Πόσα μαθαίνουμε για τον άλλον ρωτώντας;

“Μήπως μπορείς να μας δώσεις μερικές ερωτήσεις που πρέπει να κάνουμε στο πρόσωπο που μας ενδιαφέρει; τι είδους ερωτήσεις μπορούν να μας βοηθήσουν να τον γνωρίσουμε καλύτερα και να δούμε πτυχές του χαρακτήρα του;

Διαβάζοντας το παραπάνω μέιλ της αναγνώστριας θυμήθηκα αυτό το άρθρο το οποίο επικαλείται μια έρευνα ενός ψυχολόγου, στην οποία διερευνήθηκε και κατά πόσο η οικειότητα μεταξύ δυο αγνώστων μπορεί να επισπευθεί με το να απαντήσει ο ένας στον άλλο μια σειρά προσωπικών ερωτήσεων. τριάντα έξι στο σύνολο.

Μπορούμε, όντως να μάθουμε το χαρακτήρα κάποιου κάνοντάς του κάποιες συγκεκριμένες ερωτήσεις; Κάποια πράγματα σίγουρα θα μάθουμε. Όση εμπειρία έχω απ’τους ανθρώπους και τις σχέσεις πάντα επιβεβαιώνεται το απόφθεγμα “αυτό που είσαι μου φωνάζει τόσο δυνατά, που δεν μπορώ ν’ακούσω λέξη απ’όσα λες”.

Η συμπεριφορά μας και όχι αυτά που λέμε ή αυτά που σκεφτόμαστε είναι αυτό που μετράει. Όλοι έχουμε γνωρίσει ανθρώπους οι οποίοι έχουν μοιραστεί τα πιστεύω τους, τις προθέσεις τους, τα θέλω τους και τελικά η συμπεριφορά τους δεν συνάδει με τα λόγια τους. Δεν σημαίνει πως είναι απαραίτητα κακοί ή δεν τα εννοούν όταν τα λένε. Πάντα θυμάμαι την επόπτριά μου -μάλιστα το αφηγούμαι και ως ανέκδοτο- όταν μου έλεγε πως όταν κάποιος μου δηλώσει το πόσο έντιμος και αξιόπιστος είναι, να φύγω τρέχοντας.

Αυτό που είμαστε αργά ή γρήγορα θα φανεί. Ειδικά εάν σχετίζεσαι σχεδόν καθημερινά μ’έναν άνθρωπο τα βασικά και τα σημαντικά για σένα θα τα καταλάβεις πολύ γρήγορα.  Θα σου έλεγα να εμπιστευτείς τον εαυτό σου, να ακούς την αίσθησή σου και μην προσπαθείς να ελέγξεις πράγματα που δεν μπορείς. Το να είσαι συνέχεια στον άλλον και να προσπαθείς να τον ερμηνεύεις, χάνεις τον εαυτό σου. και αυτό δεν το θες.

Φιλία με τους πρώην: Ναι ή όχι;

wp-1591873940941.png
Πριν λίγες μέρες στο διπλανό διάδρομο του γυμναστηρίου άκουσα άθελά μου μια συζήτηση. Μια κοπέλα έλεγε στη φίλη της πως το βράδυ θα έβγαινε για το καθιερωμένο ποτό με τον πρώην της. Μπορούν δυο πρώην σύντροφοι να είναι φίλοι και σε τι ακριβώς εξυπηρετεί μια τέτοια σχέση όταν δεν υπάρχουν παιδιά;

Για εκείνον που “εγκαταλείφθηκε” -όσο και αν αυτό έγινε με ωραίο τρόπο- μια υπόσχεση φιλίας μοιάζει με καθησυχαστικό καφέ της παρηγοριάς. Μπορεί να μην μπορείς να μοιράζεσαι πλέον το κρεβάτι με τον άλλον, ή να έχετε μια καθημερινότητα, αλλά τουλάχιστον κάτι μπορεί να διασωθεί απ’την τέφρα: θα μπορείς να τον παίρνεις τηλέφωνο, να συναντιέστε, να ανταλλάζετε ευχές σε γενέθλια και γιορτές, να μαθαίνεις νέα, να μοιράζεσαι αγωνίες, χαρές, να συναντιέστε.

Για εκείνον που παίρνει την απόφαση να φύγει, η υπόσχεση φιλίας είναι μια ελκυστική επιλογή ως προς το ότι μπορεί μεν να μην θέλει τον άλλον, αλλά δεν είναι και εντελώς απαλλαγμένος από συναισθήματα για τον πολύ σύντομα πρώην. Μπορεί να μη θέλει να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του μαζί του, αλλά ούτε και να απορρίψει και όλες τις σεξουαλικές πιθανότητες. Εξάλλου πάντα πιστεύουμε για τον εαυτό μας πως δεν είμαστε τέρατα και πως οι καλοί άνθρωποι πάντα προσπαθούν να είναι φίλοι με τους πρώην τους.

Κάποιος θα σκεφτεί “έλα τώρα, μεγάλοι και πολιτισμένοι άνθρωποι είμαστε. τι θα κάνουμε δηλαδή; είναι δυνατόν να μην ξαναδείς κάποιον που αγαπάς και έχεις μοιραστεί τόσα;” Δεν θέλω να σταθώ στο ψυχολογικό προφίλ κάποιου που επιλέγει να παραμείνει φίλος με τον/την πρώην αλλά πιστεύω πως κάτι τέτοιο είναι καταστροφικό αν όχι και για τις δύο πλευρές σίγουρα για τη μια.

Για εκείνον που μένει πίσω, το βήμα από εραστή σε φίλο είναι μια ταπεινωτική υποβάθμιση. Από την ιδέα ενός κοινού μέλλοντος σε ένα ποτό μια στις τόσες είναι παρακμή.  Κάθε φορά που θα βλέπεις τον/την πρώην θα ελπίζεις πως όλα θα ξαναγίνουν όπως πριν και όσο η προσδοκία σου ματαιώνεται θα στεναχωριέσαι, θα θυμώνεις και θα είσαι εκείνος που μπερδεύει την ελπίδα με την ψευδαίσθηση. Αυτός δεν είναι τρόπος να αποκτήσεις ένα φίλο.

Για εκείνον που έφυγε, ο πρώην είναι μια υπενθύμιση της ενοχής και της σκληρότητας. Πόσο μπορείς να είσαι χαλαρός και ειλικρινής σ’αυτή τη “φιλία”; Κάποιες φορές ίσως και θα σου περνάει απ’το μυαλό μήπως παρεξηγηθούν οι προθέσεις σου, ή μια κίνηση τρυφερότητας ο άλλος θα την ερμηνεύσει αλλιώς και το χαλαρό ποτό και υπό την επήρεια του αλκοόλ θα καταλήξει σε κλάματα, όταν ο άλλος θα προσπαθεί να σου πιάσει το χέρι και εσύ θα τραβιέσαι αναστενάζοντας.

Η ιδέα να προσπαθήσουμε να γίνουμε φίλοι είναι μια σχεδόν συγκινητική προσπάθεια να τιμήσουμε τις καλύτερες πλευρές μιας σχέσης στην οποία δύο άνθρωποι επένδυσαν, αλλά ουσιαστικά υποτιμάει την έννοια της πραγματικής φιλίας.

Την αγάπη που ακόμα νιώθουμε για έναν άνθρωπο δεν γίνεται να την αντικαταστήσουμε με τη φιλία, αλλά με μια πιο ειλικρινή κατάσταση: την ευγενική απόσταση. Μαζί και με μια διαβεβαίωση πως αυτή η σχέση θα μπορεί να υπάρχει για πάντα σ ένα ασφαλές μέρος.
στη μνήμη.

Μια άβολη σχέση: Εμείς και τα χρήματα

“Ξέρω πολύ καλά τι πρέπει να κάνω για να βάλω σε τάξη τα οικονομικά μου -χρησιμοποιώ διάφορα apps, διαβάζω- όμως στην πορεία κάπου το χάνω. Έχω σταθερή δουλειά, βγάζω χρήματα, όποτε χρειαστώ βοήθεια η οικογένειά μου είναι πρόθυμη να βοηθήσει.  Είχα διαβάσει πως γενικά η οικονομία εξαρτάται πολύ από τον ψυχολογικό παράγοντα. Υπάρχει κάτι που μπορώ να κάνω για να με βοηθήσω;”

Η σχέση μας με τα χρήματα είναι περίπλοκη και ισόβια. Διαμορφώνει τη στάση μας απέναντι σε άλλους ανθρώπους, συνδέει και χωρίζει γενιές. Τα χρήματα είναι η αρένα στην οποία παίζεται η απληστία και η γενναιοδωρία, ο τρόπος που δείχνω την αγάπη μου, εκεί που ασκείται η σοφία και η αίσθηση της ταυτότητας πολλών παίρνει μορφή. Ιδέες όπως η ελευθερία, η επιθυμία, η εξουσία, η εργασία, η φήμη, επικυρώνονται σχεδόν πάντα μέσα και γύρω από τα χρήματα.

Προσδίδουμε ιδιότητες και αναπτύσσουμε συμπεριφορές σε σχέση με τα χρήματα ενώ ταυτόχρονα το να μιλάμε για αυτά θεωρείται ταμπού. Πολλοί μεγαλώσαμε μαθαίνοντας ότι τα χρήματα είναι από τα θέματα που καλό θα είναι να αποφεύγουμε να συζητάμε σε παρέες και πως είναι αδιακρισία και αγένεια να ρωτάς ακόμα και έναν φίλο πόσα βγάζει.

Ακόμα και αν αφήσουμε στην άκρη το κοινωνικό ταμπού υπάρχουν και πρακτικά εμπόδια που κάνουν τη σχέση μας με τα χρήματα περίπλοκη. Απ’τη μια στα σχολεία δεν υπάρχει μάθημα για την καλλιέργεια του οικονομικού εγγραματισμού και απ’την άλλη αισθανόμαστε ντροπή και ενοχή που δεν έχουμε αποκτήσει αυτές τις δεξιότητες. Η ντροπή μας εμποδίζει να είμαστε ειλικρινείς και έτσι δυσκολευόμαστε να αναζητήσουμε την κατάλληλη βοήθεια.

Η σχέση μας με τα χρήματα είναι τεράστιο θέμα και το να είναι κάποιος καλός ή κακός στη διαχείρισή τους τις περισσότερες φορές αντιμετωπίζεται με όρους ηθικής. Σωστά είχες διαβάσει πως τα χρήματα και η ψυχολογία είναι άμεσα συνδεδεμένα. Εκείνοι που δεν ασχολούνται με τη συναισθηματική πλευρά της διαχείρισής τους, οι πρακτικές συμβουλές θα είναι αποτελεσματικές μέχρι ένα σημείο.

Το χρήμα και η επιρροή που αυτό έχει στις σχέσεις μας θα είναι το θέμα των επόμενων σημειωμάτων.

Κάθε μέρα λίγο πιο κοντά

shameΠριν λίγο καιρό γνώρισα κάποιον. Ενώ θέλω πολύ να αφεθώ και να πάω πιο κοντά δυσκολεύομαι, έχω πολύ άγχος που ευτυχώς όμως κρύβω. Για να καταλάβεις, είναι σαν να έχω μια εσωτερική φωνή που μου λέει συνέχεια όλα όσα πρέπει να κάνω για να τα καταφέρω όμως εξωτερικά παγώνω και δεν κάνω τίποτα. Θέλω να μου πεις συγκεκριμένα βήματα που πρέπει να ακολουθήσω.  καταλαβαίνω πως μάλλον έχω θέμα όμως μπορείς να μου δώσεις μερικές γρήγορες και εύκολες συμβουλές χωρίς αναφορές στο παρελθόν κλπ; τώρα τι κάνουμε!”.

Ένας συντριπτικά μεγάλος αριθμός προβλημάτων στις σχέσεις συνοψίζεται σε δυο φράσεις: Κάποιος στέκεται πολύ μακριά. Κάποιος στέκεται πολύ κοντά. Το να καταφέρεις να έχεις τη σωστή απόσταση από έναν άνθρωπο πρόκειται για ένα κατόρθωμα εφικτό μόνο όταν μάθεις τον τρόπο να αναγνωρίσεις ότι χρειάζεσαι την αγάπη του, όταν εμπιστευτείς πως και εκείνος θα σε χρειαστεί και βεβαίως να πιστεύεις πως θα μπορέσεις να ζήσεις και χωρίς αυτόν.

Αυτές οι δυο τάσεις -τώρα θα σταθώ σ’αυτή που σε αφορά- προέρχονται από εκεί που θα προτιμούσες να μην αναφερθώ, πράγμα δύσκολο γιατί τα τραυματικά γεγονότα που έχουμε βιώσει στην παιδική μας ηλικία έχουν δημιουργήσει μοτίβα και συνήθειες αρνητικών σκέψεων, συναισθημάτων και συμπεριφορών, οι οποίες με τη σειρά τους γίνονται αυτοεκπληρούμενες προφητείες. Γινόμαστε εκείνοι που νιώθουμε ασφαλείς όταν είμαστε μακριά, γιατί η αρχική μας απόπειρα προσέγγισης έληξε μάλλον άδοξα. Για ένα παιδί αυτό μεταφράστηκε ως απόρριψη, ντροπή, μπέρδεμα, αβεβαιότητα, κυρίως όμως ήταν κάτι που δεν ήξερε να το αντιμετωπίσει. Ασυνείδητα αποφάσισε πως τέτοια μορφή έκθεσης δεν θα ξανασυμβεί ποτέ. Έτσι λοιπόν στο τώρα, στην παραμικρή υπόνοια απογοήτευσης ή απόρριψης -ή για να είμαι πιο ακριβής αυτό που ερμηνεύει ως απόρριψη- για να αποφύγει τον πόνο θα σηκώσει τοίχους για να αποφευχθεί η οικειότητα που στο τότε δεν του παρείχε ασφάλεια. Ο μεγαλύτερος φόβος που βιώνει είναι αυτός της οικειότητας, με δευτερεύοντα φόβο αυτόν της εγκατάλειψης.

Οι περισσότεροι θέλουμε και έχουμε ανάγκη από αγάπη και εγγύτητα.  Ο φόβος, όμως, είναι εξίσου ισχυρή δύναμη και ανταγωνίζεται αυτή μας την ανάγκη. Παρόλο που οι ανάγκες μένουν ακάλυπτες όταν δεν ερχόμαστε κοντά, μπορεί να νιώθουμε μεγαλύτερη ασφάλεια όταν δεν το κάνουμε. Με τον τρόπο αυτό, δεν διακινδυνεύουμε την αβεβαιότητα που προκύπτει από τη στενή συναισθηματική σχέση με έναν άλλον άνθρωπο. Δεν διακινδυνεύουμε να πρέπει να δείξουμε αυτό που είμαστε, κάτι που περικλείει τη συναισθηματική ειλικρίνεια, αλλά και την πιθανή απόρριψη των συναισθημάτων μας. Δεν διακινδυνεύουμε την εγκατάλειψή μας από τους άλλους. Δεν βιώνουμε την αμηχανία που συνεπάγεται η αρχή μιας σχέσης που για πολλούς είναι πραγματικά αφόρητη.

Η στενή επαφή, η οικειότητα έχουν συχνά ως συνέπεια την αίσθηση της απώλειας του ελέγχου. Η οικειότητα θέτει σε δοκιμασία τους βαθύτερους φόβους μας για το ποιοι είμαστε και για το εάν είναι αποδεκτό να είμαστε ο εαυτός μας. Απαιτείται ειλικρίνεια, αυθορμητισμός, εμπιστοσύνη, αποδοχή του εαυτού μας και αποδοχή των άλλων.

Ζητάς γρήγορη λύση σε κάτι που σε ταλαιπωρεί και το καταλαβαίνω. Ξέρεις, η αντίσταση στην επιθυμία να βρισκόμαστε μακριά ή κοντά, για κάποιους είναι δουλειά χρόνων. Δεν είναι πάντα εύκολο να περιγράψεις στον άλλον αυτό που σου συμβαίνει, να μην έχεις την ανάγκη να κρύβεσαι στην παραμικρή υπόνοια απόρριψης. Δεν είναι εύκολο να αφήνεις χώρο στον άλλον ελπίζοντας πως θα επιστρέψει και ταυτόχρονα να έχεις και τη σιγουριά πως και να μην επιστρέψει, θα επιβιώσεις.

Η προσέγγιση μπορεί να φαίνεται τρομακτική αλλά δεν είναι και απαραίτητο να είναι έτσι.  Μπορείς να είσαι ο πραγματικός σου εαυτός όταν είσαι με άλλους ανθρώπους και αξίζει να το διακινδυνεύσεις. Μπορείς να εμπιστευτείς τον εαυτό σου και έχεις τη δυνατότητα να αντεπεξέλθεις στην αμηχανία που υπάρχει στο ξεκίνημα μιας σχέσης, έστω και αν στην αρχή το κάνεις όπως οι σκαντζόχοιροι. Προσεκτικά.

 

Η Αρχή Pareto

Αν εξετάζατε τη ζωή σας και σημειώνατε εκείνες τις δραστηριότητες που σας επέφεραν τη μεγαλύτερη επιτυχία, το μεγαλύτερο οικονομικό όφελος,  τη μεγαλύτερη πρόοδο και τη μεγαλύτερη ευχαρίστηση, θα ανακαλύπτατε ότι το 20% περίπου των δραστηριοτήτων σας παράγει το 80%≈ της επιτυχίας σας και της ευτυχίας σας.  Το φαινόμενο αυτό αποτέλεσε τη βάση της Αρχής Παρέτο που συχνά αναφέρεται ως “νόμος των σημαντικών ολίγων”, η οποία πήρε το όνομά της  από τον οικονομολόγο του 19ου αιώνα που ανακάλυψε ότι το 20% του πληθυσμού της Ιταλίας κατείχε το 80% της γης. Μεταγενέστερες έρευνες έδειξαν πως το 80% του κέρδους μιας  εταιρείας συνήθως προέρχεται από το 20% των πελατών της.

Φανταστείτε αντί να αφιερώνετε τις προσπάθειες και τον χρόνο σας σε αντιπαραγωγικές, χρονοβόρες και κυρίως σε δραστηριότητες που δεν θέλετε, πόσο θα βελτιώνατε τη ζωή σας αν λέγατε πιο συχνά “όχι” και εστιάζατε στο 20% των δραστηριοτήτων που σας αποφέρουν το μεγαλύτερο όφελος, όποιο και εάν είναι αυτό για τον καθένα.

Εάν θέλαμε να εφαρμόσουμε την Αρχή Pareto στη ζωή μας το πρώτο που θα χρειαζόταν να κάνουμε θα ήταν να λέμε πιο συχνά όχι, κάτι που για πάρα πολλούς είναι ένα απ’τα θέματα που τους δυσκολεύουν περισσότερο.  Όταν λέμε “όχι” μέσα μας συμβαίνει μια εσωτερική σύγκρουση η οποία έχει να κάνει απ’τη μια με τη δική μας αίσθηση εξουσίας και απ’την άλλη με την επιθυμία να εξυπηρετήσουμε τον άλλον, να φανούμε αρεστοί και κυρίως να αποφύγουμε τον κίνδυνο αντιπαράθεσης που μπορεί να απειλήσει τη σχέση μας.

Έτσι, συνήθως συμβαίνουν τρία πράγματα: Λέμε ναι όταν στην πραγματικότητα θέλουμε να πούμε όχι. Αυτό μας φέρνει μια προσωρινή, ψευδή αίσθηση ηρεμίας όπου αργότερα αντικαθίσταται από δυσαρέσκεια και θυμό. Λέμε “όχι” επιθετικά κυρίως στους πιο κοντινούς μας και σ’εκείνους που θεωρούμε δεδομένους γιατί εκεί ξέρουμε πως η σχέση δεν απειλείται με διάλυση. Δεν απαντάμε καν στον άλλον. Η αποφυγή -που είναι και η πιο συχνή συμπεριφορά- δείχνει πως δεν τιμώ τη σχέση, τον εαυτό μου -είναι σαν να μην μας επιτρέπουμε να μη θέλουμε να κάνουμε κάτι- και φυσικά δείχνει ασέβεια προς τον άλλον άνθρωπο τον οποίο αγνοούμε με τον χειρότερο τρόπο.

Δεν χρειάζεται να κάνετε τίποτα απ’ τα παραπάνω. Θα βοηθήσει πολύ να είστε σαφείς, συνοπτικοί και κυρίως σταθεροί. Δεν είστε υποχρεωμένοι να εξηγείτε μπορείτε όμως εάν θέλετε να πείτε για αυτά που είστε διατεθειμένοι να κάνετε ή για το πότε θα σας είναι πιο εύκολο να πείτε ναι. Με αυτό τον τρόπο δείχνετε στους άλλους πως τους ακούτε και εκείνοι  ξέρουν τι μπορούν να περιμένουν από εσάς. Εάν δεν είστε σίγουροι μπορείτε να πείτε “χρειάζομαι λίγο χρόνο να το σκεφτώ, θα σε ενημερώσω την Τετάρτη το πρωί”.
Η προθεσμία μας κρατά υπεύθυνους και διασφαλίζει πως θα σεβαστούμε και τη σχέση και τον εαυτό μας.

Σε μια μελέτη που είχε γίνει στο περιοδικό Journal of Consumer Research διαπιστώθηκε πως η φράση “εγώ δεν” σε αντίθεση με το “δεν μπορώ” επέτρεψε στους συμμετέχοντες να απαλλαγούν από δεσμεύσεις που δεν ήθελαν γιατί το “δεν μπορώ” αφήνει περιθώρια διαπραγμάτευσης ενώ το “εγώ δεν” υπονοεί ότι έχετε σταθερά όρια και κανόνες για τον εαυτό σας. Το όριο είναι σταθερότητα και με τη σταθερότητα αισθανόμαστε ασφάλεια.

Το να λέμε στους άλλους ναι μπορεί να έχει θετικό αντίκτυπο στη δουλειά μας, τη φήμη μας, την επαγγελματική μας ανάπτυξη, αλλά λέγοντας όχι, ειδικά όταν μας δυσκολεύει, είναι ένα απ’τα πιο σίγουρα βήματα που μπορούμε να κάνουμε για την προσωπική μας ανάπτυξη.  Μαθαίνω πως μια σχέση υπάρχει όχι επειδή θα λέω σε όλα ναι από φόβο μήπως απογοητεύσω ή πληγώσω τον άλλο. Μαθαίνω πως είμαι υπεύθυνος να με προστατεύω και αυτό θα συμβεί με τον τρόπο που οριοθετούμαι. Μαθαίνω να με παρατηρώ: “τι με εμποδίζει να λέω όχι; ο φόβος; προσπαθώ να γίνομαι αρεστός; είναι μοτίβο και εάν ναι, σε τι με εξυπηρετεί στο σήμερα”;

Την επόμενη φορά που θα νιώσετε μπερδεμένοι ανάμεσα στο να θέλετε να κάνετε κάποιον άλλο ευτυχισμένο και να θέλετε να γίνετε ευτυχισμένοι, σκεφτείτε απλά πως η λέξη όχι σε ό,τι σας ζητούν είναι απλώς ένας άλλος τρόπος να πείτε ναι σε αυτό που πραγματικά θέλετε να δεσμευθείτε.

Το να μπορείτε να λέτε όχι μπορεί να σας επιτρέψει να είστε πιο ειλικρινής και αυθεντικοί με τους άλλους. Οι άνθρωποι θα έρχονται σε εσάς για αυτά στα οποία είστε πιο ανοιχτοί να πείτε ναι, κυρίως όμως, με τη στάση σας, θα έχουν μάθει να σέβονται το ναι σας αντί να το θεωρούν δεδομένο.

Φροντίζοντας τον εαυτό μου

insta430-1-1440x2867Μια φράση που χρησιμοποιούμε πολύ συχνά οι ψυχοθεραπευτές είναι “φροντίζω τον εαυτό μου”. Δεν είναι μόνο συχνή είναι και παρεξηγήσιμη. Κάποιοι τη χρησιμοποιούν είτε για να επιβαρύνουν τους άλλους είτε για να επιβάλουν τη θέλησή τους χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα “εγώ απλά φροντίζω τον εαυτό μου και τις ανάγκες μου”.  Άλλοι πιστεύουν πως η φροντίδα εαυτού έχει να κάνει μόνο με την εξωτερική εμφάνιση.

Τι εννοούμε όταν λέμε φροντίδα εαυτού;  Η φροντίδα του εαυτού μας προϋποθέτει μια θεμελιώδη αρχή: να ικανοποιούμε τις ανάγκες μας. Πολλοί δεν ζητούν αυτά που χρειάζονται. Άλλοι, δεν γνωρίζουν ή δεν έχουν δώσει μεγάλη σημασία σε αυτά που θέλουν και σ’ εκείνα που έχουν ανάγκη. Ορισμένοι πιστεύουν ότι οι ανάγκες μας δεν είναι σημαντικές ή έφτασαν στο σημείο να πιστεύουν ότι το να έχω ανάγκες είναι κακό και λάθος και έτσι τις καταπιέζουν και τις διώχνουν από το επίπεδο του συνειδητού.

Σε ορισμένες περιπτώσεις το να ικανοποιήσουμε τον εαυτό μας μπορεί να σημαίνει να κάνουμε κάτι ευχάριστο γι’αυτόν: ένα καινούργιο ρούχο, ένα ταξίδι, ένα κέρασμα. Σημαίνει επίσης ότι κάνουμε ό,τι είναι απαραίτητο για να ζούμε υπεύθυνα-όχι με υπερβολικές ευθύνες, αλλά ούτε ανεύθυνα. Το να δίνουμε στον εαυτό μας αυτό που έχει ανάγκη δεν είναι δύσκολο.   Υπάρχουν διάφοροι τρόποι για να αρχίσει κάποιος να ανακαλύπτει τις επιθυμίες, τους στόχους, τις ανάγκες του.

Η φροντίδα του εαυτού μας αντικατοπτρίζει μια στάση ζωής προς τον εαυτό μας, που λέει: Εγώ είμαι ο υπεύθυνος για την καθοδήγηση ή μη της ζωής μου. Είμαι υπεύθυνος για τη φροντίδα της σωματικής, πνευματικής, συναισθηματικής και οικονομικής ευημερίας μου. Είμαι υπεύθυνος για την επίλυση των προβλημάτων μου ή για το πώς να διαβιώνω μαζί τους όταν αυτά είναι άλυτα. Είμαι υπεύθυνος για τις επιθυμίες μου, τις απαιτήσεις μου και τις επιλογές μου. Εμπιστεύομαι τα συναισθήματά μου και τις σκέψεις μου. Η κακοποίηση ή κακομεταχείριση δεν μου αξίζουν και δεν θα τις ανεχτώ από κανέναν. Οι αποφάσεις που λαμβάνω και ο τρόπος που συμπεριφέρομαι αντικατοπτρίζουν την υψηλή μου αυτοεκτίμηση. Οι αποφάσεις μου φροντίζω να έχουν άμεση συνάρτηση με τις υποχρεώσεις που έχω προς τον εαυτό μου αλλά και τυχόν υποχρεώσεις που έχω απέναντι σε άλλους -παιδιά, σύντροφο-.  Δεν ξεχνώ τα δικαιώματα των άλλων ανθρώπων που βρίσκονται κοντά μου –  το δικαίωμα να ζήσουν τη ζωή τους όπως θεωρούν ότι τους αρμόζει.

Καθώς μαθαίνουμε πώς να φροντίζουμε και να καλύπτουμε τις ανάγκες μας, συγχωρούμε τον εαυτό μας όταν κάνει λάθη και τον συγχαίρουμε όταν ενεργεί σωστά. Aποδεχόμαστε το γεγονός ότι ορισμένα πράγματα τα κάνουμε άσχημα, ενώ άλλα θα τα κάνουμε μέτρια. Μαθαίνουμε να γελάμε με τον εαυτό μας και την ανθρώπινη πλευρά μας, αλλά δεν γελάμε όταν πρέπει να κλάψουμε.  Παίρνουμε σοβαρά τον εαυτό μας, αλλά όχι υπερβολικά σοβαρά. Είναι ελάχιστες οι καταστάσεις στη ζωή μας που δεν βελτιώνονται, όταν φροντίζουμε τον εαυτό μας και όταν παρέχουμε σε μας αυτά που χρειάζεται.

Ένας απ’τους ασφαλέστερους και γρήγορους τρόπους για να ξανακερδίσει κάποιος την ισορροπία του και την ευτυχία του είναι να κοιτάζει και να φροντίζει τον εαυτό του και τις δουλειές του.

Ανταλλάσσεις την ελευθερία με τα γεμιστά της μαμάς;

Οι Millennials ως ηλιακή ομάδα πληθυσμού συχνά καταλαμβάνουν κεντρική θέση στο δημόσιο διάλογο. Όλοι μιλούν γι αυτούς. Για όσα θέλουν, για όσα πιστεύουν. Η Ελίζα Συναδίνου το διερευνά για την Athens Voice κ ζήτησε και τη γνώμη μου.

The TV Cure

H Emily Gordon μεγάλωσε σε μια μικρή πόλη στη Β. Καρολίνα. Ο πολύς χρόνος που πέρναγε μπροστά στην τηλεόραση -δεν είχε παρέα- ήταν η διαβεβαίωσή της πως ο έξω κόσμος ήταν μεγαλύτερος και πιο πολύχρωμος από εκείνον που ζούσε.  Έβλεπε το Twin Peaks όπου οι πρωταγωνιστές ήταν άνθρωποι παράξενοι, διαφορετικοί, όμως αυτή τους η διαφορετικότητα δεν τους εμπόδιζε να είναι αγαπητοί. Προσπαθούσε να σχετιστεί με άλλα παιδιά όμως ήξερε πως όταν δεν τα κατάφερνε θα την περίμεναν οι τηλεοπτικοί της φίλοι.

Η Emily, η οποία για περίπου έξι χρόνια δούλευε ως ψυχοθεραπεύτρια, σήμερα είναι συγγραφέας, σεναριογράφος και παραγωγός τηλεοπτικών σειρών, οι πρωταγωνιστές των οποίων είναι άνθρωποι που έχουν διαγνωστεί με κάποια ψυχική ασθένεια.

Στο άρθρο διαβάζουμε πως πλέον η τηλεόραση απεικονίζει την ψυχική ασθένεια με κατανόηση χωρίς να γίνεται αντικείμενο χλευασμού ή κίνητρο για φόνο. Είναι ένα μέρος αυτού που είμαστε, όχι μόνο αυτό. Άνθρωποι που ταλαιπωρούνται βλέπουν τον εαυτό τους, την ασθένεια να γίνεται αποδεκτή, οι πρωταγωνιστές έχουν φίλους που νοιάζονται, είναι αγαπητοί, αισθάνονται πως η σειρά έγινε γι’αυτούς.

Γράφει για φίλους της πρώην τοξικομανείς οι οποίοι περιμένουν την επόμενη σεζόν του “The Walking Dead” και νιώθουν πως τους κρατά μακριά απ’ την χρήση. Γράφει για φίλους αγχωμένους που παρακολουθούν το “The Big Bang Theory” για να ηρεμήσουν γιατί νιώθουν ανακούφιση και αναγνωρίζουν τα μοτίβα των πρωταγωνιστών. Έχει φίλους που παλεύουν με την κατάθλιψη και στέλνουν τα επεισόδια του “You’re the Worst” σε συγγενείς τους σε μια προσπάθεια να τους εξηγήσουν πώς αισθάνονται. Όταν η Gretchen περνάει ένα ολόκληρο επεισόδιο ακίνητη στον καναπέ και οι φίλοι της πασχίζουν να τη “διορθώσουν”, καταλαβαίνουμε όχι μόνο την μάταιη καλοσύνη των προσπαθειών τους, αλλά και την αδυναμία του ανθρώπου που υποφέρει.

Η Emily γράφει πως η τηλεόραση δεν αντικαθιστά τις σχέσεις ή την οικειότητα ούτε μας απομακρύνει απ’τους άλλους. Μπορεί να ανάψει ένα φως στις σκοτεινές σκέψεις που κάνουμε, μπορεί να μας κάνει να περιμένουμε με ενθουσιασμό τα επόμενα επεισόδια, να επικοινωνούμε με άλλους ανθρώπους που τους αρέσουν οι ίδιες σειρές.

Όταν κάποιοι της λένε πως ανησυχούν γιατί έχουν πάθει εμμονή με ορισμένες σειρές, τους απαντάει ως θεραπεύτρια και τους ενθαρρύνει να αναζητήσουν ενδιαφέροντα εκτός της τηλεόρασης. Όμως ως θεατής, μπορεί να τους καταλάβει.

Σε βλέπω

Η θεραπευτική σχέση έχει γίνει πλέον κομμάτι της ποπ κουλτούρας καθώς γύρω από αυτήν έχουμε δει να χτίζονται λογοτεχνικές και κινηματογραφικές αφηγήσεις.  Το γεγονός αυτό δείχνει αφενός ότι αυτή η σχέση είναι αντιληπτή από το ευρύ κοινό ως εξαιρετικά σημαντική και αποτελεί κλειδί για τη θεραπεία, αφετέρου όμως, η μυθοποίησή της δημιουργεί ιδανικές συνθήκες για τη δημιουργία μύθων και λανθασμένων αντιλήψεων για τη σχέση αυτή.

Στα περιστατικά που περιγράφονται στις μελέτες για την υστερία, ο Freud έμπαινε προσωπικά και τολμηρά μέσα στη ζωή των ασθενών του. Τους έκανε έντονες συστάσεις, παρενέβαινε στις οικογένειές τους για λογαριασμό τους, έβρισκε τρόπους να παρευρεθεί σε κάποιες κοινωνικές εκδηλώσεις για να τους δει πως συμπεριφέρονται σε άλλα περιβάλλοντα, έδωσε σε κάποιον ασθενή του την οδηγία να επισκεφθεί το νεκροταφείο και να καθίσει να διαλογιστεί στον τάφο του νεκρού αδερφού του.

Σήμερα, τα πράγματα έχουν αλλάξει πάρα πολύ. Πολύ συχνά τα θέματα εποπτείας έχουν να κάνουν με τον τρόπο που ένας ψυχοθεραπευτής διαχειρίζεται την προσωπική του σελίδα ή τον λογαριασμό του στα κοινωνικά δίκτυα. Δέχομαι αιτήματα φιλίας; παίζει ρόλο η διάγνωση που έχω κάνει; θέλω να αφήσω ανοιχτό τον λογαριασμό μου σε κάποια πλατφόρμα γιατί πιέζομαι αλλά από την άλλη συντομεύω τη διαδικασία αποδόμησής μου -που έτσι και αλλιώς κανείς ψ δεν θα αποφύγει-. Τι θα σημαίνει αυτό για μένα;  θα αντέξει να ξέρει πως ο ψυχοθεραπευτής τους δεν είναι ο άνθρωπος που είχε φανταστεί; ο ιδανικός γονιός.

Σ’αυτό το άρθρο  -είναι και λίγο αστείο- διαβάζουμε τις στιγμές αγωνίας που περνάει ένας ψ όταν το καινούργιο του περιστατικό στην πρώτη συνεδρία έχει μάθει πληροφορίες για εκείνον που δεν θα μπορούσε να τις ξέρει παρά μόνο εάν είχε κάνει ενδελεχή έρευνα. Βλέπουμε πόσο εύστοχα μπαίνει στον κόσμο του θεραπευόμενου με το να είναι “εκεί”, χωρίς να κρίνει, δίνοντάς του με πολύ ωραίο τρόπο ένα καθαρό καθρέφτισμα.

Αυτή η σχέση είναι μοναδική σε σύγκριση με οποιαδήποτε άλλη σχέση μεταξύ γιατρών, ασθενών και αυτό γίνεται αντιληπτό από την πρώτη κιόλας συνάντηση. Κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς θα συμβεί.