Όταν η ευθύνη γίνεται βάρος

cof

Πολλοί άνθρωποι που έχουν ευθύνες, ηγετικούς ρόλους ή απλώς είναι συνηθισμένοι να στηρίζουν τους άλλους, φτάνουν κάποια στιγμή να νιώσουν μια ιδιαίτερη μορφή ψυχικής κόπωσης. Δεν πρόκειται απαραίτητα για πρόβλημα υγείας ή για κάποια δραματική κρίση. Συχνά είναι κάτι πιο ύπουλο: η συσσώρευση ευθυνών, προσδοκιών και προβλημάτων που δεν είναι όλα δικά τους.

Πολύ συχνά μπορεί να ακούσουμε φράσεις όπως “είμαι καλά στην υγεία μου όμως νιώθω συσσωρευμένη κούραση” ή “δεν έχω πλέον τόση αντοχή να παίρνω πάνω μου και τα προβλήματα των άλλων” περιγράφουν μια εμπειρία που είναι πολύ πιο συχνή από όσο νομίζουμε. Πρόκειται για μια κατάσταση όπου ο άνθρωπος εξακολουθεί να λειτουργεί, να εργάζεται και να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις του, αλλά μέσα του νιώθει ότι οι ψυχικές του αντοχές έχουν αρχίσει να μειώνονται.

Σε τέτοιες περιπτώσεις συνήθως συμβαίνουν τρία πράγματα. Πρώτον, ο άνθρωπος έχει αναλάβει για μεγάλο χρονικό διάστημα ρόλο «διαχειριστή προβλημάτων» για τους άλλους. Δεύτερον, υπάρχει συνεχής έκθεση σε απαιτήσεις, αποφάσεις και πιέσεις. Και τρίτον, υπάρχει ελάχιστος χρόνος για πραγματική αποφόρτιση. Η ψυχική κόπωση δεν εμφανίζεται απότομα. Δημιουργείται σταδιακά μέσα από καθημερινές επιβαρύνσεις. 

Τι μπορεί να βοηθήσει έναν άνθρωπο που αισθάνεται έτσι;

Πρώτα απ’ όλα, η αναγνώριση του ορίου. Δεν είναι αδυναμία να παραδεχτεί κάποιος ότι δεν μπορεί να σηκώνει τα πάντα. Αντίθετα, είναι ένδειξη ψυχικής ωριμότητας. Η αποδοχή ότι δεν είναι δική μας ευθύνη να λύσουμε κάθε πρόβλημα γύρω μας είναι ένα σημαντικό βήμα.

Τα όρια. Οι άνθρωποι που συχνά βοηθούν ή καθοδηγούν άλλους χρειάζεται να μάθουν να ξεχωρίζουν ποια προβλήματα είναι πραγματικά δική τους ευθύνη και ποια όχι. Τις περισσότερες φορές το ξέρουν, αλλά δυσκολεύονται να πουν “όχι”.  Η υπερβολική ανάληψη ευθύνης οδηγεί σχεδόν πάντα σε εξάντληση. Υπάρχουν βέβαια και περιπτώσεις που δεν εμπιστεύονται πως και άλλοι μπορούν να αναλάβουν ευθύνες και να επιλύουν θέματα και τους είναι πιο εύκολο και σίγουρο να διατηρούν τον έλεγχο με την κούραση που αυτό συνεπάγεται.

Η ψυχική ενέργεια μπορεί να επιστρέψει όταν ο άνθρωπος επιτρέπει στον εαυτό του στιγμές χωρίς υποχρεώσεις, χωρίς την ανάγκη να λύνει ή να διαχειρίζεται κάτι. Μικρά διαλείμματα από την ευθύνη, χρόνος για προσωπικές δραστηριότητες ή απλώς για ηρεμία, μπορούν να λειτουργήσουν προστατευτικά.

Τέλος, βοηθά πολύ η αλλαγή οπτικής. Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί –και δεν χρειάζεται– να κουβαλά τα προβλήματα όλων.  Ψυχική ανθεκτικότητα δεν σημαίνει ότι αντέχουμε τα πάντα. Σημαίνει ότι γνωρίζουμε πότε να συνεχίσουμε, πότε να ξεκουραστούμε και πότε να αφήσουμε κάτι που δεν είναι πραγματικά δικό μας βάρος όσο και αν μας δυσκολεύει. 

Γιατί οι παλιές συνήθειες δεν αλλάζουν εύκολα

Λέμε συχνά ότι “οι παλιές συνήθειες δύσκολα πεθαίνουν” και είναι όντως έτσι. Όλοι έχουμε συμπεριφορές που θέλουμε να αλλάξουμε ή τον τρόπο που σκεφτόμαστε και ερμηνεύουμε,  αντιδράσεις, μοτίβα στις σχέσεις, μικρές καθημερινές συνήθειες. Όσο όμως και αν  προσπαθούμε, συχνά επιστρέφουμε στα ίδια.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχουμε δύναμη ή θέληση αλλά ότι οι παλιές συνήθειες είναι πιο βαθιά ριζομένες από όσο νομίζουμε.

Οι συνήθειες χτίζονται με τον χρόνο. Όσο περισσότερο επαναλαμβάνουμε κάτι, τόσο πιο φυσικό μας φαίνεται. Γίνεται γνώριμο, είναι ο τρόπος μας. Έτσι, ακόμη κι αν μια συνήθεια δεν μας βοηθάει, το οικείο είναι που μας κρατάει πίσω. Το γνώριμο μας κάνει να νιώθουμε άνετα, ακόμη κι όταν δεν μας κάνει καλό.

Κάτι άλλο που δυσκολεύει την αλλαγή είναι ότι πολλές συνήθειες δεν είναι απλώς πράξεις  είναι τρόποι που μάθαμε να προστατεύουμε τον εαυτό μας. Μπορεί να αντιδρούμε κρατώντας απόσταση, να αποφεύγουμε συγκρούσεις, να υπεραναλύουμε, να κλεινόμαστε στον εαυτό μας. Αυτά δεν είναι κακές συνήθειες αλλά παλιές άμυνες.  Οι άμυνες δεν αλλάζουν εύκολα, γιατί κάποτε μας χρειάστηκαν.

Ακόμη και οι συνήθειες που μας δυσκολεύουν προσφέρουν κάτι. Μια μικρή ανακούφιση, μια αίσθηση ελέγχου, μια προβλεψιμότητα. Γι’ αυτό και όταν πιεζόμαστε ή αγχωνόμαστε, επιστρέφουμε σε αυτές.

Παρόλα αυτά, η αλλαγή δεν είναι κάτι ανέφικτο. Δεν γίνεται απότομα, ούτε με αυστηρότητα. Γίνεται με μικρά, σταθερά βήματα. Με το να παρατηρούμε τον εαυτό μας χωρίς να τον κρίνουμε. Με το να δοκιμάζουμε κάτι διαφορετικό, ξανά και ξανά, μέχρι να αρχίσει να μας φαίνεται πιο φυσικό από το παλιό.

Οι παλιές συνήθειες μπορεί να μην “πεθαίνουν” εύκολα -όπως λέει και η παροιμία- αλλά αλλάζουν.  Όταν δώσουμε χρόνο και χώρο στον εαυτό μας και όταν καταλάβουμε ότι η αλλαγή δεν είναι αγώνας σπριντ.

Δικαίωμα στην παύση

Πόσες φορές μας έχει συμβεί ενώ καθόμαστε στον καναπέ μετά από μια εξαντλητική μέρα και αντί να χαλαρώνουμε, να σκεφτόμαστε όλα αυτά που θα έπρεπε να κάνουμε;
Να αισθανόμαστε ενοχικά γιατί η εσωτερική μας φωνή μας λέει ότι η αξία μας ως άνθρωποι μετριέται από τις πόσες δουλειές ολοκληρώσαμε;

 Έχουμε πείσει τους εαυτούς μας ότι κάθε δευτερόλεπτο πρέπει να αξιοποιείται. Αν δεν δουλεύουμε, πρέπει να γυμναζόμαστε, αν δεν γυμναζόμαστε πρέπει να μαθαίνουμε κάτι καινούργιο. Αν δεν κάνουμε τίποτα από αυτά, νιώθουμε ότι μένουμε πίσω. Όμως, η αλήθεια είναι ότι η ξεκούραση δεν είναι το βραβείο για τη δουλειά μας, είναι η προϋπόθεσή της.

Όταν μετατρέπουμε τον ελεύθερο χρόνο μας σε μια ακόμα λίστα με υποχρεώσεις χάνουμε την ικανότητα να είμαστε παρόντες. Αυτό το διαρκές άγχος δεν μας κάνει πιο αποτελεσματικούς, μας κάνει απλώς πιο εξαντλημένους. Μας κλέβει τη χαρά της στιγμής, γιατί το μυαλό μας βρίσκεται πάντα στο επόμενο βήμα.

Ίσως η λύση να βρίσκεται στην αποδοχή ότι η παύση είναι ένας τρόπος να γεμίσουμε τις μπαταρίες μας. Το να μην κάνουμε τίποτα για λίγη ώρα δεν είναι χάσιμο χρόνου, είναι φροντίδα.  Όπως ένας αθλητής χρειάζεται χρόνο αποθεραπείας για να αποδώσει ξανά, έτσι και το μυαλό μας χρειάζεται διαλείμματα για να παραμείνει δημιουργικό. Η ποιότητα της καθημερινότητάς μας δεν κρίνεται από το πόσα check βάλαμε σε μια λίστα, αλλά από το πόσο ήσυχοι μπορούμε να μείνουμε με τον εαυτό μας όταν οι ρυθμοί πέφτουν.

Γιατί δεν πρέπει να αμφισβητούμε τις αποφάσεις μας

Στο βίντεο του The School of Life ακούμε πως συχνά έχουμε την τάση να αμφισβητούμε την κρίση μας-το ένστικτό μας όταν περνάει ο καιρός. Αυτό που κάποτε φαινόταν ως ξακάθαρη απόφαση, μετά από κάποιο διάστημα μπορεί να την αμφισβητήσουμε προκαλώντας μας αμφιβολία. Αυτή ακριβώς η ικανότητα προσαρμογής που μας επιτρέπει να ξεπερνάμε μια απώλεια ή μια αποτυχία, είναι η ίδια που μας ωθεί να αναθεωρούμε σωστές αποφάσεις.

Όταν παίρνουμε μια δύσκολη απόφαση -για παράδειγμα από το να παραιτηθούμε από μια δουλειά ή να διακόψουμε μια σχέση- έχουμε μια καθαρή εικόνα των αρνητικών δεδομένων που μας οδήγησαν εκεί. Όσο όμως απομακρυνόμαστε χρονικά, ξεχνάμε τη δυσφορία που αισθανόμασταν και μας οδηγησαν σε αυτή την απόφαση. Τότε, είτε επειδή αισθανόμαστε μοναξιά, ή κούραση, το μυαλό μας αρχίζει να ωραιοποιεί το παρελθόν. Ξαφνικά, οι λόγοι που μας οδήγησαν στη φυγή δεν μοιάζουν τόσο σημαντικοί μπροστά στην τωρινή μας ανασφάλεια.

Το βίντεο υπογραμμίζει ότι η κρίση μας θολώνει όσο απομακρυνόμαστε από το «πεδίο της μάχης». Όταν αρχίζουμε να αναρωτιόμαστε αν ήμασταν υπερβολικά βιαστικοί ή άδικοι, η λογική πρέπει να μπει μπροστά και να εξετάσει αν αυτή η αλλαγή είναι σωστή ή απλώς «βολική» γιατί ανακουφίζει την τωρινή μας δυσφορία.

Το συμπέρασμα είναι πως πρέπει να δείχνουμε εμπιστοσύνη στη διορατικότητά μας όταν πήραμε την απόφαση. Αντί να αφηνόμαστε στις αμφιβολίες που φέρνει η απόσταση, καλό θα ήταν να εμπιστευτούμε αυτό που γνωρίζαμε τότε, και όχι αυτό που νιώθουμε τώρα.

Αυτοπεποίθηση δεν σημαίνει ότι δεν κάνουμε ποτέ λάθη, αλλά ότι αναγνωρίζουμε πως όταν βρισκόμασταν μέσα στα γεγονότα- στο “εκεί και τότε” ήμασταν πιο κοντά στην αλήθεια από τον εαυτό μας που τώρα παρατηρεί εκ του ασφαλούς.

Όταν η αυτάρκεια γίνεται εμπόδιο

Δεν υπάρχει κάποιο βραβείο για το να μην ζητάμε ποτέ βοήθεια, και όμως πολλοί από εμάς ζούμε σαν να υπάρχει. Από νωρίς μαθαίνουμε να εκτιμούμε την αυτάρκεια, την αντοχή και την ικανότητα να τα βγάζουμε πέρα μόνοι μας. Το να μη ζητάμε βοήθεια συχνά δεν είναι ένδειξη δύναμης, αλλά αποτέλεσμα φόβου: μήπως φανούμε αδύναμοι, μήπως επιβαρύνουμε τους άλλους ή μήπως φοβόμαστε πως θα ακούσουμε όχι.

Η πραγματικότητα είναι ότι κανείς δεν μπορεί να ανταπεξέλθει σε όλα μόνος του. Η ανάγκη για υποστήριξη δεν είναι προσωπική αποτυχία, αλλά βασικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης. Όταν αποφεύγουμε να ζητήσουμε βοήθεια, στερούμε από τον εαυτό μας όχι μόνο ανακούφιση, αλλά και τη δυνατότητα σύνδεσης. Αντίθετα, το να αναγνωρίζουμε τα όριά μας και να τα εκφράζουμε μπορεί να λειτουργήσει ως πράξη ωριμότητας και αυτοσεβασμού.

Ίσως τελικά το ζητούμενο δεν είναι να αποδείξουμε πόσο αντέχουμε, αλλά να επιτρέψουμε στους άλλους να σταθούν δίπλα μας. Όχι γιατί δεν μπορούμε μόνοι μας, αλλά γιατί δεν χρειάζεται να τα κάνουμε όλα μόνοι μας.

Γιατί δυσκολευόμαστε να ζούμε στο παρόν; 

https://share.theschooloflife.com/article/964cec0a45c0d5a3e391014265b39d9d99d12a62ba15c6a232322dc53c25dd86

Στο βίντεο ακούμε ότι δυσκολευομαστε να ζούμε στο παρόν επειδή ο νους μας έχει μάθει να λειτουργεί είτε στο παρελθόν,  είτε στο μέλλον. Έχουμε την τάση να επιστρέφουμε στο παρελθόν για να το κατανοήσουμε και να κινούμαστε προς το μέλλον προσπαθώντας να προβλέψουμε τι θα συμβεί.

Το παρόν,  αντίθετα, συχνά μας φέρνει αντιμέτωπος με αβεβαιότητα ή συναισθήματα που δεν είναι πάντα εύκολα διαχειρίσιμα,  γι αυτό κ το αποφεύγουμε.

Η δυσκολία παρουσίας στο εδώ και τώρα δεν είναι ένδειξη αποτυχίας, αλλά μια ανθρώπινη δυσκολία που απαιτεί κατανόηση και εξάσκηση, όχι αυστηρότητα.

Συγχωρώντας τον εαυτό μας

Η δυσκολία να συγχωρήσουμε τον εαυτό μας για τα λάθη μας συνήθως βασίζεται σε ασταμάτητες συνήθως σκέψεις του πόσο τελικά θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί δύσκολες καταστάσεις. Επιστρέφουμε εμμονικά ξανά και ξανά στα λάθη και τις παραλείψεις, συγκρίνοντας αυτό που συνέβη με αυτό που θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί, αν δεν είχαμε υπάρξει τόσο αμελείς με εμάς και φοβιτσιάρηδες. Κατηγορούμε τον εαυτό μας, μας κρίνουμε ασταμάτητα βιώνοντας ένα πολύ δύσκολο παρόν ενώ ίσως είχαμε εναλλακτική που πλέον έχει χαθεί. 

Δεν θα έπρεπε ποτέ να είχαμε στείλει εκείνο το μήνυμα, δεν θα έπρεπε ποτέ να είχαμε εμπλακεί με εκείνο το άτομο, θα έπρεπε να είχαμε ακούσει πιο προσεκτικά τη συμβουλή ενός δικού μας ανθρώπου, θα έπρεπε να ήμασταν συνεπείς με τις ιατρικές μας εξετάσεις.

Γιατί δεν είχαμε μεγαλύτερη διορατικότητα; Γιατί δεν δείξαμε περισσότερη αυτοσυγκράτηση; Γιατί αμελήσαμε τον εαυτό μας, την υγεία μας ενώ είμαστε τόσο φροντιστικοί με τους άλλους;   Όσο δεν βρίσκουμε απαντήσεις σ’αυτά τα ερωτήματα τόσο αυτά συνεχίζουν να είναι συνέχεια στο μυαλό μας με τρόπο βασανιστικό και τιμωρητικό. Ο θυμός και η θλίψη προς τον εαυτό μας δεν θα σταματήσουν όσο συγκρίνουμε τις δικές μας παραλείψεις και επιλογές με τις άψογες -ή τουλάχιστον αυτό υποστηρικτικές επιλογές των άλλων-.  

Αν θέλουμε να αποφύγουμε το δριμύ κατηγορώ προς τον εαυτό μας, ίσως βοηθήσει να βρούμε μια άλλη προσέγγιση. Δεν μπορούμε να εξηγούμε συνέχεια τα λάθη μας βάζοντας στο μικροσκόπιο τις αδυναμίες του χαρακτήρα μας. Τα κάναμε θάλασσα επειδή είμαστε άνθρωποι, που αυτό σημαίνει ότι κάποιες φορές πορευόμαστε στη ζωή χωρίς τη γνώση και την εμπειρία που χρειάζονται για να μας εξασφαλίσουν μια ήρεμη, καλή ζωή.

Κάνουμε κακό στον εαυτό μας όταν συγκρινόμαστε μόνο με όσους έχουν πετύχει περισσότερο. Έτσι χάνουμε την εικόνα ότι πολλοί άλλοι έχουν υποφέρει εξίσου ή και περισσότερο. Η ζωή σπάνια είναι εύκολη δεν χρειάζεται να προσθέτουμε άλλο πόνο συγκρίνοντας συνεχώς. Δεν βοηθάει να ταυτιζόμαστε με ανθρώπους που μοιάζουν εξωτερικά (ηλικία, μόρφωση) αλλά είχαν τελείως διαφορετική αφετηρία:  άλλες εμπειρίες, άλλες δυσκολίες. Να δείχνουμε στον εαυτό μας συμπόνια, αναγνωρίζοντας τις δικές μας δυσκολίες που αντιμετωπίσαμε. 

Ένας βαθμός μεταμέλειας μπορεί μερικές φορές να είναι χρήσιμος. Μπορεί να μας βοηθήσει να αποτιμήσουμε τα λάθη μας και να αποφύγουμε τα χειρότερα σφάλματα την επόμενη φορά, εάν έχουμε μια δεύτερη ευκαιρία. Όμως η ανεξέλεγκτη αυτοκριτική δεν εξυπηρετεί κανέναν σκοπό και πολλές φορές είναι μια πολυτέλεια που δεν μπορούμε να αντέξουμε. Μπορεί να είμαστε ανόητοι, αμελείς, αλλά αυτό δεν μας κάνει κακούς, απλώς επιβεβαιώνει ότι ανήκουμε στο ανθρώπινο είδος, γεγονός για το οποίο αξίζουμε απεριόριστη συμπόνια και κατανόηση.

Πόσο εφικτό είναι να ακολουθούμε τα όνειρά μας;

Όταν πρόκειται να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε στη ζωή μας, συχνά βρισκόμαστε
αντιμέτωποι με μια επώδυνη επιλογή: το μονοπάτι της κλίσης μας ή το ασφαλές,
προβλέψιμο μονοπάτι. Το ασφαλές μονοπάτι μας προσφέρει τη σταδιακή κατάκτηση
ενός σταθερού και αξιόπιστου επαγγέλματος, το οποίο μπορεί να μην μας ενθουσιάζει,
αλλά υπόσχεται οικονομική σταθερότητα και ασφάλεια.

Από την άλλη, το μονοπάτι της κλίσης μας είναι πολλές φορές μια ακροβασία σε
τεντωμένο σχοινί, όπου ονειρευόμαστε να βιοποριστούμε από κάτι που αγαπάμε βαθιά,
ενώ παράλληλα παλεύουμε με τον φόβο της αβεβαιότητας και της ανασφάλειας.

Η επιλογή αυτή μπορεί να φαίνεται επώδυνη, αλλά ίσως να μην είναι τόσο δραματική
όσο νομίζουμε, αν επανεξετάσουμε την έννοια της ασφάλειας. Μπορεί να αισθανόμαστε
«ασφαλείς» σε μια δουλειά που δεν μας εκφράζει, όμως είμαστε πραγματικά ασφαλείς
όταν περνάμε τη ζωή μας κάνοντας κάτι που δεν μας γεμίζει; Σε έναν κόσμο όπου ο
ανταγωνισμός είναι σκληρός, μια καριέρα που επιλέγουμε από φόβο θα είναι το όνειρο,
η επιθυμία κάποιου άλλου. Το δικό μας «σχέδιο Β» θα είναι το «σχέδιο Α» κάποιου
άλλου, πράγμα που τον βάζει σε πλεονεκτική θέση.  Όταν κάποιος κάνει μια δουλειά με
αληθινό ενδιαφέρον και κίνητρο, είναι πολύ πιο πιθανό να διαπρέψει, ενώ εμείς μπορεί
να βαλτώσουμε σε μια επαγγελματική ρουτίνα που θα μας φέρνει διαρκώς
αντιμέτωπους με το υπαρξιακό ερώτημα: «Έτσι θα πάει η ζωή μου;»

Αυτό που αγαπάμε είναι και αυτό που μας απορροφά πλήρως, κάτι που θα κάναμε
ακόμη και δωρεάν. Αυτή η αφοσίωση και το κίνητρο θα μας βοηθήσουν να το
κατακτήσουμε. Η αποτυχία δεν έχει το ίδιο βάρος όταν ασχολούμαστε με κάτι που αγαπάμε, γιατί η ίδια η διαδικασία μάθησης και εξέλιξης είναι από μόνη της ανταποδοτική και ικανοποιητική. Μια δεκαετία μέτριων αποτελεσμάτων σε κάτι που αγαπάμε είναι λιγότερο δυσβάσταχτη από μια ολόκληρη καριέρα με αδιάφορες αποδόσεις σε έναν τομέα που δεν μας αρέσει.

Βεβαίως η πραγματικότητα για τους περισσότερους ανθρώπους είναι πιο σκληρή. Δεν
έχουν όλοι την πολυτέλεια να ακολουθήσουν τα όνειρά τους χωρίς ρίσκο. Η οικονομική
πίεση και οι υποχρεώσεις αναγκάζουν κάποιον να επιλέξει το “ασφαλές” μονοπάτι,
ακόμα και αν δεν το αγαπά. Άραγε πόσο ασφαλές είναι να περάσουμε τη ζωή μας
αναγκάζοντάς μας να κάνει κάτι που γνωρίζουμε εξ αρχής ότι δεν θα ευχαριστηθούμε
απλώς και μόνο να επιβιώσουμε; 

Το να έχει κάποιος ένα αληθινό πάθος δεν είναι δεδομένο. Οι περισσότεροι άνθρωποι
περνούν τη ζωή τους χωρίς να ανακαλύψουν κάτι που να τους εμπνέει βαθιά. Όμως, αν
σταθούμε αρκετά τυχεροί ώστε να το βρούμε, το να το αγνοήσουμε σημαίνει πως
διακινδυνεύουμε πολύ περισσότερα απ’ όσα φανταζόμαστε. Οφείλουμε στον εαυτό μας
να αναλογιστούμε αν αξίζει να ρισκάρουμε για να κυνηγήσουμε τα όνειρά μας ή αν θα
παραμείνουμε για πάντα παγιδευμένοι σε μια ζωή που δεν μας ικανοποιεί.

Δημοσιεύθηκε στο επιχειρώ την 1/4/2025

Νέο έτος, νέα ματιά

Συνήθως  ξεκινάμε κάθε νέα χρονιά παίρνοντας αποφάσεις, θέτοντας στόχους και σχέδια για τους μήνες που έρχονται. Όποια μορφή και αν έχουν, προέρχονται από μια παρόμοια αίσθηση. Ότι δεν είμαστε ακριβώς εκεί που θέλουμε να βρισκόμαστε και μια έντονη επιθυμία ή ανάγκη να κάνουμε μια αλλαγή. 

Ίσως αυτό που μας λείπει είναι μια βαθύτερη κατανόηση του τι πραγματικά σημαίνει μια «καλή» ζωή. Αυτό που ονομάζουμε καλή και ουσιαστική ζωή δεν είναι μόνο το αποτέλεσμα περιστασιακών στιγμών ευτυχίας, αλλά και μια δέσμευση σε αξίες που δίνουν νόημα. 

Η αυτογνωσία, η ικανότητα να κατανοούμε τις πραγματικές μας ανάγκες, τις επιθυμίες και τα όριά μας. Χωρίς αυτή την εσωτερική κατανόηση, είναι εύκολο να παρασυρθούμε από εξωτερικές πιέσεις και επιφανειακούς στόχους. Η επίγνωση μας βοηθά να ζούμε μια ζωή που αντικατοπτρίζει τις πιο βαθιές μας αξίες και φιλοδοξίες.

Η σύνδεση, η επαφή με τους άλλους. Μια ουσιαστική ζωή χαρακτηρίζεται από σχέσεις που βασίζονται στην ειλικρίνεια, την εμπιστοσύνη και την αμοιβαία υποστήριξη. Όταν επενδύουμε σε αυθεντικές σχέσεις, βρίσκουμε τη δύναμη να αντιμετωπίζουμε τις προκλήσεις της ζωής και να μοιραζόμαστε τις χαρές της.

Η αποδοχή της αλλαγής και η ικανότητα να προσαρμοζόμαστε σε νέες καταστάσεις μας επιτρέπουν να εξελισσόμαστε διαρκώς, διατηρώντας την περιέργεια και τη διάθεση για μάθηση. Η αποδοχή του ότι δεν είμαστε τέλειοι. Το να αναγνωρίζουμε τις αδυναμίες και τις ατέλειές μας δεν είναι ένδειξη αποτυχίας, αλλά πράξη ενηλικίωσης και συμπόνιας για τον εαυτό μας. 

Η αποδοχή της ευαλωτότητάς μας. Συχνά, οι άλλοι μας προτρέπουν να δείχνουμε δυνατοί, ακλόνητοι και αυτάρκεις. Όμως, η ευαλωτότητα δεν είναι αδυναμία. Όταν αποδεχόμαστε την ανθρώπινη φύση μας, μαθαίνουμε να ζητάμε βοήθεια, να μοιραζόμαστε τις ανησυχίες μας και να ανοίγουμε την καρδιά μας. Αυτό μας φέρνει πιο κοντά στη συμπόνια, τόσο για εμάς όσο και για τους γύρω μας, και μας διδάσκει ότι δεν είμαστε μόνοι στις δυσκολίες μας.

Μια ουσιαστική ζωή δεν περιορίζεται μόνο στην προσωπική μας ανάπτυξη, αλλά περιλαμβάνει και την ικανότητα να υπερβούμε τον εαυτό μας. Η υπέρβαση αυτή σημαίνει να στρέψουμε την προσοχή μας από τις δικές μας ανησυχίες προς κάτι μεγαλύτερο.  Όταν καταφέρνουμε να δούμε πέρα από τα στενά όρια του εγώ μας, ανακαλύπτουμε μια βαθύτερη αίσθηση σκοπού και πληρότητας. Η υπέρβαση του εαυτού δεν είναι η άρνηση της ατομικότητάς μας, αλλά μια πράξη που μας συνδέει με το συλλογικό, με την ανθρωπότητα και με ό,τι μας ενώνει σε ένα ευρύτερο, πιο ουσιαστικό πλαίσιο.

Η ζωή φέρνει στιγμές απογοήτευσης και θλίψης που δύσκολα μπορούμε να αποφύγουμε. Όμως, υπάρχει ένας ιδιαίτερος τρόπος να αγκαλιάζουμε την απελπισία μας με αισιοδοξία, να την αποδεχόμαστε χωρίς να την αφήνουμε να μας κατακλύζει. Το να απελπιζόμαστε με αισιοδοξία σημαίνει να αναγνωρίζουμε τη σκοτεινή πλευρά της ζωής, αλλά ταυτόχρονα να θυμόμαστε πως υπάρχει πάντα περιθώριο για φως και αλλαγή. Είναι μια στάση που μας επιτρέπει να βλέπουμε τις δυσκολίες ως προσωρινές, να γελάμε με την ανθρώπινη ατέλεια και να συνεχίζουμε με ελπίδα για το μέλλον.
Καλή Χρονιά.

Πάλι απ’την αρχή

“Αν μπορούσες να ξαναζήσεις τη ζωή σου –να βιώσεις ολόκληρη τη ζωή σου από την αρχή, καρέ καρέ, χωρίς όμως επίγνωση του μέλλοντος, χωρίς κανένα απολύτως περιθώριο παρέμβασης ή αλλαγής σ’ αυτά που θα έμελλε να σου συμβούν, παρά μόνο με τη γνώση ότι την έχεις ξαναζήσει–, θα το έκανες;” αναρωτιέται ο Ρωμανός Γεροδήμος. 

Μια ερώτηση βαθιά και ενδοσκοπική που μας καλεί να σκεφτούμε τις εμπειρίες μας, τις επιλογές μας και την ουσία της ύπαρξής μας. Να σταθούμε και να κάνουμε μια ανασκόπηση όχι μόνο για τις χαρές που μάλλον θα έχουμε ζήσει, αλλά και τις προσπάθειες που έχουμε καταβάλει, τις ματαιώσεις και τις απογοητεύσεις που έχουμε αισθανθεί και όλα αυτά που έχουμε μάθει. Για  κάποιους, αυτή η προοπτική μπορεί να είναι ελκυστική μιας που έχουν πολύτιμες αναμνήσεις και χαρούμενες στιγμές που έχουν διαμορφώσει την ταυτότητά τους. 

Φανταστείτε πώς θα ήταν να ξαναζήσουμε την πρώτη φορά που ερωτευτήκαμε κεραυνοβόλα και μέναμε ξάγρυπνοι για βράδια. Τη χαρά, την αδρεναλίνη όταν καταφέραμε να εκπληρώσουμε ένα στόχο. Η ιδέα να βιώσουμε αυτές τις χαρές ξανά μας προκαλεί μια αίσθηση νοσταλγίας και επιθυμίας. 

Ωστόσο, η ιδέα να ξαναζήσουμε τη ζωή μας φέρνει πάλι στο φως τα λάθη -όχι μόνο τα δικά μας αλλά και των άλλων- που κουβαλάμε. Αποφάσεις που πάρθηκαν γιατί δεν είχαμε άλλη επιλογή, σχέσεις που δεν ευδοκίμησαν, ευκαιρίες που χάθηκαν, θυμός που δεν εκφράστηκε.  Η ζωή ξανά -όχι όμως χωρίς περιθώριο παρέμβασης και γνωρίζοντας έστω και κάτι λίγο για το μέλλον μας- θα ήταν νομίζω ένα όνειρο ζωής για αρκετό κόσμο που θα έδινε τα πάντα για να το καταφέρει. 

Όμως κανένα από τα δύο σενάρια δεν θα συμβούν και όπως πολύ ωραία καταλήγει ο Ρωμανός Γεροδήμος, “η ερώτηση είναι λάθος, είναι ερώτηση παγίδα, στάχτη στα μάτια”. Η ζωή δεν είναι μια σειρά από γεγονότα που πρέπει να αξιολογηθούν ή να κριθούν. Στον γεμάτο αβεβαιότητες και μεταβολές κόσμο, η ικανότητα να εστιάζουμε και να στεκόμαστε στο τώρα, μας προσφέρει μια αίσθηση σταθερότητας και γαλήνης.

Η συνειδητή παρουσία στο παρόν μας επιτρέπει να κάνουμε σχέσεις με τους άλλους, να φτιάξουμε νέες αναμνήσεις και να ζήσουμε τη ζωή με αυθεντικότητα και νόημα. Και το νόημα -όπως λέει και ο Ρωμανός- δεν μπορεί να δημιουργηθεί από μια ζωή αυτο-ικανοποίησης, αλλά από μια ζωή σε σχέση με τους άλλους.