Συλλογικό τραύμα

Το συλλογικό τραύμα είναι ένα τραυματικό γεγονός που μοιράζεται μια ομάδα ανθρώπων. Μπορεί να πρόκειται για μια μικρή ομάδα -όπως μια οικογένεια- ή μια ολόκληρη κοινωνία. Τέτοια συμβάντα μπορεί να είναι αεροπορικά ή άλλα δυστυχήματα, φυσικές καταστροφές, πόλεμος, φτώχεια, πανδημίες.

Κάποιες φορές ένα τέτοιο γεγονός μπορεί να οδηγήσει σε συλλογική κατάθλιψη, απάθεια, υπερβολική υπακοή, απώλεια νοήματος και πρωτοβουλίας και γενικά σε μια στασιμότητα. Μπορεί να οδηγήσει και σε πόλωση, επιθετικότητα ή και βία.

Όταν ένας άνθρωπος ή μια κοινότητα βιώνει τέτοια συναισθήματα, αυτά, έχουν την τάση να εξαπλώνονται σαν επιδημία στο πεδίο και να εμποδίζει τους ανθρώπους να είναι σε επαφή με οποιοδήποτε υποστηρικτικό πλαίσιο. Οι άνθρωποι μπορεί να γίνουμε καχύποπτοι, να νιώθουμε ανημπόρια, ντροπή και υποβάθμιση, άλλοι να κατηγορούμε το περιβάλλον που ζούμε, άλλοι το Θεό ή την Εκκλησία για οτιδήποτε δεν είναι καλό στη ζωή.

Ξέρουμε ότι η εμπειρία, το συναίσθημα μετά από το τραύμα, τόσο για έναν άνθρωπο όσο και για μια ομάδα είναι η μοναξιά, με τρόπο που είναι δύσκολο να εξηγηθεί. Η εμπειρία όσων επιστρέφουν από μάχη ή αιχμαλωσία ή επιβιώνουν από μια έκρηξη ή από ένα ναυάγιο, είναι σοκαριστικά παρόμοια: αυτή της συναισθηματικής μοναξιάς.

Ο πυρήνας του τραύματος είναι η μοναξιά. Ως εκ τούτου, η βασική ανάγκη είναι σχεσιακή.

Η πρόκληση για να ξεπεράσουμε τη μοναξιά είναι να βρούμε έναν τρόπο να έρθουμε σε επαφή, να συνδεθούμε με το περιβάλλον. Να σκεφτούμε “τι χρειάζομαι;” “τι θα με βοηθήσει στο εδώ και τώρα;” Μπορούμε να ενθαρρύνουμε τον διπλανό μας και να τον βοηθήσουμε να αποκαταστήσει το σύστημα αυτουποστήριξής του.

Φυσικά οι ανάγκες των ανθρώπων διαφέρουν ως προς το τι θεωρείται υποστήριξη όπως και η ικανότητα ενός ανθρώπου να πάρει βοήθεια και αυτό εξαρτάται από πολλούς παράγοντες (φύλο, ηλικία, θρησκευτικές και άλλες πεποιθήσεις, παρελθόν) που καλό είναι να αντιμετωπίζονται με διακριτικό και ευαίσθητο τρόπο.

Ωστόσο, ορισμένες βασικές ανάγκες φαίνεται να είναι καθολικές για τους ανθρώπους που βρίσκονται σε μια υπαρξιακή κρίση καθώς το πρώτο που χάνει κάποιος είναι το έδαφος κάτω από τα πόδια του. Βασικές πληροφορίες για το πού βρίσκονται, ποιος είναι δίπλα τους, τι πρόκειται να συμβεί στη συνέχεια, πότε, πού και τι μπορούν να περιμένουν στη δεδομένη κατάστασή τους. Χρειάζονται όσο το δυνατόν πιο σαφείς και ακριβείς πληροφορίες, καθώς η γνώση, ακόμη και αν είναι δυσάρεστη ή τραγική, μας φέρνει σε επαφή με την πραγματικότητα και μόνο έτσι μπορούμε να αποκτήσουμε σιγά σιγά την αίσθηση και τον τρόπο να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση, αντί να παρασυρόμαστε στα τυφλά.

Επίσης ξέρουμε, ότι είναι ανάγκη να αναγνωρίζεται από το περιβάλλον η τραυματική εμπειρία και να επιβεβαιώνεται ότι συνέβη πραγματικά. Αυτό, το να “μένω μαζί με τον άλλον” είναι μια παρέμβαση θεραπευτική που πρώτα σπάει τον κύκλο της μοναξιάς, μετά βοηθάει τη δημιουργία επαφής με το περιβάλλον. Προσφέρει τον χρόνο και τον χώρο για να αφομοιώσει ο άνθρωπος τι έχει συμβεί, επαναλαμβάνοντας την αφήγηση ξανά και ξανά, σε κάποιον που ακούει, δεν κρίνει, δεν δίνει συμβουλές, δεν αποφασίζει ποιος υποφέρει περισσότερο ή ποιος είναι θύμα ή ήρωας. Ίσως αυτό να είναι το πρώτο μικρό βήμα για μια πρώτη ανακούφιση από το βάρος και τον πόνο.

Ο τρόπος που αφηγούμαι την ιστορία μου

Το τελευταίο διάστημα πέφτω συνέχεια πάνω σε άρθρα παρόμοιας θεματολογίας: “γιατί είναι σημαντικό να αφηγούμαστε την ιστορία μας; 10 λόγοι που πρέπει να μοιραστείτε την ιστορία σας δημόσια. ανθεκτικότητα και τα τέσσερα οφέλη που θα έχετε εάν πείτε την ιστορία σας”

Το σύντομο αυτό άρθρο μας προτρέπει να αρχίσουμε τώρα να καταγράφουμε κάποιες ιστορίες μας, όσο οι αναμνήσεις είναι ζωντανές. Οι καλύτερες ιστορίες δείχνουν όχι μόνο τι έχουμε κάνει, αλλά γιατί και πώς, μας επισημαίνει ο αρθρογράφος. Μας λέει να ξεκινήσουμε μιλώντας/γράφοντας για τον τρόπο με τον οποίο βρεθήκαμε σε μια δουλειά. Τι προσπαθούμε να κάνουμε με τη ζωή μας και πώς λειτουργεί; τους μεγαλύτερους θριάμβους μας, τις αποτυχίες μας και τι έχουμε μάθει από αυτές. Επίσης, τα πιο περίεργα, τα πιο αστεία, τα πιο υπέροχα και απαίσια πράγματα που μας έχουν συμβεί.

«Το να βάζεις τα πράγματα σε λέξεις βοηθά να τα οργανώσεις στο μυαλό σου», λέει ο James W. Pennebaker, καθηγητής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Τέξας. «Κάποτε, όλοι πρέπει να στεκόμαστε και να κάνουμε έναν απολογισμό και να σκεφτόμαστε: Τι κάνω, πού πηγαίνω και είναι αυτή η ζωή που θέλω;»

Σε όλο αυτό, υπάρχει ένα κέρδος μας λέει. Η συγγραφή ή η καταγραφή αυτών των ιστοριών συχνά βοηθάει τους ανθρώπους να αισθάνονται καλύτερα για τον εαυτό τους και μπορεί ακόμα και να βελτιώσουν την υγεία τους. Υπάρχουν και άνθρωποι που έχουν ελάχιστο ή καθόλου ενδιαφέρον για το παρελθόν, συμπεριλαμβανομένου και του δικού τους. Μας προτείνει εάν στην προσπάθειά μας να πούμε την ιστορία μας διαπιστώσουμε ότι μας φέρνει μόνο θλίψη, να μην επιμείνουμε.

Θα συμφωνήσω με τη τελευταία παράγραφο του άρθρου πως ακόμα και αν κανείς δεν διαβάσει ή δεν ακούσει την ιστορία μας, δεν θα έχουμε χάσει το χρόνο μας, μιας και ποτέ δεν είναι αργά να αλλάξουμε -εάν θέλουμε- τον τρόπο με τον οποίο ζούμε και να τον κάνουμε καλύτερο.

Πιστεύω πως ο καθένας μας προσπαθεί να κατανοήσει τη ζωή του μέσα από την αφήγηση της προσωπικής του ιστορίας. Ο τρόπος που επιλέγουμε να το κάνουμε λέει πολλά για εμάς αλλά κυρίως μπορεί να γίνει ένα ψυχολογικό εργαλείο που θα ανακουφίσει τον πόνο μας. Τι γίνεται όμως όταν κάποιος δεν μπορεί να αφηγηθεί μια ιστορία γύρω από τη θλίψη του; τι γίνεται όταν η ιστορία του αφηγείται αυτόν; Η παιδική ηλικία αφήνει στον καθένα μας μια τέτοια ιστορία. Μια ιστορία που δεν βρήκαμε τρόπο να εκφράσουμε με λόγια, γιατί κανένας δε μας βοήθησε να βρούμε τις κατάλληλες λέξεις. Όταν δεν έχουμε τρόπο να αφηγηθούμε την ιστορία μας, η ιστορία μας αφηγείται εμάς.

https://www.wsj.com/articles/the-way-you-tell-your-life-story-matters-start-now-11671992737

Παγκόσμια Ημέρα για την εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών

Μέσα στο συρμό του μετρό του Λονδίνου πριν λίγους μήνες είδα αυτή τη διαφήμιση. Ένα χέρι που στα ακροδάχτυλά του έχει σπάγγους που καταλήγουν στα πόδια και στα χέρια ενός γυναικείου σώματος παραπέμποντας σε μαριονέτα. “Όταν ένας θύτης ελέγχει τα οικονομικά σου, ελέγχει και σένα”. 

Η ενδοοικογενειακή οικονομική κακοποίηση η οποία συζητείται πιο σπάνια, σχεδόν πάντα συμβαδίζει με την ενδοοικογενειακή βία. Η οικονομική βία είναι η στέρηση πόρων, ευκαιριών, αγαθών και υπηρεσιών που αποσκοπεί στον έλεγχο της συντρόφου προκειμένου να αισθανθεί ανίσχυρη και αδύναμη να εγκαταλείψει την κακοποιητική σχέση.

Ασκείται με πολλούς τρόπους: Με τη στέρηση του δικαιώματος για οικονομική αυτονομία δηλαδή με την απαγόρευση ή παρεμπόδιση στην εργασία. Με τον έλεγχο των περιουσιακών στοιχείων και του εισοδήματος του θύματος δηλαδή ο θύτης μπορεί να αποσπά τον μισθό της συντρόφου του ή να αρνείται την κατά βούληση αξιοποίησή του, να την αποκλείει από χρηματοπιστωτικούς πόρους (π.χ. να παρακράτηση τραπεζικής κάρτας), να την εξαναγκάζει άμεσα ή έμμεσα να πάρει δάνειο στο όνομά της, να μην της επιτρέπει την  πρόσβαση στο οικογενειακό εισόδημα ή να αποφασίζει για κοινούς πόρους χωρίς την ενημέρωση της. Τέλος περιλαμβάνει την αποστέρηση του θύματος από αναγκαία εισοδήματα για την κάλυψη των βασικών του αναγκών.

Μπορεί να συμβεί στον καθένα με άμεσο ή έμμεσο τρόπο. Το πιο συνηθισμένο παράδειγμα είναι η παρενόχληση του θύματος στον εργασιακό του χώρο και πολύ συνηθισμένη τακτική κατά τη διάρκεια της πανδημίας η σωματική ή ψυχολογική κακοποίηση πριν από διαδικτυακές συναντήσεις ώστε το θύμα να εμφανίζεται απροετοίμαστο και αποσπασμένο, ή απλά να κάνει φασαρία κατά τη διάρκεια της συνάντησης. Ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο συνεχής έλεγχος ακόμα και για τα πιο μικρά πράγματα. π.χ. “γιατί χρησιμοποιείς τόσο πολύ απορρυπαντικό για τα ρούχα;” Το εξαναγκαστικό χρέος όχι μόνο με άμεσο τρόπο (απειλές για τη ζωή του θύματος ή των παιδιών) αλλά και με έμμεσο τρόπο π.χ. “θα χάσω τη δουλειά μου, πιέζομαι τόσο πολύ, δεν αντέχω” είναι ένας από τους πιο περίπλοκους τρόπους οικονομικής εκμετάλλευσης καθώς δύσκολα αποδεικνύεται πως έγινε υπό καθεστώς πίεσης ή απειλής.

Η συνειδητοποίηση ενός ανθρώπου ότι καοποιείται είναι από μόνη της ένας βαθύς υπαρξιακός πόνος. Ένα σχέδιο απόδρασης είναι εφικτό αλλά απαιτεί σχεδιασμό και προσοχή για την ασφάλεια όχι μόνο του θύματος αλλά και των παιδιών, εάν υπάρχουν.

Στους παρακάτω συνδέσμους θα βρείτε πολλές πληροφορίες.

Ψυχολογία ορφανού

“Γεια. Είμαι 31 χρονών, έχω μια πολύ καλή δουλειά, μένω μόνος μου, έχω μεγάλη οικογένεια (γονείς, αδέρφια, ξαδέρφια κλπ) και φαινομενικά δεμένη αλλά είναι σαν να είμαι ορφανός. Εχω ψυχολογία ορφανού. Αποφεύγω να ζητήσω το οτιδήποτε, δεν θέλω κιόλας γιατί ναι μεν τις περισσότερες φορές θα το πάρω αλλά κάτι φορές δεν θέλω να το ζητήσω. Όσες φορές το πάρω, θα είναι μαζί με ένα ‘αλλά’. Δεν αναφέρομαι μόνο σε υλικά αγαθά αλλά στα πάντα. από μια γνώμη, μια απόφαση που θέλω να πάρω.  Πολλές φορές σκέφτομαι πως είμαι υπερβολικός και πως υπάρχουν και πολύ χειρότερα και έχω και ενοχές γιατί όντως υπάρχουν και χειρότερα. Σκέφτομαι εάν ήμουν όντως ορφανός τουλάχιστον θα έλεγα ‘πως είσαι ορφανός, οπότε δεν μπορείς να λάβοις παρά του του μη έχοντος’. έχεις να μου δώσεις κάποια απλή ή έστω κάπως σύντομη συμβουλή που θα με βοηθήσει να μη νιώθω έτσι;” 

Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι -περισσότεροι από όσοι φαντάζεσαι- που αισθάνονται θλίψη και βιώνουν μια συνεχή απώλεια της οικογένειάς τους όπως θα την ήθελαν. Εσύ το ονόμασες “ψυχολογία ορφανού” κάπου το είχα διαβάσει και ως “λειτουργικά ορφανός-functional orphan”, αλλά η αλήθεια είναι πως όπως και να ονομάσουμε αυτά τα συναισθήματα τις περισσότερες φορές στερούνται δικαιώματος έκφρασης και δεν υποστηρίζονται και πολύ κοινωνικά.  

Αν θέλουμε να κάνουμε μια περιγραφή για να δω πως κατάλαβα καλά αυτά που έγραψες και πως μιλάμε για το ίδιο πράγμα, θα μιλήσουμε για ανθρώπους που οι γονείς τους,
η οικογένειά τους, είναι εν ζωή, αλλά ζουν χωρίς τη φροντίδα και την υποστήριξη που θεωρούμε πως συνεπάγεται με το να είσαι παιδί -συμπεριλαμβανομένου και ενός ενήλικου παιδιού- με μια μητέρα και/ή ένα πατέρα. Το να έχει κάποιος την ψυχολογία ορφανού σημαίνει πως μπορεί να βρίσκεται σε τακτική επαφή με την οικογένειά του, αλλά δεν νιώθει μια αίσθηση ασφάλειας και υποστήριξης που θα ήθελε πολύ. Αυτό τις περισσότερες φορές σημαίνει το να είναι η οικογένειά μου εκεί, να μπορώ να μιλήσω χωρίς να φοβάμαι, να με ακούνε, να με δικαιώνουν και να με αποδέχονται.  Άλλοι άνθρωποι μπορεί να είχαν ένα είδος πρακτικής υποστήριξης  (είναι αυτό που πολύ συχνά ακούμε οι ψ “οι γονείς μου ήταν πολύ καλοί στα πρακτικά ζητήματα”) αλλά στη μετάβαση προς την ενηλικίωση την έχασαν, μιας και κάποιοι γονείς αποσύρουν τη φροντίδα και την υποστήριξη που προσφέρθηκε στην παιδική ηλικία πιστεύοντας ότι η ανατροφή έχει ολοκληρωθεί. Ελλείψει ισχυρών συναισθηματικών δεσμών,
τα ενήλικα παιδιά χάνουν ή περιορίζονται και όλα τα απτά στοιχεία της γονικής φροντίδας και ανατροφής. Αυτή η συνειδητοποίηση, η πραγματικότητα της συναισθηματικής μοναξιάς μπορεί να γίνει αρκετά επώδυνη. 

Μερικές φορές ο πόνος της ψυχολογικής ορφάνιας γίνεται πιο οξύς όταν ως ενήλικες πλέον γίνονται συναισθηματικά πιο ώριμοι ή ικανοί από τους ανθρώπους που τους μεγάλωσαν. Αυτό μπορεί να συμβεί όταν δημιουργούν ένα περιβάλλον σπιτιού/ζωής που είναι πιο σταθερό και ήρεμο από τη ζωή που τους προσφέρθηκε και η ευθραυστότητα, το χάος, το μπέρδεμα ή η συναισθηματική αστάθεια των γονιών τους μπορεί να φανεί με μεγαλύτερη σαφήνεια. 

Μιας που σε λίγο καιρό θα έρθουν και οι γιορτές και θα ακούμε-διαβάζουμε συχνά για την οικογένεια, την παράδοση και τη σύνδεση, θα ήταν ανθρώπινο και ωραίο να υπάρχει χώρος να δούμε, να ακούσουμε -χωρίς να κρίνουμε με σχόλια του τύπου ‘μιλάς και εσύ;’- όλους εκείνους που αισθάνονται λυπημένοι και βιώνουν απώλεια και λαχτάρα. Θα βοηθήσει όμως περισσότερο εσύ ο ίδιος να επικυρώσεις την εμπειρία της θλίψης που βιώνεις και έχει να κάνει με το να μην έχεις από τους γονείς σου την αγάπη και τη φροντίδα όπως θα την ήθελες. Ανθρώπους που σε αγαπούν με τον τρόπο που ξέρουν αλλά μάλλον δεν μπορούν να είναι ένα ασφαλές και σίγουρο σημείο προσγείωσης που επιθυμείς. 

Η θλίψη σου είναι πραγματική και απόλυτα θεμιτή. Μη θυμώνεις και μην είσαι τόσο αυστηρός με σένα.  Η ανάγκη μας για ασφαλείς σχέσεις σε όλη τη διάρκεια της ζωής μας δεν μας κάνει αδύναμους ή περίεργους ή ευάλωτους. Το να μην καλύπτονται κάποιες από τις ανάγκες μας από εκείνους που πιστεύεται ότι είμαστε πιο κοντά είναι μια πραγματική απώλεια που χρειάζεται να την αναγνωρίσουμε και να την τιμήσουμε για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε. Ζητάς γρήγορη λύση σε κάτι που σε ταλαιπωρεί και το καταλαβαίνω. Ξέρεις, αυτό είναι κάτι που χρειάζεται λίγο χρόνο. Μετά θα μπορέσεις πιο εύκολα να βρεις εναλλακτικούς και σίγουρους χώρους προσγείωσης που επιθυμείς. Μέχρι να γίνει αυτό, να είσαι φροντιστικός και ευγενικός με τον εαυτό σου. 

Γονείς του εαυτού μας

Δεν μπορούμε να αλλάξουμε το παρελθόν, αλλά μπορούμε να αποκτήσουμε τις ικανότητες που θα μας επιτρέψουν να πειραματιστούμε με τις προκλήσεις του “εδώ και τώρα” που ως παιδιά στο “εκεί και τότε” δεν μπορούσαμε και δεν ήταν και δουλειά μας να το κάνουμε. Ένας από τους τρόπους είναι να γίνουμε γονείς του εαυτού μας. Για αρχή μπορούμε να κάνουμε ένα υποθετικό σενάριο. Εάν βλέπαμε ένα μικρό παιδί -το δικό μας ή κάποιου φίλου- να κάθεται κάπου μόνο του και να κλαίει, τι θα του λέγαμε; Κλάψε δεν πειράζει; Δεν θα ρωτάγαμε με ήρεμο και γλυκό τρόπο τι έχει και γιατί κλαίει; εάν χρειάζεται κάτι; Δεν θα το κρατούσαμε από το χέρι να το πάμε κάπου να κάτσει και να ξεκουραστεί; 

Με τον ίδιο τρόπο θα μιλήσουμε και θα φερθούμε και στον εαυτό μας -στο εσωτερικό μας παιδί- όπως θα μιλήσουμε σ’ένα παιδί κουρασμένο, φοβισμένο και ταλαιπωρημένο.
Με το να δώσουμε στον εαυτό μας αυτό που δεν πήραμε όταν έπρεπε να το πάρουμε.

Τα παιδιά δυστυχώς έχουν ‘ταλέντο΄να υπομένουν και αυτό γιατί δεν έχουν εναλλακτικές λύσεις μιας και εξαρτώνται από κάποιον μεγαλύτερο. Όμως, ως ενήλικας, το ίδιο παιδί είναι απαραίτητο και εφικτό να έρθει σε επαφή με τις πηγές στήριξης που έχει. Δείτε το παρακάτω βίντεο

https://www.youtube.com/watch?v=ZBXZojt6dpMXZojt6dpM

Άσκηση για το σπίτι

Είναι μια καλή εποχή για να ξαναμπούμε όλοι σε ρυθμό, οπότε σήμερα, μια άσκηση αρκετά ευχάριστη και απλή:

– Σκεφτείτε μια φορά που κάποιος σας είπε όχι. Πώς αντιδράσατε; Θα μπορούσατε να είχατε αντιδράσει διαφορετικά;
– Σκεφτείτε μια φορά που θέλατε να πείτε όχι, αλλά δεν το κάνατε. Πώς θα μπορούσατε να είχατε οριοθετηθεί;
– Με τι τρόπο πιστεύετε ότι οι κοντινοί σας άνθρωποι θα ανταποκριθούν στα όριά σας; βασίζεται σε γεγονότα ή σε δικές σας υποθέσεις; τι έχει συμβεί στο παρελθόν και σας κάνει να το σκέφτεστε αυτό;
– Πιστεύετε πως χρειάζεστε σε κάποιο τομέα καλύτερη οριοθέτηση αυτό τον καιρό; (επαγγελματικά, οικογενειακές σχέσεις, φιλία, προσωπική ζωή)

Άσκηση για το σπίτι

Η οριοθέτηση με την οικογένειά μας τις περισσότερες φορές αποτελεί πρόκληση κυρίως γιατί για χρόνια συμπεριφερόμασταν με συγκεκριμένους τρόπους και παίζαμε συγκεκριμένους ρόλους. Εάν θέλουμε να αλλάξουμε αυτή την κατάσταση, την αλλαγή θα πρέπει να την κάνουμε εμείς (ναι, πάλι εμείς). Όσο δύσκολο και αν φαίνεται -στην αρχή είναι- η σχέση μας θα γίνει σαφώς καλύτερη, όσο και αν αυτό τώρα ακούγεται απίστευτο.

Η άσκηση είναι να σκεφτείτε και να γράψετε:

  • Πώς νιώθετε όταν βάζετε όρια με την οικογένειά σας;
  • ποιος στην οικογένειά σας πιστεύετε ότι θα ήταν πιο δεκτικός στα όριά σας;
  • ποιος στην οικογένειά σας πιστεύετε πως θα ήταν λιγότερο δεκτικός;
  • βρείτε τα δυο όρια που θα θέλατε να βάλετε με την οικογένειά σας
  • ποιες ενέργειες/δράση είναι απαραίτητες για να τηρήσει η οικογένειά σας τα όρια;

Τα όρια με την οικογένεια -Μέρος Β

Το να βάζω όρια στη σχέση με τους γονείς μου μπορεί να σημαίνει πως

  • θα εκφράζω τα συναισθήματά μου ανοιχτά
  • θα διαχειρίζομαι τον χρόνο με τρόπο που εξυπηρετεί πρώτα το δικό μου πρόγραμμα και τον τρόπο ζωής μου
  • δεν θα πιέζομαι να παρευρίσκομαι σε κάθε οικογενειακή μάζωξη εάν δεν έχω διάθεση
  • θα φροντίζω να ενημερώνω για τις συνήθειές μου όταν με επισκέπτονται
  • θα έχω κάνει σαφές ότι με ενοχλούν οι απροειδοποίητες εμφανίσεις στο σπίτι μου
  • θα μοιράζομαι λεπτομέρειες της προσωπικής μου ζωής όταν και εάν θέλω
  • εάν έχω διαφορές ή συγκρούσεις με άλλα μέλη της οικογένειας θα το λύνουμε μεταξύ μας χωρίς την παρέμβασή τους
  • έχω δικαίωμα να μη θέλω να ακούω για τις σχέσεις τους ή τις συγκρούσεις τους με άλλα μέλη της οικογένειας

Ο τρόπος για να επικοινωνήσω τα παραπάνω μπορεί να είναι κάπως έτσι:

  • θέλω να μπορώ να εκφράζω όλα μου τα συναισθήματά, όχι μόνο όταν είμαι καλά
  • δεν θα έρθω στο τραπέζι τα Χριστούγεννα/Πάσχα κλπ γιατί έχω κανονίσει κάτι άλλο για εκείνη τη μέρα. θα έρθω να σας δω όταν επιστρέψω.
  • έχω τσακωθεί με την/τον αδερφό μου και δεν θέλω σε παρακαλώ να ανακατευτείς με οποιοδήποτε τρόπο. θα το τακτοποιήσουμε μόνοι μας
  • Πριν περάσεις απ’το σπίτι στείλε μου ένα μήνυμα γιατί εκείνη την ώρα μπορεί να έχω δουλειά και να μην μπορώ να διακόψω
  • δεν τρώω κρέας οπότε εάν δεν έχεις χρόνο ή είναι κόπος να φτιάξεις και κάτι άλλο για μένα, πες μου να φροντίσω να φέρω το δικό μου φαγητό.
  • ξέρω πως ρωτάς από ενδιαφέρον αλλά δεν θέλω να πω κάτι τώρα
  • καταλαβαίνω πόσο σημαντικό είναι για σένα να διατηρούνται οι οικογενειακές σχέσεις, απλά εγώ το κάνω με άλλους τρόπους

Οι πρώτες φορές που θα προσπαθήσουμε να οριοθετηθούμε ίσως να μας ζορίσουν όλους γιατί είναι κάτι καινούργιο. Οι αντιστάσεις αργά ή γρήγορα θα καμφθούν και θα βοηθήσει πολύ εάν το όριο είναι σαφές, σταθερό και συνεπές. Θα είμαστε πάντα τα παιδιά των γονιών μας. Ως ενήλικες που εξελίσσονται συνέχεια επιλέγοντας εμείς τον τρόπο που θέλουμε να ζούμε. 

Τα όρια με την οικογένεια – Μέρος Α

Όλοι οι άνθρωποι μετά τα δεκαοκτώ ενηλικιωνόμαστε. Ακόμα και αν εξακολουθούμε να ζούμε με τους γονείς μας, νομικά, είμαστε ενήλικες και φυσικά η πρόσβασή τους στη ζωή μας αλλάζει. Βεβαίως ίσως να χρειάζεται να τηρούμε κάποιες συνήθειες και κανόνες όταν ακόμα ζούμε στο σπίτι τους, αλλά ακόμα και σε αυτή την περίπτωση, μπορούμε και είναι απαραίτητο να βάζουμε κάποια απαραβίαστα όρια έστω και σε μικρότερη κλίμακα.

Όχι γιατί απλά “έτσι είναι το σωστό” αλλά μέρος της ενηλικίωσης είναι να αποφασίζουμε οι ίδιοι για εμάς. Πολύ συχνά την οριοθέτηση οι γονείς τη μεταφράζουν ως έλλειψη σεβασμού ίσως γιατί δυσκολεύονται να αποδεχθούν πως πλέον δεν έχουν την ίδια επίδραση στη ζωή μας, παρόλο που ξέρουν τι θα πουν για να μας πυροδοτήσουν και να πάρουν αυτό που θέλουν.

Είναι πολύ δύσκολο να οριοθετούμαστε και να ξεχνάμε τις ανάγκες και τα θέλω μας όταν καταλαβαίνουμε τη δυσαρέσκειά τους απλώς διαβάζοντας τη γλώσσα του σώματός τους ή παρατηρώντας και την πιο ανεπαίσθητη αλλαγή στη διάθεσή τους. Αυτό όμως που συμβαίνει όταν δεν οριοθετούμαστε, είναι να καταλήγουμε απογοητευμένοι και θυμωμένοι με τον εαυτό μας γι’αυτό και είναι σημαντικό κάποια στιγμή να αναρωτιόμαστε “εγώ τι θέλω;”

Κάποιες ενδείξεις που θα σας βοηθήσουν να καταλάβετε πότε παραβιάζεται το όριό σας είναι οι παρακάτω

– γνωρίζουν αρκετά πράγματα και λεπτομέρειες της σχέσης σας
– παρεμβαίνουν στις διαφωνίες που έχετε με άλλους ανθρώπους
– δεν σέβονται και δεν ρωτάνε τη γνώμη σας
– μπαίνουν στο δωμάτιό σας χωρίς να χτυπάνε την πόρτα
– έχετε την τάση να τους λέτε εύκολα ναι ακόμα και αν δεν θέλετε επειδή νιώθετε υποχρεωμένοι που σας φιλοξενούν

Το να οριοθετούμαστε είναι δύσκολο και το κάνει ακόμα πιο δύσκολο με τους κοντινούς μας ανθρώπους γιατί τους είναι δύσκολο να αποδεχθούν πως έχουμε αλλάξει. Να θυμάστε πάντα πως το όριο δεν πάμε να το βάλουμε ποτέ στον άλλον. Το όριο το βάζουμε στον εαυτό μας. Με το να τοποθετούμαστε, με το να επικοινωνούμε το πώς νιώθουμε με κάποια συμπεριφορά, με το τι δεχόμαστε-επιτρέπουμε και τι όχι.

Απαντώντας σε κακεντρεχή σχόλια

Ένας από τους πιο συνηθισμένους τρόπους να δείχνουμε την ενόχλησή μας είναι να μην τη δείχνουμε, να κάνουμε σαν να μην έχει συμβεί τίποτα και να αποστασιοποιούμαστε. Είναι όμως αυτό το καλύτερο για εμάς;

Εάν κάτι σας ενοχλεί μην το αφήνετε να περνάει έτσι. Άσχημες συμπεριφορές, αγενή και κακά σχόλια είναι χρήσιμο να εντοπίζονται και να επικοινωνούνται όταν συμβαίνουν ή όταν είμαστε έτοιμοι να μιλήσουμε για το πόσο μας ενόχλησαν. Όταν τέτοιου είδους κακομεταχείριση αγνοείται, δείχνουμε στους άλλους πως είναι εντάξει να μας μιλάνε όπως θέλουν και η κακή συμπεριφορά δεν σταματάει. Επίσης υπάρχουν και άνθρωποι που δεν φαντάζονται πως αυτά που λένε έχουν αντίκτυπο στους άλλους. 

Η αντιμετώπιση τέτοιων συμπεριφορών καλό θα είναι να αποφεύγονται όταν δεν γνωρίζουμε τον απέναντι και δεν έχουμε και την δυνατότητα να προβλέψουμε την αντίδρασή του. Σε τέτοιες περιπτώσεις προέχει πάντα η ασφάλειά μας.

Άμεση και καθαρή απάντηση σε κάποιο κακεντρεχές σχόλιο μπορεί να είναι:

  • Δεν μου άρεσε αυτός ο τρόπος
  • Θέλω να είσαι σίγουρος, κατηγορηματικός, να υπερασπίζεσαι τα συμφέροντά σου, όμως, να το κάνεις επιλέγοντας τις λέξεις σου και προσέχοντας τον τόνο και το ύφος σου, τουλάχιστον όταν μιλάμε μαζί. 
  • Θέλω να προσέχεις τι λες και πώς το λες
  • Επειδή θέλω να είμαι σίγουρη/ος πως κατάλαβα σωστά, μπορείς να μου εξηγήσεις τι εννοείς;
  • μου ακούστηκε και το εξέλαβα ως κακία
  • Δεν θέλω να μου μιλάς έτσι (όχι δεν μπορείς. δεν θέλω.)
  • μου ακούστηκε αρκετά συναισθηματικά φορτισμένο. υπάρχει κάτι άλλο από πίσω που χρειάζεται να συζητήσουμε;
  • πιστεύεις πως υπάρχει άλλος τρόπος να μου πεις αυτό που θες γιατί μου ακούστηκε κακεντρεχές;