Οι Millennials ως ηλιακή ομάδα πληθυσμού συχνά καταλαμβάνουν κεντρική θέση στο δημόσιο διάλογο. Όλοι μιλούν γι αυτούς. Για όσα θέλουν, για όσα πιστεύουν. Η Ελίζα Συναδίνου το διερευνά για την Athens Voice κ ζήτησε και τη γνώμη μου.
Category Archives: Κοινωνική Ζωή
The TV Cure
H Emily Gordon μεγάλωσε σε μια μικρή πόλη στη Β. Καρολίνα. Ο πολύς χρόνος που πέρναγε μπροστά στην τηλεόραση -δεν είχε παρέα- ήταν η διαβεβαίωσή της πως ο έξω κόσμος ήταν μεγαλύτερος και πιο πολύχρωμος από εκείνον που ζούσε. Έβλεπε το Twin Peaks όπου οι πρωταγωνιστές ήταν άνθρωποι παράξενοι, διαφορετικοί, όμως αυτή τους η διαφορετικότητα δεν τους εμπόδιζε να είναι αγαπητοί. Προσπαθούσε να σχετιστεί με άλλα παιδιά όμως ήξερε πως όταν δεν τα κατάφερνε θα την περίμεναν οι τηλεοπτικοί της φίλοι.
Η Emily, η οποία για περίπου έξι χρόνια δούλευε ως ψυχοθεραπεύτρια, σήμερα είναι συγγραφέας, σεναριογράφος και παραγωγός τηλεοπτικών σειρών, οι πρωταγωνιστές των οποίων είναι άνθρωποι που έχουν διαγνωστεί με κάποια ψυχική ασθένεια.
Στο άρθρο διαβάζουμε πως πλέον η τηλεόραση απεικονίζει την ψυχική ασθένεια με κατανόηση χωρίς να γίνεται αντικείμενο χλευασμού ή κίνητρο για φόνο. Είναι ένα μέρος αυτού που είμαστε, όχι μόνο αυτό. Άνθρωποι που ταλαιπωρούνται βλέπουν τον εαυτό τους, την ασθένεια να γίνεται αποδεκτή, οι πρωταγωνιστές έχουν φίλους που νοιάζονται, είναι αγαπητοί, αισθάνονται πως η σειρά έγινε γι’αυτούς.
Γράφει για φίλους της πρώην τοξικομανείς οι οποίοι περιμένουν την επόμενη σεζόν του “The Walking Dead” και νιώθουν πως τους κρατά μακριά απ’ την χρήση. Γράφει για φίλους αγχωμένους που παρακολουθούν το “The Big Bang Theory” για να ηρεμήσουν γιατί νιώθουν ανακούφιση και αναγνωρίζουν τα μοτίβα των πρωταγωνιστών. Έχει φίλους που παλεύουν με την κατάθλιψη και στέλνουν τα επεισόδια του “You’re the Worst” σε συγγενείς τους σε μια προσπάθεια να τους εξηγήσουν πώς αισθάνονται. Όταν η Gretchen περνάει ένα ολόκληρο επεισόδιο ακίνητη στον καναπέ και οι φίλοι της πασχίζουν να τη “διορθώσουν”, καταλαβαίνουμε όχι μόνο την μάταιη καλοσύνη των προσπαθειών τους, αλλά και την αδυναμία του ανθρώπου που υποφέρει.
Η Emily γράφει πως η τηλεόραση δεν αντικαθιστά τις σχέσεις ή την οικειότητα ούτε μας απομακρύνει απ’τους άλλους. Μπορεί να ανάψει ένα φως στις σκοτεινές σκέψεις που κάνουμε, μπορεί να μας κάνει να περιμένουμε με ενθουσιασμό τα επόμενα επεισόδια, να επικοινωνούμε με άλλους ανθρώπους που τους αρέσουν οι ίδιες σειρές.
Όταν κάποιοι της λένε πως ανησυχούν γιατί έχουν πάθει εμμονή με ορισμένες σειρές, τους απαντάει ως θεραπεύτρια και τους ενθαρρύνει να αναζητήσουν ενδιαφέροντα εκτός της τηλεόρασης. Όμως ως θεατής, μπορεί να τους καταλάβει.
Στο ντιβάνι με τη Νάσια Ευθυμιοπούλου
Σε βλέπω
Η θεραπευτική σχέση έχει γίνει πλέον κομμάτι της ποπ κουλτούρας καθώς γύρω από αυτήν έχουμε δει να χτίζονται λογοτεχνικές και κινηματογραφικές αφηγήσεις. Το γεγονός αυτό δείχνει αφενός ότι αυτή η σχέση είναι αντιληπτή από το ευρύ κοινό ως εξαιρετικά σημαντική και αποτελεί κλειδί για τη θεραπεία, αφετέρου όμως, η μυθοποίησή της δημιουργεί ιδανικές συνθήκες για τη δημιουργία μύθων και λανθασμένων αντιλήψεων για τη σχέση αυτή.
Στα περιστατικά που περιγράφονται στις μελέτες για την υστερία, ο Freud έμπαινε προσωπικά και τολμηρά μέσα στη ζωή των ασθενών του. Τους έκανε έντονες συστάσεις, παρενέβαινε στις οικογένειές τους για λογαριασμό τους, έβρισκε τρόπους να παρευρεθεί σε κάποιες κοινωνικές εκδηλώσεις για να τους δει πως συμπεριφέρονται σε άλλα περιβάλλοντα, έδωσε σε κάποιον ασθενή του την οδηγία να επισκεφθεί το νεκροταφείο και να καθίσει να διαλογιστεί στον τάφο του νεκρού αδερφού του.
Σήμερα, τα πράγματα έχουν αλλάξει πάρα πολύ. Πολύ συχνά τα θέματα εποπτείας έχουν να κάνουν με τον τρόπο που ένας ψυχοθεραπευτής διαχειρίζεται την προσωπική του σελίδα ή τον λογαριασμό του στα κοινωνικά δίκτυα. Δέχομαι αιτήματα φιλίας; παίζει ρόλο η διάγνωση που έχω κάνει; θέλω να αφήσω ανοιχτό τον λογαριασμό μου σε κάποια πλατφόρμα γιατί πιέζομαι αλλά από την άλλη συντομεύω τη διαδικασία αποδόμησής μου -που έτσι και αλλιώς κανείς ψ δεν θα αποφύγει-. Τι θα σημαίνει αυτό για μένα; θα αντέξει να ξέρει πως ο ψυχοθεραπευτής τους δεν είναι ο άνθρωπος που είχε φανταστεί; ο ιδανικός γονιός.
Σ’αυτό το άρθρο -είναι και λίγο αστείο- διαβάζουμε τις στιγμές αγωνίας που περνάει ένας ψ όταν το καινούργιο του περιστατικό στην πρώτη συνεδρία έχει μάθει πληροφορίες για εκείνον που δεν θα μπορούσε να τις ξέρει παρά μόνο εάν είχε κάνει ενδελεχή έρευνα. Βλέπουμε πόσο εύστοχα μπαίνει στον κόσμο του θεραπευόμενου με το να είναι “εκεί”, χωρίς να κρίνει, δίνοντάς του με πολύ ωραίο τρόπο ένα καθαρό καθρέφτισμα.
Αυτή η σχέση είναι μοναδική σε σύγκριση με οποιαδήποτε άλλη σχέση μεταξύ γιατρών, ασθενών και αυτό γίνεται αντιληπτό από την πρώτη κιόλας συνάντηση. Κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς θα συμβεί.
Ο Φόβος του φόβου

Έχουν ειπωθεί και γραφεί πολλά για το φόβο. Χιλιάδες τσιτάτα από πολιτικούς μέχρι δημόσια πρόσωπα και φιλοσόφους αναπαράγονται καθημερινά με στόχο να τον ξορκίσουν και όμως παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια και μάλιστα από αυτά που κάποιος στήνει μπροστά του. Εκεί που είσαι έτοιμος να κάνεις μια συναρπαστικά θετική αλλαγή στη ζωή σου, ξαφνικά νιώθεις την παγωμένη, αφόρητα πιεστική και εκβιαστική πυγμή του γνωστού, της συνήθειας. Μια σου πλευρά είναι ενθουσιασμένη με την προοπτική της αλλαγής μια νέα δουλειά, ένα σπίτι, μια νέα σχέση και μια άλλη είναι καθηλωμένη στη μέχρι τώρα πραγματικότητά σου, άνετη μέσα στην αδράνεια. Και αυτή σου η πλευρά, σε κρατάει απ’ το να προχωρήσεις μπροστά.
Ο φόβος είναι ένα φυσιολογικό συναίσθημα όπως όλα τα υπόλοιπα που είναι απαραίτητο να υπάρχει ώστε να μας προφυλάσσει από πιθανούς κινδύνους. Είναι σημαντικό να κάνουμε τον διαχωρισμό από το άγχος. Ο φόβος σχετίζεται με υπαρκτούς κινδύνους και από αυτούς μας προστατεύει, ενώ το άγχος έχει συχνά να κάνει με φανταστικούς κινδύνους ή καταστάσεις, το οποίο πυροδοτείται ή από ένα τραυματικό γεγονός που μας έχει συμβεί ή επειδή κάποιος μας έχει φοβίσει λέγοντάς μας συνέχεια πως πρέπει να μείνουμε μακριά από μια κατάσταση.
Τον φόβο τον χρειαζόμαστε. Μέχρις εκεί που μας επιτρέπει να είμαστε λειτουργικοί και να προστατεύουμε τον εαυτό μας, χωρίς να μας περιορίζει και να μας απαγορεύει από το να ζούμε ευτυχισμένοι και ολοκληρωμένοι. “Ζω χωρίς φόβο” δεν σημαίνει ότι πρέπει να έχουμε άγνοια κινδύνου ή να υπερεκτιμούμε τις ικανότητές μας. Απλά σημαίνει πως χρειάζεται να τον νιώθουμε, να στεκόμαστε σ’αυτόν όπως με όλα τα συναισθήματα άλλωστενα τον αξιολογούμε, να τον λαμβάνουμε υπόψη μας και παρ’όλα αυτά να προχωράμε σε οποιαδήποτε αλλαγή θέλουμε. Εξάλλου η γενναιότητα, δεν προϋποθέτει την απουσία του φόβου, αλλά αντίθετα τη διαχείρισή του. Ο στόχος δεν είναι να μη φοβηθούμε ποτέ, αλλά να μη μας κρατήσει πίσω σε μια ζωή που πια δεν μας ικανοποιεί.
Ο φόβος θα εμφανίζεται μπροστά μας κάθε φορά που θα προσπαθούμε να “μεγαλώσουμε”, να αναπτυχθούμε, να πάμε εκεί όπου ονειρευόμαστε. Πολλοί από εμάς πιστεύουμε πως ο φόβος είναι ένα σημάδι κινδύνου, μια προειδοποίηση πως κάτι κακό πρόκειται να συμβεί και θα πρέπει να το αποφύγουμε με κάθε τρόπο. Αυτός ο τρόπος μας εξυπηρέτησε όταν ήμασταν παιδιά και δεν είχαμε άλλη επιλογή. Υπάρχει διαφορά μεταξύ του φόβου για το άγνωστο, το καινούργιο και αυτόν του ενστίκτου. Είμαι σίγουρη πως εάν σταθείς σ’ αυτό που σου συμβαίνει, χωρίς να επηρεάζεσαι από τρίτους, θα καταλάβεις τι εννοώ και θα ξέρεις ποιο απ’ τα δυο σε αφορά.
Όσοι έκαναν κάτι μοναδικό και σημαντικό θα σου πουν το ίδιο: “Φυσικά και φοβήθηκα. Φυσικά και σκέφτηκα να το βάλω στα πόδια. Κάτι φορές ακόμα το σκέφτομαι. Όμως, ούτε στιγμή δεν μετάνιωσα αυτή την αλλαγή”. Προσπάθησε να ανακαλέσεις θετικές εμπειρίες, αναμνήσεις. Φέρε στο μυαλό σου εκείνες τις φορές που αισθανόσουν φόβο και όμως έκανες τη μετάβαση που τόσο ήθελες. Πώς εξελίχθησαν τα πράγματα; Οι πιθανότητες είναι όλα να πήγαν καλά. Η τάση μας είναι να θέλουμε να πάμε στο γνώριμο, έστω και αν αυτό είναι άσχημο ή ταλαιπωρητικό γιατί αυτό μας φαίνεται πιο εύκολο. Ξέρουμε πως να είμαστε μέσα σ’ αυτό, ξέρουμε να συμπεριφερθούμε, τι να περιμένουμε, τί δεν θα πάρουμε. Η ασφάλεια της συνήθειας πολλές φορές δεν μας αφήνει να δούμε πως ένας κύκλος έχει κλείσει.
Το μοναδικό πράγμα για το οποίο μπορεί να μετανοιώσει όποιος εγκαταλείψει μια άσχημη κατάσταση, είναι που δεν το είχε κάνει νωρίτερα. Η αλλαγή και η ανάπτυξη είναι φυσικά και αναπόφευκτα αποτελέσματα όταν αντιμετωπίζουμε τον εαυτό μας και τη φύση της ύπαρξής μας μέσα από την επίγνωση, τη ζωντανή επαφή και όχι μέσα από την προσπάθεια, τον έλεγχο ή την αποφυγή. Υπάρχει ένα μαγικό υπαρξιακό παράδοξο, όπου η αλλαγή συμβαίνει, όταν κάποιος γίνεται αυτό πού είναι και όχι όταν προσπαθεί να γίνει αυτό που δεν είναι. Η ζωή συμβαίνει, προχωράει με ή χωρίς τους φόβους μας. Όταν υπενθυμίζουμε στον εαυτό μας πως η άσκηση ελέγχου είναι παραίσθηση, τότε θα αρχίσουμε να ηρεμούμε. Το χειρότερο σενάριο που έχεις σκεφτεί δεν θα συμβεί και θα εκπλαγείς ευχάριστα γιατί πολλές φορές συνδέουμε την αλλαγή με κάτι δυσάρεστο και καταστροφικό.
Δημοσιεύθηκε στη Lifo, 25/4/2016 http://www.lifo.gr/articles/health-fitness_articles/98468
Ο Μεγάλος Θυμός

«Δεν πιστεύω όταν σ’έχει ενοχλήσεικάτι που σου είπε ή έκανε κάποιος να δείχνεις θυμωμένη ή πειραγμένη; Δεν θα δείξεις ποτέ πως θύμωσες. Όχι μόνο δεν θα σταματήσεις να μιλάς ή θα κρατάς μούτρα, αλλά, τότε είναι που θα κάνεις σαν να μην έχει συμβεί τίποτα. Μη δώσεις ποτέ τέτοια χαρά και ειδικά σε κάποιον τρίτο. Αποστασιοποιήσου με ευγένεια και αν περιμένεις αρκετά στην όχθη του ποταμού, θα δεις τα πτώματα των εχθρών σου να περνούν επιπλέοντας από μπροστά σου».
Έχω παρατηρήσει πως οι πλέον συνηθισμένοι τρόποι έκφρασης του θυμού είναι δυο. Ο ένας είναι αυτός που περιέγραψα παραπάνω και ο άλλος είναι η καθαρή ή η καλυμμένη επιθετικότητα. Κάποιοι φωνάζουν, χειροδικούν, εκτοξεύουν πράγματα, βρίζουν, απειλούν. Άλλοι χρησιμοποιούν ειρωνεία, χιούμορ ή παθητικοεπιθετικά σχόλια, άλλοι τερματίζουν απότομα σχέσεις γιατί φοβούνται τη σύγκρουση και άλλοι γίνονται απόμακροι, σιωπηλοί, ψυχροί ή θλιμένοι ώστε να μπορέσουν να διατηρήσουν τη συγκρότηση του εαυτού τους. Σε όλες αυτές τις συμπεριφορές υπάρχει κάτι κοινό. Ο φόβος ή οι ενοχές για το θυμό και το μπέρδεμα γύρω απ’αυτόν.
Ο θυμός είναι το πιο παρεξηγημένο, ενοχοποιημένο και το συναίσθημα που ανεχόμαστε λιγότερο απ’όλα. Έχει την εικόνα κάτι του μεγάλου και ανεξέλεγκτου, που εάν το αφήσουμε ελεύθερο θα καταστρέψει τα πάντα. Κάτι που το κάνει ακόμα πιο μπερδεμένο είναι τα αντιφατικά μηνύματα που παίρνουμε από παιδιά. Μαθαίνουμε ότι δεν είναι αποδεκτό να θυμώνουμε, αλλά από την άλλη μεριά βιώνουμε την οργή ή τον θυμό από τους ενήλικους, είτε άμεσα είτε με την έμμεση μορφή της παγερής αποδοκιμασίας.
Ας φανταστούμε λοιπόν τι συμβαίνει εάν ένα παιδί στην προσπάθειά του να εκφράσει ένα συναίσθημα θυμού προς το γονιό έχει ν’αντιμετωπίσει αποδοκιμασία ή απόρριψη ή κάτι που θα βιώσει ως απώλεια αγάπης. Αρχίζει και καταγράφεται ως εμπειρία ότι η έκφραση του θυμού προκαλεί κινδύνους -ή να το πω πιο απλά, η “χασούρα” είναι μεγαλύτερη απ’το “κέρδος”-. Όμως ο θυμός είναι σχεδόν αναπόφευκτος και έτσι έρχεται η στιγμή που πρέπει να πάρει μερικές αποφάσεις για το τι να κάνει όταν τον νιώθει. Συνήθως αποφασίζει να σπρώξει το συναίσθημα προς το κάτω, να το κρατήσει μέσα του. Δεν είναι τυχαίο που τις περισσότερες φορές κάτω απ’τη θλίψη βρίσκεται θυμός που δεν έχει εκφραστεί και έχει αναστραφεί. Έτσι ξεκινάει η παρέμβαση στην υγιή ανάπτυξη. Ο οργανισμός όμως επιδιώκει συνεχώς να φτάσει σε ομοιόσταση με το να εκφράζονται τα συναισθήματα για να μπορέσει να επιτευχθεί μια αίσθηση ικανοποίησης, ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει την επόμενη ανάγκη του, συνεχίζοντας έτσι τον αέναο κύκλο της ανάπτυξής του. Η έκφραση του συναισθήματος θα γίνει με ή χωρίς τη συνεργασία της επίγνωσής μας.
Ο θυμός θα εκτονωθεί. Το παιδί -και αργότερα ως ενήλικας- μπορεί να αναστρέψει το θυμό του. Θα κάνει στον εαυτό του αυτό που θα ήθελε να κάνει στους άλλους. Μπορεί να αυτοτραυματίζεται, να ξεριζώνει τούφες απ’τα μαλλιά του, να συσφίξει τους μυς προκαλώντας πονοκεφάλους κλπ. Κάποιος άλλος μπορεί να ανακλά το θυμό του χωρίς να εκφράζει το γνήσιο συναίσθημα σε καμία περίπτωση. Μετά από ένα διάστημα ξεχνά ακόμη και ποιο ήταν. Όμως, η ενέργεια παραμένει και πρέπει να εκφραστεί. Γίνεται σωματικά επιθετικό και νιώθει καλά αλλά όχι για πολύ. Δοκιμάζει ξανά προσπαθώντας να αναδημιουργήσει την καλή αίσθηση. Υπάρχουν και παιδιά που θα εκφραστούν σωματικά είτε με επεισόδια νυχτερινής ενούρησης είτε με τη συγκράτηση των κενώσεων. Αρκετά συνηθισμένο είναι και το να προβάλλουμε το θυμό μας σε άλλους και να φανταζόμαστε πως οι άλλοι είναι θυμωμένοι μαζί μας. Ο θυμός είναι το πιο δύσκολο συναίσθημα που χρειάζεται να εκφράσει ένα παιδί. Μπορεί να βρει τον τρόπο για να εκφράσει άλλα συναισθήματα όπως φόβο ή χαρά αφού αυτά τα ανέχονται εύκολα οι γονείς και η κουλτούρα μας. Έτσι, μεγαλώνει αντιμετωπίζοντας το θυμό ως κάτι κακό.
Τα καλά νέα είναι ότι οι άνθρωποι έχουμε τη δυνατότητα να ξεμάθουμε και να ξαναμάθουμε νομίζω τα πάντα. Για το πως εκφράζω το θυμό μου χωρίς να κακοποιώ ούτε εμένα ούτε τους άλλους, είμαι σίγουρη πως όλοι μπορούμε.
Ο λόγος που περιέγραψα τα παραπάνω είναι για να δούμε πόσο σημαντικό είναι να αποκτήσω επίγνωση για το τί κάνω και πώς το κάνω. Πότε θυμώνω, τι τον κάνω το θυμό μου; Είναι σημαντικό να δω πως ως παιδί δεν είχα επιλογές γιατί εξαρτιόμουν από άλλους. Όμως, στο σήμερα, ως ενήλικας έχω πολλές επιλογές.
Έχω την επιλογή να πω στον άλλον «όταν συμπεριφέρθηκες ή μου μίλησες μ’αυτόν τον τρόπο κλπ, εγώ θύμωσα και χρείαζομαι απόσταση ή να ακούσω συγγνώμη ή θέλω να το συζητήσουμε» Μοιράζεσαι το συναίσθημά σου και αυτό είναι σημαντικό γιατί έτσι όχι μόνο τοποθετείσαι σε μια σχέση, αλλά συμπεριλαμβάνεις και τον άλλον. Το να έχω θυμώσει μαζί σου και να μη στο λέω, δεν έχει καθόλου το «μαζί», είμαστε και οι δυο μόνοι μας. Όταν ρωτάω τους ανθρώπους «τι πιστεύεις πως θα συμβεί εάν πεις στον άλλον πως θύμωσες;» Η απάντηση είναι πάντα η ίδια. «Φοβάμαι πως η σχέση θα διαλυθεί». Αυτός ο φόβος είναι η καταγεγραμμένη εμπειρία που περιέγραψα παραπάνω. Εάν συνεχιστεί ο παλιός τρόπος, είναι βέβαιο πως η σχέση θα καταστραφεί. Ξέρω πως ακούγεται δύσκολο γι’αυτό πάντα προτείνω στην αρχή να το κάνουν με ανθρώπους και σε σχέσεις που αισθάνονται ασφαλείς. Με κάποιο καλό φίλο, ίσως αδέρφια, τον θεραπευτή τους. Βοηθάει επίσης να είναι απόλυτα ξεκάθαρο πως ο θυμός είναι απλά ένα συναίσθημα όπως τα υπόλοιπα, δεν έχει να κάνει με επιθετικότητα η οποία είναι συμπεριφορά.
Ο καινούργιος τρόπος έχει μόνο χαρά, ενηλικίωση, φροντίδα για τον εαυτό μου, για τους άλλους, τη σχέση και κυρίως, δεν αφήνω ανοιχτούς λογαριασμούς που είναι ένας σίγουρος τρόπος για να παραμείνουμε ανικανοποίητοι και καθηλωμένοι.
Δημοσιεύθηκε στον Εξώστη, 20/2/2015 http://www.exostispress.gr/Article/o-megalos-thimos-0#.VOd5_dNryIs.facebook
Είσαι ή μαζί μου ή εχθρός μου

“Όσοι πολίτες ήσαν μετριοπαθείς θανατώνονταν από την μια ή την άλλη παράταξη, είτε επειδή είχαν αρνηθεί να πάρουν μέρος στον αγώνα είτε επειδή η ιδέα και μόνο ότι θα μπορούσαν να επιζήσουν προκαλούσε εναντίον τους τον φθόνο”.
Έτσι εξιστορεί ο Θουκυδίδης στην Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου τα γεγονότα του εμφυλίου στη Κέρκυρα μεταξύ Δημοκρατικών και Ολιγαρχικών.
Τον τελευταίο καιρό στο διαδίκτυο παρατηρώ όλο και πιο συχνά τον τρόπο που αντιμετώπιζεται η επιλογή κάποιων ανθρώπων να μην τοποθετούνται, να μην παίρνουν θέση για διάφορα θέματα της επικαιρότητας, τουλάχιστο όχι με τον τρόπο που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε.
Γεμάτη έκπληξη, αμηχανία, απογοήτευση και πολλές φορές φόβο από τον βίαιο τρόπο, διαβάζω την απαίτηση κάποιων σε βάρος άλλων, να πάρουν θέση. Άλλοι το κάνουν με τρόπο επιθετικά ευθύ, αυστηρό, υποτιμητικό, κάνοντας μάλιστα και αναλύσεις για το τι κρύβεται πίσω απ’αυτή τη στάση, όπως η επιλογή να μη χαλάσει κάποιος το προφίλ του, επαγγελματικοί λόγοι κλπ. Άλλοι πάλι, το κάνουν με τρόπο παθητικά επιθετικό. Επιφανειακά ευγενικά, politically correct σχόλια, με υπονοούμενα που από κάτω, εάν παρατηρήσεις με προσοχή, θα δεις καθαρά το θυμό.
Είμαι σχεδόν σίγουρη ότι αυτό συμβαίνει γιατί δεν έχουμε μάθει ή συμφωνήσει μεταξύ μας για το τι σημαίνει παίρνω θέση για κάποιο θέμα, πώς τοποθετούμαι σε μια σχέση. Έτσι λοιπόν, παίρνω θέση για κάποιο θέμα σημαίνει πώς αισθάνομαι μ’αυτό που ακούω απ’τον άλλον. Στέκομαι λίγο σε μένα, στον εαυτό μου να δω τι νιώθω μ’αυτό που άκουσα, τι σκέψεις κάνω, τι συμβαίνει στο σώμα μου. Με παρατηρώ. Και όταν μου είναι καθαρό αυτό που αισθάνομαι και θέλω, μπορώ να πω στον άλλον πως είμαι μ’αυτό που άκουσα. Αυτό σημαίνει παίρνω καθαρή θέση. Μιλάω για τον εαυτό μου. Χωρίς να γίνομαι επιθετικός, χωρίς να κακοποιώ, χωρίς να κρίνω και να υποτιμώ τον απέναντι. Παίρνω θέση δεν σημαίνει πως είμαι υπέρ ή κατά κάποιου.
Ας μη φτάσουμε στο σημείο όπου η παράλογη τόλμη θεωρείται ανδρεία, η παραφορά αρετή, η προσωπική διστακτικότητα δειλία που κρύβεται πίσω από εύλογες προφάσεις και η τάση να εξετάζονται όλες οι απόψεις ενός ζητήματος υπεκφυγή.
Δημοσιεύθηκε στον Εξώστη 28-10-2014 http://www.exostispress.gr/Article/eisai-i-mazi-mou-i-exthros-mou-0#.VE9egqHfixY.facebook#ixzz3IwFwqj3A
Δύσκολοι αποχαιρετισμοί
«Θα έχει ενδιαφέρον ένα άρθρο για την απώλεια-τον θάνατο. αν έχεις χρόνο και θέλεις» διάβασα στο μέιλ που έλαβα προχθές. Η πρώτη μου σκέψη ήταν μήπως είναι βαρύ για καλοκαίρι –λες και ο πόνος του θανάτου αλλάζει με τις εποχές – αλλά μετά σκέφτηκα πιο πρακτικά: «έλα το’χεις το θέμα. Σίγουρα θα γράψεις για τα πέντε στάδια του πένθους, θα φυσιολογικοποιήσεις τη θλίψη ως αντίδραση στην απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου από το θάνατο και φυσικά κάποιες «πρακτικές συμβουλές» που ίσως βοηθήσουν».Κατά κάποιο τρόπο λοιπόν, αυτό το ποστ είναι παραγγελία.
Το επόμενο πρωί ξύπνησα βιαστικά και ενώ ετοιμαζόμουν να φύγω απ’το σπίτι άκουγα στο ραδιόφωνο για τη συντριβή του αεροσκάφους, το Μεσανατολικό και αμέσως μου ήρθαν στο μυαλό δυο άνθρωποι. Ο Τζάφαρ ή Τζέφρυ όπως τον φωνάζουμε, ο οποίος ζει στην Ελλάδα από 18 χρονών και τον ξέρω από τότε. Ο ίδιος είναι απ’ τη Δυτική όχθη, δεν έχει πάει ποτέ στη Λωρίδα της Γάζας, όμως όλοι του οι συγγενείς, φίλοι και συμπατριώτες είναι εκεί. Η Νούριθ που ζει στο Τελ Αβίβ με την οποία δεν έχω κοντινή σχέση όμως είναι ένας άνθρωπος που θαυμάζω απεριόριστα. Τελευταία φορά την είδα το Φεβρουάριο στο πλαίσιο μιας εποπτείας και θυμήθηκα πόσο μ’εντυπωσίασε ο τρόπος που δούλεψε μέσα στην ομάδα ένα θέμα απώλειας. Προσπάθησα να φανταστώ πως θα ένιωθαν αυτοί οι άνθρωποι εάν διάβαζαν το ποστ που σκεφτόμουν να γράψω. Δυο άνθρωποι που ξέρουν καλά τι σημαίνει απώλεια. Ντράπηκα και ένιωσα αμηχανία, όμως, κατάφερα να συνδεθώ και να έρθω σ’επαφή με τον πόνο της δικής μου απώλειας που βίωσα πριν τρια χρόνια. Τότε που εγώ διάβαζα πρακτικά ποστ για να καταφέρω να απαλύνω τον πόνο που ένιωθα. Το γνωστικό μου κομμάτι ηρεμούσε για λίγο όμως ο πόνος ήταν αφόρητος και όσο προσπαθούσα με λογικά επιχειρήματα να τον κατευνάσω χωρίς να του δώσω χώρο –είναι η φύση του ανθρώπου ν’αποφεύγει τον πόνο- τόσο θύμωνα και υπέφερα. Ήθελα απλά να τελειώνει και να είμαι καλά.
Αυτό που ήταν σωτήριο για μένα εκείνη την περίοδο ήταν η παρουσία τριών ανθρώπων. Το λεγόμενο υποστηρικτικό πλαίσιο. Και μόνο η αίσθηση πως δεν ήμουν μόνη μου, ήταν ανακουφιστική. Εγώ βοήθησα με το να ζητάω από εκείνες πράγματα που ήξερα πως θα μπορούσαν να μου δώσουν. Ήξερα πως η μια είναι ακούραστη στο ν’ακούει τα ίδια και τα ίδια και να με δικαιώνει, η άλλη το άντεχε να με ακούει να κλαίω γοερά και απλά να είναι εκεί και με την τρίτη να συζητώ πιο ‘λογικά’ και να μη βυθίζομαι εντελώς στο συναίσθημα. Το να ζητάς απ’τους άλλους αυτό που έχεις ανάγκη όχι μόνο μαθαίνεται αλλά είναι και πολύ βοηθητικό στις σχέσεις.
Προσπάθησα να μην είμαι απαιτητική με μένα. Αποδέχτηκα πως περνάω μεγάλο ζόρι και με το να λέω στον εαύτο μου «άντε Νάσια, ακόμα; Δεν είναι φυσιολογικό τόσο πένθος. Έχεις ξεπεράσει το επιτρεπτό όριο» δεν βοήθησε καθόλου. Ο πόνος δεν είναι ένδειξη αδυναμίας και ο χρόνος επούλωσης ενός τραύματος δεν είναι ίδιος για όλους. Να είστε μαλακοί με τον εαυτό σας. Μιλήστε και φερθείτε στον εαύτο σας όπως θα μιλούσατε σ’ένα παιδάκι που κλαίει και είναι πολύ στεναχωρημένο. Φαντάζομαι πως στο παιδί σας ή στο παιδί ενός φίλου σας δεν θα λέγατε ποτέ «άντε, τελείωνε με τα κλάματα. Δεν είναι φυσιολογικό αυτό». Θα το ακούγατε, θα του λέγατε πως έχει δίκιο που είναι στεναχωρημένο και κλαίει και θα το φροντίζατε όπως μπορούσατε.
Εκείνη την περίοδο δυσκολευόμουν πολύ και να κοιμηθώ. Επειδή δεν μπορούσα με τίποτα να διαβάζω, έβαλα στο υπνοδωμάτιό μου μια τηλεόραση και μετά από ένα τέταρτο μ’έπαιρνε ο ύπνος. Δεν ξέρω εάν ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός, με τον καιρό όμως η πληγή έκλεισε. Η ουλή έμεινε και κάποιες φορές με τις αλλαγές του καιρού πονάει, αλλά η ποιότητα, η ένταση και πόσο μένω στον πόνο δεν είναι η ίδια. Αποδέχτηκα πως κάποιες απώλειες ίσως να μην τις ξεπεράσω και αυτή αποδοχή, εμένα με ηρεμεί.
Θέλω να πω κάτι σ’εκείνους που είναι κοντά σε ανθρώπους που πενθούν. Δεν χρειάζεται να έχετε πάντα κάτι να πείτε. Με το να είστε εκεί να ακούτε είναι πολύ πιο θεραπευτικό και ανακουφιστικό για τον άλλον. Αν θέλετε, αποφύγετε φράσεις «θα περάσει, θα δεις ή τουλάχιστο δεν ταλαιπωρήθηκε» υπάρχει μεγάλη πιθανότητα ο άλλος να θυμώσει. Είναι πολύ φοβιστικό να μένεις στον πόνο, το ξέρω. Όμως, πολλές φορές, το μόνο που θέλουμε όταν κλαίμε είναι να μην κλαίμε μόνοι μας. Απλά να είναι κάποιος δίπλα μας χωρίς να μιλάει. Απλά, ν’αντέχει τον πόνο μας.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στον Εξώστη 21/7/2014
http://www.exostispress.gr/Article/diskoloi-apoxairetismoi-0#ixzz38HzjDgS8
Love Bytes – Μέρος ΙΙ
Η αύξηση της χρήσης της τεχνολογίας για τη δημιουργία σχέσεων, προσέλκυσε έντονη κριτική και ιδιαίτερα στις αρχές της δεκαετίας του 90, όπου όποιος χρησιμοποιούσε το διαδίκτυο για γνωριμίες στιγματίζονταν ως φυτό, απελπισμένος ή αποφευκτική προσωπικότητα ανίκανος να λειτουργήσει στον “πραγματικό” κόσμο. Λίγο αργότερα, οι γνωριμίες μέσω διαδικτύου άρχισαν να γίνονται πιο mainstream αποβάλλοντας το μέχρι τότε στίγμα. Σημαντικό ρόλο έπαιξε ο κινηματογράφος και άλλες πτυχές της ποπ κουλτούρας όπου οι διαδικτυακές σχέσεις άρχιζαν να παρουσιάζονται με θετικό τρόπο. Η ταινία “You’ve got mail” είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αλλαγής αφού –όσο απίστευτο κ αν ακούγεται- συνετέλεσε στη διαγραφή αρνητικών στερεοτύπων σχετικά με τη χρήση του διαδικτύου για να βρει κάποιος σύντροφο. (Orr, 2004)
Η πρώτη μεγάλη έρευνα που παρουσίασε τη στάση του κοινού απέναντι στις διαδικτυακές σχέσεις, έλαβε χώρα το 2005 από το Pew Research Center, όπου ανάμεσα σε άλλες ενδιαφέρουσες αναλύσεις, μάθαμε πως οι θετικές εμπειρίες άλλων ανθρώπων σε σχέση με κάποια διαδικτυακή γνωριμία, μπορούν να οδηγήσουν την επιθυμία κάποιου να δοκιμάσει και εκείνος να σχετιστεί με τον ίδιο τρόπο.
Οι περισσότερες έρευνες ή δημοσιεύσεις δίνουν ιδιαίτερη έμφαση σε δυο σημεία. Πόσο διαφορετικά βιώνονται τα συναισθήματα διαδικτυακά και αν υπάρχουν διαφορές στη συμπεριφορά αλλά και στα κριτήρια με τα οποία οι άντρες και οι γυναίκες αποφασίζουν εάν θα συνεχιστεί η σχέση και εκτός διαδικτύου.
Έτσι λοιπόν, μαθαίνουμε πως τα δυο αντιφατικά χαρακτηριστικά μιας διαδικτυακής γνωριμίας, η ανωνυμία και η σε μεγάλο βαθμό αυτοαποκάλυψη, οδηγούν στο να έρθουν πολύ κοντά άνθρωποι σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, αφού είναι γνωστό πως η μεγάλη οικειότητα προκαλεί και πολύ έντονα συναισθήματα.
Η γρήγορη αυτοαποκάλυψη θυμίζει το φαινόμενο «ξένοι στο τρένο» όπου πολλές φορές οι άνθρωποι ανοιγόμαστε και μιλάμε για τη ζωή μας με κάποιον συνταξιδιώτη που πιστεύουμε πως δεν θα ξαναδούμε. Πόσο μάλλον στο διαδίκτυο όπου δεν βλέπεις τις εκφράσεις του συνομιλητή σου και δεν χρειάζεται να κοιτάζεις τον άλλον όταν μιλάς για τον εαυτό σου ή εκμηστηρεύεσαι ένα μυστικό σου.
«Δεν κατάλαβα πως έγινε. Ποτέ δεν φανταζόμουν πως θα ερωτευτώ τόσο γρήγορα και τόσο βαθιά κάποιον που δεν έχω ξαναδεί. εάν τύχει και για κάποιες ώρες δεν τον δω online, αισθάνομαι κατάθλιψη, δεν έχω όρεξη για τίποτα»
Η παραπάνω περιγραφή είναι αληθινή. Κάποιος θ’αναρρωτηθεί πως όλο αυτό είναι υπερβολή και πως ο συγκεκριμένος άνθρωπος μάλλον θα κάνει εξαρτητικές σχέσεις γενικότερα. Ίσως, αλλά μη ξεχνάμε πως οι διαδικτυακές συνομιλίες έχουν ένα συνεχές απ’την άποψη ότι μπορούν να διεξάγονται οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, καθημερινά, στην ανέση του σπιτιού σου ή του γραφείου σου, παντός καιρού, χωρίς το «δεν έχω τι να φορέσω», ίσως με τα παιδιά να παίζουν παραδίπλα, επενδύοντας ελάχιστη φυσική παρουσία. Μια διαδικτυακή σχέση είναι σαν να έχεις να πας σ’ένα πάρτυ όποτε θες, χωρίς να χρειαστεί να βγεις απ’το σπίτι σου.
Πολλοί πιστεύουν πως με την παραπλάνηση, μειώνεται ο κίνδυνος τερματισμός μιας σχέσης ή υπάρχει μεγαλύτερη ερωτική έλξη εάν δεν πεις όλη την αλήθεια. Φυσικά στο διαδίκτυο αυτό είναι πιο εύκολο και για κάποιους, το μυστικό της επιτυχίας είναι η ειλικρίνεια, την οποία έτσι και μπορέσεις να την υποκριθείς, θα τα έχεις καταφέρει. Σε μια έρευνα, 48% των ερωτηθέντων απάντησε πως λένε ψέματα για την ηλικία τους περιστασιακά και 23% πως το κάνουν συχνά. Ένα 5% παραδέχτηκε πως περιστασιακά λέει ψέματα για το φύλο τους. Οι άντρες λένε πιο συχνά ψέματα απ’τις γυναίκες και κυρίως για την κοινωνικοοικονομική τους κατάσταση. Οι γυναίκες λέμε ψέματα κυρίως για λόγους ασφαλείας.
Ο Edward Royzman, Καθηγητής Ψυχολογίας, ισχυρίζεται πως οι άνδρες λαμβάνουν αποφάσεις για το εάν επιθυμούν να προχωρήσουν μια σχέση με πολύ διαφορετικό τρόπο απ’τις γυναίκες ακόμα και διαδικτυακά. Για έναν άντρα, συνήθως, αν μια γυναίκα δεν είναι αρκετά ελκυστική, το πιθανότερο είναι να μην έχει την ευκαιρία ενός πρώτου ραντεβού. Για τις γυναίκες, όμως, ο Καθηγητής λέει πως αυτό είναι μια πιο σύνθετη επιλογή καθώς αυτό που τείνει να έχει σημασία είναι το συνολικό «πακέτο» να είναι καλό, εννοώντας πως μια γυναίκα μπορεί να δεχτεί ένα λιγότερο ελκυστικό σύντροφο εάν έχει κάποια άλλα θετικά στοιχεία, όπως ευγένεια, εξυπνάδα, καλοσύνη.
Δεν ξέρω εάν τα ευρύματα απ’το πείραμα του Καθηγητή ακούγονται cliché, όμως, πάντα συμβαίνει αυτό που λέμε οι θεραπευτές για τους θεραπευόμενούς μας. Κάποια στιγμή θα σχετιστούν μαζί μας με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που σχετίζονται με τους οικείους τους. Έτσι κι εγώ, τον τρόπο με τον οποίο σχετίζομαι με τους φίλους μου ή τον τρόπο που προσεγγίζω κάποιον στην «αληθινή» μου ζωή, αργά ή γρήγορα θα τον φέρω και στην εικονική μου πραγματικότητα. Γιατί ο τρόπος που σχετίζομαι, είναι τα πάντα.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στον Εξώστη στις 23/6/2014
http://www.exostispress.gr/Article/Love-Bytes–meros-ii-0#ixzz38Hv5L7wa
Link
Στη δεκαετία του ‘90 το Ιαπωνικό παιχνίδι “Tamagotchi” πούλησε 70 εκατομμύρια συσκευές οι οποίες προσομοίωναν ψηφιακά κατοικίδια που χρειάζονταν τακτική φροντίδα μέσα στην ημέρα. Το 2009 η εταιρεία Konami έφτιαξε ένα δημοφιλές στην Ιαπωνία παιχνίδι το LovePlus + το οποίο παίζεται σε φορητή κονσόλα και ο χρήστης διατηρεί μια ρομαντική –μη σεξουαλική- σχέση μ’ένα εικονικό κορίτσι.
Οι χρήστες, παίζουν το παιχνίδι προσομοιώνοντας σχεδόν τα πάντα. Στέλνουν παιχνιδιάρικα sms στο κορίτσι τους ή μπορούν να χρησιμοποιήσουν και το ενσωματωμένο μικρόφωνο της συσκευής για να έχουν και κάποια συνομιλία μαζί τους. Σε μια κριτική του LovePlus+ διάβασα πως τέτοιου είδους παιχνίδια είναι αρκετά δημοφιλή και αρκετά παρεξηγημένα εκτός Ιαπωνίας. Για κάποιους, δεν είναι ένας τρόπος για να ξεφύγουν από την πραγματική ζωή, ούτε μια αντικατάσταση μιας πραγματικής-κρεάτινης φίλης. Είναι απλά μια αξιαγάπητη εμπειρία-παιχνίδι.
Τόσο αξιολάτρευτη που ένα θέρετρο, περίπου μια ώρα απ’το Τόκιο, το Atami, αξιοποιείται για τη δημοτικότητα του LovePlus+. Το Atami, είναι ένας προορισμός όπου οι χρήστες του παιχνιδιού μπορούν να κάνουν διακοπές με τα εικονικά τους κορίτσια. Υπάρχει ξενοδοχείο το οποίο διαθέτει ειδικά διαμορφωμένους χώρους, όπου τα πάντα είναι έτοιμα για τους πελάτες που θέλουν να προσομοιώσουν την εμπειρία μιας πραγματικής απόδρασης. Το προσωπικό του ξενοδοχείου έχει πάρει εντολή να προσποιούνται πως οι χρήστες του LovePlus+ συνοδεύονται από γυναικεία παρέα. Τα εστιατόρια προσφέρουν ειδικά γεύματα και πωλητές τροφίμων δίπλα στη θάλασσα πουλάνε κέικ ψαριών και επιδόρπια ζωγραφισμένα με το λογότυπο του LovePlus+. Υπάρχει ακόμη και μια εφαρμογή στο iphoneπου επιτρέπει στους χρήστες να βγάλουν μια ψεύτικη φωτογραφία τους δίπλα στο εικονικό τους κορίτσι.
Το Ατάμι, δεν είναι το μοναδικό μέρος όπου ο εικονικός κόσμος συναντάει την πραγματικότητα. Η εταιρεία Konami, μέσω Twitter, υπενθύμισε στους followers σ’όλη την Ιαπωνία πως η Rinko Kobayakawa–ηρωίδα του παιχνιδιού- έχει γεννέθλια 17 Αυγούστου και ρώτησε πως σχεδίαζαν να περάσουν την ημέρα μαζί της. Κάποια Χριστούγεννα, η εταιρεία ανακοίνωσε πως οι χρήστες θα μπορούν να αγοράσουν χριστουγεννιάτικα κέικ για τις φίλες τους. Μια ώρα αργότερα, ρομαντικά αγόρια με σάρκα και οστά, συνέρρεαν στα μαγαζιά όπου τα 300 κέικ είχαν ήδη πουληθεί πριν ακόμα ανοίξουν τα αρτοποιεία.
Διαβάζοντας εντυπωσιασμένη όλα αυτά για την εικονική πραγματικότητα, το διαδίκτυο, τις ανθρώπινες συμπεριφορές, θυμήθηκα τη φράση μιας φίλης πριν λίγα χρόνια όταν το Facebook είχε αρχίσει να μπαίνει δυναμικά στη ζωή μας: “πάνε οι εποχές που εάν ήθελε κάποιος να σου μιλήσει έπρεπε να πάρει τηλέφωνο στο σταθερό του σπιτιού σου και ίσως να χρειαστεί ν’απαντήσει στην ερώτηση του πατέρα σου -που θα τύχαινε να σηκώσει το τηλέφωνο- ποιος τη ζητεί παρακαλώ; τώρα απλά περιμένουμε να δούμε και να προσπαθήσουμε να ερμηνεύσουμε το ενδιαφέρον του άλλου με το εάν κάνει λάικ στις αναρτήσεις μας, στις φωτογραφίες μας, εάν σχολιάζει ή αν μας στέλνει μέιλ»
Έτσι είναι. Το διαδίκτυο δεν έχει αλλάξει μόνο τον τρόπο που δουλεύουμε και ενημερωνόμαστε, αλλά και τον τρόπο που αγαπάμε, ερωτευόμαστε, φλερτάρουμε, απατούμε, κάνουμε φιλίες και ερχόμαστε σ’επαφή. Μπορεί ο τρόπος να έχει αλλάξει, αλλά όσο περίεργο και αν ακούγεται, τα συναισθήματα, βιώνονται το ίδιο έντονα όπως σε μια σχέση εκτός διαδικτύου. Για πολλά χρόνια, ήταν ταμπού. Μια καινούργια έρευνα του American Psychological Association δείχνει πως πλέον πρόκειται για τον δεύτερο πιο συνηθισμένο τρόπο. Οι άλλες επιλογές εκεί έξω, δεν είναι ιδιαίτερες χρήσιμες, συμπληρώνει ο Harry T. Reis Καθηγητής Ψυχολογίας, ειδικά όταν είμαστε ενήλικοι και δεν υπάρχει το σχολείο ή το Πανεπιστήμιο για να μας βοηθήσει να συναντήσουμε νέους ανθρώπους.
Άραγε μπορεί να πετύχει μια τέτοια σχέση; Οι γνωριμίες μέσω διαδικτύου έχουν κάνει τις ανθρώπινες σχέσεις αναλώσιμες; Συμπεριφέρονται διαφορετικά οι άντρες από τις γυναίκες; Αυτά και άλλα στο επόμενο άρθρο. Στον Εξώστη.