Ένας χώρος για την απόγνωση

Σήμερα περηφανευόμαστε αρκετά για το πόσο ανοιχτόμυαλοι είμαστε, τουλάχιστον σε σύγκριση με τις προηγούμενες γενιές. Κι όμως, παραμένουμε πεισματικά ανεκτικοί απέναντι στην απόγνωση που είναι κλειδωμένη μέσα μας και που παλεύει να γίνει αντιληπτή, να ακουστεί και να εξερευνηθεί, καθώς συγκρούεται τόσο έντονα με τη στοχοπροσήλωση, τη ζωτικότητα και τη δραστηριότητα των καιρών μας.

Προσπαθούμε πάρα πολύ να πολεμήσουμε αυτή την απόγνωση. Προσπαθούμε ξανά και ξανά να είμαστε αισιόδοξοι, να βλέπουμε τα πράγματα θετικά και να προσμένουμε καλύτερες μέρες. Όμως κάποιες φορές, ειδικά όταν είμαστε κουρασμένοι, όταν ταλαιπωρούμαστε από κάποιο θέμα υγείας, ή ένα ήσυχο κυριακάτικο απόγευμα, μπορεί να νιώσουμε ανημπόρια όταν μας επιτρέψουμε και έρθουμε σε επαφή με αυτή την απόγνωση. 

Οι άμυνές μας υποχωρούν και ερχόμαστε αντιμέτωποι με την πιο βαθιά θλίψη για το πόσο τα έχουμε κάνει όλα λάθος, το πόσες ευκαιρίες έχουμε χάσει, το πόσο δειλοί είμαστε, πόσα έχουμε ανεχτεί και δεν έχουμε εκφράσει αυτά που είχαν σημασία για εμάς. 

Πού θα μπορούσε να πάει όλο αυτό το συναισθηματικό βάρος; Κάποιος αρκετά μεγαλύτερός μας ίσως να έβρισκε παρηγοριά σε κάποια θρησκεία, όμως μάλλον έχουμε αποχαιρετήσει τέτοιες πηγές στήριξης εδώ και καιρό.  Έχουμε δηλώσει πως δεν πιστεύουμε και πως μπορούμε να τα βγάλουμε πέρα μόνοι μας με τις βεβαιότητες της επιστήμης και την -κάποιες φορές- ακατανόητη τέχνη. 

Πολύ δύσκολα θα καταφέρναμε να τα πούμε αυτά στους φίλους μας, στους γονείς μας, στον σύντροφό μας. Πόσο δύσκολο είναι να βρεις κάποιον που μπορεί να δεχτεί την απόγνωσή σου χωρίς να παρασυρθεί από τον πειρασμό να πει κάτι ενθαρρυντικό, κάποιον που έχει συμβιβαστεί αρκετά με το δικό του σκοτάδι ώστε να ανταποκριθεί απλά με κατανόηση και συμπάθεια στο δικό μας;.

Όμως, δεν χρειάζεται, δεν μας βοηθάει να επιδεινώνουμε αυτό το βάρος νομίζοντας ότι δεν μας επιτρέπεται να πηγαίνουμε στην ιδιωτικότητα του μυαλού μας. Έχουμε το δικαίωμα να απελπιζόμαστε, ακόμα και αν κανείς άλλος δίπλα μας δεν μπορεί να αντέξει τη θλίψη μας, ακόμα και αν είμαστε ικανοί σε πολλά, ακόμα και αν υπάρχουν άλλοι που εξαρτώνται από εμάς, ακόμα και αν μας είναι σημαντικό να είμαστε θαρραλέοι. Το δικαίωμα στην απόγνωση είναι παγκόσμιο και αναφαίρετο. 

Θα μας βοηθήσει να βρούμε ένα χώρο όπου θα μπορούμε να είμαστε αυθεντικοί, θα αναγνωρίσουμε τις δυσκολίες μας χωρίς την πίεση να είμαστε πάντα αισιόδοξοι, ότι μερικές φορές η ελπίδα δεν είναι εφικτή και θα χρειαστεί ρεαλισμός. Ένας χώρος που θα είναι εκεί για να μας ακούσει, να μας κατανοήσει και να καθίσει δίπλα μας. 

  • Before it’s Ruined (or an Unrealized Mean Side) – Rebecca Orcutt Oil on canvas, 2020
    National Portrait Gallery

Συμπόνια για τον εαυτό μας

Συμπόνια προς τον εαυτό μας σημαίνει ευγένεια σε εμάς, να έχουμε την αίσθηση της ανθρωπιάς και επίγνωση, ενσυνειδητότητα (Neff, 2011).

Όταν είμαστε συμπονετικοί βλέπουμε τον εαυτό μας με πιο θετικό και πιο κοντά στην πραγματικότητα τρόπο και πιστεύουμε περισσότερο στις δυνατότητές μας. Μπορούμε να αντιμετωπίζουμε πιο αποτελεσματικά και βοηθητικά προς εμάς τις αποτυχίες και τις αναποδιές. Όταν είμαστε σε θέση να αποδεχόμαστε τα λάθη μας χωρίς να κατηγορούμε συνέχεια τον εαυτό μας, είναι πιο πιθανό να μάθουμε από αυτά και να προχωρήσουμε παρακάτω.
Μια άσκηση σκέψης που μπορεί να μας βοηθήσει να έρθουμε σε επαφή με τη συμπόνια προς τον εαυτό μας, όπως ακριβώς θα αντιμετωπίζαμε έναν αγαπημένο μας φίλο, θα ήταν να σκεφτούμε πώς θα αντιδρούσαμε σε μια από τις παρακάτω καταστάσεις:

  • Σκεφτείτε μια φορά που ένας στενός φίλος ή ένα αγαπημένο πρόσωπο σας εξομολογήθηκε ένα πρόβλημα που αντιμετώπιζε.  Πώς αντιδράσατε; Αν δεν θυμάστε τι ακριβώς είπατε ή αισθανθήκατε, δεν πειράζει. Σε αυτή την περίπτωση, φανταστείτε αν σας έλεγε σήμερα για πρώτη φορά ένα παρόμοιο πρόβλημα πώς θα αντιδρούσατε και τι θα κάνατε για να τον κάνετε να νιώσει καλύτερα. Θα του λέγατε πόσο λάθος και άχρηστος είναι; 
  • Φανταστείτε τώρα μια φορά που βιώσατε ένα παρόμοιο πρόβλημα.  Πώς φερθήκατε στον εαυτό σας; Παρατηρείτε διαφορές στη στάση και τη συμπόνια με την οποία προσεγγίζετε τις δυο καταστάσεις;
  • Αν συνειδητοποιήσετε ότι φερόσασταν στο φίλο σας πιο ευγενικά, αυτή είναι η ευκαιρία σας να γίνετε πιο συμπονετικοί και με τον εαυτό σας. 
  • Τέλος, φανταστείτε να αντιμετωπίζετε ένα πρόβλημα στο μέλλον. Μπορεί να είναι ένα παρόμοιο πρόβλημα ή ένα εντελώς διαφορετικό.  Πώς μπορείτε να είστε πιο συμπονετικοί απέναντι στον εαυτό σας σε αυτή την κατάσταση;

Είναι πολύ σημαντικό να φέρνουμε στο συνειδητό τις πηγές στήριξής μας και ένας εύκολος τρόπος είναι να κάνουμε υποθετικά σενάρια, όπως τα παραπάνω. Με τον ίδιο ευγενικό, στηρικτικό και συμπονετικό τρόπο που θα μιλάγαμε σ’έναν άνθρωπο που αγαπάμε, έτσι θα μιλάμε και θα φερόμαστε στον εαυτό μας.  

Όταν γινόμαστε σκληροί και επικριτικοι με εμάς, μας υπενθυμίζουμε πως είμαστε φίλοι μας και ότι αξίζουμε τη συμπόνια προς τον εαυτό μας. 

* Το mindfulness μεταφράζεται ως «ενσυνειδητότητα» και σημαίνει η επίγνωση που αποκτάμε όταν επικεντρώνουμε την προσοχή μας σε μια κατάσταση, ένα αντικείμενο με επιτρεπτική διάθεση, χωρίς δηλαδή να έχουμε την πρόθεση να το αλλάξουμε.

Αποδοχή της ευτυχίας

Περιστασιακά, άλλοι λιγότερο άλλοι περισσότερο, παίρνουμε μια γεύση του πώς θα ήταν να είμαστε πραγματικά ευτυχισμένοι. Ίσως αργά το βράδυ μετά από ένα θερινό σινεμά, ίσως μόλις έχουμε αναρρώσει από ένα θέμα υγείας που αντιμετωπίζαμε, ίσως βρεθήκαμε με μια φίλη που είχαμε πολύ καιρό να δούμε και ήταν πολύ ωραία, ίσως από ένα βιβλίο που διαβάσαμε και επηρεαστήκαμε, ίσως παρατηρούμε σιωπηλά έναν άνθρωπο διαδικτυακά, ίσως έχουμε πάει απλά μια βόλτα με το αυτοκίνητο ή με τα πόδια.

Τι θα γινόταν αν δεν ήμασταν πάντα τόσο κατηφείς, θλιμμένοι και ανήσυχοι όσο είμαστε συνήθως; Τι θα γινόταν αν παρατηρούσαμε περισσότερο τα ενδιαφέροντα πρόσωπα των ξένων; τι θα γινόταν αν επιτρέπαμε στον εαυτό μας να συνδεθεί βαθύτερα με τους ανθρώπους που συναντάμε; αν αφήναμε στην άκρη την επιφυλακτικότητα, την καχυποψία και τον φόβο; αν αφηνόμασταν στο να αγαπάμε και να μας αγαπούν; 

Τα επιχειρήματα στα παραπάνω ερωτήματα έχουν ή ένα λογικό υπόβαθρο -τις περισσότερες φορές- ή και κάποιο πιο υπαρξιακό, δηλαδή ότι δεν φτάσαμε εδώ που είμαστε σήμερα εκπαιδεύοντας τα μάτια μας και το μυαλό μας στα θετικά. Έχουμε ακούσει πολλές φορές πως η ζωή είναι ένα ταξίδι πόνου με μικρά διαλείμματα χαράς. Είμαστε καλοί μαθητές στο μάθημα φιλοσοφία της θλίψης και έχουμε μάθει να περιμένουμε λίγα. Εξάλλου η ανεξέλεγκτη χαρά κάτι αρνητικό θα σημαίνει. Αυτά συνήθως τα μάθαμε μικροί, τότε που δεν είχαμε εναλλακτική.

Τι θα γινόταν όμως αν σε αυτό το στάδιο της ζωής μας, δεν υπήρχαν συνεχείς λόγοι για να συνεχίσουμε να μένουμε στη θλίψη και την ανησυχία; Τι θα γινόταν αν τολμούσαμε να γίνουμε πιο ανοιχτοί στη χαρά και την ελπίδα;

Τι γίνεται αν δεν είμαστε εδώ για να υποφέρουμε; Τι θα συμβεί αν μεταφέρουμε τη δυστυχία μας εκεί που ανήκει, σ’ένα παρελθόν που δεν ήμασταν σε θέση να επιλέξουμε; 

Τοξική θετικότητα

Το να βλέπουμε, να ερμηνεύουμε αυτά που συμβαίνουν με θετικό τρόπο βοηθάει τη γενικότερη ευεξία μας. Πόσες φορές όμως μπορεί να έχουμε νιώσει ενοχλημένοι, θυμωμένοι ή άβολα όταν μας επέβαλαν το να νοηματοδοτούμε όσα μας συμβαίνουν με θετικό τρόπο;
Όταν χρησιμοποιούμε τη θετικότητα για να αποφύγουμε ή να καταστείλουμε δύσκολα συναισθήματα τότε μπορεί να γίνει τοξική. Η τοξική θετικότητα ορίζεται ως πράξη απόρριψης ή άρνησης του άγχους, της αρνητικότητας ή αρνητικών εμπειριών που υπάρχουν (Sokal, Trudel, & Babb, 2020).

Μερικές φορές μπορεί να δυσκολευόμαστε να διακρίνουμε τη θετικότητα από την τοξική θετικότητα. Για παράδειγμα εάν κάποιος μας πει “ε βρε παιδί μου δες τη θετική πλευρά”, μπορεί να νιώσουμε ότι δεν μας έχουν ακούσει και δεν μας καταλαβαίνουν. Επειδή τα δύσκολα συναισθήματα είναι ένας τρόπος για να ικανοποιήσουμε ανάγκες, δεν θέλουμε απλώς να τα διώχνουμε χωρίς να τα αναγνωρίζουμε. Έτσι, οι φαινομενικά θετικές συμβουλές από φίλους συχνά μπορεί να μοιάζουν με τοξική θετικότητα για εκείνον που τις δέχεται.

Κάποια παραδείγματα τοξικής θετικότητας είναι και τα παρακάτω:
-”σήμερα είναι πολύ κακή μέρα”. Τοξική αντίδραση: “ναι αλλά έχεις τόσα πολλά για τα οποία πρέπει να είσαι ευγνώμων”.
– “Δυσκολεύομαι να έχω σχέση με τη μητέρα μου. Δεν με καταλαβαίνει”. Τοξική αντίδραση: “Μητέρα σου είναι θα πει μια κουβέντα παραπάνω. Θα πρέπει να την αγαπάς ό,τι κι αν συμβεί. για πόσο ακόμα θα μπορείς να τη βλέπεις;”.
– “Αυτή η δουλειά είναι χάλια. δεν αντέχω”. Τοξική απάντηση: “Είσαι τυχερός που έχεις δουλειά”.

Εάν ο ίδιος άνθρωπος μας έλεγε κάτι λίγο διαφορετικό, για παράδειγμα: “δεν πειράζει που δεν είσαι καλά. δεν γίνεται να είμαστε πάντα καλά. λυπάμαι που δυσκολεύεσαι τόσο με τη μητέρα σου. είναι πραγματικά δύσκολο να υποφέρεις στη δουλειά”, τότε θα παίρναμε την επιβεβαίωση του συναισθήματος που θα χρειαζόμασταν και θα νιώθαμε πως μας ακούνε και μας καταλαβαίνουν.

Οι περισσότεροι άνθρωποι σκέφτονται το θετικό συναίσθημα ως κάτι καλό οπότε θεωρούν πως και το περισσότερο είναι καλύτερο. Το υπερβολικό θετικό συναίσθημα μπορεί στην πραγματικότητα να είναι κακό. Έχει αποδειχθεί ότι αποτελεί παράγοντα κινδύνου για μανία (Gruber, Johnson, Oveis, & Keltner, 2008).

Από άλλες έρευνες καταλαβαίνουμε πόσο λάθος είναι να χρησιμοποιούμε τη θετική επανεκτίμηση όταν απειλείται η ταυτότητά μας. Για παράδειγμα, όταν οι άνθρωποι βιώνουν φυλετική καταπίεση, η προσπάθεια αναζήτησης θετικής νοηματοδότησης στην πραγματικότητα οδηγεί στην επιδείνωση της ψυχικής υγείας και ευημερίας (Perez & Soto, 2011).

Το να δοκιμάζουμε να αλλάζουμε τις σκέψεις μας, τις συνήθειές μας, τον τρόπο που μιλάμε στον εαυτό μας μπορεί να είναι κάτι πραγματικά επιδραστικό και να βελτιώνει πραγματικά την ψυχική μας ευεξία και τη διαχείριση των προκλήσεων της ζωής. Ωστόσο, η υπερβολική έμφαση σε αυτή τη συνεχή θετικότητα μπορεί να αποδυναμώσει την αυθεντική εμπειρία και την ικανότητά μας να αντιμετωπίζουμε και να επεξεργαζόμαστε τις δυσκολίες.

Μας βοηθάει πολύ -και ας δυσκολευόμαστε κάποιες φορές- να αναγνωρίζουμε και να σεβόμαστε όλα μας τα συναισθήματα, καθώς αυτά μπορούν να μας προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για τις ανάγκες και τα όριά μας.

Σάλτσα ντομάτας

Πριν λίγες μέρες ένας φίλος μου περιέγραφε με κάθε λεπτομέρεια και ενθουσιασμό τη σάλτσα ντομάτας για τα μακαρόνια που είχε φτιάξει. Οι περισσότεροι βλέποντας έναν άνθρωπο να μιλάει τόση ώρα και με τόσο ενθουσιασμό για την κόκκινη σάλτσα ίσως να σκεφτόμασταν πως αυτό τον καιρό περνάει καλά, δεν έχει κάτι να τον απασχολεί.

Γνωρίζοντας τις ανατροπές της ζωής του τους τελευταίους επτά μήνες σκέφτηκα πως ο ενθουσιασμός του για κάτι ασήμαντο δεν ήταν ένας τρόπος για να αποφύγει την πραγματικότητα, αλλά ψάχνει και βρίσκει μικρές νησίδες ευχαρίστησης προκειμένου να βοηθήσει τον εαυτό του να αντεπεξέλθει.

Το ενδιαφέρον, η ενασχόληση με ευχάριστα πράγματα στο “εδώ” και “τώρα” δεν είναι εναλλακτική λύση στις δυσκολίες αλλά είναι αυτό που μας βοηθάει να ελπίζουμε και να συνεχίζουμε. Βασιζόμαστε στην ομορφιά και στην απλότητα -τον πρώτο καφέ της ημέρας, την ηρεμία, το κατοικίδιό μας, τις συζητήσεις με ευγενικούς ανθρώπους- προκειμένου να τα καταφέρουμε. Δεν μπορούμε να ξέρουμε πόσα πολλά μπορεί να σημαίνει για μας ή για κάποιον άλλον κάτι ασήμαντο -όπως μια σάλτσα για μακαρόνια- μέχρι να συμβεί κάτι που θα μας δυσκολέψει πραγματικά. 

Ξαναγράφοντας το σενάριο

Οι περισσότεροι άνθρωποι προσπαθούμε να κατανοήσουμε τη ζωή μας μέσα από την αφήγηση της προσωπικής μας ιστορίας αλλά και τα εσωτερικά σενάρια που κάνουμε. Ένα σενάριο είναι και οι προσδοκίες για το πώς θα εξελιχθούν τα γεγονότα και πώς θα πρέπει ανταποκριθούμε σε αυτά με τον καλύτερο τρόπο.

Τα σενάρια που κάνουμε ασφαλώς και λένε πολλά για το παρελθόν μας, αλλά το θέμα είναι πως αγνοούμε την ύπαρξή τους και τα αφήνουμε να καθορίζουν το μέλλον μας. Χωρίς να έχουμε επίγνωση, τα “παίζουμε” σε καταστάσεις, γεγονότα στο “εδώ” και “τώρα” που αν σταθούμε και κάνουμε ένα reality check θα δούμε πως δεν έχουν σχέση με το σήμερα.

Αυτό που θα μας βοηθήσει, είναι να ξέρουμε πως στο σήμερα ως ενήλικες έχουμε επιλογές και ότι το σενάριο μπορεί να έχει διαφορετική πλοκή και τέλος. Εάν θέλουμε να ξεκινήσουμε από κάπου θα είναι από το να έχουμε επίγνωση για το τι μας συνέβη και ίσως να βοηθήσει να συμπληρώσουμε τις παρακάτω φράσεις:

Όταν κάνω ένα λάθος…
Όταν εμπιστεύομαι κάποιον…
Όταν με κατακλύζει το συναίσθημα …
Όταν ο/η σύντροφός μου δεν απαντάει αμέσως στο μήνυμά μου…

Είναι πολύ δύσκολο αλλά εφικτό να αποκτήσουμε την ικανότητα να προσεγγίζουμε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος της ζωής χωρίς σενάριο. Ίσως και αυτή η ικανότητα να είναι ο τελικός στόχος της ωριμότητας και της πραγματικής ενηλικίωσης.

Γιατί δουλεύουμε τόσο σκληρά;

Δουλεύουμε όπως δουλεύουμε επειδή χρειάζεται να επιβιώσουμε, γιατί αγαπάμε αυτό που κάνουμε, γιατί παίρνουμε ευχαρίστηση και για πολλούς και διάφορους λόγους.  Παράλληλα όμως, αρκετές φορές υπάρχει και κάτι πιο περίπλοκο και χρησιμοποιούμε την έννοια της αναγκαιότητας για να το αποφύγουμε, να μην έρθουμε σε επαφή με αυτό. 

Δουλεύουμε τόσο σκληρά επειδή τρομάζουμε από την ακινησία.

Επειδή το να φοβόμαστε τον κόσμο μας προσφέρει τον πιο αξιοπρεπή αντιπερισπασμό από τον τρόμο του ίδιου μας του μυαλού.

Επειδή δεν έχουμε ιδέα πώς να αφήσουμε κάποιον να μας γνωρίσει έξω από τα επιτεύγματά μας. Μας δυσκολεύει να δούμε ότι έχουμε οποιαδήποτε αξία πέρα από αυτό που κάνουμε.

Επειδή χρησιμοποιούμε το θόρυβο από έξω για να πνίξουμε τους θορύβους μέσα μας.

Επειδή περιφρονούμε οτιδήποτε δεν έχει έναν χαρτογραφημένο σκοπό ή στόχο και η πιθανότητα να συγκρουστούμε με το απροσδόκητο είναι απειλή.

Επειδή δεν επιτρέπουμε στον εαυτό μας να γνωρίσει το σκοτάδι.

Γιατί αν ξεκινήσουμε με ερωτήσεις, δεν έχουμε ιδέα πού μπορεί να χρειαστεί να πάμε – και τι μπορεί να χρειαστεί να απορρίψουμε.

Επειδή θέλουμε να τραπούμε σε φυγή από τη θλίψη και τη λύπη.

Επειδή δεν έχουμε πολλούς πραγματικούς φίλους.

Επειδή λίγοι άνθρωποι μάς αγκάλιασαν.

Επειδή δεν έχουμε ιδέα τι να κάνουμε με τον εαυτό μας εκτός από το να τρέχουμε.

Επειδή βρίσκουμε την ειρήνη πολύ πιο δύσκολη από τον πόλεμο.

Επειδή η πραγματική δουλειά μπορεί να βρίσκεται αλλού.

Ανακτώντας την πλοκή

Αρκετά συχνά, άλλοι λιγότερο άλλοι περισσότερο, χάνουμε την επαφή με την πλοκή της ζωής μας. Ξεχνάμε γιατί ακριβώς κάνουμε αυτό που κάνουμε, τι έχει σημασία για εμάς, πού πηγαίνουμε και ποιοι είμαστε. Είναι τόσο έντονοι οι ρυθμοί της καθημερινότητας που απαιτούν από εμάς προσοχή σε κάθε μας βήμα, που όμως μπορεί να μας αποσπά από το μεγαλύτερο και σπουδαιότερο “ταξίδι”. Προσέχουμε κάθε πέτρα και λακκούβα και δεν έχουμε χρόνο να παρατηρήσουμε και να περιηγηθούμε στο τοπίο. Μπορεί να περάσουν μήνες, χρόνια χωρίς να μας δίνουμε την ευκαιρία να μας παρατηρήσουμε γιατί στεκόμαστε πολύ κοντά. 

Εάν το θέλουμε, μπορούμε και πρέπει να μας επιτρέπουμε να έχουμε το δικαίωμα και να χάνουμε την πλοκή και τον χρόνο να την ξαναβρούμε. Θα βοηθήσει εάν σταθούμε και απαντήσουμε σε κάποιες ερωτήσεις. Τι μου αρέσει ακόμα; Τι μπορώ να ξεχάσω; Τι έχει για μένα σημασία στο τώρα; ποιος εξακολουθεί να μετράει για μένα; γιατί δεν υπάρχει πλέον χρόνος; τι είναι για μένα μια καλή ζωή; αν δεν φοβόμουν τι θα έκανα; αν είχα τρεις μήνες ζωής τι θα έκανα; υπάρχει κάτι που να με ενθουσιάζει;

Κάποιος θα σκεφτεί πως αυτά είναι πολύ στοιχειώδη και πως θα “έπρεπε” ήδη να τα έχουμε απαντήσει. Κάποιες απαντήσεις έχουν ήδη διαμορφωθεί και περιμένουν πίσω από μια κουρτίνα και άλλες χρειάζεται να συναρμολογηθούν εκ νέου. 

Υπάρχει ένα είδος αγχώδους εξάντλησης που δεν είναι απλά κούραση, αλλά μια συσσωρευμένη αγχώδης σύγχυση για όλη την πορεία της ζωής μας. Είναι αναμενόμενο γιατί είμαστε όντα που συχνά χάνουμε, ξεχνάμε το νήμα της ύπαρξής μας. Το να ξεχνάμε τι ακριβώς κάνουμε είναι σημάδι ανώτερης λογικής και μιας ζωής που ίσως και να ακολουθήσει ενδιαφέρουσες πορείες. 

Νιώθοντας ευγνωμοσύνη για τα απλά πράγματα

Μας είναι πολύ πιο εύκολο να εστιάζουμε τι δεν πάει καλά στη ζωή μας και να έχουμε εμμονή με όλα όσα μας λείπουν. Ίσως πρέπει να συμβεί κάτι για να κάνουμε μια παύση και να παρατηρήσουμε όσα αξιοσημείωτα μας συμβαίνουν. Η ευγνωμοσύνη είναι μια κατάσταση, μια διάθεση που καλλιεργείται με την ηλικία. Πόσοι είναι εκείνοι κάτω των 25 ετών που μπορεί να χαίρονται ένα ήσυχο βράδυ στο σπίτι, έναν καφέ ή μια βόλτα; Υπάρχουν άλλα σημαντικά πράγματα: ο έρωτας, η καριέρα. 

Από την άλλη όσο μεγαλώνουμε είναι σπάνιο να μένουμε εντελώς αδιάφοροι στα μικρότερα πράγματα. Έχουμε βιώσει απογοητεύσεις, ίσως κάποιες μεγάλες φιλοδοξίες έχουν δεχθεί πλήγμα, έχουμε αντιμετωπίσει τα προβλήματα των στενών σχέσεων, βλέπουμε πόσο άστατα και ποτέ προς μια θετική κατεύθυνση αλλάζει ο κόσμος, εντοπίζουμε πολύ πιο γρήγορα την έκταση της ανθρώπινης κακίας και τη δική μας εκκεντρικότητα και εγωισμό.

Και έτσι, τα μικρά πράγματα αρχίζουν να φαίνονται διαφορετικά, καινούργια. Δεν είναι πλέον κάτι ασήμαντο που μας αποσπά την προσοχή από τα σημαντικά, δεν είναι μια αποφυγή για τα φιλόδοξα σχέδιά μας, αλλά μια γνήσια ευχαρίστηση, μια πρόσκληση για να μας στηρίξουμε, για να σταματήσουμε την αυτοκριτική, ένα μικρό μέρος ανάπαυσης για την ελπίδα. Είναι και ένας τρόπος για να αισθανθούμε ευγνωμοσύνη όχι μόνο γι’αυτά που μας συμβαίνουν αλλά και γι’αυτά που τελικά δεν μας συνέβησαν. 

Η ψυχική υγεία είναι και συλλογική εμπειρία

O Μάϊος έχει καθιερωθεί ως μήνας ψυχικής υγείας από το 1949. Όλες οι παγκόσμιες ημέρες-μήνες λειτουργούν ως σημεία στο χρόνο όπου διάφοροι οργανισμοί μας ενημερώνουν για την πρόοδο που έχει συντελεστεί για κάποιο θέμα με βάση τα στοιχεία που υπάρχουν. Ο μήνας ψυχικής υγείας έχει στόχο καταρχάς να ευαισθητοποιήσει, να ενημερώσει, αλλά κυρίως να καταπολεμήσει το στίγμα. 

Ενώ είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε τα βήματα που έχουμε κάνει ως προς το ότι συζητάμε για το θέμα ανοιχτά, είναι εξίσου σημαντικό να δούμε και πόσο εξατομικευμένα το έχουμε κάνει, από την άποψη στο πόσο έχουμε δώσει έμφαση στην αυτοφροντίδα. Πώς αυτή η έμφαση μπορεί στην πραγματικότητα να μας κάνει πιο απομονωμένους και μόνους, καθώς η εστίαση επικεντρώνεται σε μεγάλο βαθμό στον εαυτό, στο άτομο.

Αυτό που όμως μπορεί να χαθεί είναι η αμοιβαιότητα των σχέσεων, ο τρόπος με τον οποίο έρχονται σε επαφή οι άνθρωποι για να βασιστούν ο ένας στον άλλον, η θεραπευτική ικανότητα της συλλογικότητας. Το να αισθανόμαστε ότι υποστηριζόμαστε και συνδεόμαστε προσωπικά και συλλογικά είναι βασικός παράγοντας για να αισθανόμαστε καλά. 
Η οικειότητα και η ανθρώπινη αλληλεπίδραση έχουν άμεση σχέση με την ψυχική μας υγεία και μακροζωία. Η ανθεκτικότητα δεν είναι προσωπική υπόθεση όπως πιστεύουμε οι περισσότεροι, αλλά, θέμα μιας κοινωνίας, μιας χώρας γιατί η ποιότητα των σχέσεων καθορίζει την ποιότητα της ζωής μας.