Συνεξάρτηση (ή όταν η Ηχώ ερωτεύτηκε τον Νάρκισσο) Μέρος II

Οι αναφορές στη θεραπευτική αντιμετώπιση της συνεξάρτησης ακολουθούν διάφορες προσεγγίσεις όπως ατομική ή ομαδική ψυχοθεραπεία, τα 12 βήματα των Ανώνυμων Συνεξαρτημένων ή μια πιο συνθετική θεραπευτική προσέγγιση.  Το τι βοηθάει τον καθένα είναι καθαρά προσωπική επιλογή και όταν με ρωτάνε ποια προσέγγιση να επιλέξουν, απαντάω τι έχει βοηθήσει εμένα μέχρι τώρα στο να δω και να αντιμετωπίσω τα θέματά μου και πως βίωσα και βιώνω εγώ τη θεραπεία μου γενικά.

Το σημαντικό είναι να ζητήσει κάποιος βοήθεια και κυρίως να καταλάβει πως η ανάρρωση από τη συνεξάρτηση δεν βρίσκεται στο άλλο άτομο, ανεξάρτητα από το πόσο μπορεί να πιστεύει το αντίθετο.  Βρίσκεται στον εαυτό του και στους τρόπους με τους οποίους έχει προσπαθήσει να επηρεάσει τους άλλους. Βρίσκεται στην εμμονή, στον έλεγχο, στο θυμό και τις ενοχές, στην εξάρτηση από ιδιόμορφα άτομα, στην προσέλκυση από το ακατανόητο και την ανοχή σ’αυτό, που καταλήγουν σε εγκατάλειψη του εαυτού μας, σε προβλήματα επικοινωνίας και οικειότητας.

Κάποιος θα πει πως είναι φυσικό να θέλουμε να προστατεύσουμε και να βοηθήσουμε τους ανθρώπους για τους οποίους ενδιαφερόμαστε.  Είναι φυσικό να επηρεαζόμαστε και να αντιδράμε στα προβλήματα των άλλων. Η λέξη ‘αντιδρώ’ έχει ιδιαίτερη σημασία από την άποψη πως η συνεξάρτηση έχει έντονα το στοιχείο της αντίδρασης αφού οι συνεξαρτώμενοι αντιδρούν συνέχεια είτε υπερβολικά, είτε υποτονικά αλλά σπανίως δρουν.

Δεν είναι αφύσικο στο να αντιδρά κάποιος, αλλά το να μάθει πως να μην αντιδρά και να δρα με πιο υγιείς τρόπους είναι ένας σίγουρος τρόπος για να προστατεύσει τον εαυτό του. Δεν σημαίνει πως γινόμαστε απόμακροι ή σταματάμε να ενδιαφερόμαστε. Σημαίνει πως αγαπάμε και δημιουργούμε δεσμούς, χωρίς όμως να τρελαινόμαστε. Μαθαίνουμε πως κάθε άτομο είναι υπεύθυνο για τον εαυτό του και υιοθετούμε μια στάση που λέει ότι πρέπει να κρατιόμαστε μακριά από τις ευθύνες των άλλων και να φροντίσουμε για τις δικές μας. Παραχωρούμε στους άλλους και στον εαυτό μας την ελευθερία να είμαστε υπεύθυνοι και να εξελισσόμαστε.

Δεν είναι υποχρεωτικό να παίρνουμε τα πάντα προσωπικά και κατάκαρδα. Το να πω σε κάποιον “Αν μ’αγαπούσες/αν ήμουν σημαντική για σένα, δεν θα μ’αφηνες να περιμένω/θα απαντούσες στο μήνυμά μου/θα μίλαγες ειλικρινά” έχει νόημα όσο και το να πω σε κάποιον που έχει πνευμονία “Αν μ’αγαπούσες δεν θα έβηχες”.

Συνήθως, τα πράγματα έχουν να κάνουν μ’εμάς πολύ λιγότερο απ’ό,τι νομίζουμε. Εάν κάποιος π.χ. συνηθίζει σε μια σχέση όταν έρθει κοντά με τον άλλον ξαφνικά ν’απομακρύνεται, με τον ίδιο τρόπο θα σχετιστεί και στην επόμενη σχέση.  Το δικό του θέμα πιθανόν να έχει να κάνει με το πως κόβει την επαφή ή θέματα οικειότητας. Εάν εγώ στο σήμερα, νιώθω υπερβολικό πόνο ή καθήλωση για μια τέτοια αλλόκοτη συμπεριφορά, αυτό είναι το δικό μου θέμα. Αυτό που θα βοηθήσει είναι να μείνω λίγο σε μένα και να σκεφτώ, τί μου θυμίζει αυτή η συμπεριφορά που με καθηλώνει; από πού την ξέρω; Πολλές φορές τα συναισθήματά μας δεν γεννιούνται από την τρέχουσα κατάσταση και δεν αφορούν στην πραγματικότητα το εν λόγω πρόσωπο, αλλά πυροδοτούν κάτι που μας συνέβη πριν πολύ καιρό.

Μέσα στη θεραπεία αναγνωρίζεται το βασικό τραύμα ή τραύματα και μπορεί ο άνθρωπος να κατανοήσει το ρόλο που διαδραμάτισε τόσο αυτό όσο και οι άλλοι σε αυτό το τραύμα. Μ’αυτό τον τρόπο θα σταματήσω να προσπαθώ να κάνω κάποιον άλλον ν’αλλάξει, θα σταματήσω να προσπαθώ με τη συμπεριφορά μου να ελέγξω, θα μάθω να διαχωρίζω τον εαυτό μου από τα πράγματα, θα γίνω εγώ γονιός του εαυτού μου και κυρίως θα σταματήσω να ταλαιπωρούμαι.

Δηλαδή, εάν γίνουν όλα αυτά, η σχέση θα καλυτερεύσει;
Όταν κάποιος παύει να καθρεφτίζει το ναρκισσιστή η σχέση τελειώνει.  Ο ναρκισσιστής δεν μπορεί να σχετιστεί μ’ένα αυτόνομο άτομο. Το βασικό εμπόδιο της ανάπτυξης είναι ο φόβος για τον πόνο, η απροθυμία να μπούμε σε μια διαδικασία επίπονη, όπως η ψυχοθεραπεία. Επίπονη και συναρπαστική.

earworm and all that jazz!

Video

Sometimes a song can get stuck in your mind. Become a little piece of unwanted music, that keeps looping for the rest of your day.

Neurologists claim that stuck songs are like thoughts we’re trying to suppress. The harder we try not to think about them, the more we can’t help it. The phenomenon is also known as earworms, and the ongoing ‘dim di da da dum’ causes a kind of brain itch you can’t scratch.

Can’t Get That Song Out of My Head: An Animation of a Psychological Phenomenon We All Know

Συνεξάρτηση (ή όταν η Ηχώ ερωτεύτηκε τον Νάρκισσο) Μέρος I

Η συνεξάρτηση πρόκειται για έναν αμφιλεγόμενο όρο ο οποίος προέρχεται από τη φιλοσοφία των ανωνύμων ομάδων αυτοβοήθειας που βασίζονται στο πρόγραμμα των 12 βημάτων. Αναφέρεται σε μια συμπεριφορά “διευκόλυνσης” ενός εξαρτημένου σημαντικού άλλου, σε βάρος του εαυτού.  Με τον όρο “διευκόλυνση” εννοούμε μια τάση για υπερπροστασία και έλεγχο, μια συμπεριφορά που διαιωνίζει την εξάρτηση του άλλου, εμποδίζοντάς τον ν’αναλάβει την ευθύνη του εαυτού του. Η συμπεριφορά “διευκόλυνσης” των συζύγων, ή άλλων μελών της οικογένειας των αλκοολικών αρχικά ονομάστηκε “συν-αλκοολισμός” και στη συνέχεια, καθώς τα προγράμματα των 12 βημάτων επεκτάθηκαν και σε εξαρτήσεις από άλλες ουσίες και άλλες μορφές εξάρτησης (όπως πχ βουλιμία, τζόγος) υιοθετήθηκε ο όρος “συνεξάρτηση”.

Ωστόσο, εκτός απ’τις ομάδες των ανωνύμων, το θέμα της συνεξάρτησης έχει ευρέως μελετηθεί και από το χώρο των επαγγελματιών της ψυχικής υγείας όπου έχουν γίνει αρκετές προσπάθειες ορισμού της, έχουν αναπτυχθεί διαγνωστικά εργαλεία για την εκτίμησή της (Beck, 1991) και αρκετές υποθέσεις σχετικά με την αιτιολογία της.

Όμως, η συνεξάρτηση δεν προϋποθέτει πάντα την παρουσία ενός αλκοολικού ή γενικότερα εξαρτημένου από ουσίες σημαντικού άλλου, αλλά μπορεί να υπάρχει ανεξάρτητα από τη χημική εξάρτηση. Ο όρος χρησιμοποιείται και για να καθορίσει τις σχέσεις όπου ο ένας σύντροφος εμφανίζει μια χειριστική συμπεριφορά και ο άλλος, φοβούμενος την εγκατάλειψη, συμμορφώνεται. Υπάρχουν άνθρωποι που δυσκολεύονται πολύ να φύγουν από μια άσχημη σχέση και περιγράφουν καταστάσεις όπου όταν έρχονται κοντά στο σύντροφό τους,  εκείνος αρχίζει και απομακρύνεται, και όταν εκείνοι απομακρύνονται με οδύνη, τότε ο σύντροφός τους επιστρέφει.

Σύμφωνα με τους Ανώνυμους Συνεξαρτημένους, ένας άνθρωπος με θέματα συνεξάρτησης, παρουσιάζει συγκεκριμένα μοτίβα συμπεριφοράς όπως στο να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως ανιδιοτελή και αφιερωμένο στην ευημερία των άλλων, να ζητάει συνεχώς την αναγνώριση, να είναι εξαιρετικά πιστός και να παραμένει σε επιζήμιες καταστάσεις για μεγάλο χρονικό διάστημα, να εκφράζει τον θυμό και την επιθετικότητα με παθητικούς τρόπους, να χρησιμοποιεί το σεξ ενώ θέλει αγάπη, να προσελκύει τους άλλους προς το μέρος του, αλλά όταν έρθουν  κοντά, να τους ωθεί μακριά. http://www.coda.org/tools4recovery/patterns-new.htm

Οι Hughes-Hammer, Martsolf, and Zeller’s (1998a) διαμόρφωσαν ένα μοντέλο για τη συνεξάρτηση.  Το μοντέλο αυτό αποτελείται από μια βασική έννοια: την εστίαση στους άλλους και την παραμέληση του εαυτού, και τέσσερις άλλες υπο-έννοιες: χαμηλή αυτοαξία, απόκρυψη εαυτού, προβλήματα υγείας, θέματα της οικογένειας καταγωγής.
(Με την εστίαση στους άλλους και την παραμέληση του εαυτού θα αναφερθώ στο δεύτερο μέρος του ποστ)

Γιατί όμως συμβαίνει αυτό; ο Cermak (1991) θεωρεί τα χαρακτηριστικά της συνεξάρτησης συμπληρωματικά του ναρκισσισμού και αναφέρεται στο μύθο του Νάρκισσου και της Ηχούς. Η Ηχώ ελκύεται από το Νάρκισσο γιατί, σύμφωνα με τον Freud, ο ναρκισσισμός ενός ατόμου ασκεί μεγάλη έλξη σ’όσους έχουν απαρνηθεί μέρος του δικού τους ναρκισσισμού. Κατά την περίοδο που τα παιδιά διαφοροποιούνται από τους γονείς τους, αναπτύσσουν δυο συμπληρωματικές ανάγκες. Η πρώτη, μια φυσιολογική ναρκισσιστική ανάγκη όπου αναζητούν την εκτίμηση των άλλων στις ικανότητές τους, και η δεύτερη μια ‘ηχωϊστική’ ανάγκη, η οποία αφορά στην ανάγκη τους να σχηματίσουν μια εξιδανικευμένη εικόνα για τους γονείς τους, με την οποία να συγχωνευθούν.  Όταν η ανάπτυξη είναι φυσιολογική, οι ναρκισσιστικές ανάγκες οδηγούν στην αυτοπεποίθηση, ενώ οι ηχωϊστικές στην ενσυναίσθηση του ενήλικα (Cermak, 1991). Ένας ναρκισσιστής γονιός έχει την τάση να απορρίπτει τις φυσιολογικές ναρκισσιστικές ανάγκες ενός παιδιού, ενώ αντίθετα, ένας γονιός με θέματα συνεξάρτησης, πυροδοτεί τις ναρκισσιστικές ανάγκες. Και στις δυο περιπτώσεις, οι αντίστοιχες ανάγκες παραμένουν στην παιδική τους μορφή και γίνονται ναρκισσισμός και συνεξάρτηση.

Οι ειδικοί λένε πως οι Ναρκισσιστές είναι οι πιο δυνατοί μαγνήτες για έναν άνθρωπο που κάνει σχέσεις εξάρτησης. Στην Αμερική, πάνω από 40 εκατομμύρια άνθρωποι, ειδικά γυναίκες, έχουν την ‘ταμπέλα’ του συνεξαρτώμενου (η συνεξάρτηση δεν έχει συμπεριληφθεί μέχρι τώρα στο DSM και γι αυτό δεν χρησιμοποιώ τη λέξη διάγνωση) Πολλές έρευνες ισχυρίζονται πως η συνεξάρτηση συσχετίζεται με την κατάθλιψη  (Hughes-Hammer, Martsolf & Zeller, 1998; Doheny, 2000) και πως μπορεί να οδηγήσει σε πιο σύνθετα προβλήματα (Sadock & Sadock, 2000)

Το θέμα θα συνεχιστεί σε επόμενο ποστ και θα επικεντρωθεί στο πως μπορεί κάποιος να ζητήσει και να πάρει βοήθεια.

Γκρεμίζοντας τείχη, χτίζοντας γέφυρες – Μέρος Δεύτερο

Το Σάββατο,16 Φεβρουαρίου 2013, στα εκπαιδευτήρια «Ο Πλάτων» παρουσιάστηκε το τρίτομο έργο «Βοήθημα Εκπαιδευτικού μικρών παιδιών: Θεωρία & Πράξη».

Πρόκειται για μια συλλογική προσπάθεια, στην οποία συμμετείχαν με εργασία και ψυχοθεραπευτές  από  το Κέντρο Ψυχοθεραπείας & Εκπαίδευσης Gestalt Foundation,με τίτλο «Διαχείριση και Επίλυση των συγκρούσεων μέσω της βιωματικής μάθησης και της προσέγγισης Gestalt στο χώρο της προσχολικής εκπαίδευσης».

Στην εργασία, αναφέρονται βασικές αρχές του Διαλόγου και της Αναδόμησης Σχέσεων, αντικρίζοντας καταστάσεις εσωτερικών και εξωτερικών συγκρούσεων είτε σε επίπεδο προσωπικό είτε στο πλαίσιο μιας προσχολικής τάξης.

Το γεγονός πως μια προσπάθεια δεν έμεινε απλά ως μια ακόμη διημερίδα αλλά προχώρησε λίγο παραπέρα, είναι ένα ελπιδοφόρο βήμα όπως όλες οι προσπάθειες που γίνονται σε πολλά σχολεία με θέμα την επιθετικότητα, το θυμό και τον σχολικό εκφοβισμό.

Είναι ελπιδοφόρο γιατί η μάθηση δεν ορίζεται μόνο ως λήψη παγιωμένης γνώσης από ένα παθητικό δέκτη, αλλά ως διαδικασία ανακάλυψης της γνώσης στην οποία παίρνει μέρος και το παιδί μαζί με τον δάσκαλο.

Είναι ελπιδοφόρο γιατί όταν ο δάσκαλος θα προσπαθεί να δει τις ανάγκες του παιδιού και δεν θα τις υποθέτει εκ των προτέρων, τότε θα μπορεί να το  βοηθήσει και να το στηρίξει.

Είναι ελπιδοφόρο γιατί τα παιδιά μαθαίνουν από νωρίς πως στο σύνολο στο οποίο ανήκουν πολλές φορές θα έρθουν αντιμέτωποι με το διαφορετικό και πως είναι εντάξει να έχουμε διαφορές. Σταδιακά, μαθαίνουν πως το σημαντικό δεν είναι ν’αποφεύγουν τη δυσκολία και να βρουν τρόπους να την παρακάμψουν, αλλά να την αντιμετωπίζουν.

Η πρώτη έκδοση δόθηκε δωρεά στον οργανισμό «Το Χαμόγελο του Παιδιού» και όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να αγοράζει το βιβλίο από εκεί

Δημοσιεύθηκε στο ΒΗΜΑ στις 20-2-2013

You give loVe a bad name

Image

You give loVe a bad name

Σύμφωνα με τον Observer είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία του 2012.
Ο Δρ. Robin Dunbar, Καθηγητής εξελεγκτικής ψυχολογίας στο Πανεπιστημίο της Οξφόρδης και επίσης γνωστός για τη θεωρία του “Dunbar’s number”, προσπαθεί -όχι τόσο επιτυχημένα κατά την άποψή μου- να διερευνήσει ερωτήματα τύπου τί συμβαίνει στον εγκέφαλό μας όταν τα βλέμματά μας συναντιούνται; γιατί προσπαθούμε και αποτυγχάνουμε να είμαστε μονογαμικοί; πώς επιλέγουμε συντρόφους και κατά πόσο τα γονίδιά μας πλήττουν τη συμπεριφορά μας;
Ο Δρ. Dunbar, είναι αρκετά συνεπαρμένος με τις υπερδυνάμεις των γονιδίων και των ορμονών που δρουν στο σώμα και στον εγκέφαλο και καθορίζουν τη συμπεριφορά μας. Ισχυρίζεται, πως τα γονίδια (MHC) καθορίζουν αντιδράσεις και διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην επιλογή συντρόφου. Μάλιστα, η τάση μας είναι να επιλέγουμε ανθρώπους με διαφορετικά (MHC) γονίδια έτσι ώστε οι απόγονοί μας να έχουν γερό και ανθεκτικό ανοσοποιητικό σύστημα. Σε μια μελέτη που πήραν μέρος 48 ζευγάρια, οι γυναίκες βαθμολόγησαν το σεξουαλικό τους ενδιαφέρον στο σύντροφό τους πολύ ψηλότερα όταν μοιράστηκαν λιγότερα (MHC) αλληλόμορφα.

Οι άνθρωποι έχουμε αναπτύξει μια προδιάθεση για μονογαμία παρά το γεγονός ότι το αυστηρά μονογαμικό ζευγάρωμα δεν προσφέρει σοβαρά πλεονεκτήματα, γράφει ο Καθηγητής. Διαβάζουμε επίσης πληροφορίες τύπου οι άνδρες προτιμούν τις γυναίκες με καμπύλες, οι νέες γυναίκες έχουν πάντα το προβάδισμα στην επιλογή, πως οι άνθρωποι όταν μεγαλώνουμε οι επιλογές μας μειώνονται και αναγκαζόμαστε να συμβιβαζόμαστε με δεύτερες, τρίτες κλπ επιλογές και φυσικά πως επιλέγουμε συντρόφους που μοιάζουν στους γονείς μας.

Είναι αλήθεια, πως η φύση και η μορφή της πρώτης σχέσης γίνεται μοντέλο για τις μετέπειτα σχέσεις, προκαλώντας προσδοκίες για το αν το άτομο είναι άξιο αγάπης. Αυτό όμως, είναι διαφορετικό και κυρίως περιοριστικό από το να ισχυριζόμαστε πως πάντα επιλέγουμε συντρόφους που μοιάζουν στους γονείς μας. Όπως περιοριστικό είναι να λες πως όσο μεγαλώνει ο άνθρωπος έχει λιγότερες επιλογές.
Διαφορετικές, ίσως. Λιγότερες, όχι.

Γκρεμίζοντας τείχη, χτίζοντας γέφυρες

Tον Απρίλιο του 2011, η Σχολική Σύμβουλος της 55ης Περιφέρειας Ανατολικής Ατιτκής οργάνωσε μια διημερίδα με θέμα «Προσεγγίζοντας τη διαφορετικότητα στη Προσχολική Εκπαίδευση». Η διημερίδα συνέπεσε με την ημέρα των Ρομά και η ΜΚΟ «Αντίρροπον» σε συνεργασία με το Κέντρο Ψυχοθεραπείας & Εκπαίδευσης Gestalt Foundation, ανέλαβε να κάνει δίωρο βιωματικό σεμινάριο σε εκπαιδευτικούς προσχολικής ηλικίας με τίτλο «Γέφυρες μεταξύ δυο κόσμων. Δουλεύοντας με το διαφορετικό-Επίλυση συγκρούσεων στο σχολείο».

Ως ψυχοθεραπευτές, έχοντας στο μυαλό μας τη κρίση που περνάει το εκπαιδευτικό σύστημα, τη συνεχόμενη αύξηση των φαινομένων μη ανοχής, ξενοφοβίας, περιθωριοποίησης και διακρίσεων σε βάρος μειονοτήτων, την αγωνία των γονιών, το άγχος και την ανασφάλεια που βιώνουν οι εκπαιδευτικοί, αναρωτηθήκαμε, με ποιο τρόπο και τί θα μπορούσε να προσφέρει η ψυχοθεραπευτική διαδικασία σ’ένα σχολικό πλαίσιο, ιδιαίτερα σ’αυτό της προσχολικής ηλικίας, όπου εκεί τίθενται τα θεμέλια μελλοντικών συμπεριφορών.

Συνήθως, όταν κάποιος διαβάζει τη φράση επίλυση συγκρούσεων πιστεύει πως θα ακούσει κάποιες «τεχνικές» οι οποίες όταν εφαρμοστούν θα λύσουν μια δύσκολη κατάσταση. Οι τεχνικές που προτείνει η θεραπευτική προσέγγιση Gestalt, δεν είναι τίποτα περισσότερο από την πρακτική εφαρμογή της φιλοσοφίας της σχετικά με τον άνθρωπο και τις ανθρώπινες σχέσεις. Αυτό σημαίνει ότι μια γενική αλλαγή στο τρόπο που βλέπει ο εκπαιδευτικός τον εαυτό του και το ρόλο του στη σχολική τάξη είναι μερικές φορές αρκετή για να δώσει νέες ιδές και δημιουργικότητα στον τρόπο με τον οποίο χειρίζεται τις κρίσεις.

Ο πιο σίγουρος τρόπος για να γίνει αυτό είναι η βιωματική μάθηση μέσω ασκήσεων.

Μια από αυτές ήταν να ζητήσουμε από τους συμμετέχοντες να κάνουν ομάδες οκτώ ατόμων με συναδέλφους που δεν γνώριζαν καθόλου. Αφού είπε ο καθένας τ’όνομα του και κάτι γι’αυτόν -όχι χαρακτηριστικό της ταυτότητάς τους- τους ζητήσαμε να διαλέξουν κάποιον από την ομάδα που θεωρούσαν ότι έχουν κάτι κοινό και να συζητήσουν για λίγη ώρα γι’αυτό που τους έφερε κοντά.

Στη συνέχεια, έπρεπε να διαλέξουν αυτόν που δεν θα διάλεγαν και να μιλήσουν μαζί του γι’αυτό που τους φάνηκε διαφορετικό.

Όταν καθίσαμε πάλι στον κύκλο, μας ενδιέφερε να μοιραστούν την εμπειρία τους σε σχέση με απλά ερωτήματα όπως «Πόσο όμοιος ήταν ο όμοιος», «πόσο διαφορετικός ήταν ο όμοιος», «πόσο διαφορετικός ήταν ο διαφορετικός», «πόσο όμοιος ήταν ο διαφορετικός».

Μ’αυτό τον τρόπο είχαν την ευκαιρία να έρθουν σ’επαφή με το ίδιο και το διαφορετικό, με τις προβολές που κάνουμε όταν συναντάμε κάποιον που δεν γνωρίζουμε και με την αλήθεια της φράσης «μέσα στο διαφορετικό συναντώ τον εαυτό μου και μέσα στο ίδιο συναντώ τον άλλο».

Είχαν την ευκαιρία να δοκιμάσουν να μπουν στη θέση του άλλου, στη θέση του γονιού και του παιδιού. Έγινε καθαρό πως ο μόνος δρόμος προς την επίλυση μιας σύγκρουσης είναι η σχέση. Να πάρω την ευθύνη να φτιάξω μια σχέση με τον άλλον και να τον συμπεριλάβω στην οπτική μου.

Αυτή η βιωματική ομάδα, διήρκησε μόνο 2,5 ώρες. Μαζί με άλλους εννέα συναδέλφους ψυχοθεραπευτές και δυο εκπαιδευτές-ψυχοθεραπευτές χρειάστηκε να συντονιστούμε και να βρεθούμε δυο φορές για περίπου τέσσερις ώρες, για να οργανώσουμε αυτό το δίωρο.

Χρειάστηκε εμείς οι ίδιοι να δούμε πως είμαστε με το διαφορετικό. Τι μας προκαλεί; Τι είναι αυτό που μας φοβίζει; Να δούμε τυχόν προκαταλήψεις που έχουμε. Να ενημερωθούμε από τους ανθρώπους του «Αντίρροπον» για τους Ρομά. Πώς ζουν, Τί προβλήματα αντιμετωπίζουν; Να έρθουμε στη θέση των νηπιαγωγών οι οποίοι και εκείνοι πιέζονται και πολλές φορές έχουν να αντιμετωπίσουν το θυμό, την απαίτηση και την πίεση των γονιώνκαι των διευθυντών. Των γονιών που έχουν άγχος για τα παιδιά τους και φοβούνται. Χρειάστηκε να δεσμευθούμε πως για δυο μέρες θα αλλάξουμε το πρόγραμμά μας και θα είμαστε εκεί για να παρακολουθήσουμε όλη τη διημερίδα.

Ο εθελοντισμός έχει προετοιμασία, προσπάθεια, θέληση, πίστη και κυρίως δέσμευση. Πίστη στο καταλυτικό ρόλο του δασκάλου ο οποίος μπορεί να εμπνεύσει τα παιδιά -από το νηπιαγωγείο ακόμα- προς τα υψηλά ανθρωπιστικά ιδεώδη της ισοτιμίας και της ουσιαστικής δημοκρατίας.

Πίστη, πως το σχολείο μπορεί να οργανώνει πολιτιστικές εκδηλώσεις με θέμα την υγιή αντιμετώπιση των προσφύγων, των μεταναστών και την καταπολέμηση του κοινωνικού ή φυλετικού ρατσισμού που αναβιώνει σήμερα.

Πίστη, πως η εκπαίδευση οφείλει και μπορεί να προάγει την κατανόηση, την ανοχή και τη φιλία μεταξύ όλων των φυλετικών ή θρησκευτικών ομάδων.

Πίστη, πως το ίδιο μας ενώνει αλλά η επαφή μας με το διαφορετικό μας «μεγαλώνει».

Δημοσιεύθηκε στο ΒΗΜΑ στις 5/2/2013

http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=496570#.URDAprk4WGc.facebook

Κλείνοντας χρονιά και λογαριασμούς.

Πριν λίγο καιρό διάβασα το άρθρο του David Brooks με τίτλο “How People Change” στους New York Times. Tο άρθρο, είναι βασισμένο σ’ένα μέιλ που έστειλε ο Νick Crews στα παιδιά του. Σ’αυτό το γράμμα εξέφραζε την απογοήτευση τη δική του και της μητέρας τους για τις μέχρι τώρα επιλογές τους και κατέληγε στο ότι δεν θέλει να ξανακούσει από εκείνα εκτός εάν είχαν να του πουν κάτι ευχάριστο ή αν του παρουσίαζαν ένα σχέδιο για τη ζωή τους. Την επιστολή αυτή την έδωσε για δημοσίευση η κόρη του.

Ο Brooks, εάν και πρόκειται για ένα θέμα στο οποίο πιστεύω πως όποιος το διαβάζει ταυτίζεται ή με τον πατέρα ή με την κόρη, ή του δίνεται η ευκαιρία να κάνει απίστευτες προβολές, δεν πέφτει στη “παγίδα”.  Αντιθέτως, στέκεται στο τρόπο με τον οποίο μαθαίνουμε και ξε-μαθαίνουμε οι άνθρωποι συμπεριφορές, η ύπαρξη των οποίων κάποτε εξυπηρετούσαν ένα σκοπό, όμως στο τώρα, στο σήμερα μας μπλοκάρουν ή μας ταλαιπωρούν.  Δείχνει σαφή προτίμηση σε μπηχεβιοριστικές προσεγγίσεις ως τον καλύτερο τρόπο αλλαγής συμπεριφορών.

Διαβάζοντάς το, αμέσως θυμήθηκα ένα καυγά που είχα με τον πατέρα μου πριν πολλά χρόνια. Ήταν Παραμονή Χριστουγέννων. Τότε, έμενα ακόμα με τους γονείς και τ’αδέρφια μου και η κατάσταση ήταν αρκετά δυσάρεστη από την άποψη πως όταν συναντιόμασταν δεν ανταλλάσαμε κουβέντα. Είχα θυμώσει, πέρναγα από δίπλα του και έκανα πως δεν υπάρχει, σχεδίαζα διάφορα εκδικητικά σενάρια που είχαν να κάνουν με τα λουλούδια του που τόσο πολύ αγαπάει και σκεφτόμουνα “εάν δεν μου μιλήσεις πρώτος, εγώ δεν πρόκειται να σου ξαναμιλήσω”. Μιλήσαμε 25 μέρες μετά. Στις 18 Ιανουαρίου.

Δεν στάθηκα καθόλου σ’αυτά που λέει το άρθρο για τον μπηχεβιορισμό, για το ποιος είναι ο πιο σωστός τρόπος να μάθει ένας άνθρωπος κλπ. αλλά στο πόσο θυμωμένη είναι με τον πατέρα της για να φτάσει στο σημείο να δώσει αυτό το γράμμα για δημοσίευση. Ο Brooks γράφει με σιγουριά πως το έκανε για διαφημιστικούς λόγους αλλά και γω με την ίδια σιγουριά γράφω πως δεν κάνεις κάτι τέτοιο εάν δεν είσαι πραγματικά θυμωμένος, πληγωμένος και δεν έχεις ανοιχτούς λογαριασμούς με τον πατέρα σου ή με κάποιον που σημαίνει για σένα πολλά.

Για άλλη μια φορά επιβεβαιώθηκε η γνώση -που την αποκτάς μόνο βιωματικά- για τη χρησιμότητα των ανθρώπων να μην αφήνουν ανοιχτούς λογιαριασμούς με το παρελθόν. Οι ανολοκλήρωτες εμπειρίες και τα συναισθήματα επιμένουν στη μνήμη μας ζητώντας την ολοκλήρωσή τους. Αφορούν στις ανάγκες που δεν έχουν ικανοποιηθεί, καθώς και σε συναισθήματα που δεν έχουν εκφραστεί και τα οποία συνδέονται με αναμνήσεις του παρελθόντος. Οι ανοιχτοί λογαριασμοί ζητούν την ολοκλήρωσή τους και εάν αυτό δεν γίνει, παραμένουμε ανικανοποίητοι και καθηλωμένοι. Όταν ο ανοιχτός λογαριασμός κλείσει, και με μπηχεβιοριστικές μεθόδους αυτό δεν είναι εφικτό, τότε δεν έχουμε την ανάγκη να πονέσουμε ή να τιμωρήσουμε αυτόν που δεν μας έδωσε όλα όσα είχαμε ανάγκη όχι γιατί δεν ήθελε, αλλά γιατί δεν ήξερε.

Οι μπηχεβιοριστικές προσεγγίσεις προσωπικά δεν μου ταιριάζουν. Όμως, όποιος ενδιαφέρεται να διαβάσει περισσότερα για το θέμα, το How to break habits του Charles Duhigg είναι στη λίστα με τα καλύτερα βιβλία ψ του 2012.

Η καινούργια χρονιά είναι κοντά και ίσως είναι μια καλή ευκαιρία να κάνουμε κάτι για παλιές υποθέσεις που μας ταλαιπωρούν.

Χρόνια Πολλά!

Το “Μαύρο Σκυλί” του Clay

Πριν λίγες μέρες η φίλη Α. μου έστειλε αυτό το λίνκ http://depressioncomix.tumblr.com/ και μου έγραψε: “Το βρήκα ενδιαφέρον. Καλό βράδυ”.

Ο Clay, ή αλλιώς Hard ο οποίος έγινε γνωστός με το κόμικ Sexy Losers το οποίο τώρα έχει αλλάξει μορφή http://thinhline.tumblr.com/about έχει ξεκινήσει να κάνει κόμικς για ένα πολύ προσωπικό θέμα: Τη δική του κατάθλιψη. Και δεν είναι ο μόνος. Στο μπλόγκ του μας ενημερώνει και για τη δουλειά άλλων συναδέλφων του όπως αυτό της Allie Brosh ή το Questionable Content του Jeph Jacques. Ο Clay κάθε φορά παρουσιάζει τέσσερα καρέ στα οποία βλέπουμε διάφορες πτυχές της κατάθλιψης οι οποίες είναι απίστευτα αναγνωρίσιμες απ’όσους έχουν ταλαιπωρηθεί από οποιαδήποτε μορφή διαταραχή της διάθεσης. Τις ενοχλητικές σκέψεις που μπορούν να εισχωρήσουν στο μυαλό, το φαύλο κύκλο του λήθαργου και της μοναξιάς, το φόβο πως οι αυτοκαταστροφικές τάσεις όχι μόνο θα αποκαλυφθούν αλλά πως εκεί που είσαι καλά, ξαφνικά μπορεί να γίνουν όλα όπως πριν και η προσπάθεια των καλοπροαίρετων φίλων που νοιάζονται και σου λένε “ρε φίλε, τί έχεις πάλι;”

Το διαφορετικό αυτών των κόμικς είναι ότι μ’έναν φαινομενικά απλό τρόπο καταφέρνουν να επικοινωνήσουν πως ακριβώς αισθάνεται αυτός που υποφέρει, κάτι, το οποίο είναι πολύ δύσκολο να περιγράψει κάποιος ίσως γιατί τα συναισθήματα βιώνονται έντονα και εναλλάσσονται γρήγορα.  Έτσι, όχι μόνο συνειδητοποιεί ότι τον καταλαβαίνουν και δεν αισθάνεται μόνος σ’όλο αυτό, αλλά, και οι υπόλοιποι οι οποίοι καταλαβαίνουν την κατάθλιψη σε γνωστικό επίπεδο έρχονται λίγο πιο κοντά συναισθηματικά και βάζουν λίγο στην άκρη αυτά που έχουν διαβάσει για τους νευροδιαβιβαστές και τη χαμηλή σεροτονίνη.

Η αλήθεια είναι πως οι άνθρωποι έχουμε τη τάση να προσπαθούμε να εξηγούμε και να ψάχνουμε το ‘γιατί’ σ’ότι μας δυσκολεύει να καταλάβουμε. Ίσως, να είναι πιο απλό να μένουμε στη δυσκολία και να την αποδεχόμαστε. Όπως είχε γράψει σε μια επιστολή του ο Σκοτ Φιτζέραλντ προς τον επιμελητή των βιβλίων του “Δεν θ’αφήσω να κυριαρχήσει απάνω μου η ψυχολογία της τρομερής κατάθλιψης και της απελπισίας που με πιάνει, και όταν συνέρχομαι, ντρέπομαι γι’αυτήν.  Θα ήταν όμως μάταιο να αρνηθώ πως τέτοιες διαθέσεις μου έρχονται ολοένα και πιο συχνά”.

Όταν είδα το εξώφυλλο του Psychology Today το

Aside

Image

Όταν είδα το εξώφυλλο του Psychology Today το πρώτο που μου τράβηξε την προσοχή ήταν ο τίτλος του άρθρου “Three ways to predict your future”.  Αν και η πρώτη μου αντίδραση ήταν μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας, το πρώτο που διάβασα από το περιοδικό ήταν αυτό το άρθρο.  Δεν έχει τόση σημασία να σταθώ στο περιεχόμενο το οποίο μπορείτε να διαβάσετε εδώ αλλά στην τάση που έχουμε οι άνθρωποι όχι μόνο να αναπολούμε το παρελθόν αλλά να ανησυχούμε και να προσπαθούμε να ελέγξουμε το μέλλον μας, ειδικά τα τελευταία χρόνια που οι δυσκολίες είναι πολύ μεγάλες και το αύριο όλων μας πιο αβέβαιο από ποτέ.

Είναι αλήθεια πως η εμπειρία είναι πολύτιμος δάσκαλος και η εφαρμογή της σ’ένα τρέχον πρόβλημα μπορεί να είναι ένα εξαιρετικά χρήσιμο εργαλείο. Το να κάνουμε εικασίες και να προσπαθούμε να προβλέψουμε το μέλλον κάποιες φορές είναι όντως σημαντικά στοιχεία στη λήψη αποφάσεων. Ωστόσο, το να εστιάζω στο μετά και μάλιστα εμμονικά, κάθε άλλο παρά βοηθητικό είναι. Τα συναισθήματα ανησυχίας και φόβου μεγαλώνουν και συνοδεύονται από συμπεριφορές αναποφασιστικότητας και παράλυσης.

Είναι ξεκάθαρο ότι η ζωή δεν έχει να κάνει με την ευτυχία. Η καθημερινότητα είναι ένας δρόμος με εμπόδια όπου συναντάμε λύπες, χαρές και άλλα ανάμεικτα συναισθήματα. Είμαστε εκτεθειμένοι σε απώλειες και απογοητεύσεις, οι οποίες θα μας βγάλουν από την ησυχία, την ηρεμία και την άνετη ζωή που σκεφτόμαστε ότι θα θέλαμε να απολαμβάνουμε. Το κόλπο είναι να απολαύσουμε αυτή την περίπλοκη διαδικασία με το να την τιθασεύσουμε, και όχι με το να βρεθούμε στο έλεός της ή να απελπιστούμε.  Aυτό θα το καταφέρουμε μένοντας στο παρόν.  Στο εδώ και τώρα.

Τί σημαίνει να επικεντρώνομαι στο παρόν; στο εδώ και τώρα;  Ουσιαστικά, σημαίνει ότι αυτό που έχει σημασία είναι το πραγματικό. Όχι κάτι που είναι εν δυνάμει ή είναι στο παρελθόν, αλλά αυτό που υφίσταται στο εδώ, τώρα. Εξάλλου, αυτό που είναι πραγματικό από την άποψη του χρόνου, είναι πάντα το παρόν.  Από την άποψη του χώρου, είναι αυτό που βρίσκεται εδώ, μπροστά μας. Πίσω απ αυτή την ιδέα κρύβεται η πεποίθηση ότι μελετώντας, περιγράφοντας και παρατηρώντας αυτό που μας είναι διαθέσιμο τώρα, μπορούμε να το κατανοήσουμε ικανοποιητικά. Το παρόν εμπεριέχει τα πάντα. Αναμνήσεις, όνειρα, σκέψεις, είναι όλα δραστηριότητες του παρόντος. Συμβαίνουν στο τώρα. Αφορούν συμβάντα που συνέβησαν άλλη χρονική στιγμή αλλά η ανάμνηση συμβαίνει στο παρόν, ο προγραμματισμός γίνεται στο παρόν, ο στοχασμός συμβαίνει στο παρόν. Στο εδώ και τώρα.

Facebook: H ζήλια και πώς να την αποφύγετε(;)

«Εχω γνωρίσει ζευγάρια που έχουν καταστρέψει/σπάσει τρία λάπτοπ και δηλητηριάσει τη σχέση τους ψάχνοντας ο ένας τα μηνύματα, τους φίλους, τα likes κι όλα τα συμπαρομαρτούντα του Facebook που “κρύβονται” μέσα στους τοίχους του ενός και του άλλου! (Eντάξει το εργαλείο είναι παγίδα, ΑΝ δεν το χειρισθείς σωστά)».

Το διάβασα εχθές στον τοίχο ενός φίλου και το πρώτο που σκέφτηκα ήταν ένα περιστατικό ξεσπάσματος ζήλιας το οποίο εξελίχθηκε πριν ένα μήνα σ’ένα καφέ, όπου μια νέα γυναίκα είχε βγει εκτός εαυτού και ζητούσε από τον φίλο της εξηγήσεις για το ποια ήταν η κοπέλα που είχε ποστάρει στη σελίδα του ένα τραγούδι συνοδευόμενο από μια καρδούλα.

Στο παρελθόν, η διάθεση για φλερτ ή η άποψη που είχαμε για κάποιον παρέμενε εξ ολοκλήρου στο πλαίσιο ελέγχου του καθενός μας και οι καινούργιες φιλίες δεν γίνονταν γνωστές – εάν δεν το επιθυμούσαμε – από τα υπόλοιπα μέλη του κοινωνικού μας περίγυρου. Όμως, η ανάπτυξη των κοινωνικών δικτύων, έχει επιφέρει ριζικές αλλαγές στο τρόπο που σχετιζόμαστε και επικοινωνούμε. Άραγε το Facebook δυναμώνει τη σπίθα της ζήλιας, ή μήπως ενισχύει τη ζήλια που μπορεί ήδη να υπάρχει σε μια σχέση;

Στο άρθρο τους «More Information than You Ever Wanted: Does Facebook Bring Out the Green – Eyed Monster of Jealousy?» οι Muise, A., Christofides, E. & Desmarais, S. (2009) ισχυρίστηκαν ότι όσο περισσότερο χρόνο περνάμε στο Facebook, τόσες περισσότερες πιθανότητες έχουμε να ζηλέψουμε τους συντρόφους μας. Όμως, συμβαίνει και το αντίθετο, δηλαδή, η ζήλια μπορεί να μας κάνει να ψάχνουμε περισσότερες πληροφορίες οι οποίες θα τροφοδοτήσουν περαιτέρω αυτή την συμπεριφορά μας, καταλήγοντας σ’ένα φαύλο κύκλο. Μιας και το Facebook βοηθά στη διατήρηση σχέσεων που σε άλλες συνθήκες θα ήταν εφήμερες και συνδέει ανθρώπους που μπορεί να μην επικοινωνούσαν ποτέ, εύκολα κάποιος συμπεραίνει ότι μπορεί να ενισχύσει τη ζήλια και την καχυποψία.

Το συμπέρασμα αυτό μπορεί να επιβεβαιωθεί εάν δούμε λίγο τα στοιχεία που προέκυψαν από την έρευνα. 92,1% των συμμετεχόντων στη μελέτη, δήλωσε πως ο σύντροφός τους είχε φίλους που ο ίδιος δεν ήξερε. Το 74,6% ήταν πιθανό να κάνουν φίλο ένα πρώην σύντροφο και 78,9% δήλωσε πως ο σύντροφός τους είχε κάνει φίλο έναν πρώην σύντροφο. Οι γυναίκες βρέθηκαν να ξοδεύουν σημαντικά περισσότερο χρόνο στα κοινωνικά δίκτυα απ’ότι οι άντρες.

Μια άλλη έρευνα στην οποία συμμετείχαν 342 Αυστραλοί φοιτητές και δημοσιεύθηκε με τίτλο “Time to face it! Facebook intrusion and the implications for romantic jealousy and relationship satisfaction (2011)”βασίστηκε στο πως η «εισβολή» του Facebook επηρεάζει το βαθμό ικανοποίησης μιας σχέσης.

Η ψευδής αίσθηση οικειότητας που μπορεί να δημιουργηθεί και ως εκ τούτου να οδηγεί κάποιους να είναι πιο επιρρεπείς στην εξαπάτηση, καθώς και το γεγονός ότι δίνεται η δυνατότητα δημιουργίας μιας «πραγματικής ταυτότητας» και μιας «ταυτότητας Facebook», έδειξε ότι υπάρχει μεγάλος βαθμός δυσαρέσκειας και αύξηση περιστατικών ζήλιας, καχυποψίας και διαδικτυακής παρακολούθησης του συντρόφου. Πολλοί ένιωθαν ότι δεν γνωρίζουν πραγματικά τον/την σύντροφό τους και το ότι πρώην και νυν φίλοι πιθανόν να σχολίαζαν το οτιδήποτε, τους υπενθύμιζε καθημερινά ότι ο σύντροφός τους είχε παρελθόν στις σχέσεις.

Πιστεύω ότι είναι σημαντικό ν’απενοχοποιήσουμε τη ζήλια και να τη δούμε απλά ως ένα συναίσθημα. Βάζοντας σε κάποιον τη ταμπέλα του νευρωσικού ή να λέμε «έχεις χαμηλή αυτοεκτίμηση» δεν είμαι σίγουρη ότι είναι πολύ βοηθητικό. Εξάλλου, μ’αυτή τη λογική μπορεί κάποιος να πει ότι «έχω υψηλή αυτοεκτίμηση αφού δεν επιτρέπω στον εαυτό μου ν’αντιμετωπίζεται μ’αυτό τον τρόπο».

Γενικά, βοηθάει ν’αποδεχόμαστε όλα μας τα συναισθήματα –ακόμα κ εκείνα που μας ενοχλούν – να τους δίνουμε χώρο και όχι να προσπαθούμε να τα «ξεφορτωθούμε». Δεν υπάρχει τίποτα απολύτως στραβό με τα συναισθήματά μας, όταν αυτά εκφράζονται με έναν υγιή και λειτουργικό τρόπο. Η αλλαγή δεν έρχεται μέσα από τον έλεγχο ή την αποφυγή. Έχοντας επίγνωση τι μας συμβαίνει και να μας επιτρέπουμε να είμαστε και ζηλιάρηδες, το συναίσθημα από μόνο του μπορεί να αποδυναμωθεί και να μην το βιώνουμε τόσο απειλητικά.

Είναι απαραίτητο να ξεχωρίζουμε το συναίσθημα από τη συμπεριφορά. Όπως ακριβώς υπάρχει μεγάλη διαφορά στο «νιώθω θυμό» και «συμπεριφέρομαι επιθετικά», έτσι, είναι διαφορετικό το να αισθάνομαι ζήλια και να ενεργώ – συμπεριφέρομαι βάση αυτού του συναισθήματος. Οι πιθανότητες να διαλυθεί μια σχέση από συμπεριφορές όπως το να ζητάω διαρκή επιβεβαίωση από τον άλλον, να κατηγορώ ή να υποψιάζομαι συνεχώς, αυξάνονται. Μπορούμε να επικοινωνούμε τη ζήλια μας και με πιο απλούς τρόπους.

Η αβεβαιότητα είναι ένας περιορισμός κάθε σχέσης και καλό θα ήταν να το αποδεχθούμε. Το να προσπαθώ να ελέγξω τον άλλον έχει κούραση και είναι μάταιο. Σ’αυτό το σημείο είναι πολύ χρήσιμο να εξετάσουμε τα πιστεύω και τις προσδοκίες για τις σχέσεις μας γενικότερα. Κάποιες φορές, η ζήλια μπορεί να πυροδοτείται ακριβώς απ’αυτά τα πιστεύω. Πεποιθήσεις τύπου «ο/η σύντροφός μου δεν πρέπει να έλκεται από άλλους» ή «τι δουλειά έχει να μιλάει με τον/την πρώην του» δεν είναι και τόσο υποστηρικτικές.

Ας μην ξεχνάμε πως πολλές φορές η ζήλια μπορεί να είναι προβολή. Για παράδειγμα, εάν εγώ είμαι άπιστη, αποδίδω αυτή τη συμπεριφορά στον άλλο γιατί δεν μπορώ να ταυτιστώ μ’αυτό –δεν το αποδέχομαι – με αποτέλεσμα να το αποκλείσω από το εμένα και τελικά να πιστεύω ότι προέρχεται από τον άλλον.

Τέλος, να μάθουμε να ζητάμε από εκεί που μπορούν να μας δώσουν. Εάν έχω ανάγκη από σταθερότητα, γιατί να τη ζητάω από κάποιον ασταθή;

Δημοσιεύθηκε στο ΒΗΜΑ στις 2-11-2012

http://www.tovima.gr//media/article/?aid=482058