Ο Φόβος του φόβου

miedo
Έχουν ειπωθεί και γραφεί πολλά για το φόβο. Χιλιάδες τσιτάτα από πολιτικούς μέχρι δημόσια πρόσωπα και φιλοσόφους αναπαράγονται καθημερινά με στόχο να τον ξορκίσουν και όμως παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια και μάλιστα από αυτά που κάποιος στήνει μπροστά του. Εκεί που είσαι έτοιμος να κάνεις μια συναρπαστικά θετική αλλαγή στη ζωή σου, ξαφνικά νιώθεις την παγωμένη, αφόρητα πιεστική και εκβιαστική πυγμή του γνωστού, της συνήθειας. Μια σου πλευρά είναι ενθουσιασμένη με την προοπτική της αλλαγής μια νέα δουλειά, ένα σπίτι, μια νέα σχέση και μια άλλη είναι καθηλωμένη στη μέχρι τώρα πραγματικότητά σου, άνετη μέσα στην αδράνεια. Και αυτή σου η πλευρά, σε κρατάει απ’ το να προχωρήσεις μπροστά.

Ο φόβος είναι ένα φυσιολογικό συναίσθημα όπως όλα τα υπόλοιπα που είναι απαραίτητο να υπάρχει ώστε να μας προφυλάσσει από πιθανούς κινδύνους. Είναι σημαντικό να κάνουμε τον διαχωρισμό από το άγχος. Ο φόβος σχετίζεται με υπαρκτούς κινδύνους και από αυτούς μας προστατεύει, ενώ το άγχος έχει συχνά να κάνει με φανταστικούς κινδύνους ή καταστάσεις, το οποίο πυροδοτείται ή από ένα τραυματικό γεγονός που μας έχει συμβεί ή επειδή κάποιος μας έχει φοβίσει λέγοντάς μας συνέχεια πως πρέπει να μείνουμε μακριά από μια κατάσταση.

Τον φόβο τον χρειαζόμαστε. Μέχρις εκεί που μας επιτρέπει να είμαστε λειτουργικοί και να προστατεύουμε τον εαυτό μας, χωρίς να μας περιορίζει και να μας απαγορεύει από το να ζούμε ευτυχισμένοι και ολοκληρωμένοι. “Ζω χωρίς φόβο” δεν σημαίνει ότι πρέπει να έχουμε άγνοια κινδύνου ή να υπερεκτιμούμε τις ικανότητές μας. Απλά σημαίνει πως χρειάζεται να τον νιώθουμε, να στεκόμαστε σ’αυτόν όπως με όλα τα συναισθήματα άλλωστενα τον αξιολογούμε, να τον λαμβάνουμε υπόψη μας και παρ’όλα αυτά να προχωράμε σε οποιαδήποτε αλλαγή θέλουμε. Εξάλλου η γενναιότητα, δεν προϋποθέτει την απουσία του φόβου, αλλά αντίθετα τη διαχείρισή του. Ο στόχος δεν είναι να μη φοβηθούμε ποτέ, αλλά να μη μας κρατήσει πίσω σε μια ζωή που πια δεν μας ικανοποιεί.

Ο φόβος θα εμφανίζεται μπροστά μας κάθε φορά που θα προσπαθούμε να “μεγαλώσουμε”, να αναπτυχθούμε, να πάμε εκεί όπου ονειρευόμαστε. Πολλοί από εμάς πιστεύουμε πως ο φόβος είναι ένα σημάδι κινδύνου, μια προειδοποίηση πως κάτι κακό πρόκειται να συμβεί και θα πρέπει να το αποφύγουμε με κάθε τρόπο. Αυτός ο τρόπος μας εξυπηρέτησε όταν ήμασταν παιδιά και δεν είχαμε άλλη επιλογή. Υπάρχει διαφορά μεταξύ του φόβου για το άγνωστο, το καινούργιο και αυτόν του ενστίκτου. Είμαι σίγουρη πως εάν σταθείς σ’ αυτό που σου συμβαίνει, χωρίς να επηρεάζεσαι από τρίτους, θα καταλάβεις τι εννοώ και θα ξέρεις ποιο απ’ τα δυο σε αφορά.

Όσοι έκαναν κάτι μοναδικό και σημαντικό θα σου πουν το ίδιο: “Φυσικά και φοβήθηκα. Φυσικά και σκέφτηκα να το βάλω στα πόδια. Κάτι φορές ακόμα το σκέφτομαι. Όμως, ούτε στιγμή δεν μετάνιωσα αυτή την αλλαγή”. Προσπάθησε να ανακαλέσεις θετικές εμπειρίες, αναμνήσεις. Φέρε στο μυαλό σου εκείνες τις φορές που αισθανόσουν φόβο και όμως έκανες τη μετάβαση που τόσο ήθελες. Πώς εξελίχθησαν τα πράγματα; Οι πιθανότητες είναι όλα να πήγαν καλά. Η τάση μας είναι να θέλουμε να πάμε στο γνώριμο, έστω και αν αυτό είναι άσχημο ή ταλαιπωρητικό γιατί αυτό μας φαίνεται πιο εύκολο. Ξέρουμε πως να είμαστε μέσα σ’ αυτό, ξέρουμε να συμπεριφερθούμε, τι να περιμένουμε, τί δεν θα πάρουμε. Η ασφάλεια της συνήθειας πολλές φορές δεν μας αφήνει να δούμε πως ένας κύκλος έχει κλείσει.

Το μοναδικό πράγμα για το οποίο μπορεί να μετανοιώσει όποιος εγκαταλείψει μια άσχημη κατάσταση, είναι που δεν το είχε κάνει νωρίτερα. Η αλλαγή και η ανάπτυξη είναι φυσικά και αναπόφευκτα αποτελέσματα όταν αντιμετωπίζουμε τον εαυτό μας και τη φύση της ύπαρξής μας μέσα από την επίγνωση, τη ζωντανή επαφή και όχι μέσα από την προσπάθεια, τον έλεγχο ή την αποφυγή. Υπάρχει ένα μαγικό υπαρξιακό παράδοξο, όπου η αλλαγή συμβαίνει, όταν κάποιος γίνεται αυτό πού είναι και όχι όταν προσπαθεί να γίνει αυτό που δεν είναι. Η ζωή συμβαίνει, προχωράει με ή χωρίς τους φόβους μας. Όταν υπενθυμίζουμε στον εαυτό μας πως η άσκηση ελέγχου είναι παραίσθηση, τότε θα αρχίσουμε να ηρεμούμε. Το χειρότερο σενάριο που έχεις σκεφτεί δεν θα συμβεί και θα εκπλαγείς ευχάριστα γιατί πολλές φορές συνδέουμε την αλλαγή με κάτι δυσάρεστο και καταστροφικό.

Δημοσιεύθηκε στη Lifo, 25/4/2016 http://www.lifo.gr/articles/health-fitness_articles/98468

 

Ο Μεγάλος Θυμός

Ο μεγάλος θυμός

«Δεν πιστεύω όταν σ’έχει ενοχλήσεικάτι που σου είπε ή έκανε κάποιος να δείχνεις θυμωμένη ή πειραγμένη; Δεν θα δείξεις ποτέ πως θύμωσες. Όχι μόνο δεν θα σταματήσεις να μιλάς ή θα κρατάς μούτρα, αλλά, τότε είναι που θα κάνεις σαν να μην έχει συμβεί τίποτα. Μη δώσεις ποτέ τέτοια χαρά και ειδικά σε κάποιον τρίτο. Αποστασιοποιήσου με ευγένεια και αν περιμένεις αρκετά στην όχθη του ποταμού, θα δεις τα πτώματα των εχθρών σου να περνούν επιπλέοντας από μπροστά σου».

Έχω παρατηρήσει πως οι πλέον συνηθισμένοι τρόποι έκφρασης του θυμού είναι δυο. Ο ένας είναι αυτός που περιέγραψα παραπάνω και ο άλλος είναι η καθαρή ή η καλυμμένη επιθετικότητα. Κάποιοι φωνάζουν, χειροδικούν, εκτοξεύουν πράγματα, βρίζουν, απειλούν. Άλλοι χρησιμοποιούν ειρωνεία, χιούμορ ή παθητικοεπιθετικά σχόλια, άλλοι τερματίζουν απότομα σχέσεις γιατί φοβούνται τη σύγκρουση και άλλοι γίνονται απόμακροι, σιωπηλοί, ψυχροί ή θλιμένοι ώστε να μπορέσουν να διατηρήσουν τη συγκρότηση του εαυτού τους. Σε όλες αυτές τις συμπεριφορές υπάρχει κάτι κοινό. Ο φόβος ή οι ενοχές για το θυμό και το μπέρδεμα γύρω απ’αυτόν.

Ο θυμός είναι το πιο παρεξηγημένο, ενοχοποιημένο και το συναίσθημα που ανεχόμαστε λιγότερο απ’όλα. Έχει την εικόνα κάτι του μεγάλου και ανεξέλεγκτου, που εάν το αφήσουμε ελεύθερο θα καταστρέψει τα πάντα. Κάτι που το κάνει ακόμα πιο μπερδεμένο είναι τα αντιφατικά μηνύματα που παίρνουμε από παιδιά.  Μαθαίνουμε ότι δεν είναι αποδεκτό να θυμώνουμε, αλλά από την άλλη μεριά βιώνουμε την οργή ή τον θυμό από τους ενήλικους, είτε άμεσα είτε με την έμμεση μορφή της παγερής αποδοκιμασίας.

Ας φανταστούμε λοιπόν τι συμβαίνει εάν ένα παιδί στην προσπάθειά του να εκφράσει ένα συναίσθημα θυμού προς το γονιό έχει ν’αντιμετωπίσει αποδοκιμασία ή απόρριψη ή κάτι που θα βιώσει ως απώλεια αγάπης. Αρχίζει και καταγράφεται ως εμπειρία ότι η έκφραση του θυμού προκαλεί κινδύνους -ή να το πω πιο απλά, η “χασούρα” είναι μεγαλύτερη απ’το “κέρδος”-. Όμως ο θυμός είναι σχεδόν αναπόφευκτος και έτσι έρχεται η στιγμή που πρέπει να πάρει μερικές αποφάσεις για το τι να κάνει όταν τον νιώθει. Συνήθως αποφασίζει να σπρώξει το συναίσθημα προς το κάτω, να το κρατήσει μέσα του. Δεν είναι τυχαίο που τις περισσότερες φορές κάτω απ’τη θλίψη βρίσκεται θυμός που δεν έχει εκφραστεί και έχει αναστραφεί. Έτσι ξεκινάει η παρέμβαση στην υγιή ανάπτυξη. Ο οργανισμός όμως επιδιώκει συνεχώς να φτάσει σε ομοιόσταση με το να εκφράζονται τα συναισθήματα για να μπορέσει να επιτευχθεί μια αίσθηση ικανοποίησης, ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει την επόμενη ανάγκη του, συνεχίζοντας έτσι τον αέναο κύκλο της ανάπτυξής του. Η έκφραση του συναισθήματος θα γίνει με ή χωρίς τη συνεργασία της επίγνωσής μας.

Ο θυμός θα εκτονωθεί. Το παιδί -και αργότερα ως ενήλικας- μπορεί να αναστρέψει το θυμό του. Θα κάνει στον εαυτό του αυτό που θα ήθελε να κάνει στους άλλους.  Μπορεί να αυτοτραυματίζεται, να ξεριζώνει τούφες απ’τα μαλλιά του, να συσφίξει τους μυς προκαλώντας πονοκεφάλους κλπ. Κάποιος άλλος μπορεί να ανακλά το θυμό του χωρίς να εκφράζει το γνήσιο συναίσθημα σε καμία περίπτωση. Μετά από ένα διάστημα ξεχνά ακόμη και ποιο ήταν. Όμως, η ενέργεια παραμένει και πρέπει να εκφραστεί. Γίνεται σωματικά επιθετικό και νιώθει καλά αλλά όχι για πολύ. Δοκιμάζει ξανά προσπαθώντας να αναδημιουργήσει την καλή αίσθηση. Υπάρχουν και παιδιά που θα εκφραστούν σωματικά είτε με επεισόδια νυχτερινής ενούρησης είτε με τη συγκράτηση των κενώσεων. Αρκετά συνηθισμένο είναι και το να προβάλλουμε το θυμό μας σε άλλους και να φανταζόμαστε πως οι άλλοι είναι θυμωμένοι μαζί μας.  Ο θυμός είναι το πιο δύσκολο συναίσθημα που χρειάζεται να εκφράσει ένα παιδί. Μπορεί να βρει τον τρόπο για να εκφράσει άλλα συναισθήματα όπως φόβο ή χαρά αφού αυτά τα ανέχονται εύκολα οι γονείς και η κουλτούρα μας.  Έτσι, μεγαλώνει αντιμετωπίζοντας το θυμό ως κάτι κακό.

Τα καλά νέα είναι ότι οι άνθρωποι έχουμε τη δυνατότητα να ξεμάθουμε και να ξαναμάθουμε νομίζω τα πάντα. Για το πως εκφράζω το θυμό μου χωρίς να κακοποιώ ούτε εμένα ούτε τους άλλους, είμαι σίγουρη πως όλοι μπορούμε.
Ο λόγος που περιέγραψα τα παραπάνω είναι για να δούμε πόσο σημαντικό είναι να αποκτήσω επίγνωση για το τί κάνω και πώς το κάνω. Πότε θυμώνω, τι τον κάνω το θυμό μου; Είναι σημαντικό να δω πως ως παιδί δεν είχα επιλογές γιατί εξαρτιόμουν από άλλους. Όμως, στο σήμερα, ως ενήλικας έχω πολλές επιλογές.

Έχω την επιλογή να πω στον άλλον «όταν συμπεριφέρθηκες ή μου μίλησες μ’αυτόν τον τρόπο κλπ, εγώ θύμωσα και χρείαζομαι απόσταση ή να ακούσω συγγνώμη ή θέλω να το συζητήσουμε» Μοιράζεσαι το συναίσθημά σου και αυτό είναι σημαντικό γιατί έτσι όχι μόνο τοποθετείσαι σε μια σχέση, αλλά συμπεριλαμβάνεις και τον άλλον. Το να έχω θυμώσει μαζί σου και να μη στο λέω, δεν έχει καθόλου το «μαζί», είμαστε και οι δυο μόνοι μας. Όταν ρωτάω τους ανθρώπους «τι πιστεύεις πως θα συμβεί εάν πεις στον άλλον πως θύμωσες;» Η απάντηση είναι πάντα η ίδια. «Φοβάμαι πως η σχέση θα διαλυθεί». Αυτός ο φόβος είναι η καταγεγραμμένη εμπειρία που περιέγραψα παραπάνω. Εάν συνεχιστεί ο παλιός τρόπος, είναι βέβαιο πως η σχέση θα καταστραφεί. Ξέρω πως ακούγεται δύσκολο γι’αυτό πάντα προτείνω στην αρχή να το κάνουν με ανθρώπους και σε σχέσεις που αισθάνονται ασφαλείς. Με κάποιο καλό φίλο, ίσως αδέρφια, τον θεραπευτή τους. Βοηθάει επίσης να είναι απόλυτα ξεκάθαρο πως ο θυμός είναι απλά ένα συναίσθημα όπως τα υπόλοιπα, δεν έχει να κάνει με επιθετικότητα η οποία είναι συμπεριφορά.

Ο καινούργιος τρόπος έχει μόνο χαρά, ενηλικίωση, φροντίδα για τον εαυτό μου, για τους άλλους, τη σχέση και κυρίως, δεν αφήνω ανοιχτούς λογαριασμούς που είναι ένας σίγουρος τρόπος για να παραμείνουμε ανικανοποίητοι και καθηλωμένοι.

Δημοσιεύθηκε στον Εξώστη, 20/2/2015 http://www.exostispress.gr/Article/o-megalos-thimos-0#.VOd5_dNryIs.facebook

Είσαι ή μαζί μου ή εχθρός μου

IMG_20200301_212117.png

“Όσοι πολίτες ήσαν μετριοπαθείς θανατώνονταν από την μια ή την άλλη παράταξη, είτε επειδή είχαν αρνηθεί να πάρουν μέρος στον αγώνα είτε επειδή η ιδέα και μόνο ότι θα μπορούσαν να επιζήσουν προκαλούσε εναντίον τους τον φθόνο”.

Έτσι εξιστορεί ο Θουκυδίδης στην Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου τα γεγονότα του εμφυλίου στη Κέρκυρα μεταξύ Δημοκρατικών και Ολιγαρχικών.

Τον τελευταίο καιρό στο διαδίκτυο παρατηρώ όλο και πιο συχνά τον τρόπο που αντιμετώπιζεται η επιλογή κάποιων ανθρώπων να μην τοποθετούνται, να μην παίρνουν θέση για διάφορα θέματα της επικαιρότητας, τουλάχιστο όχι με τον τρόπο που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε.

Γεμάτη έκπληξη, αμηχανία, απογοήτευση και πολλές φορές φόβο από τον βίαιο τρόπο, διαβάζω την απαίτηση κάποιων σε βάρος άλλων, να πάρουν θέση. Άλλοι το κάνουν με τρόπο επιθετικά ευθύ, αυστηρό, υποτιμητικό, κάνοντας μάλιστα και αναλύσεις για το τι κρύβεται πίσω απ’αυτή τη στάση, όπως η επιλογή να μη χαλάσει κάποιος το προφίλ του, επαγγελματικοί λόγοι κλπ. Άλλοι πάλι, το κάνουν με τρόπο παθητικά επιθετικό. Επιφανειακά ευγενικά, politically correct σχόλια, με υπονοούμενα που από κάτω, εάν παρατηρήσεις με προσοχή, θα δεις καθαρά το θυμό.

Είμαι σχεδόν σίγουρη ότι αυτό συμβαίνει γιατί δεν έχουμε μάθει ή συμφωνήσει μεταξύ μας για το τι σημαίνει παίρνω θέση για κάποιο θέμα, πώς τοποθετούμαι σε μια σχέση. Έτσι λοιπόν, παίρνω θέση για κάποιο θέμα σημαίνει πώς αισθάνομαι μ’αυτό που ακούω απ’τον άλλον. Στέκομαι λίγο σε μένα, στον εαυτό μου να δω τι νιώθω μ’αυτό που άκουσα, τι σκέψεις κάνω, τι συμβαίνει στο σώμα μου. Με παρατηρώ. Και όταν μου είναι καθαρό αυτό που αισθάνομαι και θέλω, μπορώ να πω στον άλλον πως είμαι μ’αυτό που άκουσα. Αυτό σημαίνει παίρνω καθαρή θέση. Μιλάω για τον εαυτό μου. Χωρίς να γίνομαι επιθετικός, χωρίς να κακοποιώ, χωρίς να κρίνω και να υποτιμώ τον απέναντι. Παίρνω θέση δεν σημαίνει πως είμαι υπέρ ή κατά κάποιου.

Ας μη φτάσουμε στο σημείο όπου η παράλογη τόλμη θεωρείται ανδρεία, η παραφορά αρετή, η προσωπική διστακτικότητα δειλία που κρύβεται πίσω από εύλογες προφάσεις και η τάση να εξετάζονται όλες οι απόψεις ενός ζητήματος υπεκφυγή.

Δύσκολοι αποχαιρετισμοί

«Θα έχει ενδιαφέρον ένα άρθρο για την απώλεια-τον θάνατο. αν έχεις χρόνο και θέλεις» διάβασα στο μέιλ που έλαβα προχθές. Η πρώτη μου σκέψη ήταν μήπως είναι βαρύ για καλοκαίρι –λες και ο πόνος του θανάτου αλλάζει με τις εποχές – αλλά μετά σκέφτηκα πιο πρακτικά: «έλα το’χεις το θέμα. Σίγουρα θα γράψεις για τα πέντε στάδια του πένθους, θα φυσιολογικοποιήσεις τη θλίψη ως αντίδραση στην απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου από το θάνατο και φυσικά κάποιες «πρακτικές συμβουλές» που ίσως βοηθήσουν».Κατά κάποιο τρόπο λοιπόν, αυτό το ποστ είναι παραγγελία.

Το επόμενο πρωί ξύπνησα βιαστικά και ενώ ετοιμαζόμουν να φύγω απ’το σπίτι άκουγα στο ραδιόφωνο για τη συντριβή του αεροσκάφους, το Μεσανατολικό και αμέσως μου ήρθαν στο μυαλό δυο άνθρωποι. Ο Τζάφαρ ή Τζέφρυ όπως τον φωνάζουμε, ο οποίος ζει στην Ελλάδα από 18 χρονών και τον ξέρω από τότε. Ο ίδιος είναι απ’ τη Δυτική όχθη, δεν έχει πάει ποτέ στη Λωρίδα της Γάζας, όμως όλοι του οι συγγενείς, φίλοι και συμπατριώτες είναι εκεί. Η Νούριθ που ζει στο Τελ Αβίβ με την οποία δεν έχω κοντινή σχέση όμως είναι ένας άνθρωπος που θαυμάζω απεριόριστα. Τελευταία φορά την είδα το Φεβρουάριο στο πλαίσιο μιας εποπτείας και θυμήθηκα πόσο μ’εντυπωσίασε ο τρόπος που δούλεψε μέσα στην ομάδα ένα θέμα απώλειας. Προσπάθησα να φανταστώ πως θα ένιωθαν αυτοί οι άνθρωποι εάν διάβαζαν το ποστ που σκεφτόμουν να γράψω. Δυο άνθρωποι που ξέρουν καλά τι σημαίνει απώλεια. Ντράπηκα και ένιωσα αμηχανία, όμως, κατάφερα να συνδεθώ και να έρθω σ’επαφή με τον πόνο της δικής μου απώλειας που βίωσα πριν τρια χρόνια. Τότε που εγώ διάβαζα πρακτικά ποστ για να καταφέρω να απαλύνω τον πόνο που ένιωθα. Το γνωστικό μου κομμάτι ηρεμούσε για λίγο όμως ο πόνος ήταν αφόρητος και όσο προσπαθούσα με λογικά επιχειρήματα να τον κατευνάσω χωρίς να του δώσω χώρο –είναι η φύση του ανθρώπου ν’αποφεύγει τον πόνο- τόσο θύμωνα και υπέφερα. Ήθελα απλά να τελειώνει και να είμαι καλά.

Αυτό που ήταν σωτήριο για μένα εκείνη την περίοδο ήταν η παρουσία τριών ανθρώπων. Το λεγόμενο υποστηρικτικό πλαίσιο. Και μόνο η αίσθηση πως δεν ήμουν μόνη μου, ήταν ανακουφιστική. Εγώ βοήθησα με το να ζητάω από εκείνες πράγματα που ήξερα πως θα μπορούσαν να μου δώσουν. Ήξερα πως η μια είναι ακούραστη στο ν’ακούει τα ίδια και τα ίδια και να με δικαιώνει, η άλλη το άντεχε να με ακούει να κλαίω γοερά και απλά να είναι εκεί και με την τρίτη να συζητώ πιο ‘λογικά’ και να μη βυθίζομαι εντελώς στο συναίσθημα. Το να ζητάς απ’τους άλλους αυτό που έχεις ανάγκη όχι μόνο μαθαίνεται αλλά είναι και πολύ βοηθητικό στις σχέσεις.

Προσπάθησα να μην είμαι απαιτητική με μένα. Αποδέχτηκα πως περνάω μεγάλο ζόρι και με το να λέω στον εαύτο μου «άντε Νάσια, ακόμα; Δεν είναι φυσιολογικό τόσο πένθος. Έχεις ξεπεράσει το επιτρεπτό όριο» δεν βοήθησε καθόλου. Ο πόνος δεν είναι ένδειξη αδυναμίας και ο χρόνος επούλωσης ενός τραύματος δεν είναι ίδιος για όλους. Να είστε μαλακοί με τον εαυτό σας. Μιλήστε και φερθείτε στον εαύτο σας όπως θα μιλούσατε σ’ένα παιδάκι που κλαίει και είναι πολύ στεναχωρημένο. Φαντάζομαι πως στο παιδί σας ή στο παιδί ενός φίλου σας δεν θα λέγατε ποτέ «άντε, τελείωνε με τα κλάματα. Δεν είναι φυσιολογικό αυτό». Θα το ακούγατε, θα του λέγατε πως έχει δίκιο που είναι στεναχωρημένο και κλαίει και θα το φροντίζατε όπως μπορούσατε.

Εκείνη την περίοδο δυσκολευόμουν πολύ και να κοιμηθώ. Επειδή δεν μπορούσα με τίποτα να διαβάζω, έβαλα στο υπνοδωμάτιό μου μια τηλεόραση και μετά από ένα τέταρτο μ’έπαιρνε ο ύπνος. Δεν ξέρω εάν ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός, με τον καιρό όμως η πληγή έκλεισε. Η ουλή έμεινε και κάποιες φορές με τις αλλαγές του καιρού πονάει, αλλά η ποιότητα, η ένταση και πόσο μένω στον πόνο δεν είναι η ίδια. Αποδέχτηκα πως κάποιες απώλειες ίσως να μην τις ξεπεράσω και αυτή αποδοχή, εμένα με ηρεμεί.

Θέλω να πω κάτι σ’εκείνους που είναι κοντά σε ανθρώπους που πενθούν. Δεν χρειάζεται να έχετε πάντα κάτι να πείτε. Με το να είστε εκεί να ακούτε είναι πολύ πιο θεραπευτικό και ανακουφιστικό για τον άλλον. Αν θέλετε, αποφύγετε φράσεις «θα περάσει, θα δεις ή τουλάχιστο δεν ταλαιπωρήθηκε» υπάρχει μεγάλη πιθανότητα ο άλλος να θυμώσει. Είναι πολύ φοβιστικό να μένεις στον πόνο, το ξέρω. Όμως, πολλές φορές, το μόνο που θέλουμε όταν κλαίμε είναι να μην κλαίμε μόνοι μας. Απλά να είναι κάποιος δίπλα μας χωρίς να μιλάει. Απλά, ν’αντέχει τον πόνο μας.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στον Εξώστη 21/7/2014
http://www.exostispress.gr/Article/diskoloi-apoxairetismoi-0#ixzz38HzjDgS8

Love Bytes – Μέρος ΙΙ

Η αύξηση της χρήσης της τεχνολογίας για τη δημιουργία σχέσεων, προσέλκυσε έντονη κριτική και ιδιαίτερα στις αρχές της δεκαετίας του 90, όπου όποιος χρησιμοποιούσε το διαδίκτυο για γνωριμίες στιγματίζονταν ως φυτό, απελπισμένος ή αποφευκτική προσωπικότητα ανίκανος να λειτουργήσει στον “πραγματικό” κόσμο. Λίγο αργότερα, οι γνωριμίες μέσω διαδικτύου άρχισαν να γίνονται πιο mainstream αποβάλλοντας το μέχρι τότε στίγμα. Σημαντικό ρόλο έπαιξε ο κινηματογράφος και άλλες πτυχές της ποπ κουλτούρας όπου οι διαδικτυακές σχέσεις άρχιζαν να παρουσιάζονται με θετικό τρόπο. Η ταινία “You’ve got mail” είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αλλαγής αφού –όσο απίστευτο κ αν ακούγεται- συνετέλεσε στη διαγραφή αρνητικών στερεοτύπων σχετικά με τη χρήση του διαδικτύου για να βρει κάποιος σύντροφο. (Orr, 2004)

Η πρώτη μεγάλη έρευνα που παρουσίασε τη στάση του κοινού απέναντι στις διαδικτυακές σχέσεις, έλαβε χώρα το 2005 από το Pew Research Center, όπου ανάμεσα σε άλλες ενδιαφέρουσες αναλύσεις, μάθαμε πως οι θετικές εμπειρίες άλλων ανθρώπων σε σχέση με κάποια διαδικτυακή γνωριμία, μπορούν να οδηγήσουν την επιθυμία κάποιου να δοκιμάσει και εκείνος να σχετιστεί με τον ίδιο τρόπο.

Οι περισσότερες έρευνες ή δημοσιεύσεις δίνουν ιδιαίτερη έμφαση σε δυο σημεία. Πόσο διαφορετικά βιώνονται τα συναισθήματα διαδικτυακά και αν υπάρχουν διαφορές στη συμπεριφορά αλλά και στα κριτήρια με τα οποία οι άντρες και οι γυναίκες αποφασίζουν εάν θα συνεχιστεί η σχέση και εκτός διαδικτύου.

Έτσι λοιπόν, μαθαίνουμε πως τα δυο αντιφατικά χαρακτηριστικά μιας διαδικτυακής γνωριμίας, η ανωνυμία και η σε μεγάλο βαθμό αυτοαποκάλυψη, οδηγούν στο να έρθουν πολύ κοντά άνθρωποι σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, αφού είναι γνωστό πως η μεγάλη οικειότητα προκαλεί και πολύ έντονα συναισθήματα.

Η γρήγορη αυτοαποκάλυψη θυμίζει το φαινόμενο «ξένοι στο τρένο» όπου πολλές φορές οι άνθρωποι ανοιγόμαστε και μιλάμε για τη ζωή μας με κάποιον συνταξιδιώτη που πιστεύουμε πως δεν θα ξαναδούμε. Πόσο μάλλον στο διαδίκτυο όπου δεν βλέπεις τις εκφράσεις του συνομιλητή σου και δεν χρειάζεται να κοιτάζεις τον άλλον όταν μιλάς για τον εαυτό σου ή εκμηστηρεύεσαι ένα μυστικό σου.

«Δεν κατάλαβα πως έγινε. Ποτέ δεν φανταζόμουν πως θα ερωτευτώ τόσο γρήγορα και τόσο βαθιά κάποιον που δεν έχω ξαναδεί. εάν τύχει και για κάποιες ώρες δεν τον δω online, αισθάνομαι κατάθλιψη, δεν έχω όρεξη για τίποτα»

Η παραπάνω περιγραφή είναι αληθινή. Κάποιος θ’αναρρωτηθεί πως όλο αυτό είναι υπερβολή και πως ο συγκεκριμένος άνθρωπος μάλλον θα κάνει εξαρτητικές σχέσεις γενικότερα. Ίσως, αλλά μη ξεχνάμε πως οι διαδικτυακές συνομιλίες έχουν ένα συνεχές απ’την άποψη ότι μπορούν να διεξάγονται οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, καθημερινά, στην ανέση του σπιτιού σου ή του γραφείου σου, παντός καιρού, χωρίς το «δεν έχω τι να φορέσω», ίσως με τα παιδιά να παίζουν παραδίπλα, επενδύοντας ελάχιστη φυσική παρουσία. Μια διαδικτυακή σχέση είναι σαν να έχεις να πας σ’ένα πάρτυ όποτε θες, χωρίς να χρειαστεί να βγεις απ’το σπίτι σου.

Πολλοί πιστεύουν πως με την παραπλάνηση, μειώνεται ο κίνδυνος τερματισμός μιας σχέσης ή υπάρχει μεγαλύτερη ερωτική έλξη εάν δεν πεις όλη την αλήθεια. Φυσικά στο διαδίκτυο αυτό είναι πιο εύκολο και για κάποιους, το μυστικό της επιτυχίας είναι η ειλικρίνεια, την οποία έτσι και μπορέσεις να την υποκριθείς, θα τα έχεις καταφέρει. Σε μια έρευνα, 48% των ερωτηθέντων απάντησε πως λένε ψέματα για την ηλικία τους περιστασιακά και 23% πως το κάνουν συχνά. Ένα 5% παραδέχτηκε πως περιστασιακά λέει ψέματα για το φύλο τους. Οι άντρες λένε πιο συχνά ψέματα απ’τις γυναίκες και κυρίως για την κοινωνικοοικονομική τους κατάσταση. Οι γυναίκες λέμε ψέματα κυρίως για λόγους ασφαλείας.

Ο Edward Royzman, Καθηγητής Ψυχολογίας, ισχυρίζεται πως οι άνδρες λαμβάνουν αποφάσεις για το εάν επιθυμούν να προχωρήσουν μια σχέση με πολύ διαφορετικό τρόπο απ’τις γυναίκες ακόμα και διαδικτυακά. Για έναν άντρα, συνήθως, αν μια γυναίκα δεν είναι αρκετά ελκυστική, το πιθανότερο είναι να μην έχει την ευκαιρία ενός πρώτου ραντεβού. Για τις γυναίκες, όμως, ο Καθηγητής λέει πως αυτό είναι μια πιο σύνθετη επιλογή καθώς αυτό που τείνει να έχει σημασία είναι το συνολικό «πακέτο» να είναι καλό, εννοώντας πως μια γυναίκα μπορεί να δεχτεί ένα λιγότερο ελκυστικό σύντροφο εάν έχει κάποια άλλα θετικά στοιχεία, όπως ευγένεια, εξυπνάδα, καλοσύνη.

Δεν ξέρω εάν τα ευρύματα απ’το πείραμα του Καθηγητή ακούγονται cliché, όμως, πάντα συμβαίνει αυτό που λέμε οι θεραπευτές για τους θεραπευόμενούς μας. Κάποια στιγμή θα σχετιστούν μαζί μας με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που σχετίζονται με τους οικείους τους. Έτσι κι εγώ, τον τρόπο με τον οποίο σχετίζομαι με τους φίλους μου ή τον τρόπο που προσεγγίζω κάποιον στην «αληθινή» μου ζωή, αργά ή γρήγορα θα τον φέρω και στην εικονική μου πραγματικότητα. Γιατί ο τρόπος που σχετίζομαι, είναι τα πάντα.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στον Εξώστη στις 23/6/2014

http://www.exostispress.gr/Article/Love-Bytes–meros-ii-0#ixzz38Hv5L7wa

Link

Στη δεκαετία του ‘90 το Ιαπωνικό παιχνίδι “Tamagotchi” πούλησε 70 εκατομμύρια συσκευές οι οποίες προσομοίωναν ψηφιακά κατοικίδια που χρειάζονταν τακτική φροντίδα μέσα στην ημέρα. Το 2009 η εταιρεία Konami έφτιαξε ένα δημοφιλές στην Ιαπωνία παιχνίδι το LovePlus + το οποίο παίζεται σε φορητή κονσόλα και ο χρήστης διατηρεί μια ρομαντική –μη σεξουαλική- σχέση μ’ένα εικονικό κορίτσι.

Οι χρήστες, παίζουν το παιχνίδι προσομοιώνοντας σχεδόν τα πάντα. Στέλνουν παιχνιδιάρικα sms στο κορίτσι τους ή μπορούν να χρησιμοποιήσουν και το ενσωματωμένο μικρόφωνο της συσκευής για να έχουν και κάποια συνομιλία μαζί τους. Σε μια κριτική του LovePlus+ διάβασα πως τέτοιου είδους παιχνίδια είναι αρκετά δημοφιλή και αρκετά παρεξηγημένα εκτός Ιαπωνίας. Για κάποιους, δεν είναι ένας τρόπος για να ξεφύγουν από την πραγματική ζωή, ούτε μια αντικατάσταση μιας πραγματικής-κρεάτινης φίλης. Είναι απλά μια αξιαγάπητη εμπειρία-παιχνίδι.

Τόσο αξιολάτρευτη που ένα θέρετρο, περίπου μια ώρα απ’το Τόκιο, το Atami, αξιοποιείται για τη δημοτικότητα του LovePlus+.  Το Atami, είναι ένας προορισμός όπου οι χρήστες του παιχνιδιού μπορούν να κάνουν διακοπές με τα εικονικά τους κορίτσια.  Υπάρχει ξενοδοχείο το οποίο διαθέτει ειδικά διαμορφωμένους χώρους, όπου τα πάντα είναι έτοιμα για τους πελάτες που θέλουν να προσομοιώσουν την εμπειρία μιας πραγματικής απόδρασης. Το προσωπικό του ξενοδοχείου έχει  πάρει εντολή να προσποιούνται πως οι χρήστες του LovePlus+ συνοδεύονται από γυναικεία παρέα.  Τα εστιατόρια προσφέρουν ειδικά γεύματα και πωλητές τροφίμων δίπλα στη θάλασσα πουλάνε κέικ ψαριών και επιδόρπια ζωγραφισμένα με το λογότυπο του LovePlus+. Υπάρχει ακόμη και μια εφαρμογή στο iphoneπου επιτρέπει στους χρήστες να βγάλουν μια ψεύτικη φωτογραφία τους δίπλα στο εικονικό τους κορίτσι.

Το Ατάμι, δεν είναι το μοναδικό μέρος όπου ο εικονικός κόσμος συναντάει την πραγματικότητα.  Η εταιρεία Konami, μέσω Twitter, υπενθύμισε στους followers σ’όλη την Ιαπωνία πως η Rinko Kobayakawa–ηρωίδα του παιχνιδιού-  έχει γεννέθλια 17 Αυγούστου και ρώτησε πως σχεδίαζαν να περάσουν την ημέρα μαζί της. Κάποια Χριστούγεννα, η εταιρεία ανακοίνωσε πως οι χρήστες θα μπορούν να αγοράσουν χριστουγεννιάτικα κέικ για τις φίλες τους.  Μια ώρα αργότερα, ρομαντικά αγόρια με σάρκα και οστά, συνέρρεαν στα μαγαζιά όπου τα 300 κέικ είχαν ήδη πουληθεί πριν ακόμα ανοίξουν τα αρτοποιεία.

Διαβάζοντας εντυπωσιασμένη όλα αυτά για την εικονική πραγματικότητα, το διαδίκτυο, τις ανθρώπινες συμπεριφορές, θυμήθηκα τη φράση μιας φίλης πριν λίγα χρόνια όταν το Facebook είχε αρχίσει να μπαίνει δυναμικά στη ζωή μας: “πάνε οι εποχές που εάν ήθελε κάποιος να σου μιλήσει έπρεπε να πάρει τηλέφωνο στο σταθερό του σπιτιού σου και ίσως να χρειαστεί ν’απαντήσει  στην ερώτηση του πατέρα σου -που θα τύχαινε να σηκώσει το τηλέφωνο- ποιος τη ζητεί παρακαλώ; τώρα απλά περιμένουμε να δούμε και να προσπαθήσουμε να ερμηνεύσουμε το ενδιαφέρον του άλλου με το εάν κάνει λάικ στις αναρτήσεις μας, στις φωτογραφίες μας, εάν σχολιάζει ή αν μας στέλνει μέιλ»

Έτσι είναι. Το διαδίκτυο δεν έχει αλλάξει μόνο τον τρόπο που δουλεύουμε και ενημερωνόμαστε, αλλά και τον τρόπο που αγαπάμε, ερωτευόμαστε, φλερτάρουμε, απατούμε, κάνουμε φιλίες και ερχόμαστε σ’επαφή.  Μπορεί ο τρόπος να έχει αλλάξει, αλλά όσο περίεργο και αν ακούγεται, τα συναισθήματα,  βιώνονται το ίδιο έντονα όπως σε μια σχέση εκτός διαδικτύου.  Για πολλά χρόνια, ήταν ταμπού.  Μια καινούργια έρευνα του American Psychological Association δείχνει πως πλέον πρόκειται για τον δεύτερο πιο συνηθισμένο τρόπο. Οι άλλες επιλογές εκεί έξω, δεν είναι ιδιαίτερες χρήσιμες, συμπληρώνει ο Harry T. Reis Καθηγητής Ψυχολογίας, ειδικά όταν είμαστε ενήλικοι και δεν υπάρχει το σχολείο ή το Πανεπιστήμιο για να μας βοηθήσει να συναντήσουμε νέους ανθρώπους.

Άραγε μπορεί να πετύχει μια τέτοια σχέση;  Οι γνωριμίες μέσω διαδικτύου έχουν κάνει τις ανθρώπινες σχέσεις αναλώσιμες; Συμπεριφέρονται διαφορετικά οι άντρες από τις γυναίκες;  Αυτά και άλλα στο επόμενο άρθρο. Στον Εξώστη.

 

 

 

 

 

Η μητέρα του σκύλου

Η Νέλλη ήταν το αδέσποτο που φρόντιζα τα τελευταία 14 χρόνια. Το μεσαίου μεγέθους κανελί σκυλί εμφανίστηκε ξαφνικά σ’ένα τεράστιο περιφραγμένο χώρο στον οποίο ζούσαν κ άλλα σκυλιά που φροντίζαμε κάποιοι που εργαζόμασταν εκεί.  Τράβηξε αμέσως την προσοχή μου όχι μόνο επειδή ήταν πολύ όμορφη αλλά επειδή ήταν φοβισμένη και δεν μπορούσε να την πλησιάσει κανείς. Τότε, θυμάμαι, ήταν η εποχή που ενθουσιαζόμουν με όλα τα δύσκολα. Δύσκολους ανθρώπους, δύσκολες καταστάσεις, δύσκολα ζώα.

Δυο μήνες μετά κατάφερα να τη χαιδέψω και από τότε όσο περνούσε ο καιρός εκδηλωνόταν όλο και πιο πολύ. Στην αρχή κούναγε ουρά αλλά πλησίαζε διστακτικά, λίγο αργότερα κάναμε μύτη-μύτη -αυτές οι δροσερές μύτες-καραμέλες ούζου των σκύλων είναι το κάτι άλλο- και αργότερα, είχε μάθει το αυτοκίνητο και έτρεχε από μακριά όταν με άκουγε και έκανε όλες αυτές τις χαρές που κάνουν τα σκυλιά όταν βλέπουν κάποιον που συμπαθούν.

Τα χρόνια πέρασαν, η Νέλλη μεγάλωσε. Τον τελευταίο χρόνο είχε πέσει πάρα πολύ. Δυσκολευόταν να περπατήσει και είχε τυφλωθεί.  Είχαμε κανονίσει και λέγαμε πως σύντομα θα ρθει η ώρα της ευθανασίας.  Προχθές, μου είπαν πως τη Μ. Εβδομάδα την πήγαν για ευθανασία αλλά “δεν σου είπαμε τίποτα για να κάνεις Πάσχα“.  Δεν θέλω να περιγράψω πως ένιωσα κ τι απάντησα.

Εχθές, μου ήρθαν στο μυαλό δυο ιστορίες.  Η μια ήταν στενού συγγενή. Όταν πέθανε η μητέρα της -με την οποία δεν μίλαγε τα τελευταία χρόνια- πέρα απ’την απώλεια που βίωνε, τον πόνο των ανοιχτών λογαριασμών που είχε μαζί της, θυμάμαι πως επαναλάμβανε με λυγμούς τη φράση: “δεν ξέρω πως πέθανε. δεν ξέρω εάν είχε κάποιον δίπλα της. δεν ξέρω πως πέρασε τις τελευταίες της ώρες“. Η δεύτερη, ήταν ενός συναδέλφου. Στα πλαίσια πρακτικής, επισκεπτόταν ένα γηροκομείο. Εκεί, είχε αναπτύξει μια πιο στενή σχέση μ’εναν απ’τους ηλικιωμένους. Στην επόμενη επίσκεψή του λοιπόν, τον έψαξε και δεν τον βρήκε. Όταν ρώτησε του απάντησαν: “α, δεν σας το είπαμε. πέθανε την προηγούμενη εβδομάδα“.  Θυμάμαι ακόμα πόσο έκλαιγε όταν περιέγραφε το περιστατικό. Έλεγε, “δεν μου είπαν τίποτα. πως γίνεται να μην πουν τίποτα. ήθελα να πάω στη κηδεία, να τον αποχαιρετήσω.”

Οι παραπάνω περιπτώσεις έχουν ένα κοινό. Δεν ήταν εκεί ν’αποχαιρετήσουν κάποιον που δεν θα ξαναδούν. Δεν ήταν τόσο η απώλεια του ανθρώπου ή του σκύλου. Φυσικά, ο πόνος όταν πεθαίνει κάποιος που αγαπάμε είναι μεγάλος, αλλά γίνεται πολύ μεγαλύτερος εάν αποφασίζουν άλλοι για το πως θα επιλέξουμε να θρηνήσουμε. Συμβουλές δίνω αυστηρά σε δυο τρεις φίλους κ μόνο όταν μου το ζητήσουν. Θα κάνω μια εξαίρεση.  Η διαδικασία του πένθους και του θρήνου είναι μια απόλυτη φυσιολογική διαδικασία που όλοι θα χρειαστεί ν’αντιμετωπίσουμε. Μην αποφασίζετε εσείς για το εάν κ πως θέλει κάποιος να θρηνήσει. Δεν υπάρχει τίποτα πιο παραβιαστικό στο ν’αποφασίζουν οι άλλοι για σένα.

Image

Πόση θεραπεία χωράει σε μια εξομολόγηση;

IMG_20200405_023127.png

«Διότι ο θάνατος είναι η μεγαλύτερη ανθρώπινη αγωνία. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να δεχτεί ότι αυτό το καταπληκτικό στοιχείο της δημιουργίας καταλήγει στο μηδέν-και καλά κάνει. Γι αυτό είναι πολύ επιρρεπής σε οποιονδήποτε του προσφέρει κάποια διέξοδο, κάποια «θεραπεία» γι αυτήν την αγωνία του θανάτου»

Η Ψυχοθεραπεία και η Θρησκευτική παρηγορία έχουν αναπτύξει η καθεμία τις μεθόδους της, για να καθησυχάζουν υπαρξιακές αγωνίες όπως ο θάνατος, η μοναξιά, η ελευθερία, η ανάγκη νοήματος.  Από τα πρώτα της βήματα η ψυχανάλυση κράτησε μια μάλλον απορριπτική στάση απέναντι στη θρησκευτική πίστη. Ο Φρόυντ, ερμήνευε την έντονη ανάγκη για πίστη σε μια ανώτερη, αόρατη και πατρικού τύπου δύναμη ως μια ακόμη έκφανση των εσωτερικών συγκρούσεων του Ιd με το super-ego η οποία εμφανίζεται με τη μορφή νευρωτικής συμπεριφοράς.

Όμως, η ψυχολογία ως η επιστήμη που παρατηρεί, ερμηνεύει και προσπαθεί να προβλέψει την ανθρώπινη συμπεριφορά, δεν θα μπορούσε να μείνει αμέτοχη και «ασυγκίνητη» μπροστά στη θρησκευτική πίστη και όχι μόνο σε περιπτώσεις που οι άνθρωποι ερχόμαστε αντιμέτωποι με υπαρξιακά θέματα, αλλά και κατά πόσο η πίστη μπορεί να λειτουργήσει ευεργετικά και σε πιο καθημερινά προβλήματα.

H ομάδα του Dr. MichaelInzlicht στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο δοκίμασε να ελέγξει αν και κατά πόσο η εγκεφαλική δραστηριότητα των θρησκευόμενων διαφέρει από αυτή των μη θρησκευόμενων σε καταστάσεις που ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος όχι μόνο με πιο βαθιά υπαρξιακά θέματα, αλλά και με καθημερινά λάθη του. Ζήτησαν λοιπόν απ’τους συμμετέχοντες να ολοκληρώσουν ένα πείραμα τύπου Stroop, δηλαδή, να διαβάσουν το χρώμα με το οποίο ήταν γραμμένες οι λέξεις που εμφανίζονταν στην οθόνη τους.  Κάποιες φορές η λέξη που αναγραφόταν στην οθόνη αντιστοιχούσε σε χρώμα το οποίο ερχόταν σε αντίθεση με το χρώμα της ίδιας της λέξης (Η λέξη “κίτρινο” γραμμένη με πράσινους χαρακτήρες). Κατά τη διάρκεια του πειράματος ηλεκτρόδια μετρούσαν την εγκεφαλική δραστηριότητα του εγκεφάλου καθώς σε τέτοιου είδους πειράματα ενεργοποιείται ο πρόσθιος κογχομετωπιαίος φλοιός (Anterior Cingulate Cortex, ACC) η περιοχή του εγκεφάλου που σχετίζεται με την εμφάνιση άγχους κατά την αναγνώριση των λαθών και τη διόρθωση της συμπεριφοράς.

Τα αποτελέσματα έδειξαν πως ο παράγοντας της θρησκευτικής πίστης σχετίζεται αρνητικά με την ενεργοποίηση αυτής της περιοχής. Δηλαδή, όσο πιο θρησκευόμενος είναι κάποιος, τόσο λιγότερο ενεργοποιούνται αυτές οι περιοχές του εγκεφάλου σε καταστάσεις που το άτομο έρχεται αντιμέτωπο με κάποια πηγή άγχους, ακόμη και αν αυτή είναι μικρής σημασίας όπως στο πείραμα Stroop. Οι ερευνητές παρατήρησαν επίσης πως οι θρησκευόμενοι κάνανε λιγότερα λάθη στο πείραμα σε σχέση με τους λιγότερο (ή καθόλου) θρησκευόμενους αλλά και πως οι διαφορές αυτές δεν ήταν δυνατό να ερμηνευθούν βάσει άλλων παραγόντων των συμμετεχόντων όπως η προσωπικότητα ή το IQ τους.

Έτσι λοιπόν, τα αποτελέσματα της έρευνας φαίνεται πως υποστηρίζουν την θετική επίδραση που έχει η θρησκευτική πίστη στα γενικότερα επίπεδα του άγχους. Το γεγονός μάλιστα πως έγινε έλεγχος και άλλων πιθανών παραμέτρων ενισχύει το τελικό συμπέρασμα.Η αλήθεια είναι πως οι πεποιθήσεις και οι βασικές πρακτικές προσεγγίσεις της ψυχοθεραπείας και της θρησκευτικής παρηγορίας βρίσκονται συχνά στους αντίποδες. Όμως, μοιράζονται μια κοινή αποστολή: διακονούν την απόγνωση, που είναι εγγενής στην ανθρώπινη μοίρα. Μερικές φορές έχουν κοινές μεθόδους. Την προσωπική δυαδική σχέση, τη διαδικασία της εξομολόγησης, της εσωτερικής εξερεύνησης, της συγχώρησης των άλλων και του εαυτού. (Religion and Psychiatry, IrvinD. YaloM)

Στηρίζονται και οι δύο στην αγάπη προς τον άνθρωπο.

Αγ. Βασίλης έρχεται (;)

Απ’ τις αρχές Δεκεμβρίου κυκλοφορεί στο διαδίκτυο ένα γράμμα κάποιων γονιών προς το γιο τους ο οποίος θέλει να μάθει την αλήθεια για τον Άγιο Βασίλη.  Στην προσπάθεια τους να μην του στερήσουν την παιδική  αθωότητα και ευπιστία αλλά και από την άλλη να μην του πουν απροκάλυπτα ψέματα,  επιλέγουν έναν διαφορετικό τρόπο χρησιμοποιώντας τον Άγιο ως μέσο για να περιγράψουν ανθρώπινες συμπεριφορές  που προσδίδουν  αγάπη, ελπίδα και ευτυχία.

Από τον αριθμό των αναρτήσεων κατάλαβα πως είναι ένα θέμα που απασχολεί πολλούς γονείς και κάνοντας μια πρόχειρη αναζήτηση στο διαδίκτυο, είδα απίστευτα μεγάλο αριθμό άρθρων με συμβουλές του τύπου «πως να πείτε στο παιδί σας πως δεν υπάρχει ο Άγιος Βασίλης» ή «7 βήματα για το πως να αντιμετωπίσετε τις ερωτήσεις για την ύπαρξη του» ακόμα και site με θέμα «THE SPIRITUAL AND PSYCHOLOGICAL DAMAGE OF THE SANTA LIE!»

Αλήθεια, είναι τόσο κακό να λέμε ψέματα στα παιδιά για τον Άγιο Βασίλη;  Φυσικά, θ’απαντήσουν κάποιοι. Απ’τη μια μεγαλώνουμε τα παιδιά μας λέγοντάς τους να είναι ειλικρινείς, αργότερα τους μαθαίνουμε νόμους της φυσικής και από την άλλη, θα τους λέμε πως εννέα ιπτάμενοι τάρανδοι σέρνουν με το έλκηθρο έναν αθάνατο παππούλη με κόκκινα ρούχα μέσα απ’τον ουρανό, ώστε να παραδώσει τα δώρα σε εκατομμύρια παιδιά σε όλο τον κόσμο σε μια νύχτα, μια φορά το χρόνο;

Αν και το ψέμα μπορεί να γίνει ένα βολικό δεκανίκι στην ανατροφή των παιδιών –πιες το γάλα σου γιατί δεν θα ψηλώσεις – πιστεύω πως όλοι θα συμφωνούσαμε πως είναι καλό να το κρατάμε στο ελάχιστο, τόσο για την ανάπτυξη εμπιστοσύνης ανάμεσα σε μας και τα παιδιά, αλλά κυρίως για να δίνουμε πρώτοι εμείς το παράδειγμα.  Απ’αυτόν τον κανόνα, εξαιρείται ο τελευταίος μήνας του χρόνου, ισχυρίζονται ψ που έχουν ασχοληθεί με το θέμα.

Όχι μόνο ο μύθος του Αγ. Βασίλη είναι ακίνδυνος, αλλά, βοηθάει και στη γνωστική ανάπτυξη των παιδιών. Οι φανταστικές ιστορίες, ενθαρρύνουν ένα είδος φανταστικού παιχνιδιού που πυροδοτεί τη δημιουργικότητα, την κοινωνική κατανόηση ακόμα και την επίλυση προβλημάτων. Τα παιδιά, φαντάζονται τον Άγιο Βασίλη να προσπαθεί να οργανώσει τα ξωτικά στο Βόρειο Πόλο, να προλάβουν να διαβάσουν όλα τα γράμματα, να ετοιμάσουν τα δώρα, μέχρι να έρθει η στιγμή του ταξιδιού. Μερικές φορές, συμμετέχουν  τα ίδια στη φαντασίωση, υιοθετώντας το ρόλο του Ρούντολφ ή του Άγιου Βασίλη στα παιχνίδια με τους φίλους τους.  Αυτές οι μορφές του παιχνιδιού μπορούν  να καλλιεργήσουν ένα σύνολο δεξιοτήτων το λεγόμενο «theory of mind», η οποία βοηθά τα παιδιά να προβλέψουν και να κατανοήσουν τη συμπεριφορά των άλλων ανθρώπων.

Μέσα απ’αυτά τα φανταστικά παιχνίδια, τα παιδιά, «αναγκάζονται» να σκεφτούν –μέσω υποθετικών σεναρίων- ακόμα και εναλλακτικές λύσεις. Για παράδειγμα, τι θα συμβεί εάν τα ξωτικά δεν προλάβουν να τελειώσουν μέχρι την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς;  Πώς θα ήταν τα Χριστούγεννα εάν δεν υπήρχε ο Άγιος Βασίλης; Μια έρευνα, της Alison Gopnik, Καθηγήτριας Ψυχολογίας στο Berkeley και συγγραφέας του βιβλίου «The Philosophical Baby: What Children’s Minds Tell Us About Love, Truth and the Meaning of Life» δείχνει, ότι αυτός ο τρόπος σκέψης, βοηθάει να αναπτυχθούν μοντέλα για το πώς λειτουργεί ο κόσμος και τα «υποχρεώνει» να οραματίζονται δημιουργικές λύσεις σε προβλήματα ή στην κατάληξη νέων ιδεών.  Εξάλλου, λέει η Alison, για να πούμε πως κάποιος μπορεί να επηρεάσει την αλλαγή ή να σχεδιάσει κάτι νέο, αυτός ο κάποιος θα πρέπει να είναι σε θέση να βλέπει τον κόσμο διαφορετικά.

Απ’την άλλη πλευρά, απ’το να καλλιεργούμε μια πίστη η οποία είναι καταδικασμένη να συντριβεί απο την πραγματικότητα, δεν είναι προτιμότερο να μην το κάνουμε καθόλου; ή εαν δημεύσω τον Άγιο ενώ το παιδί έχει πιστέψει στην ύπαρξή του θα είναι σαν να του κλέβω το μεταβατικό του αντικείμενο;

Προσωπικά, πιστεύω πολύ στο πως είναι το παιδί που έχεις απέναντί σου, και δεν εννοώ μόνο στο θέμα αυτό. Για παράδειγμα, σ’ένα παιδί που είναι ήσυχο και ήρεμο γιατί να βάλεις αυστηρά όρια; Επειδή πρέπει γενικά να βάζω όρια; Όχι, θα μου πεις. Θέλω να λέω πάντα την αλήθεια στο παιδί μου. Φαντάζομαι, πως το ίδιο θα ισχύει και όταν σου ζητάει να πάτε στην παιδική χαρά. Δεν θα του λες πως δεν μπορούμε να πάμε σήμερα γιατί είναι κλειστά, αλλά βαριέμαι ή είμαι κουρασμένος. Θέλω να πω μ’αυτό πως η ύπαρξη ή όχι του Αγ. Βασίλη για μένα, εμπίπτει στην κατηγορία του «καλού» ψέματος.  Εξάλλου, μέχρι τη στιγμή που τα παιδιά μαθαίνουν την αλήθεια για τον Άγιο Βασίλη –που είναι συνήθως στην ηλικία των 8- μπορούν και καταλαβαίνουν τη διαφορά μεταξύ αυτού του τύπου ψέματος και δεν δυσανασχετούν με τους γονείς ούτε πιστεύουν πως δεν μπορούν να τους εμπιστευτούν.

Πριν λίγες μέρες άκουσα μια ιστορία εκπαιδευτικού που ένα παιδάκι ρώτησε: «Κυρία, ρώτησα τον μπαμπά μου εάν θα έρθει φέτος ο Αγ. Βασίλης και μου απάντησε πως φέτος θα έρθει ο άδειος Βασίλης» και δεν ήξερε τι να του πει.  Σε κάποιους αυτό φαίνεται χοντράδα, σε άλλους αστείο σε άλλους και τα δυο.  Θα σας αναφέρω απλά μια έρευνα για το πόσο η φαντασία και το παιχνίδι μπορούν να είναι θεραπευτικά για τα παιδιά που περνάνε δύσκολες στιγμές.

Σε μια μελέτη του 2006, ερευνητές  ζήτησαν απο 35 παιδιά που ζούσαν σε καταυλισμούς, προς το τέλος του δεύτερου πολέμου μεταξύ Ισραήλ-Λιβάνου, να «φροντίσουν» ένα βαλσαμωμένο ζώο για τρεις εβδομάδες.  Τριάντα εννέα παιδιά του καταυλισμού, δεν πήραν ταριχευμένο ζωάκι. Μετά τον πόλεμο, οι ερευνητές, πήραν συνέντευξη απ’τους γονείς και διαπίστωσαν πως τα παιδιά που είχαν υιοθετήσει τα ταριχευμένα ζωάκια –και ειδικά εκείνα που φρόντισαν για τα ζώα πιο έντονα- βίωσαν λιγότερα προβλήματα που σχετίζονταν με το άγχος, όπως εφιάλτες και άγχος αποχωρισμού από ό,τι τα άλλα παιδιά.

Προφανώς κ ένα παιδί μπορεί να συμμετέχει σε παιχνίδια φαντασίας ακόμη και αν δεν πιστεύει στον Άγιο. Με κανένα τρόπο δεν είναι αναγκαιότητα για την υγιή ανάπτυξη ενός παιδιού. Με τον χειρότερο τρόπο να χειριστεί ένας γονιός το θέμα δεν θα προκαλέσει διαρκή ψυχολογική βλάβη σ’ένα παιδί. Όμως, αφού μπορούμε να το παρουσιάσουμε με πιο μαλακό τρόπο, γιατί να μην τον προτιμήσουμε; Εάν σας ρωτήσουν, υπάρχει ο Άγιος Βασίλης; απαντήστε με μια ερώτηση: “Εσύ, τί πιστεύεις; Έχεις αρχίσει να πιστεύεις πως δεν υπάρχει; γιατί; Πολλοί θα σκεφτούν πως είναι μεγάλη πολυτέλεια ν’ασχολούμαστε με τέτοια “ασήμαντα” θέματα. Το καταλαβαίνω πολύ. Ξέρω πως όταν είσαι γονιός έχεις ν’απαντήσεις σε πολύ σοβαρότερα ερωτήματα και πως η καθημερινότητα κάτι φορές δεν παλεύεται. Όμως, και απ’τα ασήμαντα μαθαίνουμε κάτι.

Τελειώνω το ποστ μ’ένα video για τα πιο μεγάλα παιδιά που εμένα μου άρεσε πολύ. Στην πτήση μια Καναδέζικης αεροπορικής εταιρείας, οι επιβάτες μίλησαν στο check in με ηλεκτρονικό Άγιο Βασίλη ο οποίος τους ρώτησε όλους τι δώρο θέλουν.  Όταν έφτασαν στον προορισμό τους, πήραν αυτό που ζήτησαν. και αυτοί που ζήτησαν κάλτσες και αυτοί που ‘πίστεψαν’ και ζήτησαν home cinema 🙂

Γιατί τόση επιθετικότητα στο διαδίκτυο;

Η πρώτη βιωματική άσκηση που μας ζητήθηκε να κάνουμε την περίοδο που ήμασταν εκπαιδευόμενοι θεραπευτές ακούστηκε πανεύκολη. Αφού είχαμε χωριστεί σε δυάδες, ο ένας ξεκινούσε με μια δήλωση-πρόταση που αφορούσε τον άλλον και εκείνος, έπρεπε να επαναλάβει αυτή τη δήλωση και να πει πως ένιωθε μ’αυτό που άκουσε. Στη συνέχεια, ο πρώτος που είχε κάνει το αρχικό σχόλιο, έπρεπε να επαναλάβει το συναίσθημα και να πει εκείνος πως νιώθει.
π.χ. –Είσαι αναιδής. -Σ’ακούω να λες πως είμαι αναιδής και νιώθω θυμό. -Σ’ακούω να λες πως νιώθεις θυμό και γίνομαι αμυντικός. -Σ’ακούω να λες πως γίνεσαι αμυντικός και νιώθω ένταση. -Σ’ακούω να λες πως νιώθεις ένταση και φοβάμαι κλπ.

Αυτό θα το κάναμε για τρία με τέσσερα λεπτά.Ο κανόνας ήταν να μιλάμε μόνο για εμάς χωρίς να ζητάμε εξηγήσεις τύπου “γιατί το είπες αυτό ή γιατί τώρα νιώθεις έτσι”. Η άσκηση αυτή συνήθως κατέληγε με κάποια ‘επίλυση’ ή όταν υπήρξε ‘αδιέξοδο’ τότε απλά αρκούσε το “ακούω πως για σένα είναι έτσι και είμαι εντάξει μ’αυτό”. Έτσι λοιπόν, το πρώτο και πιο δύσκολο πράγμα που μάθαμε ήταν να ακούμε. Ν’ακούμε, και να στεκόμαστε λίγο για να δούμε πως είμαστε μ’αυτό που ακούμε. Πολλές φορές, όταν διαβάζω στο διαδίκτυο ασύλληπτα επιθετικά σχόλια για σοβαρά ή μη θέματα ή για πρόσωπα, από τη μια απογοητεύομαι, φοβάμαι, νιώθω φοβερή ένταση και από την άλλη σκέφτομαι πως το να μη γίνομαι επιθετικός και κακοποιητικός είναι κάτι που μαθαίνεται, όπως το έμαθα και γω και τόσοι άλλοι άνθρωποι.

Το άρθρο προσπαθεί να εξηγήσει γιατί υπάρχει τόση επιθετικότητα και θυμός στο διαδίκτυο. Πρώτον, οι σχολιαστές πολλές φορές είναι ανώνυμοι ή χρησιμοποιούν ψευδώνυμο, και ως εκ τούτου, δεν λογοδοτούν για την αγένεια τους. Δεύτερον, βρίσκονται σε απόσταση από το στόχο του θυμού τους και είναι πιο εύκολο να ανταγωνίζονται από απόσταση και τρίτον, μάλλον είναι πιο εύκολο να είσαι βιτριολικός όταν γράφεις παρά όταν είσαι με τον άλλον κοντά.

Επειδή οι συζητήσεις δεν συμβαίνουν σε πραγματικό χρόνο, οι σχολιαστές έχουν τη δυνατότητα να γράφουν μακροσκελείς μονολόγους, πράγμα το οποίο δεν θα γινόταν στη πραγματικότητα. Σημαντικό στοιχείο ο τόνος της φωνής ή κάποια χειρονομία που μπορεί να έχουν μεγάλη επίδραση στην ικανότητά μας να καταλάβουμε τι λέει κάποιος. Όσο πιο μακριά από τον άνθρωπο που κάνουμε διάλογο είμαστε, τόσο πιο δύσκολο είναι να επικοινωνήσουμε.

Ο Edward Wasserman, Καθηγητής Ηθικής Δημοσιογραφίας, σημείωσε μια άλλη αιτία αυτής της εθιστικής βιτριολικής συμπεριφοράς: κακά παραδείγματα από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης τα οποία θα πρέπει να περικόψουν το μίσος και το θυμό που έχουν γίνει ο κανόνας στα σχόλια μεταξύ των αναγνωστών. Είναι χρήσιμο και πολύτιμο να ακούγονται όλες οι απόψεις ενός θέματος, αλλά δεν είναι πολύτιμο να υπάρχουν προσωπικές επιθέσεις ή να υπάρχουν μηνύματα με εξαιρετικά θυμωμένο ύφος. Ακόμα και κάποιος που κάνει κάποιο νόμιμο σχόλιο αλλά με θυμωμένο ύφος, βλάπτει τη φύση του επιχειρήματος, γιατί παροτρύνει και τους υπόλοιπους να ανταποκριθούν με τον ίδιο τρόπο.

Ο Καθηγητής συμπληρώνει: “Εάν σε κάποια ιστοσελίδα μένουν σχόλια τα οποία κάνουν προσωπικές επιθέσεις με τον χειρότερο τρόπο, τότε, στέλνετε το μήνυμα πως αυτή είναι μια αποδεκτή ανθρώπινη συμπεριφορά”

Πολλές φορές είναι δύσκολο να κρατήσουμε την ψυχραιμία μας και όλοι μας κάποιες φορές έχουμε ξεφύγει και έχουμε κάνει κάποιο σχόλιο που ίσως το έχουμε μετανιώσει. Ίσως να είναι μια ευκαιρία να δούμε τι σημαίνει για εμάς το διαφορετικό, πότε αισθανομάστε απειλή από κάποια διαφορετική άποψη. Απλά να το παρατηρήσουμε. Αυτό θα μας δώσει τη δυνατότητα της αλλαγής καθώς και τη δυνατότητα ανάληψης της ευθύνης των επιλογών.