Οι γιορτές είναι μια εποχή με φως, ζεστασιά και χαρά. Όμως, για όσους έχουν βιώσει μια απώλεια, οι μέρες αυτές μπορεί να φέρουν στην επιφάνεια ένα βαθύ αίσθημα κενού. Οι αναμνήσεις από αγαπημένα πρόσωπα που δεν είναι πια μαζί μας γίνονται πιο έντονες και μπορεί να νιώθουμε νοσταλγία και θλίψη. Και είναι εντάξει να νιώθουμε έτσι. Είναι εντάξει να μας λείπουν. Η απώλεια είναι μια από τις βαθύτερες ανθρώπινες εμπειρίες και οι γιορτές δεν είναι ανάγκη να λειτουργούν ως πίεση για να κρύψουμε τον πόνο μας πίσω από ένα ψεύτικο ή με το ζόρι χαμόγελο.

Το να θυμόμαστε τις στιγμές που ζήσαμε με όσους αγαπήσαμε, να ανακαλούμε τις φωνές και τα γέλια τους, μπορεί να μας βοηθήσει να νιώσουμε ότι συνεχίζουν να είναι μέρος της ζωής μας, με έναν διαφορετικό τρόπο. Και για εκείνους που είναι ακόμα μαζί μας αλλά δεν είναι πια ίδιοι, ίσως λόγω μιας ασθένειας, μπορούμε να δώσουμε χώρο στις μνήμες του παρελθόντος, τιμώντας αυτό που ήταν κάποτε, ενώ ταυτόχρονα ίσως να βρούμε έναν τρόπο να συνδεθούμε έστω και για λίγο στο παρόν.

Κάποιες φορές, μικρές πράξεις συμβολισμού μπορούν να μας δώσουν παρηγοριά. Ένα κερί που ανάβουμε για εκείνους, ή και μια απλή σκέψη με ευγνωμοσύνη για τον χρόνο που είχαμε μαζί τους. Αυτές οι πράξεις δεν αλλάζουν την απουσία, αλλά μας βοηθούν να αισθανθούμε ότι υπάρχει μια σύνδεση που ο χρόνος και η απόσταση δύσκολα μπορεί να τη σβήσει.

Και αν η θλίψη μοιάζει αβάσταχτη, μπορούμε να θυμόμαστε πως οι γιορτές δεν είναι μόνο για την τέλεια εικόνα της χαράς. Είναι και για όλα όσα μας κάνουν ανθρώπους: τη μνήμη, την απώλεια, την αγάπη. Στην απώλεια υπάρχει χώρος για να ανακαλύψουμε πώς να αγαπάμε ξανά ακόμα κι αν αυτή η αγάπη έχει πάρει μια διαφορετική μορφή.

Η άδεια θέση στο τραπέζι μπορεί να είναι μια υπενθύμιση της απουσίας, αλλά είναι και ένας φόρος τιμής στην αξία που είχε αυτός ο άνθρωπος στη ζωή μας. Και η αγάπη που μας συνδέει μαζί του παραμένει, ακόμα και αν τώρα παίρνει τη μορφή της ανάμνησης.

Η δύναμη των μικρών χαρών

Όσο περισσότερο ζούμε, τόσο μεγαλύτερη εκτίμηση τείνουμε να έχουμε στις μικρές στιγμές της καθημερινότητας, κάτι που ίσως δεν εκτιμάμε αρκετά όταν είμαστε νέοι. Ένα φλιτζάνι ζεστός καφές, η μυρωδιά του βρεγμένου χώματος μετά τη βροχή, μια καλή και ενθαρρυντική κουβέντα ενός φίλου – όλα αυτά φαίνονται απλά, σχεδόν ασήμαντα. Αλλά όσο περνούν τα χρόνια, όσο ζούμε στιγμές χαράς και θλίψης, όσο γνωρίζουμε τον κόσμο μέσα από τις αποτυχίες, τις απώλειες και τις δοκιμασίες, αυτές οι μικρές χαρές αρχίζουν να λάμπουν με έναν ιδιαίτερο τρόπο.

Συχνά ξεκινάμε τη ζωή μας με μεγάλα όνειρα: να κατακτήσουμε τον κόσμο, να βρούμε το απόλυτο νόημα, να ζήσουμε δυνατές συγκινήσεις. Θέλουμε το μεγαλειώδες, το εντυπωσιακό. Όμως, κάπου στη διαδρομή, η πραγματικότητα μας προσγειώνει. Οι σχέσεις που πίστευαμε ότι θα κρατήσουν για πάντα διαλύονται. Οι καριέρες που χτίστηκαν με κόπο αμφισβητούνται. Όσο πιο δύσκολη γίνεται η ύπαρξη στο σύνολό της, όσο περισσότερο γνωρίζουμε για την αγάπη, την ασθένεια, τις συγκρούσεις, την αδιαλλαξία, τις πολιτικές αναταραχές, τόσο περισσότερο εκτιμούμε ό,τι παραμένει απλό και ελπιδοφόρο, παρά τη μετριοπαθή του εμφάνιση ή την έλλειψη προφανούς γοητείας. 

Μέσα από τις δυσκολίες όμως αυτές, κάτι αλλάζει. Ξαφνικά το τιτίβισμα ενός πουλιού δεν είναι απλά ένας ήχος αλλά μια υπενθύμιση ότι η ζωή συνεχίζεται, ότι υπάρχει ομορφιά ακόμα και στις πιο σκοτεινές μέρες. Ένα τραπέζι με αγαπημένους φίλους είναι μια στιγμή σύνδεσης, μια στιγμή που μας υπενθυμίζει πως δεν είμαστε μόνοι. 

Ίσως τελικά αυτή η εκτίμηση των μικρών χαρών είναι το αντάλλαγμα για τον πόνο και την ωριμότητα. Δεν είναι ότι εγκαταλείπουμε τα μεγάλα όνειρα. Είναι ότι μαθαίνουμε να βρίσκουμε την ευτυχία στα πιο απλά. Και αν τελικά αυτό είναι το νόημα της ζωής -να εκτιμάμε το απλό, το καθημερινό- τότε ίσως έχουμε ήδη κερδίσει κάτι πραγματικά ουσιαστικό. 

Μια ενδιαφέρουσα ή μια ευτυχισμένη ζωή;

Τις περισσότερες φορές υποθέτουμε ότι ο απώτερος στόχος όλων των προσπαθειών μας είναι μια ευτυχισμένη ζωή. Όμως πολύ συχνά η καθημερινότητα μας απομακρύνει από αυτή την προσδοκία. Μπορεί να μας κουράζουν οι αποτυχίες μας, να μας απογοητεύουν οι επιλογές μας, να μας συνθλίβει η αίσθηση ότι οι ζωές μας δεν ευθυγραμμίζονται με αυτό που φανταζόμασταν ως ευτυχία. 

Οι δυσκολίες μας δημιουργούν ένα βασικό επίπεδο δυστυχίας, αλλά σύντομα προστίθεται και ένα δεύτερο επίπεδο που προκαλείται από την αίσθηση ότι η δυστυχία μας αντιπροσωπεύει μια θεμελιώδη παραβίαση του αληθινού σκοπού της ζωής μας. Δεν είμαστε μόνο δυστυχισμένοι, είμαστε δυστυχισμένοι επειδή είμαστε δυστυχισμένοι. Είμαστε και λυπημένοι και καταβεβλημένοι από το γεγονός ότι αποτύχαμε στον πιο σημαντικό στόχο. 

Σε αυτές τις δύσκολες στιγμές, μπορεί να βρούμε ανακούφιση επαναπροσδιορίζοντας την κατάστασή μας. Μπορεί να μην μπορούμε να ξεπεράσουμε τις δυσκολίες, μπορούμε όμως να αλλάξουμε το πώς τις νοηματοδοτούμε. Οι δυσκολίες δεν είναι απαραίτητα ενδείξεις αποτυχίας. Είναι αποδείξεις ότι δοκιμάσαμε, ότι παλέψαμε να φτιάξουμε κάτι ουσιαστικό. Δεν χρειάζεται να βλέπουμε τις προσπάθειές μας ως αποτυχίες αλλά ως φυσικά επακόλουθα του χαρακτήρα μας, της προσπάθειάς μας να συνδυάσουμε την περίπλοκη φύση μας με τις ακόμα πιο περίπλοκες πραγματικότητες της ζωής. Αυτό που μας λείπει σε επίπεδο ικανοποίησης, μπορεί να το αναπληρώσουμε σε επίπεδο διορατικότητας και εμπειρίας.

Οι καθημερινές μας δυσκολίες δεν χρειάζεται να αποτελούν το κριτήριο με το οποίο κρίνουμε την αξία της ζωής μας.

Και όταν φτάσουμε στο τέλος της διαδρομής μας, ίσως να μην μετρήσουμε τη ζωή μας με το πόσο ευτυχισμένοι υπήρξαμε. Ίσως να χαμογελάσουμε για την ένταση, την πολυπλοκότητα και τις ανατροπές που ζήσαμε. Μια ζωή δεν χρειάζεται να είναι ήρεμη ή τέλεια για να είναι αξέχαστη. Μπορεί απλώς να είναι ενδιαφέρουσα – και αυτό τελικά να είναι αρκετό.

Πάλι απ’την αρχή

“Αν μπορούσες να ξαναζήσεις τη ζωή σου –να βιώσεις ολόκληρη τη ζωή σου από την αρχή, καρέ καρέ, χωρίς όμως επίγνωση του μέλλοντος, χωρίς κανένα απολύτως περιθώριο παρέμβασης ή αλλαγής σ’ αυτά που θα έμελλε να σου συμβούν, παρά μόνο με τη γνώση ότι την έχεις ξαναζήσει–, θα το έκανες;” αναρωτιέται ο Ρωμανός Γεροδήμος. 

Μια ερώτηση βαθιά και ενδοσκοπική που μας καλεί να σκεφτούμε τις εμπειρίες μας, τις επιλογές μας και την ουσία της ύπαρξής μας. Να σταθούμε και να κάνουμε μια ανασκόπηση όχι μόνο για τις χαρές που μάλλον θα έχουμε ζήσει, αλλά και τις προσπάθειες που έχουμε καταβάλει, τις ματαιώσεις και τις απογοητεύσεις που έχουμε αισθανθεί και όλα αυτά που έχουμε μάθει. Για  κάποιους, αυτή η προοπτική μπορεί να είναι ελκυστική μιας που έχουν πολύτιμες αναμνήσεις και χαρούμενες στιγμές που έχουν διαμορφώσει την ταυτότητά τους. 

Φανταστείτε πώς θα ήταν να ξαναζήσουμε την πρώτη φορά που ερωτευτήκαμε κεραυνοβόλα και μέναμε ξάγρυπνοι για βράδια. Τη χαρά, την αδρεναλίνη όταν καταφέραμε να εκπληρώσουμε ένα στόχο. Η ιδέα να βιώσουμε αυτές τις χαρές ξανά μας προκαλεί μια αίσθηση νοσταλγίας και επιθυμίας. 

Ωστόσο, η ιδέα να ξαναζήσουμε τη ζωή μας φέρνει πάλι στο φως τα λάθη -όχι μόνο τα δικά μας αλλά και των άλλων- που κουβαλάμε. Αποφάσεις που πάρθηκαν γιατί δεν είχαμε άλλη επιλογή, σχέσεις που δεν ευδοκίμησαν, ευκαιρίες που χάθηκαν, θυμός που δεν εκφράστηκε.  Η ζωή ξανά -όχι όμως χωρίς περιθώριο παρέμβασης και γνωρίζοντας έστω και κάτι λίγο για το μέλλον μας- θα ήταν νομίζω ένα όνειρο ζωής για αρκετό κόσμο που θα έδινε τα πάντα για να το καταφέρει. 

Όμως κανένα από τα δύο σενάρια δεν θα συμβούν και όπως πολύ ωραία καταλήγει ο Ρωμανός Γεροδήμος, “η ερώτηση είναι λάθος, είναι ερώτηση παγίδα, στάχτη στα μάτια”. Η ζωή δεν είναι μια σειρά από γεγονότα που πρέπει να αξιολογηθούν ή να κριθούν. Στον γεμάτο αβεβαιότητες και μεταβολές κόσμο, η ικανότητα να εστιάζουμε και να στεκόμαστε στο τώρα, μας προσφέρει μια αίσθηση σταθερότητας και γαλήνης.

Η συνειδητή παρουσία στο παρόν μας επιτρέπει να κάνουμε σχέσεις με τους άλλους, να φτιάξουμε νέες αναμνήσεις και να ζήσουμε τη ζωή με αυθεντικότητα και νόημα. Και το νόημα -όπως λέει και ο Ρωμανός- δεν μπορεί να δημιουργηθεί από μια ζωή αυτο-ικανοποίησης, αλλά από μια ζωή σε σχέση με τους άλλους.

Ο βαρετός άνθρωπος

Με κάποιους ανθρώπους -επιτυχημένους, έξυπνους, εξαιρετικά ευγενικούς, με καλές προθέσεις- είναι δύσκολο να μένουμε ξύπνιοι όταν τους συναναστρεφόμαστε. Μπορεί να είναι κάποιος πολύ κοντινός μας, ο γονιός μας, το παιδί μας, ένας φίλος που έχουμε καλέσει στο σπίτι για να του κάνουμε το τραπέζι και δεν φεύγει με τίποτα. Πολλές φορές λέμε πως εμείς είμαστε πολύ κουρασμένοι, υπερβολικοί ή πως έχουμε αλλάξει και πλέον δεν ανεχόμαστε το παραμικρό και πως θέλουμε οι κοντινές μας σχέσεις να είναι εύκολες. 

Τι είναι αυτό που κάνει έναν άνθρωπο βαρετό; Κάποιος γίνεται πραγματικά πολύ βαρετός όταν μιλάει για ένα πράγμα, ενώ στην πραγματικότητα θα “έπρεπε” να μιλάει για κάτι άλλο. Συνήθως μιλάνε εκτενώς για πολύ σημαντικά θέματα όπως π.χ. πώς διαχέονται τα μόρια στο κενό, τις οικονομικές προοπτικές της Ινδονησίας τους επόμενους 3 μήνες, για πολιτική, ενώ στην πραγματικότητα αποφεύγουν να έρθουν σε επαφή με κάτι άλλο. Το αποτέλεσμα για τους γύρω τους θα είναι να μην ακούνε τίποτα από όσα λένε. Εξάλλου ένα «ενδιαφέρον» θέμα μπορεί να είναι μόνο έτσι αν δεν είναι ταυτόχρονα μια αποφυγή.

Τι μπορεί να αποφεύγει τότε ένας βαρετός άνθρωπος; Το θέμα που τους ταλαιπωρεί είναι πολύ μακριά από αυτό που συζητούν. Όχι η ισπανική τέχνη του 19ου αιώνα, αλλά το πόσο απογοητευμένος αισθάνεται με τη ζωή του. Όχι οι εκλογές αλλά η θλίψη τους για τον πρόσφατο χωρισμό τους. Χρησιμοποιεί τη γλώσσα για να μην μιλήσει, μαζεύει αμέτρητες λέξεις για να καταφέρει μια μεγάλη απόσταση μεταξύ του εαυτού του και κάποιων συγκεκριμένων λέξεων. Ο βαρετός άνθρωπος δεν είναι στην πραγματικότητα βαρετός, βρίσκεται σε μια συνεχή φυγή από αυτό που είναι βαθιά και αγωνιώδες ενδιαφέρον μέσα του.

Θα μπορούσαμε να είμαστε σε επαφή και να παρατηρούμε πότε βαριόμαστε και ίσως, σε κάποιες περιπτώσεις θα μπορούσαμε να πούμε κάτι όπως π.χ. “όλα αυτά είναι πολύ εντυπωσιακά και ενδιαφέροντα και θα ήθελα να ακούσω κάτι πιο δικό σου, πιο προσωπικό”. Και αντί αυτό να φαίνεται σαν προσβολή, θα καταλάβουν πως έχουν λείψει πολύ στον φίλο τους και πως είναι κάποιος που μπορεί να αντέξει τη θλίψη τους, τη ματαίωσή τους, την απελπισία τους και αυτό θα είναι μια ευκαιρία να ξανασυναντήσουν τον αληθινό τους εαυτό. 

Γιατί δυσκολευόμαστε να ακούμε τα καμπανάκια;

Η ικανότητα να αναγνωρίζουμε και να αντιδρούμε στα καμπανάκια κινδύνου -ή όπως πιο συχνά διαβάζουμε στα red flags- έχει τις ρίζες του και στις εμπειρίες της παιδικής μας ηλικίας. Για παράδειγμα, το να μεγαλώνει κάποιος σε μια δυσλειτουργική οικογένεια μπορεί να οδηγήσει σε μια στρεβλή αντίληψη των σχέσεων και είναι “εύκολο” να μάθει να δίνει προτεραιότητα στην ηρεμία έναντι της δικής του ευημερίας, με αποτέλεσμα να αγνοεί τις άσχημες συμπεριφορές των άλλων.

Εξάλλου τι άλλες επιλογές έχει ένα παιδί; Να καλέσει την αστυνομία; να μιλήσει στους φίλους του; να αντιμετωπίσει έναν ενήλικα; Η επιβίωσή του εξαρτάται ακριβώς από το να μην βλέπει ή να ερμηνεύει ως δικό του λάθος οποιαδήποτε προβληματική δυναμική που μπορεί να υπάρχει. Κυρίως όμως μπορεί να αγαπάει πολύ τους ανθρώπους που είναι ντυμένοι στα κόκκινα. Τους ενδιαφέρει τι κάνουν οι φροντιστές του και αν είναι καλά. Μπορεί αρκετές φορές να είναι δύσκολοι μαζί του, αλλά επιλέγει να επικεντρωθεί στις ωραίες στιγμές και ποτέ δεν θα κάνει μεγάλο θέμα για όλα τα υπόλοιπα. Οι άνθρωποι ακούμε όσα καμπανάκια μπορουμε να αντέξουμε. 

Με ένα τέτοιο παρελθόν δεν θα θυμώσουν εύκολα, δεν θα φύγουν γρήγορα εάν δουν μια προβληματική συμπεριφορά από τους συντρόφους τους. Αν κάποιος τους πει ότι τους αγαπάει, είναι σχεδόν το μόνο που αρκεί για να υποθέσουν ότι τα πράγματα πάνε καλά. Γιατί να αρχίσουν να εστιάζουν σε κάποια αρνητικά που υπάρχουν στη σχέση; μπορεί να τους ενοχλεί λίγο εάν ο/η σύντροφός τους μιλάει με όποιον άλλον άνθρωπο βρίσκουν ελκυστικό, ότι δεν είναι συνεπείς σε τίποτα, ότι όλη μέρα κάθονται χωρίς να κάνουν κάτι και δεν φαίνονται και πρόθυμοι να κάνουν κάτι γι’αυτό, αλλά ξέρουν ότι υπάρχουν εκεί και προτιμούν να σκεφτούν κάτι άλλο. 

Όλοι οι άνθρωποι για να μπορούμε να παρατηρούμε, να ακούμε και να κάνουμε κάτι για τα καμπανάκια που χτυπάνε, βοηθάει να έχουμε μεγαλώσει με την πεποίθηση ότι η ευτυχία, η ασφάλεια και η ευημερία μας ήταν εξαιρετικά σημαντικά για κάποιον άλλον. Χρειαζόμαστε τη γνώση -όχι μόνο ως θεωρία αλλά βασικά ως βίωμα- ότι δεν θα επιτρέπουμε στους ανθρώπους να μας κακομεταχειρίζονται, ότι δεν υπάρχει καμία δικαιολογία στο να μας εκμεταλλεύονται και ότι αν μας πούνε ψέματα, η ευθύνη είναι αποκλειστικά του ψεύτη. 

Το πρώτο βήμα προς την αλλαγή για έναν άνθρωπο που δυσκλεύεται, είναι να αναγνωρίσει αυτή τη δυσκολία χωρίς να επικρίνει τον εαυτό του. Πολλοί άνθρωποι εξαιρετικά έξυπνοι και ικανοί σε διάφορους τομείς, στις σχέσεις συχνά παρουσιάζουν μια μορφή επιλεκτικής αδιαφορίας. Συχνά οι άνθρωποι δεν έχουμε την τάση να εντοπίζουμε τα προβλήματα, επειδή δεν αγαπηθήκαμε ποτέ αρκετά ώστε να νιώθουμε πως αξίζουμε να ζούμε χωρίς αυτά.

Θα βοηθήσει να αρχίσουν να στέκονται και να κάνουν στον εαυτό τους κάποιες απλές ερωτήσεις: μας φέρονται καλά; συμφωνούμε με όσα μας συμβαίνουν; τολμάμε να εκφράσουμε τα παράπονά μας; νιώθουμε πραγματικά ευτυχισμένοι;

Για κάποιους, αυτές είναι συνηθισμένες και λογικές ερωτήσεις. Για κάποιους άλλους όμως, αποτελούν την αρχή μιας ουσιαστικής ικανότητας να φροντίζουν τον εαυτό τους με περισσότερη προσοχή και τρυφερότητα.

Το κατάρτι του Οδυσσέα και η παρέμβαση των φίλων στη ζωή μας 

Στην Οδύσσεια διαβάζουμε μια από τις πιο διδακτικές ιστορίες της ελληνικής μυθολογίας, εκείνη του Οδυσσέα, που πέρασε κοντά από τον τόπο όπου έμεναν οι Σειρήνες που  γοήτευαν τους ναυτικούς με το τραγούδι τους και αυτοί μαγεμένοι, ξεχνούσαν τον προορισμό τους, τις ακολουθούσαν και έβρισκαν, εν τέλει, τον θάνατο. Ο Οδυσσέας ακούγοντας την Κίρκη για τον κίνδυνο που διέτρεχε περνώντας από εκεί, βούλωσε τα αυτιά των συντρόφων του με κερί και διέταξε να δέσουν τον ίδιο σε ένα κατάρτι για να μην τις ακολουθήσει.  Ήταν ο δεύτερος που γλίτωσε από τις Σειρήνες.

Όπως ο Οδυσσέας δέθηκε στο κατάρτι του πλοίου του και κατάφερε να αποφύγει τη γοητεία των Σειρήνων και σώθηκε, έτσι και σε μια δύσκολη στιγμή, αυτό που έχουμε είναι το δικό μας κατάρτι. Το εσωτερικό μας κατάρτι, ο εαυτός μας, ο τρόπος που θα μείνουμε στη θέση μας. Το κατάρτι θα μας βοηθήσει να μην ξεχάσουμε τον προορισμό μας, να μην πνιγούμε.

Όμως, μπορεί να υπάρχουν καταστάσεις όπου καμία διδακτική ιστορία και κανένα φιλοσοφικό επιχείρημα δεν είναι αποτελεσματικό. Δεν είναι απαραίτητο να είναι κάτι τραγικό. Εξάλλου ο καθένας μας έχει διαφορετική εκδοχή για τις Σειρήνες του. Μπορεί να αφορά μια δύσκολη συναδελφική σχέση που προσπαθούμε να αγνοήσουμε, ή μια σχέση που πρέπει να τη διαχειριστούμε χωρίς συναίσθημα και να μας δυσκολεύει γιατί στην πραγματικότητα θα θέλαμε να πούμε όλα όσα σκεφτόμαστε, ή να θέλουμε να επικοινωνήσουμε με κάποιον που μας έχει κινήσει το ενδιαφέρον αλλά δεν έχει και νόημα. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η πιο αποτελεσματική αντιμετώπιση, μπορεί να μην είναι η προσπάθεια για διανοητική κυριαρχία, αλλά η αναγνώριση ότι χρειαζόμαστε εξωτερική βοήθεια. Είναι η στιγμή που θα ζητήσουμε τη βοήθεια του “ναυτικού”, εκείνους που μπορούν να προβλέψουν τις αντιδράσεις μας, τις συμπεριφορές μας και που νοιάζονται.

Οι ώριμοι άνθρωποι ξέρουν πότε η ωριμότητα δεν είναι επιλογή. Υπάρχουν φορές που για μια φίλη, έναν φίλο το να μας ακούει σημαίνει να μην μας ακούει και εμείς να έχουμε επίγνωση πως είμαστε αρκετά δυνατοί για να ξέρουμε πόσο αδύναμοι είμαστε. Να καταλαβαίνουμε πως έχει έρθει η στιγμή να πούμε “προστάτεψέ με από αυτό που θέλω, δέσε με στο κατάρτι”.

Θέση μηδέν, όχι ουδετερότητα

Οι άνθρωποι έχουμε την τάση να ερμηνεύουμε τα γεγονότα μέσα από το πρίσμα των προσωπικών μας εμπειριών, του πολιτισμικού μας υπόβαθρου και των συναισθηματικών μας αντιδράσεων. Αυτό συνήθως οδηγεί σε πολωμένες απόψεις, γιατί ενδέχεται να δίνουμε προτεραιότητα σε αφηγήσεις που σχετίζονται με την ταυτότητά μας ή τις πεποιθήσεις μας. Είναι πιθανότερο να αναζητάμε πληροφορίες που ευθυγραμμίζονται με τις απόψεις μας και έτσι χτίζεται μια νοοτροπία διχασμού “εμείς εναντίων αυτών” κάνοντας τον οποιοδήποτε διάλογο πολύ δύσκολο. Η επιλογή του διχασμού είναι πιο εύκολη και λιγότερο επώδυνη ειδικά όταν βλέπουμε πόνο. Η παρατήρηση και η κατανόηση του πεδίου, της κοινωνίας που ζούμε μπορεί να προάγει την ενσυναίσθηση και να ενθαρρύνει ψύχραιμες και ανοιχτές συζητήσεις που αφορούν πολύπλοκα ζητήματα.  

Ζώντας σιωπηλά

Αρκετοί υποθέτουμε ότι ένας άνθρωπος γεννιέται είτε εσωστρεφής είτε εξωστρεφής, σαν να πρόκειται για βιολογικές κατηγορίες, όπως το χρώμα των ματιών ή των μαλλιών. Μάλλον όμως μια πιθανότερη εξήγηση είναι ότι γινόμαστε εσωστρεφείς ή εξωστρεφείς ως αποτέλεσμα συγκεκριμένων εμπειριών της παιδικής μας ηλικίας. 

Ίσως να είναι άνθρωποι που αναγκάστηκαν να προσαρμοστούν στις ανάγκες εκείνων που τους φρόντιζαν. Αρκετά νωρίς ίσως να χρειάστηκε να αναρωτηθούν “τι χρειάζονται οι κάπως ασταθείς ή δύσκολοι άνθρωποι που ζούμε μαζί;” Αντί να έχουν τον χώρο να σκεφτούν με περισσότερη ελευθερία και αυθεντικότητα -όπως αρμόζει σ’ένα μικρό παιδί- “τι θέλω εγώ; πώς νιώθω εγώ;”

Θα μεγαλώσει ως ειδικός στο πώς να διαχειρίζεται δύσκολους χαρακτήρες και να τους δίνει αυτό που χρειάζονται. Βέβαια αυτό το “ταλέντο” δεν θα έρθει χωρίς κόστος για τη δική του ζωή. Άραγε πόσο εξαντλητικό μπορεί να είναι όταν προσαρμοζόμαστε σε όλους όσους συναντάμε και πόσο μεγάλη θα είναι η ανάγκη μας να περνάμε χρόνο μόνοι μας, επειδή η συντροφιά θα μας επηρεάζει και θα απαιτεί από εμάς -ή μάλλον θα νομίζουμε πως απαιτεί- ενέργεια που θα μας αποκόπτει από τον αληθινό μας εαυτό; Θα λαχταράμε τη μοναξιά επειδή η συνύπαρξη μας απομακρύνει από αυτό που πραγματικά είμαστε. 

Οι εσωστρεφείς στερούνται της εμπειρίας ότι μπορούν να είναι με άλλους ανθρώπους και να ικανοποιούνται οι ανάγκες τους. Το παρελθόν τους τούς έχει διδάξει ότι το μόνο άτομο που μπορεί ενδεχομένως να κατανοήσει τις ανάγκες τους είναι οι ίδιοι.

Όλα αυτά μπορούν να κάνουν τις σχέσεις τους δύσκολες. Μπορεί να είναι εξαιρετικοί στο να κατανοούν τις ανάγκες του συντρόφου τους. Αλλά, μετά από λίγο, θα νιώσουν μια έντονη επιθυμία να είναι μόνοι.  Αυτό που ξέρουν είναι “είτε οι ανάγκες του άλλου, είτε οι δικές μου”. Ποτέ όμως και οι δυο. 

Αυτό ακριβώς το σημείο μπορεί να είναι η αρχή για μια παρέμβαση: να δοκιμάσει να πειραματιστεί και να αρχίσει να μην κάνει τόσο έντονη διάκριση ανάμεσα στο τι μπορεί να συμβεί στις ανάγκες του όταν βρίσκεται με άλλους και στο τι μπορεί να καταφέρει όταν είναι μόνος. Θα ήταν βοηθητικό να αποκτήσει επίγνωση και να καταλάβει την απαισιόδοξη αντίληψη για τις σχέσεις και να μην προσεγγίζει κάθε νέα επαφή με την πεποίθηση ότι θα χρειαστεί να ικανοποιήσει τις ανάγκες κάποιου άλλου. Δεν χρειάζεται να πιστεύει πως η μοναξιά είναι ο μόνος τρόπος για να βρει ένα ακροατήριο. Μπορεί να δει πως μια πραγματική σχέση είναι αυτή που επιτρέπει και στους δυο ανθρώπους να ακούγονται και να βλέπονται ταυτόχρονα. 

Πώς οι ανοιχτοί λογαριασμοί της παιδικής ηλικίας εκδηλώνονται στις διαπροσωπικές σχέσεις.

Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες και ίσως αποθαρρυντικές αλλά ταυτόχρονα κρίσιμες συνειδητοποιήσεις που μπορούμε να κάνουμε σχετικά με τις διαπροσωπικές σχέσεις είναι ότι -χωρίς συνειδητή επίγνωση και χωρίς καμία κακή πρόθεση- πολλοί άνθρωποι αναπαράγουν μέσα σε αυτές αυτό που μπορεί να χαρακτηριστεί ως “ανολοκλήρωτες υποθέσεις της παιδικής ηλικίας”.

Οι περισσότεροι τείνουμε να πιστεύουμε ότι παλιότερα τραύματα ή συμπεριφορές που ως παιδιά μας στεναχωρούσαν πολύ μπορούν να παρακαμφθούν. Στην αρχή μια σχέσης, όταν γνωριζόμαστε με έναν άνθρωπο, ίσως μας εξομολογηθεί διάφορα γεγονότα της παιδικής του ηλικίας, για παράδειγμα έναν απόμακρο γονιό ή έντονα επικριτικό, ή απών, ή προσκολλημένο σε άλλο παιδί. Τέτοιες εξομολογήσεις -ειδικά όταν ο απέναντι έχει μια γοητευτική προσωπικότητα- μπορεί να φαντάζουν ως μια έκκληση για κατανόηση και είναι εύκολο να μπούμε στη θέση να προσφέρουμε στήριξη. 

Είναι εμπειρικά παρατηρημένο πως όποιος πόνος έχει προκληθεί σε κάποιον στη σχέση με έναν γονιό, θα μεταφερθεί, σχεδόν με βεβαιότητα, στη σχέση με τον σύντροφό του. Εάν κάποιος αγνοήθηκε, θα αγνοηθεί και ο σύντροφός του. Εάν κάποιος ένιωσε αβεβαιότητα, θα προκληθεί αβεβαιότητα και στον σύντροφό του. Εάν κάποιος υπέστη σκληρή κριτική, ο σύντροφος μάλλον θα κριθεί με αυστηρότητα. Ενίοτε, ο ένας από τους δυο θα παίρνει μηνύματα από τον σύντροφό του που ήταν προορισμένα για τον γονιό του, αλλά ποτέ δεν εκφράστηκαν γιατί δεν επιτρεπόταν.  

Με άλλα λόγια, ο σύντροφός μας δεν αναζητά απλώς και μόνο μια σχέση μαζί μας, αλλά προσπαθεί να επαναλάβει ένα σενάριο και μια επικοινωνία με έναν γονέα που τον ματαίωνε, τον απογοήτευε και παρόλα αυτά τον αγαπούσε. Αρκετοί άνθρωποι δεν είναι ότι μια επαναλαμβανόμενη ιστορία είναι εξ αρχής δύσκολη, αλλά ότι δεν καταφέρνουμε να αλλάξουμε το τέλος της. Ψάχνουμε στην ενήλικη ζωή μια δεύτερη ευκαιρία για να διορθώσουμε μια τραυματική δυναμική που σαν παιδιά δεν ξέραμε, δεν μπορούσαμε και δεν ήταν και η δουλειά μας να το κάνουμε.

Η διαχείριση μιας τέτοιας κατάστασης απαιτεί μια νοητική προσπάθεια, την ικανότητα να αναγνωρίσουμε ότι πέρα από την επιφάνεια της σύγκρουσης μπορεί να διακυβεύεται κάτι βαθύτερο. Χρειάζεται θάρρος να επιστρέψουμε τα συγκεκριμένα μηνύματα στους αποστολείς τους και να κατανοήσουμε ότι “παρά την έντονη πρόθεση του/της συντρόφου μου, αυτό το μήνυμα δεν αφορά και δεν προορίζεται για μένα”. Αυτή η συνειδητοποίηση μπορεί να έρθει μετά από χρόνια σχέσης και πολλές ώρες άλυτων και συνεχόμενων καυγάδων με έναν άνθρωπο που αγαπάμε και που ίσως να μας αγαπάει επίσης βαθιά.