυστερήσετε τη διαδικασία της επούλωσης. Οι άνθρωποι κάνουν αυτό που θέλουν να κάνουν οι ίδιοι. Αισθάνονται με τον τρόπο που οι ίδιοι θέλουν να αισθανθούν, σκέπτονται αυτό που θέλουν να σκεφτούν, κάνουν τα πράγματα που θεωρούν ότι είναι υποχρεωμένοι να κάνουν, και θα αλλάξουν μόνο όταν εκείνοι είναι έτοιμοι να αλλάξουν. Δεν μπορούμε να ελέγξουμε άλλους ανθρώπους. Κάθε προσπάθεια άσκησης ελέγχου είναι μια αυταπάτη και ψευδαίσθηση. Κανένα είδος ελέγχου που εμείς θα ασκήσουμε δεν μπορεί να επιφέρει μόνιμες ή επιθυμητές αλλαγές σε έναν άλλον άνθρωπο. Ορισμένες φορές μπορεί να κάνουμε πράγματα που θα αυξήσουν την πιθανότητα στο να θελήσει να αλλάξει ο άλλος. Αυτό, όμως, ούτε μπορούμε να το εγγυηθούμε, ούτε να το ελέγξουμε.
Το μόνο άτομο που μπορούμε να μεταβάλουμε και στο οποίο έχουμε δικαιοδοσία ελέγχου είναι ο εαυτός μας. Όπως ο Οδυσσέας δέθηκε στο κατάρτι του πλοίου του και κατάφερε να αποφύγει τη γοητεία των Σειρήνων και σώθηκε, έτσι και σε μια δύσκολη στιγμή, όπως ένας χωρισμός, αυτό που έχουμε είναι το δικό μας κατάρτι. Το εσωτερικό μας κατάρτι, ο εαυτός μας, ο τρόπος που θα μείνουμε στη θέση μας και όχι στον άλλον άνθρωπο γιατί εκεί υπάρχει μόνο το χάσιμο. Το κατάρτι θα μας βοηθήσει να μην ξεχάσουμε τον προορισμό μας, να μην πνιγούμε.
Έχω ξαναγράψει παλιότερα για την παρουσία των φίλων σε πολύ δύσκολες στιγμές μου, πόσο πολύτιμη ήταν η βοήθειά τους και πόσο ευγνώμων θα είμαι για πάντα. Το λεγόμενο υποστηρικτικό πλαίσιο. Η δική μου βοήθεια ήταν να κάνω καθαρό σ’εκείνους τι με βοηθάει. Εκείνοι, ήταν «απλά» εκεί και άκουγαν ακούραστα τα ίδια και τα ίδια. Για κάποιο διάστημα θα πρέπει να ένιωθαν πρωταγωνιστές στο sequel «η μέρα της μαρμότας». Ακόμα και εάν είστε άνθρωποι εσωστρεφείς και έχετε μάθει να έχετε συμπεριφορά γάτας όταν πληγώνεστε ή όταν αρρωσταίνετε, φροντίστε τον πρώτο καιρό να έχετε δίπλα σας έστω και έναν άνθρωπο.
Μην κατηγορείτε τον εαυτό σας που πίστεψε, που αφέθηκε και κυρίως μην παίρνετε τη συμπεριφορά των άλλων ως αντανάκλαση της δική σας αυτοαξίας. Μην έχετε την απαίτηση να φύγετε γρήγορα και εύκολα απ’τον πόνο. Η απώλεια είναι προσωπική υπόθεση και ο καθένας τη βιώνει με διαφορετικό τρόπο, σε διαφορετικά χρονικά πλαίσια και με διαφορετική ένταση. Να είστε μαλακοί, τρυφεροί και φροντιστικοί μ’εσάς. Αργότερα θα μπορέσετε να αποκτήσετε την επίγνωση τί κάνατε και πώς το κάνατε μέσα σ’αυτή τη σχέση. Όχι για να αποδώσετε ευθύνες. Δεν έχει σημασία ποιος φταίει. Αλλά γιατί έτσι θα μπορέσετε να ενσωματώσετε αυτή την εμπειρία, να την μετατρέψετε σε κάτι που αξίζει.
Να θυμάστε, το μόνο μέρος απ’όπου μπορούμε να κάνουμε ένα βήμα, είναι από εκεί που βρισκόμαστε.
Δημοσιεύθηκε στον Εξώστη 20/10/2015