Έχεις τρια χρόνια να με πάρεις τηλέφωνο. Εάν δε με θες, πες το μου

Video

If it takes forever, I will wait for you
For a thousand summers, I will wait for you τραγουδάει με πείσμα η Lena Horne. Πόσες φορές έχουμε βάλει τον εαυτό μας στην αναμονή; τί σημαίνει βάζω τον εαυτό μου στην αναμονή; γιατί το κάνω; τι κέρδος έχω; τί μου συμβαίνει όταν η συμπεριφορά του άλλου είναι μπερδευτική; γιατί έχω την ανάγκη να μου επιβεβαιώσει ο άλλος κάτι το οποίο βλέπω; αυτά και άλλα πολλά θα προσπαθήσουμε να “αναλύσουμε” σ’ένα επόμενο ποστ. Μέχρι τότε, η πιο “χαρούμενη”, αποφασιστική version του τραγουδιού ακούγεται δυνατά!

Γιατί τόση επιθετικότητα στο διαδίκτυο;

Η πρώτη βιωματική άσκηση που μας ζητήθηκε να κάνουμε την περίοδο που ήμασταν εκπαιδευόμενοι θεραπευτές ακούστηκε πανεύκολη. Αφού είχαμε χωριστεί σε δυάδες, ο ένας ξεκινούσε με μια δήλωση-πρόταση που αφορούσε τον άλλον και εκείνος, έπρεπε να επαναλάβει αυτή τη δήλωση και να πει πως ένιωθε μ’αυτό που άκουσε. Στη συνέχεια, ο πρώτος που είχε κάνει το αρχικό σχόλιο, έπρεπε να επαναλάβει το συναίσθημα και να πει εκείνος πως νιώθει.
π.χ. –Είσαι αναιδής. -Σ’ακούω να λες πως είμαι αναιδής και νιώθω θυμό. -Σ’ακούω να λες πως νιώθεις θυμό και γίνομαι αμυντικός. -Σ’ακούω να λες πως γίνεσαι αμυντικός και νιώθω ένταση. -Σ’ακούω να λες πως νιώθεις ένταση και φοβάμαι κλπ.

Αυτό θα το κάναμε για τρία με τέσσερα λεπτά.Ο κανόνας ήταν να μιλάμε μόνο για εμάς χωρίς να ζητάμε εξηγήσεις τύπου “γιατί το είπες αυτό ή γιατί τώρα νιώθεις έτσι”. Η άσκηση αυτή συνήθως κατέληγε με κάποια ‘επίλυση’ ή όταν υπήρξε ‘αδιέξοδο’ τότε απλά αρκούσε το “ακούω πως για σένα είναι έτσι και είμαι εντάξει μ’αυτό”. Έτσι λοιπόν, το πρώτο και πιο δύσκολο πράγμα που μάθαμε ήταν να ακούμε. Ν’ακούμε, και να στεκόμαστε λίγο για να δούμε πως είμαστε μ’αυτό που ακούμε. Πολλές φορές, όταν διαβάζω στο διαδίκτυο ασύλληπτα επιθετικά σχόλια για σοβαρά ή μη θέματα ή για πρόσωπα, από τη μια απογοητεύομαι, φοβάμαι, νιώθω φοβερή ένταση και από την άλλη σκέφτομαι πως το να μη γίνομαι επιθετικός και κακοποιητικός είναι κάτι που μαθαίνεται, όπως το έμαθα και γω και τόσοι άλλοι άνθρωποι.

Το άρθρο προσπαθεί να εξηγήσει γιατί υπάρχει τόση επιθετικότητα και θυμός στο διαδίκτυο. Πρώτον, οι σχολιαστές πολλές φορές είναι ανώνυμοι ή χρησιμοποιούν ψευδώνυμο, και ως εκ τούτου, δεν λογοδοτούν για την αγένεια τους. Δεύτερον, βρίσκονται σε απόσταση από το στόχο του θυμού τους και είναι πιο εύκολο να ανταγωνίζονται από απόσταση και τρίτον, μάλλον είναι πιο εύκολο να είσαι βιτριολικός όταν γράφεις παρά όταν είσαι με τον άλλον κοντά.

Επειδή οι συζητήσεις δεν συμβαίνουν σε πραγματικό χρόνο, οι σχολιαστές έχουν τη δυνατότητα να γράφουν μακροσκελείς μονολόγους, πράγμα το οποίο δεν θα γινόταν στη πραγματικότητα. Σημαντικό στοιχείο ο τόνος της φωνής ή κάποια χειρονομία που μπορεί να έχουν μεγάλη επίδραση στην ικανότητά μας να καταλάβουμε τι λέει κάποιος. Όσο πιο μακριά από τον άνθρωπο που κάνουμε διάλογο είμαστε, τόσο πιο δύσκολο είναι να επικοινωνήσουμε.

Ο Edward Wasserman, Καθηγητής Ηθικής Δημοσιογραφίας, σημείωσε μια άλλη αιτία αυτής της εθιστικής βιτριολικής συμπεριφοράς: κακά παραδείγματα από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης τα οποία θα πρέπει να περικόψουν το μίσος και το θυμό που έχουν γίνει ο κανόνας στα σχόλια μεταξύ των αναγνωστών. Είναι χρήσιμο και πολύτιμο να ακούγονται όλες οι απόψεις ενός θέματος, αλλά δεν είναι πολύτιμο να υπάρχουν προσωπικές επιθέσεις ή να υπάρχουν μηνύματα με εξαιρετικά θυμωμένο ύφος. Ακόμα και κάποιος που κάνει κάποιο νόμιμο σχόλιο αλλά με θυμωμένο ύφος, βλάπτει τη φύση του επιχειρήματος, γιατί παροτρύνει και τους υπόλοιπους να ανταποκριθούν με τον ίδιο τρόπο.

Ο Καθηγητής συμπληρώνει: “Εάν σε κάποια ιστοσελίδα μένουν σχόλια τα οποία κάνουν προσωπικές επιθέσεις με τον χειρότερο τρόπο, τότε, στέλνετε το μήνυμα πως αυτή είναι μια αποδεκτή ανθρώπινη συμπεριφορά”

Πολλές φορές είναι δύσκολο να κρατήσουμε την ψυχραιμία μας και όλοι μας κάποιες φορές έχουμε ξεφύγει και έχουμε κάνει κάποιο σχόλιο που ίσως το έχουμε μετανιώσει. Ίσως να είναι μια ευκαιρία να δούμε τι σημαίνει για εμάς το διαφορετικό, πότε αισθανομάστε απειλή από κάποια διαφορετική άποψη. Απλά να το παρατηρήσουμε. Αυτό θα μας δώσει τη δυνατότητα της αλλαγής καθώς και τη δυνατότητα ανάληψης της ευθύνης των επιλογών.

Eat Me – Μέρος III

Η βιολογική πείνα διαφοροποιείται σε πολλά σημεία από τη συναισθηματική. Η πρώτη συνήθως έρχεται σταδιακά, μέσω μηνυμάτων που στέλνει ο οργανισμός πως χρειάζεται τροφή και η ανάγκη ικανοποίησης παρουσιάζει μεγαλύτερη δυνατότητα αναμονής. Αντίθετα, η συναισθηματική πείνα εμφανίζεται ξαφνικά ως ακατάσχετη επιθυμία λήψης τροφής, με άμεση και επιτακτική ανάγκη ικανοποίησης. Κυριαρχεί ο παρορμητισμός και η κατάποση του φαγητού γίνεται μηχανικά, χωρίς συνειδητοποίηση του ‘τι’ και του ‘πόσο’ τρώμε με αποτέλεσμα το αίσθημα του κορεσμού να μη γίνεται αντιληπτό.

Η σκέψη περιστρέφεται γύρω από το φαγητό ενώ σχεδόν πάντα οι τροφές που προτιμούνται είναι γλυκά (προσωπικά δεν είχα ποτέ υπερφαγικό επεισόδιο με μπρόκολο) και με πολλά λιπαρά. Ξεκινάει σαν αίσθηση από το λαιμό και το στόμα σε αντίθεση με τη βιολογική η οποία ξεκινάει από το στομάχι το οποίο αισθανόμαστε άδειο. Όταν τρώμε ψυχαναγκαστικά, οδηγούμαστε σε αισθήματα ενοχής, ντροπής και τύψεων πράγμα που δεν συμβαίνει όταν ικανοποιούμε τη βιολογική μας πείνα.

Λένε πως η καλύτερη δίαιτα είναι να μην κάνεις δίαιτα. Όταν διαβάζω αυτή τη φράση πάντα θυμάμαι μια φίλη η οποία μου είχε πει πως έχασε πολλά κιλά -τα οποία ποτέ δεν ξαναπήρε- όταν μια μέρα κοιτάχτηκε στον καθρέφτη του ασανσέρ και είπε “κούκλα είσαι σήμερα κοριτσάκι μου” Νάσια, μου είπε, εκείνη τη στιγμή ήταν η μοναδική φορά που πραγματικά αποδέχτηκα αυτό που έβλεπα. Χωρίς να με κρίνω, ούτε να πω πως έγινες έτσι; Από εκείνη τη μέρα άρχισα σιγά σιγά να καταλαβαίνω τι εννοούμε όταν λέμε φροντίδα εαυτού και άρχισα να το κάνω. Η αλήθεια είναι πως η αλλαγή δεν έρχεται μέσα από την προσπάθεια, τον έλεγχο ή την αποφυγή. Υπάρχει ένα υπαρξιακό παράδοξο όπου η αλλαγή συμβαίνει, όταν κάποιος γίνεται αυτό που είναι και όχι όταν προσπαθεί να γίνει αυτό που δεν είναι.

Προσωπικά, θεωρώ τις απαγορεύσεις τροφίμων και τον διαχωρισμό τους σε καλές και κακές μη ρεαλιστικό σενάριο. Στο παρελθόν έχω προσπαθήσει να μπω σε πρόγραμμα αποχής από τροφές με τις οποίες έκανα υπερφαγία και το αποτέλεσμα ήταν να περιμένω πότε θα έρθει η ώρα να τελειώσει το πρόγραμμα για να φάω γλυκά και τυριά που τόσο μου αρέσουν. Ξέρω ανθρώπους που έχουν σωθεί με το πρόγραμμα των Ανώνυμων Υπερφάγων και πραγματικά στέκομαι σ’ αυτό με μεγάλο σεβασμό.
Η προσωπική μου εμπειρία είναι πως και εκεί υπάρχει ένα είδος ψυχαναγκασμού, ελέγχου και διαρκής ενασχόλησης με τη διατροφή (τουλάχιστο στην αρχή). Όπως με δυσκολεύει και ο γνωσιακός τρόπος -ο οποίος πραγματικά έχει αποτελέσματα- το να καταγράφω καθημερινά τι τρώω (αυτό είναι ένα κομμάτι της γνωσιακής θεραπείας). Επαναλαμβάνω, πως αυτή είναι η δική μου εμπειρία. Βοηθήθηκα με δυο τρόπους.

Μου επέτρεψα να τρώω τα πάντα σε μικρές ποσότητες. Από τη στιγμή που έγινε αυτό και ήξερα πως όταν ήθελα να φάω μαρόν γλασέ θα φάω, τότε ‘ησύχασα’. Ίσως και επειδή για μένα είναι σημαντικό να ξέρω πως έχω τη δυνατότητα να κάνω κάτι και ας μην το κάνω ποτέ. Όταν λοιπόν άρχισα να μου επιτρέπω, άρχισα να στέκομαι και
σ’ άλλα πράγματα. Στη προετοιμασία και τον πειραματισμό του φαγητού, στο να τρώω με ηρεμία και όχι με βιασύνη. Άρχισε να γίνεται μορφή και η απόλαυση. Κάποιος ίσως ρωτήσει πως τα κατάφερα με τις μικρές ποσότητες.

Εδώ, βοηθήθηκα με τον δεύτερο τρόπο. Τον πιο δύσκολο και επίπονο. Άρχισα να παρατηρώ πότε τρώω ψυχαναγκαστικά. Χωρίς να κρίνω. Σε μένα συνέβαινε όταν θύμωνα. Άλλες φορές θύμωνα με κάτι που μπορεί να συνέβαινε εκείνη τη στιγμή και άλλες να γινόταν κάτι το οποίο ήταν υπενθυμητής ενός παλιού θυμού ο οποίος δεν είχε εκφραστεί ποτέ και ήταν απλά ένας ανοιχτός λογαριασμός. Και στις δυο περιπτώσεις το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. Η δράση μου ήταν να πάω να φάω. Καλά, και γιατί δεν έδειχνες το θυμό σου; τί πιστεύεις πως θα συνέβαινε; είχα μπερδέψει το θυμό με την επιθετικότητα και νόμιζα πως εάν εξέφραζα το θυμό μου η σχέση θα καταστραφεί. Ήταν πολύ απειλητικό αυτό το σενάριο οπότε βρήκα έναν άλλο τρόπο διαχείρισης. Να τρώω το θυμό μου. Το πρώτο βήμα λοιπόν ήταν η επίγνωση του τι κάνω και πως το κάνω. Όταν γίνει η επίγνωση έχει ξεκινήσει και η αλλαγή.

Αρχίζεις και έχεις επίγνωση των αισθήσεων και εκπληρώνεις τις ανάγκες σου καλύτερα, μαθαίνεις να κάνεις νέες συνδέσεις (ο θυμός είναι φυσιολογικό συναίσθημα, η επιθετικότητα είναι συμπεριφορά) και πως έχεις επιλογές δράσης.
Στη διαδρομή δεν περνάμε και πολύ ευχάριστα γιατί βιώνουμε διάφορες απώλειες αλλά σίγουρα το αποτέλεσμα -και δεν εννοώ μόνο τα κιλά- είναι μια διαφορετική ζωή.

Σημείωση: επειδή στο κείμενο αναφέρθηκα στην απόλαυση και τον πειραματισμό  του φαγητού, το μπλογκ της φίλης μου Λ. http://soumada.wordpress.com/  είναι ένα πολύ διαφορετικό και ιδιαίτερο μπλογκ για το φαγητό.

Eat Me – Μέρος II

«Ήταν μια απ’αυτές τις Κυριακές όπου όλη η οικογένεια συγκεντρώνεται για να φάει. Δεν έχει σημασία εάν δεν έχεις όρεξη ή έχεις κανονίσει κάτι άλλο –πράγμα απίθανο- αφού εμείς, τις Κυριακές, τρώμε όλοι μαζί.  Επειδή έτσι πρέπει. Το μενού είχε σούπα. Όμως, ήταν τόσο καυτερή που οι υπόλοιποι έφαγαν μόνο δυο κουταλιές. Εγώ συνέχιζα να την καταπίνω παρόλο που το στόμα μου καιγόταν. Σα να μην μπορούσα να σταματήσω, το καταλαβαίνεις; ήμουνα τόσο συγκεντρωμένη στη σούπα που δεν άκουγα τους υπόλοιπους που μιλάγανε. Τώρα που το λέω, καταλαβαίνω πως ήταν ο τρόπος μου για να μπορώ να αποσυνδέομαι και να μην ακούω. Όταν έφτασα σπίτι μου και είδα στον καθρέφτη τα χείλια μου κόκκινα και πρησμένα, έβαλα τα κλάματα».

Η ψυχαναγκαστική υπερφαγία –ή αλλιώς emotional eating- είναι μια μαθημένη συμπεριφορά. Πολλές φορές, αρκετοί από εμάς, όταν είμαστε στεναχωρημένοι, πιεσμένοι, θυμωμένοι, βαριόμαστε  ή  νιώθουμε ένα απροσδιόριστο κενό ψάχνουμε να βρούμε γρήγορα κάτι να μασουλίσουμε ή να καταπιούμε. Στην αρχή παρορμητικά και αργότερα όλο και πιο ανεξέλεγκτα όλο και πιο πολύ. Με τον καιρό αυτός ο τρόπος γίνεται μια τόσο συνηθισμένη και καθημερινή συμπεριφορά που είναι δύσκολο να κάνουμε την επίγνωση του πως χρησιμοποιούμε το φαγητό για να φάμε συναισθήματα και προβλήματα.

Το «θετικό» στη χρήση του φαγητού για την αντιμετώπιση του στρες ή άλλων μορφών δυσφορίας είναι ότι έχει αποτέλεσμα.  Με ελάχιστη προσπάθεια, η ένταση μειώνεται και μάλιστα αρκετά γρήγορα.  Όμως, αυτό ακριβώς είναι το αρνητικό, τουλάχιστον μακροπρόθεσμα. Αυτό το πρότυπο διαχείρισης των αναγκών ενισχύει την κυριαρχία της μορφής του φαγητού.  Μειώνει την ένταση, ηρεμεί και ναρκώνει τις ανάγκες. Έτσι, μαθαίνει κάποιος ν’αντιμετωπίζει και να διαχειρίζεται ανάγκες και συναισθήματα μέσω του φαγητού.

Πολλοί από εμάς, πιστεύουμε έντονα στον αυτοέλεγχο, τον οποίο συνδέουμε με ισχυρά θετικές αξίες.  Έχουμε την πεποίθηση ότι «θα έπρεπε να μπορώ να ελέγξω τον εαυτό μου» ή πιστεύουμε πως το να έχεις τον έλεγχο είναι καλό, φυσιολογικό και αποδεκτό, ενώ το να είσαι εκτός ελέγχου είναι κακό και αφύσικο. Αυτές οι πεποιθήσεις δεν μας αφήνουν να αναγνωρίσουμε και να αποδεχτούμε ότι πολλά πράγματα ή συνήθειες δεν μπορούμε να τις ελέγξουμε. Έτσι, πολλές φορές, αντί να αναγνωρίσουμε πως έχουμε χάσει τον έλεγχο και ότι είμαστε ανίσχυροι σε ό,τι αφορά το φαγητό, το αλκοόλ ή οποιαδήποτε άλλη ουσία, οδηγούμαστε σε μια παρατεταμένη σειρά συναντήσεων με την ουσία, είτε αυτή λέγεται φαγητό, είτε αλκοόλ, είτε ναρκωτικά, σε μια προσπάθεια να αποδείξουμε πως έχουμε τον έλεγχο.

Με το πέρασμα του χρόνου, αυτή η διαδικασία κλιμακώνεται γι αυτό και πολλές φορές παρατηρούμε πως μπορεί να έχουμε χάσει τον έλεγχο και ταυτόχρονα να μας έχει γίνει έμμονη ιδέα να αποδείξουμε ότι τον διατηρούμε.

Αυτός ο τρόπος μπορεί να οδηγήσει στη λεγόμενη πόλωση, όπου η μια πλευρά είναι υπερβολικά ελεγχόμενη, ψυχαναγκαστική και περιορισμένη, ενώ η άλλη, έχει περιορισμένο έλεγχο ή είναι τελείως ανεξέλεγκτη.  Ίσως πάλι να νιώθουμε πως το φαγητό μας είναι το μόνο πράγμα το οποίο μπορούμε και ελέγχουμε στη ζωή μας.

Πολλοί άνθρωποι δείχνουν το νοιάξιμο και τη φροντίδα τους μέσω του φαγητού ίσως γιατί δυσκολεύονται, ίσως γιατί δεν ξέρουν να πουν στον άλλον «νοιάζομαι» ή απλά να ρωτήσουν «τί χρείαζεσαι τώρα». H μητέρα θα πάρει τηλέφωνο το παιδί της που έχει καιρό να το δει και της έχει λείψει και το πρώτο που θα ρωτήσει είναι «τρως τίποτα;» σαν το φαγητό να είναι ο τρόπος για να κάνουν επαφή.

Μια απ’αυτές τις μέρες περιμένω τη φίλη μου τη Λ. να έρθει σπίτι μου και αυτό που κυριαρχεί στη σκέψη μου είναι τι φαγητό να ετοιμάσω. Να την περιποιηθώ αλλά βασικά να δείξω πόσο πολύ χαίρομαι. Ε, κακό είναι αυτό; Θα ρωτήσεις. Κακό τίποτα δεν είναι. Είναι όμως περιοριστικό γιατί έτσι χάνω τον αυθορμητισμό, το «εδώ και τώρα», σαν να μην είναι αρκετό να πω «χαίρομαι που ήρθες» και σαν να χρειάζεται να πρέπει να κάνω κάτι ή να πρέπει να είμαι κάπως.  Δεν υπάρχει καμία πρόθεση κριτικής ή αυτομαστιγώματος απλά προσπαθώ να δείξω πόσο μπερδευτική και δύσκολη μπορεί να είναι η διαδικασία της επίγνωσης του τί, πώς και πότε τρώω.

Στο επόμενο ποστ θα δούμε πως αναγνωρίζω εάν τρώω ψυχαναγκαστικά και εάν έχω άλλες επιλογές.

Eat Me – Μέρος Ι

Πριν χρόνια, όταν ο ψυχολόγος Arthur Tomie βρίσκονταν στο εργαστήριό του παρατήρησε κάτι παράξενο. Όπως ακριβώς στο πείραμα του Pavlov, ο Tomie συσχέτισε ένα πρώτο,τεχνητό ερέθισμα -σ αυτή την περίπτωση ήταν ένας μεταλλικός μοχλός ο οποίος έπεφτε στα κλουβιά των ποντικών- δίνοντας το σήμα πως θα επακολουθούσε τροφή. Όπως ήταν αναμενόμενο, τα ποντίκια έμαθαν γρήγορα να συνδέουν  το σήμα με την ανταμοιβή και όταν ο μοχλός εμφανιζόταν, πολλά έτρεχαν στη γωνία του κλουβιού περιμένοντας το φαγητό.  Ωστόσο, μερικά ποντίκια τα προσέλκυε ο μεταλλικός μοχλός.  Αντί να τρέχουν στο φαγητό, έγλυφαν και ροκάνιζαν το μοχλό σαν να ήταν κροκέτες αρουραίου. (Clinical Psychology Reviews, 1995)
Αυτή η δράση δεν ήταν εντελώς άγνωστη στους ερευνητές αφού παρόμοια συμπεριφορά είχε σημειωθεί και σε περιστέρια.

Αυτό που κέντρισε το ενδιαφέρον του Tomie ήταν πως τα ζώα δεν ήταν σε θέση να συγκρατηθούν και να σταματήσουν στο δέλεαρ του μοχλού. Οι θεραπευτές που ασχολούνται με εξαρτήσεις συχνά συναντούν ανθρώπους που απεγνωσμένα θέλουν να σταματήσουν το αλκοόλ ή τα ναρκωτικά αλλά κάποιες φορές υποτροπιάζουν. Για κάποιον, ο υπενθυμητής (trigger) μπορεί να είναι ένα ποτήρι, μια φωτεινή επιγραφή ενός μπαρ ή και κάποιο συναίσθημα. Ομοίως, τρόφιμα που σχετίζονται με σήματα (διαφημίσεις, φωτογραφίες φαγητών) έχουν τη δυνατότητα να μας δελεάσουν ακόμα και αν δεν πεινάμε.

Αρκετές συμπεριφορές, είτε μιλάμε για ανθρώπους είτε για ζώα, εξαρτώνται από ενδείξεις ή σήματα ή συνθήματα στο περιβάλλον οι οποίες προβλέπουν κάποιο όφελος ( π.χ. εάν φάω όλο το φαγητό μου, η μαμά μου θα μoυ αγοράσει το παιχνίδι που θέλω). Όμως, δεν είναι σαφές, γιατί μερικοί άνθρωποι είναι περισσότερο εστιασμένοι στα σήματα/ενδείξεις του περιβάλλοντος από άλλους, ούτε πως αυτή η διαφορά μπορεί να συνεισφέρει κάτι ως προς την κατανόηση των εξαρτήσεων.

Ο Terry Robinson, Καθηγητής Ψυχολογίας έχει χρησιμοποιήσει ένα παρόμοιο μοντέλο με το παραπάνω για να διερευνήσει γιατί μερικά ζώα είναι τόσο επιρρεπή στα σήματα του περιβάλλοντός τους. Ο Robinson έχει εντοπίσει δυο διαφορετικές συμπεριφορές ανάμεσα στα τρωκτικά.  Για κάποια ποντικάκια (goal-trackers) η τελική ανταμοιβή, το φαγητό είναι το πιο σημαντικό. Μόλις εντοπίσουν το μοχλό, τρέχουν στο μπολάκι τους. Για άλλα, (sign-trackers) το σύνθημα, ο μοχλός έχει τη μεγαλύτερη επιρροή. Τα sign trackers φαίνεται να είναι ιδιαίτερα επιρρεπή σε εθισμό ή άλλες δυσπροσαρμοστικές συμπεριφορές ισχυρίζεται.  Τα τρωκτικά που κρατούν τα μάτια τους πάνω στο μοχλό είναι πολύ πιο πιθανό να αναζητήσουν ναρκωτικά ή αλκοόλ.

Ο καταναγκασμός για τα συνθήματα φαίνεται να εκτείνεται σε διάφορους τύπους συμπεριφορών αφού οι sign-trackers δύσκολα αντιστέκονται σε συνθήματα, είτε σχετίζονται με φαγητό είτε με ναρκωτικά όπως η κοκαϊνη.  Ο Robinson, με το να ξεχωρίζει τους sign-trackers μπορεί να πάρει ποντικάκια που δεν έχουν εκτεθεί ποτέ σε ναρκωτικά και να προβλέψει ποια από αυτά θα εμφανίσουν εξαρτητική συμπεριφορά όταν έρθουν σ επαφή με κάποιο ναρκωτικό  (Biological Psychiatry, 2010)

Ο Robinson έχει συγκεντρώσει στοιχεία για 2.000 ποντίκια. Περίπου το ένα τρίτο από αυτά εμφανίζουν συμπεριφορά παρακολούθησης του συνθήματος ενώ ένα τρίτο ασχολούνται με την παρακολούθηση του στόχου. (τα υπόλοιπα δεν στέκονται σε κανένα από τα δυο και δεν είναι εύκολο να κατηγοροποιηθούν). Ο Καθηγητής ανησυχεί. «Εμείς δεν μιλάμε για κάποια άκρα», λέει. “Στην πραγματικότητα μιλάμε για ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού».

Γιατί όμως αυτά τα συνθήματα είναι τόσο ισχυρά γι αυτή την ομάδα των ποντικιών; Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα, άρχισε να ψάχνει πιο βαθιά στο σύστημα ανταμοιβής του εγκεφάλου. Σε μια μελέτη (Nature 2011) ο ίδιος και οι συνεργάτες του έκαναν κάποιες υποθέσεις ανάμεσα στις οποίες υπάρχουν ενδείξεις πως η πρώιμη εμπειρία του περιβάλλοντος μπορεί να προδιαθέτει εάν ένα ποντικάκι έχει την τάση να γίνει sign ή goal tracking.  Τα μικρά που εκτρέφονται σε αγχωτικό περιβάλλον χωρίς τις μητέρες τους είναι πιθανότερο να γίνουν sign-trackers  ως ενήλικες (Behavioural Brain Research, 2011)

Kαταλήγουμε δηλαδή πάλι στα γνωστά.  Προσωπικά -πέρα από το κομμάτι της  περιέργειας ή της γνώσης- δεν ξέρω πόσο βοηθητικό είναι το να υποθέτει κάποιος γιατί κάνει κάτι. Ο λόγος που το έχω συμπεριλάβει είναι γιατί αρκετά πολύπλοκα ψυχολογικά χαρακτηριστικά ή συμπεριφορές επηρεάζονται από την αλληλεπίδραση μεταξύ περιβαλλοντικών και γενετικών παραγόντων.  Τα επόμενα ποστ θα επικεντρωθούν στο πώς τρώμε, πότε τρώμε, πως χρησιμοποιώ το φαγητό για να ‘φάω’ τα συναισθήματά μου. μπορώ και ελέγχω μέσα από το φαγητό; Είναι διαφορετική η εξάρτηση από το φαγητό, το αλκοόλ ή τα ναρκωτικά; Πόση ντροπή, ενοχή έχει όλο αυτό και τι μπορώ να κάνω για να βγω από το φαύλο κύκλο; Το θέμα της διατροφής  δεν είναι απλό και κρύβει μεγάλο πόνο για αρκετό κόσμο.

Συνεξάρτηση (ή όταν η Ηχώ ερωτεύτηκε τον Νάρκισσο) Μέρος II

Οι αναφορές στη θεραπευτική αντιμετώπιση της συνεξάρτησης ακολουθούν διάφορες προσεγγίσεις όπως ατομική ή ομαδική ψυχοθεραπεία, τα 12 βήματα των Ανώνυμων Συνεξαρτημένων ή μια πιο συνθετική θεραπευτική προσέγγιση.  Το τι βοηθάει τον καθένα είναι καθαρά προσωπική επιλογή και όταν με ρωτάνε ποια προσέγγιση να επιλέξουν, απαντάω τι έχει βοηθήσει εμένα μέχρι τώρα στο να δω και να αντιμετωπίσω τα θέματά μου και πως βίωσα και βιώνω εγώ τη θεραπεία μου γενικά.

Το σημαντικό είναι να ζητήσει κάποιος βοήθεια και κυρίως να καταλάβει πως η ανάρρωση από τη συνεξάρτηση δεν βρίσκεται στο άλλο άτομο, ανεξάρτητα από το πόσο μπορεί να πιστεύει το αντίθετο.  Βρίσκεται στον εαυτό του και στους τρόπους με τους οποίους έχει προσπαθήσει να επηρεάσει τους άλλους. Βρίσκεται στην εμμονή, στον έλεγχο, στο θυμό και τις ενοχές, στην εξάρτηση από ιδιόμορφα άτομα, στην προσέλκυση από το ακατανόητο και την ανοχή σ’αυτό, που καταλήγουν σε εγκατάλειψη του εαυτού μας, σε προβλήματα επικοινωνίας και οικειότητας.

Κάποιος θα πει πως είναι φυσικό να θέλουμε να προστατεύσουμε και να βοηθήσουμε τους ανθρώπους για τους οποίους ενδιαφερόμαστε.  Είναι φυσικό να επηρεαζόμαστε και να αντιδράμε στα προβλήματα των άλλων. Η λέξη ‘αντιδρώ’ έχει ιδιαίτερη σημασία από την άποψη πως η συνεξάρτηση έχει έντονα το στοιχείο της αντίδρασης αφού οι συνεξαρτώμενοι αντιδρούν συνέχεια είτε υπερβολικά, είτε υποτονικά αλλά σπανίως δρουν.

Δεν είναι αφύσικο στο να αντιδρά κάποιος, αλλά το να μάθει πως να μην αντιδρά και να δρα με πιο υγιείς τρόπους είναι ένας σίγουρος τρόπος για να προστατεύσει τον εαυτό του. Δεν σημαίνει πως γινόμαστε απόμακροι ή σταματάμε να ενδιαφερόμαστε. Σημαίνει πως αγαπάμε και δημιουργούμε δεσμούς, χωρίς όμως να τρελαινόμαστε. Μαθαίνουμε πως κάθε άτομο είναι υπεύθυνο για τον εαυτό του και υιοθετούμε μια στάση που λέει ότι πρέπει να κρατιόμαστε μακριά από τις ευθύνες των άλλων και να φροντίσουμε για τις δικές μας. Παραχωρούμε στους άλλους και στον εαυτό μας την ελευθερία να είμαστε υπεύθυνοι και να εξελισσόμαστε.

Δεν είναι υποχρεωτικό να παίρνουμε τα πάντα προσωπικά και κατάκαρδα. Το να πω σε κάποιον “Αν μ’αγαπούσες/αν ήμουν σημαντική για σένα, δεν θα μ’αφηνες να περιμένω/θα απαντούσες στο μήνυμά μου/θα μίλαγες ειλικρινά” έχει νόημα όσο και το να πω σε κάποιον που έχει πνευμονία “Αν μ’αγαπούσες δεν θα έβηχες”.

Συνήθως, τα πράγματα έχουν να κάνουν μ’εμάς πολύ λιγότερο απ’ό,τι νομίζουμε. Εάν κάποιος π.χ. συνηθίζει σε μια σχέση όταν έρθει κοντά με τον άλλον ξαφνικά ν’απομακρύνεται, με τον ίδιο τρόπο θα σχετιστεί και στην επόμενη σχέση.  Το δικό του θέμα πιθανόν να έχει να κάνει με το πως κόβει την επαφή ή θέματα οικειότητας. Εάν εγώ στο σήμερα, νιώθω υπερβολικό πόνο ή καθήλωση για μια τέτοια αλλόκοτη συμπεριφορά, αυτό είναι το δικό μου θέμα. Αυτό που θα βοηθήσει είναι να μείνω λίγο σε μένα και να σκεφτώ, τί μου θυμίζει αυτή η συμπεριφορά που με καθηλώνει; από πού την ξέρω; Πολλές φορές τα συναισθήματά μας δεν γεννιούνται από την τρέχουσα κατάσταση και δεν αφορούν στην πραγματικότητα το εν λόγω πρόσωπο, αλλά πυροδοτούν κάτι που μας συνέβη πριν πολύ καιρό.

Μέσα στη θεραπεία αναγνωρίζεται το βασικό τραύμα ή τραύματα και μπορεί ο άνθρωπος να κατανοήσει το ρόλο που διαδραμάτισε τόσο αυτό όσο και οι άλλοι σε αυτό το τραύμα. Μ’αυτό τον τρόπο θα σταματήσω να προσπαθώ να κάνω κάποιον άλλον ν’αλλάξει, θα σταματήσω να προσπαθώ με τη συμπεριφορά μου να ελέγξω, θα μάθω να διαχωρίζω τον εαυτό μου από τα πράγματα, θα γίνω εγώ γονιός του εαυτού μου και κυρίως θα σταματήσω να ταλαιπωρούμαι.

Δηλαδή, εάν γίνουν όλα αυτά, η σχέση θα καλυτερεύσει;
Όταν κάποιος παύει να καθρεφτίζει το ναρκισσιστή η σχέση τελειώνει.  Ο ναρκισσιστής δεν μπορεί να σχετιστεί μ’ένα αυτόνομο άτομο. Το βασικό εμπόδιο της ανάπτυξης είναι ο φόβος για τον πόνο, η απροθυμία να μπούμε σε μια διαδικασία επίπονη, όπως η ψυχοθεραπεία. Επίπονη και συναρπαστική.

earworm and all that jazz!

Video

Sometimes a song can get stuck in your mind. Become a little piece of unwanted music, that keeps looping for the rest of your day.

Neurologists claim that stuck songs are like thoughts we’re trying to suppress. The harder we try not to think about them, the more we can’t help it. The phenomenon is also known as earworms, and the ongoing ‘dim di da da dum’ causes a kind of brain itch you can’t scratch.

Can’t Get That Song Out of My Head: An Animation of a Psychological Phenomenon We All Know

Συνεξάρτηση (ή όταν η Ηχώ ερωτεύτηκε τον Νάρκισσο) Μέρος I

Η συνεξάρτηση πρόκειται για έναν αμφιλεγόμενο όρο ο οποίος προέρχεται από τη φιλοσοφία των ανωνύμων ομάδων αυτοβοήθειας που βασίζονται στο πρόγραμμα των 12 βημάτων. Αναφέρεται σε μια συμπεριφορά “διευκόλυνσης” ενός εξαρτημένου σημαντικού άλλου, σε βάρος του εαυτού.  Με τον όρο “διευκόλυνση” εννοούμε μια τάση για υπερπροστασία και έλεγχο, μια συμπεριφορά που διαιωνίζει την εξάρτηση του άλλου, εμποδίζοντάς τον ν’αναλάβει την ευθύνη του εαυτού του. Η συμπεριφορά “διευκόλυνσης” των συζύγων, ή άλλων μελών της οικογένειας των αλκοολικών αρχικά ονομάστηκε “συν-αλκοολισμός” και στη συνέχεια, καθώς τα προγράμματα των 12 βημάτων επεκτάθηκαν και σε εξαρτήσεις από άλλες ουσίες και άλλες μορφές εξάρτησης (όπως πχ βουλιμία, τζόγος) υιοθετήθηκε ο όρος “συνεξάρτηση”.

Ωστόσο, εκτός απ’τις ομάδες των ανωνύμων, το θέμα της συνεξάρτησης έχει ευρέως μελετηθεί και από το χώρο των επαγγελματιών της ψυχικής υγείας όπου έχουν γίνει αρκετές προσπάθειες ορισμού της, έχουν αναπτυχθεί διαγνωστικά εργαλεία για την εκτίμησή της (Beck, 1991) και αρκετές υποθέσεις σχετικά με την αιτιολογία της.

Όμως, η συνεξάρτηση δεν προϋποθέτει πάντα την παρουσία ενός αλκοολικού ή γενικότερα εξαρτημένου από ουσίες σημαντικού άλλου, αλλά μπορεί να υπάρχει ανεξάρτητα από τη χημική εξάρτηση. Ο όρος χρησιμοποιείται και για να καθορίσει τις σχέσεις όπου ο ένας σύντροφος εμφανίζει μια χειριστική συμπεριφορά και ο άλλος, φοβούμενος την εγκατάλειψη, συμμορφώνεται. Υπάρχουν άνθρωποι που δυσκολεύονται πολύ να φύγουν από μια άσχημη σχέση και περιγράφουν καταστάσεις όπου όταν έρχονται κοντά στο σύντροφό τους,  εκείνος αρχίζει και απομακρύνεται, και όταν εκείνοι απομακρύνονται με οδύνη, τότε ο σύντροφός τους επιστρέφει.

Σύμφωνα με τους Ανώνυμους Συνεξαρτημένους, ένας άνθρωπος με θέματα συνεξάρτησης, παρουσιάζει συγκεκριμένα μοτίβα συμπεριφοράς όπως στο να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως ανιδιοτελή και αφιερωμένο στην ευημερία των άλλων, να ζητάει συνεχώς την αναγνώριση, να είναι εξαιρετικά πιστός και να παραμένει σε επιζήμιες καταστάσεις για μεγάλο χρονικό διάστημα, να εκφράζει τον θυμό και την επιθετικότητα με παθητικούς τρόπους, να χρησιμοποιεί το σεξ ενώ θέλει αγάπη, να προσελκύει τους άλλους προς το μέρος του, αλλά όταν έρθουν  κοντά, να τους ωθεί μακριά. http://www.coda.org/tools4recovery/patterns-new.htm

Οι Hughes-Hammer, Martsolf, and Zeller’s (1998a) διαμόρφωσαν ένα μοντέλο για τη συνεξάρτηση.  Το μοντέλο αυτό αποτελείται από μια βασική έννοια: την εστίαση στους άλλους και την παραμέληση του εαυτού, και τέσσερις άλλες υπο-έννοιες: χαμηλή αυτοαξία, απόκρυψη εαυτού, προβλήματα υγείας, θέματα της οικογένειας καταγωγής.
(Με την εστίαση στους άλλους και την παραμέληση του εαυτού θα αναφερθώ στο δεύτερο μέρος του ποστ)

Γιατί όμως συμβαίνει αυτό; ο Cermak (1991) θεωρεί τα χαρακτηριστικά της συνεξάρτησης συμπληρωματικά του ναρκισσισμού και αναφέρεται στο μύθο του Νάρκισσου και της Ηχούς. Η Ηχώ ελκύεται από το Νάρκισσο γιατί, σύμφωνα με τον Freud, ο ναρκισσισμός ενός ατόμου ασκεί μεγάλη έλξη σ’όσους έχουν απαρνηθεί μέρος του δικού τους ναρκισσισμού. Κατά την περίοδο που τα παιδιά διαφοροποιούνται από τους γονείς τους, αναπτύσσουν δυο συμπληρωματικές ανάγκες. Η πρώτη, μια φυσιολογική ναρκισσιστική ανάγκη όπου αναζητούν την εκτίμηση των άλλων στις ικανότητές τους, και η δεύτερη μια ‘ηχωϊστική’ ανάγκη, η οποία αφορά στην ανάγκη τους να σχηματίσουν μια εξιδανικευμένη εικόνα για τους γονείς τους, με την οποία να συγχωνευθούν.  Όταν η ανάπτυξη είναι φυσιολογική, οι ναρκισσιστικές ανάγκες οδηγούν στην αυτοπεποίθηση, ενώ οι ηχωϊστικές στην ενσυναίσθηση του ενήλικα (Cermak, 1991). Ένας ναρκισσιστής γονιός έχει την τάση να απορρίπτει τις φυσιολογικές ναρκισσιστικές ανάγκες ενός παιδιού, ενώ αντίθετα, ένας γονιός με θέματα συνεξάρτησης, πυροδοτεί τις ναρκισσιστικές ανάγκες. Και στις δυο περιπτώσεις, οι αντίστοιχες ανάγκες παραμένουν στην παιδική τους μορφή και γίνονται ναρκισσισμός και συνεξάρτηση.

Οι ειδικοί λένε πως οι Ναρκισσιστές είναι οι πιο δυνατοί μαγνήτες για έναν άνθρωπο που κάνει σχέσεις εξάρτησης. Στην Αμερική, πάνω από 40 εκατομμύρια άνθρωποι, ειδικά γυναίκες, έχουν την ‘ταμπέλα’ του συνεξαρτώμενου (η συνεξάρτηση δεν έχει συμπεριληφθεί μέχρι τώρα στο DSM και γι αυτό δεν χρησιμοποιώ τη λέξη διάγνωση) Πολλές έρευνες ισχυρίζονται πως η συνεξάρτηση συσχετίζεται με την κατάθλιψη  (Hughes-Hammer, Martsolf & Zeller, 1998; Doheny, 2000) και πως μπορεί να οδηγήσει σε πιο σύνθετα προβλήματα (Sadock & Sadock, 2000)

Το θέμα θα συνεχιστεί σε επόμενο ποστ και θα επικεντρωθεί στο πως μπορεί κάποιος να ζητήσει και να πάρει βοήθεια.

Γκρεμίζοντας τείχη, χτίζοντας γέφυρες – Μέρος Δεύτερο

Το Σάββατο,16 Φεβρουαρίου 2013, στα εκπαιδευτήρια «Ο Πλάτων» παρουσιάστηκε το τρίτομο έργο «Βοήθημα Εκπαιδευτικού μικρών παιδιών: Θεωρία & Πράξη».

Πρόκειται για μια συλλογική προσπάθεια, στην οποία συμμετείχαν με εργασία και ψυχοθεραπευτές  από  το Κέντρο Ψυχοθεραπείας & Εκπαίδευσης Gestalt Foundation,με τίτλο «Διαχείριση και Επίλυση των συγκρούσεων μέσω της βιωματικής μάθησης και της προσέγγισης Gestalt στο χώρο της προσχολικής εκπαίδευσης».

Στην εργασία, αναφέρονται βασικές αρχές του Διαλόγου και της Αναδόμησης Σχέσεων, αντικρίζοντας καταστάσεις εσωτερικών και εξωτερικών συγκρούσεων είτε σε επίπεδο προσωπικό είτε στο πλαίσιο μιας προσχολικής τάξης.

Το γεγονός πως μια προσπάθεια δεν έμεινε απλά ως μια ακόμη διημερίδα αλλά προχώρησε λίγο παραπέρα, είναι ένα ελπιδοφόρο βήμα όπως όλες οι προσπάθειες που γίνονται σε πολλά σχολεία με θέμα την επιθετικότητα, το θυμό και τον σχολικό εκφοβισμό.

Είναι ελπιδοφόρο γιατί η μάθηση δεν ορίζεται μόνο ως λήψη παγιωμένης γνώσης από ένα παθητικό δέκτη, αλλά ως διαδικασία ανακάλυψης της γνώσης στην οποία παίρνει μέρος και το παιδί μαζί με τον δάσκαλο.

Είναι ελπιδοφόρο γιατί όταν ο δάσκαλος θα προσπαθεί να δει τις ανάγκες του παιδιού και δεν θα τις υποθέτει εκ των προτέρων, τότε θα μπορεί να το  βοηθήσει και να το στηρίξει.

Είναι ελπιδοφόρο γιατί τα παιδιά μαθαίνουν από νωρίς πως στο σύνολο στο οποίο ανήκουν πολλές φορές θα έρθουν αντιμέτωποι με το διαφορετικό και πως είναι εντάξει να έχουμε διαφορές. Σταδιακά, μαθαίνουν πως το σημαντικό δεν είναι ν’αποφεύγουν τη δυσκολία και να βρουν τρόπους να την παρακάμψουν, αλλά να την αντιμετωπίζουν.

Η πρώτη έκδοση δόθηκε δωρεά στον οργανισμό «Το Χαμόγελο του Παιδιού» και όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να αγοράζει το βιβλίο από εκεί

Δημοσιεύθηκε στο ΒΗΜΑ στις 20-2-2013

You give loVe a bad name

Image

You give loVe a bad name

Σύμφωνα με τον Observer είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία του 2012.
Ο Δρ. Robin Dunbar, Καθηγητής εξελεγκτικής ψυχολογίας στο Πανεπιστημίο της Οξφόρδης και επίσης γνωστός για τη θεωρία του “Dunbar’s number”, προσπαθεί -όχι τόσο επιτυχημένα κατά την άποψή μου- να διερευνήσει ερωτήματα τύπου τί συμβαίνει στον εγκέφαλό μας όταν τα βλέμματά μας συναντιούνται; γιατί προσπαθούμε και αποτυγχάνουμε να είμαστε μονογαμικοί; πώς επιλέγουμε συντρόφους και κατά πόσο τα γονίδιά μας πλήττουν τη συμπεριφορά μας;
Ο Δρ. Dunbar, είναι αρκετά συνεπαρμένος με τις υπερδυνάμεις των γονιδίων και των ορμονών που δρουν στο σώμα και στον εγκέφαλο και καθορίζουν τη συμπεριφορά μας. Ισχυρίζεται, πως τα γονίδια (MHC) καθορίζουν αντιδράσεις και διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην επιλογή συντρόφου. Μάλιστα, η τάση μας είναι να επιλέγουμε ανθρώπους με διαφορετικά (MHC) γονίδια έτσι ώστε οι απόγονοί μας να έχουν γερό και ανθεκτικό ανοσοποιητικό σύστημα. Σε μια μελέτη που πήραν μέρος 48 ζευγάρια, οι γυναίκες βαθμολόγησαν το σεξουαλικό τους ενδιαφέρον στο σύντροφό τους πολύ ψηλότερα όταν μοιράστηκαν λιγότερα (MHC) αλληλόμορφα.

Οι άνθρωποι έχουμε αναπτύξει μια προδιάθεση για μονογαμία παρά το γεγονός ότι το αυστηρά μονογαμικό ζευγάρωμα δεν προσφέρει σοβαρά πλεονεκτήματα, γράφει ο Καθηγητής. Διαβάζουμε επίσης πληροφορίες τύπου οι άνδρες προτιμούν τις γυναίκες με καμπύλες, οι νέες γυναίκες έχουν πάντα το προβάδισμα στην επιλογή, πως οι άνθρωποι όταν μεγαλώνουμε οι επιλογές μας μειώνονται και αναγκαζόμαστε να συμβιβαζόμαστε με δεύτερες, τρίτες κλπ επιλογές και φυσικά πως επιλέγουμε συντρόφους που μοιάζουν στους γονείς μας.

Είναι αλήθεια, πως η φύση και η μορφή της πρώτης σχέσης γίνεται μοντέλο για τις μετέπειτα σχέσεις, προκαλώντας προσδοκίες για το αν το άτομο είναι άξιο αγάπης. Αυτό όμως, είναι διαφορετικό και κυρίως περιοριστικό από το να ισχυριζόμαστε πως πάντα επιλέγουμε συντρόφους που μοιάζουν στους γονείς μας. Όπως περιοριστικό είναι να λες πως όσο μεγαλώνει ο άνθρωπος έχει λιγότερες επιλογές.
Διαφορετικές, ίσως. Λιγότερες, όχι.