Πολλές φορές για να μπορέσω να αναπτυχθώ, να προχωρήσω και να φροντίζω τον εαυτό μου, να πρέπει να μένω μακριά από κάποιους ανθρώπους. Μπορώ και να αγαπάω κάποιον και να μην έχω επαφή μαζί του.

Πολλές φορές για να μπορέσω να αναπτυχθώ, να προχωρήσω και να φροντίζω τον εαυτό μου, να πρέπει να μένω μακριά από κάποιους ανθρώπους. Μπορώ και να αγαπάω κάποιον και να μην έχω επαφή μαζί του.

Πολλές φορές το “καλά είμαι” είναι κάτι σαν συνεχής επωδός, ένα μάντρα που λέμε στον εαυτό μας για να πείσουμε εμάς αλλά και τους άλλους πως είμαστε όντως καλά. Είτε από φόβο το τι θα σκεφτούν οι άλλοι, ο τρόπος που θα αντιδράσουν, η αυτοκριτική που θα κάνουμε, όλες αυτές οι σκέψεις μας εμποδίζουν να δείξουμε την ευαλωτότητά μας και να πάρουμε τη βοήθεια που μπορεί να χρειαζόμαστε. Έτσι, συχνά απαντάμε πως είμαστε καλά γιατί

Ψυχρά πρωινά, μικρότερες μέρες και μεγαλύτερες νύχτες. Η φθινοπωρινή ισημερία είναι μια ακόμα υπενθύμιση πως η μόνη σταθερά είναι η αλλαγή και ότι το καλοκαίρι είναι πλέον επίσημα πίσω μας. Το Φθινόπωρο είναι ιδανική στιγμή να κάνουμε έναν μικρό απολογισμό μιας και αυτή η εναλλαγή των εποχών μας δίνει την αίσθηση πως ξεκινάει κάτι απ’την αρχή.

Το 2018 το gaslighting ήταν υποψήφια ως η πιο δημοφιλής λέξη της χρονιάς. Πρόκειται για μια συμπεριφορά χειραγώγησης που έχει στόχο την υπονόμευση της πραγματικότητας ενός ανθρώπου με το να του αρνούνται όσα θυμάται από ένα περιστατικό ή συνομιλία, να μην πιστοποιούν την εγκυρότητα των συναισθημάτων του, να τον αγνοούν όταν εκφράζει παράπονα και να να τον αντιμετωπίζουν με ασέβεια. Ουσιαστικά του αρνούνται όλη του την πραγματικότητα, μέχρι να υποκύψει και να υιοθετήσει αυτή που του προβάλλουν.
Τη λέξη την ξέρουμε ήδη από την Οσκαρική ταινία του 1944 με τίτλο Gaslight (ουσιαστικά από το 1938 που γράφτηκε το θεατρικό έργο) όπου παρακολουθούμε τις προσπάθειες ενός άνδρα να αποσπάσει από τη γυναίκα του την περιουσία της κάνοντάς την να αμφισβητήσει τη λογική της, αρνούμενος γεγονότα, πράξεις και λόγια που της είπε.
Σε μια χαρακτηριστική σκηνή ο πρωταγωνιστής έχει ρυθμίσει τον φωτισμό του σπιτιού έτσι ώστε να τρεμοπαίζει. Όταν η σύζυγός του ρωτά γιατί τα φώτα τρεμοπαίζουν, εκείνος επιμένει πως δεν συμβαίνει κάτι και πως όλα είναι στο μυαλό της.
Το gaslighting δεν παρατηρείται μόνο ανάμεσα σε δυο συντρόφους αλλά δυνητικά μπορεί να υπάρξει σε κάθε είδους σχέση. Επαγγελματική, φιλική, οικογενειακή, όταν για παράδειγμα ένας γονιός αρνείται το βίωμα του παιδιού του και του λέει ότι όσα θυμάται είναι αποκυήματα της φαντασίας του.
Επειδή μιλάμε για μια κακοποιητική συμπεριφορά η οποία μπορεί να έχει τραυματικές επιπτώσεις σε όσους την υφίστανται και συμβαίνει πολύ συχνά, θα διαβάζετε αρκετά για το θέμα.
Κάποιες ενδείξεις που μας βοηθάνε να καταλάβουμε ότι κάποιος χειραγωγείται (gaslighting) μέσα σε μια σχέση
Το gaslighting δεν είναι απλά μια καινούργια λέξη. Δεν πρόκειται για μόδα. Είναι και μέρος του τρόπου με τον οποίο αποκτούμε πληροφορίες. Το ενημερωτικό δελτίο του δημοσιογράφου Anderson Cooper έχει μια σειρά με τίτλο “We will leave the gaslight on for you” αφιερωμένο στα ψέματα των πολιτικών.
Δεν είναι πάντα εύκολο να κάνουμε το καλύτερο για εμάς. Κάποιες φορές η σωστή επιλογή μοιάζει με τη δυσκολότερη επιλογή. Το να φύγουμε ακόμα και από μια κακοποιητική σχέση είναι μια απόφαση που μπορεί να πάρει χρόνο. Είτε πρόκειται για οικογενειακή, αισθηματική, επαγγελματική ή φιλική υπάρχουν φορές που δυσκολευόμαστε να την τερματίσουμε ακόμα και αν γνωστικά καταλαβαίνουμε ότι δεν καλύπτει τις ανάγκες και τις επιθυμίες μας.
Η αλλαγή γίνεται όταν έχουμε επίγνωση του τι βιώνουμε και πράττουμε. Τότε μόνο θα μπορούμε να δούμε και τις επιλογές μας.
Λόγοι για τους οποίους δεν φεύγουμε από σχέσεις που μας ταλαιπωρούν
πηγή: Nedra Glover Tawwab

Μικρή βιωματική άσκηση
Ο πιο σίγουρος τρόπος για να μάθει κάποιος κάτι είναι η βιωματική μάθηση και ένας τρόπος είναι και μέσω των βιωματικών ασκήσεων όπως λέγονται.
Μια από αυτές -οι οποίες απευθύνεται σε όλες τις ηλικίες και σε περιβάλλοντα από εκπαιδευτικά μέχρι εργασιακά- είναι να ζητήσουμε από μια ομάδα ανθρώπων οι οποίοι δεν γνωρίζονται μεταξύ τους -ή έστω γνωρίζονται λίγο- να συστηθούν στους άλλους της ομάδας.
Να πουν το όνομά τους και κάτι για εκείνους -όχι χαρακτηριστικό της ταυτότητάς τους-. Αργότερα ζητάμε να διαλέξουν κάποιον από την ομάδα που θεωρούν πως έχουν κάτι κοινό και να συζητήσουν για λίγη ώρα γι’αυτό που τους έφερε-τράβηξε κοντά. Στη συνέχεια, θα πρέπει να διαλέξουν εκείνον που δεν θα διάλεγαν και να μιλήσουν μαζί του γι’αυτό που τους φάνηκε διαφορετικό.
Όταν καθίσουμε πάλι στον κύκλο -λέω κύκλος γιατί στις ψυχοθεραπευτικές και βιωματικές ομάδες καθόμαστε κυκλικά- μας ενδιαφέρει να μοιραστούν την εμπειρία τους σε σχέση με απλά ερωτήματα όπως «πόσο όμοιος ήταν ο όμοιος», «πόσο διαφορετικός ήταν ο όμοιος», «τελικά πόσο διαφορετικός ήταν ο διαφορετικός», «πόσο όμοιος ήταν ο διαφορετικός».
Μ’αυτό τον τρόπο θα έχουν την ευκαιρία να έρθουν σε επαφή με το ίδιο και το διαφορετικό, να δουν πως είναι με το διαφορετικό. Τι τους προκαλεί; τι είναι αυτό που τους φοβίζει; να δουν τυχόν προκαταλήψεις που έχουν. Κυρίως όμως θα έρθουν σε επαφή με τις προβολές που κάνουμε οι άνθρωποι όταν συναντάμε κάποιον που δεν γνωρίζουμε και με την αλήθεια της φράσης «μέσα στο διαφορετικό συναντώ τον εαυτό μου και μέσα στο ίδιο συναντώ τον άλλο».
Οι μηχανισμοί άμυνας -όπως η άρνηση- τις περισσότερες φορές χρησιμοποιούνται με σκοπό να διατηρήσουμε τις μισοτελειωμένες υποθέσεις από το παρελθόν παρούσες, στερώντας έτσι από τον εαυτό μας την ικανοποίση των αναγκών μας και εμποδίζοντας την επαφή με τους άλλους.
Οι μηχανισμοί αυτοί παίζουν όμως και τον ρόλο της προσαρμογής και της επιβίωσης σε δύσκολα περιβάλλοντα. Χρησιμοποιούμε την άρνηση ως μηχανισμό για να προστατέψουμε την πραγματικότητά μας, την αφήγησή μας, για να συντηρούμε νοσηρές σχέσεις, να διατηρήσουμε την εικόνα που έχουμε για εμάς και κυρίως, για να αποφύγουμε την αλλαγή.


Κανένας άνθρωπος δεν έχει την ικανότητα να διαβάζει τη σκέψη. Εάν θέλουμε να ξέρουν οι άλλοι τα συναισθήματα και τις ανάγκες μας πρέπει να τα μοιραζόμαστε και όχι να περιμένουμε να καταλάβουν και να θυμώνουμε που δεν καταλαβαίνουν. Η άγνοιά τους δεν είναι ένδειξη αδιαφορίας αλλά ένδειξη της δυσκολίας ή του φόβου που έχουμε να επικοινωνούμε.
Ο Konrad Lorenz, ζωολόγος, ηθολόγος, ορνιθολόγος μελέτησε τη συμπεριφορά των ζώων και έγινε διάσημος με τη θεωρία της εγχάραξης (imprinting). Τη διαδικασία που μόλις λίγες ώρες μετά τη γέννηση ένας νεοσσός νιώθει ενστικτωδώς την έλξη προς τη μητέρα του ή το άτομο που θα δει πρώτα μπροστά του.
Ο Lorenz διερεύνησε τους μηχανισμούς αποτύπωσης, όπου ορισμένα είδη ζώων προσκολλούνται στο πρώτο μεγάλο κινούμενο αντικείμενο που συναντούν. Αυτή η διαδικασία υποδηλώνει ότι η προσκόλληση είναι έμφυτη και προγραμματισμένη γενετικά.
Πήρε έναν μεγάλο αριθμό από αυγά χήνας και τα κράτησε μέχρι να εκκολαφθούν. Τα μισά από τα αυγά τα άφησε στη μητέρα χήνα, ενώ ο Lorenz κράτησε τα υπόλοιπα σε εκκολαπτήριο, για να βεβαιωθεί ότι εκείνος, θα ήταν η πρώτη κινούμενη μορφή που θα έβλεπαν οι νεοσσοί. Τα χηνάκια που ήταν μαζί με τη μαμά χήνα την ακολούθησαν, ενώ τα υπόλοιπα ακολούθησαν τον Lorenz.
Για να διασφαλιστεί ότι η αποτύπωση είχε συμβεί, ο Lorenz έβαλε όλα τα χηνάκια μαζί κάτω από ένα αναποδογυρισμένο κουτί ώστε να αναμιχθούν. Όταν αφαιρέθηκε το κουτί, οι δύο ομάδες χωρίστηκαν για να πάνε στις αντίστοιχες «μητέρες» τους – τα μισά στη μαμά χήνα και τα υπόλοιπα στον Lorenz. Η αποτύπωση έγινε χωρίς καν να γίνει σίτιση αν και φαίνεται να υπάρχει μια κρίσιμη περίοδος κατά την οποία μπορεί να συμβεί (12-17 ώρες μετά την εκκόλαψη). Το πιο ενδιαφέρον είναι πως μετά από 32 ώρες η αποτύπωση είναι απίθανο να συμβεί. Ο Lorenz ισχυρίστηκε ότι μόλις γίνει το αποτύπωμα, δεν μπορεί να αντιστραφεί, ούτε μπορεί το χηνάκι να αποτυπωθεί και σε κάποιον άλλο.
Η θεωρία της εγχάραξης όπως ήταν φυσικό επηρέασε πολύ και άλλες επιστήμες όπως της ψυχολογίας και αυτό γιατί η αποτύπωση έχει συνέπειες, τόσο για τη βραχυπρόθεσμη επιβίωση, όσο και μακροπρόθεσμα σχηματίζοντας εσωτερικά πρότυπα για μεταγενέστερες σχέσεις. Η φύση και η μορφή της πρώτης σχέσης γίνεται μοντέλο για τις μετέπειτα σχέσεις, προκαλώντας προσδοκίες για το αν το άτομο είναι άξιο αγάπης και κατά πόσο μπορεί να βασιστεί στους άλλους.
Σύμφωνα με τη γνωστή σε όλους “Θεωρία του Δεσμού” (Attachment Theory, 1975) που το μεγαλύτερο μέρος της υπογράφει ο John Bowlby, οι σχέσεις που κάνουμε στην ενήλικη ζωή μας – και κυρίως οι ερωτικές- ακολουθούν τα ίδια βήματα και τους ίδιους μηχανισμούς με τη σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ γονιού και παιδιού. Ψάχνουμε εκείνους που αναβιώνουν τα συναισθήματα αγάπης που γνωρίζαμε όταν ήμασταν μικροί. Όμως, η αγάπη που πηραμε τότε δεν φτιάχτηκε μόνο από γενναιοδωρία, ευαισθησία και άνευ όρων αποδοχή αλλά δεδομένου ότι οι γονείς μας-οι φροντιστές μας είναι άνθρωποι και κάνουν λάθη, η αγάπη αυτή μπορεί να συνοδεύτηκε και με οδυνηρές πτυχές. Έτσι, θα ψάχνουμε συντρόφους που κάτι στη συμπεριφορά τους θα μας είναι οικείο και θα το έχουμε ξαναζήσει. Και αυτό γιατί οι άνθρωποι πάμε στο γνώριμο γιατί εκεί ξέρουμε τον τρόπο να υπάρχουμε, τον τρόπο που θα συμπεριφερθούμε.
Όλα αυτά μπορείτε να τα δείτε στο πεντάλεπτο βίντεο του “The School of Life”.
Για την ιστορία, θέλω να πω και κάτι για τον Bowlby. Στη Θεωρία του δεσμού μίλησε για τη σημαντικότητα σχηματισμού συναισθηματικού δεσμού ανάμεσα στο βρέφος και στο πρόσωπο αναφοράς-φροντίδας. Η λέξη μητέρα δεν αναφέρεται. Η μητέρα του Bowlby πίστευε ότι η προσοχή και η φροντίδα προς τα παιδιά είναι επικίνδυνη για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα τους.

Το όριο είναι μια αόρατη γραμμή που σχεδιάζουμε γύρω μας για να ορίσουμε ποιες συμπεριφορές είναι αποδεκτές και ποιες όχι. Τι επιτρέπουμε και τι δεν ανεχόμαστε.
Τα όρια είναι εξωτερικά και εσωτερικά. Το να μάθω να βάζω εξωτερικά όρια με βοηθάει να φροντίζω για τη σωματική μου ακεραιότητα, να κρατάω μια σωματική απόσταση από τους άλλους και φυσικά να σέβομαι και το όριο των άλλων ανθρώπων.
Τα εσωτερικά όρια έχουν να κάνουν με τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά. Οι άνθρωποι που έχουν σταθερά εσωτερικά και εξωτερικά όρια μπορούν να σχετίζονται χωρίς να προβάλλουν στους άλλους δικές του ερμηνείες, ενώ ταυτόχρονα δεν παίρνουν προσωπικά τα συναισθήματα των άλλων. Το να διατηρώ ανέπαφα τα εσωτερικά μου όρια είναι πολύ βοηθητικό και απαραίτητο ειδικά σε περιπτώσεις που νιώθω πως παίρνω επίθεση.
Μια οδυνηρή συνέπεια της έλλειψης εσωτερικών ορίων είναι ότι όταν ακούμε σκέψεις και απόψεις κάποιου άλλου, νομίζουμε πως ή θα πρέπει να συμφωνήσουμε μαζί του -αγνοώντας τη δική μας θέση- ή θα πρέπει να υποστηρίξουμε με σθένος τη δική μας άποψη. Έχοντας μάθει να βάζουμε εσωτερικά όρια, δεν έχουμε την ανάγκη να προσπαθούμε να πείσουμε τους άλλους για την εγκυρότητα της πραγματικότητάς μας.
Όταν αρχίζουμε να βάζουμε εσωτερικά όρια ίσως να αισθανόμαστε περίεργα και σχεδόν ποτέ δεν τα καταφέρνουμε με την πρώτη προσπάθεια. Εάν δυσκολεύεστε, ίσως βοηθήσει να φανταστείτε τα εσωτερικά σας όρια σαν ένα αλεξίσφαιρο γιλέκο από μια πλάκα σκληρού μετάλλου κάτω από το δέρμα στο στήθος σας. Άλλοι κάνουν εικόνα το εσωτερικό όριο ως μικρή πόρτα η οποία ανοίγει μόνο από μέσα και το κλειδί το έχει μόνο ο ιδιοκτήτης. Κάθε φορά που ακούτε κάτι αξιολογείστε το πρώτα και μετά αντιδράστε. Πείτε στον εαυτό σας πως αυτό που ακούω απ’τον απέναντι αφορά τις δικές του σκέψεις, συναισθήματα και όχι αυτά που είπα ή έκανα εγώ.
Τα όρια τα συναντάμε σε διάφορες μορφές-κατηγορίες: