Αυτή τη χρονιά, θα το καταφέρω!

Διαβάζουμε πως μόνον ένα 8% όσων κάνει σχέδια για τη νέα χρονιά καταφέρνει να τα πραγματοποιήσει.  Το υπόλοιπο 92% ή τα παρατάει ή δεν κάνει καθόλου. Σημαίνει, άραγε, αυτό πως δεν πρέπει να θέτουμε στόχους;  Όχι ακριβώς. Είναι ερευνητικά εξακριβωμένο πως όσοι κάνουν σχέδια έχουν δέκα φορές περισσότερες πιθανότητες να καταφέρουν τους στόχους τους από εκείνους που δεν κάνουν καθόλου.

Το πρόβλημα είναι πως οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ξέρουν τον τρόπο για να επιτύχουν τους στόχους που θέτουν. Προσπαθούν να κάνουν πάρα πολλά, σε σύντομο χρονικό διάστημα με αποτέλεσμα να καταβάλλονται, ή να αντιμετωπίζουν απροσδόκητα εμπόδια και να αποθαρρύνονται.  Δεν καταφέρνουν να σχεδιάσουν ένα ρεαλιστικό πλάνο και κάνουν άσκοπες κινήσεις προς διάφορες κατευθύνσεις, χωρίς κάποιο συγκεκριμένο αποτέλεσμα.

Είναι σημαντικό να καταλάβουμε και να αποδεχθούμε πως από τη στιγμή που βάζουμε κάποιο στόχο, θα συμβούν τρία πράγματα:  Θα έχουμε επιφυλάξεις, θα αισθανθούμε φόβο και θα παρουσιαστούν εμπόδια. Εάν ο στόχος σου είναι να τρέξεις Μαραθώνιο, το πιθανότερο είναι πως το πρώτο που θα σκεφτείς είναι το ακόλουθο:
“πρέπει να κάνω καθημερινή προπόνηση και δεν έχω χρόνο, τώρα και σ’αυτή την ηλικία θα μπορέσω;” Αυτές οι σκέψεις είναι οι επιφυλάξεις και οι λόγοι που δεν θα καταφέρεις το στόχο σου.

Ο φόβος είναι συναίσθημα. Μπορεί να αισθανθείς φόβο για απόρριψη, φόβο για αποτυχία, φόβο πως θα πληγωθείς. Εάν όμως γνωρίζεις πως ο φόβος είναι μέρος της διαδικασίας θα προχωράς μαζί με τον φόβο. Το πιθανότερο είναι να αντιμετωπίσεις εμπόδια. Εξωτερικούς παράγοντες που δεν έχουν να κάνουν ούτε με τις σκέψεις σου, ούτε με τα συναισθήματά σου.

Εμπόδιο μπορεί να είναι να μην μπορείς να βρεις συνεργάτη για ένα project, να δυσκολεύεσαι να βρεις χρηματοδότηση ή κάποιος νόμος να είναι αποτρεπτικός για τα σχέδιά σου. Τα εμπόδια είναι απλά καθημερινές καταστάσεις τις οποίες πρέπει να αντιμετωπίσεις για να προχωρήσεις.

Αρκετές φορές, όταν οι επιφυλάξεις, οι φόβοι και τα εμπόδια εμφανιστούν, πολλοί τα βλέπουν ως ένδειξη πως πρέπει να τα παρατήσουν. “Τώρα που το ξανασκέφτομαι, τώρα που νιώθω φόβο, τώρα που εμφανίστηκε αυτή η δυσκολία, θα σταματήσω”

Οι επιφυλάξεις, ο φόβος και τα εμπόδια είναι ένα μέρος της διαδικασίας πραγματοποίησης των στόχων μας που πάντα θα υπάρχουν.  Μπορείς να μάθεις να τα αντιμετωπίζεις. Εάν εμφανίζονται είναι μια ένδειξη πως ο στόχος σου είναι τέτοιος που θα σου επιτρέψει να αναπτυχθείς. Μάθε να αποδέχεσαι τις επιφυλάξεις, τους φόβους και τα εμπόδια γιατί τις περισσότερες φορές αυτά ακριβώς είναι που μας κρατάνε πίσω.

Τη στιγμή που τα αναγνωρίσεις, τα επεξεργαστείς και τα αντιμετωπίσεις, την επόμενη φορά θα είσαι καλύτερα προετοιμασμένος για το μελλοντικό εγχείρημά σου. Για να επιτύχεις ένα στόχο θα χρειαστεί να αναπτύξεις ή να μάθεις καινούργιες δεξιότητες, συμπεριφορές και ικανότητες. Θα πρέπει υποχρεωτικά να κάνεις εσωτερικές “διατάσεις” για να μπορέσεις να αποκτήσεις “ευλυγισία” και “ελαστικότητα”. Αυτό στη γυμναστική επιτυγχάνεται όταν διατείνουμε σωστά τους μύες μας. Μπορεί να είναι η πιο βαρετή διαδικασία, αλλά, όλοι γνωρίζουμε πως δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να τις αμελούμε.

Σε επόμενα ποστ θα πραγματευθούμε τη διαδικασία υλοποίησης των στόχων μας.

Όποιος αγαπάει παιδεύει;

Στην αρχή της μετεκπαίδευσής μου ένα απ’τα πιο δύσκολα θέματα που είχα να διαχειριστώ ήταν η άρνηση και η ενόχληση που ένιωθα στο άκουσμα της λέξης “κακοποίηση”.  Μέχρι τότε είχα συνδέσει τη λέξη μόνο με τη σεξουαλική και τη σωματική κακοποίηση και οτιδήποτε άλλο μου φαίνονταν υπερβολή, ψιλά γράμματα, υπερευαισθησία, κυρίως όμως, σκεφτόμουν το πόσο περιορισμένες θα ήταν από εδώ και πέρα οι σχέσεις μου αφού οι περισσότεροι άνθρωποι -εκτός εάν εκπαιδεύονταν για ψ ή έκαναν ψυχοθεραπεία ή είχαν μητέρα την Anna Freud- αποκλείεται να τα γνώριζαν αυτά.

Αργότερα, παρατήρησα πως σχεδόν όλοι οι θεραπευόμενοί μου είχαν την ίδια αντίδραση που είχα εγώ τότε ως εκπαιδευόμενη. Οι πιο συχνές φράσεις που ακούγονται απ’τους ανθρώπους είναι “μου αρέσει να υπάρχει ένταση σε μια σχέση. είναι σαφής ένδειξη πως ο άλλος σ’αγαπάει, είναι ερωτευμένος μαζί σου, υπάρχει πάθος και βασικά ο άλλος δεν είναι μίζερος και βαρετός.  Με ζηλεύει και κάνει σκηνές άρα ενδιαφέρεται και για να είμαι ειλικρινής με κολακεύει. Κάποιες φορές γίνεται απόμακρος και δεν μου μιλάει αλλά αυτό για μένα δείχνει πως έχει μια ποιότητα, ένα βάθος, δεν φοβάται την ενδοσκόπηση

Μέρος αυτού του προβλήματος όπως διαβάζουμε σ’αυτό το άρθρο, έχει να κάνει και με την  κουλτούρα μας. Λατρεύουμε τη συγκλονιστική και παράλογη ρομαντική αγάπη που εκδηλώνεται σπάζοντας την Κινέζικη πορσελάνη και χλευάζουμε την πρακτικότητα και την ηρεμία σε μια σχέση. Aναφέρονται έξι απ’τις πιο κοινές συμπεριφορές σε μια σχέση που οι περισσότεροι άνθρωποι τις βρίσκουν υγιείς και κανονικές, ενώ στην πραγματικότητα είναι τοξικές και κακοποιητικές. Για μένα οι πιο συχνές και οι πιο δύσκολα αναγνωρίσιμες είναι τα passive agressive σχόλια (παθητικο-επιθετική συμπεριφορά) και το να κατηγορείς τον άλλον για τα συναισθήματά σου.

Το να κατηγορούμε τους άλλους για τα συναισθήματά μας και να μην παίρνουμε καμία απολύτως ευθύνη γι’αυτά είναι μια πολύ συχνή συμπεριφορά. “εσύ φταις που εκνευρίστηκα έτσι και άρχισα να φωνάζω”.  Όταν κάποιος είναι passive agressive, τις περισσότερες φορές δεν εκφράζει τον θυμό του,  αλλά εμφανίζει αλλαγές στη συμπεριφορά όπως με το να κλείνεται στον εαυτό του, να εμφανίζει αντίσταση στην επικοινωνία κυρίως όμως, προκαλεί μπέρδεμα σ’αυτόν που τη δέχεται. Είναι μια μη λεκτική επιθετικότητα που εκδηλώνεται με αρνητική αλλά “ευγενική” και αποστασιοποιημένη συμπεριφορά.

Δεν θα σταματήσω να το λέω. Τα πάντα μαθαίνονται. Τίποτα απ’αυτά δεν είναι μαθηματικά ή πυρηνική φυσική. Μαζί μ’αυτό το άρθρο διαβάστε και αυτό, ταιριάζει με το θέμα.

.

.

 

 

 

 

kill -9

kill9

Πολλές φορές όταν δουλεύουμε στον υπολογιστή, στο background τρέχουν προγράμματα καταναλώνοντας πόρους, δηλαδή υπολογιστική ισχύ, μνήμη και ενέργεια. Το συνειδητοποιούμε όταν ο υπολογιστής μας κολλάει από την έλλειψη πόρων και τότε έχει φτάσει η στιγμή που με μια εντολή πρέπει να τα εντοπίσουμε, να τα κλείσουμε και να κάνουμε reboot.

Κάπως έτσι μπορεί να συμβεί και με γεγονότα του παρελθόντος που μας ταλαιπωρούν.
Η ενέργεια και η προσοχή μας είναι στραμμένη εκεί, με αποτέλεσμα η καθημερινότητά μας να κολλάει, να σέρνεται. Τις περισσότερες φορές καλούμαστε να κοιτάξουμε πίσω για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε μπροστά, όμως, υπάρχει ένα σημείο όπου η συνεχής εκτίμηση και υπερανάλυση ενός γεγονότος μας εμποδίζει να αξιοποιήσουμε το δυναμικό μας στο σήμερα, στο τώρα και να προχωρήσουμε.

Όπως και με τα περισσότερα πράγματα στη ζωή, η προθυμία μας, το μέγεθος και το είδος της προσπάθειας που είμαστε διατεθειμένοι να καταβάλλουμε για να μετακινήσουμε τον συναισθηματικό βράχο που βρέθηκε στο δρόμο μας, θα παίξει καθοριστικό ρόλο. Ίσως μεγαλύτερο και από τη φύση των ίδιων των γεγονότων.

Γιατί όμως είναι τόσο δύσκολο να ξεκολλήσουμε από μια κατάσταση που μας ταλαιπωρεί; Μήπως υπάρχουν γεγονότα που δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε; Ναι και Όχι. Όλα ξεκινούν απ’ τις μη ρεαλιστικές προσδοκίες που έχουμε και τη διαστρεβλωμένη αντίληψη για το τι σημαίνει “ξεπερνάω ένα τραυματικό γεγονός”. Οι περισσότεροι πιστεύουμε πως η φράση “ξεπερνάω μια απώλεια” σημαίνει πως “δεν θα ξανασκεφτώ ποτέ αυτό που συνέβη”, “δεν θα ξαναστεναχωρηθώ”, “δεν θα ξανακλάψω γι’ αυτό”. Η αλήθεια είναι πως ίσως να μην το ξεπεράσουμε -έτσι όπως το έχουμε στο μυαλό μας- αλλά μπορούμε να επανατοποθετηθούμε σε σχέση με το συμβάν έτσι ώστε όταν η σκέψη εισβάλλει, τα συναισθήματα να μην μας πλημμυρίζουν. Το θέμα δεν είναι να μην πονέσουμε ποτέ ξανά. Κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατόν. Το θέμα είναι για πόσην ώρα και με πόση ένταση θα μένουμε στον πόνο.

Το ν΄αφήνουμε πράγματα πίσω μας απαιτεί ενέργεια αλλά είναι κυρίως μια διανοητική διαδικασία γιατί τα πράγματα που κάνουμε και σκεφτόμαστε είναι αυτά που μας παγιδεύουν σε μια οδυνηρή κατάσταση. Πολλοί ισχυρίζονται πως ο άνθρωπος σε 28 ημέρες μπορεί να ξεμάθει και να ξαναμάθει μια συμπεριφορά. Τον ακριβή χρόνο δεν μπορεί να τον προσδιορίσει κανείς με ακρίβεια αλλά η αποδέσμευση απ’το χθες είναι μια τέχνη που μαθαίνεται και χρειάζεται επίμονη εξάσκηση. Είναι ένας συνδυασμός του να μάθεις να νοηματοδοτείς διαφορετικά τις εμπειρίες σου, να παραιτείσαι από παλιές προσδοκίες, να βρεις το κουράγιο να απορρίπτεις αντιλήψεις οι οποίες δεν σ’ εξυπηρετούν και να έχεις το σθένος να επανακαθορίσεις σκέψεις και συναισθήματα.

Είναι δύσκολο να αφήσεις κάτι πίσω εάν δεν υπάρχει μια θετική προοπτική για το αύριο. Όλοι χρειαζόμαστε ένα όραμα για το μέλλον, ένα στόχο που πιστεύουμε και αγαπάμε και θα στρέψουμε την προσοχή μας σ’ αυτόν. Δεν μπορώ να προσδιορίσω εγώ τι θα είναι αυτό για τον καθένα, όμως, το μόνο σίγουρο είναι πως χρειάζεται σκόπιμη εστίαση και συντονισμένη προσπάθεια. Ο τρόπος που θα μεταμορφώσουμε την αφήγησή μας, την προσωπική μας ιστορία μπορεί να γίνει ψυχολογικό εργαλείο που θα ανακουφίσει τον πόνο μας. “Ξαναγράφω μέρος της ιστορίας μου” δεν σημαίνει αλλάζω τα γεγονότα, αλλά, “δίνω διαφορετικό νόημα στην ιστορία και στο ρόλο που έπαιξα εγώ σ’αυτά που διαδραματίστηκαν”. Βλέπω την ιστορία με άλλη ματιά και αυτή η ματιά θα με βοηθήσει να προχωρήσω.

Όμως, το πιο ισχυρό αντίδοτο στο παρελθόν είναι η ικανότητα να είμαστε παρόντες στο εδώ και τώρα. Αυτή μας η ικανότητα περιορίζεται σημαντικά απ’όλους τους συναισθηματικούς μαγνήτες όχι μόνο του παρελθόντος, αλλά και του μέλλοντος: το φόβο, την αγάπη, τη ντροπή, τη λύπη, τη φαντασία. Το να μένουμε στο τώρα είναι κάτι που μαθαίνεται. Όσο δυσάρεστο και αν είναι, μη φοβάστε να βιώνετε τα συναισθήματά σας. Εξάλλου, το μόνο που έχουμε είναι το τώρα και όταν είμαστε παρόντες σ’αυτό, έχουμε πολύ λιγότερες πιθανότητες να μπούμε σε φαύλο κύκλο σκέψεων του στυλ “τι θα γινόταν εάν”.

Αυτός ο καινούργιος τρόπος που θα χρειαστεί να μάθουμε, συχνά προσκρούει σε μια αδιάλλακτη αντίσταση, αυτή της ανθρώπινης απροθυμίας για αλλαγή. Ένα απ’ τα μεγαλύτερα θαύματα της κλινικής παρατήρησης, είναι πόσο μεγάλη δυσφορία μπορούμε να ανεχθούμε οι άνθρωποι πριν αναγνωρίσουμε την ανάγκη για αλλαγή. Όμως, σχεδόν όλα τα πράγματα μαθαίνονται. Είναι όπως το ποδήλατο. Στην αρχή πέφτεις, σηκώνεσαι, δοκιμάζεις πάλι, χτυπάς, αποκτάς μελανιές, σημάδια, ξαναπέφτεις, κλαις. Αλλά, μια μέρα, μαθαίνεις να ισορροπείς πάνω σ’αυτό. Δεν υπάρχει περίπτωση να μην τα καταφέρεις.

Σημείωση: kill -9 είναι η εντολή που χρησιμοποιούμε στο Unix για να σκοτώσουμε (terminate) μια προβληματική διεργασία (process)

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στη LIFO στις 24-6-2016

Το κατάρτι του Οδυσσέα

Έγραφα με το ζόρι ένα ποστ που όλο τελείωνα και ποτέ δεν άρχιζα και είχε να κάνει με μια τοποθέτηση πάνω σ’ένα άρθρο που είχα διαβάσει πριν καιρό. Μόλις είχα γράψει την πρόταση «έχει φτάσει πλέον η στιγμή να προβληματιστούν σοβαρά οι ψυχοθεραπευτές πάνω στον καινούργιο τους ρόλο ως υπαρξιακών καθοδηγητών» όταν χτύπησε το τηλέφωνό μου και άκουσα έναν αγαπημένο φίλο να μου λέει: «Νάσια, με άφησε. Είμαι στη δουλειά και μάλλον κάτι έπαθα γιατί δεν μπορώ να κουνήσω τα πόδια μου»

Φαντάζομαι αρκετοί από εμάς έχουμε βρεθεί σε παρόμοια θέση. Να μας συμβεί κάτι «έτσι ξαφνικά» και να παγώσουμε, να παραλύσουμε, να νιώθουμε πως χάνουμε τη γη και τον ουρανό, να σκεφτούμε να καλέσουμε το 166 να έρθει να μας μαζέψει.

Όταν κάποιος είναι σε θεραπεία τα πράγματα ίσως να είναι λίγο καλύτερα απ’ την άποψη ότι ο ψυχοθεραπευτής θα μπει σε mode «παρέμβαση στην κρίση», δηλαδή όλα τα θέματα που δουλεύαμε μέχρι τότε τα βάζουμε προσωρινά στην άκρη και αντιμετωπίζουμε αυτό που συμβαίνει στο εδώ και τώρα. Δεν είναι η ώρα να δουλέψουμε υπαρξιακά θέματα ούτε να δούμε τις επιλογές συντρόφων που κάνουμε, ούτε τη σχέση μας με τους γονείς. Αυτά αργότερα. Το σημαντικό είναι να καταφέρουμε να είμαστε κάπως λειτουργικοί. Έτσι λοιπόν, το ποστ αυτό είναι μια προσπάθεια να απαλύνει έστω και στο ελάχιστο τον πόνο -όχι τόσο των πρώτων ημερών αλλά των επόμενων- που νιώθει κάποιος όταν χωρίζει και δεν είναι σε θεραπευτική διαδικασία.

Όταν ακούω τέτοια περιστατικά, μου έρχονται στο μυαλό τα λόγια τριών ανθρώπων.
Ο πρώτος είναι ο πατέρας μου που στην κατηγορία «σχέσεις» μου έχει δώσει μόνο δυο συμβουλές. Η μια είναι «παιδί μου, έαν δεν είσαι ευτυχισμένη και δεν περνάς καλά, να σηκώνεσαι να φεύγεις αλλά για να μπορείς να φεύγεις δεν θα πρέπει να εξαρτάσαι οικονομικά από κανέναν»

Ο δεύτερος άνθρωπος είναι η επόπτριά μου που μου έμαθε –μέσω των θεμάτων των θεραπευόμενών μου αλλά και των δικών μου- να ακούω και να σέβομαι το «όχι», «δεν θέλω άλλο», «δεν σ’αγαπάω πια», τα όρια των άλλων ανθρώπων και πως μέσα απ’ τη στάση αποδοχής μιας δύσκολης κατάστασης αποκτώ επίγνωση αλλά κυρίως μαθαίνω να στέκομαι σε μένα και να κερδίζω τον αυτοσεβασμό.

Τον τρίτο άνθρωπο δεν τον ξέρω αλλά πρόσφατα είχα διαβάσει ένα άρθρο της – είναι μια διάσημη life coach, η οποία ζει στο Τέξας και χρεώνει 1000 δολάρια τη συνεδρία – στο οποίο ανάμεσα σε άλλα έγραφε: «Μην κυνηγάτε ποτέ κάποιον που δεν σας θέλει. Πείτε αμέσως τη φράση: έχω αρκετό αυτοσεβασμό στο να θέλω κάποιον που δεν με θέλει. Εάν έχετε εμμονή με κάποιον που δεν σας θέλει σας συνιστώ να τρέξετε – όχι να περπατήσετε – στον πιο κοντινό σας ψυχίατρο γιατί έχετε σοβαρό πρόβλημα το οποίο πρέπει να λύσετε άμεσα».

Σ’ αυτές τις τοποθετήσεις εγώ βλέπω κάτι κοινό. Την αποδοχή, τον αυτοσεβασμό, την προσωπική ευθύνη και το δικαίωμα στην ευτυχία.

Η φυσική τάση των ανθρώπων είναι να αποφεύγουμε τον πόνο γι’ αυτό συνήθως η πρώτη αντίδραση σε κάτι δύσκολο που μας έχει συμβεί είναι η άρνηση. Η άρνηση, είναι μια γνωστική κατάσταση όπου αναπτύσσεται μια είδους αντίσταση απέναντι στο τραυματικό γεγονός, απορρίπτοντάς το ως μη αληθές. Τη θέση της άρνησης θα την πάρουν άλλα συναισθήματα και θα περάσουμε διάφορα στάδια – τα οποία απλά είναι η προσπάθεια να διεργαστούμε την απώλειά μας- μέχρι να φτάσουμε στο ζητούμενο. Την αποδοχή. Αυτό δεν σημαίνει πως θα ξεχάσουμε από που μας έχει συμβεί ούτε ξαφνικά θα γίνουμε ευτυχισμένοι. Ίσως να έχουμε καταφέρει να αποδεσμεύσουμε κάθε ωραία ανάμνηση από την επιθυμία και την προσδοκία να την ξαναζήσουμε με τον συγκεκριμένο άνθρωπο. Ίσως καταφέρουμε να βρούμε μια ισορροπία ανάμεσα στις ευχάριστες αναμνήσεις και στα χαρακτηριστικά του ανθρώπου που έφυγε έτσι ώστε να τον δούμε ολόκληρο, με τις δυνατότητες και τους περιορισμούς του.

Αρκετά συχνά βλέπω –μου έχει συμβεί και μένα φυσικά- μια τάση για έλεγχο του άλλου μέσω της φράσης «θα τον/την κάνω να». Μην μπείτε σ’αυτό. Το μόνο που θα καταφέρετε είναι να καθυστερήσετε τη διαδικασία της επούλωσης. Οι άνθρωποι κάνουν αυτό που θέλουν να κάνουν οι ίδιοι. Αισθάνονται με τον τρόπο που οι ίδιοι θέλουν να αισθανθούν, σκέπτονται αυτό που θέλουν να σκεφτούν, κάνουν τα πράγματα που θεωρούν ότι είναι υποχρεωμένοι να κάνουν, και θα αλλάξουν μόνο όταν εκείνοι είναι έτοιμοι να αλλάξουν. Δεν μπορούμε να ελέγξουμε άλλους ανθρώπους. Κάθε προσπάθεια άσκησης ελέγχου είναι μια αυταπάτη και ψευδαίσθηση. Κανένα είδος ελέγχου που εμείς θα ασκήσουμε δεν μπορεί να επιφέρει μόνιμες ή επιθυμητές αλλαγές σε έναν άλλον άνθρωπο. Ορισμένες φορές μπορεί να κάνουμε πράγματα που θα αυξήσουν την πιθανότητα στο να θελήσει να αλλάξει ο άλλος. Αυτό, όμως, ούτε μπορούμε να το εγγυηθούμε, ούτε να το ελέγξουμε.

Το μόνο άτομο που μπορούμε να μεταβάλουμε και στο οποίο έχουμε δικαιοδοσία ελέγχου είναι ο εαυτός μας. Όπως ο Οδυσσέας δέθηκε στο κατάρτι του πλοίου του και κατάφερε να αποφύγει τη γοητεία των Σειρήνων και σώθηκε, έτσι και σε μια δύσκολη στιγμή, όπως ένας χωρισμός, αυτό που έχουμε είναι το δικό μας κατάρτι. Το εσωτερικό μας κατάρτι, ο εαυτός μας, ο τρόπος που θα μείνουμε στη θέση μας και όχι στον άλλον άνθρωπο γιατί εκεί υπάρχει μόνο το χάσιμο. Το κατάρτι θα μας βοηθήσει να μην ξεχάσουμε τον προορισμό μας, να μην πνιγούμε.

Έχω ξαναγράψει παλιότερα για την παρουσία των φίλων σε πολύ δύσκολες στιγμές μου, πόσο πολύτιμη ήταν η βοήθειά τους και πόσο ευγνώμων θα είμαι για πάντα. Το λεγόμενο υποστηρικτικό πλαίσιο. Η δική μου βοήθεια ήταν να κάνω καθαρό σ’εκείνους τι με βοηθάει. Εκείνοι, ήταν «απλά» εκεί και άκουγαν ακούραστα τα ίδια και τα ίδια. Για κάποιο διάστημα θα πρέπει να ένιωθαν πρωταγωνιστές στο sequel «η μέρα της μαρμότας». Ακόμα και εάν είστε άνθρωποι εσωστρεφείς και έχετε μάθει να έχετε συμπεριφορά γάτας όταν πληγώνεστε ή όταν αρρωσταίνετε, φροντίστε τον πρώτο καιρό να έχετε δίπλα σας έστω και έναν άνθρωπο.

Μην κατηγορείτε τον εαυτό σας που πίστεψε, που αφέθηκε και κυρίως μην παίρνετε τη συμπεριφορά των άλλων ως αντανάκλαση της δική σας αυτοαξίας. Μην έχετε την απαίτηση να φύγετε γρήγορα και εύκολα απ’τον πόνο. Η απώλεια είναι προσωπική υπόθεση και ο καθένας τη βιώνει με διαφορετικό τρόπο, σε διαφορετικά χρονικά πλαίσια και με διαφορετική ένταση. Να είστε μαλακοί, τρυφεροί και φροντιστικοί μ’εσάς. Αργότερα θα μπορέσετε να αποκτήσετε την επίγνωση τί κάνατε και πώς το κάνατε μέσα σ’αυτή τη σχέση. Όχι για να αποδώσετε ευθύνες. Δεν έχει σημασία ποιος φταίει. Αλλά γιατί έτσι θα μπορέσετε να ενσωματώσετε αυτή την εμπειρία, να την μετατρέψετε σε κάτι που αξίζει.

Να θυμάστε, το μόνο μέρος απ’όπου μπορούμε να κάνουμε ένα βήμα, είναι από εκεί που βρισκόμαστε.
Δημοσιεύθηκε στον Εξώστη 20/10/2015

Κάντο μόνος σου

«Δεν έχω κάνει ποτέ ψυχοθεραπεία κ ούτε πρόκειται. Δεν είναι πως φοβάμαι, αλλά  τόσα χρόνια μόνος μου αυτοαναλύομαι και μέχρι τώρα, μια χαρά τα’ χω καταφέρει» μου είπε ένας φίλος πριν καιρό. Τον θυμήθηκα προχθές που έλαβα δυο mail. Το ένα ήταν μια πρόσκληση σ’ένα σεμινάριο-πρωτοποριακό πρόγραμμα με θέμα η Τέχνη του να Αλλάξεις και να μεταμορφώσεις τη ζωή σου μέσα σε έξι ώρες, το οποίο λόγω πληρότητας και έντονης εκδήλωσης ενδιαφέροντος επαναλαμβανόταν. Το δεύτερο ήταν το πρόγραμμα του Φεστιβάλ Επιστήμης και Καινοτομίας στο οποίο ένα βράδυ θα γίνει μια παρουσίαση-ομιλία με θέμα η επιστήμη του φλερτ και όλος ο αλγόριθμος της έλξης.

Εντυπωσιασμένη απ’τον τίτλο πάτησα το λινκ να διαβάσω κάτι περισσότερο. 536 τεχνικές για να την κάνεις να ξετρελαθεί μαζί σου, 6 τρόποι για να τον κάνεις δικό σου. Την ομιλία θα την κάνουν ένας γιατρός και μια ομάδα η οποία διαβάζω πως έχει επηρεάσει εκατοντάδες άτομα ώστε να χτίσουν τη ζωή που θέλουν και πως έχουν αλλάξει όλα τα δεδομένα του dating σε όλη την Ελλάδα.  Το μότο τους; ζήσε αυθεντικά.

Πιστεύω πως αυτό που μ’ενοχλεί είναι πως σ’ένα Φεστιβάλ Επιστήμης  υπάρχει χώρος για μια παρουσίαση τύπου ‘how to’ και αν προσπαθήσεις να μιλήσεις σε κάποιον για νέες αναγνωρισμένες ψυχοθεραπευτικές μεθόδους τύπου emdr ίσως να σε κοιτάξει καχύποπτα και να σου πει μα η ψυχολογία δεν είναι επιστήμη.  Δεν θα σταθώ περισσότερο σ’αυτή την όντως διαφορετική ομιλία γιατί πολύ πιθανό να υπάρχει κάποιος αλγόριθμος έλξης και γω να μην τον ξέρω.

Θα σταθώ όμως στο με πόση μεγάλη προθυμία διαβάζουμε βιβλία αυτοβοήθειας και είμαστε έτοιμοι να ακολουθήσουμε συμβουλές που μας δίνουν με μεγάλη σιγουριά «ειδικοί». Αμέτρητα κείμενα με τίτλους όπως “δέκα πράγματα που κάνουν οι ευτυχισμένοι άνθρωποι όταν ξυπνήσουν, δέκα πράγματα που κάνουν οι επιτυχημένοι άνθρωποι όταν ξυπνήσουν, φτιάξε τη ζωή σου με δέκα απλούς τρόπους, και το εφιαλτικό πως να κάνεις κάποιον να μη φεύγει από κοντά σου”. Χιλιάδες βιβλία “how to” με πιο δημοφιλή αυτά που έχουν ως θεματολογία να χειρίζεσαι τους άλλους.

Κάποιος μπορεί να με ρωτήσει “δεν καταλαβαίνω την αμφισβήτησή σου. Εάν κάποιος βοηθιέται και λύνει τα θέματά του γρήγορα και χωρίς ταλαιπωρία, καλό δεν είναι; εσύ τον θεραπευτή σου δεν τον ρωτάς να σου πει τη γνώμη του; Εξάλλου εσύ προτείνεις σε κάποιους θεραπευόμενούς σου νέες προσεγγίσεις-τεχνικές που θα έχουν πιο γρήγορο αποτέλεσμα. Τώρα γιατί αντιδράς; σε φοβίζει ο ανταγωνισμός;

Τσιμπάω πολύ στον ανταγωνισμό. Σε ορισμένες περιπτώσεις με κινητοποιεί να γίνω καλύτερη. Πιστεύω πολύ στην προσπάθεια και συγκινούμαι βαθιά όταν βλέπω ανθρώπους να προσπαθούν να κάνουν στη ζωή τους πράγματα που επιθυμούν, να βελτιώσουν σχέσεις, συμπεριφορές που τους ταλαιπωρούν, να κλείσουν παλιούς λογαριασμούς. Δεν έχω δει ούτε έναν άνθρωπο που να μην ταλαιπωρείται απ’αυτή τη διαδικασία. Δεν υπάρχει εύκολος και γρήγορος τρόπος. Όλοι κλαίμε, στεναχωριόμαστε, ταλαιπωρούμαστε. Φυσικά και ρωτάω τη γνώμη του θεραπευτή μου ή κάποιου φίλου όταν φτάνω σε αδιέξοδο. Ο τρόπος όμως που κάποιος θα πάρει θέση σε κάποιο θέμα σου, κάνει όλη τη διαφορά.  Φυσικά, είναι απόλυτα θεμιτό και κατανοητό να επιλέξω τον τρόπο που θα βοηθηθώ και κανένας δεν έχει δικαίωμα να κρίνει. Αυτό όμως που θέλω να πω είναι πως όταν επιλέξεις κάποιους τρόπους υπάρχει μεγάλη πιθανότητα η ανακούφιση που θα πάρεις, τα αποτελέσματα που θα έχεις, να είναι προσωρινά.

Εκείνη τη στιγμή που ακούς ή διαβάζεις επαναλαμβανόμενες συμβουλές, παραινέσεις θα νιώσεις μια ευεξία, ένα “μπορώ να καταφέρω τα πάντα, δε με σταματάει τίποτα, εγώ είμαι αυτός που καθορίζει τα πάντα στη ζωή μου” και μετά ίσως βιώσεις ένα ψυχολογικό πέσιμο πολύ έντονο. Όχι επειδή αυτά που άκουσες είναι παράλογα ή εξωπραγματικά, αλλά επειδή δεν είναι δικά σου, κτήμα σου. Δεν σου έχουν γίνει βίωμα. Το αποτέλεσμα που ζητάς, αλήθεια θα έρθει. Αλλά μέσα από μια διαδικασία.

Eat Me – Μέρος III

Η βιολογική πείνα διαφοροποιείται σε πολλά σημεία από τη συναισθηματική. Η πρώτη συνήθως έρχεται σταδιακά, μέσω μηνυμάτων που στέλνει ο οργανισμός πως χρειάζεται τροφή και η ανάγκη ικανοποίησης παρουσιάζει μεγαλύτερη δυνατότητα αναμονής. Αντίθετα, η συναισθηματική πείνα εμφανίζεται ξαφνικά ως ακατάσχετη επιθυμία λήψης τροφής, με άμεση και επιτακτική ανάγκη ικανοποίησης. Κυριαρχεί ο παρορμητισμός και η κατάποση του φαγητού γίνεται μηχανικά, χωρίς συνειδητοποίηση του ‘τι’ και του ‘πόσο’ τρώμε με αποτέλεσμα το αίσθημα του κορεσμού να μη γίνεται αντιληπτό.

Η σκέψη περιστρέφεται γύρω από το φαγητό ενώ σχεδόν πάντα οι τροφές που προτιμούνται είναι γλυκά (προσωπικά δεν είχα ποτέ υπερφαγικό επεισόδιο με μπρόκολο) και με πολλά λιπαρά. Ξεκινάει σαν αίσθηση από το λαιμό και το στόμα σε αντίθεση με τη βιολογική η οποία ξεκινάει από το στομάχι το οποίο αισθανόμαστε άδειο. Όταν τρώμε ψυχαναγκαστικά, οδηγούμαστε σε αισθήματα ενοχής, ντροπής και τύψεων πράγμα που δεν συμβαίνει όταν ικανοποιούμε τη βιολογική μας πείνα.

Λένε πως η καλύτερη δίαιτα είναι να μην κάνεις δίαιτα. Όταν διαβάζω αυτή τη φράση πάντα θυμάμαι μια φίλη η οποία μου είχε πει πως έχασε πολλά κιλά -τα οποία ποτέ δεν ξαναπήρε- όταν μια μέρα κοιτάχτηκε στον καθρέφτη του ασανσέρ και είπε “κούκλα είσαι σήμερα κοριτσάκι μου” Νάσια, μου είπε, εκείνη τη στιγμή ήταν η μοναδική φορά που πραγματικά αποδέχτηκα αυτό που έβλεπα. Χωρίς να με κρίνω, ούτε να πω πως έγινες έτσι; Από εκείνη τη μέρα άρχισα σιγά σιγά να καταλαβαίνω τι εννοούμε όταν λέμε φροντίδα εαυτού και άρχισα να το κάνω. Η αλήθεια είναι πως η αλλαγή δεν έρχεται μέσα από την προσπάθεια, τον έλεγχο ή την αποφυγή. Υπάρχει ένα υπαρξιακό παράδοξο όπου η αλλαγή συμβαίνει, όταν κάποιος γίνεται αυτό που είναι και όχι όταν προσπαθεί να γίνει αυτό που δεν είναι.

Προσωπικά, θεωρώ τις απαγορεύσεις τροφίμων και τον διαχωρισμό τους σε καλές και κακές μη ρεαλιστικό σενάριο. Στο παρελθόν έχω προσπαθήσει να μπω σε πρόγραμμα αποχής από τροφές με τις οποίες έκανα υπερφαγία και το αποτέλεσμα ήταν να περιμένω πότε θα έρθει η ώρα να τελειώσει το πρόγραμμα για να φάω γλυκά και τυριά που τόσο μου αρέσουν. Ξέρω ανθρώπους που έχουν σωθεί με το πρόγραμμα των Ανώνυμων Υπερφάγων και πραγματικά στέκομαι σ’ αυτό με μεγάλο σεβασμό.
Η προσωπική μου εμπειρία είναι πως και εκεί υπάρχει ένα είδος ψυχαναγκασμού, ελέγχου και διαρκής ενασχόλησης με τη διατροφή (τουλάχιστο στην αρχή). Όπως με δυσκολεύει και ο γνωσιακός τρόπος -ο οποίος πραγματικά έχει αποτελέσματα- το να καταγράφω καθημερινά τι τρώω (αυτό είναι ένα κομμάτι της γνωσιακής θεραπείας). Επαναλαμβάνω, πως αυτή είναι η δική μου εμπειρία. Βοηθήθηκα με δυο τρόπους.

Μου επέτρεψα να τρώω τα πάντα σε μικρές ποσότητες. Από τη στιγμή που έγινε αυτό και ήξερα πως όταν ήθελα να φάω μαρόν γλασέ θα φάω, τότε ‘ησύχασα’. Ίσως και επειδή για μένα είναι σημαντικό να ξέρω πως έχω τη δυνατότητα να κάνω κάτι και ας μην το κάνω ποτέ. Όταν λοιπόν άρχισα να μου επιτρέπω, άρχισα να στέκομαι και
σ’ άλλα πράγματα. Στη προετοιμασία και τον πειραματισμό του φαγητού, στο να τρώω με ηρεμία και όχι με βιασύνη. Άρχισε να γίνεται μορφή και η απόλαυση. Κάποιος ίσως ρωτήσει πως τα κατάφερα με τις μικρές ποσότητες.

Εδώ, βοηθήθηκα με τον δεύτερο τρόπο. Τον πιο δύσκολο και επίπονο. Άρχισα να παρατηρώ πότε τρώω ψυχαναγκαστικά. Χωρίς να κρίνω. Σε μένα συνέβαινε όταν θύμωνα. Άλλες φορές θύμωνα με κάτι που μπορεί να συνέβαινε εκείνη τη στιγμή και άλλες να γινόταν κάτι το οποίο ήταν υπενθυμητής ενός παλιού θυμού ο οποίος δεν είχε εκφραστεί ποτέ και ήταν απλά ένας ανοιχτός λογαριασμός. Και στις δυο περιπτώσεις το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. Η δράση μου ήταν να πάω να φάω. Καλά, και γιατί δεν έδειχνες το θυμό σου; τί πιστεύεις πως θα συνέβαινε; είχα μπερδέψει το θυμό με την επιθετικότητα και νόμιζα πως εάν εξέφραζα το θυμό μου η σχέση θα καταστραφεί. Ήταν πολύ απειλητικό αυτό το σενάριο οπότε βρήκα έναν άλλο τρόπο διαχείρισης. Να τρώω το θυμό μου. Το πρώτο βήμα λοιπόν ήταν η επίγνωση του τι κάνω και πως το κάνω. Όταν γίνει η επίγνωση έχει ξεκινήσει και η αλλαγή.

Αρχίζεις και έχεις επίγνωση των αισθήσεων και εκπληρώνεις τις ανάγκες σου καλύτερα, μαθαίνεις να κάνεις νέες συνδέσεις (ο θυμός είναι φυσιολογικό συναίσθημα, η επιθετικότητα είναι συμπεριφορά) και πως έχεις επιλογές δράσης.
Στη διαδρομή δεν περνάμε και πολύ ευχάριστα γιατί βιώνουμε διάφορες απώλειες αλλά σίγουρα το αποτέλεσμα -και δεν εννοώ μόνο τα κιλά- είναι μια διαφορετική ζωή.

Σημείωση: επειδή στο κείμενο αναφέρθηκα στην απόλαυση και τον πειραματισμό  του φαγητού, το μπλογκ της φίλης μου Λ. http://soumada.wordpress.com/  είναι ένα πολύ διαφορετικό και ιδιαίτερο μπλογκ για το φαγητό.

Eat Me – Μέρος II

«Ήταν μια απ’αυτές τις Κυριακές όπου όλη η οικογένεια συγκεντρώνεται για να φάει. Δεν έχει σημασία εάν δεν έχεις όρεξη ή έχεις κανονίσει κάτι άλλο –πράγμα απίθανο- αφού εμείς, τις Κυριακές, τρώμε όλοι μαζί.  Επειδή έτσι πρέπει. Το μενού είχε σούπα. Όμως, ήταν τόσο καυτερή που οι υπόλοιποι έφαγαν μόνο δυο κουταλιές. Εγώ συνέχιζα να την καταπίνω παρόλο που το στόμα μου καιγόταν. Σα να μην μπορούσα να σταματήσω, το καταλαβαίνεις; ήμουνα τόσο συγκεντρωμένη στη σούπα που δεν άκουγα τους υπόλοιπους που μιλάγανε. Τώρα που το λέω, καταλαβαίνω πως ήταν ο τρόπος μου για να μπορώ να αποσυνδέομαι και να μην ακούω. Όταν έφτασα σπίτι μου και είδα στον καθρέφτη τα χείλια μου κόκκινα και πρησμένα, έβαλα τα κλάματα».

Η ψυχαναγκαστική υπερφαγία –ή αλλιώς emotional eating- είναι μια μαθημένη συμπεριφορά. Πολλές φορές, αρκετοί από εμάς, όταν είμαστε στεναχωρημένοι, πιεσμένοι, θυμωμένοι, βαριόμαστε  ή  νιώθουμε ένα απροσδιόριστο κενό ψάχνουμε να βρούμε γρήγορα κάτι να μασουλίσουμε ή να καταπιούμε. Στην αρχή παρορμητικά και αργότερα όλο και πιο ανεξέλεγκτα όλο και πιο πολύ. Με τον καιρό αυτός ο τρόπος γίνεται μια τόσο συνηθισμένη και καθημερινή συμπεριφορά που είναι δύσκολο να κάνουμε την επίγνωση του πως χρησιμοποιούμε το φαγητό για να φάμε συναισθήματα και προβλήματα.

Το «θετικό» στη χρήση του φαγητού για την αντιμετώπιση του στρες ή άλλων μορφών δυσφορίας είναι ότι έχει αποτέλεσμα.  Με ελάχιστη προσπάθεια, η ένταση μειώνεται και μάλιστα αρκετά γρήγορα.  Όμως, αυτό ακριβώς είναι το αρνητικό, τουλάχιστον μακροπρόθεσμα. Αυτό το πρότυπο διαχείρισης των αναγκών ενισχύει την κυριαρχία της μορφής του φαγητού.  Μειώνει την ένταση, ηρεμεί και ναρκώνει τις ανάγκες. Έτσι, μαθαίνει κάποιος ν’αντιμετωπίζει και να διαχειρίζεται ανάγκες και συναισθήματα μέσω του φαγητού.

Πολλοί από εμάς, πιστεύουμε έντονα στον αυτοέλεγχο, τον οποίο συνδέουμε με ισχυρά θετικές αξίες.  Έχουμε την πεποίθηση ότι «θα έπρεπε να μπορώ να ελέγξω τον εαυτό μου» ή πιστεύουμε πως το να έχεις τον έλεγχο είναι καλό, φυσιολογικό και αποδεκτό, ενώ το να είσαι εκτός ελέγχου είναι κακό και αφύσικο. Αυτές οι πεποιθήσεις δεν μας αφήνουν να αναγνωρίσουμε και να αποδεχτούμε ότι πολλά πράγματα ή συνήθειες δεν μπορούμε να τις ελέγξουμε. Έτσι, πολλές φορές, αντί να αναγνωρίσουμε πως έχουμε χάσει τον έλεγχο και ότι είμαστε ανίσχυροι σε ό,τι αφορά το φαγητό, το αλκοόλ ή οποιαδήποτε άλλη ουσία, οδηγούμαστε σε μια παρατεταμένη σειρά συναντήσεων με την ουσία, είτε αυτή λέγεται φαγητό, είτε αλκοόλ, είτε ναρκωτικά, σε μια προσπάθεια να αποδείξουμε πως έχουμε τον έλεγχο.

Με το πέρασμα του χρόνου, αυτή η διαδικασία κλιμακώνεται γι αυτό και πολλές φορές παρατηρούμε πως μπορεί να έχουμε χάσει τον έλεγχο και ταυτόχρονα να μας έχει γίνει έμμονη ιδέα να αποδείξουμε ότι τον διατηρούμε.

Αυτός ο τρόπος μπορεί να οδηγήσει στη λεγόμενη πόλωση, όπου η μια πλευρά είναι υπερβολικά ελεγχόμενη, ψυχαναγκαστική και περιορισμένη, ενώ η άλλη, έχει περιορισμένο έλεγχο ή είναι τελείως ανεξέλεγκτη.  Ίσως πάλι να νιώθουμε πως το φαγητό μας είναι το μόνο πράγμα το οποίο μπορούμε και ελέγχουμε στη ζωή μας.

Πολλοί άνθρωποι δείχνουν το νοιάξιμο και τη φροντίδα τους μέσω του φαγητού ίσως γιατί δυσκολεύονται, ίσως γιατί δεν ξέρουν να πουν στον άλλον «νοιάζομαι» ή απλά να ρωτήσουν «τί χρείαζεσαι τώρα». H μητέρα θα πάρει τηλέφωνο το παιδί της που έχει καιρό να το δει και της έχει λείψει και το πρώτο που θα ρωτήσει είναι «τρως τίποτα;» σαν το φαγητό να είναι ο τρόπος για να κάνουν επαφή.

Μια απ’αυτές τις μέρες περιμένω τη φίλη μου τη Λ. να έρθει σπίτι μου και αυτό που κυριαρχεί στη σκέψη μου είναι τι φαγητό να ετοιμάσω. Να την περιποιηθώ αλλά βασικά να δείξω πόσο πολύ χαίρομαι. Ε, κακό είναι αυτό; Θα ρωτήσεις. Κακό τίποτα δεν είναι. Είναι όμως περιοριστικό γιατί έτσι χάνω τον αυθορμητισμό, το «εδώ και τώρα», σαν να μην είναι αρκετό να πω «χαίρομαι που ήρθες» και σαν να χρειάζεται να πρέπει να κάνω κάτι ή να πρέπει να είμαι κάπως.  Δεν υπάρχει καμία πρόθεση κριτικής ή αυτομαστιγώματος απλά προσπαθώ να δείξω πόσο μπερδευτική και δύσκολη μπορεί να είναι η διαδικασία της επίγνωσης του τί, πώς και πότε τρώω.

Στο επόμενο ποστ θα δούμε πως αναγνωρίζω εάν τρώω ψυχαναγκαστικά και εάν έχω άλλες επιλογές.

Eat Me – Μέρος Ι

Πριν χρόνια, όταν ο ψυχολόγος Arthur Tomie βρίσκονταν στο εργαστήριό του παρατήρησε κάτι παράξενο. Όπως ακριβώς στο πείραμα του Pavlov, ο Tomie συσχέτισε ένα πρώτο,τεχνητό ερέθισμα -σ αυτή την περίπτωση ήταν ένας μεταλλικός μοχλός ο οποίος έπεφτε στα κλουβιά των ποντικών- δίνοντας το σήμα πως θα επακολουθούσε τροφή. Όπως ήταν αναμενόμενο, τα ποντίκια έμαθαν γρήγορα να συνδέουν  το σήμα με την ανταμοιβή και όταν ο μοχλός εμφανιζόταν, πολλά έτρεχαν στη γωνία του κλουβιού περιμένοντας το φαγητό.  Ωστόσο, μερικά ποντίκια τα προσέλκυε ο μεταλλικός μοχλός.  Αντί να τρέχουν στο φαγητό, έγλυφαν και ροκάνιζαν το μοχλό σαν να ήταν κροκέτες αρουραίου. (Clinical Psychology Reviews, 1995)
Αυτή η δράση δεν ήταν εντελώς άγνωστη στους ερευνητές αφού παρόμοια συμπεριφορά είχε σημειωθεί και σε περιστέρια.

Αυτό που κέντρισε το ενδιαφέρον του Tomie ήταν πως τα ζώα δεν ήταν σε θέση να συγκρατηθούν και να σταματήσουν στο δέλεαρ του μοχλού. Οι θεραπευτές που ασχολούνται με εξαρτήσεις συχνά συναντούν ανθρώπους που απεγνωσμένα θέλουν να σταματήσουν το αλκοόλ ή τα ναρκωτικά αλλά κάποιες φορές υποτροπιάζουν. Για κάποιον, ο υπενθυμητής (trigger) μπορεί να είναι ένα ποτήρι, μια φωτεινή επιγραφή ενός μπαρ ή και κάποιο συναίσθημα. Ομοίως, τρόφιμα που σχετίζονται με σήματα (διαφημίσεις, φωτογραφίες φαγητών) έχουν τη δυνατότητα να μας δελεάσουν ακόμα και αν δεν πεινάμε.

Αρκετές συμπεριφορές, είτε μιλάμε για ανθρώπους είτε για ζώα, εξαρτώνται από ενδείξεις ή σήματα ή συνθήματα στο περιβάλλον οι οποίες προβλέπουν κάποιο όφελος ( π.χ. εάν φάω όλο το φαγητό μου, η μαμά μου θα μoυ αγοράσει το παιχνίδι που θέλω). Όμως, δεν είναι σαφές, γιατί μερικοί άνθρωποι είναι περισσότερο εστιασμένοι στα σήματα/ενδείξεις του περιβάλλοντος από άλλους, ούτε πως αυτή η διαφορά μπορεί να συνεισφέρει κάτι ως προς την κατανόηση των εξαρτήσεων.

Ο Terry Robinson, Καθηγητής Ψυχολογίας έχει χρησιμοποιήσει ένα παρόμοιο μοντέλο με το παραπάνω για να διερευνήσει γιατί μερικά ζώα είναι τόσο επιρρεπή στα σήματα του περιβάλλοντός τους. Ο Robinson έχει εντοπίσει δυο διαφορετικές συμπεριφορές ανάμεσα στα τρωκτικά.  Για κάποια ποντικάκια (goal-trackers) η τελική ανταμοιβή, το φαγητό είναι το πιο σημαντικό. Μόλις εντοπίσουν το μοχλό, τρέχουν στο μπολάκι τους. Για άλλα, (sign-trackers) το σύνθημα, ο μοχλός έχει τη μεγαλύτερη επιρροή. Τα sign trackers φαίνεται να είναι ιδιαίτερα επιρρεπή σε εθισμό ή άλλες δυσπροσαρμοστικές συμπεριφορές ισχυρίζεται.  Τα τρωκτικά που κρατούν τα μάτια τους πάνω στο μοχλό είναι πολύ πιο πιθανό να αναζητήσουν ναρκωτικά ή αλκοόλ.

Ο καταναγκασμός για τα συνθήματα φαίνεται να εκτείνεται σε διάφορους τύπους συμπεριφορών αφού οι sign-trackers δύσκολα αντιστέκονται σε συνθήματα, είτε σχετίζονται με φαγητό είτε με ναρκωτικά όπως η κοκαϊνη.  Ο Robinson, με το να ξεχωρίζει τους sign-trackers μπορεί να πάρει ποντικάκια που δεν έχουν εκτεθεί ποτέ σε ναρκωτικά και να προβλέψει ποια από αυτά θα εμφανίσουν εξαρτητική συμπεριφορά όταν έρθουν σ επαφή με κάποιο ναρκωτικό  (Biological Psychiatry, 2010)

Ο Robinson έχει συγκεντρώσει στοιχεία για 2.000 ποντίκια. Περίπου το ένα τρίτο από αυτά εμφανίζουν συμπεριφορά παρακολούθησης του συνθήματος ενώ ένα τρίτο ασχολούνται με την παρακολούθηση του στόχου. (τα υπόλοιπα δεν στέκονται σε κανένα από τα δυο και δεν είναι εύκολο να κατηγοροποιηθούν). Ο Καθηγητής ανησυχεί. «Εμείς δεν μιλάμε για κάποια άκρα», λέει. “Στην πραγματικότητα μιλάμε για ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού».

Γιατί όμως αυτά τα συνθήματα είναι τόσο ισχυρά γι αυτή την ομάδα των ποντικιών; Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα, άρχισε να ψάχνει πιο βαθιά στο σύστημα ανταμοιβής του εγκεφάλου. Σε μια μελέτη (Nature 2011) ο ίδιος και οι συνεργάτες του έκαναν κάποιες υποθέσεις ανάμεσα στις οποίες υπάρχουν ενδείξεις πως η πρώιμη εμπειρία του περιβάλλοντος μπορεί να προδιαθέτει εάν ένα ποντικάκι έχει την τάση να γίνει sign ή goal tracking.  Τα μικρά που εκτρέφονται σε αγχωτικό περιβάλλον χωρίς τις μητέρες τους είναι πιθανότερο να γίνουν sign-trackers  ως ενήλικες (Behavioural Brain Research, 2011)

Kαταλήγουμε δηλαδή πάλι στα γνωστά.  Προσωπικά -πέρα από το κομμάτι της  περιέργειας ή της γνώσης- δεν ξέρω πόσο βοηθητικό είναι το να υποθέτει κάποιος γιατί κάνει κάτι. Ο λόγος που το έχω συμπεριλάβει είναι γιατί αρκετά πολύπλοκα ψυχολογικά χαρακτηριστικά ή συμπεριφορές επηρεάζονται από την αλληλεπίδραση μεταξύ περιβαλλοντικών και γενετικών παραγόντων.  Τα επόμενα ποστ θα επικεντρωθούν στο πώς τρώμε, πότε τρώμε, πως χρησιμοποιώ το φαγητό για να ‘φάω’ τα συναισθήματά μου. μπορώ και ελέγχω μέσα από το φαγητό; Είναι διαφορετική η εξάρτηση από το φαγητό, το αλκοόλ ή τα ναρκωτικά; Πόση ντροπή, ενοχή έχει όλο αυτό και τι μπορώ να κάνω για να βγω από το φαύλο κύκλο; Το θέμα της διατροφής  δεν είναι απλό και κρύβει μεγάλο πόνο για αρκετό κόσμο.

Μην αναβάλεις για αύριο ό,τι µπορείς να κάνεις µεθαύριο

Είναι η πρώτη φορά που το συγκεκριμένο κείμενο το γράφω και το βιώνω την ίδια στιγμή. Εδώ και μια εβδομάδα όταν ξεκινάω να γράψω όλο “κάτι” συμβαίνει. Τη μια θυμάμαι ότι πρέπει να τακτοποιήσω τη ντουλάπα μου γιατί δεν πάει άλλο. Μετά από λίγη ώρα σταματάω και κάθομαι στον υπολογιστή να δω εάν ήρθε εκείνο το σημαντικό email που περιμένω. Στο μεταξύ χαζεύω λίγο στο ίντερνετ και όσο τα κάνω αυτά, παρόλο που αρχίζω και βλέπω ότι η ελπίδα πως θα ξεκινήσω γρήγορα ξεθωριάζει, πιστεύω ότι με κάποιον τρόπο θα καταφέρω να τελειώσω. Το χρονικό περιθώριο που είχα βάλει στον εαυτό μου για να ξεκινήσω έχει ήδη περάσει. Αρχίζω και με πιέζω να κάνω τουλάχιστο μια αρχή. Ευτυχώς έχω ακόμα χρόνο. Η ώρα περνάει και η αρχική αισιοδοξία και διάθεση έχουν μετατραπεί σε αυτοκατηγορώ και αποφυγή. “Εάν είχες ξεκινήσει νωρίτερα, τώρα δεν θα αισθανόσουν έτσι”.

Αρχίζω και τακτοποιώ το γραφείο -ίσως φταίει αυτό- όμως τώρα πείνασα, καλύτερα να φτιάξω κάτι να φάω γιατί νηστική δεν θα μπορέσω να συγκεντρωθώ. Βάρυνα λίγο, θα ήθελα ένα καφέ για να με ξυπνήσει και ταυτόχρονα να συμμαζέψω λίγο και να φτιάξω τη λίστα για το σούπερ μάρκετ. Τουλάχιστο κάτι κάνω. Μαζί με το κείμενο, τελειώνω και άλλες σημαντικές δουλειές! Αχ, η τηλεόραση έχει την αγαπημένη μου ταινία. Όμως τώρα νιώθω φοβερές ενοχές και ντροπή. Δεν καταλαβαίνω τι συμβαίνει με μένα.

Είχα όλη την καλή διάθεση να ξεκινήσω νωρίς και να γράψω με την ηρεμία μου. Σίγουρα πρέπει να έχω κάτι σοβαρό. Τί θα κάνω; Η ώρα πέρασε, δεν έχει νόημα να προσπαθήσω γιατί δεν θα βγει έτσι όπως το είχα αρχικά φανταστεί. Όμως, από το τίποτα, ίσως να είναι καλύτερα να ετοιμάσω κάτι. Τελικά δεν είναι τόσο φοβερό. Απορώ γιατί δεν ξεκίνησα νωρίτερα. Δεν είναι και απλό αλλά προχωράει. Πραγματικά δεν καταλαβαίνω γιατί κάθε φορά πρέπει να γίνεται το ίδιο. Την επόμενη φορά δεν θα το κάνω αυτό στον εαυτό μου.

Κάπως έτσι περιγράφουν τον κύκλο της αναβλητικότητας οι Jane B. Burka and Lenora M. Yuen στο βιβλίο τους Procrastination: Why You Do It, What To Do About It.

Όσοι αναβάλουν, χρησιμοποιούν την αναβλητικότητα για ν’αποφύγουν δυσάρεστα συναισθήματα αφού από πίσω κρύβονται φόβοι, ελπίδες, αναμνήσεις, αμφισβήτηση και πιέσεις. Όσο επώδυνο και αν είναι να μας κριτικάρουμε για αναβλητικότητα, πολλές φορές η αυτοκριτική είναι πιο εύκολα ανεκτή από συναισθήματα τρωτότητας και έκθεσης που συνυπάρχουν όταν προσπαθούμε να κάνουμε ένα άνοιγμα προς τα έξω, αφού ο φόβος της αποτυχίας ή το να μη φανούμε ανεπαρκείς είναι μεγαλύτερος. Η αναβλητικότητα είναι ένας σίγουρος τρόπος ν’αναβάλλω την ευχαρίστηση.

Αρκετοί απ’αυτούς που αναβάλουν συχνά λένε ότι ο ανταγωνισμός είναι τόσο μεγάλος και η προσδοκία των άλλων τόσο αγχωτική, που το στρες και η αίσθηση έλλειψης ελέγχου τους καθηλώνει. Όταν σε μια κοινωνία ο ορισμός του επιτυχημένου εξαρτάται από τα χρήματα, το κύρος, ή την ομορφιά, δηλαδή ορίζεται με βάση την τελειότητα, πώς εγώ να τολμήσω να προσπαθήσω;

Όμως, αυτό και μόνο δεν είναι λόγος για να γίνω αναβλητικός γιατί τότε όλοι οι άνθρωποι θα ήταν έτσι. Υπάρχουν αρκετοί που μια χαρά ανταποκρίνονται σε τέτοιες απαιτήσεις. Άλλοι πάλι, παρουσιάζουν διαφορετικά συμπτώματα δυσφορίας. Για να καταλάβω πως επέλεξα την αναβλητικότητα ως κύριο εμπόδιο για να ανταπεξέρχομαι, ίσως να χρειαστεί να πάω λίγο πίσω στην ιστορία μου. Θυμάστε την πρώτη φορά που χρονοτριβήσατε; Ποιες ήταν οι συνθήκες; Είχατε αναβάλει μια σχολική εργασία ή κάτι που σας είχαν πει οι γονείς σας να κάνετε; Πόσο χρονών ήσασταν; Ποιο ήταν το τελικό αποτέλεσμα και πως αισθανθήκατε;

Για πολλούς, τα πρώτα συμπτώματα αναβλητικότητας εμφανίστηκαν στο σχολείο, την πρώτη επίσημη εισαγωγή ενός παιδιού στη μεγαλύτερη ανταγωνιστική κοινωνία όπου τα παιδιά ταμπελοποιούνται ανάλογα με το βαθμό. Οι έξυπνοι, οι τεμπέληδες -που όμως έχουν δυνατότητες-, οι προβληματικοί, τα καλά παιδιά -αλλά με περιορισμένες δυνατότητες-. Μπορεί να έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε, αλλά πολλοί ενήλικες ακόμα να βγάλουν τη ταμπέλα από πάνω τους.

Υπάρχουν και εκείνοι που συνεχίζουν να έχουν μια ανασφάλεια λόγω μαθησιακών περιορισμών όπως δυσκολία στην ανάγνωση, δυσκολία στα μαθηματικά ή διάσπαση προσοχής. Ακόμα και αν οι δεξιότητες μπορεί να έχουν βελτιωθεί με την πάροδο των χρόνων, δεν αισθάνονται απόλυτα ασφαλείς και φοβούνται ότι κάποιος θα το ανακαλύψει. Στο τότε, η αναβλητικότητα ήταν μια πραγματικά έξυπνη στρατηγική για ένα παιδί που ήθελε να καλύψει τις αδυναμίες του. Θα ήσουν ο τεμπέλης με τις δυνατότητες και όχι απλά το καλό παιδί που όμως μέχρι εκεί φτάνει.

Ανακαλέστε τα μηνύματα που πήρατε από τους σημαντικούς άλλους της ζωής σας. Γονείς, δασκάλους. Αυτά τα εξωτερικά μηνύματα με την πάροδο του χρόνου γίνονται οι εσωτερικές μας φωνές. Υπάρχουν διάφοροι τύποι μηνυμάτων: Αυτά που βιώσατε ως πίεση για να επιτύχετε, αλλά και η υποστήριξη που είχατε ανεξάρτητα με το αποτέλεσμα. Μια παλιά μου συμμαθήτρια η οποία είχε μια πανέξυπνη αδερφή, μου είχε πει ότι ακόμα και σήμερα θυμάται τη μέρα που πήγε τους βαθμούς του τριμήνου στο σπίτι και η μητέρα της είπε: «Δεν θα είχε πολύ πλάκα εάν τελικά αποδειχθεί ότι εσύ είσαι η έξυπνη»;

Ανακαλέστε και τα μη λεκτικά μηνύματα. Πολλές φορές η πίεση ή η αμφισβήτηση μεταφέρονται με τη γλώσσα του σώματος, τον τόνο της φωνής, ένα ανεβασμένο φρύδι ή ένα μορφασμό. Σκεφτείτε εάν υπήρχαν παρόμοια ή άλλα μηνύματα και πώς αυτά έχουν επηρεάσει τη ζωή σας. Στο σήμερα, ο τρόπος που μιλάτε στον εαυτό σας είναι ίδιος και πώς συμβάλει στην αναβλητικότητά σας; Όταν η εσωτερική σας φωνή λέει «Εάν δεν το κάνεις τέλεια, καλύτερα μην το κάνεις καθόλου» μπορείτε ν’απαντήσετε «Δεν είναι αλήθεια. Αξίζει το κόπο να ξεκινήσω» ή «Ποιος το λέει αυτό τώρα; Είναι δική μου πεποίθηση ή απλά ενδοβολή»;

Αποδεχθείτε το γεγονός ότι η διαδικασία θα είναι δύσκολη όπως οποιαδήποτε αλλαγή. Μην απογοητευτείτε με τη μια εάν το αποτέλεσμα δεν είναι αυτό που είχατε αρχικά φανταστεί.

Να σας είναι καθαρό τι είναι σημαντικό για σας και όχι για τους άλλους.

Μάθετε να λέτε όχι σε πράγματα που δεν θέλετε. Όλοι κάνουμε πράγματα που πρέπει όμως η διαφορά είναι πολύ μεγάλη όταν το ‘πρέπει΄το κάνω με επίγνωση.

Ζητήστε βοήθεια. Πολλοί ντρέπονται είτε γιατί το θεωρούν αδυναμία ή γιατί πιστεύουν ότι δεν αξίζουν βοήθεια ή γιατί φοβούνται ότι θ’ακούσουν όχι. Όταν χρειάζεστε βοήθεια επιλέξτε ανθρώπους ευγενικούς, σταθερούς, που θα σας ενθαρρύνουν, θα είναι στηριχτικοί αλλά και ρεαλιστές.

Μικρά βήματα. Ο μόνος τρόπος για να επιτύχεις ένα στόχο, άσχετα με το πόσο μεγάλος ή μικρός είναι, είναι ένα βήμα τη φορά. Ξεκινήστε, κάνοντας τα πιο εύκολα πράγµατα. Απαντήστε στα email σας, πετάξτε τα σκουπίδια, φτιάξτε το κρεβάτι. Κάνοντας τα µικρά πράγµατα, θα αισθανθείτε καλά και θα σας δώσει ώθηση και για τα µεγαλύτερα.

Μην περιµένετε τις τέλειες συνθήκες για να δραστηριοποιηθείτε. Εάν για να ξεκινήσετε κάτι πιστεύετε ότι θα πρέπει πρώτα το σπίτι να είναι πεντακάθαρο ή να αισθάνεστε τέλεια, το πιθανότερο είναι να μην το κάνετε ποτέ.

Δεν είναι ανάγκη να είναι όλα τέλεια. Εάν είστε τελειομανής, μπορεί να πέσετε στη παγίδα να τα κάνετε όλα τέλεια, ακόμα και αν δεν είναι απαραίτητο. Ίσως να είναι πιο σημαντικό να στείλετε ένα απλό ευχητήριο email παρά ένα κατεβατό με το πώς ακριβώς περάσατε το καλοκαίρι, τι κάνετε τώρα, ποια τα σχέδιά σας για το χειμώνα κλπ.

Βάλτε συγκεκριμένους στόχους. Όσοι αναβάλουμε, έχουμε την τάση να κάνουμε αόριστα σχέδια τύπου, θα οργανωθώ. Τι σημαίνει θα οργανωθώ; Τι είναι για σένα οργάνωση; Να βάλεις σε τάξη τα χαρτιά σου; Να τακτοποιήσεις τη ντουλάπα σου;

Κάθε φορά που πετυχαίνετε ένα μικρό στόχο, μείνετε λίγο στην αίσθηση της ευχαρίστησης, της ικανοποίησης, της χαράς, έτσι ώστε, την επόμενη φορά να μπορείτε να ανακαλείτε αυτά τα συναισθήματα.

Κάντε αυτό που φοβάστε να κάνετε και συνεχίστε να το κάνετε. Είναι ο γρηγορότερος τρόπος να υπερνικήσετε το φόβο. Μεγάλο κλισέ αλλά είναι αλήθεια.

Δεσμευτείτε δημοσίως. Το ξέρω, ακούγεται κάπως αλλά δεν πειράζει.

Σκεφτείτε να ξεκινήσετε ψυχοθεραπεία. Εκεί, θα μπορείτε να εξερευνήσετε σε βάθος τι σας συμβαίνει όταν επιλέγετε ν’αποφεύγετε πράγματα που θα σας δώσουν ευχαρίστηση.

Πείτε ένα μπράβο στον εαυτό σας γιατί συνήθως μας βρίζουμε που δεν κάνουμε αυτό που πρέπει και δεν μας λέμε “μπράβο κοριτσάκι μου, τα κατάφερες”.
Πάντα να θυμάστε ότι μια μικρή αλλαγή, φέρνει μια μεγάλη.

Μπρος φίλος και πίσω σκύλος

There are 50 ways to leave your lover, τραγουδάει ο Paul Simon όμως πόσοι τρόποι υπάρχουν για να αφήσεις ένα φίλο; Πολλοί θα πουν ότι δεν είναι το ίδιο.   Όντως, δεν είναι. Κάποιοι από τους πιο επίπονους και χειρότερους  χωρισμούς στη ζωή μας  δεν είναι με κάποιον σύντροφο αλλά με φίλους. Με τους ανθρώπους που μοιραζόμαστε τις βαθύτερες σκέψεις μας, που έχουμε γελάσει, έχουμε κλάψει μαζί, που εμπιστευόμαστε και που πιστεύουμε πως θα είναι δίπλα μας ότι και αν συμβεί.

Παρόλα αυτά, πολλές φιλίες δεν έχουν διάρκεια ενώ ξεκινάνε με τις καλύτερες προϋποθέσεις. Σημαντικές αλλαγές στο τρόπο ζωής κάποιου ανθρώπου -γάμος, παιδί, μετακόμιση- ή αλλαγή συνηθειών μας δυσκολεύουν να διατηρήσουμε φιλίες.

Άλλες πάλι,  τελειώνουν άσχημα. Χαρακτηριστικά κοντινά μου παραδείγματα:  Παραμονές εκλογών, μια φιλία πολλών χρόνων έλαβε τέλος όταν ο Ο.  τσακώθηκε πολύ άσχημα με τον  Μ. γιατί  μας ανακοίνωσε τι θα ψηφίσει,  ενώ η φιλία της Γ. με τον Ν. έληξε επίσης άδοξα γιατί ο φίλος της ζήλευε.  Πριν μερικά χρόνια η Β. κατέθεσε σ’ένα δικαστήριο κατά της φίλης και συναδέλφου Ν., ενώ η Π. σταμάτησε να μιλάει στη φίλη της Φ. γιατί θύμωσε μαζί της όταν έμαθε ότι τη σχολιάσε σε κοινούς γνωστούς πίσω από την πλάτη της.

Πολλοί θα σκέφτεστε ότι οι παραπάνω δεν ήταν ποτέ φίλοι με την έννοια που ξέρουμε. Κι όμως, πρόκειται για περιπτώσεις ανθρώπων καλλιεργημένων, ευαίσθητων, που πιστεύουν πραγματικά στη φιλία, με κανονικές ζωές αλλά, όπως ισχυρίζεται η Irene S. Levine Καθηγήτρια ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης και συγγραφέας του βιβλίου “Best Friends Forever: Surviving a Breakup with your Best Friend”, είναι μύθος ότι οι φιλίες διαρκούν για πάντα. Με την οικογένεια μας συνδέουν δεσμοί αίματος, με τους συζύγους νόμοι, οπότε έχουμε την τάση να φροντίζουμε περισσότερο αυτές τις σχέσεις.  Τους φίλους τους επιλέγουμε και κάποιες φορές έχουμε την τάση να τους παραβλέπουμε ίσως επειδή θεωρούμε αυτονόητο ότι θα είναι πάντα εκεί.  Έτσι, πολλές φιλίες «πεθαίνουν» από αμέλεια ισχυρίζεται η Δρ. Levine.

Από την άλλη πλευρά, η Laura Carstensen  Καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Stanford, η οποία ανέπτυξε τη θεωρία της κοινωνικο-συναισθηματικής επιλεκτικότητας, υποστηρίζει ότι ο αριθμός των φίλων και γνωστών αρχίζει και μειώνεται μετά την ηλικία των 17 ετών, παρατηρείται μια ανάκαμψη μεταξύ 30 και 40 πριν αρχίσει να ξαναμειώνεται απότομα στην ηλικία των 40 με 50.    Όσο τα χρονικά περιθώρια της ζωής συρρικνώνονται, οι άνθρωποι γινόμαστε ολοένα και πιο επιλεκτικοί επενδύοντας συναισθηματικά σε δραστηριότητες, στόχους και φιλίες οι οποίες θα μας προσφέρουν μεγαλύτερη ικανοποίηση.

Άτομα μεγαλύτερης ηλικίας είναι περισσότερο διατεθειμένα να επιλύουν διαπροσωπικές συγκρούσεις πιο γρήγορα έτσι ώστε να βελτιωθεί η συναισθηματική τους εμπειρία σε αντίθεση με νεότερα άτομα τα οποία μπορούν να παραιτηθούν από τέτοιες θετικές συναισθηματικές εμπειρίες  –ίσως επειδή αγνοούν την αυταπόδεικτη αλήθεια ότι ο χρόνος μας στη γη είναι περιορισμένος- και να τους ενδιαφέρει περισσότερο η αναζήτηση της αλήθειας, πληροφοριών ή γνώσεων.

Όλες οι φιλίες δεν διαρκούν για πάντα. Μάλιστα, το να διαλύσεις μια φιλία τη σημερινή εποχή, είναι πολύ δύσκολο με τόσα μέσα κοινωνικής δικτύωσης γι αυτό, είναι ίσως φρόνιμο να δίνεται έμφαση στον τρόπο που τερματίζονται οι φιλίες ώστε να αποτρέπονται παράπλευρες απώλειες με κοινούς φίλους, συνεργάτες ή συζύγους.  Μ’αυτό τον τρόπο, εάν υπάρχει διάθεση, μπορεί μια φιλία να συνεχιστεί στο μέλλον σε άλλες βάσεις.

Ο καθένας από μας έχει να πει μια ιστορία για μια φιλία που έληξε άδοξα. Aκόμα και οι καρδιακοί φίλοι μαλώνουν. Σίγουρα, ένας τσακωμός δεν είναι ότι πιο ευχάριστο όμως, πολλές φορές ο φόβος ότι θα συμβεί κάτι καταστροφικό εάν πούμε ότι είμαστε θυμωμένοι με τον άλλο, μας οδηγεί σ’αυτό ακριβώς που θέλουμε να αποφύγουμε.  Στη διάλυση της φιλίας.

Αναδημοσίευση στο Marie Claire στις 19-7-2012 http://www.marieclaire.gr/women/psycho/article/1185/50-ways-to-leave-your-friend—pws-dialyetai-mia-filia/