Τα “ναι” και τα “όχι” του άγχους

IMG_20200317_123933.png

Ίσως να έχετε και οι ίδιοι διαπιστώσει πως η στήριξη σε κάποιον αρκετά αγχώδη άνθρωπο χρειάζεται ιδιαίτερο χειρισμό. Μπορεί να έχετε τις καλύτερες προθέσεις και να πιστεύετε πως αυτό που λέτε βοηθάει, ενώ στην πραγματικότητα προκαλεί μεγαλύτερη δυσαρέσκεια.

Στην αριστερή στήλη της φωτογραφίας είναι οι τέσσερις φράσεις που καλό είναι να αποφεύγουμε να λέμε αν θέλουμε να είμαστε υποστηρικτικοί και καθησυχαστικοί και στη δεξιά ένας εναλλακτικός τρόπος.

Έτσι λοιπόν, αποφεύγουμε τα εξής:

  • Ηρέμησε-μην αγχώνεσαι
  • Δεν χρειάζεται να ανησυχείς
  • Εγώ να δεις πόσα προβλήματα έχω ή η αλλαγή θέματος
  • Μην ενθαρρύνετε μια συμπεριφορά που μπορεί να ανακουφίζει προσωρινά το άγχος

Αντί να πείτε “μην αγχώνεσαι” προσπαθήστε να κάνετε ανοιχτές ερωτήσεις γιατί έτσι θα βοηθήσει τον άλλον να σταθεί και να σκεφτεί τις απαντήσεις του, να “περπατήσει” μέσα από τα γεγονότα και να έρθει σε επαφή με τις πηγές στήριξης που έχει. Μια ανοιχτή ερώτηση μπορεί να είναι “Τι είναι αυτό που σε άγχει περισσότερο από την όλη κατάσταση;” Θα δείτε πως με ανοιχτές ερωτήσεις το άγχος θα πέφτει γιατί όχι μόνο θα ενεργοποιείται η επίλυση προβλημάτων αλλά και ο άλλος θα καταλαβαίνει το ενδιαφέρον σας.

“Δεν χρειάζεται να ανησυχείς” “όλα θα πάνε καλά” “κάποια στιγμή θα τα θυμόμαστε όλα αυτά και θα γελάμε” Καμία από αυτές τις φράσεις δεν είναι βοηθητικές. Οι άνθρωποι που αγχώνονται βιώνουν το πρόβλημά τους ως κάτι πολύ σοβαρό και μεγάλο και μάλιστα αισθάνονται άσχημα γι’αυτό. Επίσης, πώς ξέρετε ότι όλα θα πάνε καλά;

Σκεφτείτε λίγο να ήσασταν εσείς αγχωμένοι και ενώ είχατε μεγάλη ανάγκη να μιλήσετε, σας απαντούσε κάποιος: “εγώ να δεις πόσα προβλήματα έχω” ή ακόμα χειρότερα άλλαζε θέμα. Φαντάζομαι θα θυμώνατε, θα απογοητευόσασταν και θα κλεινόσασταν στον εαυτό σας ακόμα περισσότερο. Όταν κάποιος κοντινός σας περνάει δύσκολα αφιερώστε λίγο χρόνο να τον ακούσετε χωρίς να τον διακόψετε και χωρίς να τον κρίνετε. Επιβεβαιώστε τον. Πείτε του πως έχει δίκιο να ανησυχεί και πως είναι φυσιολογικό. Πως η κατάσταση δεν θα μείνει ίδια για πάντα και θυμήστε του τις πηγές στήριξης  που έχει.

Πολλές φορές βρίσκουμε τρόπους για να ανακουφίζουμε το άγχος μας με συμπεριφορές που στην πραγματικότητα και προσωρινές είναι και μακροπρόθεσμα δεν είναι τόσο βοηθητικές, όπως π.χ. η υπερβολική χρήση αλκοόλ ή άλλες ουσίες ή οι άσκοπες βόλτες.

Είναι εφικτό και να είμαστε συναισθηματικά υποστηρικτικοί και να ενθαρρύνουμε υγιείς συμπεριφορές. Το “μυστικό” είναι να ανταποκρινόμαστε με ευγένεια, ενσυναίσθηση, ανοιχτές ερωτήσεις και κρατώντας τον άλλον υπεύθυνο με τρόπο μαλακό και σταθερό.

 

 

 

 

Ειρήνη με το φαγητό

IMG_20200309_134423

«Θα πεινάσεις για να τους ταΐσουμε καλύτερα;» έγραφε το φυλλάδιο που στο εξώφυλλό του είχε τη φωτογραφία ενός παιδιού. Στη διάρκεια του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου, το Πανεπιστήμιο της Μινεσότα, ζητούσε εθελοντές για ένα ιατρικό πείραμα ώστε οι ερευνητές να καταλήξουν ποιος θα ήταν ο καλύτερος τρόπος για να φροντίσουν τα θύματα του λιμού στην Ευρώπη.

Στο πείραμα που ξεκίνησε το 1944, οι εθελοντές για τους πρώτους τρεις μήνες κατανάλωναν φαγητό ανάλογα με το βάρος τους και αργότερα όχι μόνο περιόρισαν πάρα πολύ τις θερμίδες τους αλλά έπρεπε να τρέχουν και 40 χλμ την εβδομάδα.

Πέρα απ’τη μεγάλη απώλεια βάρους, οι επιπτώσεις ήταν και ψυχολογικές. Το φαγητό έγινε γρήγορα εμμονή. Οι συμμετέχοντες άρχισαν να ανταλλάσουν συνταγές και η σεξουαλική επιθυμία σταμάτησε. Ένας εθελοντής έκλεψε ένα γλυκό και κάποιοι άλλοι αποχώρησαν πριν το τέλος. Το πείραμα αναφέρεται ως πηγή μεταξύ των ακαδημαϊκών που ερευνούν διατροφικά θέματα.

Η βιολογική πείνα διαφοροποιείται σε πολλά σημεία από τη συναισθηματική. Η πρώτη συνήθως έρχεται σταδιακά, μέσω μηνυμάτων που στέλνει ο οργανισμός ότι χρειάζεται τροφή και η ανάγκη ικανοποίησης παρουσιάζει μεγαλύτερη δυνατότητα αναμονής. Αντίθετα, η συναισθηματική πείνα εμφανίζεται ξαφνικά ως ακατάσχετη επιθυμία λήψης τροφής, με άμεση και επιτακτική ανάγκη ικανοποίησης. Κυριαρχεί ο παρορμητισμός και η κατάποση του φαγητού γίνεται μηχανικά, χωρίς συνειδητοποίηση του ‘τι’ και του ‘πόσο’ τρώμε με αποτέλεσμα το αίσθημα του κορεσμού να μη γίνεται αντιληπτό.

Η σκέψη περιστρέφεται γύρω από το φαγητό ενώ σχεδόν πάντα οι τροφές που προτιμούνται είναι γλυκά και με πολλά λιπαρά. Ξεκινάει σαν αίσθηση από το λαιμό και το στόμα σε αντίθεση με τη βιολογική η οποία ξεκινάει από το στομάχι το οποίο αισθανόμαστε άδειο. Όταν τρώμε ψυχαναγκαστικά, οδηγούμαστε σε αισθήματα ενοχής, ντροπής και τύψεων πράγμα που δεν συμβαίνει όταν ικανοποιούμε τη βιολογική μας πείνα.

Λένε πως η καλύτερη δίαιτα είναι να μην κάνεις δίαιτα και πλέον η τάση του Intuitive Eating -όπως ονομάζεται- αποκτά όλο και περισσότερους υποστηρικτές. Το ζητούμενο είναι η ανοικοδόμηση μιας υγιούς εικόνας σώματος και η ειρήνη με το φαγητό. Η συνεχής ενασχόληση με τους κανόνες, ο θυμός προς τον εαυτό για την έλλειψη θέλησης, η απογοήτευση για την αποτυχία άλλης μιας δίαιτας, είναι εκείνα που δεν μας αφήνουν να έρθουμε σε επαφή με το σώμα μας. Το να είσαι σε επαφή με το σώμα σου, τις αισθήσεις σου είναι η αρχή και το πιο σημαντικό. Οι απαγορεύσεις τροφίμων και ο διαχωρισμός τους σε “καλές” και “κακές” τροφές θεωρώ πως είναι μη ρεαλιστικό σενάριο.

Το γνωρίζουν καλά όσοι έχουν προσπαθήσει να μπουν σε πρόγραμμα αποχής από τροφές με τις οποίες κάνουν υπερφαγία.  Το αποτέλεσμα είναι να περιμένουν πότε θα έρθει η ώρα να τελειώσει το πρόγραμμα για να φάνε αυτά που τόσο έχουν στερηθεί.  Δοκιμάστε να τρώτε τα πάντα σε μικρές ποσότητες και κυρίως, αρχίστε να ακούτε το σώμα σας. Από τη στιγμή που θα σας επιτρέψετε τότε θα “ησυχάσετε”. Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε πως έχουμε τη δυνατότητα, την επιλογή να κάνουμε κάτι και ας μην το κάνουμε ποτέ. Όταν σας επιτρέπετε, θα αρχίσετε να στέκεστε και σ’ άλλα πράγματα. Στην προετοιμασία και τον πειραματισμό του φαγητού, στο να τρώτε με ηρεμία και όχι με βιασύνη. Τότε θα αρχίσει να γίνεται μορφή και η απόλαυση. Κάποιος ίσως ρωτήσει τι γίνεται με τις μικρές ποσότητες ή άλλοι δυσκολεύονται  να καταλάβουν πότε πραγματικά χόρτασαν. Καταλήγουμε πάντα στο ίδιο. Επαφή με τις αισθήσεις και το σώμα. Χρειάζεται να σας εμπιστευτείτε.

Αρχίστε να σας παρατηρείτε, χωρίς να κρίνετε.  Πότε τρώτε ψυχαναγκαστικά; για ευκολία θα δώσω ένα παράδειγμα αρκετά κοινό για πολύ κόσμο που ταλαιπωρείται με διατροφικά θέματα.  Πολλοί τρώνε ψυχαναγκαστικά όταν θυμώνουν. Θυμώνουν ή με κάτι που συμβαίνει εκείνη τη στιγμή ή μπορεί να συμβεί κάτι που να θυμίζει έναν παλιό θυμό ο οποίος δεν έχει εκφραστεί και είναι απλά ένας ανοιχτός λογαριασμός. Και στις δύο περιπτώσεις το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Η δράση είναι να φάνε. Στην πραγματικότητα, τρώνε το συναίσθημα του θυμού. Πότε “τρώμε” – “καταπίνουμε” τα συναισθήματά μας; όταν φοβόμαστε, όταν νιώθουμε απειλή. Εάν εγώ πιστεύω πως με το να εκφράσω τον θυμό μου θα καταστραφεί η σχέση με τον άλλον, ή ο άλλος μπορεί να θυμώσει, το να αναστρέψω, να καταπιώ τον θυμό μου είναι λιγότερο απειλητικό σενάριο. Έτσι, με το να με παρατηρώ, θα αποκτήσω επίγνωση. Γιατί είναι η επίγνωση το ζητούμενο; γιατί μόνο τότε θα μπορέσω να αλλάξω. Όταν μάθω πως έχω και άλλες επιλογές να εκφράσω τα συναισθήματά μου, τότε θα αλλάξει και η συμπεριφορά μου.

Η αλλαγή δεν έρχεται μέσα από τον έλεγχο ή την αποφυγή. Υπάρχει ένα υπαρξιακό παράδοξο όπου η αλλαγή συμβαίνει, όταν κάποιος γίνεται αυτό που είναι και όχι όταν προσπαθεί να γίνει αυτό που δεν είναι.

Το να γνωρίσεις τη δική σου σκοτεινή πλευρά είναι ο καλύτερος τρόπος να αντιμετωπίσεις τη σκοτεινή πλευρά των άλλων.

IMG_20200304_144924

Ο Carl Jung ήταν εκείνος που είπε: “Όλα όσα μας εκνευρίζουν στους άλλους μπορούν να μας οδηγήσουν στην κατανόηση του εαυτού μας”. H τάση μας να επικρίνουμε με ευκολία τους άλλους λέει περισσότερα για εμάς παρά για το άλλο πρόσωπο. Όλοι είναι ο καθρέφτης μας. Η δική μας αντανάκλαση στους άλλους δείχνει όχι μόνο ποιοι είμαστε, αλλά και πώς να είμαστε καλυτεροι. Την επόμενη φορά που θα σκεφτούμε να επικρίνουμε και μάλιστα δημόσια, μπορούμε να κάνουμε κάτι διαφορετικό, όπως το να σταματήσουμε και να αναλογιστούμε το “γιατί”.

Οκτώ λόγοι που είμαστε επικριτικοί με τους άλλους:

  1. Πιστεύουμε πως κάτι είναι ηθικά λανθασμένο
  2. Δεν έχουμε κατανόηση
  3. Πυροδοτείται κάποιο δικό μας θέμα
  4. Ζηλεύουμε αυτό που κάνουν ή έχουν οι άλλοι
  5. Αισθανόμαστε ανασφάλεια
  6. Αποφεύγουμε να έρθουμε σε επαφή με τα συναισθήματά μας
  7. Μας είναι τόσο γνώριμο να επικρίνουμε τον εαυτό μας, οπότε το κάνουμε με μεγάλη ευκολία και στους άλλους.
  8. Βλέπουμε τον απέναντι ως απειλή προς τα πιστεύω και τις ιδέες μας

Ο πιο έξυπνος άνθρωπος στο δωμάτιο

sabrina

“Ένας άντρας μπορεί να είναι πολύ μορφωμένος, καλλιεργημένος, σοβαρός, με επίπεδο και να έχει ένα πολύ καλό επαγγελματικό status. Εντούτοις όταν πάει να δημιουργήσει ή όταν δημιουργεί μια σχέση εμφανίζει χαρακτηριστικά που δεν συνάδουν με αυτά που έχει στην επαγγελματική του ζωή ή και να είναι εκ διαμέτρου αντίθετα όπως επιπολαιότητα, ευθυνοφοβία κλπ. Γιατί η επαγγελματική και κοινωνική συμπεριφορά του είναι τελείως διαφορετική από αυτήν που έχει όταν κάνει σχέση; Πώς θα μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε τα σημάδια ώστε να μην προχωρήσουμε καν σε σχέση αφού θα ματαιωθούν όλες οι προσδοκίες μας;”

Είναι πολύ σημαντικό όταν μιλάμε για έννοιες όπως π.χ. καλλιέργεια, σοβαρότητα, επίπεδο, να ορίζουμε από πριν τι σημαίνουν για τον καθένα και αυτό για να ξέρουμε ότι μιλάμε για το ίδιο πράγμα. Επειδή όμως σ’αυτή τη συνθήκη κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό, θα απαντήσω σύμφωνα με το τι σημαίνουν για μένα όλα αυτά και ελπίζω να σου φανούν χρήσιμα.

Όσοι επιτυχημένοι επαγγελματικά άνθρωποι ευδοκιμούν και στην προσωπική τους ζωή είναι εκείνοι που μαθαίνουν να εκτιμούν τους συντρόφους τους ως ίσους – ανεξάρτητα από την οικονομική τους επιφάνεια, τη μόρφωση, τις διασυνδέσεις τους ή τη φυσική τους ομορφιά. Ένας πραγματικά καλλιεργημένος άνθρωπος γνωρίζει πως το να φέρεσαι σαν να είσαι ο πιο σημαντικός άνθρωπος στο δωμάτιο ίσως και να λειτουργεί στο γραφείο αλλά δεν λειτουργεί στη συμβίωση. Βεβαίως, για να μπορείς να τα διακρίνεις όλα αυτά, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να έχεις κάνει κάποια βασική δουλειά με τον εαυτό σου. Να είσαι σε επαφή όχι μόνο τις δυνατότητές σου αλλά και τους περιορισμούς σου. Να ξέρεις -μιας που είσαι και σοβαρός και καλλιεργημένος- πως έξυπνος άνθρωπος είναι αυτός που γνωρίζει τα θέματά του. Ευφυής, εκείνος που πάει να τα λύσει.

Οι επιχειρηματικές αξίες δεν είναι ίδιες με τις υγιείς σχεσιακές αξίες και για να μην είμαι απόλυτη και πω πως βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση, σπάνια είναι αμοιβαίες. Το μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων πιστεύει πως για να είναι αποτελεσματικός, επιτυχημένος, παραγωγικός θα πρέπει να αφαιρεί το συναίσθημα από τις αποφάσεις που παίρνει και πάντα να απαντά στην ερώτηση “εγώ τι θα κερδίσω;” Νομίζω πως το να πιστεύει κάποιος πως με τους ίδιους τρόπους θα ευτυχήσει και στην προσωπική του ζωή, είναι το ίδιο αφελές με το να λέει πώς είναι δυνατόν με τόσο δυνατό επαγγελματικό στάτους να συμπεριφέρεται έτσι;

Σε αυτό που με ρωτάς για τα σημάδια θα σου απαντήσω με ένα απόφθεγμα που επιβεβαιώνεται πάντα: “αυτό που είσαι μου φωνάζει τόσο δυνατά, που δεν μπορώ ν’ακούσω λέξη απ’όσα λες”. H συμπεριφορά μας και όχι η σοβαρότητα, η καλλιέργεια, το επίπεδο και το επαγγελματικό μας στάτους είναι αυτό που μετράει. Τα πιστεύω και οι προθέσεις δεν έχουν καμία αξία εάν δεν συνάδουν με την αντίστοιχη συμπεριφορά. Θα σου πρότεινα λοιπόν να στέκεσαι στη συμπεριφορά μιας και αυτό που είμαστε αργά ή γρήγορα φαίνεται, ειδικά εάν σχετίζεσαι πολύ συχνα με έναν άνθρωπο. Για να μπορέσεις να παρατηρήσεις τη συμπεριφορά το μόνο που χρειάζεται είναι να εμπιστευτείς τον εαυτό σου, να ακούς την αίσθησή σου και να μην προσπαθείς να ελέγξεις πράγματα που δεν μπορείς. Με το να είσαι στον άλλον και να προσπαθείς να τον ερμηνεύεις, χάνεις τον εαυτό σου και αυτό είμαι σίγουρη πως δεν το θες.

Η γείωση

Η “γείωση” είναι μια λέξη που οι ψυχοθεραπευτές χρησιμοποιούμε πολύ συχνά. Με τη λέξη γείωση εννοούμε την επαναφορά του εαυτού μας σε επαφή με το σώμα μας και τις αισθήσεις μας στην παρούσα στιγμή, στο εδώ και τώρα, στην πραγματικότητα.

Όταν είμαστε “γειωμενοι” έχουμε τον έλεγχο του νοητικού και συναισθηματικού μας εαυτού και η διάθεσή μας δεν επηρεάζεται εύκολα από συμπεριφορές των άλλων. Η γείωση μας βοηθάει να επιστρέφουμε στον εαυτό μας όταν οι προκλήσεις και τα γεγονότα της ζωής μας αποσυντονιζουν και μας στρεσαρουν.

Η αναπνοή ή μάλλον να παρατηρώ την αναπνοή μου είναι ο πιο εύκολος, γρήγορος και αδιάψευστος τρόπος για να έρθουμε στο “εδώ” και “τώρα”. Άλλος τρόπος είναι το παιχνίδι “54321”. Περιγράψτε 5 πράγματα που βλέπετε, ονομάστε 4 πράγματα που αισθάνεστε (τα πόδια μου στο πάτωμα, η καρέκλα που κάθομαι κ που ακουμπάει η πλάτη μου), 3 πράγματα που ακούτε (τα δάχτυλά μου που γράφουν στο πληκτρολόγιο, ο ήχος του κλιματιστικού), 2 πράγματα που μυριζετε, 1 καλό στοιχείο του εαυτού σας.

Μη ξεχνάτε ποτέ: το να είμαι καλά, είναι κάτι που μαθαίνεται.

grounding

Συνεξάρτηση: Όταν η Ηχώ ερωτεύτηκε τον Νάρκισσο

συνεξάρτηση

Η συνεξάρτηση πρόκειται για έναν όρο ο οποίος προέρχεται από τη φιλοσοφία των ανωνύμων ομάδων αυτοβοήθειας που βασίζονται στο πρόγραμμα των 12 βημάτων. Αναφέρεται σε μια συμπεριφορά “διευκόλυνσης” ενός εξαρτημένου σημαντικού άλλου, σε βάρος του εαυτού.  Με τον όρο “διευκόλυνση” εννοούμε μια τάση για υπερπροστασία και έλεγχο, μια συμπεριφορά που διαιωνίζει την εξάρτηση του άλλου, εμποδίζοντάς τον ν’αναλάβει την ευθύνη του εαυτού του. Η συμπεριφορά “διευκόλυνσης” των συζύγων, ή άλλων μελών της οικογένειας των αλκοολικών αρχικά ονομάστηκε “συν-αλκοολισμός” και στη συνέχεια, καθώς τα προγράμματα των 12 βημάτων επεκτάθηκαν και σε εξαρτήσεις από άλλες ουσίες και άλλες μορφές εξάρτησης (όπως πχ βουλιμία, τζόγος) υιοθετήθηκε ο όρος “συνεξάρτηση”.

Όμως, η συνεξάρτηση δεν προϋποθέτει πάντα την παρουσία ενός αλκοολικού ή γενικότερα εξαρτημένου από ουσίες σημαντικού άλλου, αλλά μπορεί να υπάρχει ανεξάρτητα από τη χημική εξάρτηση. Ο όρος χρησιμοποιείται και για να καθορίσει τις σχέσεις όπου ο ένας σύντροφος εμφανίζει μια χειριστική συμπεριφορά και ο άλλος, φοβούμενος την εγκατάλειψη, συμμορφώνεται. Αρκετοί άνθρωποι δυσκολεύονται πολύ να φύγουν από μια άσχημη σχέση και περιγράφουν καταστάσεις όπου όταν έρχονται κοντά στο σύντροφό τους, εκείνος αρχίζει και απομακρύνεται, και όταν εκείνοι απομακρύνονται με οδύνη, τότε ο σύντροφός τους επιστρέφει.

Ένας άνθρωπος με θέματα συνεξάρτησης, παρουσιάζει συγκεκριμένα μοτίβα συμπεριφοράς όπως στο να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως ανιδιοτελή και αφιερωμένο στην ευημερία των άλλων, να ζητάει συνεχώς την αναγνώριση, να είναι εξαιρετικά πιστός και να παραμένει σε επιζήμιες καταστάσεις για μεγάλο χρονικό διάστημα, να εκφράζει τον θυμό και την επιθετικότητα με παθητικούς τρόπους, να χρησιμοποιεί το σεξ ενώ θέλει αγάπη, να προσελκύει τους άλλους προς το μέρος του, αλλά όταν έρθουν  κοντά, να τους ωθεί μακριά. 

Οι Hughes-Hammer, Martsolf, and Zeller’s (1998a) διαμόρφωσαν ένα μοντέλο για τη συνεξάρτηση.  Το μοντέλο αυτό αποτελείται από μια βασική έννοια: την εστίαση στους άλλους και την παραμέληση του εαυτού, και τέσσερις άλλες υπο-έννοιες: χαμηλή αυτοαξία, απόκρυψη εαυτού, προβλήματα υγείας, θέματα της οικογένειας καταγωγής.

Γιατί όμως συμβαίνει αυτό; ο Cermak (1991) θεωρεί τα χαρακτηριστικά της συνεξάρτησης συμπληρωματικά του ναρκισσισμού και αναφέρεται στο μύθο του Νάρκισσου και της Ηχούς. Η Ηχώ ελκύεται από το Νάρκισσο γιατί, σύμφωνα με τον Freud, ο ναρκισσισμός ενός ατόμου ασκεί μεγάλη έλξη σ’όσους έχουν απαρνηθεί μέρος του δικού τους ναρκισσισμού.

Κατά την περίοδο που τα παιδιά διαφοροποιούνται από τους γονείς τους, αναπτύσσουν δυο συμπληρωματικές ανάγκες. Η πρώτη, μια φυσιολογική ναρκισσιστική ανάγκη όπου αναζητούν την εκτίμηση των άλλων στις ικανότητές τους, και η δεύτερη μια ‘ηχωϊστική’ ανάγκη, η οποία αφορά στην ανάγκη τους να σχηματίσουν μια εξιδανικευμένη εικόνα για τους γονείς τους, με την οποία να συγχωνευθούν.  Όταν η ανάπτυξη είναι φυσιολογική, οι ναρκισσιστικές ανάγκες οδηγούν στην αυτοπεποίθηση, ενώ οι ηχωϊστικές στην ενσυναίσθηση του ενήλικα (Cermak, 1991). Ένας ναρκισσιστής γονιός έχει την τάση να απορρίπτει τις φυσιολογικές ναρκισσιστικές ανάγκες ενός παιδιού, ενώ αντίθετα, ένας γονιός με θέματα συνεξάρτησης, πυροδοτεί τις ναρκισσιστικές ανάγκες. Και στις δυο περιπτώσεις, οι αντίστοιχες ανάγκες παραμένουν στην παιδική τους μορφή και γίνονται ναρκισσισμός και συνεξάρτηση.

Οι Νάρκισσοι είναι οι πιο δυνατοί μαγνήτες για έναν άνθρωπο που κάνει σχέσεις εξάρτησης. Πολλές έρευνες ισχυρίζονται πως η συνεξάρτηση σχετίζεται με την κατάθλιψη  (Hughes-Hammer, Martsolf & Zeller, 1998; Doheny, 2000) και μπορεί να οδηγήσει σε πιο σύνθετα προβλήματα (Sadock & Sadock, 2000).

Οι αναφορές στη θεραπευτική αντιμετώπιση της συνεξάρτησης ακολουθούν διάφορες προσεγγίσεις όπως ατομική ή ομαδική ψυχοθεραπεία, τα 12 βήματα των Ανώνυμων Συνεξαρτημένων ή μια πιο συνθετική θεραπευτική προσέγγιση.  Το τι βοηθάει τον καθένα είναι καθαρά προσωπική επιλογή.

Το σημαντικό είναι να ζητήσει κάποιος βοήθεια και κυρίως να καταλάβει πως η ανάρρωση από τη συνεξάρτηση δεν βρίσκεται στο άλλο άτομο, ανεξάρτητα από το πόσο μπορεί να πιστεύει το αντίθετο.  Βρίσκεται στον εαυτό του και στους τρόπους με τους οποίους έχει προσπαθήσει να επηρεάσει τους άλλους. Βρίσκεται στην εμμονή, στον έλεγχο, στο θυμό και τις ενοχές, στην εξάρτηση από ιδιόμορφα άτομα, στην προσέλκυση από το ακατανόητο και την ανοχή σ’αυτό, που καταλήγουν σε εγκατάλειψη του εαυτού μας, σε προβλήματα επικοινωνίας και οικειότητας.

Κάποιος θα πει πως είναι φυσικό να θέλουμε να προστατεύσουμε και να βοηθήσουμε τους ανθρώπους για τους οποίους ενδιαφερόμαστε.  Είναι φυσικό να επηρεαζόμαστε και να αντιδράμε στα προβλήματα των άλλων. Η λέξη ‘αντιδρώ’ έχει ιδιαίτερη σημασία από την άποψη πως η συνεξάρτηση έχει έντονα το στοιχείο της αντίδρασης αφού οι συνεξαρτώμενοι αντιδρούν συνέχεια είτε υπερβολικά, είτε υποτονικά αλλά σπανίως δρουν.

Δεν είναι αφύσικο στο να αντιδρά κάποιος, αλλά το να μάθει πως να μην αντιδρά και να δρα με πιο υγιείς τρόπους είναι ένας σίγουρος τρόπος για να προστατεύσει τον εαυτό του. Δεν σημαίνει πως γινόμαστε απόμακροι ή σταματάμε να ενδιαφερόμαστε. Σημαίνει πως αγαπάμε και δημιουργούμε δεσμούς, χωρίς όμως να τρελαινόμαστε. Μαθαίνουμε πως κάθε άτομο είναι υπεύθυνο για τον εαυτό του και υιοθετούμε μια στάση που λέει ότι πρέπει να κρατιόμαστε μακριά από τις ευθύνες των άλλων και να φροντίσουμε για τις δικές μας. Παραχωρούμε στους άλλους και στον εαυτό μας την ελευθερία να είμαστε υπεύθυνοι και να εξελισσόμαστε.

Δεν είναι υποχρεωτικό να παίρνουμε τα πάντα προσωπικά και κατάκαρδα. Το να πω σε κάποιον “Αν μ’αγαπούσες/αν ήμουν σημαντική για σένα, δεν θα μ’αφηνες να περιμένω/θα απαντούσες στο μήνυμά μου/θα μίλαγες ειλικρινά” έχει νόημα όσο και το να πω σε κάποιον που έχει πνευμονία “Αν μ’αγαπούσες δεν θα έβηχες”.

Συνήθως, τα πράγματα έχουν να κάνουν με εμάς πολύ λιγότερο απ’ό,τι νομίζουμε. Εάν κάποιος π.χ. συνηθίζει σε μια σχέση όταν έρθει κοντά με τον άλλον ξαφνικά να απομακρύνεται, με τον ίδιο τρόπο θα σχετιστεί και στην επόμενη σχέση.  Το δικό του θέμα πιθανόν να έχει να κάνει με το πως κόβει την επαφή ή θέματα οικειότητας. Εάν εγώ στο σήμερα, νιώθω υπερβολικό πόνο ή καθήλωση για μια τέτοια αλλόκοτη συμπεριφορά, αυτό είναι το δικό μου θέμα. Αυτό που θα βοηθήσει είναι να μείνω λίγο σε μένα και να σκεφτώ, τι μου θυμίζει αυτή η συμπεριφορά που με καθηλώνει; από πού την ξέρω; Πολλές φορές τα συναισθήματά μας δεν γεννιούνται από την τρέχουσα κατάσταση και δεν αφορούν στην πραγματικότητα το εν λόγω πρόσωπο, αλλά πυροδοτούν κάτι που μας συνέβη πριν πολύ καιρό.

Μέσα στη θεραπεία αναγνωρίζεται το βασικό τραύμα ή τραύματα και μπορεί ο άνθρωπος να κατανοήσει το ρόλο που διαδραμάτισε τόσο αυτό όσο και οι άλλοι σε αυτό το τραύμα. Μ’αυτό τον τρόπο θα σταματήσω να προσπαθώ να κάνω κάποιον άλλον ν’αλλάξει, θα σταματήσω να προσπαθώ με τη συμπεριφορά μου να ελέγξω, θα μάθω να διαχωρίζω τον εαυτό μου από τα πράγματα, θα γίνω εγώ γονιός του εαυτού μου και κυρίως θα σταματήσω να ταλαιπωρούμαι.

Δηλαδή, εάν γίνουν όλα αυτά, η σχέση θα καλυτερεύσει;

Όταν κάποιος παύει να καθρεφτίζει το ναρκισσιστή η σχέση τελειώνει γιατί είναι πολύ δύσκολο για εκείνον να σχετιστεί μ’ένα αυτόνομο άτομο. Το βασικό εμπόδιο της ανάπτυξης είναι ο φόβος για τον πόνο, η απροθυμία να μπούμε σε μια διαδικασία επίπονη, όπως η ψυχοθεραπεία. Επίπονη και συναρπαστική.

Έχεις τρια χρόνια να με πάρεις τηλέφωνο. Εάν δε με θες, πες το μου.

IMG_20200209_161900
Θυμάμαι στις πρώτες τάξεις του γυμνασίου που γράφαμε εκθέσεις με θέμα την υπομονή και την επιμονή και οι οποίες συνήθως ξεκινούσαν με κάποιο απόφθεγμα του  τύπου
«δεν είμαι τόσο έξυπνος, είναι που μένω με τα προβλήματα περισσότερο», ίσως συνέχιζαν με το  «η επιμονή και η υπομονή έχει να κάνει με τη σταθερή προσήλωση σε μια πορεία δράσης, σε μια ιδέα ή σ’ ένα σκοπό, παρά τα εμπόδια, ή τις δυσκολίες» – πάντα υπήρχε η σύνδεση με τη δέσμευση, την αναμονή και την αντοχή- και φυσικά κατέληγαν κάπως έτσι:  «επομένως η υπομονή και η επιμονή δεν έχουν χαρακτηριστεί τυχαία ως βασικές αρετές όλων των επιτυχημένων και ευτυχισμένων ανθρώπων».

Πόσο εύκολα όμως η μετριοφροσύνη μπορεί να γίνει ανασφάλεια, το χιούμορ αγένεια, η ενδοσκόπηση κατάθλιψη, η αυτοσυγκράτηση καταπίεση, η οργανωτικότητα εμμονή, η επιμονή κάτι άκαμπτο, η υπομονή αφέλεια;

Το αδιαμφισβήτητο γεγονός πως χωρίς την επιμονή και την υπομονή  που χρειάζεται να επιδεικνύουμε στη ζωή μας για να καταφέρουμε πράματα και να μην τα παρατάμε με την πρώτη δυσκολία,  μπορεί να γίνει μπερδευτικό, ταλαιπωρητικό, ματαιωτικό και πολλές φορές κακοποιητικό όταν αυτή τη στάση ζωής  τη μεταφέρουμε και στις προσωπικές μας σχέσεις.

Έχω ακούσει αμέτρητες ιστορίες από ανθρώπους που για μεγάλο χρονικό διάστημα περιμένουν κάτι από κάποιον ελπίζοντας πως κάτι θα γίνει και ο άλλος θ’ αλλάξει γνώμη και θα τους το δώσει.  Περιμένουν ένα τηλεφώνημα, ένα μήνυμα, ή την παραμικρή κίνηση του άλλου την ερμηνεύουν ως ενδιαφέρον, το οποίο όμως ο άλλος διστάζει να το εκφράσει ή γιατί είναι κλειστός άνθρωπος, ή ντρέπεται, ή απλά φοβάται τη δέσμευση.
Μας είναι πιο εύκολο να βάζουμε τον εαυτό μας στην αναμονή παρά να παραδεχτούμε πως ο άλλος δεν ενδιαφέρεται και να πάρουμε αυτό που έχουμε ανάγκη από κάπου αλλού.

Μα καλά, θα πείτε, μ’ αυτά που γράφεις, είναι σα να υπονοείς πως βγάζουμε κάτι από το μυαλό μας. Δεν έχουμε παραισθήσεις, ούτε κάνουμε σενάρια.  Έχουμε δει ένα ενδιαφέρον από τον άλλον.  Ναι, είναι αλήθεια. Κάποια στιγμή η πηγή έτρεξε νερό και ξεδιψάσαμε. Κάποια στιγμή η πηγή στέρεψε και αντί να πάμε στη διπλανή,  περιμέναμε υπομονετικά διψασμένοι. Δεν περιμέναμε μόνο υπομονετικά, αλλά όσο πέρναγε ο καιρός τόσο μας έπιανε το πείσμα και λέγαμε: «Μα πριν λίγο καιρό έτρεχε άφθονο και γάργαρο νερό. Δεν μπορεί, θα ξανατρέξει. Μήπως φταίω εγώ; Μήπως εάν φύγω λίγο και επιστρέψω, αλλάξει κάτι;»

Ποιος περιμένει μ’ αυτό τον τρόπο;  Ένα παιδί.  Τα παιδιά έχουν ταλέντο να υπομένουν και αυτό γιατί έχουν άγνοια εναλλακτικών λύσεων και εξαρτώνται από κάποιον μεγαλύτερο. Όμως, ως ενήλικας, το ίδιο παιδί είναι απαραίτητο και εφικτό να έρθει σ’ επαφή με τις πηγές στήριξης που έχει.

Πολλές φορές τα συναισθήματά μας δεν γεννιούνται από την τρέχουσα κατάσταση και δεν αφορούν στην πραγματικότητα κάποιο πρόσωπο, αλλά πυροδοτούν κάτι που μας συνέβη πριν πολύ καιρό.  Στο τότε, το είχαμε βιώσει τραυματικά και ίσως να μας είχε καθηλώσει γιατί το πιθανότερο ήταν να εξαρτιόμασταν από κάποιον μεγαλύτερο.  Στο σήμερα, εάν κάποια παρόμοια συμπεριφορά επαναληφθεί, υπάρχει περίπτωση να με γυρίσει πάλι πίσω στο παλιό τραύμα, παρόλο που γνωστικά ξέρω πως το γεγονός  που συμβαίνει είναι δυσανάλογο με αυτό που νιώθω εκείνη τη στιγμή.

Εάν στο σήμερα νιώθω υπερβολικό πόνο ή καθήλωση για κάποια συμπεριφορά που έρχεται από τον απέναντι μου, θα με βοηθήσει να μείνω λίγο σε μένα και να σκεφτώ, τι μου θυμίζει αυτή η συμπεριφορά που με καθηλώνει και από πού την ξέρω;

Είναι αλήθεια  πως το γνώριμο, έστω και εάν είναι άσχημο ή ταλαιπωρητικό, μου φαίνεται πιο εύκολο γιατί ξέρω πως να είμαι μέσα σ’ αυτό. Ξέρω τον τρόπο που θα συμπεριφερθώ,  τι να περιμένω,  τι δεν θα πάρω.  Ο καινούργιος τρόπος έχει φόβο επειδή είναι άγνωστος.

Είναι  όμως πολύ σημαντικό να μάθω να φέρνω  στο συνειδητό τις πηγές στήριξής μου.  Ένας σχετικά «εύκολος» τρόπος είναι  να κάνω ένα υποθετικό σενάριο.  Εάν τώρα, βλέπατε ένα παιδάκι, το δικό σας παιδάκι ή ενός φίλου σας, να κάθεται κάπου μόνο του να κλαίει  και να περιμένει τί θα του λέγατε;  Κάτσε και περίμενε;  Κλάψε δεν πειράζει;  Δεν θα το ρωτάγατε με ήρεμο και γλυκό τρόπο τι έχει, γιατί κλαίει, εάν χρειάζεται κάτι; Δεν θα το κρατούσατε από το χεράκι να το πάτε κάπου να κάτσει να ξεκουραστεί;

Με αυτόν τον τρόπο μιλήστε και φερθείτε στον εαυτό σας –στο εσωτερικό σας παιδί- όπως θα μιλούσατε σ’ ένα παιδάκι κουρασμένο και ταλαιπωρημένο.  Δώστε στον εαυτό σας αυτό που δεν πήρατε όταν έπρεπε να το πάρετε. Μη σας συμπεριφέρεστε όπως σας συμπεριφέρθηκαν.

Μεγάλο μέρος  της ζωής αρκετών ανθρώπων περνάει περιμένοντας.  Πλέον πιστεύω στη λιγότερη αναμονή και σε περισσότερη δράση,  γιατί εκείνοι που περιμένουν γίνονται καλοί ακριβώς σ’ αυτό. Στο να περιμένουν.  Γι’ αυτούς που πιστεύουν πως η αναμονή δηλώνει πίστη, εγώ απαντώ πως η δράση δηλώνει πίστη. και δράση μπορεί να σημαίνει να σταματήσω να ταλαιπωρώ τον εαυτό μου. Πάρτε λοιπόν το εσωτερικό σας παιδί και πηγαίνετέ το κάπου αλλού.

Κάποιον μου θυμίζεις

IMG_20200209_193028
Ένα απ’τα πιο συχνά ερωτήματα -που το ακούμε και σε διάφορες παραλλαγές- είναι το “πώς γίνεται αυτοί/ες που επιλέγω να μου συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο;”
Θεωρητικά είμαστε ελεύθεροι να επιλέξουμε το είδος ανθρώπου που θα αγαπήσουμε αλλά στην πραγματικότητα η επιλογή μας είναι μάλλον πολύ λιγότερο ελεύθερη από ό,τι φανταζόμαστε. Οι περιορισμοί γύρω απ’τους οποίους μπορούμε να αγαπάμε και να νιώθουμε καλά προέρχονται από ένα μέρος που όλοι οι ψυχοθεραπευτές αρέσκονται να πηγαίνουν. Στην παιδική ηλικία. Η ψυχολογική ιστορία του καθενός μας προδιαθέτει να επιλέγουμε ορισμένους τύπους ανθρώπων.

Ψάχνουμε εκείνους που από πολλές απόψεις αναβιώνουν τα συναισθήματα αγάπης που γνωρίζαμε όταν ήμασταν μικροί. Το θέμα είναι ότι η αγάπη που πήραμε κατά την παιδική μας ηλικία δεν φτιάχτηκε μόνο από γενναιοδωρία, ευαισθησία και καλοσύνη. Δεδομένου το ότι οι γονείς είναι άνθρωποι και κάνουν λάθη -παρ’όλη την αδιαμφισβήτητα καλή πρόθεσή τους- κάποιες φορές η αγάπη συνοδεύεται και με οδυνηρές πτυχές: την αίσθηση πως δεν είμαι αρκετά καλός, μια αγάπη για έναν γονέα νάρκισσο ή καταθλιπτικό ή εύθραυστο ή η αίσθηση πως ποτέ κανείς δεν μπορεί να είναι πλήρως ευάλωτος γύρω από έναν φροντιστή.

Έτσι, στην ενήλικη ζωή μας θα βρούμε συντρόφους που κάτι στην συμπεριφορά τους θα μας είναι οικείο και θα το έχουμε ξαναζήσει.  Δεν δίνουμε σημασία και ευκαιρία σε ανθρώπους οι οποίοι δεν είναι διατεθειμένοι να ικανοποιήσουν τη λαχτάρα μας για πολυπλοκότητες που έχουμε συνδέσει με την αγάπη. Μπορεί να περιγράψουμε κάποιον ως “βαρετό” όταν στην πραγματικότητα εννοούμε: είναι απίθανο να με κάνει να υποφέρω με τον τρόπο που πρέπει να υποφέρω για να αισθανθώ ότι η αγάπη είναι πραγματική.

Πολλοί λένε πως η λύση είναι απλά να προσπερνάμε αυτούς που έχουν ιδιόμορφη συμπεριφορά και μας ελκύουν και να βρούμε κάποιον με πιο υγιή συμπεριφορά. Θεωρητικά είναι μια καλή λύση και συχνά πρακτικά αδύνατη. Αντί να επιδιώκουμε να αλλάξουμε προτιμήσεις θα ήταν καλύτερο να προσαρμόσουμε τον τρόπο με τον οποίο αντιδρούμε σε συμπεριφορές οικείες που στο τώρα, αν και ενήλικοι μας καθηλώνουν.

Κάτι που επαναλαμβάνω πολύ συχνά γιατί γνωρίζω τη χρησιμότητα της ψυχοεκπαίδευσης είναι πως πολλές φορές τα συναισθήματά μας δεν γεννιούνται από την τρέχουσα κατάσταση και δεν αφορούν στην πραγματικότητα το εν λόγω πρόσωπο, αλλά μια συμπεριφορά τους αναπαράγει-πυροδοτεί κάτι που μας συνέβη πριν πολύ καιρό.  Στο τότε, το είχαμε βιώσει πραγματικά τραυματικά γιατί ένα παιδί δεν μπορεί να εξηγήσει γνωστικά αυτά που του συμβαίνουν και δεν έχει και επιλογές. Στο σήμερα, εάν κάποια συμπεριφορά επαναληφθεί, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να γυρίσω πάλι πίσω στο παλιό, παρόλο που γνωστικά θα λέω “μα δεν είναι δυνατόν”.  Σ’αυτό ακριβώς το σημείο θα γίνει η παρέμβασή μου και πλέον θα αντιδράσω ως ενήλικας  και όχι ως το παιδί που ήμουν τότε. Για παράδειγμα εάν ως παιδί δεν έπαιρνα την προσοχή που ήθελα και δεν ήξερα τον τρόπο να τη ζητήσω, τότε θα έβρισκα έμμεσους τρόπους για να πάρω αυτό που είχα ανάγκη.

Στο σήμερα, εάν ο/η σύντροφός μου είναι απορροφημένος με τη δουλειά του και εγώ αντιδράσω όπως παλιά, τότε είτε θα το μεταφράσω “δεν νοιάζεται αρκετά, δεν είμαι αρκετά σημαντικός/ή” ή θα αντιδράσω χειριστικά για να πάρω αυτό που χρειάζομαι. Ένας ενήλικας, που γνωρίζει και έχει δουλέψει τα θέματά του, έστω και αν πυροδοτηθεί ένα παλιό συναίσθημα θα έχει τη δυνατότητα να σκεφτεί κάτι όπως: “έχει δουλειά, έχω και εγώ δουλειά και είναι εντάξει”.  Γιατί θα γνωρίζει πως στο σήμερα έχει πάντα επιλογές.

Δεν προτρέπω, ούτε υπονοώ να μένουμε σε καταστάσεις δύσκολες και ταλαιπωρητικές για να δούμε και να επιλύσουμε τα παλιά μας τραύματα.  Όμως, ως ενήλικες μπορούμε να αποκτήσουμε τις ικανότητες που θα μας επιτρέψουν να πειραματιστούμε με τις προκλήσεις του “εδώ και τώρα” που ως παιδιά στο “εκεί και τότε” δεν μπορούσαμε.

Ο Υποκόμης και ο Καθηγητής

IMG_20200204_121928
Why do you suppose we only feel compelled to chase the ones who run away?
αναρρωτήθηκε μελαγχολικά μέχρι και ο Κόμης Βαλμόν στις επικίνδυνες σχέσεις.

Αιώνες μετά, το βασανιστικό  ερώτημα παραμένει για πολλούς αναπάντητο. Το ακούμε πολύ συχνά και σε διάφορες παραλλαγές: “Γιατί αυτή η συγκεκριμένη σχέση μ’έχει καθηλώσει και δεν μπορώ να προχωρήσω” ή  “γιατί αυτοί/ες που επιλέγω να έχουν τα ίδια μοτίβα συμπεριφοράς;”

Για τη Μαρκησία ντε Μαρτέιγ, η απάντηση ήταν μονολεκτική. Ανωριμότητα.
Για τον Καθηγητή και ψυχαναλυτικό ψυχοθεραπευτή Jeremy Holmes, τα πράγματα είναι λίγο πιο πολύπλοκα. Ο Jeremy Holmes εξετάζει τη θεωρία του Bowlby -τις διεργασίες της προσκόλλησης και της απώλειας- και ερευνά τους τρόπους με τους οποίους η “Θεωρία του Δεσμού” μπορεί να βοηθήσει στην κατανόηση της κοινωνίας και των προβλημάτων που την βασανίζουν.

H φύση και η μορφή της πρώτης σχέσης γίνεται μοντέλο για τις μετέπειτα σχέσεις, προκαλώντας προσδοκίες για το αν το άτομο είναι άξιο αγάπης και κατά πόσο μπορεί να βασιστεί στους άλλους. Σύμφωνα με τον Holmes, κατά τη διαδικασία της κοινωνικής μας εξέλιξης, κατασκευάζουμε εσωτερικά λειτουργικά μοντέλα (internal working models) ή νοητικές αναπαραστάσεις του εαυτού και των προτύπων αλληλεπίδρασης με τους άλλους. Τα μοντέλα αυτά οργανώνουν την εξέλιξη της προσωπικότητας, κατευθύνουν την κοινωνική μας συμπεριφορά και αποτελούν τη βάση για τη διαμόρφωση προσδοκιών, αντιλήψεων και συμπεριφορών, καθώς και το πως βιώνουμε τα συναισθήματα σε υπάρχουσες αλλά και σε νέες σχέσεις.

“Δηλαδή, τώρα που ξέρω, θα σταματήσω να κάνω σχέσεις που με ταλαιπωρούν;”.

Όταν κάποιος φτάσει στην κατανόηση των βιωμάτων του και αξιολογήσει το παρελθόν του, είναι σημαντικό να μη σταθεί μόνο στη λύπη. Εάν στο σήμερα νιώθω υπερβολικό πόνο ή καθήλωση για κάποια συμπεριφορά που έρχεται από τον απέναντι μου, θα με βοηθήσει να μείνω λίγο σε μένα και να σκεφτώ, τι μου θυμίζει αυτή η συμπεριφορά που με καθηλώνει και από που την ξέρω. υπήρχε κάποιος στο στενό μου περιβάλλον που συμπεριφερόταν παρόμοια;

Πολλές φορές τα συναισθήματά μας δεν γεννιούνται από την τρέχουσα κατάσταση και δεν αφορούν στην πραγματικότητα το εν λόγω πρόσωπο, αλλά αναπαράγουν-πυροδοτούν κάτι που μας συνέβη πριν πολύ καιρό.  Στο τότε, το είχαμε βιώσει πραγματικά τραυματικά ίσως γιατί ένα παιδί δεν μπορεί να εξηγήσει γνωστικά αυτά που του συμβαίνουν. Στο σήμερα, εάν κάποια παρόμοια συμπεριφορά επαναληφθεί, υπάρχει πιθανότητα να με γυρίσει πάλι πίσω στο παλιό, παρόλο που γνωστικά θα λέω “μα πως είναι δυνατόν”.

Το παρελθόν δεν αλλάζει. Αλλάζει όμως ο τρόπος με τον οποίο το αντιμετωπίζω και σίγουρα, η μεγαλύτερη παγίδα, θα είναι να προσπαθήσω ν’ αλλάξω τον άλλον. Δεν έχουμε καμιά δουλειά να κάνουμε τέτοια πράγματα. Το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να επικεντρωθούμε σε εμάς και στις αλλαγές που θα κάνουν τη ζωή μας καλύτερη.

Ο τρόπος που μιλάω στον εαυτό μου

cof

Κάθε τι που βιώνουμε είναι το αποτέλεσμα του τρόπου που είχαμε αντιδράσει σε ένα ή περισσότερα γεγονότα στη ζωή μας. Για να φτάσουμε όμως στη δράση, έχουν προηγηθεί διάφορα άλλα στάδια με πρώτο αυτό της αρχικής μας σκέψης. Ο τρόπος που σκεφτόμαστε, ο τρόπος που ερμηνεύουμε ένα γεγονός, ακόμα και οι εικόνες που φτιάχνουμε για εμάς και τους άλλους στο μυαλό μας καθορίζει τη συμπεριφορά μας, τη δράση μας.

Συμβαίνει κάποιο γεγονός σημαντικό ή ασήμαντο. Στο ερέθισμα που έρχεται απ’το περιβάλλον δεν έχουμε κάποιο έλεγχο ούτε μπορούμε να το αλλάξουμε. Το να προσπαθούμε να ελέγχουμε ή να αλλάξουμε το ερέθισμα -το οποίο μπορεί να είναι οτιδήποτε- είναι κουραστικό και μάταιο.

Αυτό που μπορούμε να αλλάξουμε, να έχουμε έλεγχο είναι μόνο στον εαυτό μας και συγκεκριμένα στην αρχική μας σκέψη. Γιατί είναι τόσο σημαντική η αρχική μας σκέψη; γιατί αυτή θα καθορίσει το συναίσθημα που θα προκύψει, το σωματικό σύμπτωμα και τη δράση μας, τη συμπεριφορά μας. Εάν η αρχική μας σκέψη δεν είναι υποστηρικτική προς εμάς, ή διαστρεβλωμένη τότε το συναίσθημα που θα έχουμε να διαχειριστούμε θα είναι δύσκολο, το πιθανότερο είναι να μην αισθανόμαστε καλά στο σώμα και η δράση-συμπεριφορά δεν θα είναι σε καμία περίπτωση βοηθητική.

Ετσι λοιπόν όταν καταλαβαίνετε πως η αρχική σας σκέψη δεν είναι βοηθητική -θα το αναγνωρίζετε απ’όλα τα υπόλοιπα και κυρίως απ’την αίσθηση στο σώμα και τη δράση- είναι να στέκεστε λίγο σε εσάς και να λέτε “υπάρχει κάποιος άλλος τρόπος να σκεφτώ και να ερμηνεύσω το αρχικό ερέθισμα;” Εάν αυτό σας δυσκολεύει τότε σκεφτείτε ή ρωτήστε κάποιον που σκέφτεται και αντιδρά διαφορετικά από εσάς.  Να θυμάστε πως μόνο τρία πράγματα μπορούμε να ελέγξουμε: τις σκέψεις μας, τις εικόνες που φτιάχνουμε στο μυαλό μας και τη συμπεριφορά μας.

Από πολλούς η παραφροσύνη ορίζεται ως η συνεχής επανάληψη μιας συμπεριφοράς με την προσδοκία ενός διαφορετικού αποτελέσματος. Δοκιμάστε να αλλάξετε τις σκέψεις σας, τις συνήθειές σας, τον τρόπο που νοηματοδοτείτε αυτά που σας συμβαίνουν, αυτά που διαβάζετε, τους ανθρώπους που συναναστρέφεστε και κυρίως τον τρόπο που μιλάτε για τον εαυτό σας και τους άλλους.

Έχω παρατηρήσει πως ένα μεγάλο ποσοστό ανθρώπων στεναχωριέται και μένει στο γεγονός πως κάποια πράγματα τα έμαθε σε μεγάλη ηλικία και ότι θα πρέπει να καταβάλει προσπάθεια για να καταφέρει να σκέφτεται υποστηρικτικά προς τον εαυτό του.  Το καταλαβαίνω πάρα πολύ, όμως να χαίρεστε που έχετε τη δυνατότητα να μαθαίνετε καινούργιους τρόπους -και ας μην τους χρησιμοποιήσετε ποτέ- γιατί αυτό σας δίνει επιλογές.