Δύσκολοι αποχαιρετισμοί

«Θα έχει ενδιαφέρον ένα άρθρο για την απώλεια-τον θάνατο. αν έχεις χρόνο και θέλεις» διάβασα στο μέιλ που έλαβα προχθές. Η πρώτη μου σκέψη ήταν μήπως είναι βαρύ για καλοκαίρι –λες και ο πόνος του θανάτου αλλάζει με τις εποχές – αλλά μετά σκέφτηκα πιο πρακτικά: «έλα το’χεις το θέμα. Σίγουρα θα γράψεις για τα πέντε στάδια του πένθους, θα φυσιολογικοποιήσεις τη θλίψη ως αντίδραση στην απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου από το θάνατο και φυσικά κάποιες «πρακτικές συμβουλές» που ίσως βοηθήσουν».Κατά κάποιο τρόπο λοιπόν, αυτό το ποστ είναι παραγγελία.

Το επόμενο πρωί ξύπνησα βιαστικά και ενώ ετοιμαζόμουν να φύγω απ’το σπίτι άκουγα στο ραδιόφωνο για τη συντριβή του αεροσκάφους, το Μεσανατολικό και αμέσως μου ήρθαν στο μυαλό δυο άνθρωποι. Ο Τζάφαρ ή Τζέφρυ όπως τον φωνάζουμε, ο οποίος ζει στην Ελλάδα από 18 χρονών και τον ξέρω από τότε. Ο ίδιος είναι απ’ τη Δυτική όχθη, δεν έχει πάει ποτέ στη Λωρίδα της Γάζας, όμως όλοι του οι συγγενείς, φίλοι και συμπατριώτες είναι εκεί. Η Νούριθ που ζει στο Τελ Αβίβ με την οποία δεν έχω κοντινή σχέση όμως είναι ένας άνθρωπος που θαυμάζω απεριόριστα. Τελευταία φορά την είδα το Φεβρουάριο στο πλαίσιο μιας εποπτείας και θυμήθηκα πόσο μ’εντυπωσίασε ο τρόπος που δούλεψε μέσα στην ομάδα ένα θέμα απώλειας. Προσπάθησα να φανταστώ πως θα ένιωθαν αυτοί οι άνθρωποι εάν διάβαζαν το ποστ που σκεφτόμουν να γράψω. Δυο άνθρωποι που ξέρουν καλά τι σημαίνει απώλεια. Ντράπηκα και ένιωσα αμηχανία, όμως, κατάφερα να συνδεθώ και να έρθω σ’επαφή με τον πόνο της δικής μου απώλειας που βίωσα πριν τρια χρόνια. Τότε που εγώ διάβαζα πρακτικά ποστ για να καταφέρω να απαλύνω τον πόνο που ένιωθα. Το γνωστικό μου κομμάτι ηρεμούσε για λίγο όμως ο πόνος ήταν αφόρητος και όσο προσπαθούσα με λογικά επιχειρήματα να τον κατευνάσω χωρίς να του δώσω χώρο –είναι η φύση του ανθρώπου ν’αποφεύγει τον πόνο- τόσο θύμωνα και υπέφερα. Ήθελα απλά να τελειώνει και να είμαι καλά.

Αυτό που ήταν σωτήριο για μένα εκείνη την περίοδο ήταν η παρουσία τριών ανθρώπων. Το λεγόμενο υποστηρικτικό πλαίσιο. Και μόνο η αίσθηση πως δεν ήμουν μόνη μου, ήταν ανακουφιστική. Εγώ βοήθησα με το να ζητάω από εκείνες πράγματα που ήξερα πως θα μπορούσαν να μου δώσουν. Ήξερα πως η μια είναι ακούραστη στο ν’ακούει τα ίδια και τα ίδια και να με δικαιώνει, η άλλη το άντεχε να με ακούει να κλαίω γοερά και απλά να είναι εκεί και με την τρίτη να συζητώ πιο ‘λογικά’ και να μη βυθίζομαι εντελώς στο συναίσθημα. Το να ζητάς απ’τους άλλους αυτό που έχεις ανάγκη όχι μόνο μαθαίνεται αλλά είναι και πολύ βοηθητικό στις σχέσεις.

Προσπάθησα να μην είμαι απαιτητική με μένα. Αποδέχτηκα πως περνάω μεγάλο ζόρι και με το να λέω στον εαύτο μου «άντε Νάσια, ακόμα; Δεν είναι φυσιολογικό τόσο πένθος. Έχεις ξεπεράσει το επιτρεπτό όριο» δεν βοήθησε καθόλου. Ο πόνος δεν είναι ένδειξη αδυναμίας και ο χρόνος επούλωσης ενός τραύματος δεν είναι ίδιος για όλους. Να είστε μαλακοί με τον εαυτό σας. Μιλήστε και φερθείτε στον εαύτο σας όπως θα μιλούσατε σ’ένα παιδάκι που κλαίει και είναι πολύ στεναχωρημένο. Φαντάζομαι πως στο παιδί σας ή στο παιδί ενός φίλου σας δεν θα λέγατε ποτέ «άντε, τελείωνε με τα κλάματα. Δεν είναι φυσιολογικό αυτό». Θα το ακούγατε, θα του λέγατε πως έχει δίκιο που είναι στεναχωρημένο και κλαίει και θα το φροντίζατε όπως μπορούσατε.

Εκείνη την περίοδο δυσκολευόμουν πολύ και να κοιμηθώ. Επειδή δεν μπορούσα με τίποτα να διαβάζω, έβαλα στο υπνοδωμάτιό μου μια τηλεόραση και μετά από ένα τέταρτο μ’έπαιρνε ο ύπνος. Δεν ξέρω εάν ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός, με τον καιρό όμως η πληγή έκλεισε. Η ουλή έμεινε και κάποιες φορές με τις αλλαγές του καιρού πονάει, αλλά η ποιότητα, η ένταση και πόσο μένω στον πόνο δεν είναι η ίδια. Αποδέχτηκα πως κάποιες απώλειες ίσως να μην τις ξεπεράσω και αυτή αποδοχή, εμένα με ηρεμεί.

Θέλω να πω κάτι σ’εκείνους που είναι κοντά σε ανθρώπους που πενθούν. Δεν χρειάζεται να έχετε πάντα κάτι να πείτε. Με το να είστε εκεί να ακούτε είναι πολύ πιο θεραπευτικό και ανακουφιστικό για τον άλλον. Αν θέλετε, αποφύγετε φράσεις «θα περάσει, θα δεις ή τουλάχιστο δεν ταλαιπωρήθηκε» υπάρχει μεγάλη πιθανότητα ο άλλος να θυμώσει. Είναι πολύ φοβιστικό να μένεις στον πόνο, το ξέρω. Όμως, πολλές φορές, το μόνο που θέλουμε όταν κλαίμε είναι να μην κλαίμε μόνοι μας. Απλά να είναι κάποιος δίπλα μας χωρίς να μιλάει. Απλά, ν’αντέχει τον πόνο μας.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στον Εξώστη 21/7/2014
http://www.exostispress.gr/Article/diskoloi-apoxairetismoi-0#ixzz38HzjDgS8

Love Bytes – Μέρος ΙΙ

Η αύξηση της χρήσης της τεχνολογίας για τη δημιουργία σχέσεων, προσέλκυσε έντονη κριτική και ιδιαίτερα στις αρχές της δεκαετίας του 90, όπου όποιος χρησιμοποιούσε το διαδίκτυο για γνωριμίες στιγματίζονταν ως φυτό, απελπισμένος ή αποφευκτική προσωπικότητα ανίκανος να λειτουργήσει στον “πραγματικό” κόσμο. Λίγο αργότερα, οι γνωριμίες μέσω διαδικτύου άρχισαν να γίνονται πιο mainstream αποβάλλοντας το μέχρι τότε στίγμα. Σημαντικό ρόλο έπαιξε ο κινηματογράφος και άλλες πτυχές της ποπ κουλτούρας όπου οι διαδικτυακές σχέσεις άρχιζαν να παρουσιάζονται με θετικό τρόπο. Η ταινία “You’ve got mail” είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αλλαγής αφού –όσο απίστευτο κ αν ακούγεται- συνετέλεσε στη διαγραφή αρνητικών στερεοτύπων σχετικά με τη χρήση του διαδικτύου για να βρει κάποιος σύντροφο. (Orr, 2004)

Η πρώτη μεγάλη έρευνα που παρουσίασε τη στάση του κοινού απέναντι στις διαδικτυακές σχέσεις, έλαβε χώρα το 2005 από το Pew Research Center, όπου ανάμεσα σε άλλες ενδιαφέρουσες αναλύσεις, μάθαμε πως οι θετικές εμπειρίες άλλων ανθρώπων σε σχέση με κάποια διαδικτυακή γνωριμία, μπορούν να οδηγήσουν την επιθυμία κάποιου να δοκιμάσει και εκείνος να σχετιστεί με τον ίδιο τρόπο.

Οι περισσότερες έρευνες ή δημοσιεύσεις δίνουν ιδιαίτερη έμφαση σε δυο σημεία. Πόσο διαφορετικά βιώνονται τα συναισθήματα διαδικτυακά και αν υπάρχουν διαφορές στη συμπεριφορά αλλά και στα κριτήρια με τα οποία οι άντρες και οι γυναίκες αποφασίζουν εάν θα συνεχιστεί η σχέση και εκτός διαδικτύου.

Έτσι λοιπόν, μαθαίνουμε πως τα δυο αντιφατικά χαρακτηριστικά μιας διαδικτυακής γνωριμίας, η ανωνυμία και η σε μεγάλο βαθμό αυτοαποκάλυψη, οδηγούν στο να έρθουν πολύ κοντά άνθρωποι σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, αφού είναι γνωστό πως η μεγάλη οικειότητα προκαλεί και πολύ έντονα συναισθήματα.

Η γρήγορη αυτοαποκάλυψη θυμίζει το φαινόμενο «ξένοι στο τρένο» όπου πολλές φορές οι άνθρωποι ανοιγόμαστε και μιλάμε για τη ζωή μας με κάποιον συνταξιδιώτη που πιστεύουμε πως δεν θα ξαναδούμε. Πόσο μάλλον στο διαδίκτυο όπου δεν βλέπεις τις εκφράσεις του συνομιλητή σου και δεν χρειάζεται να κοιτάζεις τον άλλον όταν μιλάς για τον εαυτό σου ή εκμηστηρεύεσαι ένα μυστικό σου.

«Δεν κατάλαβα πως έγινε. Ποτέ δεν φανταζόμουν πως θα ερωτευτώ τόσο γρήγορα και τόσο βαθιά κάποιον που δεν έχω ξαναδεί. εάν τύχει και για κάποιες ώρες δεν τον δω online, αισθάνομαι κατάθλιψη, δεν έχω όρεξη για τίποτα»

Η παραπάνω περιγραφή είναι αληθινή. Κάποιος θ’αναρρωτηθεί πως όλο αυτό είναι υπερβολή και πως ο συγκεκριμένος άνθρωπος μάλλον θα κάνει εξαρτητικές σχέσεις γενικότερα. Ίσως, αλλά μη ξεχνάμε πως οι διαδικτυακές συνομιλίες έχουν ένα συνεχές απ’την άποψη ότι μπορούν να διεξάγονται οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, καθημερινά, στην ανέση του σπιτιού σου ή του γραφείου σου, παντός καιρού, χωρίς το «δεν έχω τι να φορέσω», ίσως με τα παιδιά να παίζουν παραδίπλα, επενδύοντας ελάχιστη φυσική παρουσία. Μια διαδικτυακή σχέση είναι σαν να έχεις να πας σ’ένα πάρτυ όποτε θες, χωρίς να χρειαστεί να βγεις απ’το σπίτι σου.

Πολλοί πιστεύουν πως με την παραπλάνηση, μειώνεται ο κίνδυνος τερματισμός μιας σχέσης ή υπάρχει μεγαλύτερη ερωτική έλξη εάν δεν πεις όλη την αλήθεια. Φυσικά στο διαδίκτυο αυτό είναι πιο εύκολο και για κάποιους, το μυστικό της επιτυχίας είναι η ειλικρίνεια, την οποία έτσι και μπορέσεις να την υποκριθείς, θα τα έχεις καταφέρει. Σε μια έρευνα, 48% των ερωτηθέντων απάντησε πως λένε ψέματα για την ηλικία τους περιστασιακά και 23% πως το κάνουν συχνά. Ένα 5% παραδέχτηκε πως περιστασιακά λέει ψέματα για το φύλο τους. Οι άντρες λένε πιο συχνά ψέματα απ’τις γυναίκες και κυρίως για την κοινωνικοοικονομική τους κατάσταση. Οι γυναίκες λέμε ψέματα κυρίως για λόγους ασφαλείας.

Ο Edward Royzman, Καθηγητής Ψυχολογίας, ισχυρίζεται πως οι άνδρες λαμβάνουν αποφάσεις για το εάν επιθυμούν να προχωρήσουν μια σχέση με πολύ διαφορετικό τρόπο απ’τις γυναίκες ακόμα και διαδικτυακά. Για έναν άντρα, συνήθως, αν μια γυναίκα δεν είναι αρκετά ελκυστική, το πιθανότερο είναι να μην έχει την ευκαιρία ενός πρώτου ραντεβού. Για τις γυναίκες, όμως, ο Καθηγητής λέει πως αυτό είναι μια πιο σύνθετη επιλογή καθώς αυτό που τείνει να έχει σημασία είναι το συνολικό «πακέτο» να είναι καλό, εννοώντας πως μια γυναίκα μπορεί να δεχτεί ένα λιγότερο ελκυστικό σύντροφο εάν έχει κάποια άλλα θετικά στοιχεία, όπως ευγένεια, εξυπνάδα, καλοσύνη.

Δεν ξέρω εάν τα ευρύματα απ’το πείραμα του Καθηγητή ακούγονται cliché, όμως, πάντα συμβαίνει αυτό που λέμε οι θεραπευτές για τους θεραπευόμενούς μας. Κάποια στιγμή θα σχετιστούν μαζί μας με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που σχετίζονται με τους οικείους τους. Έτσι κι εγώ, τον τρόπο με τον οποίο σχετίζομαι με τους φίλους μου ή τον τρόπο που προσεγγίζω κάποιον στην «αληθινή» μου ζωή, αργά ή γρήγορα θα τον φέρω και στην εικονική μου πραγματικότητα. Γιατί ο τρόπος που σχετίζομαι, είναι τα πάντα.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στον Εξώστη στις 23/6/2014

http://www.exostispress.gr/Article/Love-Bytes–meros-ii-0#ixzz38Hv5L7wa

Link

Στη δεκαετία του ‘90 το Ιαπωνικό παιχνίδι “Tamagotchi” πούλησε 70 εκατομμύρια συσκευές οι οποίες προσομοίωναν ψηφιακά κατοικίδια που χρειάζονταν τακτική φροντίδα μέσα στην ημέρα. Το 2009 η εταιρεία Konami έφτιαξε ένα δημοφιλές στην Ιαπωνία παιχνίδι το LovePlus + το οποίο παίζεται σε φορητή κονσόλα και ο χρήστης διατηρεί μια ρομαντική –μη σεξουαλική- σχέση μ’ένα εικονικό κορίτσι.

Οι χρήστες, παίζουν το παιχνίδι προσομοιώνοντας σχεδόν τα πάντα. Στέλνουν παιχνιδιάρικα sms στο κορίτσι τους ή μπορούν να χρησιμοποιήσουν και το ενσωματωμένο μικρόφωνο της συσκευής για να έχουν και κάποια συνομιλία μαζί τους. Σε μια κριτική του LovePlus+ διάβασα πως τέτοιου είδους παιχνίδια είναι αρκετά δημοφιλή και αρκετά παρεξηγημένα εκτός Ιαπωνίας. Για κάποιους, δεν είναι ένας τρόπος για να ξεφύγουν από την πραγματική ζωή, ούτε μια αντικατάσταση μιας πραγματικής-κρεάτινης φίλης. Είναι απλά μια αξιαγάπητη εμπειρία-παιχνίδι.

Τόσο αξιολάτρευτη που ένα θέρετρο, περίπου μια ώρα απ’το Τόκιο, το Atami, αξιοποιείται για τη δημοτικότητα του LovePlus+.  Το Atami, είναι ένας προορισμός όπου οι χρήστες του παιχνιδιού μπορούν να κάνουν διακοπές με τα εικονικά τους κορίτσια.  Υπάρχει ξενοδοχείο το οποίο διαθέτει ειδικά διαμορφωμένους χώρους, όπου τα πάντα είναι έτοιμα για τους πελάτες που θέλουν να προσομοιώσουν την εμπειρία μιας πραγματικής απόδρασης. Το προσωπικό του ξενοδοχείου έχει  πάρει εντολή να προσποιούνται πως οι χρήστες του LovePlus+ συνοδεύονται από γυναικεία παρέα.  Τα εστιατόρια προσφέρουν ειδικά γεύματα και πωλητές τροφίμων δίπλα στη θάλασσα πουλάνε κέικ ψαριών και επιδόρπια ζωγραφισμένα με το λογότυπο του LovePlus+. Υπάρχει ακόμη και μια εφαρμογή στο iphoneπου επιτρέπει στους χρήστες να βγάλουν μια ψεύτικη φωτογραφία τους δίπλα στο εικονικό τους κορίτσι.

Το Ατάμι, δεν είναι το μοναδικό μέρος όπου ο εικονικός κόσμος συναντάει την πραγματικότητα.  Η εταιρεία Konami, μέσω Twitter, υπενθύμισε στους followers σ’όλη την Ιαπωνία πως η Rinko Kobayakawa–ηρωίδα του παιχνιδιού-  έχει γεννέθλια 17 Αυγούστου και ρώτησε πως σχεδίαζαν να περάσουν την ημέρα μαζί της. Κάποια Χριστούγεννα, η εταιρεία ανακοίνωσε πως οι χρήστες θα μπορούν να αγοράσουν χριστουγεννιάτικα κέικ για τις φίλες τους.  Μια ώρα αργότερα, ρομαντικά αγόρια με σάρκα και οστά, συνέρρεαν στα μαγαζιά όπου τα 300 κέικ είχαν ήδη πουληθεί πριν ακόμα ανοίξουν τα αρτοποιεία.

Διαβάζοντας εντυπωσιασμένη όλα αυτά για την εικονική πραγματικότητα, το διαδίκτυο, τις ανθρώπινες συμπεριφορές, θυμήθηκα τη φράση μιας φίλης πριν λίγα χρόνια όταν το Facebook είχε αρχίσει να μπαίνει δυναμικά στη ζωή μας: “πάνε οι εποχές που εάν ήθελε κάποιος να σου μιλήσει έπρεπε να πάρει τηλέφωνο στο σταθερό του σπιτιού σου και ίσως να χρειαστεί ν’απαντήσει  στην ερώτηση του πατέρα σου -που θα τύχαινε να σηκώσει το τηλέφωνο- ποιος τη ζητεί παρακαλώ; τώρα απλά περιμένουμε να δούμε και να προσπαθήσουμε να ερμηνεύσουμε το ενδιαφέρον του άλλου με το εάν κάνει λάικ στις αναρτήσεις μας, στις φωτογραφίες μας, εάν σχολιάζει ή αν μας στέλνει μέιλ»

Έτσι είναι. Το διαδίκτυο δεν έχει αλλάξει μόνο τον τρόπο που δουλεύουμε και ενημερωνόμαστε, αλλά και τον τρόπο που αγαπάμε, ερωτευόμαστε, φλερτάρουμε, απατούμε, κάνουμε φιλίες και ερχόμαστε σ’επαφή.  Μπορεί ο τρόπος να έχει αλλάξει, αλλά όσο περίεργο και αν ακούγεται, τα συναισθήματα,  βιώνονται το ίδιο έντονα όπως σε μια σχέση εκτός διαδικτύου.  Για πολλά χρόνια, ήταν ταμπού.  Μια καινούργια έρευνα του American Psychological Association δείχνει πως πλέον πρόκειται για τον δεύτερο πιο συνηθισμένο τρόπο. Οι άλλες επιλογές εκεί έξω, δεν είναι ιδιαίτερες χρήσιμες, συμπληρώνει ο Harry T. Reis Καθηγητής Ψυχολογίας, ειδικά όταν είμαστε ενήλικοι και δεν υπάρχει το σχολείο ή το Πανεπιστήμιο για να μας βοηθήσει να συναντήσουμε νέους ανθρώπους.

Άραγε μπορεί να πετύχει μια τέτοια σχέση;  Οι γνωριμίες μέσω διαδικτύου έχουν κάνει τις ανθρώπινες σχέσεις αναλώσιμες; Συμπεριφέρονται διαφορετικά οι άντρες από τις γυναίκες;  Αυτά και άλλα στο επόμενο άρθρο. Στον Εξώστη.

 

 

 

 

 

Η μητέρα του σκύλου

Η Νέλλη ήταν το αδέσποτο που φρόντιζα τα τελευταία 14 χρόνια. Το μεσαίου μεγέθους κανελί σκυλί εμφανίστηκε ξαφνικά σ’ένα τεράστιο περιφραγμένο χώρο στον οποίο ζούσαν κ άλλα σκυλιά που φροντίζαμε κάποιοι που εργαζόμασταν εκεί.  Τράβηξε αμέσως την προσοχή μου όχι μόνο επειδή ήταν πολύ όμορφη αλλά επειδή ήταν φοβισμένη και δεν μπορούσε να την πλησιάσει κανείς. Τότε, θυμάμαι, ήταν η εποχή που ενθουσιαζόμουν με όλα τα δύσκολα. Δύσκολους ανθρώπους, δύσκολες καταστάσεις, δύσκολα ζώα.

Δυο μήνες μετά κατάφερα να τη χαιδέψω και από τότε όσο περνούσε ο καιρός εκδηλωνόταν όλο και πιο πολύ. Στην αρχή κούναγε ουρά αλλά πλησίαζε διστακτικά, λίγο αργότερα κάναμε μύτη-μύτη -αυτές οι δροσερές μύτες-καραμέλες ούζου των σκύλων είναι το κάτι άλλο- και αργότερα, είχε μάθει το αυτοκίνητο και έτρεχε από μακριά όταν με άκουγε και έκανε όλες αυτές τις χαρές που κάνουν τα σκυλιά όταν βλέπουν κάποιον που συμπαθούν.

Τα χρόνια πέρασαν, η Νέλλη μεγάλωσε. Τον τελευταίο χρόνο είχε πέσει πάρα πολύ. Δυσκολευόταν να περπατήσει και είχε τυφλωθεί.  Είχαμε κανονίσει και λέγαμε πως σύντομα θα ρθει η ώρα της ευθανασίας.  Προχθές, μου είπαν πως τη Μ. Εβδομάδα την πήγαν για ευθανασία αλλά “δεν σου είπαμε τίποτα για να κάνεις Πάσχα“.  Δεν θέλω να περιγράψω πως ένιωσα κ τι απάντησα.

Εχθές, μου ήρθαν στο μυαλό δυο ιστορίες.  Η μια ήταν στενού συγγενή. Όταν πέθανε η μητέρα της -με την οποία δεν μίλαγε τα τελευταία χρόνια- πέρα απ’την απώλεια που βίωνε, τον πόνο των ανοιχτών λογαριασμών που είχε μαζί της, θυμάμαι πως επαναλάμβανε με λυγμούς τη φράση: “δεν ξέρω πως πέθανε. δεν ξέρω εάν είχε κάποιον δίπλα της. δεν ξέρω πως πέρασε τις τελευταίες της ώρες“. Η δεύτερη, ήταν ενός συναδέλφου. Στα πλαίσια πρακτικής, επισκεπτόταν ένα γηροκομείο. Εκεί, είχε αναπτύξει μια πιο στενή σχέση μ’εναν απ’τους ηλικιωμένους. Στην επόμενη επίσκεψή του λοιπόν, τον έψαξε και δεν τον βρήκε. Όταν ρώτησε του απάντησαν: “α, δεν σας το είπαμε. πέθανε την προηγούμενη εβδομάδα“.  Θυμάμαι ακόμα πόσο έκλαιγε όταν περιέγραφε το περιστατικό. Έλεγε, “δεν μου είπαν τίποτα. πως γίνεται να μην πουν τίποτα. ήθελα να πάω στη κηδεία, να τον αποχαιρετήσω.”

Οι παραπάνω περιπτώσεις έχουν ένα κοινό. Δεν ήταν εκεί ν’αποχαιρετήσουν κάποιον που δεν θα ξαναδούν. Δεν ήταν τόσο η απώλεια του ανθρώπου ή του σκύλου. Φυσικά, ο πόνος όταν πεθαίνει κάποιος που αγαπάμε είναι μεγάλος, αλλά γίνεται πολύ μεγαλύτερος εάν αποφασίζουν άλλοι για το πως θα επιλέξουμε να θρηνήσουμε. Συμβουλές δίνω αυστηρά σε δυο τρεις φίλους κ μόνο όταν μου το ζητήσουν. Θα κάνω μια εξαίρεση.  Η διαδικασία του πένθους και του θρήνου είναι μια απόλυτη φυσιολογική διαδικασία που όλοι θα χρειαστεί ν’αντιμετωπίσουμε. Μην αποφασίζετε εσείς για το εάν κ πως θέλει κάποιος να θρηνήσει. Δεν υπάρχει τίποτα πιο παραβιαστικό στο ν’αποφασίζουν οι άλλοι για σένα.

Image

Πόση θεραπεία χωράει σε μια εξομολόγηση;

IMG_20200405_023127.png

«Διότι ο θάνατος είναι η μεγαλύτερη ανθρώπινη αγωνία. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να δεχτεί ότι αυτό το καταπληκτικό στοιχείο της δημιουργίας καταλήγει στο μηδέν-και καλά κάνει. Γι αυτό είναι πολύ επιρρεπής σε οποιονδήποτε του προσφέρει κάποια διέξοδο, κάποια «θεραπεία» γι αυτήν την αγωνία του θανάτου»

Η Ψυχοθεραπεία και η Θρησκευτική παρηγορία έχουν αναπτύξει η καθεμία τις μεθόδους της, για να καθησυχάζουν υπαρξιακές αγωνίες όπως ο θάνατος, η μοναξιά, η ελευθερία, η ανάγκη νοήματος.  Από τα πρώτα της βήματα η ψυχανάλυση κράτησε μια μάλλον απορριπτική στάση απέναντι στη θρησκευτική πίστη. Ο Φρόυντ, ερμήνευε την έντονη ανάγκη για πίστη σε μια ανώτερη, αόρατη και πατρικού τύπου δύναμη ως μια ακόμη έκφανση των εσωτερικών συγκρούσεων του Ιd με το super-ego η οποία εμφανίζεται με τη μορφή νευρωτικής συμπεριφοράς.

Όμως, η ψυχολογία ως η επιστήμη που παρατηρεί, ερμηνεύει και προσπαθεί να προβλέψει την ανθρώπινη συμπεριφορά, δεν θα μπορούσε να μείνει αμέτοχη και «ασυγκίνητη» μπροστά στη θρησκευτική πίστη και όχι μόνο σε περιπτώσεις που οι άνθρωποι ερχόμαστε αντιμέτωποι με υπαρξιακά θέματα, αλλά και κατά πόσο η πίστη μπορεί να λειτουργήσει ευεργετικά και σε πιο καθημερινά προβλήματα.

H ομάδα του Dr. MichaelInzlicht στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο δοκίμασε να ελέγξει αν και κατά πόσο η εγκεφαλική δραστηριότητα των θρησκευόμενων διαφέρει από αυτή των μη θρησκευόμενων σε καταστάσεις που ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος όχι μόνο με πιο βαθιά υπαρξιακά θέματα, αλλά και με καθημερινά λάθη του. Ζήτησαν λοιπόν απ’τους συμμετέχοντες να ολοκληρώσουν ένα πείραμα τύπου Stroop, δηλαδή, να διαβάσουν το χρώμα με το οποίο ήταν γραμμένες οι λέξεις που εμφανίζονταν στην οθόνη τους.  Κάποιες φορές η λέξη που αναγραφόταν στην οθόνη αντιστοιχούσε σε χρώμα το οποίο ερχόταν σε αντίθεση με το χρώμα της ίδιας της λέξης (Η λέξη “κίτρινο” γραμμένη με πράσινους χαρακτήρες). Κατά τη διάρκεια του πειράματος ηλεκτρόδια μετρούσαν την εγκεφαλική δραστηριότητα του εγκεφάλου καθώς σε τέτοιου είδους πειράματα ενεργοποιείται ο πρόσθιος κογχομετωπιαίος φλοιός (Anterior Cingulate Cortex, ACC) η περιοχή του εγκεφάλου που σχετίζεται με την εμφάνιση άγχους κατά την αναγνώριση των λαθών και τη διόρθωση της συμπεριφοράς.

Τα αποτελέσματα έδειξαν πως ο παράγοντας της θρησκευτικής πίστης σχετίζεται αρνητικά με την ενεργοποίηση αυτής της περιοχής. Δηλαδή, όσο πιο θρησκευόμενος είναι κάποιος, τόσο λιγότερο ενεργοποιούνται αυτές οι περιοχές του εγκεφάλου σε καταστάσεις που το άτομο έρχεται αντιμέτωπο με κάποια πηγή άγχους, ακόμη και αν αυτή είναι μικρής σημασίας όπως στο πείραμα Stroop. Οι ερευνητές παρατήρησαν επίσης πως οι θρησκευόμενοι κάνανε λιγότερα λάθη στο πείραμα σε σχέση με τους λιγότερο (ή καθόλου) θρησκευόμενους αλλά και πως οι διαφορές αυτές δεν ήταν δυνατό να ερμηνευθούν βάσει άλλων παραγόντων των συμμετεχόντων όπως η προσωπικότητα ή το IQ τους.

Έτσι λοιπόν, τα αποτελέσματα της έρευνας φαίνεται πως υποστηρίζουν την θετική επίδραση που έχει η θρησκευτική πίστη στα γενικότερα επίπεδα του άγχους. Το γεγονός μάλιστα πως έγινε έλεγχος και άλλων πιθανών παραμέτρων ενισχύει το τελικό συμπέρασμα.Η αλήθεια είναι πως οι πεποιθήσεις και οι βασικές πρακτικές προσεγγίσεις της ψυχοθεραπείας και της θρησκευτικής παρηγορίας βρίσκονται συχνά στους αντίποδες. Όμως, μοιράζονται μια κοινή αποστολή: διακονούν την απόγνωση, που είναι εγγενής στην ανθρώπινη μοίρα. Μερικές φορές έχουν κοινές μεθόδους. Την προσωπική δυαδική σχέση, τη διαδικασία της εξομολόγησης, της εσωτερικής εξερεύνησης, της συγχώρησης των άλλων και του εαυτού. (Religion and Psychiatry, IrvinD. YaloM)

Στηρίζονται και οι δύο στην αγάπη προς τον άνθρωπο.

Αγ. Βασίλης έρχεται (;)

Απ’ τις αρχές Δεκεμβρίου κυκλοφορεί στο διαδίκτυο ένα γράμμα κάποιων γονιών προς το γιο τους ο οποίος θέλει να μάθει την αλήθεια για τον Άγιο Βασίλη.  Στην προσπάθεια τους να μην του στερήσουν την παιδική  αθωότητα και ευπιστία αλλά και από την άλλη να μην του πουν απροκάλυπτα ψέματα,  επιλέγουν έναν διαφορετικό τρόπο χρησιμοποιώντας τον Άγιο ως μέσο για να περιγράψουν ανθρώπινες συμπεριφορές  που προσδίδουν  αγάπη, ελπίδα και ευτυχία.

Από τον αριθμό των αναρτήσεων κατάλαβα πως είναι ένα θέμα που απασχολεί πολλούς γονείς και κάνοντας μια πρόχειρη αναζήτηση στο διαδίκτυο, είδα απίστευτα μεγάλο αριθμό άρθρων με συμβουλές του τύπου «πως να πείτε στο παιδί σας πως δεν υπάρχει ο Άγιος Βασίλης» ή «7 βήματα για το πως να αντιμετωπίσετε τις ερωτήσεις για την ύπαρξη του» ακόμα και site με θέμα «THE SPIRITUAL AND PSYCHOLOGICAL DAMAGE OF THE SANTA LIE!»

Αλήθεια, είναι τόσο κακό να λέμε ψέματα στα παιδιά για τον Άγιο Βασίλη;  Φυσικά, θ’απαντήσουν κάποιοι. Απ’τη μια μεγαλώνουμε τα παιδιά μας λέγοντάς τους να είναι ειλικρινείς, αργότερα τους μαθαίνουμε νόμους της φυσικής και από την άλλη, θα τους λέμε πως εννέα ιπτάμενοι τάρανδοι σέρνουν με το έλκηθρο έναν αθάνατο παππούλη με κόκκινα ρούχα μέσα απ’τον ουρανό, ώστε να παραδώσει τα δώρα σε εκατομμύρια παιδιά σε όλο τον κόσμο σε μια νύχτα, μια φορά το χρόνο;

Αν και το ψέμα μπορεί να γίνει ένα βολικό δεκανίκι στην ανατροφή των παιδιών –πιες το γάλα σου γιατί δεν θα ψηλώσεις – πιστεύω πως όλοι θα συμφωνούσαμε πως είναι καλό να το κρατάμε στο ελάχιστο, τόσο για την ανάπτυξη εμπιστοσύνης ανάμεσα σε μας και τα παιδιά, αλλά κυρίως για να δίνουμε πρώτοι εμείς το παράδειγμα.  Απ’αυτόν τον κανόνα, εξαιρείται ο τελευταίος μήνας του χρόνου, ισχυρίζονται ψ που έχουν ασχοληθεί με το θέμα.

Όχι μόνο ο μύθος του Αγ. Βασίλη είναι ακίνδυνος, αλλά, βοηθάει και στη γνωστική ανάπτυξη των παιδιών. Οι φανταστικές ιστορίες, ενθαρρύνουν ένα είδος φανταστικού παιχνιδιού που πυροδοτεί τη δημιουργικότητα, την κοινωνική κατανόηση ακόμα και την επίλυση προβλημάτων. Τα παιδιά, φαντάζονται τον Άγιο Βασίλη να προσπαθεί να οργανώσει τα ξωτικά στο Βόρειο Πόλο, να προλάβουν να διαβάσουν όλα τα γράμματα, να ετοιμάσουν τα δώρα, μέχρι να έρθει η στιγμή του ταξιδιού. Μερικές φορές, συμμετέχουν  τα ίδια στη φαντασίωση, υιοθετώντας το ρόλο του Ρούντολφ ή του Άγιου Βασίλη στα παιχνίδια με τους φίλους τους.  Αυτές οι μορφές του παιχνιδιού μπορούν  να καλλιεργήσουν ένα σύνολο δεξιοτήτων το λεγόμενο «theory of mind», η οποία βοηθά τα παιδιά να προβλέψουν και να κατανοήσουν τη συμπεριφορά των άλλων ανθρώπων.

Μέσα απ’αυτά τα φανταστικά παιχνίδια, τα παιδιά, «αναγκάζονται» να σκεφτούν –μέσω υποθετικών σεναρίων- ακόμα και εναλλακτικές λύσεις. Για παράδειγμα, τι θα συμβεί εάν τα ξωτικά δεν προλάβουν να τελειώσουν μέχρι την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς;  Πώς θα ήταν τα Χριστούγεννα εάν δεν υπήρχε ο Άγιος Βασίλης; Μια έρευνα, της Alison Gopnik, Καθηγήτριας Ψυχολογίας στο Berkeley και συγγραφέας του βιβλίου «The Philosophical Baby: What Children’s Minds Tell Us About Love, Truth and the Meaning of Life» δείχνει, ότι αυτός ο τρόπος σκέψης, βοηθάει να αναπτυχθούν μοντέλα για το πώς λειτουργεί ο κόσμος και τα «υποχρεώνει» να οραματίζονται δημιουργικές λύσεις σε προβλήματα ή στην κατάληξη νέων ιδεών.  Εξάλλου, λέει η Alison, για να πούμε πως κάποιος μπορεί να επηρεάσει την αλλαγή ή να σχεδιάσει κάτι νέο, αυτός ο κάποιος θα πρέπει να είναι σε θέση να βλέπει τον κόσμο διαφορετικά.

Απ’την άλλη πλευρά, απ’το να καλλιεργούμε μια πίστη η οποία είναι καταδικασμένη να συντριβεί απο την πραγματικότητα, δεν είναι προτιμότερο να μην το κάνουμε καθόλου; ή εαν δημεύσω τον Άγιο ενώ το παιδί έχει πιστέψει στην ύπαρξή του θα είναι σαν να του κλέβω το μεταβατικό του αντικείμενο;

Προσωπικά, πιστεύω πολύ στο πως είναι το παιδί που έχεις απέναντί σου, και δεν εννοώ μόνο στο θέμα αυτό. Για παράδειγμα, σ’ένα παιδί που είναι ήσυχο και ήρεμο γιατί να βάλεις αυστηρά όρια; Επειδή πρέπει γενικά να βάζω όρια; Όχι, θα μου πεις. Θέλω να λέω πάντα την αλήθεια στο παιδί μου. Φαντάζομαι, πως το ίδιο θα ισχύει και όταν σου ζητάει να πάτε στην παιδική χαρά. Δεν θα του λες πως δεν μπορούμε να πάμε σήμερα γιατί είναι κλειστά, αλλά βαριέμαι ή είμαι κουρασμένος. Θέλω να πω μ’αυτό πως η ύπαρξη ή όχι του Αγ. Βασίλη για μένα, εμπίπτει στην κατηγορία του «καλού» ψέματος.  Εξάλλου, μέχρι τη στιγμή που τα παιδιά μαθαίνουν την αλήθεια για τον Άγιο Βασίλη –που είναι συνήθως στην ηλικία των 8- μπορούν και καταλαβαίνουν τη διαφορά μεταξύ αυτού του τύπου ψέματος και δεν δυσανασχετούν με τους γονείς ούτε πιστεύουν πως δεν μπορούν να τους εμπιστευτούν.

Πριν λίγες μέρες άκουσα μια ιστορία εκπαιδευτικού που ένα παιδάκι ρώτησε: «Κυρία, ρώτησα τον μπαμπά μου εάν θα έρθει φέτος ο Αγ. Βασίλης και μου απάντησε πως φέτος θα έρθει ο άδειος Βασίλης» και δεν ήξερε τι να του πει.  Σε κάποιους αυτό φαίνεται χοντράδα, σε άλλους αστείο σε άλλους και τα δυο.  Θα σας αναφέρω απλά μια έρευνα για το πόσο η φαντασία και το παιχνίδι μπορούν να είναι θεραπευτικά για τα παιδιά που περνάνε δύσκολες στιγμές.

Σε μια μελέτη του 2006, ερευνητές  ζήτησαν απο 35 παιδιά που ζούσαν σε καταυλισμούς, προς το τέλος του δεύτερου πολέμου μεταξύ Ισραήλ-Λιβάνου, να «φροντίσουν» ένα βαλσαμωμένο ζώο για τρεις εβδομάδες.  Τριάντα εννέα παιδιά του καταυλισμού, δεν πήραν ταριχευμένο ζωάκι. Μετά τον πόλεμο, οι ερευνητές, πήραν συνέντευξη απ’τους γονείς και διαπίστωσαν πως τα παιδιά που είχαν υιοθετήσει τα ταριχευμένα ζωάκια –και ειδικά εκείνα που φρόντισαν για τα ζώα πιο έντονα- βίωσαν λιγότερα προβλήματα που σχετίζονταν με το άγχος, όπως εφιάλτες και άγχος αποχωρισμού από ό,τι τα άλλα παιδιά.

Προφανώς κ ένα παιδί μπορεί να συμμετέχει σε παιχνίδια φαντασίας ακόμη και αν δεν πιστεύει στον Άγιο. Με κανένα τρόπο δεν είναι αναγκαιότητα για την υγιή ανάπτυξη ενός παιδιού. Με τον χειρότερο τρόπο να χειριστεί ένας γονιός το θέμα δεν θα προκαλέσει διαρκή ψυχολογική βλάβη σ’ένα παιδί. Όμως, αφού μπορούμε να το παρουσιάσουμε με πιο μαλακό τρόπο, γιατί να μην τον προτιμήσουμε; Εάν σας ρωτήσουν, υπάρχει ο Άγιος Βασίλης; απαντήστε με μια ερώτηση: “Εσύ, τί πιστεύεις; Έχεις αρχίσει να πιστεύεις πως δεν υπάρχει; γιατί; Πολλοί θα σκεφτούν πως είναι μεγάλη πολυτέλεια ν’ασχολούμαστε με τέτοια “ασήμαντα” θέματα. Το καταλαβαίνω πολύ. Ξέρω πως όταν είσαι γονιός έχεις ν’απαντήσεις σε πολύ σοβαρότερα ερωτήματα και πως η καθημερινότητα κάτι φορές δεν παλεύεται. Όμως, και απ’τα ασήμαντα μαθαίνουμε κάτι.

Τελειώνω το ποστ μ’ένα video για τα πιο μεγάλα παιδιά που εμένα μου άρεσε πολύ. Στην πτήση μια Καναδέζικης αεροπορικής εταιρείας, οι επιβάτες μίλησαν στο check in με ηλεκτρονικό Άγιο Βασίλη ο οποίος τους ρώτησε όλους τι δώρο θέλουν.  Όταν έφτασαν στον προορισμό τους, πήραν αυτό που ζήτησαν. και αυτοί που ζήτησαν κάλτσες και αυτοί που ‘πίστεψαν’ και ζήτησαν home cinema 🙂

Γιατί τόση επιθετικότητα στο διαδίκτυο;

Η πρώτη βιωματική άσκηση που μας ζητήθηκε να κάνουμε την περίοδο που ήμασταν εκπαιδευόμενοι θεραπευτές ακούστηκε πανεύκολη. Αφού είχαμε χωριστεί σε δυάδες, ο ένας ξεκινούσε με μια δήλωση-πρόταση που αφορούσε τον άλλον και εκείνος, έπρεπε να επαναλάβει αυτή τη δήλωση και να πει πως ένιωθε μ’αυτό που άκουσε. Στη συνέχεια, ο πρώτος που είχε κάνει το αρχικό σχόλιο, έπρεπε να επαναλάβει το συναίσθημα και να πει εκείνος πως νιώθει.
π.χ. –Είσαι αναιδής. -Σ’ακούω να λες πως είμαι αναιδής και νιώθω θυμό. -Σ’ακούω να λες πως νιώθεις θυμό και γίνομαι αμυντικός. -Σ’ακούω να λες πως γίνεσαι αμυντικός και νιώθω ένταση. -Σ’ακούω να λες πως νιώθεις ένταση και φοβάμαι κλπ.

Αυτό θα το κάναμε για τρία με τέσσερα λεπτά.Ο κανόνας ήταν να μιλάμε μόνο για εμάς χωρίς να ζητάμε εξηγήσεις τύπου “γιατί το είπες αυτό ή γιατί τώρα νιώθεις έτσι”. Η άσκηση αυτή συνήθως κατέληγε με κάποια ‘επίλυση’ ή όταν υπήρξε ‘αδιέξοδο’ τότε απλά αρκούσε το “ακούω πως για σένα είναι έτσι και είμαι εντάξει μ’αυτό”. Έτσι λοιπόν, το πρώτο και πιο δύσκολο πράγμα που μάθαμε ήταν να ακούμε. Ν’ακούμε, και να στεκόμαστε λίγο για να δούμε πως είμαστε μ’αυτό που ακούμε. Πολλές φορές, όταν διαβάζω στο διαδίκτυο ασύλληπτα επιθετικά σχόλια για σοβαρά ή μη θέματα ή για πρόσωπα, από τη μια απογοητεύομαι, φοβάμαι, νιώθω φοβερή ένταση και από την άλλη σκέφτομαι πως το να μη γίνομαι επιθετικός και κακοποιητικός είναι κάτι που μαθαίνεται, όπως το έμαθα και γω και τόσοι άλλοι άνθρωποι.

Το άρθρο προσπαθεί να εξηγήσει γιατί υπάρχει τόση επιθετικότητα και θυμός στο διαδίκτυο. Πρώτον, οι σχολιαστές πολλές φορές είναι ανώνυμοι ή χρησιμοποιούν ψευδώνυμο, και ως εκ τούτου, δεν λογοδοτούν για την αγένεια τους. Δεύτερον, βρίσκονται σε απόσταση από το στόχο του θυμού τους και είναι πιο εύκολο να ανταγωνίζονται από απόσταση και τρίτον, μάλλον είναι πιο εύκολο να είσαι βιτριολικός όταν γράφεις παρά όταν είσαι με τον άλλον κοντά.

Επειδή οι συζητήσεις δεν συμβαίνουν σε πραγματικό χρόνο, οι σχολιαστές έχουν τη δυνατότητα να γράφουν μακροσκελείς μονολόγους, πράγμα το οποίο δεν θα γινόταν στη πραγματικότητα. Σημαντικό στοιχείο ο τόνος της φωνής ή κάποια χειρονομία που μπορεί να έχουν μεγάλη επίδραση στην ικανότητά μας να καταλάβουμε τι λέει κάποιος. Όσο πιο μακριά από τον άνθρωπο που κάνουμε διάλογο είμαστε, τόσο πιο δύσκολο είναι να επικοινωνήσουμε.

Ο Edward Wasserman, Καθηγητής Ηθικής Δημοσιογραφίας, σημείωσε μια άλλη αιτία αυτής της εθιστικής βιτριολικής συμπεριφοράς: κακά παραδείγματα από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης τα οποία θα πρέπει να περικόψουν το μίσος και το θυμό που έχουν γίνει ο κανόνας στα σχόλια μεταξύ των αναγνωστών. Είναι χρήσιμο και πολύτιμο να ακούγονται όλες οι απόψεις ενός θέματος, αλλά δεν είναι πολύτιμο να υπάρχουν προσωπικές επιθέσεις ή να υπάρχουν μηνύματα με εξαιρετικά θυμωμένο ύφος. Ακόμα και κάποιος που κάνει κάποιο νόμιμο σχόλιο αλλά με θυμωμένο ύφος, βλάπτει τη φύση του επιχειρήματος, γιατί παροτρύνει και τους υπόλοιπους να ανταποκριθούν με τον ίδιο τρόπο.

Ο Καθηγητής συμπληρώνει: “Εάν σε κάποια ιστοσελίδα μένουν σχόλια τα οποία κάνουν προσωπικές επιθέσεις με τον χειρότερο τρόπο, τότε, στέλνετε το μήνυμα πως αυτή είναι μια αποδεκτή ανθρώπινη συμπεριφορά”

Πολλές φορές είναι δύσκολο να κρατήσουμε την ψυχραιμία μας και όλοι μας κάποιες φορές έχουμε ξεφύγει και έχουμε κάνει κάποιο σχόλιο που ίσως το έχουμε μετανιώσει. Ίσως να είναι μια ευκαιρία να δούμε τι σημαίνει για εμάς το διαφορετικό, πότε αισθανομάστε απειλή από κάποια διαφορετική άποψη. Απλά να το παρατηρήσουμε. Αυτό θα μας δώσει τη δυνατότητα της αλλαγής καθώς και τη δυνατότητα ανάληψης της ευθύνης των επιλογών.

Συνεξάρτηση (ή όταν η Ηχώ ερωτεύτηκε τον Νάρκισσο) Μέρος II

Οι αναφορές στη θεραπευτική αντιμετώπιση της συνεξάρτησης ακολουθούν διάφορες προσεγγίσεις όπως ατομική ή ομαδική ψυχοθεραπεία, τα 12 βήματα των Ανώνυμων Συνεξαρτημένων ή μια πιο συνθετική θεραπευτική προσέγγιση.  Το τι βοηθάει τον καθένα είναι καθαρά προσωπική επιλογή και όταν με ρωτάνε ποια προσέγγιση να επιλέξουν, απαντάω τι έχει βοηθήσει εμένα μέχρι τώρα στο να δω και να αντιμετωπίσω τα θέματά μου και πως βίωσα και βιώνω εγώ τη θεραπεία μου γενικά.

Το σημαντικό είναι να ζητήσει κάποιος βοήθεια και κυρίως να καταλάβει πως η ανάρρωση από τη συνεξάρτηση δεν βρίσκεται στο άλλο άτομο, ανεξάρτητα από το πόσο μπορεί να πιστεύει το αντίθετο.  Βρίσκεται στον εαυτό του και στους τρόπους με τους οποίους έχει προσπαθήσει να επηρεάσει τους άλλους. Βρίσκεται στην εμμονή, στον έλεγχο, στο θυμό και τις ενοχές, στην εξάρτηση από ιδιόμορφα άτομα, στην προσέλκυση από το ακατανόητο και την ανοχή σ’αυτό, που καταλήγουν σε εγκατάλειψη του εαυτού μας, σε προβλήματα επικοινωνίας και οικειότητας.

Κάποιος θα πει πως είναι φυσικό να θέλουμε να προστατεύσουμε και να βοηθήσουμε τους ανθρώπους για τους οποίους ενδιαφερόμαστε.  Είναι φυσικό να επηρεαζόμαστε και να αντιδράμε στα προβλήματα των άλλων. Η λέξη ‘αντιδρώ’ έχει ιδιαίτερη σημασία από την άποψη πως η συνεξάρτηση έχει έντονα το στοιχείο της αντίδρασης αφού οι συνεξαρτώμενοι αντιδρούν συνέχεια είτε υπερβολικά, είτε υποτονικά αλλά σπανίως δρουν.

Δεν είναι αφύσικο στο να αντιδρά κάποιος, αλλά το να μάθει πως να μην αντιδρά και να δρα με πιο υγιείς τρόπους είναι ένας σίγουρος τρόπος για να προστατεύσει τον εαυτό του. Δεν σημαίνει πως γινόμαστε απόμακροι ή σταματάμε να ενδιαφερόμαστε. Σημαίνει πως αγαπάμε και δημιουργούμε δεσμούς, χωρίς όμως να τρελαινόμαστε. Μαθαίνουμε πως κάθε άτομο είναι υπεύθυνο για τον εαυτό του και υιοθετούμε μια στάση που λέει ότι πρέπει να κρατιόμαστε μακριά από τις ευθύνες των άλλων και να φροντίσουμε για τις δικές μας. Παραχωρούμε στους άλλους και στον εαυτό μας την ελευθερία να είμαστε υπεύθυνοι και να εξελισσόμαστε.

Δεν είναι υποχρεωτικό να παίρνουμε τα πάντα προσωπικά και κατάκαρδα. Το να πω σε κάποιον “Αν μ’αγαπούσες/αν ήμουν σημαντική για σένα, δεν θα μ’αφηνες να περιμένω/θα απαντούσες στο μήνυμά μου/θα μίλαγες ειλικρινά” έχει νόημα όσο και το να πω σε κάποιον που έχει πνευμονία “Αν μ’αγαπούσες δεν θα έβηχες”.

Συνήθως, τα πράγματα έχουν να κάνουν μ’εμάς πολύ λιγότερο απ’ό,τι νομίζουμε. Εάν κάποιος π.χ. συνηθίζει σε μια σχέση όταν έρθει κοντά με τον άλλον ξαφνικά ν’απομακρύνεται, με τον ίδιο τρόπο θα σχετιστεί και στην επόμενη σχέση.  Το δικό του θέμα πιθανόν να έχει να κάνει με το πως κόβει την επαφή ή θέματα οικειότητας. Εάν εγώ στο σήμερα, νιώθω υπερβολικό πόνο ή καθήλωση για μια τέτοια αλλόκοτη συμπεριφορά, αυτό είναι το δικό μου θέμα. Αυτό που θα βοηθήσει είναι να μείνω λίγο σε μένα και να σκεφτώ, τί μου θυμίζει αυτή η συμπεριφορά που με καθηλώνει; από πού την ξέρω; Πολλές φορές τα συναισθήματά μας δεν γεννιούνται από την τρέχουσα κατάσταση και δεν αφορούν στην πραγματικότητα το εν λόγω πρόσωπο, αλλά πυροδοτούν κάτι που μας συνέβη πριν πολύ καιρό.

Μέσα στη θεραπεία αναγνωρίζεται το βασικό τραύμα ή τραύματα και μπορεί ο άνθρωπος να κατανοήσει το ρόλο που διαδραμάτισε τόσο αυτό όσο και οι άλλοι σε αυτό το τραύμα. Μ’αυτό τον τρόπο θα σταματήσω να προσπαθώ να κάνω κάποιον άλλον ν’αλλάξει, θα σταματήσω να προσπαθώ με τη συμπεριφορά μου να ελέγξω, θα μάθω να διαχωρίζω τον εαυτό μου από τα πράγματα, θα γίνω εγώ γονιός του εαυτού μου και κυρίως θα σταματήσω να ταλαιπωρούμαι.

Δηλαδή, εάν γίνουν όλα αυτά, η σχέση θα καλυτερεύσει;
Όταν κάποιος παύει να καθρεφτίζει το ναρκισσιστή η σχέση τελειώνει.  Ο ναρκισσιστής δεν μπορεί να σχετιστεί μ’ένα αυτόνομο άτομο. Το βασικό εμπόδιο της ανάπτυξης είναι ο φόβος για τον πόνο, η απροθυμία να μπούμε σε μια διαδικασία επίπονη, όπως η ψυχοθεραπεία. Επίπονη και συναρπαστική.

Συνεξάρτηση (ή όταν η Ηχώ ερωτεύτηκε τον Νάρκισσο) Μέρος I

Η συνεξάρτηση πρόκειται για έναν αμφιλεγόμενο όρο ο οποίος προέρχεται από τη φιλοσοφία των ανωνύμων ομάδων αυτοβοήθειας που βασίζονται στο πρόγραμμα των 12 βημάτων. Αναφέρεται σε μια συμπεριφορά “διευκόλυνσης” ενός εξαρτημένου σημαντικού άλλου, σε βάρος του εαυτού.  Με τον όρο “διευκόλυνση” εννοούμε μια τάση για υπερπροστασία και έλεγχο, μια συμπεριφορά που διαιωνίζει την εξάρτηση του άλλου, εμποδίζοντάς τον ν’αναλάβει την ευθύνη του εαυτού του. Η συμπεριφορά “διευκόλυνσης” των συζύγων, ή άλλων μελών της οικογένειας των αλκοολικών αρχικά ονομάστηκε “συν-αλκοολισμός” και στη συνέχεια, καθώς τα προγράμματα των 12 βημάτων επεκτάθηκαν και σε εξαρτήσεις από άλλες ουσίες και άλλες μορφές εξάρτησης (όπως πχ βουλιμία, τζόγος) υιοθετήθηκε ο όρος “συνεξάρτηση”.

Ωστόσο, εκτός απ’τις ομάδες των ανωνύμων, το θέμα της συνεξάρτησης έχει ευρέως μελετηθεί και από το χώρο των επαγγελματιών της ψυχικής υγείας όπου έχουν γίνει αρκετές προσπάθειες ορισμού της, έχουν αναπτυχθεί διαγνωστικά εργαλεία για την εκτίμησή της (Beck, 1991) και αρκετές υποθέσεις σχετικά με την αιτιολογία της.

Όμως, η συνεξάρτηση δεν προϋποθέτει πάντα την παρουσία ενός αλκοολικού ή γενικότερα εξαρτημένου από ουσίες σημαντικού άλλου, αλλά μπορεί να υπάρχει ανεξάρτητα από τη χημική εξάρτηση. Ο όρος χρησιμοποιείται και για να καθορίσει τις σχέσεις όπου ο ένας σύντροφος εμφανίζει μια χειριστική συμπεριφορά και ο άλλος, φοβούμενος την εγκατάλειψη, συμμορφώνεται. Υπάρχουν άνθρωποι που δυσκολεύονται πολύ να φύγουν από μια άσχημη σχέση και περιγράφουν καταστάσεις όπου όταν έρχονται κοντά στο σύντροφό τους,  εκείνος αρχίζει και απομακρύνεται, και όταν εκείνοι απομακρύνονται με οδύνη, τότε ο σύντροφός τους επιστρέφει.

Σύμφωνα με τους Ανώνυμους Συνεξαρτημένους, ένας άνθρωπος με θέματα συνεξάρτησης, παρουσιάζει συγκεκριμένα μοτίβα συμπεριφοράς όπως στο να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως ανιδιοτελή και αφιερωμένο στην ευημερία των άλλων, να ζητάει συνεχώς την αναγνώριση, να είναι εξαιρετικά πιστός και να παραμένει σε επιζήμιες καταστάσεις για μεγάλο χρονικό διάστημα, να εκφράζει τον θυμό και την επιθετικότητα με παθητικούς τρόπους, να χρησιμοποιεί το σεξ ενώ θέλει αγάπη, να προσελκύει τους άλλους προς το μέρος του, αλλά όταν έρθουν  κοντά, να τους ωθεί μακριά. http://www.coda.org/tools4recovery/patterns-new.htm

Οι Hughes-Hammer, Martsolf, and Zeller’s (1998a) διαμόρφωσαν ένα μοντέλο για τη συνεξάρτηση.  Το μοντέλο αυτό αποτελείται από μια βασική έννοια: την εστίαση στους άλλους και την παραμέληση του εαυτού, και τέσσερις άλλες υπο-έννοιες: χαμηλή αυτοαξία, απόκρυψη εαυτού, προβλήματα υγείας, θέματα της οικογένειας καταγωγής.
(Με την εστίαση στους άλλους και την παραμέληση του εαυτού θα αναφερθώ στο δεύτερο μέρος του ποστ)

Γιατί όμως συμβαίνει αυτό; ο Cermak (1991) θεωρεί τα χαρακτηριστικά της συνεξάρτησης συμπληρωματικά του ναρκισσισμού και αναφέρεται στο μύθο του Νάρκισσου και της Ηχούς. Η Ηχώ ελκύεται από το Νάρκισσο γιατί, σύμφωνα με τον Freud, ο ναρκισσισμός ενός ατόμου ασκεί μεγάλη έλξη σ’όσους έχουν απαρνηθεί μέρος του δικού τους ναρκισσισμού. Κατά την περίοδο που τα παιδιά διαφοροποιούνται από τους γονείς τους, αναπτύσσουν δυο συμπληρωματικές ανάγκες. Η πρώτη, μια φυσιολογική ναρκισσιστική ανάγκη όπου αναζητούν την εκτίμηση των άλλων στις ικανότητές τους, και η δεύτερη μια ‘ηχωϊστική’ ανάγκη, η οποία αφορά στην ανάγκη τους να σχηματίσουν μια εξιδανικευμένη εικόνα για τους γονείς τους, με την οποία να συγχωνευθούν.  Όταν η ανάπτυξη είναι φυσιολογική, οι ναρκισσιστικές ανάγκες οδηγούν στην αυτοπεποίθηση, ενώ οι ηχωϊστικές στην ενσυναίσθηση του ενήλικα (Cermak, 1991). Ένας ναρκισσιστής γονιός έχει την τάση να απορρίπτει τις φυσιολογικές ναρκισσιστικές ανάγκες ενός παιδιού, ενώ αντίθετα, ένας γονιός με θέματα συνεξάρτησης, πυροδοτεί τις ναρκισσιστικές ανάγκες. Και στις δυο περιπτώσεις, οι αντίστοιχες ανάγκες παραμένουν στην παιδική τους μορφή και γίνονται ναρκισσισμός και συνεξάρτηση.

Οι ειδικοί λένε πως οι Ναρκισσιστές είναι οι πιο δυνατοί μαγνήτες για έναν άνθρωπο που κάνει σχέσεις εξάρτησης. Στην Αμερική, πάνω από 40 εκατομμύρια άνθρωποι, ειδικά γυναίκες, έχουν την ‘ταμπέλα’ του συνεξαρτώμενου (η συνεξάρτηση δεν έχει συμπεριληφθεί μέχρι τώρα στο DSM και γι αυτό δεν χρησιμοποιώ τη λέξη διάγνωση) Πολλές έρευνες ισχυρίζονται πως η συνεξάρτηση συσχετίζεται με την κατάθλιψη  (Hughes-Hammer, Martsolf & Zeller, 1998; Doheny, 2000) και πως μπορεί να οδηγήσει σε πιο σύνθετα προβλήματα (Sadock & Sadock, 2000)

Το θέμα θα συνεχιστεί σε επόμενο ποστ και θα επικεντρωθεί στο πως μπορεί κάποιος να ζητήσει και να πάρει βοήθεια.

Γκρεμίζοντας τείχη, χτίζοντας γέφυρες – Μέρος Δεύτερο

Το Σάββατο,16 Φεβρουαρίου 2013, στα εκπαιδευτήρια «Ο Πλάτων» παρουσιάστηκε το τρίτομο έργο «Βοήθημα Εκπαιδευτικού μικρών παιδιών: Θεωρία & Πράξη».

Πρόκειται για μια συλλογική προσπάθεια, στην οποία συμμετείχαν με εργασία και ψυχοθεραπευτές  από  το Κέντρο Ψυχοθεραπείας & Εκπαίδευσης Gestalt Foundation,με τίτλο «Διαχείριση και Επίλυση των συγκρούσεων μέσω της βιωματικής μάθησης και της προσέγγισης Gestalt στο χώρο της προσχολικής εκπαίδευσης».

Στην εργασία, αναφέρονται βασικές αρχές του Διαλόγου και της Αναδόμησης Σχέσεων, αντικρίζοντας καταστάσεις εσωτερικών και εξωτερικών συγκρούσεων είτε σε επίπεδο προσωπικό είτε στο πλαίσιο μιας προσχολικής τάξης.

Το γεγονός πως μια προσπάθεια δεν έμεινε απλά ως μια ακόμη διημερίδα αλλά προχώρησε λίγο παραπέρα, είναι ένα ελπιδοφόρο βήμα όπως όλες οι προσπάθειες που γίνονται σε πολλά σχολεία με θέμα την επιθετικότητα, το θυμό και τον σχολικό εκφοβισμό.

Είναι ελπιδοφόρο γιατί η μάθηση δεν ορίζεται μόνο ως λήψη παγιωμένης γνώσης από ένα παθητικό δέκτη, αλλά ως διαδικασία ανακάλυψης της γνώσης στην οποία παίρνει μέρος και το παιδί μαζί με τον δάσκαλο.

Είναι ελπιδοφόρο γιατί όταν ο δάσκαλος θα προσπαθεί να δει τις ανάγκες του παιδιού και δεν θα τις υποθέτει εκ των προτέρων, τότε θα μπορεί να το  βοηθήσει και να το στηρίξει.

Είναι ελπιδοφόρο γιατί τα παιδιά μαθαίνουν από νωρίς πως στο σύνολο στο οποίο ανήκουν πολλές φορές θα έρθουν αντιμέτωποι με το διαφορετικό και πως είναι εντάξει να έχουμε διαφορές. Σταδιακά, μαθαίνουν πως το σημαντικό δεν είναι ν’αποφεύγουν τη δυσκολία και να βρουν τρόπους να την παρακάμψουν, αλλά να την αντιμετωπίζουν.

Η πρώτη έκδοση δόθηκε δωρεά στον οργανισμό «Το Χαμόγελο του Παιδιού» και όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να αγοράζει το βιβλίο από εκεί

Δημοσιεύθηκε στο ΒΗΜΑ στις 20-2-2013