Εκείνοι που αποφάσισαν να μην βγαίνουν πια ραντεβού

Σε αυτό το άρθρο, η Faith Hill γράφει για την εμπειρία εκείνων που αποφάσισαν να σταματήσουν να αναζητούν ρομαντικές σχέσεις, απογοητευμένοι από τη διαδικασία των ραντεβού ή την πίεση που συνοδεύει την προσπάθεια εύρεσης συντρόφου. Περιγράφει πώς αυτή η επιλογή δεν είναι απλώς μια παύση από τα dating apps, αλλά μια βαθύτερη αποδοχή της πιθανότητας να μην βρουν ποτέ αυτό που αναζητούν και την ανάγκη να επαναπροσδιορίσουν τη ζωή τους πέρα από τη ρομαντική αγάπη. Στρέφονται σε άλλα πράγματα, όπως η προσωπική ανάπτυξη, οι φιλίες και οι ατομικές επιδιώξεις, επιλέγοντας να χτίσουν μια ζωή με νόημα που δεν εξαρτάται από τη συντροφικότητα.

Σύμφωνα με την αρθρογράφο, η απόφαση να σταματήσει να βγαίνει κάποιος ραντεβού δεν είναι ένδειξη παραίτησης ή ήττας, αλλά μια συνειδητή επιλογή που επιτρέπει στους ανθρώπους να πάρουν τον έλεγχο της ζωής τους. Το να “παραιτηθείς” από τα ραντεβού δεν σημαίνει να εγκαταλείψεις την αγάπη ή την σύνδεση, αλλά να αναγνωρίσεις ότι η ευτυχία και η ολοκλήρωση μπορούν να βρεθούν και αλλού.

Η αλήθεια είναι πως η επιλογή να σταματήσει κάποιος να βγαίνει ραντεβού μπορεί να είναι και μια πράξη αυτοσεβασμού και αυτογνωσίας, ειδικά αν η διαδικασία γίνεται πηγή άγχους και απογοήτευσης. Βέβαια, η πλήρης παραίτηση από την ιδέα του ρομαντισμού, της συντροφικότητας μπορεί να είναι και μια απόφαση που λαμβάνεται λόγω απογοήτευσης, ματαίωσης ή φόβου. Είναι ωραίο να είμαστε ανοιχτοί σε νέες εμπειρίες χωρίς να βάζουμε τη ζωή μας σε αναμονή ή να στηρίζουμε την αξία μας στην εύρεση συντρόφου.

Η αυτογνωσία και η αποδοχή του εαυτού μας –με ή χωρίς σύντροφο– είναι η αφετηρία μιας ικανοποιητικής ζωής. Δεν είναι κακό να παίρνουμε απόσταση, να εστιάζουμε στον εαυτό μας και να επαναπροσδιορίσουμε τι μας γεμίζει. Αυτό που έχει σημασία είναι η πρόθεση πίσω από την απόφαση: γίνεται από φόβο ή από αγάπη για τον εαυτό μας;

Νέο έτος, νέα ματιά

Συνήθως  ξεκινάμε κάθε νέα χρονιά παίρνοντας αποφάσεις, θέτοντας στόχους και σχέδια για τους μήνες που έρχονται. Όποια μορφή και αν έχουν, προέρχονται από μια παρόμοια αίσθηση. Ότι δεν είμαστε ακριβώς εκεί που θέλουμε να βρισκόμαστε και μια έντονη επιθυμία ή ανάγκη να κάνουμε μια αλλαγή. 

Ίσως αυτό που μας λείπει είναι μια βαθύτερη κατανόηση του τι πραγματικά σημαίνει μια «καλή» ζωή. Αυτό που ονομάζουμε καλή και ουσιαστική ζωή δεν είναι μόνο το αποτέλεσμα περιστασιακών στιγμών ευτυχίας, αλλά και μια δέσμευση σε αξίες που δίνουν νόημα. 

Η αυτογνωσία, η ικανότητα να κατανοούμε τις πραγματικές μας ανάγκες, τις επιθυμίες και τα όριά μας. Χωρίς αυτή την εσωτερική κατανόηση, είναι εύκολο να παρασυρθούμε από εξωτερικές πιέσεις και επιφανειακούς στόχους. Η επίγνωση μας βοηθά να ζούμε μια ζωή που αντικατοπτρίζει τις πιο βαθιές μας αξίες και φιλοδοξίες.

Η σύνδεση, η επαφή με τους άλλους. Μια ουσιαστική ζωή χαρακτηρίζεται από σχέσεις που βασίζονται στην ειλικρίνεια, την εμπιστοσύνη και την αμοιβαία υποστήριξη. Όταν επενδύουμε σε αυθεντικές σχέσεις, βρίσκουμε τη δύναμη να αντιμετωπίζουμε τις προκλήσεις της ζωής και να μοιραζόμαστε τις χαρές της.

Η αποδοχή της αλλαγής και η ικανότητα να προσαρμοζόμαστε σε νέες καταστάσεις μας επιτρέπουν να εξελισσόμαστε διαρκώς, διατηρώντας την περιέργεια και τη διάθεση για μάθηση. Η αποδοχή του ότι δεν είμαστε τέλειοι. Το να αναγνωρίζουμε τις αδυναμίες και τις ατέλειές μας δεν είναι ένδειξη αποτυχίας, αλλά πράξη ενηλικίωσης και συμπόνιας για τον εαυτό μας. 

Η αποδοχή της ευαλωτότητάς μας. Συχνά, οι άλλοι μας προτρέπουν να δείχνουμε δυνατοί, ακλόνητοι και αυτάρκεις. Όμως, η ευαλωτότητα δεν είναι αδυναμία. Όταν αποδεχόμαστε την ανθρώπινη φύση μας, μαθαίνουμε να ζητάμε βοήθεια, να μοιραζόμαστε τις ανησυχίες μας και να ανοίγουμε την καρδιά μας. Αυτό μας φέρνει πιο κοντά στη συμπόνια, τόσο για εμάς όσο και για τους γύρω μας, και μας διδάσκει ότι δεν είμαστε μόνοι στις δυσκολίες μας.

Μια ουσιαστική ζωή δεν περιορίζεται μόνο στην προσωπική μας ανάπτυξη, αλλά περιλαμβάνει και την ικανότητα να υπερβούμε τον εαυτό μας. Η υπέρβαση αυτή σημαίνει να στρέψουμε την προσοχή μας από τις δικές μας ανησυχίες προς κάτι μεγαλύτερο.  Όταν καταφέρνουμε να δούμε πέρα από τα στενά όρια του εγώ μας, ανακαλύπτουμε μια βαθύτερη αίσθηση σκοπού και πληρότητας. Η υπέρβαση του εαυτού δεν είναι η άρνηση της ατομικότητάς μας, αλλά μια πράξη που μας συνδέει με το συλλογικό, με την ανθρωπότητα και με ό,τι μας ενώνει σε ένα ευρύτερο, πιο ουσιαστικό πλαίσιο.

Η ζωή φέρνει στιγμές απογοήτευσης και θλίψης που δύσκολα μπορούμε να αποφύγουμε. Όμως, υπάρχει ένας ιδιαίτερος τρόπος να αγκαλιάζουμε την απελπισία μας με αισιοδοξία, να την αποδεχόμαστε χωρίς να την αφήνουμε να μας κατακλύζει. Το να απελπιζόμαστε με αισιοδοξία σημαίνει να αναγνωρίζουμε τη σκοτεινή πλευρά της ζωής, αλλά ταυτόχρονα να θυμόμαστε πως υπάρχει πάντα περιθώριο για φως και αλλαγή. Είναι μια στάση που μας επιτρέπει να βλέπουμε τις δυσκολίες ως προσωρινές, να γελάμε με την ανθρώπινη ατέλεια και να συνεχίζουμε με ελπίδα για το μέλλον.
Καλή Χρονιά.

Ο βαρετός άνθρωπος

Με κάποιους ανθρώπους -επιτυχημένους, έξυπνους, εξαιρετικά ευγενικούς, με καλές προθέσεις- είναι δύσκολο να μένουμε ξύπνιοι όταν τους συναναστρεφόμαστε. Μπορεί να είναι κάποιος πολύ κοντινός μας, ο γονιός μας, το παιδί μας, ένας φίλος που έχουμε καλέσει στο σπίτι για να του κάνουμε το τραπέζι και δεν φεύγει με τίποτα. Πολλές φορές λέμε πως εμείς είμαστε πολύ κουρασμένοι, υπερβολικοί ή πως έχουμε αλλάξει και πλέον δεν ανεχόμαστε το παραμικρό και πως θέλουμε οι κοντινές μας σχέσεις να είναι εύκολες. 

Τι είναι αυτό που κάνει έναν άνθρωπο βαρετό; Κάποιος γίνεται πραγματικά πολύ βαρετός όταν μιλάει για ένα πράγμα, ενώ στην πραγματικότητα θα “έπρεπε” να μιλάει για κάτι άλλο. Συνήθως μιλάνε εκτενώς για πολύ σημαντικά θέματα όπως π.χ. πώς διαχέονται τα μόρια στο κενό, τις οικονομικές προοπτικές της Ινδονησίας τους επόμενους 3 μήνες, για πολιτική, ενώ στην πραγματικότητα αποφεύγουν να έρθουν σε επαφή με κάτι άλλο. Το αποτέλεσμα για τους γύρω τους θα είναι να μην ακούνε τίποτα από όσα λένε. Εξάλλου ένα «ενδιαφέρον» θέμα μπορεί να είναι μόνο έτσι αν δεν είναι ταυτόχρονα μια αποφυγή.

Τι μπορεί να αποφεύγει τότε ένας βαρετός άνθρωπος; Το θέμα που τους ταλαιπωρεί είναι πολύ μακριά από αυτό που συζητούν. Όχι η ισπανική τέχνη του 19ου αιώνα, αλλά το πόσο απογοητευμένος αισθάνεται με τη ζωή του. Όχι οι εκλογές αλλά η θλίψη τους για τον πρόσφατο χωρισμό τους. Χρησιμοποιεί τη γλώσσα για να μην μιλήσει, μαζεύει αμέτρητες λέξεις για να καταφέρει μια μεγάλη απόσταση μεταξύ του εαυτού του και κάποιων συγκεκριμένων λέξεων. Ο βαρετός άνθρωπος δεν είναι στην πραγματικότητα βαρετός, βρίσκεται σε μια συνεχή φυγή από αυτό που είναι βαθιά και αγωνιώδες ενδιαφέρον μέσα του.

Θα μπορούσαμε να είμαστε σε επαφή και να παρατηρούμε πότε βαριόμαστε και ίσως, σε κάποιες περιπτώσεις θα μπορούσαμε να πούμε κάτι όπως π.χ. “όλα αυτά είναι πολύ εντυπωσιακά και ενδιαφέροντα και θα ήθελα να ακούσω κάτι πιο δικό σου, πιο προσωπικό”. Και αντί αυτό να φαίνεται σαν προσβολή, θα καταλάβουν πως έχουν λείψει πολύ στον φίλο τους και πως είναι κάποιος που μπορεί να αντέξει τη θλίψη τους, τη ματαίωσή τους, την απελπισία τους και αυτό θα είναι μια ευκαιρία να ξανασυναντήσουν τον αληθινό τους εαυτό. 

Γιατί δυσκολευόμαστε να ακούμε τα καμπανάκια;

Η ικανότητα να αναγνωρίζουμε και να αντιδρούμε στα καμπανάκια κινδύνου -ή όπως πιο συχνά διαβάζουμε στα red flags- έχει τις ρίζες του και στις εμπειρίες της παιδικής μας ηλικίας. Για παράδειγμα, το να μεγαλώνει κάποιος σε μια δυσλειτουργική οικογένεια μπορεί να οδηγήσει σε μια στρεβλή αντίληψη των σχέσεων και είναι “εύκολο” να μάθει να δίνει προτεραιότητα στην ηρεμία έναντι της δικής του ευημερίας, με αποτέλεσμα να αγνοεί τις άσχημες συμπεριφορές των άλλων.

Εξάλλου τι άλλες επιλογές έχει ένα παιδί; Να καλέσει την αστυνομία; να μιλήσει στους φίλους του; να αντιμετωπίσει έναν ενήλικα; Η επιβίωσή του εξαρτάται ακριβώς από το να μην βλέπει ή να ερμηνεύει ως δικό του λάθος οποιαδήποτε προβληματική δυναμική που μπορεί να υπάρχει. Κυρίως όμως μπορεί να αγαπάει πολύ τους ανθρώπους που είναι ντυμένοι στα κόκκινα. Τους ενδιαφέρει τι κάνουν οι φροντιστές του και αν είναι καλά. Μπορεί αρκετές φορές να είναι δύσκολοι μαζί του, αλλά επιλέγει να επικεντρωθεί στις ωραίες στιγμές και ποτέ δεν θα κάνει μεγάλο θέμα για όλα τα υπόλοιπα. Οι άνθρωποι ακούμε όσα καμπανάκια μπορουμε να αντέξουμε. 

Με ένα τέτοιο παρελθόν δεν θα θυμώσουν εύκολα, δεν θα φύγουν γρήγορα εάν δουν μια προβληματική συμπεριφορά από τους συντρόφους τους. Αν κάποιος τους πει ότι τους αγαπάει, είναι σχεδόν το μόνο που αρκεί για να υποθέσουν ότι τα πράγματα πάνε καλά. Γιατί να αρχίσουν να εστιάζουν σε κάποια αρνητικά που υπάρχουν στη σχέση; μπορεί να τους ενοχλεί λίγο εάν ο/η σύντροφός τους μιλάει με όποιον άλλον άνθρωπο βρίσκουν ελκυστικό, ότι δεν είναι συνεπείς σε τίποτα, ότι όλη μέρα κάθονται χωρίς να κάνουν κάτι και δεν φαίνονται και πρόθυμοι να κάνουν κάτι γι’αυτό, αλλά ξέρουν ότι υπάρχουν εκεί και προτιμούν να σκεφτούν κάτι άλλο. 

Όλοι οι άνθρωποι για να μπορούμε να παρατηρούμε, να ακούμε και να κάνουμε κάτι για τα καμπανάκια που χτυπάνε, βοηθάει να έχουμε μεγαλώσει με την πεποίθηση ότι η ευτυχία, η ασφάλεια και η ευημερία μας ήταν εξαιρετικά σημαντικά για κάποιον άλλον. Χρειαζόμαστε τη γνώση -όχι μόνο ως θεωρία αλλά βασικά ως βίωμα- ότι δεν θα επιτρέπουμε στους ανθρώπους να μας κακομεταχειρίζονται, ότι δεν υπάρχει καμία δικαιολογία στο να μας εκμεταλλεύονται και ότι αν μας πούνε ψέματα, η ευθύνη είναι αποκλειστικά του ψεύτη. 

Το πρώτο βήμα προς την αλλαγή για έναν άνθρωπο που δυσκλεύεται, είναι να αναγνωρίσει αυτή τη δυσκολία χωρίς να επικρίνει τον εαυτό του. Πολλοί άνθρωποι εξαιρετικά έξυπνοι και ικανοί σε διάφορους τομείς, στις σχέσεις συχνά παρουσιάζουν μια μορφή επιλεκτικής αδιαφορίας. Συχνά οι άνθρωποι δεν έχουμε την τάση να εντοπίζουμε τα προβλήματα, επειδή δεν αγαπηθήκαμε ποτέ αρκετά ώστε να νιώθουμε πως αξίζουμε να ζούμε χωρίς αυτά.

Θα βοηθήσει να αρχίσουν να στέκονται και να κάνουν στον εαυτό τους κάποιες απλές ερωτήσεις: μας φέρονται καλά; συμφωνούμε με όσα μας συμβαίνουν; τολμάμε να εκφράσουμε τα παράπονά μας; νιώθουμε πραγματικά ευτυχισμένοι;

Για κάποιους, αυτές είναι συνηθισμένες και λογικές ερωτήσεις. Για κάποιους άλλους όμως, αποτελούν την αρχή μιας ουσιαστικής ικανότητας να φροντίζουν τον εαυτό τους με περισσότερη προσοχή και τρυφερότητα.

Το κατάρτι του Οδυσσέα και η παρέμβαση των φίλων στη ζωή μας 

Στην Οδύσσεια διαβάζουμε μια από τις πιο διδακτικές ιστορίες της ελληνικής μυθολογίας, εκείνη του Οδυσσέα, που πέρασε κοντά από τον τόπο όπου έμεναν οι Σειρήνες που  γοήτευαν τους ναυτικούς με το τραγούδι τους και αυτοί μαγεμένοι, ξεχνούσαν τον προορισμό τους, τις ακολουθούσαν και έβρισκαν, εν τέλει, τον θάνατο. Ο Οδυσσέας ακούγοντας την Κίρκη για τον κίνδυνο που διέτρεχε περνώντας από εκεί, βούλωσε τα αυτιά των συντρόφων του με κερί και διέταξε να δέσουν τον ίδιο σε ένα κατάρτι για να μην τις ακολουθήσει.  Ήταν ο δεύτερος που γλίτωσε από τις Σειρήνες.

Όπως ο Οδυσσέας δέθηκε στο κατάρτι του πλοίου του και κατάφερε να αποφύγει τη γοητεία των Σειρήνων και σώθηκε, έτσι και σε μια δύσκολη στιγμή, αυτό που έχουμε είναι το δικό μας κατάρτι. Το εσωτερικό μας κατάρτι, ο εαυτός μας, ο τρόπος που θα μείνουμε στη θέση μας. Το κατάρτι θα μας βοηθήσει να μην ξεχάσουμε τον προορισμό μας, να μην πνιγούμε.

Όμως, μπορεί να υπάρχουν καταστάσεις όπου καμία διδακτική ιστορία και κανένα φιλοσοφικό επιχείρημα δεν είναι αποτελεσματικό. Δεν είναι απαραίτητο να είναι κάτι τραγικό. Εξάλλου ο καθένας μας έχει διαφορετική εκδοχή για τις Σειρήνες του. Μπορεί να αφορά μια δύσκολη συναδελφική σχέση που προσπαθούμε να αγνοήσουμε, ή μια σχέση που πρέπει να τη διαχειριστούμε χωρίς συναίσθημα και να μας δυσκολεύει γιατί στην πραγματικότητα θα θέλαμε να πούμε όλα όσα σκεφτόμαστε, ή να θέλουμε να επικοινωνήσουμε με κάποιον που μας έχει κινήσει το ενδιαφέρον αλλά δεν έχει και νόημα. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η πιο αποτελεσματική αντιμετώπιση, μπορεί να μην είναι η προσπάθεια για διανοητική κυριαρχία, αλλά η αναγνώριση ότι χρειαζόμαστε εξωτερική βοήθεια. Είναι η στιγμή που θα ζητήσουμε τη βοήθεια του “ναυτικού”, εκείνους που μπορούν να προβλέψουν τις αντιδράσεις μας, τις συμπεριφορές μας και που νοιάζονται.

Οι ώριμοι άνθρωποι ξέρουν πότε η ωριμότητα δεν είναι επιλογή. Υπάρχουν φορές που για μια φίλη, έναν φίλο το να μας ακούει σημαίνει να μην μας ακούει και εμείς να έχουμε επίγνωση πως είμαστε αρκετά δυνατοί για να ξέρουμε πόσο αδύναμοι είμαστε. Να καταλαβαίνουμε πως έχει έρθει η στιγμή να πούμε “προστάτεψέ με από αυτό που θέλω, δέσε με στο κατάρτι”.

Ζώντας σιωπηλά

Αρκετοί υποθέτουμε ότι ένας άνθρωπος γεννιέται είτε εσωστρεφής είτε εξωστρεφής, σαν να πρόκειται για βιολογικές κατηγορίες, όπως το χρώμα των ματιών ή των μαλλιών. Μάλλον όμως μια πιθανότερη εξήγηση είναι ότι γινόμαστε εσωστρεφείς ή εξωστρεφείς ως αποτέλεσμα συγκεκριμένων εμπειριών της παιδικής μας ηλικίας. 

Ίσως να είναι άνθρωποι που αναγκάστηκαν να προσαρμοστούν στις ανάγκες εκείνων που τους φρόντιζαν. Αρκετά νωρίς ίσως να χρειάστηκε να αναρωτηθούν “τι χρειάζονται οι κάπως ασταθείς ή δύσκολοι άνθρωποι που ζούμε μαζί;” Αντί να έχουν τον χώρο να σκεφτούν με περισσότερη ελευθερία και αυθεντικότητα -όπως αρμόζει σ’ένα μικρό παιδί- “τι θέλω εγώ; πώς νιώθω εγώ;”

Θα μεγαλώσει ως ειδικός στο πώς να διαχειρίζεται δύσκολους χαρακτήρες και να τους δίνει αυτό που χρειάζονται. Βέβαια αυτό το “ταλέντο” δεν θα έρθει χωρίς κόστος για τη δική του ζωή. Άραγε πόσο εξαντλητικό μπορεί να είναι όταν προσαρμοζόμαστε σε όλους όσους συναντάμε και πόσο μεγάλη θα είναι η ανάγκη μας να περνάμε χρόνο μόνοι μας, επειδή η συντροφιά θα μας επηρεάζει και θα απαιτεί από εμάς -ή μάλλον θα νομίζουμε πως απαιτεί- ενέργεια που θα μας αποκόπτει από τον αληθινό μας εαυτό; Θα λαχταράμε τη μοναξιά επειδή η συνύπαρξη μας απομακρύνει από αυτό που πραγματικά είμαστε. 

Οι εσωστρεφείς στερούνται της εμπειρίας ότι μπορούν να είναι με άλλους ανθρώπους και να ικανοποιούνται οι ανάγκες τους. Το παρελθόν τους τούς έχει διδάξει ότι το μόνο άτομο που μπορεί ενδεχομένως να κατανοήσει τις ανάγκες τους είναι οι ίδιοι.

Όλα αυτά μπορούν να κάνουν τις σχέσεις τους δύσκολες. Μπορεί να είναι εξαιρετικοί στο να κατανοούν τις ανάγκες του συντρόφου τους. Αλλά, μετά από λίγο, θα νιώσουν μια έντονη επιθυμία να είναι μόνοι.  Αυτό που ξέρουν είναι “είτε οι ανάγκες του άλλου, είτε οι δικές μου”. Ποτέ όμως και οι δυο. 

Αυτό ακριβώς το σημείο μπορεί να είναι η αρχή για μια παρέμβαση: να δοκιμάσει να πειραματιστεί και να αρχίσει να μην κάνει τόσο έντονη διάκριση ανάμεσα στο τι μπορεί να συμβεί στις ανάγκες του όταν βρίσκεται με άλλους και στο τι μπορεί να καταφέρει όταν είναι μόνος. Θα ήταν βοηθητικό να αποκτήσει επίγνωση και να καταλάβει την απαισιόδοξη αντίληψη για τις σχέσεις και να μην προσεγγίζει κάθε νέα επαφή με την πεποίθηση ότι θα χρειαστεί να ικανοποιήσει τις ανάγκες κάποιου άλλου. Δεν χρειάζεται να πιστεύει πως η μοναξιά είναι ο μόνος τρόπος για να βρει ένα ακροατήριο. Μπορεί να δει πως μια πραγματική σχέση είναι αυτή που επιτρέπει και στους δυο ανθρώπους να ακούγονται και να βλέπονται ταυτόχρονα. 

Πώς οι ανοιχτοί λογαριασμοί της παιδικής ηλικίας εκδηλώνονται στις διαπροσωπικές σχέσεις.

Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες και ίσως αποθαρρυντικές αλλά ταυτόχρονα κρίσιμες συνειδητοποιήσεις που μπορούμε να κάνουμε σχετικά με τις διαπροσωπικές σχέσεις είναι ότι -χωρίς συνειδητή επίγνωση και χωρίς καμία κακή πρόθεση- πολλοί άνθρωποι αναπαράγουν μέσα σε αυτές αυτό που μπορεί να χαρακτηριστεί ως “ανολοκλήρωτες υποθέσεις της παιδικής ηλικίας”.

Οι περισσότεροι τείνουμε να πιστεύουμε ότι παλιότερα τραύματα ή συμπεριφορές που ως παιδιά μας στεναχωρούσαν πολύ μπορούν να παρακαμφθούν. Στην αρχή μια σχέσης, όταν γνωριζόμαστε με έναν άνθρωπο, ίσως μας εξομολογηθεί διάφορα γεγονότα της παιδικής του ηλικίας, για παράδειγμα έναν απόμακρο γονιό ή έντονα επικριτικό, ή απών, ή προσκολλημένο σε άλλο παιδί. Τέτοιες εξομολογήσεις -ειδικά όταν ο απέναντι έχει μια γοητευτική προσωπικότητα- μπορεί να φαντάζουν ως μια έκκληση για κατανόηση και είναι εύκολο να μπούμε στη θέση να προσφέρουμε στήριξη. 

Είναι εμπειρικά παρατηρημένο πως όποιος πόνος έχει προκληθεί σε κάποιον στη σχέση με έναν γονιό, θα μεταφερθεί, σχεδόν με βεβαιότητα, στη σχέση με τον σύντροφό του. Εάν κάποιος αγνοήθηκε, θα αγνοηθεί και ο σύντροφός του. Εάν κάποιος ένιωσε αβεβαιότητα, θα προκληθεί αβεβαιότητα και στον σύντροφό του. Εάν κάποιος υπέστη σκληρή κριτική, ο σύντροφος μάλλον θα κριθεί με αυστηρότητα. Ενίοτε, ο ένας από τους δυο θα παίρνει μηνύματα από τον σύντροφό του που ήταν προορισμένα για τον γονιό του, αλλά ποτέ δεν εκφράστηκαν γιατί δεν επιτρεπόταν.  

Με άλλα λόγια, ο σύντροφός μας δεν αναζητά απλώς και μόνο μια σχέση μαζί μας, αλλά προσπαθεί να επαναλάβει ένα σενάριο και μια επικοινωνία με έναν γονέα που τον ματαίωνε, τον απογοήτευε και παρόλα αυτά τον αγαπούσε. Αρκετοί άνθρωποι δεν είναι ότι μια επαναλαμβανόμενη ιστορία είναι εξ αρχής δύσκολη, αλλά ότι δεν καταφέρνουμε να αλλάξουμε το τέλος της. Ψάχνουμε στην ενήλικη ζωή μια δεύτερη ευκαιρία για να διορθώσουμε μια τραυματική δυναμική που σαν παιδιά δεν ξέραμε, δεν μπορούσαμε και δεν ήταν και η δουλειά μας να το κάνουμε.

Η διαχείριση μιας τέτοιας κατάστασης απαιτεί μια νοητική προσπάθεια, την ικανότητα να αναγνωρίσουμε ότι πέρα από την επιφάνεια της σύγκρουσης μπορεί να διακυβεύεται κάτι βαθύτερο. Χρειάζεται θάρρος να επιστρέψουμε τα συγκεκριμένα μηνύματα στους αποστολείς τους και να κατανοήσουμε ότι “παρά την έντονη πρόθεση του/της συντρόφου μου, αυτό το μήνυμα δεν αφορά και δεν προορίζεται για μένα”. Αυτή η συνειδητοποίηση μπορεί να έρθει μετά από χρόνια σχέσης και πολλές ώρες άλυτων και συνεχόμενων καυγάδων με έναν άνθρωπο που αγαπάμε και που ίσως να μας αγαπάει επίσης βαθιά. 

Παθητική επιθετικότητα

Η παθητικο επιθετική συμπεριφορά είναι μια έμμεση μορφή έκφρασης θυμού και δυσαρέσκειας, συχνά μέσω της ειρωνείας, της αδιαφορίας ή της σκόπιμης αναβλητικότητας. Έχουμε αυτή τη συμπεριφορά όταν δυσκολευόμαστε να εκφράσουμε τον θυμό μας άμεσα και με ειλικρίνεια τις περισσότερες φορές γιατί φοβόμαστε τη σύγκρουση ή έχουμε μεγαλώσει σε περιβάλλοντα που η έκφραση θυμού δεν ήταν αποδεκτή. Η έμμεση επιθετικότητα μας επιτρέπει να εκφράζουμε την αγανάκτησή μας χωρίς να εμπλεκόμαστε σε άμεσες αντιπαραθέσεις παρόλο που με αυτή ακριβώς τη συμπεριφορά οδηγούμαστε σε εντάσεις και παρανοήσεις. 

Παθητικοεπιθετική συμπεριφορά είναι και όταν 

Αποφεύγουμε την επικοινωνία
Αναβάλλουμε σκόπιμα
Κρύβουμε την κριτική πίσω από κοπλιμέντα
Εκφράζουμε με έμμεσο τρόπο τα θέλω μας
Υπονομεύουμε τις προσπάθειες των άλλων
Κάνουμε ερωτήσεις με προκλητικό τρόπο
Αποκλείουμε κάποιον
Κρατάμε λογαριασμό, καταγράφουμε για το ποιος κάνει τι μέσα σε μια σχέση

Ψέματα στον ψυχοθεραπευτή

Η ψυχοθεραπεία είναι το κατεξοχήν μέρος για να μοιραζόμαστε τα μυστικά μας, αλλά μερικές φορές είναι δύσκολο να πούμε την αλήθεια ή πιο εύκολο να πούμε ένα μικρό, αθώο ψέμα. Μπορεί σε κάποιους να ακούγεται περίεργο αλλά δεν είναι κάτι σπάνιο εάν σκεφτούμε πως το να μπούμε σε ψυχοθεραπεία δεν είναι απλό και χρειάζεται θάρρος, ειδικά στην αρχή που δεν ξέρουμε τον άλλον και αισθανόμαστε ευάλωτοι. Το άρθρο επικαλείται μια μελέτη σε περισσότερους από 500 θεραπευόμενους η οποία έδειξε ότι πάνω από το 90% είχε πει ψέματα στον ψυχοθεραπευτή τους τουλάχιστον μια φορά. Τα πιο συχνά στις προτιμήσεις ήταν η προσποίηση ότι οι παρεμβάσεις του ψ ήταν βοηθητικές, η άρνηση των συναισθημάτων ανασφάλειας και η υποτίμηση του πόνου και της δυσαρέσκειας που αισθάνονταν στη ζωή τους.

Υπάρχουν διάφοροι λόγοι που ένας θεραπευόμενος λέει ψέματα για πράγματα -τα οποία συνήθως είναι για εκείνα που χρειάζεται περισσότερο να μιλήσει-. Κάποιες φορές ανησυχεί πως ο ψυχοθεραπευτής του θα σχηματίσει αρνητική γνώμη για εκείνον, κάποιες άλλες το θέμα από μόνο του προκαλεί αμηχανία και άλλες γιατί θέλει να τον ευχαριστήσει. Η τάση μας να θέλουμε να ικανοποιούμε τους άλλους μπορεί να μας κάνει να λέμε “αλτρουιστικά ψέματα” με σκοπό να προστατεύσουμε τα συναισθήματα τους. Δεν είναι δουλειά σας να προστατεύετε τα συναισθήματα του ψυχοθεραπευτή σας. Αντιθέτως, το πιθανότερο που θα συμβεί είναι η σχέση να αποκτήσει μεγαλύτερη εγγύτητα και θα δείτε βιωματικά ότι ο άλλος δεν θα διαλυθεί ή δεν θα φύγει αν ακούσει την αλήθεια.  

Η αποσιώπηση της αλήθειας μπορεί να μας προστατεύσει και από ανατρεπτικά συναισθήματα, όπως άγχος, ενοχή ή θλίψη. Όμως, το κόστος μιας αποκάλυψης έρχεται μαζί με ανταμοιβή. Χτίζεται η εμπιστοσύνη στη θεραπευτική σχέση, έχουμε την ευκαιρία να εμβαθύνουμε, κατευθύνοντας τη θεραπεία προς μια πιο ουσιαστική κατεύθυνση. Όσο περιμένουμε, τόσο πιο εδραιωμένο γίνεται το πρόβλημα. 

Το ψέμα μπορεί να προκαλέσει ντροπή και να μας κάνει να αποφύγουμε το θέμα μας. Θα βοηθήσει πολύ να αναγνωρίσουμε και να κατονομάσουμε την ντροπή διερευνώντας πού εμφανίζεται στο σώμα μας. Μπορεί να παρατηρήσουμε ένα σφίξιμο στο στομάχι, ένταση στους ώμους, μάζεμα-σφίξιμο στο σώμα. Όταν έρθουμε σε επαφή με την ντροπή μπορούμε να πούμε στον εαυτό μας με συμπόνια και αποδοχή  “μερικές φορές όλοι ντρεπόμαστε και όπως όλα τα συναισθήματα δεν διαρκούν για πάντα”. Όταν βλέπουμε τα συναισθήματα ως μέρος της ανθρώπινη εμπειρίας, νιώθουμε λιγότερο μόνοι. 

Κάτι που είναι πάντα χρήσιμο και σε άλλες καταστάσεις είναι να μιλάμε για τη δυσκολία μας. Όταν ξεκινάω να μιλάω γι αυτή, η δυσκολία μου μικραίνει, γίνεται πιο ελαφριά. Μπορείτε να πείτε στον ψυχοθεραπευτή σας πως έχετε πει ένα ψέμα γιατί φοβόσασταν πως θα παίρνατε κριτική εάν του λέγατε την αλήθεια. Μπορείτε να πείτε πως μπορεί να θύμωνε εάν του λέγατε πως δεν πηγαίνει καλά η θεραπεία. Πως φοβόσασταν ότι όλα θα άλλαζαν, ακόμα και η σχέση σας.  

Να θυμάστε πως το δωμάτιο της ψυχοθεραπείας είναι ένας ασφαλής χώρος και για πειραματισμούς. Μαθαίνουμε καινούργιους τρόπους με έναν άνθρωπο που ξέρουμε πως δεν θα φύγει, δεν θα πάρει κάτι προσωπικά και κυρίως έχει εκπαιδευτεί γι’αυτό. 

https://www.washingtonpost.com/wellness/2024/02/02/therapy-lying-shame-strategies

Δύο μεγάλοι φόβοι 

Ένας μεγάλος αριθμός προβλημάτων στις σχέσεις συνοψίζεται σε δύο φράσεις: Κάποιος στέκεται πολύ μακριά. Κάποιος στέκεται πολύ κοντά. Το να καταφέρουμε να έχουμε τη σωστή απόσταση από έναν άνθρωπο είναι εφικτό όταν μάθουμε τον τρόπο να αναγνωρίζουμε ότι χρειαζόμαστε την αγάπη του, όταν εμπιστευτούμε πως και εκείνος θα μας χρειαστεί και βεβαίως να πιστεύουμε πως θα μπορέσουμε να ζήσουμε και χωρίς αυτόν.

Όπως συμβαίνει με τόσες πολλές πτυχές της αγάπης των ενηλίκων, οι προσδοκίες και οι ανησυχίες μας πηγάζουν από τις εμπειρίες μας στην πρώιμη παιδική ηλικία. Σε έναν ιδανικό κόσμο, ο ιδανικός γονιός είναι σε θέση και ξέρει να προσφέρει στο παιδί του μια πραγματική και παντοτινή αίσθηση ότι μπορεί να αγαπηθεί με ασφάλεια χωρίς να καταπιέζεται και να φροντίζεται σταθερά χωρίς να πνίγεται.

Επειδή όμως και οι γονείς είναι άνθρωποι με δυνατότητες και περιορισμούς, οι εκκλήσεις και οι ανάγκες μας για αγάπη μπορεί να αντιμετωπίστηκαν είτε με απουσία, είτε με σκληρότητα, είτε με παραμέληση, καλλιεργώντας τον φόβο της εγκατάλειψης. Ή με χειραγώγηση και υπερβολή, καλλιεργώντας τον φόβο της ασφυξίας.

Ως ενήλικες μπορεί να πασχίζουμε για “χώρο”, διώχνοντας μακριά εκείνους που πιθανότατα μπορούν να έχουν ένα ευγενικό και θεμιτό ενδιαφέρον για τη φροντίδα και ευημερία μας. Υπόνοια κοντινότητας και τρυφερότητας μπορεί να ερμηνευθούν ως προάγγελος δυσοίωνης χειραγώγησης. Μπορεί να ψυχρανθούμε και να εξαφανιστούμε από όσους δεσμεύονται απέναντί μας, ενώ μας είναι πιο εύκολο να σχετιζόμαστε με ανθρώπους που ελάχιστα γνωρίζουμε, ή που μπορούμε να κοιτάξουμε αποκλειστικά σε μια οθόνη.

Η στενή επαφή, η οικειότητα έχουν συχνά ως συνέπεια την αίσθηση της απώλειας του ελέγχου. Η οικειότητα θέτει σε δοκιμασία τους βαθύτερους φόβους μας για το ποιοι είμαστε και για το εάν είναι αποδεκτό να είμαστε ο εαυτός μας. 

Από την άλλη, μπορεί να φοβόμαστε τόσο πολύ την απόσταση, ώστε να μας είναι αβάσταχτο να αφήσουμε από τα μάτια μας τον σύντροφό μας. Κάθε φορά που μπορεί να κανονίζει να κάνει κάτι χωρίς εμάς, να το βιώνουμε ως εγκατάλειψη. Μπορεί να απαιτούμε να συμφωνούν μαζί μας στα πάντα, η διαφοροποίηση να σημαίνει καταστροφή και ιδανικά, κάθε φορά που βγαίνουν έξω χωρίς εμάς, να φοράνε έναν βαρύ μανδύα για να κρύβονται. 

Λίγοι είναι εκείνοι που δεν είναι στον έναν από τους δύο πόλους “εγκλωβισμού-εγκατάλειψης’ και μια ασφαλής διαδρομή μεταξύ των δύο δεν είναι πάντα δεδομένη ακόμα και σε μια υγιή σχέση. Δεν είναι πάντα εύκολο να περιγράψουμε στον άλλο αυτό που μας συμβαίνει, όμως αυτή ακριβώς η περιγραφή του φόβου και μια αναφορά σε ένα πιθανά δύσκολο παρελθόν, είναι αυτό ακριβώς που θα βοηθήσει και τους δυο να ανταπεξέλθουμε στη δυσκολία.