Ψυχολογία ορφανού

“Γεια. Είμαι 31 χρονών, έχω μια πολύ καλή δουλειά, μένω μόνος μου, έχω μεγάλη οικογένεια (γονείς, αδέρφια, ξαδέρφια κλπ) και φαινομενικά δεμένη αλλά είναι σαν να είμαι ορφανός. Εχω ψυχολογία ορφανού. Αποφεύγω να ζητήσω το οτιδήποτε, δεν θέλω κιόλας γιατί ναι μεν τις περισσότερες φορές θα το πάρω αλλά κάτι φορές δεν θέλω να το ζητήσω. Όσες φορές το πάρω, θα είναι μαζί με ένα ‘αλλά’. Δεν αναφέρομαι μόνο σε υλικά αγαθά αλλά στα πάντα. από μια γνώμη, μια απόφαση που θέλω να πάρω.  Πολλές φορές σκέφτομαι πως είμαι υπερβολικός και πως υπάρχουν και πολύ χειρότερα και έχω και ενοχές γιατί όντως υπάρχουν και χειρότερα. Σκέφτομαι εάν ήμουν όντως ορφανός τουλάχιστον θα έλεγα ‘πως είσαι ορφανός, οπότε δεν μπορείς να λάβοις παρά του του μη έχοντος’. έχεις να μου δώσεις κάποια απλή ή έστω κάπως σύντομη συμβουλή που θα με βοηθήσει να μη νιώθω έτσι;” 

Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι -περισσότεροι από όσοι φαντάζεσαι- που αισθάνονται θλίψη και βιώνουν μια συνεχή απώλεια της οικογένειάς τους όπως θα την ήθελαν. Εσύ το ονόμασες “ψυχολογία ορφανού” κάπου το είχα διαβάσει και ως “λειτουργικά ορφανός-functional orphan”, αλλά η αλήθεια είναι πως όπως και να ονομάσουμε αυτά τα συναισθήματα τις περισσότερες φορές στερούνται δικαιώματος έκφρασης και δεν υποστηρίζονται και πολύ κοινωνικά.  

Αν θέλουμε να κάνουμε μια περιγραφή για να δω πως κατάλαβα καλά αυτά που έγραψες και πως μιλάμε για το ίδιο πράγμα, θα μιλήσουμε για ανθρώπους που οι γονείς τους,
η οικογένειά τους, είναι εν ζωή, αλλά ζουν χωρίς τη φροντίδα και την υποστήριξη που θεωρούμε πως συνεπάγεται με το να είσαι παιδί -συμπεριλαμβανομένου και ενός ενήλικου παιδιού- με μια μητέρα και/ή ένα πατέρα. Το να έχει κάποιος την ψυχολογία ορφανού σημαίνει πως μπορεί να βρίσκεται σε τακτική επαφή με την οικογένειά του, αλλά δεν νιώθει μια αίσθηση ασφάλειας και υποστήριξης που θα ήθελε πολύ. Αυτό τις περισσότερες φορές σημαίνει το να είναι η οικογένειά μου εκεί, να μπορώ να μιλήσω χωρίς να φοβάμαι, να με ακούνε, να με δικαιώνουν και να με αποδέχονται.  Άλλοι άνθρωποι μπορεί να είχαν ένα είδος πρακτικής υποστήριξης  (είναι αυτό που πολύ συχνά ακούμε οι ψ “οι γονείς μου ήταν πολύ καλοί στα πρακτικά ζητήματα”) αλλά στη μετάβαση προς την ενηλικίωση την έχασαν, μιας και κάποιοι γονείς αποσύρουν τη φροντίδα και την υποστήριξη που προσφέρθηκε στην παιδική ηλικία πιστεύοντας ότι η ανατροφή έχει ολοκληρωθεί. Ελλείψει ισχυρών συναισθηματικών δεσμών,
τα ενήλικα παιδιά χάνουν ή περιορίζονται και όλα τα απτά στοιχεία της γονικής φροντίδας και ανατροφής. Αυτή η συνειδητοποίηση, η πραγματικότητα της συναισθηματικής μοναξιάς μπορεί να γίνει αρκετά επώδυνη. 

Μερικές φορές ο πόνος της ψυχολογικής ορφάνιας γίνεται πιο οξύς όταν ως ενήλικες πλέον γίνονται συναισθηματικά πιο ώριμοι ή ικανοί από τους ανθρώπους που τους μεγάλωσαν. Αυτό μπορεί να συμβεί όταν δημιουργούν ένα περιβάλλον σπιτιού/ζωής που είναι πιο σταθερό και ήρεμο από τη ζωή που τους προσφέρθηκε και η ευθραυστότητα, το χάος, το μπέρδεμα ή η συναισθηματική αστάθεια των γονιών τους μπορεί να φανεί με μεγαλύτερη σαφήνεια. 

Μιας που σε λίγο καιρό θα έρθουν και οι γιορτές και θα ακούμε-διαβάζουμε συχνά για την οικογένεια, την παράδοση και τη σύνδεση, θα ήταν ανθρώπινο και ωραίο να υπάρχει χώρος να δούμε, να ακούσουμε -χωρίς να κρίνουμε με σχόλια του τύπου ‘μιλάς και εσύ;’- όλους εκείνους που αισθάνονται λυπημένοι και βιώνουν απώλεια και λαχτάρα. Θα βοηθήσει όμως περισσότερο εσύ ο ίδιος να επικυρώσεις την εμπειρία της θλίψης που βιώνεις και έχει να κάνει με το να μην έχεις από τους γονείς σου την αγάπη και τη φροντίδα όπως θα την ήθελες. Ανθρώπους που σε αγαπούν με τον τρόπο που ξέρουν αλλά μάλλον δεν μπορούν να είναι ένα ασφαλές και σίγουρο σημείο προσγείωσης που επιθυμείς. 

Η θλίψη σου είναι πραγματική και απόλυτα θεμιτή. Μη θυμώνεις και μην είσαι τόσο αυστηρός με σένα.  Η ανάγκη μας για ασφαλείς σχέσεις σε όλη τη διάρκεια της ζωής μας δεν μας κάνει αδύναμους ή περίεργους ή ευάλωτους. Το να μην καλύπτονται κάποιες από τις ανάγκες μας από εκείνους που πιστεύεται ότι είμαστε πιο κοντά είναι μια πραγματική απώλεια που χρειάζεται να την αναγνωρίσουμε και να την τιμήσουμε για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε. Ζητάς γρήγορη λύση σε κάτι που σε ταλαιπωρεί και το καταλαβαίνω. Ξέρεις, αυτό είναι κάτι που χρειάζεται λίγο χρόνο. Μετά θα μπορέσεις πιο εύκολα να βρεις εναλλακτικούς και σίγουρους χώρους προσγείωσης που επιθυμείς. Μέχρι να γίνει αυτό, να είσαι φροντιστικός και ευγενικός με τον εαυτό σου. 

Γονείς του εαυτού μας

Δεν μπορούμε να αλλάξουμε το παρελθόν, αλλά μπορούμε να αποκτήσουμε τις ικανότητες που θα μας επιτρέψουν να πειραματιστούμε με τις προκλήσεις του “εδώ και τώρα” που ως παιδιά στο “εκεί και τότε” δεν μπορούσαμε και δεν ήταν και δουλειά μας να το κάνουμε. Ένας από τους τρόπους είναι να γίνουμε γονείς του εαυτού μας. Για αρχή μπορούμε να κάνουμε ένα υποθετικό σενάριο. Εάν βλέπαμε ένα μικρό παιδί -το δικό μας ή κάποιου φίλου- να κάθεται κάπου μόνο του και να κλαίει, τι θα του λέγαμε; Κλάψε δεν πειράζει; Δεν θα ρωτάγαμε με ήρεμο και γλυκό τρόπο τι έχει και γιατί κλαίει; εάν χρειάζεται κάτι; Δεν θα το κρατούσαμε από το χέρι να το πάμε κάπου να κάτσει και να ξεκουραστεί; 

Με τον ίδιο τρόπο θα μιλήσουμε και θα φερθούμε και στον εαυτό μας -στο εσωτερικό μας παιδί- όπως θα μιλήσουμε σ’ένα παιδί κουρασμένο, φοβισμένο και ταλαιπωρημένο.
Με το να δώσουμε στον εαυτό μας αυτό που δεν πήραμε όταν έπρεπε να το πάρουμε.

Τα παιδιά δυστυχώς έχουν ‘ταλέντο΄να υπομένουν και αυτό γιατί δεν έχουν εναλλακτικές λύσεις μιας και εξαρτώνται από κάποιον μεγαλύτερο. Όμως, ως ενήλικας, το ίδιο παιδί είναι απαραίτητο και εφικτό να έρθει σε επαφή με τις πηγές στήριξης που έχει. Δείτε το παρακάτω βίντεο

https://www.youtube.com/watch?v=ZBXZojt6dpMXZojt6dpM

Άσκηση για το σπίτι

Είναι μια καλή εποχή για να ξαναμπούμε όλοι σε ρυθμό, οπότε σήμερα, μια άσκηση αρκετά ευχάριστη και απλή:

– Σκεφτείτε μια φορά που κάποιος σας είπε όχι. Πώς αντιδράσατε; Θα μπορούσατε να είχατε αντιδράσει διαφορετικά;
– Σκεφτείτε μια φορά που θέλατε να πείτε όχι, αλλά δεν το κάνατε. Πώς θα μπορούσατε να είχατε οριοθετηθεί;
– Με τι τρόπο πιστεύετε ότι οι κοντινοί σας άνθρωποι θα ανταποκριθούν στα όριά σας; βασίζεται σε γεγονότα ή σε δικές σας υποθέσεις; τι έχει συμβεί στο παρελθόν και σας κάνει να το σκέφτεστε αυτό;
– Πιστεύετε πως χρειάζεστε σε κάποιο τομέα καλύτερη οριοθέτηση αυτό τον καιρό; (επαγγελματικά, οικογενειακές σχέσεις, φιλία, προσωπική ζωή)

Άσκηση για το σπίτι

Η οριοθέτηση με την οικογένειά μας τις περισσότερες φορές αποτελεί πρόκληση κυρίως γιατί για χρόνια συμπεριφερόμασταν με συγκεκριμένους τρόπους και παίζαμε συγκεκριμένους ρόλους. Εάν θέλουμε να αλλάξουμε αυτή την κατάσταση, την αλλαγή θα πρέπει να την κάνουμε εμείς (ναι, πάλι εμείς). Όσο δύσκολο και αν φαίνεται -στην αρχή είναι- η σχέση μας θα γίνει σαφώς καλύτερη, όσο και αν αυτό τώρα ακούγεται απίστευτο.

Η άσκηση είναι να σκεφτείτε και να γράψετε:

  • Πώς νιώθετε όταν βάζετε όρια με την οικογένειά σας;
  • ποιος στην οικογένειά σας πιστεύετε ότι θα ήταν πιο δεκτικός στα όριά σας;
  • ποιος στην οικογένειά σας πιστεύετε πως θα ήταν λιγότερο δεκτικός;
  • βρείτε τα δυο όρια που θα θέλατε να βάλετε με την οικογένειά σας
  • ποιες ενέργειες/δράση είναι απαραίτητες για να τηρήσει η οικογένειά σας τα όρια;

Τα όρια με την οικογένεια -Μέρος Β

Το να βάζω όρια στη σχέση με τους γονείς μου μπορεί να σημαίνει πως

  • θα εκφράζω τα συναισθήματά μου ανοιχτά
  • θα διαχειρίζομαι τον χρόνο με τρόπο που εξυπηρετεί πρώτα το δικό μου πρόγραμμα και τον τρόπο ζωής μου
  • δεν θα πιέζομαι να παρευρίσκομαι σε κάθε οικογενειακή μάζωξη εάν δεν έχω διάθεση
  • θα φροντίζω να ενημερώνω για τις συνήθειές μου όταν με επισκέπτονται
  • θα έχω κάνει σαφές ότι με ενοχλούν οι απροειδοποίητες εμφανίσεις στο σπίτι μου
  • θα μοιράζομαι λεπτομέρειες της προσωπικής μου ζωής όταν και εάν θέλω
  • εάν έχω διαφορές ή συγκρούσεις με άλλα μέλη της οικογένειας θα το λύνουμε μεταξύ μας χωρίς την παρέμβασή τους
  • έχω δικαίωμα να μη θέλω να ακούω για τις σχέσεις τους ή τις συγκρούσεις τους με άλλα μέλη της οικογένειας

Ο τρόπος για να επικοινωνήσω τα παραπάνω μπορεί να είναι κάπως έτσι:

  • θέλω να μπορώ να εκφράζω όλα μου τα συναισθήματά, όχι μόνο όταν είμαι καλά
  • δεν θα έρθω στο τραπέζι τα Χριστούγεννα/Πάσχα κλπ γιατί έχω κανονίσει κάτι άλλο για εκείνη τη μέρα. θα έρθω να σας δω όταν επιστρέψω.
  • έχω τσακωθεί με την/τον αδερφό μου και δεν θέλω σε παρακαλώ να ανακατευτείς με οποιοδήποτε τρόπο. θα το τακτοποιήσουμε μόνοι μας
  • Πριν περάσεις απ’το σπίτι στείλε μου ένα μήνυμα γιατί εκείνη την ώρα μπορεί να έχω δουλειά και να μην μπορώ να διακόψω
  • δεν τρώω κρέας οπότε εάν δεν έχεις χρόνο ή είναι κόπος να φτιάξεις και κάτι άλλο για μένα, πες μου να φροντίσω να φέρω το δικό μου φαγητό.
  • ξέρω πως ρωτάς από ενδιαφέρον αλλά δεν θέλω να πω κάτι τώρα
  • καταλαβαίνω πόσο σημαντικό είναι για σένα να διατηρούνται οι οικογενειακές σχέσεις, απλά εγώ το κάνω με άλλους τρόπους

Οι πρώτες φορές που θα προσπαθήσουμε να οριοθετηθούμε ίσως να μας ζορίσουν όλους γιατί είναι κάτι καινούργιο. Οι αντιστάσεις αργά ή γρήγορα θα καμφθούν και θα βοηθήσει πολύ εάν το όριο είναι σαφές, σταθερό και συνεπές. Θα είμαστε πάντα τα παιδιά των γονιών μας. Ως ενήλικες που εξελίσσονται συνέχεια επιλέγοντας εμείς τον τρόπο που θέλουμε να ζούμε. 

Τα όρια με την οικογένεια – Μέρος Α

Όλοι οι άνθρωποι μετά τα δεκαοκτώ ενηλικιωνόμαστε. Ακόμα και αν εξακολουθούμε να ζούμε με τους γονείς μας, νομικά, είμαστε ενήλικες και φυσικά η πρόσβασή τους στη ζωή μας αλλάζει. Βεβαίως ίσως να χρειάζεται να τηρούμε κάποιες συνήθειες και κανόνες όταν ακόμα ζούμε στο σπίτι τους, αλλά ακόμα και σε αυτή την περίπτωση, μπορούμε και είναι απαραίτητο να βάζουμε κάποια απαραβίαστα όρια έστω και σε μικρότερη κλίμακα.

Όχι γιατί απλά “έτσι είναι το σωστό” αλλά μέρος της ενηλικίωσης είναι να αποφασίζουμε οι ίδιοι για εμάς. Πολύ συχνά την οριοθέτηση οι γονείς τη μεταφράζουν ως έλλειψη σεβασμού ίσως γιατί δυσκολεύονται να αποδεχθούν πως πλέον δεν έχουν την ίδια επίδραση στη ζωή μας, παρόλο που ξέρουν τι θα πουν για να μας πυροδοτήσουν και να πάρουν αυτό που θέλουν.

Είναι πολύ δύσκολο να οριοθετούμαστε και να ξεχνάμε τις ανάγκες και τα θέλω μας όταν καταλαβαίνουμε τη δυσαρέσκειά τους απλώς διαβάζοντας τη γλώσσα του σώματός τους ή παρατηρώντας και την πιο ανεπαίσθητη αλλαγή στη διάθεσή τους. Αυτό όμως που συμβαίνει όταν δεν οριοθετούμαστε, είναι να καταλήγουμε απογοητευμένοι και θυμωμένοι με τον εαυτό μας γι’αυτό και είναι σημαντικό κάποια στιγμή να αναρωτιόμαστε “εγώ τι θέλω;”

Κάποιες ενδείξεις που θα σας βοηθήσουν να καταλάβετε πότε παραβιάζεται το όριό σας είναι οι παρακάτω

– γνωρίζουν αρκετά πράγματα και λεπτομέρειες της σχέσης σας
– παρεμβαίνουν στις διαφωνίες που έχετε με άλλους ανθρώπους
– δεν σέβονται και δεν ρωτάνε τη γνώμη σας
– μπαίνουν στο δωμάτιό σας χωρίς να χτυπάνε την πόρτα
– έχετε την τάση να τους λέτε εύκολα ναι ακόμα και αν δεν θέλετε επειδή νιώθετε υποχρεωμένοι που σας φιλοξενούν

Το να οριοθετούμαστε είναι δύσκολο και το κάνει ακόμα πιο δύσκολο με τους κοντινούς μας ανθρώπους γιατί τους είναι δύσκολο να αποδεχθούν πως έχουμε αλλάξει. Να θυμάστε πάντα πως το όριο δεν πάμε να το βάλουμε ποτέ στον άλλον. Το όριο το βάζουμε στον εαυτό μας. Με το να τοποθετούμαστε, με το να επικοινωνούμε το πώς νιώθουμε με κάποια συμπεριφορά, με το τι δεχόμαστε-επιτρέπουμε και τι όχι.

Απαντώντας σε κακεντρεχή σχόλια

Ένας από τους πιο συνηθισμένους τρόπους να δείχνουμε την ενόχλησή μας είναι να μην τη δείχνουμε, να κάνουμε σαν να μην έχει συμβεί τίποτα και να αποστασιοποιούμαστε. Είναι όμως αυτό το καλύτερο για εμάς;

Εάν κάτι σας ενοχλεί μην το αφήνετε να περνάει έτσι. Άσχημες συμπεριφορές, αγενή και κακά σχόλια είναι χρήσιμο να εντοπίζονται και να επικοινωνούνται όταν συμβαίνουν ή όταν είμαστε έτοιμοι να μιλήσουμε για το πόσο μας ενόχλησαν. Όταν τέτοιου είδους κακομεταχείριση αγνοείται, δείχνουμε στους άλλους πως είναι εντάξει να μας μιλάνε όπως θέλουν και η κακή συμπεριφορά δεν σταματάει. Επίσης υπάρχουν και άνθρωποι που δεν φαντάζονται πως αυτά που λένε έχουν αντίκτυπο στους άλλους. 

Η αντιμετώπιση τέτοιων συμπεριφορών καλό θα είναι να αποφεύγονται όταν δεν γνωρίζουμε τον απέναντι και δεν έχουμε και την δυνατότητα να προβλέψουμε την αντίδρασή του. Σε τέτοιες περιπτώσεις προέχει πάντα η ασφάλειά μας.

Άμεση και καθαρή απάντηση σε κάποιο κακεντρεχές σχόλιο μπορεί να είναι:

  • Δεν μου άρεσε αυτός ο τρόπος
  • Θέλω να είσαι σίγουρος, κατηγορηματικός, να υπερασπίζεσαι τα συμφέροντά σου, όμως, να το κάνεις επιλέγοντας τις λέξεις σου και προσέχοντας τον τόνο και το ύφος σου, τουλάχιστον όταν μιλάμε μαζί. 
  • Θέλω να προσέχεις τι λες και πώς το λες
  • Επειδή θέλω να είμαι σίγουρη/ος πως κατάλαβα σωστά, μπορείς να μου εξηγήσεις τι εννοείς;
  • μου ακούστηκε και το εξέλαβα ως κακία
  • Δεν θέλω να μου μιλάς έτσι (όχι δεν μπορείς. δεν θέλω.)
  • μου ακούστηκε αρκετά συναισθηματικά φορτισμένο. υπάρχει κάτι άλλο από πίσω που χρειάζεται να συζητήσουμε;
  • πιστεύεις πως υπάρχει άλλος τρόπος να μου πεις αυτό που θες γιατί μου ακούστηκε κακεντρεχές;

Let’s Get Loud

Εάν ψάχνετε να δείτε κάτι για να περάσει ευχάριστα η ώρα ή απλά σας αρέσει η JLo μπορείτε να δείτε αυτό το σύντομο ντοκιμαντέρ που επικεντρώνεται στο 2019, όπου έκλεισε τα 50, και που εκείνη την αναφέρει ως τη χρονιά όπου όλα για όσα είχε δουλέψει μέχρι τότε, άρχισαν να συμβαίνουν. 

“Όλη μου τη ζωή πάλευα να ακουστώ, να με δουν και να με πάρουν στα σοβαρά” είναι το πρώτο που λέει για εκείνη. Αφού είδα το ντοκιμαντέρ διάβασα από περιέργεια κάποια άρθρα περισσότερο για να δω εάν αυτά που σκέφτηκα και ένιωσα συμπίπτουν με τις απόψεις άλλων.  Εάν και οι κριτικές σε καμία περίπτωση δεν ήταν ωμά φτηνές, έκανα στο μυαλό μου την εικόνα των δημοσιογράφων όταν έγραφαν τα σύντομα άρθρα που διάβασα: stiff upper lip ή ανεβασμένο φρύδι. “Γιατί κάποια σαν την Jennifer να τοποθετείται πολιτικά; γιατί επέλεξε να το κάνει τη στιγμή του super bowl; ένα δυναμικό σύμβολο του Χόλιγουντ με μια εμπνευσμένη ιστορία. Είναι αυτός ο λόγος για να παρακολουθήσετε το ντοκιμαντέρ; Εξαρτάται, από το αν είχε κερδίσει την αγάπη σας από την αρχή”. 

Προσωπικά, δυο πράγματα κρατάω από το ντοκιμαντέρ. Το ένα είναι αυτό που σκέφτηκα.

Ανεξάρτητα από το πόσο προσπαθούμε να χαρτογραφήσουμε την πορεία μας, πάντα θα εμφανίζονται μπροστά μας εμπόδια. Πολλές φορές τα εμπόδια θα είναι οι αποδοκιμασίες των άλλων, η κριτική τους, τα φτηνά κακεντρεχή τους σχόλια που θα αφορούν κυρίως την εμφάνισή μας, όποια δουλειά και αν κάνουμε. Οι άλλοι πάντα θα λένε και θα σκέφτονται διάφορα. Αυτά που επιλέγουν να σχολιάσουν και ο τρόπος που το κάνουν, περισσότερα λένε για εκείνους, παρά για εμάς.  Εμείς θα αποφασίσουμε αν θα μείνουμε καθηλωμένοι ή θα βρούμε έναν τρόπο να συνεχίσουμε να προχωράμε με σκληρή δουλειά αλλά και με το να μη νοιαζόμαστε για το τι σκέφτονται και με το να μάθουμε να αγνοούμε αυτά που δεν μπορούμε να ελέγξουμε, δηλαδή τις συμπεριφορές των άλλων. 

Το δεύτερο είναι αυτό που ένιωσα. Αυτό που είδα εγώ είναι έναν άνθρωπο να παλεύει ακόμα να βγάλει την ταμπέλα που της είχαν βάλει ως παιδί: όχι της τραγουδίστριας και όχι της έξυπνης.

Ο φόβος της εγκατάλειψης

Εάν το μότο μας είναι “φεύγω προτού με αφήσουν” το πιθανότερο είναι να μείνουμε για πάντα μόνοι.

Οι περισσότεροι θέλουμε και έχουμε ανάγκη από αγάπη και κοντινότητα.  Ο φόβος, όμως, είναι εξίσου ισχυρή δύναμη και ανταγωνίζεται αυτή μας την ανάγκη. Παρόλο που οι ανάγκες μένουν ακάλυπτες όταν δεν ερχόμαστε κοντά, μπορεί να νιώθουμε μεγαλύτερη ασφάλεια όταν δεν το κάνουμε. Με τον τρόπο αυτό, δεν διακινδυνεύουμε την αβεβαιότητα που προκύπτει από τη στενή συναισθηματική σχέση με έναν άλλον άνθρωπο. Δεν διακινδυνεύουμε να πρέπει να δείξουμε ότι είμαστε αυτό που είμαστε, κάτι που περικλείει τη συναισθηματική ειλικρίνεια, αλλά και την πιθανή απόρριψη των συναισθημάτων μας. Δεν διακινδυνεύουμε την εγκατάλειψή μας από τους άλλους. Δεν βιώνουμε την αμηχανία που συνεπάγεται η αρχή μιας σχέσης που για πολλούς είναι πραγματικά αφόρητη.

Όταν δεν πλησιάζουμε στενά κάποιους ανθρώπους, ξέρουμε τι να περιμένουμε: τίποτα.
Η στενή επαφή-η οικειότητα έχουν συχνά ως συνέπεια την αίσθηση της απώλειας του ελέγχου. Η οικειότητα θέτει σε δοκιμασία τους βαθύτερους φόβους μας για το ποιοι είμαστε και για το εάν είναι αποδεκτό να είμαστε ο εαυτός μας, για το ποιοί είναι οι άλλοι και εάν είναι αποδεκτό να είναι εκείνοι αυτό που είναι. Απαιτείται ειλικρίνεια, αυθορμητισμός, εμπιστοσύνη, αποδοχή του εαυτού μας και αποδοχή των άλλων.

Όρια – Μέρος Στ

Πράγματα που μπορεί να συμβούν όταν αποφεύγουμε να βάζουμε όρια: Υπερκόπωση

Υπερκόπωση παθαίνουμε όταν εξαντλουμαστε συναισθηματικά, διανοητικά και σωματικά. Αρκετές φορές μπορεί να καταλήξει σε χρόνια απογοήτευση με τον εαυτό μας και τους άλλους, σε συχνές εναλλαγές διάθεσης, στη λήψη λανθασμένων αποφάσεων, σε τάσεις φυγής. Η υπερκόπωση οφείλεται και στη δυσκολία οριοθέτησης, όπως π.χ.

– Δεν γνωρίζουμε πότε να λέμε όχι. (εάν εμπίπτετε σ’αυτή την κατηγορία, ο πιο εύκολος τρόπος για να καταλάβετε πως έχει έρθει η στιγμή να πείτε “όχι” είναι να αρχίσετε να σας παρατηρείτε. εάν θυμώνετε ή πιέζεστε κάθε φορά που σας ζητάνε κάτι, να σας ακούσετε)
– Δεν ξέρουμε τον τρόπο να πούμε όχι (μπορείτε να δείτε προηγούμενες αναρτήσεις που γράφουμε ενδεικτικούς τρόπους να λέμε όχι. Επίσης, να θυμάστε πως είναι κάτι που μαθαίνεται.)
– Όταν βάζουμε τις ανάγκες των άλλων πάνω από τις δικές μας. (Δεν υπάρχει περίπτωση να μην βρίσκουμε έστω και πέντε λεπτά μέσα στην ημέρα να κάνουμε κάτι πουι θα μας βοηθήσει να αποφορτιστούμε)
– Όταν θέλουμε πάντα να ευχαριστούμε τους άλλους (κάντε στον εαυτό σας την ερώτηση “γιατί μου είναι τόσο σημαντικό να ευχαριστώ συνέχεια τους άλλους;”)
– Όταν πιστεύουμε πως μπορούμε να κάνουμε τα πάντα (εδώ παίζουν τεράστιο ρόλο τα κοινωνικά δίκτυα. ποτέ μη μπαίνετε σε σύγκριση με άλλους ανθρώπους. δεν έχει κανένα νόημα. ακόμα και αν δεχτούμε πως υπάρχουν άνθρωποι ‘υπερήρωες’ εμείς βλέπουμε το αποτέλεσμα, όχι τη διαδικασία-τι συνεπάγεται όλη αυτή η εικόνα)
– Όταν έχουμε μη ρεαλιστικές προσδοκίες (δεν μπορούμε να κάνουμε τα πάντα μόνοι μας. ζητάτε βοήθεια, αναθέστε και σε άλλους πράγματα)
– Όταν δεν αναγνωρίζονται -πρώτα από εμάς- όλα αυτά που κάνουμε (ξεκινήστε από τα βασικά. πείτε και ένα μπράβο στον εαυτό σας)

Άλλες συμπεριφορές ή καταστάσεις που οδηγούν στην εξάντληση και έχουν να κάνουν με τη δυσκολία οριοθέτησης μπορεί να είναι όταν επιτρέπουμε στους άλλους να παραπονιούνται συνέχεια για τα ίδια πράγματα. Όταν κάνουμε πράγματα που δεν μας δίνουν χαρά. Όταν προσπαθούμε να ελέγξουμε καταστάσεις που δεν μπορούμε. Όταν δίνουμε χρόνο και συμβουλές σε ανθρώπους που μας θεωρούν δεδομένους.