Οι περισσότεροι άνθρωποι προσπαθούμε να κατανοήσουμε τη ζωή μας μέσα από την αφήγηση της προσωπικής μας ιστορίας αλλά και τα εσωτερικά σενάρια που κάνουμε. Ένα σενάριο είναι και οι προσδοκίες για το πώς θα εξελιχθούν τα γεγονότα και πώς θα πρέπει ανταποκριθούμε σε αυτά με τον καλύτερο τρόπο.
Τα σενάρια που κάνουμε ασφαλώς και λένε πολλά για το παρελθόν μας, αλλά το θέμα είναι πως αγνοούμε την ύπαρξή τους και τα αφήνουμε να καθορίζουν το μέλλον μας. Χωρίς να έχουμε επίγνωση, τα “παίζουμε” σε καταστάσεις, γεγονότα στο “εδώ” και “τώρα” που αν σταθούμε και κάνουμε ένα reality check θα δούμε πως δεν έχουν σχέση με το σήμερα.
Αυτό που θα μας βοηθήσει, είναι να ξέρουμε πως στο σήμερα ως ενήλικες έχουμε επιλογές και ότι το σενάριο μπορεί να έχει διαφορετική πλοκή και τέλος. Εάν θέλουμε να ξεκινήσουμε από κάπου θα είναι από το να έχουμε επίγνωση για το τι μας συνέβη και ίσως να βοηθήσει να συμπληρώσουμε τις παρακάτω φράσεις:
Όταν κάνω ένα λάθος… Όταν εμπιστεύομαι κάποιον… Όταν με κατακλύζει το συναίσθημα … Όταν ο/η σύντροφός μου δεν απαντάει αμέσως στο μήνυμά μου…
Είναι πολύ δύσκολο αλλά εφικτό να αποκτήσουμε την ικανότητα να προσεγγίζουμε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος της ζωής χωρίς σενάριο. Ίσως και αυτή η ικανότητα να είναι ο τελικός στόχος της ωριμότητας και της πραγματικής ενηλικίωσης.
Δουλεύουμε όπως δουλεύουμε επειδή χρειάζεται να επιβιώσουμε, γιατί αγαπάμε αυτό που κάνουμε, γιατί παίρνουμε ευχαρίστηση και για πολλούς και διάφορους λόγους. Παράλληλα όμως, αρκετές φορές υπάρχει και κάτι πιο περίπλοκο και χρησιμοποιούμε την έννοια της αναγκαιότητας για να το αποφύγουμε, να μην έρθουμε σε επαφή με αυτό.
Δουλεύουμε τόσο σκληρά επειδή τρομάζουμε από την ακινησία.
Επειδή το να φοβόμαστε τον κόσμο μας προσφέρει τον πιο αξιοπρεπή αντιπερισπασμό από τον τρόμο του ίδιου μας του μυαλού.
Επειδή δεν έχουμε ιδέα πώς να αφήσουμε κάποιον να μας γνωρίσει έξω από τα επιτεύγματά μας. Μας δυσκολεύει να δούμε ότι έχουμε οποιαδήποτε αξία πέρα από αυτό που κάνουμε.
Επειδή χρησιμοποιούμε το θόρυβο από έξω για να πνίξουμε τους θορύβους μέσα μας.
Επειδή περιφρονούμε οτιδήποτε δεν έχει έναν χαρτογραφημένο σκοπό ή στόχο και η πιθανότητα να συγκρουστούμε με το απροσδόκητο είναι απειλή.
Επειδή δεν επιτρέπουμε στον εαυτό μας να γνωρίσει το σκοτάδι.
Γιατί αν ξεκινήσουμε με ερωτήσεις, δεν έχουμε ιδέα πού μπορεί να χρειαστεί να πάμε – και τι μπορεί να χρειαστεί να απορρίψουμε.
Επειδή θέλουμε να τραπούμε σε φυγή από τη θλίψη και τη λύπη.
Επειδή δεν έχουμε πολλούς πραγματικούς φίλους.
Επειδή λίγοι άνθρωποι μάς αγκάλιασαν.
Επειδή δεν έχουμε ιδέα τι να κάνουμε με τον εαυτό μας εκτός από το να τρέχουμε.
Επειδή βρίσκουμε την ειρήνη πολύ πιο δύσκολη από τον πόλεμο.
Επειδή η πραγματική δουλειά μπορεί να βρίσκεται αλλού.
Αρκετά συχνά, άλλοι λιγότερο άλλοι περισσότερο, χάνουμε την επαφή με την πλοκή της ζωής μας. Ξεχνάμε γιατί ακριβώς κάνουμε αυτό που κάνουμε, τι έχει σημασία για εμάς, πού πηγαίνουμε και ποιοι είμαστε. Είναι τόσο έντονοι οι ρυθμοί της καθημερινότητας που απαιτούν από εμάς προσοχή σε κάθε μας βήμα, που όμως μπορεί να μας αποσπά από το μεγαλύτερο και σπουδαιότερο “ταξίδι”. Προσέχουμε κάθε πέτρα και λακκούβα και δεν έχουμε χρόνο να παρατηρήσουμε και να περιηγηθούμε στο τοπίο. Μπορεί να περάσουν μήνες, χρόνια χωρίς να μας δίνουμε την ευκαιρία να μας παρατηρήσουμε γιατί στεκόμαστε πολύ κοντά.
Εάν το θέλουμε, μπορούμε και πρέπει να μας επιτρέπουμε να έχουμε το δικαίωμα και να χάνουμε την πλοκή και τον χρόνο να την ξαναβρούμε. Θα βοηθήσει εάν σταθούμε και απαντήσουμε σε κάποιες ερωτήσεις. Τι μου αρέσει ακόμα; Τι μπορώ να ξεχάσω; Τι έχει για μένα σημασία στο τώρα; ποιος εξακολουθεί να μετράει για μένα; γιατί δεν υπάρχει πλέον χρόνος; τι είναι για μένα μια καλή ζωή; αν δεν φοβόμουν τι θα έκανα; αν είχα τρεις μήνες ζωής τι θα έκανα; υπάρχει κάτι που να με ενθουσιάζει;
Κάποιος θα σκεφτεί πως αυτά είναι πολύ στοιχειώδη και πως θα “έπρεπε” ήδη να τα έχουμε απαντήσει. Κάποιες απαντήσεις έχουν ήδη διαμορφωθεί και περιμένουν πίσω από μια κουρτίνα και άλλες χρειάζεται να συναρμολογηθούν εκ νέου.
Υπάρχει ένα είδος αγχώδους εξάντλησης που δεν είναι απλά κούραση, αλλά μια συσσωρευμένη αγχώδης σύγχυση για όλη την πορεία της ζωής μας. Είναι αναμενόμενο γιατί είμαστε όντα που συχνά χάνουμε, ξεχνάμε το νήμα της ύπαρξής μας. Το να ξεχνάμε τι ακριβώς κάνουμε είναι σημάδι ανώτερης λογικής και μιας ζωής που ίσως και να ακολουθήσει ενδιαφέρουσες πορείες.
Μας είναι πολύ πιο εύκολο να εστιάζουμε τι δεν πάει καλά στη ζωή μας και να έχουμε εμμονή με όλα όσα μας λείπουν. Ίσως πρέπει να συμβεί κάτι για να κάνουμε μια παύση και να παρατηρήσουμε όσα αξιοσημείωτα μας συμβαίνουν. Η ευγνωμοσύνη είναι μια κατάσταση, μια διάθεση που καλλιεργείται με την ηλικία. Πόσοι είναι εκείνοι κάτω των 25 ετών που μπορεί να χαίρονται ένα ήσυχο βράδυ στο σπίτι, έναν καφέ ή μια βόλτα; Υπάρχουν άλλα σημαντικά πράγματα: ο έρωτας, η καριέρα.
Από την άλλη όσο μεγαλώνουμε είναι σπάνιο να μένουμε εντελώς αδιάφοροι στα μικρότερα πράγματα. Έχουμε βιώσει απογοητεύσεις, ίσως κάποιες μεγάλες φιλοδοξίες έχουν δεχθεί πλήγμα, έχουμε αντιμετωπίσει τα προβλήματα των στενών σχέσεων, βλέπουμε πόσο άστατα και ποτέ προς μια θετική κατεύθυνση αλλάζει ο κόσμος, εντοπίζουμε πολύ πιο γρήγορα την έκταση της ανθρώπινης κακίας και τη δική μας εκκεντρικότητα και εγωισμό.
Και έτσι, τα μικρά πράγματα αρχίζουν να φαίνονται διαφορετικά, καινούργια. Δεν είναι πλέον κάτι ασήμαντο που μας αποσπά την προσοχή από τα σημαντικά, δεν είναι μια αποφυγή για τα φιλόδοξα σχέδιά μας, αλλά μια γνήσια ευχαρίστηση, μια πρόσκληση για να μας στηρίξουμε, για να σταματήσουμε την αυτοκριτική, ένα μικρό μέρος ανάπαυσης για την ελπίδα. Είναι και ένας τρόπος για να αισθανθούμε ευγνωμοσύνη όχι μόνο γι’αυτά που μας συμβαίνουν αλλά και γι’αυτά που τελικά δεν μας συνέβησαν.
O Μάϊος έχει καθιερωθεί ως μήνας ψυχικής υγείας από το 1949. Όλες οι παγκόσμιες ημέρες-μήνες λειτουργούν ως σημεία στο χρόνο όπου διάφοροι οργανισμοί μας ενημερώνουν για την πρόοδο που έχει συντελεστεί για κάποιο θέμα με βάση τα στοιχεία που υπάρχουν. Ο μήνας ψυχικής υγείας έχει στόχο καταρχάς να ευαισθητοποιήσει, να ενημερώσει, αλλά κυρίως να καταπολεμήσει το στίγμα.
Ενώ είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε τα βήματα που έχουμε κάνει ως προς το ότι συζητάμε για το θέμα ανοιχτά, είναι εξίσου σημαντικό να δούμε και πόσο εξατομικευμένα το έχουμε κάνει, από την άποψη στο πόσο έχουμε δώσει έμφαση στην αυτοφροντίδα. Πώς αυτή η έμφαση μπορεί στην πραγματικότητα να μας κάνει πιο απομονωμένους και μόνους, καθώς η εστίαση επικεντρώνεται σε μεγάλο βαθμό στον εαυτό, στο άτομο.
Αυτό που όμως μπορεί να χαθεί είναι η αμοιβαιότητα των σχέσεων, ο τρόπος με τον οποίο έρχονται σε επαφή οι άνθρωποι για να βασιστούν ο ένας στον άλλον, η θεραπευτική ικανότητα της συλλογικότητας. Το να αισθανόμαστε ότι υποστηριζόμαστε και συνδεόμαστε προσωπικά και συλλογικά είναι βασικός παράγοντας για να αισθανόμαστε καλά. Η οικειότητα και η ανθρώπινη αλληλεπίδραση έχουν άμεση σχέση με την ψυχική μας υγεία και μακροζωία. Η ανθεκτικότητα δεν είναι προσωπική υπόθεση όπως πιστεύουμε οι περισσότεροι, αλλά, θέμα μιας κοινωνίας, μιας χώρας γιατί η ποιότητα των σχέσεων καθορίζει την ποιότητα της ζωής μας.
Η μελαγχολία της Κυριακής όταν αρχίζει και σουρουπώνει συνδέεται συνήθως με την εργασία και την ιδέα της επιστροφής στο γραφείο μετά από ένα μικρό διάλειμμα. Βέβαια, δεν είναι μόνο ότι έχουμε κάποιου είδους δουλειά να κάνουμε που συμπαρασύρει τη διάθεσή μας, αλλά ότι επιστρέφουμε στη λάθος δουλειά, ακόμη και αν δεν γνωρίζουμε για το ποια θα μπορούσε να είναι η σωστή για εμάς.
Το να νιώθουμε πως είμαστε σε λάθος δουλειά και ότι η αληθινή μας κλίση παραμένει ανεξερεύνητη, δεν είναι μικρή δυσφορία. μπορεί να είναι η κεντρική υπαρξιακή κρίση της ζωής μας.
Συνήθως καταφέρνουμε να κρατάμε μακριά τη φωνή αυτού που πραγματικά θα θέλαμε να κάνουμε κατά τη διάρκεια της εβδομάδας μιας που είμαστε πολύ απασχολημένοι και έχουμε άμεση ανάγκη τα χρήματα. Η φωνή όμως αυτή έρχεται τα βράδια της Κυριακής. Όπως ένα φάντασμα που αιωρείται μεταξύ δύο κόσμων, δεν του επιτρέπεται να ζήσει ή να πεθάνει, και έτσι χτυπά την πόρτα της συνείδησης, απαιτώντας επίλυση.
Είμαστε λυπημένοι, ή πανικοβλημένοι, επειδή μια πλευρά μας αναγνωρίζει ότι ο χρόνος τελειώνει και ότι δεν κάνουμε προς το παρόν αυτό που πρέπει με ό,τι μας έχει απομείνει από τη ζωή μας. Η αγωνία του Κυριακάτικου απογεύματος είναι η συνείδησή μας που προσπαθεί να μας παρακινήσει άναρθρα να κάνουμε περισσότερα από τον εαυτό μας.
Γνωρίζουμε – επειδή υπάρχουν αρκετά παραδείγματα ανθρώπων που το έκαναν – ότι θα μπορούσαμε να αξιοποιήσουμε τα ταλέντα μας, ότι δεν χρειάζεται να είμαστε δυστυχισμένοι σε αυτόν τον τομέα, γεγονός που προσθέτει ένα αίσθημα ντροπής αν εξακολουθούμε να είμαστε.
Δεν χρειάζεται να είμαστε τόσο σκληροί με τον εαυτό μας. Όχι γιατί δεν πρέπει, αλλά γιατί δεν βοηθάει. Μπορούμε να είμαστε απόλυτα σίγουροι ότι δεν κάνουμε αυτό που θα θέλαμε, ενώ ταυτόχρονα είμαστε αβέβαιοι για τον πραγματικό μας σκοπό.
Η απάντηση είναι η υπομονή, η δομή και η σταθερή πρόθεση. Χρειαζόμαστε λίγη από την πειθαρχία του ντετέκτιβ ή του αρχαιολόγου που συναρμολογεί τα κομμάτια ενός σπασμένου βάζου. Δεν θα πρέπει να απορρίπτουμε την αγωνία μας αδιαμαρτύρητα ως “την κυριακάτικη μελαγχολία”, που μπορεί να καταπραϋνθεί με ένα ποτό και μια ταινία. Ίσως να τη βλέπουμε σαν μια συγκεχυμένη αλλά κεντρική αναζήτηση ενός πραγματικού εαυτού που έχει καλυφθεί κάτω από την ανάγκη να ευχαριστήσουμε τους άλλους και να φροντίσουμε τις βραχυπρόθεσμες ανάγκες για κύρος και χρήματα.
Με άλλα λόγια, δεν θα βοηθήσει να κρατάμε τα κυριακάτικα απογευματινά μας συναισθήματα μόνο για τα κυριακάτικα βράδια. Αλλά ίσως να τοποθετήσουμε αυτά τα συναισθήματα στο κέντρο της ζωής μας και να τα αφήσουμε για μια διαρκή εξερεύνηση που συνεχίζεται καθ’ όλη τη διάρκεια της εβδομάδας, για μήνες και πιθανώς για χρόνια, και που δημιουργεί συζητήσεις με τον εαυτό μας, με φίλους, με μέντορες και με επαγγελματίες.
Οι αληθινές πολυτέλειες της ζωής εκδηλώνονται συχνά στις πιο απλές μορφές. Βρίσκονται στην ανεμελιά των ήρεμων πρωινών, όπου ο χρόνος κυλάει αργά. Στην ελευθερία να επιλέγουμε και να σχεδιάζουμε τη δική μας πορεία, σ’έναν ήρεμο, ξεκούραστο και αναζωογονητικό βραδυνό ύπνο, στην ψυχική και πνευματική ηρεμία. Βρίσκονται στις ήρεμες και “βαρετές” ημέρες όπου η απλότητα και η ικανοποίηση ευδοκιμούν. Βρίσκονται όταν είμαστε παρόντες, σε αυτό που συμβαίνει στο “εδώ” και “τώρα”. Στην παρουσία και την επαφή των ανθρώπων που αγαπάμε και που ξέρουμε πως μας αγαπούν και αυτοί.
Ο Πάνος Σαπουντζής, μαθηματικός και νευροεπιστήμονας στο ΙΤΕ, συζητάει με τον Καθηγητή Ψυχιατρικής Αργύρη Στριγγάρη για τη σχέση μεταξύ λογικής σκέψης και συναισθημάτων και στο τέλος για τις διαταραχές των συναισθηματικών λειτουργιών σε παιδιά και εφήβους καθώς και για τη σημασία της έγκαιρης παρέμβασης που δεν είναι πάντα φαρμακευτική. Μιλάνε με τρόπο απλό και κατανοητό -εξάλλου ένας από τους στόχους του ScienceMe αποτελεί η καλλιέργεια της εξοικείωσης με τομείς της επιστημονικής έρευνας-. Αυτό που κράτησα είναι πως κάποιες φορές για να μπορέσουμε να σταθούμε και να ηρεμήσουμε θα πρέπει να παραιτηθούμε από κάποιες βεβαιότητες και συναισθηματικές αγκυλώσεις που μπορεί να έχουμε. Πως ο διαχωρισμός δεν πρέπει να γίνεται μεταξύ λογικής σκέψης και συναισθημάτων αλλά στη βάση μεγαλύτερης παρορμητικότητας και μικρότερης παρορμητικότητας, δηλαδή ο τρόπος που στεκόμαστε και σκεφτόμαστε περισσότερο τα πράγματα προτού πάρουμε κάποια απόφαση.
Είναι αυτό που έχω γράψει αρκετές φορές ότι τα συναισθήματα δεν είναι πάντα ισοδύναμα με τα πραγματικά γεγονότα αλλά πολλές φορές πυροδοτούνται από παλαιότερες εμπειρίες, γεγονότα, τραύματα, παρεξηγήσεις, ανασφάλειες. Οι σκέψεις μας καθορίζουν τα συναισθήματά μας και εν τέλει τη δράση μας, τη συμπεριφορά μας.
Συναισθηματική ωριμότητα είναι η ικανότητά μας να κατανοούμε και να διαχειριζόμαστε τα συναισθήματά μας. Η επίγνωση σε σχέση με τις σκέψεις και τις συμπεριφορές μας είναι αυτό που μας βοηθάει να αποφασίζουμε πώς να προσεγγίζουμε και να αντιμετωπίζουμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο καταστάσεις που θα μπορούσε να είναι δύσκολες και απαιτητικές.
Συναισθηματική ωριμότητα είναι κάτι που φαίνεται και από την εγκράτειά μας να μη λέμε πάντα αυτό που σκεφτόμαστε. Να καταλαβαίνουμε τη διαφορά μεταξύ του να λέμε την αλήθεια μας και να μιλάμε ή να απαντάμε επειδή κάτι πυροδότησε ένα παλιό τραύμα.
Άλλες ενδείξεις συναισθηματικής ωριμότητας είναι
Η ανάληψη ευθύνης. Αναλαμβάνουμε τις ευθύνες μας απέναντι στους άλλους και τη δουλειά μας και δεν αναζητάμε αποδιοπομπαίους τράγους όταν τα πράγματα πάνε στραβά. Επιδιώκουμε να βρούμε άμεσα πώς μπορούμε να βοηθήσουμε στη βελτίωση μιας κατάστασης.
Eίμαστε ανοιχτοί και ειλικρινείς για τον εαυτό μας στους άλλους. Παραδεχόμαστε τα λάθη μας, αναγνωρίζουμε ότι δεν τα ξέρουμε όλα, αλλά είμαστε πρόθυμοι να κάνουμε τη δουλειά για να πάρουμε τις απαντήσεις ή να διορθώσουμε μια κατάσταση.
Βάζουμε όρια
Έχουμε μια ρεαλιστική άποψη για την αγάπη και τις σχέσεις
Αναγνωρίζουμε και αποδεχόμαστε πότε έχουμε κουραστεί ή αισθανόμαστε άσχημα και μας είναι εντάξει να ζητάμε βοήθεια.
Πιστεύουμε στον εαυτό μας. Η αίσθηση που έχουμε για τον εαυτό μας δεν είναι παραπλανητική και δεν βασίζεται το εγώ.
Έχουμε πραγματική ενσυναίσθηση για τους άλλους, ανοιχτό μυαλό και προσπαθούμε να μην είμαστε επικριτικοί γνωρίζοντας ότι οι κρίσεις συχνά βασίζονται σε προκαταλήψεις που μπορεί να εμποδίσουν την ικανότητά μας να γνωρίσουμε κάποιον.
Αίσθηση του χιούμορ. Παίρνουμε σοβαρά τον εαυτό μας, αλλά όχι υπερβολικά σοβαρά.
Μια επώδυνη κατάσταση που ταλαιπωρεί αρκετούς είναι η σχεδόν μόνιμα αγχώδης, επικριτική στάση απέναντι στον εαυτό. Τις περισσότερες φορές πρόκειται για δριμύ αυτοκατηγορώ και γενικά σκέψεις κάτω από τον τίτλο “σίγουρα δεν είμαστε αρκετά καλοί. σε τίποτα και ποτέ.” Η συνείδηση είναι εκείνη που παρακολουθεί πόσο καλά τα πάμε σε σχέση με το καθήκον, τις απαιτήσεις του κόσμου και τη διαχείριση των ορέξεων και επιθυμιών μας. Όσο χρήσιμη και αν είναι αυτή η λειτουργία, για αρκετούς από εμάς, έχει πάρει πάρα πολύ μεγάλο χώρο. Φωνάζει διαρκώς, μας υποτιμά και μας επιτίθεται για τις υποτιθέμενες αποτυχίες μας: μας λέει ότι τίποτα από όσα κάνουμε δεν είναι αρκετά καλό, ότι έχουμε δικαίωμα να κάνουμε διακοπές αφου πρώτα έχουμε δουλέψει για μήνες από το πρωί μέχρι το βράδυ, ότι δεν έχουμε δουλειά να χαλαρώνουμε ή να διασκεδάζουμε και γενικά θα μπορέσουμε να ευχαριστηθούμε όταν τελειώσει και το τελευταίο project που έχουμε να αναλάβει. Το άγχος και η αυτοπεριφρόνηση είναι η default λειτουργία μας.
Ήταν η απλή αλλά ευφυής διαπίστωση του Φρόιντ ότι η συνείδησή μας διαμορφώνεται από τα κατάλοιπα των φωνών των γονέων μας, ιδίως (συνήθως) των μπαμπάδων μας. Ο Φρόυντ ονόμασε τη συνείδηση “υπερεγώ” και υποστήριξε ότι συνεχίζει να μιλάει μέσα στο μυαλό μας όπως μας μιλούσαν κάποτε οι πατρικές μας φιγούρες.
Μια καλοπροαίρετη και λογική φωνή θα μας πει πως αν αποτύχουμε σήμερα, μπορούμε να προσπαθήσουμε ξανά την επόμενη φορά. Μας αξίζει ξεκούραση, οι απολαύσεις είναι μέρος της ζωής. Μπορούμε να μην κάνουμε τίποτα για λίγο καιρό και να είμαστε εξίσου σημαντικοί με τους άλλους. Είμαστε εντάξει όπως είμαστε.
Θα βοηθήσει να μάθουμε να κρατάμε κάποια απόσταση μεταξύ του εαυτού μας και της συνείδησής μας. Να βλέπουμε τη συνείδησή μας ως χαρακτήρα. Να πούμε στον εαυτό μας: Είναι πολύ άδικος μαζί μου. Μου μιλάει, μέσα μου, αλλά δεν είναι όλος εγώ: είναι κάποιος που έχω ενδοβάλει από την παιδική μου ηλικία και ίσως μάθω να τον αποβάλλω από το μυαλό μου με τον καιρό.
Μπορούμε τότε να αρχίσουμε να αμφισβητούμε τον κριτή. Είναι δίκαιο και πραγματικό να λέμε ότι η ζωή μας είναι εντελώς άχρηστη; Σίγουρα έχουμε κάνει λάθη, αλλά αξίζουμε πραγματικά και συμπόνια και συγχώρεση. Δεν υπάρχει τίποτα καλό πάνω μας; Θα σκεφτόμασταν ποτέ να φερθούμε σε έναν φίλο (ή ακόμα και σε έναν εχθρό) με τον τρόπο που φερόμαστε στον εαυτό μας; Αυτά τα συναισθήματα, αυτές οι σκέψεις έχουν παρελθόν και δεν χρειάζεται να είναι το μέλλον.
Για να επανεκπαιδευτούμε, χρειαζόμαστε άλλους ανθρώπους: ανθρώπους που μπορούν να μας αγαπήσουν και να γεμίσουν το μυαλό μας με άλλες πιο ευγενικές φωνές. Να δοκιμάσουμε να στηριχτούμε πάνω τους (δεν είναι και τόσο εύκολο για ανθρώπους που νιώθουν ανάξιοι) και να ζητήσουμε τη βοήθειά τους για να δαμάσουμε το δυσάρεστο ηχητικό κομμάτι μέσα μας. Ίσως χρειαστεί να σταματήσουμε να προσπαθούμε να είμαστε γενναίοι απέναντι στις εσωτερικές μας επιθέσεις. Θα μπορούσαμε να πούμε στους άλλους: “είστε εδώ για να με βοηθήσετε με τον εσωτερικό μου κριτή και να μου δώσετε νέες προοπτικές για την αυτοτιμωρία και την απελπισία μου”. Θα βοηθήσει να θυμώνουμε που πρέπει να ζούμε με έναν τέτοιο κριτή και να αναρωτιόμαστε γιατί η πρώτη μας παρόρμηση είναι να συγχωρούμε τον κριτή και τη γονική φιγούρα που τον ενέπνευσε και να κατηγορούμε τον εαυτό μας για τη βλακεία μας.
Ας λυπηθούμε για τον τρόπο που μας φερόμαστε και να ενοχλούμαστε με εκείνους που δεν ήξεραν πώς να μας δείξουν τρυφερότητα. Φυσικά, κατά καιρούς χρειάζεται να επιπλήττουμε τον εαυτό μας και να προσπαθούμε περισσότερο- αλλά το πραγματικό επίτευγμα είναι να ξέρουμε πώς να παραμένουμε ευγενικά και γενναιόδωρα στο πλευρό μας.