Πόση θεραπεία χωράει σε μια εξομολόγηση;

IMG_20200405_023127.png

«Διότι ο θάνατος είναι η μεγαλύτερη ανθρώπινη αγωνία. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να δεχτεί ότι αυτό το καταπληκτικό στοιχείο της δημιουργίας καταλήγει στο μηδέν-και καλά κάνει. Γι αυτό είναι πολύ επιρρεπής σε οποιονδήποτε του προσφέρει κάποια διέξοδο, κάποια «θεραπεία» γι αυτήν την αγωνία του θανάτου»

Η Ψυχοθεραπεία και η Θρησκευτική παρηγορία έχουν αναπτύξει η καθεμία τις μεθόδους της, για να καθησυχάζουν υπαρξιακές αγωνίες όπως ο θάνατος, η μοναξιά, η ελευθερία, η ανάγκη νοήματος.  Από τα πρώτα της βήματα η ψυχανάλυση κράτησε μια μάλλον απορριπτική στάση απέναντι στη θρησκευτική πίστη. Ο Φρόυντ, ερμήνευε την έντονη ανάγκη για πίστη σε μια ανώτερη, αόρατη και πατρικού τύπου δύναμη ως μια ακόμη έκφανση των εσωτερικών συγκρούσεων του Ιd με το super-ego η οποία εμφανίζεται με τη μορφή νευρωτικής συμπεριφοράς.

Όμως, η ψυχολογία ως η επιστήμη που παρατηρεί, ερμηνεύει και προσπαθεί να προβλέψει την ανθρώπινη συμπεριφορά, δεν θα μπορούσε να μείνει αμέτοχη και «ασυγκίνητη» μπροστά στη θρησκευτική πίστη και όχι μόνο σε περιπτώσεις που οι άνθρωποι ερχόμαστε αντιμέτωποι με υπαρξιακά θέματα, αλλά και κατά πόσο η πίστη μπορεί να λειτουργήσει ευεργετικά και σε πιο καθημερινά προβλήματα.

H ομάδα του Dr. MichaelInzlicht στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο δοκίμασε να ελέγξει αν και κατά πόσο η εγκεφαλική δραστηριότητα των θρησκευόμενων διαφέρει από αυτή των μη θρησκευόμενων σε καταστάσεις που ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος όχι μόνο με πιο βαθιά υπαρξιακά θέματα, αλλά και με καθημερινά λάθη του. Ζήτησαν λοιπόν απ’τους συμμετέχοντες να ολοκληρώσουν ένα πείραμα τύπου Stroop, δηλαδή, να διαβάσουν το χρώμα με το οποίο ήταν γραμμένες οι λέξεις που εμφανίζονταν στην οθόνη τους.  Κάποιες φορές η λέξη που αναγραφόταν στην οθόνη αντιστοιχούσε σε χρώμα το οποίο ερχόταν σε αντίθεση με το χρώμα της ίδιας της λέξης (Η λέξη “κίτρινο” γραμμένη με πράσινους χαρακτήρες). Κατά τη διάρκεια του πειράματος ηλεκτρόδια μετρούσαν την εγκεφαλική δραστηριότητα του εγκεφάλου καθώς σε τέτοιου είδους πειράματα ενεργοποιείται ο πρόσθιος κογχομετωπιαίος φλοιός (Anterior Cingulate Cortex, ACC) η περιοχή του εγκεφάλου που σχετίζεται με την εμφάνιση άγχους κατά την αναγνώριση των λαθών και τη διόρθωση της συμπεριφοράς.

Τα αποτελέσματα έδειξαν πως ο παράγοντας της θρησκευτικής πίστης σχετίζεται αρνητικά με την ενεργοποίηση αυτής της περιοχής. Δηλαδή, όσο πιο θρησκευόμενος είναι κάποιος, τόσο λιγότερο ενεργοποιούνται αυτές οι περιοχές του εγκεφάλου σε καταστάσεις που το άτομο έρχεται αντιμέτωπο με κάποια πηγή άγχους, ακόμη και αν αυτή είναι μικρής σημασίας όπως στο πείραμα Stroop. Οι ερευνητές παρατήρησαν επίσης πως οι θρησκευόμενοι κάνανε λιγότερα λάθη στο πείραμα σε σχέση με τους λιγότερο (ή καθόλου) θρησκευόμενους αλλά και πως οι διαφορές αυτές δεν ήταν δυνατό να ερμηνευθούν βάσει άλλων παραγόντων των συμμετεχόντων όπως η προσωπικότητα ή το IQ τους.

Έτσι λοιπόν, τα αποτελέσματα της έρευνας φαίνεται πως υποστηρίζουν την θετική επίδραση που έχει η θρησκευτική πίστη στα γενικότερα επίπεδα του άγχους. Το γεγονός μάλιστα πως έγινε έλεγχος και άλλων πιθανών παραμέτρων ενισχύει το τελικό συμπέρασμα.Η αλήθεια είναι πως οι πεποιθήσεις και οι βασικές πρακτικές προσεγγίσεις της ψυχοθεραπείας και της θρησκευτικής παρηγορίας βρίσκονται συχνά στους αντίποδες. Όμως, μοιράζονται μια κοινή αποστολή: διακονούν την απόγνωση, που είναι εγγενής στην ανθρώπινη μοίρα. Μερικές φορές έχουν κοινές μεθόδους. Την προσωπική δυαδική σχέση, τη διαδικασία της εξομολόγησης, της εσωτερικής εξερεύνησης, της συγχώρησης των άλλων και του εαυτού. (Religion and Psychiatry, IrvinD. YaloM)

Στηρίζονται και οι δύο στην αγάπη προς τον άνθρωπο.

Μυστικά και ψέματα

Είναι Δευτέρα απόγευμα. Ανοίγεις βαριεστημένα το λινκ που βλέπεις στον τοίχο ενός φίλου.  Συνέντευξη,  μονολογείς.  Ξεκινάς να διαβάζεις. Από την πρώτη κιόλας απάντηση υποψιάζεσαι στο περίπου τι θα επακολουθήσει. Συνεχίζεις να διαβάζεις και αναρρωτιέσαι τι στο καλό έχουν πάθει όλοι και μιλάνε δημόσια για τη ζωή τους και τα τραύματά τους.

Αρχίζεις και θυμώνεις και ταυτόχρονα έρχεσαι σ’επαφή με τη δική σου μυστικοπάθεια όταν ήσουν σε εκπαιδευτικές ομάδες με άλλους ψ και δεν μοιραζόσουν τίποτα για το παρελθόν σου. Όσο σε πίεζαν και ζήταγαν να μάθουν, τόσο αρνιόσουν πεισματικά αφήνοντας να εννοηθεί πως τα δικά σου θέματα είναι μοναδικά και μπορούν να κατανοηθούν μόνο από άλλους «ξεχωριστούς» ανθρώπους.  Συγκινείσαι βαθιά απ’όσα διαβάζεις και σκέφτεσαι τι είναι αυτό που σε αγγίζει τόσο. Το τραύμα του άλλου, το δικό σου, η ματαίωση που νιώθεις κάποιες φορές απ’την πορεία σου ως θεραπευόμενη;

«Εγώ θεωρώ ότι οι πληγές που μας έχουν σημαδέψει δεν κλείνουν ποτέ. Μαθαίνουμε απλώς να ζούμε μαζί τους» Πως τολμάει, λες.  Αρχίζει και παίζει η ταινία στο μυαλό σου. Με πόση πίστη, πείσμα, ελπίδα, φόβο, άγνοια και μεγαλομανία ξεκίνησες.

Πίστη στη θεραπεία. Ακλόνητη. Είχες διαβάσει και τόσα πολλά και «απλώς» περίμενες  να περάσεις όσο πιο αναίμακτα γίνεται το στάδιο της ενδόρρηξης και να φτάσεις στη λεγόμενη «έκρηξη». Δε δίνεις μεγάλη σημασία στα «ψιλά γράμματα του συμβολαίου» που τονίζουν πως η θεραπεία δεν σταματά σ’αυτό το σημείο. Χρειάζεται δουλειά για να δει ο πελάτης (εσύ) τις νέες του δυνατότητες και πως αυτές αλληλεπιδρούν με το περιβάλλον του. Είχες την άγνοια του άπειρου ανθρώπου απ’ τη μια και τη μεγαλομανία του νάρκισσου απ΄την άλλη.

Είχες πείσμα στο να είσαι αυτό που επιλέγεις να γίνεις και όχι αυτά που σου συνέβησαν. Είχες ελπίδα -μάλλον ψευδαίσθηση- πως θα μηδένιζε το κοντέρ και θα ξανάρχιζες. Είναι η περίοδος που αποκτάς θεραπευτικά εργαλεία, παίρνεις μέρος σε βιωματικές ομάδες με μεγάλα ονόματα του χώρου –κάθεσαι δίπλα τους, τους παρατηρείς και αναρρωτιέσαι τι θέματα να έχουν εκείνοι και πως τα έλυσαν. Ήσουν κ σίγουρη πως τα έλυσαν- Ευχαριστείς την τύχη σου που ακόμα δεν έχεις μάθει για κάποιον φοβερό ψ στη Μποτσουάνα να τρέχεις να τον βρεις.

Όλα τα παραπάνω μαζί με φόβο. Φόβο για το θυμό σου. Που στο διάολο θα πάει όλος αυτός ο θυμός; Τρόμαζες πως εάν τον άφηνες ανεξέλεγκτο, θα ήταν καταστροφικός για σένα και εκείνους.

Πριν δυο χρόνια μαθαίνεις για μια νέα πρωτοποριακή μέθοδο. Η ψ σου προτείνει να το δοκιμάσετε. Ακόμα και τότε δεν θες ν’αποδεχτείς πως το delete βγαίνει μόνο σε πληκτρολόγιο. Της λες πως και εάν σου πει να κρεμαστείς απ’ το ταβάνι, θα το κάνεις. Σ’αυτές τις συνεδρίες βγαίνει όλο το σκατό στην επιφάνεια αλλά μαζί και ο υπέροχος υποστηρικτικός  σου ενήλικας.  Πριν λίγο καιρό τελειώνεις κ εσύ αυτή την εκπαίδευση. Τώρα όμως μπορείς και βλέπεις όλη την εικόνα. «Η ψυχοτραυματολογία συμμαχεί με το ‘υγιές εγώ’ και χτίζει με προσοχή μια θεραπευτική σχέση εμπιστοσύνης με στόχο την επεξεργασία και αφομοίωση του τραυματικού βιώματος». Τώρα πια το έχεις αποδεχθεί. Και είσαι εντάξει μ’αυτό.

Ο τίτλος του ποστ είναι από την ταινία του Mike Leigh Μυστικά και Ψέματα

Αγ. Βασίλης έρχεται (;)

Απ’ τις αρχές Δεκεμβρίου κυκλοφορεί στο διαδίκτυο ένα γράμμα κάποιων γονιών προς το γιο τους ο οποίος θέλει να μάθει την αλήθεια για τον Άγιο Βασίλη.  Στην προσπάθεια τους να μην του στερήσουν την παιδική  αθωότητα και ευπιστία αλλά και από την άλλη να μην του πουν απροκάλυπτα ψέματα,  επιλέγουν έναν διαφορετικό τρόπο χρησιμοποιώντας τον Άγιο ως μέσο για να περιγράψουν ανθρώπινες συμπεριφορές  που προσδίδουν  αγάπη, ελπίδα και ευτυχία.

Από τον αριθμό των αναρτήσεων κατάλαβα πως είναι ένα θέμα που απασχολεί πολλούς γονείς και κάνοντας μια πρόχειρη αναζήτηση στο διαδίκτυο, είδα απίστευτα μεγάλο αριθμό άρθρων με συμβουλές του τύπου «πως να πείτε στο παιδί σας πως δεν υπάρχει ο Άγιος Βασίλης» ή «7 βήματα για το πως να αντιμετωπίσετε τις ερωτήσεις για την ύπαρξη του» ακόμα και site με θέμα «THE SPIRITUAL AND PSYCHOLOGICAL DAMAGE OF THE SANTA LIE!»

Αλήθεια, είναι τόσο κακό να λέμε ψέματα στα παιδιά για τον Άγιο Βασίλη;  Φυσικά, θ’απαντήσουν κάποιοι. Απ’τη μια μεγαλώνουμε τα παιδιά μας λέγοντάς τους να είναι ειλικρινείς, αργότερα τους μαθαίνουμε νόμους της φυσικής και από την άλλη, θα τους λέμε πως εννέα ιπτάμενοι τάρανδοι σέρνουν με το έλκηθρο έναν αθάνατο παππούλη με κόκκινα ρούχα μέσα απ’τον ουρανό, ώστε να παραδώσει τα δώρα σε εκατομμύρια παιδιά σε όλο τον κόσμο σε μια νύχτα, μια φορά το χρόνο;

Αν και το ψέμα μπορεί να γίνει ένα βολικό δεκανίκι στην ανατροφή των παιδιών –πιες το γάλα σου γιατί δεν θα ψηλώσεις – πιστεύω πως όλοι θα συμφωνούσαμε πως είναι καλό να το κρατάμε στο ελάχιστο, τόσο για την ανάπτυξη εμπιστοσύνης ανάμεσα σε μας και τα παιδιά, αλλά κυρίως για να δίνουμε πρώτοι εμείς το παράδειγμα.  Απ’αυτόν τον κανόνα, εξαιρείται ο τελευταίος μήνας του χρόνου, ισχυρίζονται ψ που έχουν ασχοληθεί με το θέμα.

Όχι μόνο ο μύθος του Αγ. Βασίλη είναι ακίνδυνος, αλλά, βοηθάει και στη γνωστική ανάπτυξη των παιδιών. Οι φανταστικές ιστορίες, ενθαρρύνουν ένα είδος φανταστικού παιχνιδιού που πυροδοτεί τη δημιουργικότητα, την κοινωνική κατανόηση ακόμα και την επίλυση προβλημάτων. Τα παιδιά, φαντάζονται τον Άγιο Βασίλη να προσπαθεί να οργανώσει τα ξωτικά στο Βόρειο Πόλο, να προλάβουν να διαβάσουν όλα τα γράμματα, να ετοιμάσουν τα δώρα, μέχρι να έρθει η στιγμή του ταξιδιού. Μερικές φορές, συμμετέχουν  τα ίδια στη φαντασίωση, υιοθετώντας το ρόλο του Ρούντολφ ή του Άγιου Βασίλη στα παιχνίδια με τους φίλους τους.  Αυτές οι μορφές του παιχνιδιού μπορούν  να καλλιεργήσουν ένα σύνολο δεξιοτήτων το λεγόμενο «theory of mind», η οποία βοηθά τα παιδιά να προβλέψουν και να κατανοήσουν τη συμπεριφορά των άλλων ανθρώπων.

Μέσα απ’αυτά τα φανταστικά παιχνίδια, τα παιδιά, «αναγκάζονται» να σκεφτούν –μέσω υποθετικών σεναρίων- ακόμα και εναλλακτικές λύσεις. Για παράδειγμα, τι θα συμβεί εάν τα ξωτικά δεν προλάβουν να τελειώσουν μέχρι την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς;  Πώς θα ήταν τα Χριστούγεννα εάν δεν υπήρχε ο Άγιος Βασίλης; Μια έρευνα, της Alison Gopnik, Καθηγήτριας Ψυχολογίας στο Berkeley και συγγραφέας του βιβλίου «The Philosophical Baby: What Children’s Minds Tell Us About Love, Truth and the Meaning of Life» δείχνει, ότι αυτός ο τρόπος σκέψης, βοηθάει να αναπτυχθούν μοντέλα για το πώς λειτουργεί ο κόσμος και τα «υποχρεώνει» να οραματίζονται δημιουργικές λύσεις σε προβλήματα ή στην κατάληξη νέων ιδεών.  Εξάλλου, λέει η Alison, για να πούμε πως κάποιος μπορεί να επηρεάσει την αλλαγή ή να σχεδιάσει κάτι νέο, αυτός ο κάποιος θα πρέπει να είναι σε θέση να βλέπει τον κόσμο διαφορετικά.

Απ’την άλλη πλευρά, απ’το να καλλιεργούμε μια πίστη η οποία είναι καταδικασμένη να συντριβεί απο την πραγματικότητα, δεν είναι προτιμότερο να μην το κάνουμε καθόλου; ή εαν δημεύσω τον Άγιο ενώ το παιδί έχει πιστέψει στην ύπαρξή του θα είναι σαν να του κλέβω το μεταβατικό του αντικείμενο;

Προσωπικά, πιστεύω πολύ στο πως είναι το παιδί που έχεις απέναντί σου, και δεν εννοώ μόνο στο θέμα αυτό. Για παράδειγμα, σ’ένα παιδί που είναι ήσυχο και ήρεμο γιατί να βάλεις αυστηρά όρια; Επειδή πρέπει γενικά να βάζω όρια; Όχι, θα μου πεις. Θέλω να λέω πάντα την αλήθεια στο παιδί μου. Φαντάζομαι, πως το ίδιο θα ισχύει και όταν σου ζητάει να πάτε στην παιδική χαρά. Δεν θα του λες πως δεν μπορούμε να πάμε σήμερα γιατί είναι κλειστά, αλλά βαριέμαι ή είμαι κουρασμένος. Θέλω να πω μ’αυτό πως η ύπαρξη ή όχι του Αγ. Βασίλη για μένα, εμπίπτει στην κατηγορία του «καλού» ψέματος.  Εξάλλου, μέχρι τη στιγμή που τα παιδιά μαθαίνουν την αλήθεια για τον Άγιο Βασίλη –που είναι συνήθως στην ηλικία των 8- μπορούν και καταλαβαίνουν τη διαφορά μεταξύ αυτού του τύπου ψέματος και δεν δυσανασχετούν με τους γονείς ούτε πιστεύουν πως δεν μπορούν να τους εμπιστευτούν.

Πριν λίγες μέρες άκουσα μια ιστορία εκπαιδευτικού που ένα παιδάκι ρώτησε: «Κυρία, ρώτησα τον μπαμπά μου εάν θα έρθει φέτος ο Αγ. Βασίλης και μου απάντησε πως φέτος θα έρθει ο άδειος Βασίλης» και δεν ήξερε τι να του πει.  Σε κάποιους αυτό φαίνεται χοντράδα, σε άλλους αστείο σε άλλους και τα δυο.  Θα σας αναφέρω απλά μια έρευνα για το πόσο η φαντασία και το παιχνίδι μπορούν να είναι θεραπευτικά για τα παιδιά που περνάνε δύσκολες στιγμές.

Σε μια μελέτη του 2006, ερευνητές  ζήτησαν απο 35 παιδιά που ζούσαν σε καταυλισμούς, προς το τέλος του δεύτερου πολέμου μεταξύ Ισραήλ-Λιβάνου, να «φροντίσουν» ένα βαλσαμωμένο ζώο για τρεις εβδομάδες.  Τριάντα εννέα παιδιά του καταυλισμού, δεν πήραν ταριχευμένο ζωάκι. Μετά τον πόλεμο, οι ερευνητές, πήραν συνέντευξη απ’τους γονείς και διαπίστωσαν πως τα παιδιά που είχαν υιοθετήσει τα ταριχευμένα ζωάκια –και ειδικά εκείνα που φρόντισαν για τα ζώα πιο έντονα- βίωσαν λιγότερα προβλήματα που σχετίζονταν με το άγχος, όπως εφιάλτες και άγχος αποχωρισμού από ό,τι τα άλλα παιδιά.

Προφανώς κ ένα παιδί μπορεί να συμμετέχει σε παιχνίδια φαντασίας ακόμη και αν δεν πιστεύει στον Άγιο. Με κανένα τρόπο δεν είναι αναγκαιότητα για την υγιή ανάπτυξη ενός παιδιού. Με τον χειρότερο τρόπο να χειριστεί ένας γονιός το θέμα δεν θα προκαλέσει διαρκή ψυχολογική βλάβη σ’ένα παιδί. Όμως, αφού μπορούμε να το παρουσιάσουμε με πιο μαλακό τρόπο, γιατί να μην τον προτιμήσουμε; Εάν σας ρωτήσουν, υπάρχει ο Άγιος Βασίλης; απαντήστε με μια ερώτηση: “Εσύ, τί πιστεύεις; Έχεις αρχίσει να πιστεύεις πως δεν υπάρχει; γιατί; Πολλοί θα σκεφτούν πως είναι μεγάλη πολυτέλεια ν’ασχολούμαστε με τέτοια “ασήμαντα” θέματα. Το καταλαβαίνω πολύ. Ξέρω πως όταν είσαι γονιός έχεις ν’απαντήσεις σε πολύ σοβαρότερα ερωτήματα και πως η καθημερινότητα κάτι φορές δεν παλεύεται. Όμως, και απ’τα ασήμαντα μαθαίνουμε κάτι.

Τελειώνω το ποστ μ’ένα video για τα πιο μεγάλα παιδιά που εμένα μου άρεσε πολύ. Στην πτήση μια Καναδέζικης αεροπορικής εταιρείας, οι επιβάτες μίλησαν στο check in με ηλεκτρονικό Άγιο Βασίλη ο οποίος τους ρώτησε όλους τι δώρο θέλουν.  Όταν έφτασαν στον προορισμό τους, πήραν αυτό που ζήτησαν. και αυτοί που ζήτησαν κάλτσες και αυτοί που ‘πίστεψαν’ και ζήτησαν home cinema 🙂

Έχεις τρια χρόνια να με πάρεις τηλέφωνο. Εάν δε με θες, πες το μου

Video

If it takes forever, I will wait for you
For a thousand summers, I will wait for you τραγουδάει με πείσμα η Lena Horne. Πόσες φορές έχουμε βάλει τον εαυτό μας στην αναμονή; τί σημαίνει βάζω τον εαυτό μου στην αναμονή; γιατί το κάνω; τι κέρδος έχω; τί μου συμβαίνει όταν η συμπεριφορά του άλλου είναι μπερδευτική; γιατί έχω την ανάγκη να μου επιβεβαιώσει ο άλλος κάτι το οποίο βλέπω; αυτά και άλλα πολλά θα προσπαθήσουμε να “αναλύσουμε” σ’ένα επόμενο ποστ. Μέχρι τότε, η πιο “χαρούμενη”, αποφασιστική version του τραγουδιού ακούγεται δυνατά!

Γιατί τόση επιθετικότητα στο διαδίκτυο;

Η πρώτη βιωματική άσκηση που μας ζητήθηκε να κάνουμε την περίοδο που ήμασταν εκπαιδευόμενοι θεραπευτές ακούστηκε πανεύκολη. Αφού είχαμε χωριστεί σε δυάδες, ο ένας ξεκινούσε με μια δήλωση-πρόταση που αφορούσε τον άλλον και εκείνος, έπρεπε να επαναλάβει αυτή τη δήλωση και να πει πως ένιωθε μ’αυτό που άκουσε. Στη συνέχεια, ο πρώτος που είχε κάνει το αρχικό σχόλιο, έπρεπε να επαναλάβει το συναίσθημα και να πει εκείνος πως νιώθει.
π.χ. –Είσαι αναιδής. -Σ’ακούω να λες πως είμαι αναιδής και νιώθω θυμό. -Σ’ακούω να λες πως νιώθεις θυμό και γίνομαι αμυντικός. -Σ’ακούω να λες πως γίνεσαι αμυντικός και νιώθω ένταση. -Σ’ακούω να λες πως νιώθεις ένταση και φοβάμαι κλπ.

Αυτό θα το κάναμε για τρία με τέσσερα λεπτά.Ο κανόνας ήταν να μιλάμε μόνο για εμάς χωρίς να ζητάμε εξηγήσεις τύπου “γιατί το είπες αυτό ή γιατί τώρα νιώθεις έτσι”. Η άσκηση αυτή συνήθως κατέληγε με κάποια ‘επίλυση’ ή όταν υπήρξε ‘αδιέξοδο’ τότε απλά αρκούσε το “ακούω πως για σένα είναι έτσι και είμαι εντάξει μ’αυτό”. Έτσι λοιπόν, το πρώτο και πιο δύσκολο πράγμα που μάθαμε ήταν να ακούμε. Ν’ακούμε, και να στεκόμαστε λίγο για να δούμε πως είμαστε μ’αυτό που ακούμε. Πολλές φορές, όταν διαβάζω στο διαδίκτυο ασύλληπτα επιθετικά σχόλια για σοβαρά ή μη θέματα ή για πρόσωπα, από τη μια απογοητεύομαι, φοβάμαι, νιώθω φοβερή ένταση και από την άλλη σκέφτομαι πως το να μη γίνομαι επιθετικός και κακοποιητικός είναι κάτι που μαθαίνεται, όπως το έμαθα και γω και τόσοι άλλοι άνθρωποι.

Το άρθρο προσπαθεί να εξηγήσει γιατί υπάρχει τόση επιθετικότητα και θυμός στο διαδίκτυο. Πρώτον, οι σχολιαστές πολλές φορές είναι ανώνυμοι ή χρησιμοποιούν ψευδώνυμο, και ως εκ τούτου, δεν λογοδοτούν για την αγένεια τους. Δεύτερον, βρίσκονται σε απόσταση από το στόχο του θυμού τους και είναι πιο εύκολο να ανταγωνίζονται από απόσταση και τρίτον, μάλλον είναι πιο εύκολο να είσαι βιτριολικός όταν γράφεις παρά όταν είσαι με τον άλλον κοντά.

Επειδή οι συζητήσεις δεν συμβαίνουν σε πραγματικό χρόνο, οι σχολιαστές έχουν τη δυνατότητα να γράφουν μακροσκελείς μονολόγους, πράγμα το οποίο δεν θα γινόταν στη πραγματικότητα. Σημαντικό στοιχείο ο τόνος της φωνής ή κάποια χειρονομία που μπορεί να έχουν μεγάλη επίδραση στην ικανότητά μας να καταλάβουμε τι λέει κάποιος. Όσο πιο μακριά από τον άνθρωπο που κάνουμε διάλογο είμαστε, τόσο πιο δύσκολο είναι να επικοινωνήσουμε.

Ο Edward Wasserman, Καθηγητής Ηθικής Δημοσιογραφίας, σημείωσε μια άλλη αιτία αυτής της εθιστικής βιτριολικής συμπεριφοράς: κακά παραδείγματα από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης τα οποία θα πρέπει να περικόψουν το μίσος και το θυμό που έχουν γίνει ο κανόνας στα σχόλια μεταξύ των αναγνωστών. Είναι χρήσιμο και πολύτιμο να ακούγονται όλες οι απόψεις ενός θέματος, αλλά δεν είναι πολύτιμο να υπάρχουν προσωπικές επιθέσεις ή να υπάρχουν μηνύματα με εξαιρετικά θυμωμένο ύφος. Ακόμα και κάποιος που κάνει κάποιο νόμιμο σχόλιο αλλά με θυμωμένο ύφος, βλάπτει τη φύση του επιχειρήματος, γιατί παροτρύνει και τους υπόλοιπους να ανταποκριθούν με τον ίδιο τρόπο.

Ο Καθηγητής συμπληρώνει: “Εάν σε κάποια ιστοσελίδα μένουν σχόλια τα οποία κάνουν προσωπικές επιθέσεις με τον χειρότερο τρόπο, τότε, στέλνετε το μήνυμα πως αυτή είναι μια αποδεκτή ανθρώπινη συμπεριφορά”

Πολλές φορές είναι δύσκολο να κρατήσουμε την ψυχραιμία μας και όλοι μας κάποιες φορές έχουμε ξεφύγει και έχουμε κάνει κάποιο σχόλιο που ίσως το έχουμε μετανιώσει. Ίσως να είναι μια ευκαιρία να δούμε τι σημαίνει για εμάς το διαφορετικό, πότε αισθανομάστε απειλή από κάποια διαφορετική άποψη. Απλά να το παρατηρήσουμε. Αυτό θα μας δώσει τη δυνατότητα της αλλαγής καθώς και τη δυνατότητα ανάληψης της ευθύνης των επιλογών.

Eat Me – Μέρος III

Η βιολογική πείνα διαφοροποιείται σε πολλά σημεία από τη συναισθηματική. Η πρώτη συνήθως έρχεται σταδιακά, μέσω μηνυμάτων που στέλνει ο οργανισμός πως χρειάζεται τροφή και η ανάγκη ικανοποίησης παρουσιάζει μεγαλύτερη δυνατότητα αναμονής. Αντίθετα, η συναισθηματική πείνα εμφανίζεται ξαφνικά ως ακατάσχετη επιθυμία λήψης τροφής, με άμεση και επιτακτική ανάγκη ικανοποίησης. Κυριαρχεί ο παρορμητισμός και η κατάποση του φαγητού γίνεται μηχανικά, χωρίς συνειδητοποίηση του ‘τι’ και του ‘πόσο’ τρώμε με αποτέλεσμα το αίσθημα του κορεσμού να μη γίνεται αντιληπτό.

Η σκέψη περιστρέφεται γύρω από το φαγητό ενώ σχεδόν πάντα οι τροφές που προτιμούνται είναι γλυκά (προσωπικά δεν είχα ποτέ υπερφαγικό επεισόδιο με μπρόκολο) και με πολλά λιπαρά. Ξεκινάει σαν αίσθηση από το λαιμό και το στόμα σε αντίθεση με τη βιολογική η οποία ξεκινάει από το στομάχι το οποίο αισθανόμαστε άδειο. Όταν τρώμε ψυχαναγκαστικά, οδηγούμαστε σε αισθήματα ενοχής, ντροπής και τύψεων πράγμα που δεν συμβαίνει όταν ικανοποιούμε τη βιολογική μας πείνα.

Λένε πως η καλύτερη δίαιτα είναι να μην κάνεις δίαιτα. Όταν διαβάζω αυτή τη φράση πάντα θυμάμαι μια φίλη η οποία μου είχε πει πως έχασε πολλά κιλά -τα οποία ποτέ δεν ξαναπήρε- όταν μια μέρα κοιτάχτηκε στον καθρέφτη του ασανσέρ και είπε “κούκλα είσαι σήμερα κοριτσάκι μου” Νάσια, μου είπε, εκείνη τη στιγμή ήταν η μοναδική φορά που πραγματικά αποδέχτηκα αυτό που έβλεπα. Χωρίς να με κρίνω, ούτε να πω πως έγινες έτσι; Από εκείνη τη μέρα άρχισα σιγά σιγά να καταλαβαίνω τι εννοούμε όταν λέμε φροντίδα εαυτού και άρχισα να το κάνω. Η αλήθεια είναι πως η αλλαγή δεν έρχεται μέσα από την προσπάθεια, τον έλεγχο ή την αποφυγή. Υπάρχει ένα υπαρξιακό παράδοξο όπου η αλλαγή συμβαίνει, όταν κάποιος γίνεται αυτό που είναι και όχι όταν προσπαθεί να γίνει αυτό που δεν είναι.

Προσωπικά, θεωρώ τις απαγορεύσεις τροφίμων και τον διαχωρισμό τους σε καλές και κακές μη ρεαλιστικό σενάριο. Στο παρελθόν έχω προσπαθήσει να μπω σε πρόγραμμα αποχής από τροφές με τις οποίες έκανα υπερφαγία και το αποτέλεσμα ήταν να περιμένω πότε θα έρθει η ώρα να τελειώσει το πρόγραμμα για να φάω γλυκά και τυριά που τόσο μου αρέσουν. Ξέρω ανθρώπους που έχουν σωθεί με το πρόγραμμα των Ανώνυμων Υπερφάγων και πραγματικά στέκομαι σ’ αυτό με μεγάλο σεβασμό.
Η προσωπική μου εμπειρία είναι πως και εκεί υπάρχει ένα είδος ψυχαναγκασμού, ελέγχου και διαρκής ενασχόλησης με τη διατροφή (τουλάχιστο στην αρχή). Όπως με δυσκολεύει και ο γνωσιακός τρόπος -ο οποίος πραγματικά έχει αποτελέσματα- το να καταγράφω καθημερινά τι τρώω (αυτό είναι ένα κομμάτι της γνωσιακής θεραπείας). Επαναλαμβάνω, πως αυτή είναι η δική μου εμπειρία. Βοηθήθηκα με δυο τρόπους.

Μου επέτρεψα να τρώω τα πάντα σε μικρές ποσότητες. Από τη στιγμή που έγινε αυτό και ήξερα πως όταν ήθελα να φάω μαρόν γλασέ θα φάω, τότε ‘ησύχασα’. Ίσως και επειδή για μένα είναι σημαντικό να ξέρω πως έχω τη δυνατότητα να κάνω κάτι και ας μην το κάνω ποτέ. Όταν λοιπόν άρχισα να μου επιτρέπω, άρχισα να στέκομαι και
σ’ άλλα πράγματα. Στη προετοιμασία και τον πειραματισμό του φαγητού, στο να τρώω με ηρεμία και όχι με βιασύνη. Άρχισε να γίνεται μορφή και η απόλαυση. Κάποιος ίσως ρωτήσει πως τα κατάφερα με τις μικρές ποσότητες.

Εδώ, βοηθήθηκα με τον δεύτερο τρόπο. Τον πιο δύσκολο και επίπονο. Άρχισα να παρατηρώ πότε τρώω ψυχαναγκαστικά. Χωρίς να κρίνω. Σε μένα συνέβαινε όταν θύμωνα. Άλλες φορές θύμωνα με κάτι που μπορεί να συνέβαινε εκείνη τη στιγμή και άλλες να γινόταν κάτι το οποίο ήταν υπενθυμητής ενός παλιού θυμού ο οποίος δεν είχε εκφραστεί ποτέ και ήταν απλά ένας ανοιχτός λογαριασμός. Και στις δυο περιπτώσεις το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. Η δράση μου ήταν να πάω να φάω. Καλά, και γιατί δεν έδειχνες το θυμό σου; τί πιστεύεις πως θα συνέβαινε; είχα μπερδέψει το θυμό με την επιθετικότητα και νόμιζα πως εάν εξέφραζα το θυμό μου η σχέση θα καταστραφεί. Ήταν πολύ απειλητικό αυτό το σενάριο οπότε βρήκα έναν άλλο τρόπο διαχείρισης. Να τρώω το θυμό μου. Το πρώτο βήμα λοιπόν ήταν η επίγνωση του τι κάνω και πως το κάνω. Όταν γίνει η επίγνωση έχει ξεκινήσει και η αλλαγή.

Αρχίζεις και έχεις επίγνωση των αισθήσεων και εκπληρώνεις τις ανάγκες σου καλύτερα, μαθαίνεις να κάνεις νέες συνδέσεις (ο θυμός είναι φυσιολογικό συναίσθημα, η επιθετικότητα είναι συμπεριφορά) και πως έχεις επιλογές δράσης.
Στη διαδρομή δεν περνάμε και πολύ ευχάριστα γιατί βιώνουμε διάφορες απώλειες αλλά σίγουρα το αποτέλεσμα -και δεν εννοώ μόνο τα κιλά- είναι μια διαφορετική ζωή.

Σημείωση: επειδή στο κείμενο αναφέρθηκα στην απόλαυση και τον πειραματισμό  του φαγητού, το μπλογκ της φίλης μου Λ. http://soumada.wordpress.com/  είναι ένα πολύ διαφορετικό και ιδιαίτερο μπλογκ για το φαγητό.

Eat Me – Μέρος II

«Ήταν μια απ’αυτές τις Κυριακές όπου όλη η οικογένεια συγκεντρώνεται για να φάει. Δεν έχει σημασία εάν δεν έχεις όρεξη ή έχεις κανονίσει κάτι άλλο –πράγμα απίθανο- αφού εμείς, τις Κυριακές, τρώμε όλοι μαζί.  Επειδή έτσι πρέπει. Το μενού είχε σούπα. Όμως, ήταν τόσο καυτερή που οι υπόλοιποι έφαγαν μόνο δυο κουταλιές. Εγώ συνέχιζα να την καταπίνω παρόλο που το στόμα μου καιγόταν. Σα να μην μπορούσα να σταματήσω, το καταλαβαίνεις; ήμουνα τόσο συγκεντρωμένη στη σούπα που δεν άκουγα τους υπόλοιπους που μιλάγανε. Τώρα που το λέω, καταλαβαίνω πως ήταν ο τρόπος μου για να μπορώ να αποσυνδέομαι και να μην ακούω. Όταν έφτασα σπίτι μου και είδα στον καθρέφτη τα χείλια μου κόκκινα και πρησμένα, έβαλα τα κλάματα».

Η ψυχαναγκαστική υπερφαγία –ή αλλιώς emotional eating- είναι μια μαθημένη συμπεριφορά. Πολλές φορές, αρκετοί από εμάς, όταν είμαστε στεναχωρημένοι, πιεσμένοι, θυμωμένοι, βαριόμαστε  ή  νιώθουμε ένα απροσδιόριστο κενό ψάχνουμε να βρούμε γρήγορα κάτι να μασουλίσουμε ή να καταπιούμε. Στην αρχή παρορμητικά και αργότερα όλο και πιο ανεξέλεγκτα όλο και πιο πολύ. Με τον καιρό αυτός ο τρόπος γίνεται μια τόσο συνηθισμένη και καθημερινή συμπεριφορά που είναι δύσκολο να κάνουμε την επίγνωση του πως χρησιμοποιούμε το φαγητό για να φάμε συναισθήματα και προβλήματα.

Το «θετικό» στη χρήση του φαγητού για την αντιμετώπιση του στρες ή άλλων μορφών δυσφορίας είναι ότι έχει αποτέλεσμα.  Με ελάχιστη προσπάθεια, η ένταση μειώνεται και μάλιστα αρκετά γρήγορα.  Όμως, αυτό ακριβώς είναι το αρνητικό, τουλάχιστον μακροπρόθεσμα. Αυτό το πρότυπο διαχείρισης των αναγκών ενισχύει την κυριαρχία της μορφής του φαγητού.  Μειώνει την ένταση, ηρεμεί και ναρκώνει τις ανάγκες. Έτσι, μαθαίνει κάποιος ν’αντιμετωπίζει και να διαχειρίζεται ανάγκες και συναισθήματα μέσω του φαγητού.

Πολλοί από εμάς, πιστεύουμε έντονα στον αυτοέλεγχο, τον οποίο συνδέουμε με ισχυρά θετικές αξίες.  Έχουμε την πεποίθηση ότι «θα έπρεπε να μπορώ να ελέγξω τον εαυτό μου» ή πιστεύουμε πως το να έχεις τον έλεγχο είναι καλό, φυσιολογικό και αποδεκτό, ενώ το να είσαι εκτός ελέγχου είναι κακό και αφύσικο. Αυτές οι πεποιθήσεις δεν μας αφήνουν να αναγνωρίσουμε και να αποδεχτούμε ότι πολλά πράγματα ή συνήθειες δεν μπορούμε να τις ελέγξουμε. Έτσι, πολλές φορές, αντί να αναγνωρίσουμε πως έχουμε χάσει τον έλεγχο και ότι είμαστε ανίσχυροι σε ό,τι αφορά το φαγητό, το αλκοόλ ή οποιαδήποτε άλλη ουσία, οδηγούμαστε σε μια παρατεταμένη σειρά συναντήσεων με την ουσία, είτε αυτή λέγεται φαγητό, είτε αλκοόλ, είτε ναρκωτικά, σε μια προσπάθεια να αποδείξουμε πως έχουμε τον έλεγχο.

Με το πέρασμα του χρόνου, αυτή η διαδικασία κλιμακώνεται γι αυτό και πολλές φορές παρατηρούμε πως μπορεί να έχουμε χάσει τον έλεγχο και ταυτόχρονα να μας έχει γίνει έμμονη ιδέα να αποδείξουμε ότι τον διατηρούμε.

Αυτός ο τρόπος μπορεί να οδηγήσει στη λεγόμενη πόλωση, όπου η μια πλευρά είναι υπερβολικά ελεγχόμενη, ψυχαναγκαστική και περιορισμένη, ενώ η άλλη, έχει περιορισμένο έλεγχο ή είναι τελείως ανεξέλεγκτη.  Ίσως πάλι να νιώθουμε πως το φαγητό μας είναι το μόνο πράγμα το οποίο μπορούμε και ελέγχουμε στη ζωή μας.

Πολλοί άνθρωποι δείχνουν το νοιάξιμο και τη φροντίδα τους μέσω του φαγητού ίσως γιατί δυσκολεύονται, ίσως γιατί δεν ξέρουν να πουν στον άλλον «νοιάζομαι» ή απλά να ρωτήσουν «τί χρείαζεσαι τώρα». H μητέρα θα πάρει τηλέφωνο το παιδί της που έχει καιρό να το δει και της έχει λείψει και το πρώτο που θα ρωτήσει είναι «τρως τίποτα;» σαν το φαγητό να είναι ο τρόπος για να κάνουν επαφή.

Μια απ’αυτές τις μέρες περιμένω τη φίλη μου τη Λ. να έρθει σπίτι μου και αυτό που κυριαρχεί στη σκέψη μου είναι τι φαγητό να ετοιμάσω. Να την περιποιηθώ αλλά βασικά να δείξω πόσο πολύ χαίρομαι. Ε, κακό είναι αυτό; Θα ρωτήσεις. Κακό τίποτα δεν είναι. Είναι όμως περιοριστικό γιατί έτσι χάνω τον αυθορμητισμό, το «εδώ και τώρα», σαν να μην είναι αρκετό να πω «χαίρομαι που ήρθες» και σαν να χρειάζεται να πρέπει να κάνω κάτι ή να πρέπει να είμαι κάπως.  Δεν υπάρχει καμία πρόθεση κριτικής ή αυτομαστιγώματος απλά προσπαθώ να δείξω πόσο μπερδευτική και δύσκολη μπορεί να είναι η διαδικασία της επίγνωσης του τί, πώς και πότε τρώω.

Στο επόμενο ποστ θα δούμε πως αναγνωρίζω εάν τρώω ψυχαναγκαστικά και εάν έχω άλλες επιλογές.

Eat Me – Μέρος Ι

Πριν χρόνια, όταν ο ψυχολόγος Arthur Tomie βρίσκονταν στο εργαστήριό του παρατήρησε κάτι παράξενο. Όπως ακριβώς στο πείραμα του Pavlov, ο Tomie συσχέτισε ένα πρώτο,τεχνητό ερέθισμα -σ αυτή την περίπτωση ήταν ένας μεταλλικός μοχλός ο οποίος έπεφτε στα κλουβιά των ποντικών- δίνοντας το σήμα πως θα επακολουθούσε τροφή. Όπως ήταν αναμενόμενο, τα ποντίκια έμαθαν γρήγορα να συνδέουν  το σήμα με την ανταμοιβή και όταν ο μοχλός εμφανιζόταν, πολλά έτρεχαν στη γωνία του κλουβιού περιμένοντας το φαγητό.  Ωστόσο, μερικά ποντίκια τα προσέλκυε ο μεταλλικός μοχλός.  Αντί να τρέχουν στο φαγητό, έγλυφαν και ροκάνιζαν το μοχλό σαν να ήταν κροκέτες αρουραίου. (Clinical Psychology Reviews, 1995)
Αυτή η δράση δεν ήταν εντελώς άγνωστη στους ερευνητές αφού παρόμοια συμπεριφορά είχε σημειωθεί και σε περιστέρια.

Αυτό που κέντρισε το ενδιαφέρον του Tomie ήταν πως τα ζώα δεν ήταν σε θέση να συγκρατηθούν και να σταματήσουν στο δέλεαρ του μοχλού. Οι θεραπευτές που ασχολούνται με εξαρτήσεις συχνά συναντούν ανθρώπους που απεγνωσμένα θέλουν να σταματήσουν το αλκοόλ ή τα ναρκωτικά αλλά κάποιες φορές υποτροπιάζουν. Για κάποιον, ο υπενθυμητής (trigger) μπορεί να είναι ένα ποτήρι, μια φωτεινή επιγραφή ενός μπαρ ή και κάποιο συναίσθημα. Ομοίως, τρόφιμα που σχετίζονται με σήματα (διαφημίσεις, φωτογραφίες φαγητών) έχουν τη δυνατότητα να μας δελεάσουν ακόμα και αν δεν πεινάμε.

Αρκετές συμπεριφορές, είτε μιλάμε για ανθρώπους είτε για ζώα, εξαρτώνται από ενδείξεις ή σήματα ή συνθήματα στο περιβάλλον οι οποίες προβλέπουν κάποιο όφελος ( π.χ. εάν φάω όλο το φαγητό μου, η μαμά μου θα μoυ αγοράσει το παιχνίδι που θέλω). Όμως, δεν είναι σαφές, γιατί μερικοί άνθρωποι είναι περισσότερο εστιασμένοι στα σήματα/ενδείξεις του περιβάλλοντος από άλλους, ούτε πως αυτή η διαφορά μπορεί να συνεισφέρει κάτι ως προς την κατανόηση των εξαρτήσεων.

Ο Terry Robinson, Καθηγητής Ψυχολογίας έχει χρησιμοποιήσει ένα παρόμοιο μοντέλο με το παραπάνω για να διερευνήσει γιατί μερικά ζώα είναι τόσο επιρρεπή στα σήματα του περιβάλλοντός τους. Ο Robinson έχει εντοπίσει δυο διαφορετικές συμπεριφορές ανάμεσα στα τρωκτικά.  Για κάποια ποντικάκια (goal-trackers) η τελική ανταμοιβή, το φαγητό είναι το πιο σημαντικό. Μόλις εντοπίσουν το μοχλό, τρέχουν στο μπολάκι τους. Για άλλα, (sign-trackers) το σύνθημα, ο μοχλός έχει τη μεγαλύτερη επιρροή. Τα sign trackers φαίνεται να είναι ιδιαίτερα επιρρεπή σε εθισμό ή άλλες δυσπροσαρμοστικές συμπεριφορές ισχυρίζεται.  Τα τρωκτικά που κρατούν τα μάτια τους πάνω στο μοχλό είναι πολύ πιο πιθανό να αναζητήσουν ναρκωτικά ή αλκοόλ.

Ο καταναγκασμός για τα συνθήματα φαίνεται να εκτείνεται σε διάφορους τύπους συμπεριφορών αφού οι sign-trackers δύσκολα αντιστέκονται σε συνθήματα, είτε σχετίζονται με φαγητό είτε με ναρκωτικά όπως η κοκαϊνη.  Ο Robinson, με το να ξεχωρίζει τους sign-trackers μπορεί να πάρει ποντικάκια που δεν έχουν εκτεθεί ποτέ σε ναρκωτικά και να προβλέψει ποια από αυτά θα εμφανίσουν εξαρτητική συμπεριφορά όταν έρθουν σ επαφή με κάποιο ναρκωτικό  (Biological Psychiatry, 2010)

Ο Robinson έχει συγκεντρώσει στοιχεία για 2.000 ποντίκια. Περίπου το ένα τρίτο από αυτά εμφανίζουν συμπεριφορά παρακολούθησης του συνθήματος ενώ ένα τρίτο ασχολούνται με την παρακολούθηση του στόχου. (τα υπόλοιπα δεν στέκονται σε κανένα από τα δυο και δεν είναι εύκολο να κατηγοροποιηθούν). Ο Καθηγητής ανησυχεί. «Εμείς δεν μιλάμε για κάποια άκρα», λέει. “Στην πραγματικότητα μιλάμε για ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού».

Γιατί όμως αυτά τα συνθήματα είναι τόσο ισχυρά γι αυτή την ομάδα των ποντικιών; Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα, άρχισε να ψάχνει πιο βαθιά στο σύστημα ανταμοιβής του εγκεφάλου. Σε μια μελέτη (Nature 2011) ο ίδιος και οι συνεργάτες του έκαναν κάποιες υποθέσεις ανάμεσα στις οποίες υπάρχουν ενδείξεις πως η πρώιμη εμπειρία του περιβάλλοντος μπορεί να προδιαθέτει εάν ένα ποντικάκι έχει την τάση να γίνει sign ή goal tracking.  Τα μικρά που εκτρέφονται σε αγχωτικό περιβάλλον χωρίς τις μητέρες τους είναι πιθανότερο να γίνουν sign-trackers  ως ενήλικες (Behavioural Brain Research, 2011)

Kαταλήγουμε δηλαδή πάλι στα γνωστά.  Προσωπικά -πέρα από το κομμάτι της  περιέργειας ή της γνώσης- δεν ξέρω πόσο βοηθητικό είναι το να υποθέτει κάποιος γιατί κάνει κάτι. Ο λόγος που το έχω συμπεριλάβει είναι γιατί αρκετά πολύπλοκα ψυχολογικά χαρακτηριστικά ή συμπεριφορές επηρεάζονται από την αλληλεπίδραση μεταξύ περιβαλλοντικών και γενετικών παραγόντων.  Τα επόμενα ποστ θα επικεντρωθούν στο πώς τρώμε, πότε τρώμε, πως χρησιμοποιώ το φαγητό για να ‘φάω’ τα συναισθήματά μου. μπορώ και ελέγχω μέσα από το φαγητό; Είναι διαφορετική η εξάρτηση από το φαγητό, το αλκοόλ ή τα ναρκωτικά; Πόση ντροπή, ενοχή έχει όλο αυτό και τι μπορώ να κάνω για να βγω από το φαύλο κύκλο; Το θέμα της διατροφής  δεν είναι απλό και κρύβει μεγάλο πόνο για αρκετό κόσμο.

Συνεξάρτηση (ή όταν η Ηχώ ερωτεύτηκε τον Νάρκισσο) Μέρος II

Οι αναφορές στη θεραπευτική αντιμετώπιση της συνεξάρτησης ακολουθούν διάφορες προσεγγίσεις όπως ατομική ή ομαδική ψυχοθεραπεία, τα 12 βήματα των Ανώνυμων Συνεξαρτημένων ή μια πιο συνθετική θεραπευτική προσέγγιση.  Το τι βοηθάει τον καθένα είναι καθαρά προσωπική επιλογή και όταν με ρωτάνε ποια προσέγγιση να επιλέξουν, απαντάω τι έχει βοηθήσει εμένα μέχρι τώρα στο να δω και να αντιμετωπίσω τα θέματά μου και πως βίωσα και βιώνω εγώ τη θεραπεία μου γενικά.

Το σημαντικό είναι να ζητήσει κάποιος βοήθεια και κυρίως να καταλάβει πως η ανάρρωση από τη συνεξάρτηση δεν βρίσκεται στο άλλο άτομο, ανεξάρτητα από το πόσο μπορεί να πιστεύει το αντίθετο.  Βρίσκεται στον εαυτό του και στους τρόπους με τους οποίους έχει προσπαθήσει να επηρεάσει τους άλλους. Βρίσκεται στην εμμονή, στον έλεγχο, στο θυμό και τις ενοχές, στην εξάρτηση από ιδιόμορφα άτομα, στην προσέλκυση από το ακατανόητο και την ανοχή σ’αυτό, που καταλήγουν σε εγκατάλειψη του εαυτού μας, σε προβλήματα επικοινωνίας και οικειότητας.

Κάποιος θα πει πως είναι φυσικό να θέλουμε να προστατεύσουμε και να βοηθήσουμε τους ανθρώπους για τους οποίους ενδιαφερόμαστε.  Είναι φυσικό να επηρεαζόμαστε και να αντιδράμε στα προβλήματα των άλλων. Η λέξη ‘αντιδρώ’ έχει ιδιαίτερη σημασία από την άποψη πως η συνεξάρτηση έχει έντονα το στοιχείο της αντίδρασης αφού οι συνεξαρτώμενοι αντιδρούν συνέχεια είτε υπερβολικά, είτε υποτονικά αλλά σπανίως δρουν.

Δεν είναι αφύσικο στο να αντιδρά κάποιος, αλλά το να μάθει πως να μην αντιδρά και να δρα με πιο υγιείς τρόπους είναι ένας σίγουρος τρόπος για να προστατεύσει τον εαυτό του. Δεν σημαίνει πως γινόμαστε απόμακροι ή σταματάμε να ενδιαφερόμαστε. Σημαίνει πως αγαπάμε και δημιουργούμε δεσμούς, χωρίς όμως να τρελαινόμαστε. Μαθαίνουμε πως κάθε άτομο είναι υπεύθυνο για τον εαυτό του και υιοθετούμε μια στάση που λέει ότι πρέπει να κρατιόμαστε μακριά από τις ευθύνες των άλλων και να φροντίσουμε για τις δικές μας. Παραχωρούμε στους άλλους και στον εαυτό μας την ελευθερία να είμαστε υπεύθυνοι και να εξελισσόμαστε.

Δεν είναι υποχρεωτικό να παίρνουμε τα πάντα προσωπικά και κατάκαρδα. Το να πω σε κάποιον “Αν μ’αγαπούσες/αν ήμουν σημαντική για σένα, δεν θα μ’αφηνες να περιμένω/θα απαντούσες στο μήνυμά μου/θα μίλαγες ειλικρινά” έχει νόημα όσο και το να πω σε κάποιον που έχει πνευμονία “Αν μ’αγαπούσες δεν θα έβηχες”.

Συνήθως, τα πράγματα έχουν να κάνουν μ’εμάς πολύ λιγότερο απ’ό,τι νομίζουμε. Εάν κάποιος π.χ. συνηθίζει σε μια σχέση όταν έρθει κοντά με τον άλλον ξαφνικά ν’απομακρύνεται, με τον ίδιο τρόπο θα σχετιστεί και στην επόμενη σχέση.  Το δικό του θέμα πιθανόν να έχει να κάνει με το πως κόβει την επαφή ή θέματα οικειότητας. Εάν εγώ στο σήμερα, νιώθω υπερβολικό πόνο ή καθήλωση για μια τέτοια αλλόκοτη συμπεριφορά, αυτό είναι το δικό μου θέμα. Αυτό που θα βοηθήσει είναι να μείνω λίγο σε μένα και να σκεφτώ, τί μου θυμίζει αυτή η συμπεριφορά που με καθηλώνει; από πού την ξέρω; Πολλές φορές τα συναισθήματά μας δεν γεννιούνται από την τρέχουσα κατάσταση και δεν αφορούν στην πραγματικότητα το εν λόγω πρόσωπο, αλλά πυροδοτούν κάτι που μας συνέβη πριν πολύ καιρό.

Μέσα στη θεραπεία αναγνωρίζεται το βασικό τραύμα ή τραύματα και μπορεί ο άνθρωπος να κατανοήσει το ρόλο που διαδραμάτισε τόσο αυτό όσο και οι άλλοι σε αυτό το τραύμα. Μ’αυτό τον τρόπο θα σταματήσω να προσπαθώ να κάνω κάποιον άλλον ν’αλλάξει, θα σταματήσω να προσπαθώ με τη συμπεριφορά μου να ελέγξω, θα μάθω να διαχωρίζω τον εαυτό μου από τα πράγματα, θα γίνω εγώ γονιός του εαυτού μου και κυρίως θα σταματήσω να ταλαιπωρούμαι.

Δηλαδή, εάν γίνουν όλα αυτά, η σχέση θα καλυτερεύσει;
Όταν κάποιος παύει να καθρεφτίζει το ναρκισσιστή η σχέση τελειώνει.  Ο ναρκισσιστής δεν μπορεί να σχετιστεί μ’ένα αυτόνομο άτομο. Το βασικό εμπόδιο της ανάπτυξης είναι ο φόβος για τον πόνο, η απροθυμία να μπούμε σε μια διαδικασία επίπονη, όπως η ψυχοθεραπεία. Επίπονη και συναρπαστική.

earworm and all that jazz!

Video

Sometimes a song can get stuck in your mind. Become a little piece of unwanted music, that keeps looping for the rest of your day.

Neurologists claim that stuck songs are like thoughts we’re trying to suppress. The harder we try not to think about them, the more we can’t help it. The phenomenon is also known as earworms, and the ongoing ‘dim di da da dum’ causes a kind of brain itch you can’t scratch.

Can’t Get That Song Out of My Head: An Animation of a Psychological Phenomenon We All Know